Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L04AC19 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

SATRALIZUMAB

Σατραλιζουμάμπη

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of SATRALIZUMAB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-ENSPRYNG

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
Κάθε δύο εβδομάδες αρχικά, μετά κάθε τέσσερις εβδομάδες
Δόση έναρξης:
120 mg
Τιτλοποίηση:
Δόσεις εφόδου: υποδόρια ένεση 120 mg κάθε δύο εβδομάδες για τις πρώτες τρεις χορηγήσεις (εβδομάδα 0, 2, 4). Μετά η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι 120 mg κάθε τέσσερις εβδομάδες.
  • Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών με σωματικό βάρος ≥ 40 kg)
    Δόση120 mg
    Δόση εφόδου: υποδόρια ένεση 120 mg κάθε δύο εβδομάδες για τις πρώτες τρεις χορηγήσεις (εβδομάδα 0, 2, 4). Δόση συντήρησης: υποδόρια ένεση 120 mg κάθε τέσσερις εβδομάδες.
  • Παιδιά (<12 ετών ή <40 kg)
    Δεν έχουν τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν συνίσταται προσαρμογή της δόσης.
  • Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν έχει μελετηθεί επίσημα.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν έχουν μελετηθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Για τροποποίηση δόσης λόγω αυξημένων ηπατικών ενζύμων, βλ. παραπάνω οδηγίες.
block
SPC-ENSPRYNG

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-ENSPRYNG

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
  • Λοιμώξεις
    Πληθυσμόςασθενείς με ενεργή λοίμωξη
    Η χορήγηση του satralizumab θα πρέπει να καθυστερεί μέχρις ότου η λοίμωξη να ελεγχθεί.
  • Λοιμώξεις
    Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με satralizumab
    Συνιστάται επαγρύπνηση για την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση λοίμωξης. Η θεραπεία θα πρέπει να καθυστερήσει σε περίπτωση σοβαρής ή ευκαιριακής λοίμωξης και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία υπό περαιτέρω παρακολούθηση. Οι ασθενείς θα πρέπει να αναζητούν έγκαιρη ιατρική φροντίδα σε περίπτωση σημείων και συμπτωμάτων λοιμώξεων. Θα πρέπει να παρέχεται κάρτα προειδοποίησης ασθενούς.
  • Εμβολιασμοί
    Εμβόλια με ζώντες ή με ζώντες-εξασθενημένους μικροοργανισμούς δε θα πρέπει να δίνονται ταυτόχρονα με το satralizumab.
  • Εμβολιασμοί
    Το μεσοδιάστημα μεταξύ του εμβολιασμού με εμβόλιο με ζώντες μικροοργανισμούς και της έναρξης της θεραπείας με satralizumab θα πρέπει να είναι σύμφωνο με τις ισχύουσες οδηγίες για τους εμβολιασμούς αναφορικά με τους ανοσοτροποποιητικούς ή ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες.
  • Εμβολιασμοί
    Πληθυσμόςόλοι οι ασθενείς
    Συνιστάται να επικαιροποιούνται για όλους τους εμβολιασμούς σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες ανοσοποίησης πριν από την έναρξη της θεραπείας με satralizumab.
  • Ηπατικά ένζυμα
    Πληθυσμόςασθενείς με ALT ή AST >5 x ULN
    Η θεραπεία με satralizumab θα πρέπει να διακόπτεται.
  • Αριθμός ουδετερόφιλων
    Για τη συνιστώμενη διακοπή της δόσης, βλέπε Δοσολογία.
swap_horiz
SPC-ENSPRYNG

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αζαθειοπρίνη (AZA)
    Καμία επίδραση στην κάθαρση του satralizumab
  • Από του στόματος κορτικοστεροειδή (OCs)
    Καμία επίδραση στην κάθαρση του satralizumab
  • Μυκοφαινολάτη μοφετίλ (MMF)
    Καμία επίδραση στην κάθαρση του satralizumab
  • Υποστρώματα CYP450 3A4, 1A2, 2C9 ή 2C19 (ειδικά εκείνα με στενό θεραπευτικό δείκτη όπως βαρφαρίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, θεοφυλλίνη)
    προσοχή
    Αλλαγές στα επίπεδα των υποστρωμάτων λόγω καταστολής των ενζύμων CYP450 από κυτοκίνες όπως η IL-6, επηρεάζοντας τον μεταβολισμό τους.
    ΣύστασηΠροσοχή κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με satralizumab. Προσαρμογή δόσεων αν χρειάζεται.
sick
SPC-ENSPRYNG

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αίμα
  • Υποϊνωδογοναιμία
  • Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων
  • Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
Μεταβολισμός
  • Υπερλιπιδαιμία
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ημικρανία
Καρδιά
  • Βραδυκαρδία
Αγγειακές
  • Υπέρταση
Αναπνευστικό
  • Αλλεργική ρινίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Γαστρίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
Γενικές
  • Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
  • Περιφερικό οίδημα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
Ήπαρ
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την ένεση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Υπερλιπιδαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Αλλεργική ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
    Αίμα
    Συχνές
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υποϊνωδογοναιμία
    Αίμα
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-ENSPRYNG

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του satralizumab σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε μαϊμούδες δεν κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Enspryng κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Δεν είναι γνωστό εάν το satralizumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η ανθρώπινη IgG είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα κατά τις πρώτες ημέρες μετά τη γέννηση, η οποία μειώνεται σύντομα σε χαμηλές συγκεντρώσεις στη συνέχεια˙ κατά συνέπεια, ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά τη σύντομη αυτή περίοδο. Στη συνέχεια, η χρήση του Enspryng θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο εάν είναι αναγκαία από κλινική άποψη.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα για την επίδραση του satralizumab στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν βλάβη στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
SPC-ENSPRYNG

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς της ιντερλευκίνης, κωδικός ATC: L04AC19 ### Μηχανισμός δράσης Το satralizumab είναι ένα ανασυνδυασμένο εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα (mAb) ανοσοσφαιρίνης G2 (IgG2) το οποίο συνδέεται στους…
monitor_heart
SPC-ENSPRYNG

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς της ιντερλευκίνης, κωδικός ATC: L04AC19 ### Μηχανισμός δράσης Το satralizumab είναι ένα ανασυνδυασμένο εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα (mAb) ανοσοσφαιρίνης G2 (IgG2) το οποίο συνδέεται στους…
biotech
SPC-ENSPRYNG

