SALBUTAMOL
Σαλβουταμόλη
Oι εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες, αποτελούν σήμερα φάρμακα εκλογής για την αντιμετώπιση (ανακούφιση) των κρίσεων βρογχικού άσθματος. H δράση τους συνίσταται κυρίως σε χάλαση των λείων μυικών ινών των βρογχιολίων με αποτέλεσμα τη λύση του βρογχόσπασμου. Παρουσιάζουν …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-AEROLIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Εισπνοές από το στόμα
- Δόση έναρξης: 100 μικρογραμμάρια
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω (Ανακούφιση από οξύ βρογχόσπασμο - Inhaler)Δόση100 ή 200 μικρογραμμάρια
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών (Ανακούφιση από οξύ βρογχόσπασμο - Inhaler)Δόση100 μικρογραμμάριαΑν χρειασθεί η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια.
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω (Ανακούφιση από οξύ βρογχόσπασμο - Diskus)Δόση200 μικρογραμμάριαόποτε χρειάζεται
-
Παιδιά ηλικίας 4 έως 11 ετών (Ανακούφιση από οξύ βρογχόσπασμο - Diskus)Δόση200 μικρογραμμάριαόποτε χρειάζεται
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω (Πρόληψη βρογχόσπασμου από άσκηση/αλλεργιογόνα - Inhaler)Δόση200 μικρογραμμάριαπριν την άσκηση ή την έκθεση
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών (Πρόληψη βρογχόσπασμου από άσκηση/αλλεργιογόνα - Inhaler)Δόση100 μικρογραμμάριαπριν την άσκηση ή την έκθεση και αν χρειασθεί, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω (Πρόληψη βρογχόσπασμου από άσκηση/αλλεργιογόνα - Diskus)Δόση200 μικρογραμμάριαπριν την έκθεση ή την άσκηση
-
Παιδιά ηλικίας 4 έως 11 ετών (Πρόληψη βρογχόσπασμου από άσκηση/αλλεργιογόνα - Diskus)Δόση200 μικρογραμμάριαπριν την έκθεση ή την άσκηση
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω (Χρόνια θεραπεία - Inhaler)Μέγ. δόση200 μικρογραμμάρια4 φορές την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών (Χρόνια θεραπεία - Inhaler)Μέγ. δόση200 μικρογραμμάρια4 φορές την ημέρα
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω (Χρόνια θεραπεία - Diskus)Δόση200 μικρογραμμάρια4 φορές την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας 4 έως 11 ετών (Χρόνια θεραπεία - Diskus)Δόση200 μικρογραμμάρια4 φορές την ημέρα
block
SPC-AEROLIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
υπερευαισθησία στη σαλβουταμόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
μη επιπλεγμένος πρόωρος τοκετός
-
επαπειλούμενη αποβολή
-
καρδιακές αρρυθμίες
-
ταχυκαρδία
-
χρήση κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης
-
χρήση σε παιδιά κάτω από 18 μηνώνΠληθυσμόςπαιδιά κάτω από 18 μηνών
-
σοβαρή αλλεργία σε πρωτεΐνες γάλακτος (βλ. παράγραφο 6.1)Πληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν εισπνεόμενες μορφές σαλβουταμόλης ξηράς κόνεως
warning
SPC-AEROLIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Αντιμετώπιση άσθματοςΝα γίνεται βάσει ενός προγράμματος σταδιακής προσέγγισης και η ανταπόκριση του ασθενούς να ελέγχεται κλινικά καθώς και με δοκιμές πνευμονικής λειτουργίας.
-
Επιδείνωση άσθματοςΠληθυσμόςασθενείς με αύξηση στη χρήση βρογχοδιασταλτικών (εισπνεόμενων βήτα-2 διεγερτών βραχείας διάρκειας δράσης)Να επανεκτιμηθεί το θεραπευτικό σχέδιο του ασθενούς.
-
Αιφνίδια και προοδευτική επιδείνωση των συμπτωμάτων του άσθματοςΝα ληφθεί σοβαρά υπόψη η έναρξη ή αύξηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή.
-
Μειωμένη αποτελεσματικότητα AerolinΠληθυσμόςασθενείς στους οποίους προηγουμένως αποτελεσματική δόση του Aerolin αποτύχει να προσφέρει ανακούφιση τουλάχιστον για τρεις ώρεςΟ ασθενής να ζητήσει ιατρική συμβουλή.
-
Τρόπος χρήσης δοσιμετρικής συσκευήςΝα ελέγχεται ο τρόπος που ο ασθενής χρησιμοποιεί την δοσιμετρική συσκευή και συγκεκριμένα ο συγχρονισμός της απελευθέρωσης της δόσης σε σχέση με την εισπνοή, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη παροχή του φαρμάκου στους πνεύμονες.