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η φαρμακοκινητική του satralizumab έχει χαρακτηριστεί τόσο σε Ιάπωνες όσο και σε Καυκάσιους υγιείς εθελοντές, και σε ασθενείς με NMO και NMOSD. Η φαρμακοκινητική σε ασθενείς με NMO και NMOSD με χρήση της συνιστώμενης δόσης χαρακτηρίστηκε με τη χρήση μεθόδων…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία κάθε τέσσερις εβδομάδες Πρώτοι 3 μήνες θεραπείας
κάθε τρεις μήνες Για ένα χρόνο, μετά τους πρώτους τρεις μήνες θεραπείας
όπως ενδείκνυται κλινικά Μετά τον πρώτο χρόνο θεραπείας
Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) gastroenterologyΗπατική λειτουργία κάθε τέσσερις εβδομάδες Πρώτοι 3 μήνες θεραπείας
κάθε τρεις μήνες Για ένα χρόνο, μετά τους πρώτους τρεις μήνες θεραπείας
όπως ενδείκνυται κλινικά Μετά τον πρώτο χρόνο θεραπείας
Ουδετερόφιλα bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος 4 έως 8 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας
όπως ενδείκνυται κλινικά Μετά την αρχική παρακολούθηση
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει υπό την επίβλεψη ιατρού έμπειρου στη θεραπεία της οπτικής νευρομυελίτιδας (NMO) ή των NMOSD.

Δοσολογία

Το Enspryng μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με από του στόματος κορτικοστεροειδή (OCs), αζαθειοπρίνη (AZA) ή μυκοφαινολάτη μοφετίλ (MMF) (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Η δοσολογία σε εφήβους ασθενείς ηλικίας ≥12 ετών με σωματικό βάρος ≥ 40 kg και στους ενήλικες ασθενείς είναι η ίδια.

Δόσεις εφόδου Η συνιστώμενη δόση εφόδου είναι υποδόρια ένεση (SC) 120 mg κάθε δύο εβδομάδες για τις πρώτες τρείς χορηγήσεις (πρώτη δόση την εβδομάδα 0, δεύτερη δόση την εβδομάδα 2 και τρίτη δόση την εβδομάδα 4).

Δόσεις συντήρησης Η συνιστώμενη δόση συντήρησης είναι SC ένεση 120 mg κάθε τέσσερις εβδομάδες.

Διάρκεια της θεραπείας Το Enspryng προορίζεται για μακροχρόνια θεραπεία.

Καθυστερημένες ή παραληφθείσες δόσεις Εάν μία ένεση παραληφθεί, για οποιοδήποτε λόγο εκτός από αυξήσεις στα ηπατικά ένζυμα, θα πρέπει να χορηγηθεί, όπως περιγράφεται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1: Συνιστώμενη δοσολογία για καθυστερημένες ή παραληφθείσες δόσεις

Τελευταία δόση που χορηγήθηκε Συνιστώμενη δοσολογία για καθυστερημένες ή παραληφθείσες δόσεις
Παραλείφθηκε μια δόση εφόδου ή λιγότερο από 8 εβδομάδες κατά τη διάρκεια της περιόδου συντήρησης Η συνιστώμενη δόση πρέπει να χορηγείται το συντομότερο δυνατό χωρίς να περιμένετε μέχρι την επόμενη προγραμματισμένη δόση.
Περίοδος εφόδου
Εάν η δεύτερη δόση εφόδου καθυστερήσει ή παραλειφθεί αυτή η δόση πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό και η τρίτη και τελευταία δόση εφόδου 2 εβδομάδες αργότερα.
Εάν η τρίτη δόση εφόδου καθυστερήσει ή παραλειφθεί αυτή η δόση πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό και η πρώτη δόση συντήρησης 4 εβδομάδες αργότερα.
Περίοδος συντήρησης
Αφού χορηγηθεί η καθυστερημένη ή η παραληφθείσα δόση το δοσολογικό πρόγραμμα πρέπει να επανέλθει σε κάθε 4 εβδομάδες.
8 εβδομάδες έως λιγότερο από 12 εβδομάδες Η συνιστώμενη δόση πρέπει να χορηγείται στις 0*, 2 εβδομάδες και ακολούθως κάθε 4 εβδομάδες.
12 εβδομάδες ή περισσότερο Η συνιστώμενη δόση πρέπει να χορηγείται στις 0*, 2, 4 εβδομάδες και ακολούθως κάθε 4 εβδομάδες.
  • Οι “0 εβδομάδες” αναφέρονται στον χρόνο της πρώτης χορήγησης μετά την παραληφθείσα δόση.

Συμβουλή για τροποποίηση της δόσης για διαταραχές των ηπατικών ενζύμων Αν η αύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης (ALT) ή της ασπαρτικής τρανσαμινάσης (AST) είναι >5 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) και σχετίζεται με οποιαδήποτε αύξηση της χολερυθρίνης, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται, και δε συνιστάται επανέναρξη.

Αν η αύξηση της ALT ή της AST είναι >5 x ULN και δε σχετίζεται με οποιαδήποτε αύξηση της χολερυθρίνης, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται. Η θεραπεία μπορεί να αρχίσει ξανά σε μία δόση SC ένεσης 120 mg κάθε τέσσερις εβδομάδες, όταν τα επίπεδα της ALT και της AST έχουν επιστρέψει στο φυσιολογικό εύρος και με βάση την εκτίμηση του οφέλους-κινδύνου της θεραπείας για τον ασθενή. Αν ληφθεί η απόφαση να αρχίσει ξανά η θεραπεία, οι παράμετροι του ήπατος πρέπει να παρακολουθούνται στενά, και αν παρατηρηθεί οποιαδήποτε επακόλουθη αύξηση στις ΑLT/AST και/ή στη χολερυθρίνη, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται, και δε συνιστάται επανέναρξη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Πίνακας 2: Συνιστώμενη δόση για επανέναρξη της θεραπείας μετά από αύξηση των ηπατικών τρανσαμινασών

Τελευταία δόση που χορηγήθηκε Συνιστώμενη δόση για επανέναρξη της θεραπείας
Λιγότερο από 12 εβδομάδες Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει ξανά χρησιμοποιώντας τη συνιστώμενη δόση, χορηγούμενη κάθε 4 εβδομάδες.
12 εβδομάδες ή περισσότερο Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει ξανά χρησιμοποιώντας τη συνιστώμενη δόση, χορηγούμενη στις εβδομάδες 0*, 2, 4 και ακολούθως κάθε 4 εβδομάδες.
  • Οι “0 εβδομάδες” αναφέρονται στον χρόνο της πρώτης χορήγησης μετά την επανέναρξη της θεραπείας.