-
Σοβαρή υποκαλιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς υπό θεραπεία με βήτα-2 διεγέρτες, ειδικά μετά από παρεντερική ή δια εισπνοών χορήγηση και σε οξύ σοβαρό άσθμα με ταυτόχρονη χορήγηση παραγώγων της ξανθίνης, στεροειδών, διουρητικών ή λόγω υποξίαςΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΆμεση αντιμετώπιση με εναλλακτική μορφή χορήγησης ή διαφορετικό εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης. Η συγκεκριμένη μορφή σαλβουταμόλης να διακοπεί αμέσως, ο ασθενής να επαναξιολογηθεί, και εάν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί ένα διαφορετικό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης για συνεχή χρήση.
-
Μυοκαρδιακή ισχαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με υποκείμενη σοβαρή καρδιακή νόσο (π.χ. ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια) που λαμβάνουν σαλβουταμόλη για αναπνευστική πάθησηΠρέπει να προειδοποιούνται για αναζήτηση ιατρικής βοήθειας σε περίπτωση εμφάνισης θωρακικού άλγους ή άλλων συμπτωμάτων επιδείνωσης της καρδιακής νόσου.
-
Προσοχή στη χορήγησηΠληθυσμόςασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ιστορικό σπασμώνΑπαιτείται προσοχή.
-
Χορήγηση σε θυρεοτοξίκωσηΠληθυσμόςασθενείς που πάσχουν από θυρεοτοξίκωσηΧορηγείται με προσοχή.
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-AEROLIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Μη-εκλεκτικοί βήτα-αναστολείς (π.χ. προπρανολόλη)προσοχήΑποφυγή σύγχρονης χορήγησηςΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται η σύγχρονη χορήγηση.
-
Αναστολείς των ΜΑΟπροσοχήΔυνατότητα ενίσχυσης της καρδιαγγειακής δράσης της σαλβουταμόλης
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΔυνατότητα ενίσχυσης της καρδιαγγειακής δράσης της σαλβουταμόλης
-
Άλλα συμπαθητικομιμητικάπροσοχήΣυνεργική δράση
sick
SPC-AEROLIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Βρογχόσπασμος (ως μέρος αντίδρασης υπερευαισθησίας)
- Υπόταση
- Κολλάψους
- Περιφερική αγγειοδιαστολή
- Υποκαλιαιμία
- Μυϊκός τρόμος
- Κεφαλαλγία
- Αυξημένη ενεργητικότητα
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Καρδιακές αρρυθμίες
- Κολπική μαρμαρυγή
- Υπερκοιλιακή ταχυκαρδία
- Έκτακτες συστολές
- Μυοκαρδιακή ισχαιμία
- Παράδοξος βρογχόσπασμος
- Ερεθισμός φάρυγγα
- Ερεθισμός στόματος
- Μυϊκές κράμπες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυϊκός τρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός φάρυγγαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική αγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΈκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη ενεργητικότηταΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμος (ως μέρος αντίδρασης υπερευαισθησίας)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακές αρρυθμίεςΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚολλάψουςΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΜυοκαρδιακή ισχαιμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΠαράδοξος βρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-AEROLIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν πληροφορίεςΔεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της σαλβουταμόλης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν υπήρξαν ανεπιθύμητες δράσεις στην γονιμότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΔεν ενδείκνυταιH χορήγηση σαλβουταμόλης κατά τη διάρκεια της κύησης κυρίως κατά το πρώτο τρίμηνο δεν ενδείκνυται, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος για την μητέρα είναι μεγαλύτερο από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά συγγενών ανωμαλιών στους απογόνους των ασθενών που χρησιμοποίησαν σαλβουταμόλη, όπως λυκόστομα και ατέλειες των άκρων. Δεδομένου ότι δεν παρατηρείται σταθερό πρότυπο ατελειών και το ποσοστό συγγενών ανωμαλιών κυμαίνεται μεταξύ 2-3%, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποια σχέση με τη χρήση σαλβουταμόλης.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΕπειδή η σαλβουταμόλη ανιχνεύεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα, δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται από μητέρες που θηλάζουν, εκτός αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα σταθμίζεται από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν η σαλβουταμόλη στο μητρικό γάλα προκαλεί βλαβερές επιδράσεις στο νεογνό.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-AEROLIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Η σαλβουταμόλη είναι ένας εκλεκτικός διεγέρτης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων. Σε θεραπευτικές δόσεις έχει δράση στους βήτα-2 αδρενεργικούς υποδοχείς των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων, με μικρή πιθανή επίδραση στους βήτα-1…
biotech
SPC-AEROLIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Ασθενείς υπό θεραπεία με βήτα-2 διεγέρτες, ειδικά σε οξύ σοβαρό άσθμα με συγχορήγηση παραγώγων ξανθίνης, στεροειδών, διουρητικών ή λόγω υποξίας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Μέγιστη εκπνευστική ροή (PEF) | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | καθημερινός | Ενδεχόμενος κίνδυνος |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-AEROLIN
expand_more
Δοσολογία
Το Aerolin Inhaler και το Aerolin Diskus χορηγούνται μόνο με εισπνοές, οι οποίες γίνονται από το στόμα. Η σαλβουταμόλη έχει διάρκεια δράσης 4-6 ώρες στους περισσότερους ασθενείς. Αύξηση στη χρήση των βήτα-2 διεγερτών μπορεί να αποτελεί ένδειξη επιδείνωσης του άσθματος. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το θεραπευτικό σχήμα του ασθενούς και να ληφθεί απόφαση για επιπρόσθετη θεραπεία με γλυκοκορτικοστεροειδή. Ασθενείς που βρίσκουν δυσκολία στο συντονισμό της χρήσης της δοσιμετρικής συσκευής συνιστάται να λαμβάνουν το Aerolin Inhaler δια μέσου ενός αεροθαλάμου. Βρέφη και νεαρά παιδιά που χρησιμοποιούν το Inhaler μπορεί να ωφεληθούν από την χρήση ενός παιδιατρικού αεροθαλάμου με μάσκα (για παράδειγμα το Babyhaler) (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Επειδή μπορεί να διαπιστωθούν ανεπιθύμητες ενέργειες που να σχετίζονται με υπερβολική δοσολογία, η δόση και η συχνότητα της χορήγησης θα πρέπει να αυξάνονται μόνο με ιατρική συμβουλή.
Ανακούφιση από οξύ βρογχόσπασμο
Inhaler
- Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: 100 ή 200 μικρογραμμάρια.
- Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών: 100 μικρογραμμάρια και αν χρειασθεί η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια.
Diskus
- Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: 200 μικρογραμμάρια όποτε χρειάζεται.
- Παιδιά ηλικίας 4 έως 11 ετών: 200 μικρογραμμάρια όποτε χρειάζεται.
Πρόληψη βρογχόσπασμου που προκαλείται από άσκηση ή έκθεση σε αλλεργιογόνα
Inhaler
- Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: 200 μικρογραμμάρια πριν την άσκηση ή την έκθεση.
- Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών: 100 μικρογραμμάρια πριν την άσκηση ή την έκθεση και αν χρειασθεί, η δόση μπορεί να αυξηθεί σε 200 μικρογραμμάρια.
Diskus
- Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: 200 μικρογραμμάρια πριν την έκθεση ή την άσκηση.
- Παιδιά ηλικίας 4 έως 11 ετών: 200 μικρογραμμάρια πριν την έκθεση ή την άσκηση.
Χρόνια θεραπεία
Inhaler
- Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: Έως 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα.
- Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών: Έως 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα.
Diskus
- Ενήλικες και παιδιά ηλικίας 12 ετών και άνω: 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα.
- Παιδιά ηλικίας 4 έως 11 ετών: 200 μικρογραμμάρια 4 φορές την ημέρα.
Το Aerolin δεν πρέπει να χρησιμοποιείται περισσότερο από 4 φορές την ημέρα. Συμπληρωματική χρήση ή αιφνίδια ανάγκη αύξησης της δοσολογίας σημαίνει επιδείνωση του άσθματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
block
Αντενδείξεις
SPC-AEROLIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη σαλβουταμόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
- Οι μη ενδοφλέβιες μορφές σαλβουταμόλης δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση του μη επιπλεγμένου πρόωρου τοκετού ή της επαπειλούμενης αποβολής.
- Καρδιακές αρρυθμίες, ταχυκαρδία.
- Χρήση κατά το πρώτο τρίμηνο της κύησης.
- Χρήση σε παιδιά κάτω από 18 μηνών.
- Οι εισπνεόμενες μορφές σαλβουταμόλης ξηράς κόνεως αντενδείκνυνται σε ασθενείς με σοβαρή αλλεργία σε πρωτεΐνες γάλακτος (βλ. παράγραφο 6.1).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-AEROLIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η αντιμετώπιση του άσθματος θα πρέπει να γίνεται βάσει ενός προγράμματος σταδιακής προσέγγισης και η ανταπόκριση του ασθενούς πρέπει να ελέγχεται κλινικά καθώς και με δοκιμές πνευμονικής λειτουργίας.
Αύξηση στη χρήση των βρογχοδιασταλτικών, και συγκεκριμένα των εισπνεόμενων βήτα-2 διεγερτών βραχείας διάρκειας δράσης για τον έλεγχο των συμπτωμάτων, αποτελεί ένδειξη επιδείνωσης του άσθματος. Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να επανεκτιμηθεί το θεραπευτικό σχέδιο του ασθενούς.
Αιφνίδια και προοδευτική επιδείνωση των συμπτωμάτων του άσθματος είναι απειλητική για τη ζωή του ασθενούς και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη η έναρξη ή αύξηση θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Σε ασθενείς που ενδεχόμενα κινδυνεύουν είναι δυνατόν να απαιτηθεί καθημερινός έλεγχος της μέγιστης εκπνευστικής ροής.
Στην περίπτωση που προηγουμένως αποτελεσματική δόση του Aerolin αποτύχει να προσφέρει ανακούφιση τουλάχιστον για τρεις ώρες, ο ασθενής θα πρέπει να ζητήσει ιατρική συμβουλή προκειμένου να ληφθούν αναγκαία μέτρα.