Συμβουλή για τροποποίηση της δόσης για ουδετεροπενία Εάν ο αριθμός των ουδετερόφιλων είναι κάτω από 1.0 x 10^9/L και επιβεβαιωθεί με επαναλαμβανόμενο έλεγχο, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου ο αριθμός των ουδετεροφίλων να είναι > 1.0 x 10^9/L.

Συμβουλή για τροποποίηση της δόσης για χαμηλό αριθμό αιμοπεταλίων Εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων είναι κάτω από 75 x 10^9/L και επιβεβαιωθεί με επαναλαμβανόμενο έλεγχο, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται έως ότου ο αριθμός των αιμοπεταλίων να είναι ≥75 x 10^9/L.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός Η δοσολογία σε εφήβους ασθενείς ηλικίας ≥12 ετών με σωματικό βάρος ≥ 40 kg και ενήλικες ασθενείς είναι η ίδια (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του satralizumab σε παιδιά με σωματικό βάρος <40 kg δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Νεφρική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του satralizumab δεν έχουν επίσημα μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν συνίσταται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηπατική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του satralizumab δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα (βλ. Φαρμακοκινητικές). Αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με satralizumab (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Για την προσαρμογή της δόσης, δείτε στην παραπάνω παράγραφο Συμβουλή για τροποποίηση της δόσης για διαταραχές των ηπατικών ενζύμων.

Τρόπος χορήγησης

Το satralizumab 120 mg χορηγείται με SC ένεση χρησιμοποιώντας μια PFS εφάπαξ δόσης. Το συνολικό περιεχόμενο (1 mL) της PFS θα πρέπει να χορηγείται.

Οι συνιστώμενες θέσεις της ένεσης είναι η κοιλιά και ο μηρός. Τα σημεία της ένεσης θα πρέπει να εναλλάσονται και οι ενέσεις δε θα πρέπει ποτέ να γίνονται πάνω σε σπίλους, ουλές ή περιοχές όπου το δέρμα είναι ευαίσθητο, μελανιασμένο, ερυθρό, σκληρό ή όχι άθικτο.

Λεπτομερείς οδηγίες για τη χορήγηση του satralizumab δίνονται στο τέλος του φύλλου οδηγιών χρήσης.

Χορήγηση από τον ασθενή και/ή το φροντιστή Η πρώτη ένεση θα πρέπει να πραγματοποιείται υπό την επίβλεψη ενός καταρτισμένου Επαγγελματία Υγείας (ΕΥ). Μετά από επαρκή εκπαίδευση στον τρόπο προετοιμασίας και χορήγησης της ένεσης, ένας ενήλικας ασθενής/φροντιστής μπορεί να χορηγήσει όλες τις υπόλοιπες δόσεις στο σπίτι εάν ο θεράπων ιατρός αποφασίσει ότι αυτό είναι κατάλληλο και ο ενήλικας ασθενής/φροντιστής μπορεί να πραγματοποιήσει την τεχνική της ένεσης. Οι ασθενείς/φροντιστές θα πρέπει να ζητούν άμεση ιατρική φροντίδα εάν ο ασθενής εμφανίσει συμπτώματα σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων και θα πρέπει να επικοινωνούν με τον ΕΥ τους, ώστε να επιβεβαιώσουν εάν η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί ή όχι.

block

Αντενδείξεις

SPC-ENSPRYNG
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Λοιμώξεις

Η χορήγηση του satralizumab θα πρέπει να καθυστερεί σε ασθενείς με μια ενεργή λοίμωξη μέχρις ότου η λοίμωξη να ελεγχθεί (βλ. Δοσολογία). Συνιστάται επαγρύπνηση για την έγκαιρη ανίχνευση και διάγνωση λοίμωξης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με satralizumab. Η θεραπεία θα πρέπει να καθυστερήσει σε περίπτωση που ο ασθενής εμφανίσει οποιαδήποτε σοβαρή ή ευκαιριακή λοίμωξη και κατάλληλη θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει υπό περαιτέρω παρακολούθηση. Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται στο να αναζητούν έγκαιρη ιατρική φροντίδα σε περίπτωση σημείων και συμπτωμάτων λοιμώξεων για να διευκολύνεται η έγκαιρη διάγνωση των λοιμώξεων. Στους ασθενείς θα πρέπει να παρέχεται μια κάρτα προειδοποίησης ασθενούς.

Εμβολιασμοί

Εμβόλια με ζώντες ή με ζώντες-εξασθενημένους μικροοργανισμούς δε θα πρέπει να δίνονται ταυτόχρονα με το satralizumab, καθώς η κλινική ασφάλεια δεν έχει τεκμηριωθεί. Το μεσοδιάστημα μεταξύ του εμβολιασμού με εμβόλιο με ζώντες μικροοργανισμούς και της έναρξης της θεραπείας με satralizumab θα πρέπει να είναι σύμφωνο με τις ισχύουσες οδηγίες για τους εμβολιασμούς αναφορικά με τους ανοσοτροποποιητικούς ή ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τις επιδράσεις του εμβολιασμού σε ασθενείς που λαμβάνουν satralizumab. Συνιστάται όλοι οι ασθενείς να επικαιροποιούνται για όλους τους εμβολιασμούς σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες ανοσοποίησης πριν από την έναρξη της θεραπείας με satralizumab.

Ηπατικά ένζυμα

Ήπιες και μέτριες αυξήσεις στις τρανσαμινάσες του ήπατος έχουν παρατηρηθεί με τη θεραπεία με satralizumab, οι περισσότερες αυξήσεις ήταν κάτω από 5 x ULN (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα επίπεδα των ALT και AST θα πρέπει να ελέγχονται κάθε τέσσερις εβδομάδες για τους πρώτους τρεις μήνες της θεραπείας, ακολουθούμενες από κάθε τρεις μήνες για ένα χρόνο, και έπειτα όπως ενδείκνυται κλινικά. Η θεραπεία με satralizumab θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με ALT ή AST >5 x ULN (βλ. Δοσολογία).