Θα πρέπει να ελέγχεται ο τρόπος που ο ασθενής χρησιμοποιεί την δοσιμετρική συσκευή και συγκεκριμένα ο συγχρονισμός της απελευθέρωσης της δόσης σε σχέση με την εισπνοή, ώστε να επιτυγχάνεται η μέγιστη παροχή του φαρμάκου στους πνεύμονες.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βήτα-2 διεγέρτες μπορεί να εμφανισθεί σοβαρή υποκαλιαιμία κυρίως μετά από παρεντερική ή δια εισπνοών χορήγηση. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στο οξύ σοβαρό άσθμα οπότε η υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχυθεί λόγω της ταυτόχρονης χορήγησης παραγώγων της ξανθίνης, στεροειδών, διουρητικών αλλά και λόγω υποξίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στον ορό του αίματος.
Όπως και με άλλες θεραπείες με εισπνοές μπορεί να εμφανισθεί παράδοξος βρογχόσπασμος, με αποτέλεσμα την άμεση αύξηση της δύσπνοιας μετά τη χορήγηση του φαρμάκου. Αυτό θα πρέπει να αντιμετωπισθεί άμεσα με εναλλακτική μορφή χορήγησης ή με ένα διαφορετικό εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης, αν είναι άμεσα διαθέσιμο. Η συγκεκριμένη μορφή σαλβουταμόλης θα πρέπει να διακοπεί αμέσως, ο ασθενής να επαναξιολογηθεί, και εάν είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί ένα διαφορετικό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης για συνεχή χρήση.
Από τη συνταγογραφική διακίνηση του προϊόντος καθώς και από τη δημοσιευμένη βιβλιογραφία υπάρχουν ενδείξεις σπάνιας εμφάνισης μυοκαρδιακής ισχαιμίας σχετιζόμενης με τη σαλβουταμόλη. Οι ασθενείς με υποκείμενη σοβαρή καρδιακή νόσο (π.χ ισχαιμική καρδιοπάθεια, ταχυαρρυθμία ή σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια) που λαμβάνουν σαλβουταμόλη για αναπνευστική πάθηση, πρέπει να προειδοποιούνται για αναζήτηση ιατρικής βοήθειας σε περίπτωση εμφάνισης θωρακικού άλγους ή άλλων συμπτωμάτων επιδείνωσης της καρδιακής νόσου.
Απαιτείται προσοχή στη χορήγηση σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ιστορικό σπασμών.
Η σαλβουταμόλη χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από θυρεοτοξίκωση.
Το Αerolin Diskus περιέχει λακτόζη. Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας της γαλακτόζης, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λάβουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-AEROLIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-AEROLIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται παρακάτω ανά οργανικό σύστημα του σώματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000) έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) περιλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών. Οι πολύ συχνές, συχνές και όχι συχνές ανεπιθύμητες καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία κλινικών μελετών. Οι σπάνιες και πολύ σπάνιες καταστάσεις γενικά υπολογίσθηκαν από στοιχεία αυθόρμητων αναφορών.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας περιλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, της κνίδωσης, του βρογχόσπασμου, της υπότασης και του collapsus.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Σπάνιες: Υποκαλιαιμία. Κατά την διάρκεια της θεραπείας με β2 διεγέρτες μπορεί να εμφανισθεί σοβαρή υποκαλιαιμία.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνές: Μυικός τρόμος, κεφαλαλγία.
- Πολύ σπάνιες: Αυξημένη ενεργητικότητα.
Καρδιακές διαταραχές
- Συχνές: Ταχυκαρδία.
- Όχι συχνές: Αίσθημα παλμών.
- Πολύ σπάνιες: Καρδιακές αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένης της κολπικής μαρμαρυγής, της υπερκοιλιακής ταχυκαρδίας και των έκτακτων συστολών), μυοκαρδιακή ισχαιμία.
Αγγειακές διαταραχές
- Σπάνιες: Περιφερική αγγειοδιαστολή.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Πολύ σπάνιες: Παράδοξος βρογχόσπασμος.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Όχι συχνές: Ερεθισμός του στόματος και του φάρυγγα.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Όχι συχνές: Μυϊκές κράμπες.
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: 213 2040380/337, Φαξ: 210 6549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-AEROLIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με την επίδραση της σαλβουταμόλης στην ανθρώπινη γονιμότητα. Δεν υπήρξαν ανεπιθύμητες δράσεις στην γονιμότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Κύηση
H χορήγηση σαλβουταμόλης κατά τη διάρκεια της κύησης κυρίως κατά το πρώτο τρίμηνο δεν ενδείκνυται, εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος για την μητέρα είναι μεγαλύτερο από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά συγγενών ανωμαλιών στους απογόνους των ασθενών που χρησιμοποίησαν σαλβουταμόλη, όπως λυκόστομα και ατέλειες των άκρων. Δεδομένου ότι δεν παρατηρείται σταθερό πρότυπο ατελειών και το ποσοστό συγγενών ανωμαλιών κυμαίνεται μεταξύ 2-3%, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει κάποια σχέση με τη χρήση σαλβουταμόλης.
Θηλασμός
Επειδή η σαλβουταμόλη ανιχνεύεται σε μικρές ποσότητες στο μητρικό γάλα, δεν συνιστάται να χρησιμοποιείται από μητέρες που θηλάζουν, εκτός αν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα σταθμίζεται από τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Δεν είναι γνωστό αν η σαλβουταμόλη στο μητρικό γάλα προκαλεί βλαβερές επιδράσεις στο νεογνό.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-AEROLIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Η σαλβουταμόλη είναι ένας εκλεκτικός διεγέρτης των βήτα-2 αδρενεργικών υποδοχέων. Σε θεραπευτικές δόσεις έχει δράση στους βήτα-2 αδρενεργικούς υποδοχείς των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων, με μικρή πιθανή επίδραση στους βήτα-1 αδρενεργικούς υποδοχείς του μυοκαρδίου. Σε θεραπευτικές δόσεις δρα στους β2 αδρενεργικούς υποδοχείς των βρογχικών μυών και προσφέρει βραχείας διάρκειας (4-6 ώρες) βρογχοδιαστολή με ταχεία έναρξη δράσης (εντός 5 λεπτών) όταν υπάρχει αναστρέψιμη απόφραξη των αεροφόρων οδών.
Κλινικές μελέτες με το Inhaler
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών
Παιδιά ηλικίας < 4 ετών Παιδιατρικές κλινικές μελέτες που διεξήχθησαν με τη συνιστώμενη δόση (SB020001, SB030001, SB030002), σε ασθενείς < 4 ετών με βρογχόσπασμο που σχετίζονταν με αναστρέψιμη αποφρακτική νόσο των αεροφόρων οδών, δείχνουν ότι το Inhaler έχει προφίλ ασφαλείας συγκρίσιμο με αυτό παιδιών ≥ 4 ετών, εφήβων και ανδρών.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-AEROLIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 3.1.1.1
Βραχείας δράσης εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες
expand_more
Βραχείας δράσης εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες
Oι εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες, αποτελούν σήμερα φάρμακα εκλογής για την αντιμετώπιση (ανακούφιση) των κρίσεων βρογχικού άσθματος. H δράση τους συνίσταται κυρίως σε χάλαση των λείων μυικών ινών των βρογχιολίων με αποτέλεσμα τη λύση του βρογχόσπασμου. Παρουσιάζουν ιδιαίτερα πλεονεκτήματα όπως: ταχεία έναρξη και μεγάλη διάρκεια δράσης, πρόκληση έντονης βρογχοδιαστολής με περιορισμένες σχετικά ανεπιθύμητες ενέργειες.
Kατά τη χορήγησή τους με εισπνοές διατηρείται η β2 εκλεκτικότητα, σε αντίθεση με την από του στόματος χορήγηση, όπου εμφανίζεται διέγερση και των β1 υποδοχέων. Aξίζει να σημειωθεί ότι ο γιατρός πρέπει να βεβαιώνεται ότι ο ασθενής έχει μάθει και εφαρμόζει σωστά την τεχνική των εισπνοών, ώστε να λαμβάνει την πρέπουσα δόση.
H εισπνοή της σκόνης από κάψουλες που θραύονται σε ειδική συσκευή γίνεται μόνο με την εισπνοή του ασθενή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από μικρά παιδιά ή άτομα που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συσκευή αερολυμάτων.
Oι ασθενείς θα πρέπει επίσης να προειδοποιούνται ώστε να μην υπερβαίνουν τον αριθμό των καθορισμένων εισπνοών. Σε περίπτωση που, παρά τις εισπνοές, εμφανίζεται δύσπνοια θα πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους, γιατί προφανώς οι β2 διεγέρτες δεν επαρκούν και χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση.
Tα σκευάσματα συμπιεσμένων αερολυμάτων για εισπνοές περιέχουν ως προωθητικά αέρια φθοριοχλωροπαράγωγα, τα οποία είναι δυνατό να προκαλέσουν ταχυφυλαξία, και, σε περιπτώσεις κατάχρησης, ταχυκαρδία και άλλες τοξικές επιδράσεις στην καρδιά.
Tα εισπνεόμενα υδατικά διαλύματα χορηγούνται μέσω συσκευής που δημιουργεί υδρατμούς και η οποία προσαρμόζεται στον σωλήνα χορήγησης οξυγόνου. Απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στη δοσολογία γιαυτό πρέπει να χορηγούνται μόνο από ειδικό γιατρό.