Αριθμός ουδετερόφιλων

Μειώσεις στον αριθμό ουδετερόφιλων έχουν προκύψει μετά τη θεραπεία με satralizumab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ο αριθμός των ουδετερόφιλων θα πρέπει να ελέγχεται 4 έως 8 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας και στη συνέχεια, όπως ενδείκνυται κλινικά. Για τη συνιστώμενη διακοπή της δόσης, βλέπε Δοσολογία.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.

Αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού (PK) δεν ανίχνευσαν καμία επίδραση της αζαθειοπρίνης (AZA), των από του στόματος κορτικοστεροειδών (OCs) ή της μυκοφαινολάτης μοφετίλ (MMF) στην κάθαρση του satralizumab.

Μελέτες in vitro και in vivo κατέδειξαν ότι η έκφραση συγκεκριμένων ηπατικών ενζύμων CYP450 (CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19 και CYP3A4) καταστέλλεται από κυτοκίνες όπως η IL-6.

Επομένως, θα πρέπει να δίδεται προσοχή κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με satralizumab σε ασθενείς που λαμβάνουν επίσης υποστρώματα του CYP450 3A4, 1A2, 2C9 ή 2C19, ιδιαίτερα εκείνα με στενό θεραπευτικό δείκτη (όπως βαρφαρίνη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη και θεοφυλλίνη), και οι δόσεις να προσαρμόζονται εάν χρειάζεται.

Δεδομένου του παρατεταμένου χρόνου ημίσειας ζωής του satralizumab, η επίδραση του satralizumab μπορεί να παραμείνει για αρκετές εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν ήταν: κεφαλαλγία (19,2%), αρθραλγία (13,5%), αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων μειωμένος (13,5%), υπερλιπιδαιμία (13,5%) και αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ένεση (12,5%).

Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο Πίνακας 3 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη χρήση του satralizumab ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST σε κλινικές δοκιμές. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές (Πίνακας 3) παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση οργανικού συστήματος κατά MedDRA. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται χρησιμοποιώντας τον αριθμό των ανεπιθύμητων συμβάντων ανά 100 ασθενο-έτη και με βάση τους αριθμούς συχνότητας. Η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας για κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στους αριθμούς συχνότητας και την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνή (≥1/10), συχνή (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνή (≥1/1,000 έως <1/100), σπάνια (≥1/10,000 έως <1/1,000), πολύ σπάνια (<1/10,000).

Πίνακας 3: Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατηγορία/ Οργανικό Σύστημα Πολύ συχνές Συχνές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Υποϊνωδογοναιμία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπερλιπιδαιμία
Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Ημικρανία
Καρδιακές διαταραχές Βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Αλλεργική ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού Γαστρίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, Κνησμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία Μυοσκελετική δυσκαμψία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση Περιφερικό οίδημα
Παρακλινικές εξετάσεις Μειωμένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίων Αριθμός ουδετερόφιλων μειωμένος, Αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος, Τρανσαμινάσες αυξημένες, Χολερυθρίνη αίματος αυξημένη, Σωματικό βάρος αυξημένο

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ένεση (IRRs) Οι IRRs που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με satralizumab ήταν κατά κύριο λόγο ήπιες έως μέτριες και οι περισσότερες εμφανίστηκαν εντός 24 ωρών μετά τις ενέσεις. Τα πιο συχνά αναφερόμενα συστηματικά συμπτώματα ήταν η διάρροια και η κεφαλαλγία. Οι πιο συχνά αναφερόμενες τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης ήταν η έξαψη, το ερύθημα, ο κνησμός, το εξάνθημα και το άλγος.

Σωματικό βάρος Στη διπλά-τυφλή περίοδο θεραπείας παρατηρήθηκε αύξηση του σωματικού βάρους ≥15% από την αρχική τιμή στο 3,8% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με satralizumab (μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST) σε σύγκριση με 2,7% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (ή συν IST).

Εργαστηριακές διαταραχές Ουδετερόφιλα Στη διπλά-τυφλή περίοδο θεραπείας, παρατηρήθηκαν μειωμένα ουδετερόφιλα σε 31,7% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με satralizumab (μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST) σε σύγκριση με 21,6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (ή εικονικό φάρμακο μαζί με IST). Η πλειοψηφία των μειώσεων των ουδετερόφιλων ήταν παροδικές ή διαλείπουσες. Το 9,6% των ασθενών που έλαβαν satralizumab είχαν ουδετερόφιλα κάτω από 1 x 10^9/L, σε σύγκριση με το 5,4% που έλαβαν εικονικό φάρμακο (ή εικονικό φάρμακο συν IST).

Αιμοπετάλια Στη διπλά-τυφλή περίοδο θεραπείας, παρατηρήθηκαν μειώσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίων (κάτω από 150 × 10^9/l) στο 24,0% των ασθενών που έλαβαν satralizumab (μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST) σε σύγκριση με το 9,5% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο ή εικονικό φάρμακο συν IST. Οι μειωμένοι αριθμοί αιμοπεταλίων δεν σχετίστηκαν με περιστατικά αιμορραγίας. Η πλειοψηφία των μειωμένων αιμοπεταλίων ήταν παροδική και όχι κάτω από 75 × 10^9/l.

Ηπατικά ένζυμα Στη διπλά-τυφλή περίοδο θεραπείας, αυξήσεις στις ALT ή AST παρατηρήθηκαν σε 27,9% και 18,3% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με satralizumab (μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST) αντίστοιχα, σε σύγκριση με 12,2% και 13,5% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο ή εικονικό φάρμακο συν IST. Η πλειοψηφία των αυξήσεων ήταν κάτω από 3 x ULN, ήταν παροδικές και επιλύθηκαν χωρίς διακοπή του satralizumab. Αυξήσεις στις ALT ή AST > 3 x ULN παρατηρήθηκαν στο 2,9% και 1,9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με satralizumab (μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST) αντίστοιχα. Αυτές οι αυξήσεις δεν σχετίστηκαν με αυξήσεις στην ολική χολερυθρίνη. Αυξήσεις της ALT πάνω από 5 x ULN παρατηρήθηκαν 4 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας σε έναν (1%) ασθενή που έλαβε satralizumab σε συνδυασμό με IST˙ ομαλοποιήθηκαν μετά τη διακοπή της θεραπείας και το satralizumab δεν χορηγήθηκε ξανά σε αυτόν τον ασθενή (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παράμετροι λιπιδίων Στη διπλά-τυφλή περίοδο θεραπείας, 10,6% των ασθενών που έλαβαν satralizumab (μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με IST) παρουσίασαν αυξήσεις στην ολική χοληστερόλη πάνω από 7,75 mmol/l σε σύγκριση με το 1,4% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (ή εικονικό φάρμακο συν IST)˙ 20,2% των ασθενών που έλαβαν satralizumab παρουσίασαν αυξήσεις στα τριγλυκερίδια πάνω από 3,42 mmol/l σε σύγκριση με το 10,8% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του satralizumab έχουν μελετηθεί σε 9 παιδιά ηλικίας ≥12 ετών. Η συχνότητα, ο τύπος και η δριμύτητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε παιδιά ηλικίας από 12 ετών αναμένονται να είναι ίδια όπως στους ενήλικες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του satralizumab σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε μαϊμούδες δεν κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Enspryng κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το satralizumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η ανθρώπινη IgG είναι γνωστό ότι απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα κατά τις πρώτες ημέρες μετά τη γέννηση, η οποία μειώνεται σύντομα σε χαμηλές συγκεντρώσεις στη συνέχεια˙ κατά συνέπεια, ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά τη σύντομη αυτή περίοδο. Στη συνέχεια, η χρήση του Enspryng θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κατά τη διάρκεια του θηλασμού μόνο εάν είναι αναγκαία από κλινική άποψη.

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα για την επίδραση του satralizumab στην ανθρώπινη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν βλάβη στην ανδρική ή γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς της ιντερλευκίνης, κωδικός ATC: L04AC19

Μηχανισμός δράσης

Το satralizumab είναι ένα ανασυνδυασμένο εξανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα (mAb) ανοσοσφαιρίνης G2 (IgG2) το οποίο συνδέεται στους διαλυτούς και στους συνδεδεμένους στη μεμβράνη ανθρώπινους υποδοχείς IL-6 (IL-6R) και με αυτόν τον τρόπο εμποδίζει την καθοδική σηματοδότηση της IL-6 μέσω αυτών των υποδοχέων. Τα επίπεδα της IL-6 αυξάνονται στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό και στον ορό ασθενών με NMO και NMOSD κατά τη διάρκεια περιόδων ενεργότητας της νόσου. Οι λειτουργίες της IL-6 έχουν εμπλακεί στην παθογένεση των NMO και NMOSD, συμπεριλαμβανομένης της ενεργοποίησης των Β-κυττάρων, της διαφοροποίησης των Β-κυττάρων σε πλασμαβλάστες και της παραγωγής παθολογικών αυτοαντισωμάτων, π.χ. ενάντια στην AQP4, μια πρωτεΐνη διαύλου ύδατος η οποία εκφράζεται κυρίως από τα αστροκύτταρα στο ΚΝΣ, την ενεργοποίηση και διαφοροποίηση των Th17-κυττάρων, την αναστολή των Τ-ρυθμιστικών κυττάρων, και αλλαγών στην διαπερατότητα του αιματοεγκεφαλικού φραγμού.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Στις κλινικές μελέτες με satralizumab σε NMO και NMOSD, παρατηρήθηκαν μειώσεις στην C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), στο ινωδογόνο και στο συμπλήρωμα (C3, C4 και CH50).

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του satralizumab αξιολογήθηκαν σε 2 βασικές κλινικές δοκιμές φάσης ΙΙΙ σε ασθενείς με NMOSD (που διαγνώστηκαν ως AQP4-IgG οροθετικοί ή οροαρνητικοί NMO [κριτήρια Wingerchuck 2006], ή ως AQP4-IgG οροθετικοί NMOSD [κριτήρια Wingerchuk 2007]).

Η μελέτη BN40898 περιελάμβανε ενήλικες και εφήβους ασθενείς με NMOSD ηλικίας 12-74 ετών που έλαβαν θεραπεία με σταθερό IST, με τουλάχιστον 2 υποτροπές τα τελευταία 2 χρόνια πριν από τον έλεγχο (με τουλάχιστον μία υποτροπή εντός 12 μηνών πριν από τον έλεγχο) και Διευρυμένη Κλίμακα Κατάστασης Αναπηρίας (EDSS) από 0 έως 6.5, ενώ η μελέτη BN40900 περιελάμβανε ενήλικες ασθενείς ηλικίας 18-74 ετών χωρίς ιστορικό IST, με τουλάχιστον 1 υποτροπή ή πρώτη επίθεση εντός των τελευταίων 12 μηνών πριν από τον έλεγχο και EDSS από 0 έως 6.5.

Και οι δύο μελέτες περιελάμβαναν περίπου 30% AQP4-IgG οροαρνητικούς ΝΜΟ ασθενείς.

Η αποτελεσματικότητα και στις δύο μελέτες αξιολογήθηκε με βάση το χρόνο έως την πρώτη υποτροπή, όπως κρίθηκε από μια ανεξάρτητη Επιτροπή Κλινικού Καταληκτικού Σημείου (CEC), με την υποτροπή να ορίζεται από προκαθορισμένη επιδείνωση στην EDSS και στα κριτήρια βαθμολόγησης λειτουργικών συστημάτων (FSS), αξιολογούμενη εντός 7 ημερών αφότου ο ασθενής ανέφερε τα συμπτώματα (επιβεβαιωμένη υποτροπή).

Μελέτη BN40898 (επίσης γνωστή ως SA-307JG ή SAkuraSky) Η μελέτη BN40898 ήταν μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή για την αξιολόγηση της επίδρασης του satralizumab σε συνδυασμό με σταθερό IST (OCs μέχρι 15 mg/ημέρα [ισοδύναμα πρεδνιζολόνης], AZA μέχρι 3 mg/kg/ημέρα ή MMF μέχρι 3.000 mg/ημέρα˙ οι έφηβοι έλαβαν ένα συνδυασμό από ΑΖΑ και OCs ή MMF και OCs). Η διπλά τυφλή περίοδος της μελέτης συμπεριέλαβε 83 AQP4-IgG οροθετικούς και οροαρνητικούς ασθενείς (76 ενήλικες και 7 έφηβους). Οι ασθενείς έλαβαν τις 3 πρώτες εφάπαξ δόσεις του satralizumab των 120 mg ή αντίστοιχο εικονικό φάρμακο με SC ένεση στην κοιλιακή ή μηριαία περιοχή κάθε 2 εβδομάδες για τις πρώτες 4 εβδομάδες και μία φορά κάθε 4 εβδομάδες ακολούθως. Ο σχεδιασμός της μελέτης και τα αρχικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού της μελέτης παρουσιάζονται στον πίνακα 4.

Πίνακας 4: Σχεδιασμός της μελέτης και αρχικά χαρακτηριστικά σε AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς για τη μελέτη ΒΝ40898

Ονομασία της Μελέτης Μελέτη BN40898 (AQP4-IgG οροθετικοί: N=55˙ ITT*: N=83)
Σχεδιασμός της Μελέτης
Πληθυσμός της μελέτης Έφηβοι και ενήλικες ασθενείς με NMO ή NMOSD, που έλαβαν θεραπεία με σταθερό IST. Ηλικία 12-74 έτη, ≥ 2 υποτροπές στα τελευταία 2 χρόνια πριν τον έλεγχο (με τουλάχιστον μια υποτροπή τους 12 μήνες πριν τον έλεγχο), EDSS από 0 έως 6.5.
Διάρκεια της μελέτης για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας Οδηγούμενη από συμβάντα** (26 επιβεβαιωμένες υποτροπές). Διάμεσος χρόνος παρακολούθησης: satralizumab 139,4 εβδομάδες, εικονικό φάρμακο 40,2 εβδομάδες (στον ITT: 115,1 εβδομάδες και 42,5 εβδομάδες, αντίστοιχα).
Θεραπευτικές oμάδες, σε 1:1 τυχαιοποίηση Ομάδα A: satralizumab 120 mg SC. Ομάδα B: εικονικό φάρμακο.
Αρχικά Χαρακτηριστικά των AQP4-IgG οροθετικών ασθενών
Satralizumab + IST (n=27)
Διάγνωση, n (%):
NMO 19 (70,4)
NMOSD 8 (29,6)
Μέση ηλικία σε έτη (SD) (Min-Max) 44.4 (15,7) (13 - 73)
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών), n (%) 3 (11,1)
Έφηβοι (≥12 έως <18 έτη), n (%) 1 (3,7)
Κατανομή φύλου, n (%) άνδρες/ n (%) γυναίκες 0 / 27 (100)
Ανοσοκατασταλτική θεραπεία (IST), n (%):
Κορτικοστεροειδή από του στόματος (OCs) 14 (51,9)
Αζαθειοπρίνη (AZA) 11 (40,7)
Μυκοφενολάτη μοφετίλ (MMF) 1 (3,7)
AZA + OCs*** 0
MMF + OCs*** 1 (3,7)
  • Πρόθεση για θεραπεία (ITT) ** Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία διάσωσης χωρίς επιβεβαιωμένη υποτροπή επιτράπηκε να εισέλθουν στην περίοδο OLE της μελέτης και εξαιρέθηκαν από την κύρια ανάλυση αποτελεσματικότητας *** Επιτρεπόμενος συνδυασμός για εφήβους ασθενείς

Μελέτη BN40900 (επίσης γνωστή ως SA-309JG ή SAkuraStar) Η μελέτη ΒΝ40900 ήταν μια τυχαιοποιημένη, πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, κλινική δοκιμή για την αξιολόγηση της επίδρασης του satralizumab σε μονοθεραπεία σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Η μελέτη περιέλαβε 95 AQP4-IgG οροθετικούς και οροαρνητικούς ενήλικες ασθενείς. Οι ασθενείς έλαβαν τις 3 πρώτες εφάπαξ δόσεις του satralizumab των 120 mg ή αντίστοιχο εικονικό φάρμακο με SC ένεση στην κοιλιακή ή μηριαία περιοχή κάθε 2 εβδομάδες για τις πρώτες 4 εβδομάδες και μία φορά κάθε 4 εβδομάδες ακολούθως. Ο σχεδιασμός της μελέτης και τα αρχικά χαραστηριστικά του πληθυσμού της μελέτης παρουσιάζονται στον πίνακα 5.

Πίνακας 5: Σχεδιασμός της μελέτης και αρχικά χαρακτηριστικά σε AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς για τη μελέτη BN40900

Όνομα της Μελέτης Μελέτη BN40900 (AQP4-IgG οροθετικοί: N=64˙ ITT*: N=95)
Σχεδιασμός της μελέτης
Πληθυσμός της μελέτης Ενήλικες ασθενείς με NMO ή NMOSD. Ηλικία 18-74 έτη, ≥ 1 υποτροπή ή πρώτη επίθεση μέσα στους τελευταίους 12 μήνες πριν τον έλεγχο, EDSS από 0 έως 6.5. Οι ασθενείς είτε έλαβαν προηγούμενη θεραπεία πρόληψης της υποτροπής για NMOSD είτε δεν έλαβαν θεραπεία.
Διάρκεια της μελέτης για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας Οδηγούμενη από συμβάντα (44 επιβεβαιωμένες υποτροπές, ή 1,5 έτη μετά την ημερομηνία τυχαιοποίησης του τελευταίου ασθενή που εντάχθηκε, όποιο από τα δύο συμβεί πρώτο). Διάμεσος χρόνος παρακολούθησης: satralizumab 96,7 εβδομάδες εικονικό φάρμακο 60,1 εβδομάδες (στον ITT: 95,4 εβδομάδες και 60,5 εβδομάδες, αντίστοιχα).
Θεραπευτικές ομάδες, σε 2:1 τυχαιοποίηση Μονοθεραπεία: Ομάδα A: satralizumab 120 mg SC. Ομάδα B: εικονικό φάρμακο.
Αρχικά Χαρακτηριστικά των AQP4-IgG οροθετικών ασθενών
Satralizumab (n=41)
Διάγνωση, n (%):
NMO 26 (63,4)
NMOSD 15 (36,6)
Μέση ηλικία σε έτη (SD) (Min-Max) 46,0 (12,0) (22 - 70)
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών), n (%) 1 (2,4)
Κατανομή φύλου, n (%) άνδρες/ n (%) γυναίκες 10 (24,4) / 31 (75,6)
  • Πρόθεση για θεραπεία (ITT)

Πρωτεύουσα αποτελεσματικότητα Στους AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς ο σχετικός κίνδυνος παρουσίασης επιβεβαιωμένης υποτροπής στη μελέτη BN40898 μειώθηκε κατά 79% (Λόγος Κινδύνου, HR [95% CI]: 0,21 [0,06-0,75]), στη μελέτη BN40900 κατά 74% (HR [95% CI]: 0,26 [0,11-0,63]) (βλ. Εικόνες 1 και 2). Όταν τα δεδομένα μεταξύ των μελετών BN40898 και BN40900 συγκεντρώθηκαν, η θεραπεία με satralizumab με ή χωρίς IST οδήγησε σε ολική μείωση του κινδύνου κατά 75% (HR [95% CI]˙ 0,25 (0,12-0,50) σε AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς. Στις 48 εβδομάδες, 85,7% των AQP4-IgG οροθετικών ασθενών που έλαβαν θεραπεία με satralizumab παρέμειναν χωρίς επιβεβαιωμένη υποτροπή όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με IST ή ως μονοθεραπεία σε σχέση με το 58,7% στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Στις 96 εβδομάδες, το 81,4% των AQP4-IgG οροθετικών ασθενών που έλαβαν satralizumab παρέμειναν χωρίς επιβεβαιωμένη υποτροπή όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με IST ή ως μονοθεραπεία σε σύγκριση με το 47,2% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η αποτελεσματικότητα δεν ήταν σημαντική σε AQP4-IgG οροαρνητικούς ασθενείς.

[Εικόνα 1: Μελέτη BN40898 - χρόνος έως την πρώτη επιβεβαιωμένη υποτροπή κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου σε ΑQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς]

[Εικόνα 2: Μελέτη BN40900 - χρόνος έως την πρώτη επιβεβαιωμένη υποτροπή κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου σε ΑQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς]

Η θεραπεία με satralizumab σε AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς μείωσε τον ετήσιο ρυθμό των επιβεβαιωμένων υποτροπών (ARR) κατά 88% (λόγος ρυθμών [RR]=0,122, 95% CI: 0,027 - 0,546; p=0,0039) στη μελέτη BN40898 και κατά 90% (RR=0,096, 95% CI: 0,020 - 0,473; p= 0,0086) στη μελέτη BN40900 σε σύγκριση με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Συγκριτικά με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο, η ανάγκη θεραπείας διάσωσης (π.χ. κορτικοστεροειδή, ενδοφλέβια ανοσοσφαιρίνη και /ή αφαίρεσης [συμπεριλαμβανομένης της πλασμαφαίρεσης ή της ανταλλαγής πλάσματος]) μειώθηκε κατά 61% (λόγος σχετικών πιθανοτήτων [OR]=0,3930, 95% CI: 0,1343 -1,1502; p=0,0883) στους AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με satralizumab στη μελέτη BN40898 και κατά 74% (OR = 0,2617, 95% CI: 0,0862 - 0,7943; p=0,0180) στη μελέτη BN40900. Η θεραπεία με satralizumab σε AQP4-IgG οροθετικούς ασθενείς μείωσε τον κίνδυνο εμφάνισης βαριάς υποτροπής που ορίζεται ως αύξηση EDSS ≥ 2 μονάδες από την προηγούμενη αξιολόγηση EDSS κατά 85% (χρόνος έως τη σοβαρή επιβεβαιωμένη υποτροπή κατά τη διάρκεια της διπλά τυφλής περιόδου˙ HR = 0,15, 95% CI: 0,02 -1,25; p = 0,0441) στη μελέτη BN40898 και κατά 79% (HR=0,21, 95% CI: 0,05 - 0,91; p=0,0231) στη μελέτη BN40900 σε σύγκριση με τη θεραπεία με εικονικό φάρμακο.

Βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία Η μεταβολή από την αρχική κατάσταση έως την 24η εβδομάδα στο άλγος ή την κόπωση δεν επετεύχθη στις μελέτες BN40898 και BN40900.

Επέκταση ανοιχτής επισήμανσης Αναλύσεις μακροπρόθεσμων δεδομένων συμπεριλαμβανομένης της περιόδου OLE (με βάση την υποτροπή που αντιμετωπίστηκε με θεραπεία διάσωσης) κατέδειξαν ότι 58% και 73% των AQP4-IgG οροθετικών ασθενών που έλαβαν θεραπεία με satralizumab παρέμειναν χωρίς υποτροπή μετά από 120 εβδομάδες θεραπείας, όταν το satralizumab χορηγήθηκε ως προσθήκη στη θεραπεία ή ως μονοθεραπεία, αντίστοιχα.

Ανοσογονικότητα Στη μελέτη φάσης III BN40898 (σε συνδυασμό με IST) και στη μελέτη φάσης ΙΙΙ BN40900 (σε μονοθεραπεία) παρατηρήθηκαν αντισώματα έναντι του φαρμάκου (ADAs) σε 41% και 71% των ασθενών που έλαβαν satralizumab στη διπλά-τυφλή περίοδο, αντίστοιχα. Η ικανότητα των ADAs να εξουδετερώνουν την πρόσδεση του satralizumab είναι άγνωστη. Η έκθεση ήταν χαμηλότερη στους θετικούς για ADA ασθενείς, ωστόσο δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση των ADAs στην ασφάλεια και δεν υπήρχε σαφής επίδραση στην αποτελεσματικότητα ούτε στους ενδεικτικούς για την πρόσδεση του στόχου φαρμακοδυναμικούς δείκτες. Η θεραπεία με satralizumab οδήγησε σε παρόμοια μείωση του κινδύνου εμφάνισης επιβεβαιωμένης υποτροπής σε ασθενείς στις μελέτες φάσης ΙΙΙ, παρά τα διαφορετικά ποσοστά ADA μεταξύ αυτών των μελετών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Στη μελέτη BN40898, συμμετείχαν 7 έφηβοι ασθενείς, που εντάχθηκαν κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου. Η μέση ηλικία τους ήταν 15,4 έτη και το διάμεσο σωματικό βάρος ήταν 79,6 kg. Η πλειοψηφία ήταν γυναίκες (n=6). Τέσσερις ασθενείς ήταν Λευκοί, 2 ήταν Μαύροι/Αφροαμερικανοί και 1 ήταν Ασιάτης. Τρεις (42,9%) έφηβοι ασθενείς ήταν AQP4-IgG οροθετικοί κατά τον έλεγχο (2 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 1 στην ομάδα satralizumab). Κατά τη διάρκεια της διπλά-τυφλής περιόδου, 1 στους 3 εφήβους στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και 1 στους 4 εφήβους στην ομάδα satralizumab παρουσίασε μια επιβεβαιωμένη υποτροπή. Λόγω του μικρού μεγέθους του δείγματος, ο λόγος του κινδύνου για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο του χρόνου έως την πρώτη επιβεβαιωμένη υποτροπή σε αυτή την υποομάδα δεν υπολογίστηκε. Δύο επιπλέον έφηβοι ασθενείς εντάχθηκαν στην ανοιχτής επισήμανσης περίοδο της μελέτης. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Enspryng σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού σε θεραπεία της ΝΜΟSD (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ENSPRYNG
expand_more

Η φαρμακοκινητική του satralizumab έχει χαρακτηριστεί τόσο σε Ιάπωνες όσο και σε Καυκάσιους υγιείς εθελοντές, και σε ασθενείς με NMO και NMOSD. Η φαρμακοκινητική σε ασθενείς με NMO και NMOSD με χρήση της συνιστώμενης δόσης χαρακτηρίστηκε με τη χρήση μεθόδων PK ανάλυσης πληθυσμού με βάση μια βάση δεδομένων 154 ασθενών.

Η πορεία συγκέντρωσης-χρόνου του satralizumab σε ασθενείς με NMO ή NMOSD περιγράφηκε με ακρίβεια από ένα δι-διαμερισματικό PK μοντέλο πληθυσμού με παράλληλα γραμμική και μεσολαβούμενη από στόχο (Michaelis-Menten) απομάκρυνση και SC απορρόφηση πρώτης τάξης. Οι παράμετροι κάθαρσης και όγκου του satralizumab κλιμακώθηκαν αλλομετρικά ανά σωματικό βάρος (μέσω της λειτουργίας ισχύος με σταθερό συντελεστή ισχύος 0,75 και 1 για τις παραμέτρους κάθαρσης και όγκου, αντίστοιχα). Το σωματικό βάρος αποδείχθηκε ότι είναι μια σημαντική συμμεταβλητή, με την κάθαρση και τον Vc για ασθενείς βάρους 123 kg (97,5ο εκατοστημόριο της κατανομής βάρους) αυξημένα κατά 71,3% και 105%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με έναν ασθενή 60 kg.

Η φαρμακοκινητική σταθεροποιημένης κατάστασης επετεύχθη μετά την περίοδο εφόδου (8 εβδομάδες) για Cmin, Cmax και AUC ως ακολούθως (μέσος όρος (± SD): Cmin: 19,7 (12,2) mcg/mL, Cmax: 31,5 (14,9) mcg/mL και AUC: 737 (386) mcg.mL/ημέρα.

Απορρόφηση

Η σταθερά του ρυθμού απορρόφησης του satralizumab ήταν 0.0104/h που ισοδυναμεί με χρόνο ημιζωής απορρόφησης περίπου 3 ημερών (66 ώρες) στη συνιστώμενη δόση (βλ. Δοσολογία). Η βιοδιαθεσιμότητα ήταν υψηλή (85,4%).

Κατανομή

Το satralizumab υφίσταται διφασική κατανομή. Ο κεντρικός όγκος κατανομής ήταν 3,46 L, ο περιφερικός όγκος κατανομής ήταν 2,07 L. Η δια-διαμερισματική κάθαρση ήταν 14 mL/h.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός του satralizumab δεν έχει μελετηθεί άμεσα, καθώς τα μονοκλωνικά αντισώματα μεταβολίζονται κυρίως με καταβολισμό.

Αποβολή

Η συνολική κάθαρση του satralizumab εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Η γραμμική κάθαρση (που αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ της συνολικής κάθαρσης στη σταθεροποιημένη κατάσταση χρησιμοποιώντας τη συνιστώμενη δόση σε ασθενείς με NMO και NMOSD) εκτιμάται ότι είναι 2.50 mL/h. Ο σχετικός τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής t1/2 είναι περίπου 30 ημέρες (εύρος 22-37 ημερών) με βάση τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τις μελέτες φάσης 3.

Ειδικοί πληθυσμοί

Φαρμακοκινητικές αναλύσεις πληθυσμού σε ενήλικες ασθενείς με NMO ή NMOSD κατέδειξαν ότι η ηλικία, το φύλο και η φυλή δεν επηρεάζουν ουσιαστικά τη φαρμακοκινητική του satralizumab. Αν και το σωματικό βάρος επηρέασε τη φαρμακοκινητική του satralizumab, καμία προσαρμογή της δόσης δεν συνιστάται για οποιαδήποτε από αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες.

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από 8 εφήβους ασθενείς [ηλικίας 13-17 ετών], οι οποίοι έλαβαν το δοσολογικό σχήμα των ενηλίκων, καταδεικνύουν ότι οι PK παράμετροι πληθυσμού για το satralizumab δεν είναι σημαντικά διαφορετικές από εκείνες του ενήλικου πληθυσμού. Γι αυτό, καμία προσαρμογή στη δόση δεν είναι απαραίτητη.

Ηλικιωμένοι Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες για τη διερεύνηση της PK του satralizumab σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών, ωστόσο οι ασθενείς με NMO ή NMOSD ηλικίας μεταξύ 65 και 74 ετών συμπεριλήφθηκαν στις κλινικές μελέτες BN40898 και BN40900.

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχει διεξαχθεί επίσημη μελέτη της επίδρασης της νεφρικής δυσλειτουργίας στην PK του satralizumab. Ωστόσο, ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 50 mL/min και <80 mL/min) συμπεριλήφθηκαν στις μελέτες φάσης ΙΙΙ. Με βάση την ανάλυση PK πληθυσμού δεν υπάρχει επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην PK του satralizumab, το οποίο ευθυγραμμίζεται με τους γνωστούς μηχανισμούς κάθαρσης του satralizumab. Συνεπώς δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχει διεξαχθεί επίσημη μελέτη της επίδρασης της ηπατικής δυσλειτουργίας στην PK του satralizumab (βλ. Δοσολογία).