Tα από του στόματος σκευάσματα χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις που είναι τελείως αδύνατη η χορήγηση των εισπνεόμενων μορφών. H υποδόρια, ενδομυική ή και η ενδοφλέβια χορήγηση συνιστώνται σε σοβαρές οξείες κρίσεις άσθματος, με αυξημένο όμως κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Γενικά οι β2 διεγέρτες χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά υπό μορφή εισπνοών. Oυσιαστικές διαφορές μεταξύ των εκλεκτικών διεγερτών δεν υπάρχουν εκτός από τη διάρκεια δράσης τους (βλ. Πίνακα 3.1).
t3.1.jpg:
Σε ορισμένα ιδιοσκευάσματα χρησιμοποιούνται συνδυασμοί ενός εκλεκτικού αδρενεργικού διεγέρτη και ενός αντιχολινεργικού, όπως π.χ. το βρωμιούχο ιπρατρόπιο (βλ. 3.1.2).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Ο Σαλβουταμόλη (INN) ή αλβουτερόλη (USAN), ένας εκλεκτικός β2-αποδέκτης αγωνιστής, παρόμοιος δομικά με την τερβουταλίνη, χρησιμοποιείται ευρέως ως βρογχοδιασταλτικό για τη διαχείριση του άσθματος και άλλων χρόνιων αποφρακτικών πνευμονοπαθειών.
- Το R-ισομερές, η λευαλβουτερόλη, είναι υπεύθυνο για τη βρογχοδιαστολή, ενώ το S-ισομερές αυξάνει τη βρογχική αντιδραστικότητα.
- Το R-ενάντιομερές διατίθεται και πωλείται στην καθαρή του μορφή ως λευαλβουτερόλη και ενδεχομένως να προκαλεί λιγότερες παρενέργειες, αν και αυτό δεν έχει αποδειχθεί επίσημα.
Μετά από από του στόματος και παρεντερική χορήγηση, συμβαίνει διέγερση των β-αποδεκτών στο σώμα (βήτα-1 και βήτα-2), λόγω: * (α) η εκλεκτικότητα για βήτα-2 δεν είναι απόλυτη, * (β) υψηλότερες συγκεντρώσεις σαλβουταμόλης εμφανίζονται στις περιοχές αυτών των υποδοχέων με αυτούς τους τρόπους χορήγησης.
Αυτό οδηγεί στο βήτα-1 αποτέλεσμα της καρδιακής διέγερσης (αν και όχι τόσο έντονα όσο με την ισοπροτερενόλη) και στα βήτα-2 αποτελέσματα περιφερικής αγγειοδιαστολής και υπότασης, τρόμου των σκελετικών μυών και χαλάρωσης των μυών της μήτρας.
Ενδέχεται επίσης να εμφανιστούν μεταβολικές επιδράσεις, όπως υπερινσουλιναιμία και υπεργλυκαιμία, αν και δεν είναι γνωστό εάν αυτές οι επιδράσεις διαμεσολαβούνται από βήτα-1 ή βήτα-2 υποδοχείς. Οι επίπεδα καλίου στο πλάσμα τείνουν να μειώνονται.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Σε in vitro μελέτες και in vivo φαρμακολογικές μελέτες έχει αποδειχθεί ότι η σαλβουταμόλη έχει προτιμησιακή δράση στους βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς σε σύγκριση με την ισοπροτερενόλη.
Ενώ οι βήτα2-αδρενεργικοί υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι αδρενεργικοί υποδοχείς στον βρογχικό λείο μυ και οι βήτα1-αδρενεργικοί υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι υποδοχείς στην καρδιά, υπάρχουν επίσης βήτα2-αδρενεργικοί υποδοχείς στην ανθρώπινη καρδιά, που αποτελούν το 10% έως 50% του συνόλου των βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων. Η ακριβής λειτουργία αυτών των υποδοχέων δεν έχει καθοριστεί, αλλά η παρουσία τους εγείρει την πιθανότητα ότι ακόμη και οι εκλεκτικοί βήτα2-αγωνιστές μπορεί να έχουν καρδιακές επιδράσεις.
Η ενεργοποίηση των βήτα2-αδρενεργικών υποδοχέων στον βρογχικό λείο μυ οδηγεί στην ενεργοποίηση της αδεκυλικής κυκλάσης και στην αύξηση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης της κυκλικής-3′,5′-αδενοσινο μονοφωσφορικής (κυκλική AMP). Αυτή η αύξηση της κυκλικής AMP οδηγεί στην ενεργοποίηση της πρωτεϊνικής κινάσης Α, η οποία αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της μυοσίνης και μειώνει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις ιόντων ασβεστίου, οδηγώντας σε χαλάρωση.
Η σαλβουταμόλη χαλαρώνει τους λείους μύες όλων των αεραγωγών, από την τραχεία έως τους τελικούς βρογχιόλους. Η σαλβουταμόλη δρα ως λειτουργικός ανταγωνιστής για να χαλαρώσει τον αεραγωγό ανεξάρτητα από το εμπλεκόμενο σπασμογόνο, προστατεύοντας έτσι από όλες τις βρογχοσυσπαστικές προκλήσεις.
Οι αυξημένες συγκεντρώσεις κυκλικής AMP συνδέονται επίσης με την αναστολή της απελευθέρωσης μεσολαβητών από τα μαστοκύτταρα στον αεραγωγό.
Στις περισσότερες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, η σαλβουταμόλη έχει αποδειχθεί ότι έχει μεγαλύτερη επίδραση στο αναπνευστικό σύστημα, με τη μορφή χαλάρωσης του βρογχικού λείου μυός, σε σύγκριση με την ισοπροτερενόλη σε συγκρίσιμες δόσεις, ενώ παράλληλα προκαλεί λιγότερες καρδιαγγειακές επιδράσεις.
Ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και άλλη κλινική εμπειρία έχουν δείξει ότι η εισπνεόμενη αλβουτερόλη, όπως και άλλα β-αδρενεργικά αγωνιστικά φάρμακα, μπορεί να προκαλέσει σημαντική καρδιαγγειακή επίδραση σε ορισμένους ασθενείς, όπως μετράται από τον ρυθμό παλμών, την αρτηριακή πίεση, τα συμπτώματα ή/και τις ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλαγές.
Μια μετρήσιμη μείωση της αντίστασης των αεραγωγών παρατηρείται συνήθως εντός 5 έως 15 λεπτών μετά την εισπνοή σαλβουταμόλης. Η μέγιστη βελτίωση της πνευμονικής λειτουργίας συνήθως εμφανίζεται 60 έως 90 λεπτά μετά τη θεραπεία με σαλβουταμόλη, και παρατηρείται σημαντική βρογχοδιασταλτική δραστηριότητα που διαρκεί 3 έως 6 ώρες.
Οι αδρενεργικοί βρογχοδιασταλτικοί δρουν διεγείροντας τους βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς στους πνεύμονες για να χαλαρώσουν τον βρογχικό λείο μυ, ανακουφίζοντας έτσι τον βρογχόσπασμο.
Κύρια Δράση: Πρωταρχικά διεγείρει βήτα2-αδρενεργικούς υποδοχείς, με κάποια μικρή βήτα1-αδρενεργική δραστηριότητα.
Μηχανισμός: Η ενεργοποίηση των βήτα2-αδρενεργικών υποδοχέων στον βρογχικό λείο μυ οδηγεί στην ενεργοποίηση της αδεκυλικής κυκλάσης και στην αύξηση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης της κυκλικής-3’,5’-αδενοσινο μονοφωσφορικής (κυκλική AMP). Αυτή η αύξηση της κυκλικής AMP οδηγεί στην ενεργοποίηση της πρωτεϊνικής κινάσης Α, η οποία αναστέλλει τη φωσφορυλίωση της μυοσίνης και μειώνει τις ενδοκυτταρικές συγκεντρώσεις ιόντων ασβεστίου, οδηγώντας σε χαλάρωση. Η αλβουτερόλη χαλαρώνει τους λείους μύες όλων των αεραγωγών. Δρα ως λειτουργικός ανταγωνιστής για να χαλαρώσει τον αεραγωγό ανεξάρτητα από το σπασμογόνο, προστατεύοντας έτσι από όλες τις βρογχοσυσπαστικές προκλήσεις. Οι αυξημένες συγκεντρώσεις κυκλικής AMP συνδέονται επίσης με την αναστολή της απελευθέρωσης μεσολαβητών από τα περισσότερα κύτταρα στον αεραγωγό.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από εισπνοή, η σαλβουταμόλη δρα τοπικά στον βρογχικό λείο μυ και το φάρμακο είναι αρχικά μη ανιχνεύσιμο στο αίμα. Μετά από 2 έως 3 ώρες παρατηρούνται χαμηλές συγκεντρώσεις, πιθανώς λόγω του μέρους της δόσης που καταπίνεται και απορροφάται από το έντερο.
Συγκεκριμένα, τα συστηματικά επίπεδα σαλβουταμόλης είναι χαμηλά μετά την εισπνοή των συνιστώμενων δόσεων. Μια μελέτη που διεξήχθη σε 12 υγιείς άνδρες και γυναίκες, χρησιμοποιώντας υψηλότερη δόση (1.080 mcg αλβουτερόλης βάσης), έδειξε ότι οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (περίπου 3 ng/mL) εμφανίστηκαν μετά τη χορήγηση, όταν η σαλβουταμόλη χορηγήθηκε με προωθητικό HFA-134a. Ο μέσος χρόνος για τις μέγιστες συγκεντρώσεις (Tmax) καθυστέρησε μετά τη χορήγηση του VENTOLIN (σαλβουταμόλη) HFA (Tmax = 0,42 ώρες) σε σύγκριση με την αλβουτερόλη που προωθείτο με CFC (Tmax = 0,17 ώρες).
Μετά από από του στόματος χορήγηση, 58-78% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών, περίπου 60% ως μεταβολίτες. Ένα μικρό κλάσμα απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής που καταγράφηκε για ενδοφλεβίως χορηγούμενη σαλβουταμόλη ήταν 156 ± 38 L.
Η νεφρική κάθαρση της σαλβουταμόλης τεκμηριώθηκε ως 272 ± 38 ml/min μετά από από του στόματος χορήγηση και 291 ± 70 ml/min μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Επιπλέον, η νεφρική κάθαρση του κυρίαρχου θειικού συζυγούς μεταβολίτη καταγράφηκε ως 98,5 ± 23,5 ml/min μετά από από του στόματος χορήγηση.
Απέκκριση: Νεφρική, 69 έως 90% (60% ως μεταβολίτης). Κόπρανα, 4%.
Δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης: Η βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 80% αυτής των δισκίων μετά από μία μόνο δόση, ανεξάρτητα από τη λήψη με ή χωρίς τροφή, αλλά είναι 100% αυτής των δισκίων άμεσης αποδέσμευσης σε σταθερή κατάσταση. Η τροφή μειώνει τον ρυθμό απορρόφησης χωρίς να επηρεάζει τη βιοδιαθεσιμότητα.
Ταχείας και καλής απορρόφησης μετά από από του στόματος χορήγηση.
Χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης: Σιρόπι: εντός 2 ωρών. Δισκία: 2 έως 3 ώρες.
Δεν είναι γνωστό εάν η αλβουτερόλη κατανέμεται στο μητρικό γάλα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η σαλβουταμόλη δεν μεταβολίζεται στους πνεύμονες, αλλά μετατρέπεται στο ήπαρ στο εστέρα 4’-o-σουλφάτης (4’-O-σουλφάτη σαλβουταμόλης), ο οποίος έχει αμελητέα φαρμακολογική δράση. Μπορεί επίσης να μεταβολιστεί μέσω οξειδωτικής αμίνης ή/και σύζευξης με γλυκουρονίδιο. Η σαλβουταμόλη τελικά απεκκρίνεται στα ούρα ως ελεύθερο φάρμακο και ως μεταβολίτης.
Μεταβολίζεται μέσω θειικής σύζευξης στον ανενεργό εστέρα 4’-O-σουλφάτης από την φαινολική σουλφοτρανσφεράση (PST). Το (R)-ενάντιομερές της αλβουτερόλης μεταβολίζεται προτιμησιακά (δέκα φορές) από την PST σε σύγκριση με το (S)-ενάντιομερές της αλβουτερόλης.
Υδρολύεται από εστεράσες σε ιστούς και αίμα στην δραστική ουσία κολτερόλη. Το φάρμακο επίσης μεταβολίζεται συζευκτικά σε 4’-O-σουλφάτη σαλβουταμόλης.
Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 72% της εισπνεόμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών, 28% ως αμετάβλητο φάρμακο και 44% ως μεταβολίτης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της εισπνεόμενης ή από του στόματος σαλβουταμόλης έχει καταγραφεί μεταξύ 2,7 και 5 ωρών, ενώ ο φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της αλβουτερόλης έχει τεκμηριωθεί περίπου στις 4,6 ώρες.
Απέκκριση: 3,8 έως 6 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Αντιδραστήρια που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Φάρμακα που αποτρέπουν τον πρόωρο τοκετό και τη μη ώριμη γέννηση, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, βήτα-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και βήτα-αδρενεργικούς αγωνιστές υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΒΗΤΑ-2 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Αλβουτερόλη
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Βήτα2-Αδρενεργικοί Αγωνιστές
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Βήτα2-Αδρενεργικός Αγωνιστής
Η αλβουτερόλη είναι ένας βήτα2-Αδρενεργικός Αγωνιστής. Ο μηχανισμός δράσης της αλβουτερόλης είναι ως βήτα2-Αδρενεργικός Αγωνιστής.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1-Bronch R03AC021ο ΒΗΜΑ — Βρογχοδιασταλτικά (κατ' επίκληση)Συμπτωματική ανακούφιση από βρογχόσπασμο — βραχείας δράσης β2-διεγέρτεςΔοσολογία: 100–200 μg (MDI/DPI) × 4–6 · Κατ' επίκληση
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Βραχείας Δράσης β2-Διεγέρτες (SABA — reliever)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Βραχείας Δράσης β2-Διεγέρτες (SABA)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Αντιδραστήρια που προκαλούν αύξηση της διάτασης ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Φάρμακα που αποτρέπουν τον πρόωρο τοκετό και τη μη ώριμη γέννηση, καταστέλλοντας τις συσπάσεις της μήτρας (ΤΟΚΟΛΥΣΗ). Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την καθυστέρηση της πρόωρης δραστηριότητας της μήτρας περιλαμβάνουν θειικό μαγνήσιο, βήτα-μιμητικά, ανταγωνιστές ωκυτοκίνης, αναστολείς διαύλων ασβεστίου και βήτα-αδρενεργικούς αγωνιστές υποδοχέων. Η χρήση ενδοφλέβιας αλκοόλης ως τοκολυτικό έχει πλέον καταργηθεί.
- Ενώσεις που δεσμεύονται και ενεργοποιούν τους ΒΗΤΑ-2 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ.