ROPIVACAINE
Ροπιβακαΐνη
Tα τοπικά αναισθητικά είναι ουσίες που προκαλούν αναστρέψιμο αποκλεισμό της μετάδοσης των ώσεων κατά μήκος των κεντρικών και περιφερικών νευρικών οδών. Η δράση τους πιστεύεται ότι οφείλεται σε αναστολή της διόδου των ιόντων νατρίου στις κυτταρικές μεμβράνες με αποτέλεσμα …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZITAMIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Περινευρική, Επισκληρίδιος
- Χορήγηση: Ενέσεις: 3-5 λεπτά (αρχική δόση), ελάχιστος ενδιάμεσος χρόνος 30 λεπτά (επαναλαμβανόμενες ενέσεις). Εγχύσεις: ανά ώρα, έως 48 ώρες, έως 72 ώρες.
- Δόση έναρξης: 113 - 188 mg (για επισκληρίδιο οσφυϊκή αναισθησία - χειρουργική επέμβαση)
- Τιτλοποίηση: Θα πρέπει να γίνεται σταδιακή αύξηση της δόσης. Η κύρια δόση θα πρέπει να εγχέεται αργά ή σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, με ρυθμό 25 - 50 mg / min.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Χειρουργική αναισθησία - Επισκληρίδιος οσφυϊκή αναισθησία)Δόση113 - 188 mg (7,5 mg/mL, 15 - 25 mL)Μέγ. δόση250 mg (εφάπαξ δόση)Για χειρουργική επέμβαση.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Χειρουργική αναισθησία - Καισαρική τομή)Δόση113 - 150 mg (7,5 mg/mL, 15 - 20 mL)Αρχική δόση περίπου 100 mg σε 3-5 λεπτά. Επιπλέον 50 mg μπορούν να χορηγηθούν όπως απαιτείται.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Χειρουργική αναισθησία - Επισκληρίδιος θωρακική αναισθησία)Δόση38 - 113 mg (7,5 mg/mL, 5 - 15 mL)Για την επίτευξη αποκλεισμού στην αντιμετώπιση του μετεγχειριτικού άλγους.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Χειρουργική αναισθησία - Μείζων Νευρικός Αποκλεισμός)Δόση225 - 300 mg (7,5 mg/mL, 30 - 40 mL)Μέγ. δόση300 mg (εφάπαξ δόση για αποκλεισμό βραχιονίου πλέγματος)Αποκλεισμός βραχιονίου πλέγματος. Η δοσολογία πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με το σημείο χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Χειρουργική αναισθησία - Τοπικός Αποκλεισμός)Δόση7,5 - 225 mg (7,5 mg/mL, 1 - 30 mL)Π.χ. τοπική διήθηση.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επισκληρίδιος οσφυϊκή αναισθησία)Δόση20 - 40 mg (2,0 mg/mL, 10 - 20 mL)Bolus.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επαναλαμβανόμενες ενέσεις)Δόση20 - 30 mg (2,0 mg/mL, 10 - 15 mL)Ελάχιστος ενδιάμεσος χρόνος 30 λεπτά. Π.χ. αντιμετώπιση του άλγους του τοκετού.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Συνεχής οσφυϊκή έγχυση)Δόση12 - 28 mg/h (2,0 mg/mL, 6 - 14 mL/h)Π.χ. Άλγος τοκετού, αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους. Μέγιστη διάρκεια επισκληρίδιου αποκλεισμού 3 ημέρες (72 ώρες).
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επισκληρίδιος θωρακική αναλγησία)Δόση12 - 28 mg/h (2,0 mg/mL, 6 - 14 mL/h)Συνεχής έγχυση (αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους).
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Τοπικός αποκλεισμός)Δόση2,0 - 200 mg (2,0 mg/mL, 1 - 100 mL)Π.χ. τοπική διήθηση.
-
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών (Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός)Δόση10 - 20 mg/h (2,0 mg/mL, 5 - 10 mL/h)Μηριαίος ή διασκαληνικός αποκλεισμός. Συνεχής έγχυση ή επαναλαμβανόμενες ενέσεις για 48 ώρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς από 0 έως 12 ετών (Εφάπαξ κοκκυγικός επισκληρίδιος αποκλεισμός)Δόση2 mg/kg (2,0 mg/mL, 1 mL/kg)Μέγ. δόσηΌγκος έως 25 mLΑποκλεισμοί κάτω του T12, σε παιδιά με σωματικό βάρος έως 25 kg. Δόσεις στο ανώτερο όριο συνίστανται στον κοκκυγικό αποκλεισμό.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς από 0 έως 6 μηνών (Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση)Δόση1 - 2 mg/kg (Bolus: 2,0 mg/mL, 0,5 - 1 mL/kg). Έγχυση: 0,2 mg/kg/h (2,0 mg/mL, 0,1 mL/kg/h)Έγχυση έως και 72 ώρες. Δόσεις στο κατώτερο όριο συνίστανται στον θωρακικό επισκληρίδιο αποκλεισμό.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς από 6 έως 12 μηνών (Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση)Δόση1 - 2 mg/kg (Bolus: 2,0 mg/mL, 0,5 - 1 mL/kg). Έγχυση: 0,4 mg/kg/h (2,0 mg/mL, 0,2 mL/kg/h)Έγχυση έως και 72 ώρες. Δόσεις στο ανώτερο όριο συνίστανται στον οσφυικό επισκληρίδιο αποκλεισμό.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς από 1 έως 12 ετών (Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση)Δόση2 mg/kg (Bolus: 2,0 mg/mL, 1 mL/kg). Έγχυση: 0,4 mg/kg/h (2,0 mg/mL, 0,2 mL/kg/h)Έγχυση έως και 72 ώρες. Συνιστάται στον οσφυϊκό επισκληρίδιο αποκλεισμό. Η bolus δόση για τη θωρακική επισκληρίδιο αναλγησία πρέπει να μειώνεται. Ο όγκος για τις bolus επισκληρίδιες δόσεις δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mL.
-
Νεογνά 1 έτους και παιδιά έως 12 ετών (Εφάπαξ ενέσεις για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό)Δόση1,0 - 1,5 mg/kg (2,0 mg/mL, 0,5 - 0,75 mL/kg)Μέγ. δόση2,5 - 3,0 mg/kgΠ.χ. λαγονοβουβωνικός νευρικός αποκλεισμός, αποκλεισμός βραχιονίου πλέγματος, αποκλεισμός διαμερίσματος λαγόνιας περιτονίας.
-
Νεογνά 1 έτους και παιδιά έως 12 ετών (Πολλαπλοί αποκλεισμοί)Δόση1,0 - 3,0 mg/kg (2,0 mg/mL, 0,5 - 1,5 mL/kg)Μέγ. δόση2,5 - 3,0 mg/kg
-
Νεογνά 1 έτους και παιδιά έως 12 ετών (Συνεχής έγχυση για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό)Δόση0,2 - 0,6 mg/kg/h (2,0 mg/mL, 0,1 - 0,3 mL/kg/h)Έγχυση έως και 72 ώρες. Περισσότερο συντηρητικές δόσεις και στενή παρακολούθηση συνίστανται σε παιδιά με σοβαρές ασθένειες.
-
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργίαΕπαναλαμβανόμενες δόσεις ίσως χρειαστεί να μειωθούν. Κανονικά δεν υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της δόσης σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία για μεμονωμένες δόσεις ή βραχυχρόνια θεραπεία.
block
SPC-ZITAMIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου
-
Οι γενικές αντενδείξεις που σχετίζονται με την επισκληρίδιο αναισθησία
-
Ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία
-
Παρατραχηλική αναισθησίαΠληθυσμόςστη μαιευτική
-
Υποογκαιμία
warning
SPC-ZITAMIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Εφαρμογή περιοχικής αναισθησίαςΠρέπει να διεξάγεται από εξειδικευμένο προσωπικό σε κατάλληλα εξοπλισμένο και στελεχωμένο χώρο. Πρέπει να υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα ιατρικά μηχανήματα και φαρμακευτικά προϊόντα απαραίτητα για την παρακολούθηση του ασθενούς και την περίπτωση επείγουσας εφαρμογής καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης.
-
Μείζονες αποκλεισμοίΠληθυσμόςΑσθενείς που δέχονται μείζονες αποκλεισμούςΠρέπει να βρίσκονται στη βέλτιστη γενική κατάσταση και να τους έχει γίνει εισαγωγή ενδοφλέβιας παροχής πριν από τη διενέργεια του αποκλεισμού.
-
Ενδοαγγειακή ένεσηΟ υπεύθυνος κλινικός ιατρός πρέπει να πάρει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις ώστε να αποφευχθεί η ενδοαγγειακή ένεση (βλ. Δοσολογία). Ο κλινικός ιατρός πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών, τη συστηματική τοξικότητα και άλλες επιπλοκές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία). Σπασμοί έχουν εμφανιστεί συχνότερα μετά από αποκλεισμό του βραχιονίου πλέγματος και επισκληρίδιο αποκλεισμό. Αυτό πιθανόν να είναι το αποτέλεσμα είτε λανθασμένης ενδοαγγειακής ένεσης είτε ταχείας απορρόφησης από το σημείο της ένεσης.
-
Ενέσεις σε περιοχές με φλεγμονήΑπαιτείται προσοχή για την αποφυγή ενέσεων σε περιοχές με φλεγμονή.
-
ΚαρδιαγγειακόΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους χορηγούνται αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη)Πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Έχουν γίνει σπάνια αναφορές καρδιακής ανακοπής, ειδικά μετά από εκ παραδρομής λανθασμένη ενδοαγγειακή χορήγηση σε **ηλικιωμένους ασθενείς** και σε **ασθενείς με συνυπάρχουσα καρδιακή νόσο**. Σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής, μπορεί να χρειάζονται παρατεταμένες προσπάθειες ανάνηψης.
-
Αποκλεισμοί στην περιοχή κεφαλής -τραχήλουΜπορεί να σχετίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Πρέπει να διασφαλίζεται η αποφυγή ενέσεων σε περιοχές που φλεγμαίνουν.
-
Μείζονες περιφερικοί νευρικοί αποκλεισμοίΜπορεί να συνεπάγονται τη χορήγηση μεγάλης ποσότητας τοπικού αναισθητικού σε περιοχές υψηλής αγγειοποίησης, συχνά κοντά σε μεγάλα αγγεία. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ενδοαγγειακής ένεσης και/ή ταχείας συστημικής απορρόφησης, που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
ΥπερευαισθησίαΜία πιθανή διασταυρούμενη υπερευαισθησία με άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
ΥποογκαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίαςΜπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και οξεία υποτασική κρίση κατά τη διάρκεια της επισκληρίδιας αναισθησίας.
-
Κακή γενική κατάσταση υγείαςΠληθυσμόςΑσθενείς σε κακή γενική κατάσταση λόγω προχωρημένης ηλικίας ή άλλων επιβαρυντικών παραγόντων όπως μερικός ή πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός, προχωρημένη ηπατική νόσος, ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΧρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική νόσοΗ ροπιβακαΐνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία). Η οξέωση και η μειωμένη συγκέντρωση των πρωτεϊνών του πλάσματος, που παρατηρούνται συχνά σε **ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια**, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης συστημικής τοξικότητας.
-
Οξεία πορφυρίαΠληθυσμόςΑσθενείς με οξεία πορφυρίαΘα πρέπει να συνταγογραφείται μόνο όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη ασφαλέστερη εναλλακτική. Κατάλληλες προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται.
-
ΧονδρόλυσηΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν μετεγχειρητική ενδοαρθρική συνεχή έγχυση τοπικών αναισθητικών (συμπεριλαμβανομένης της ροπιβακαΐνης)Η ενδοαρθρική συνεχής έγχυση με ροπιβακαΐνη θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Έκδοχα με γνωστή δράσηΠληθυσμόςΕνήλικες100 mL σάκκος: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 338 mg νατρίου ανά φύσιγγα (16,9% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g). 200 mL σάκκος: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 676 mg νατρίου ανά φύσιγγα (33,8% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g).
-
Παρατεταμένη χορήγησηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως φλουβοξαμίνη και ενοξακίνηΠρέπει να αποφεύγεται η παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΠληθυσμόςΝεογνάΜπορεί να χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής λόγω ανεπαρκούς ωρίμανσης ορισμένων μεταβολικών οδών. Υψηλός κίνδυνος συστημικής τοξικότητας, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιας έγχυσης. Οι συνιστώμενες δόσεις σε νεογνά βασίζονται σε περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Όταν χρησιμοποιείται ροπιβακαΐνη σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, συνιστάται τακτική παρακολούθηση για σημάδια συστημικής τοξικότητας και τοπικής νευροτοξικότητας. Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστεί και μετά το τέλος της έγχυσης, λόγω της βραδείας απέκκρισης.
swap_horiz
SPC-ZITAMIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα τοπικά αναισθητικά ή παράγοντες με παρόμοια χημική δομή (π.χ. λιδοκαϊνη, μεξιλετίνη)προσοχήΑθροιστικές συστημικές τοξικές δράσειςΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Γενικά αναισθητικά ή οπιοειδήπροσοχήΑμοιβαία ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη)προσοχήΔεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασηςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
Φλουβοξαμίνη (ισχυρός αναστολέας CYP1A2)αντένδειξηΜειωμένη κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα (77% μείωση)ΣύστασηΠαρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται
-
Ενοξακίνη (ισχυρός αναστολέας CYP1A2)αντένδειξηΜειωμένη κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμαΣύστασηΠαρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται
-
Κετοκοναζόλη (εκλεκτικός και ισχυρός αναστολέας CYP3A4)αμελητέαΜειωμένη κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα (15% μείωση), όχι κλινικά σημαντική
-
Ροπιβακαΐνη (in vitro αναστολέας CYP2D6)αμελητέαΔεν αναστέλλει το συγκεκριμένο ισοένζυμο στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται στο πλάσμα κατά τη κλινική πράξη
sick
SPC-ZITAMIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Άγχος
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Υπαισθησία
- Συγκοπή
- Νευροπάθεια
- Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός
- Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Σπασμοί, επιληπτικοί σπασμοί (Grand mal), επιληπτικές κρίσεις, ελαφριά κεφαλαλγία, Περιστοματική παραισθησία, Μούδιασμα της γλώσσας, υπερακοΐα, εµβοές, οπτικές διαταραχές, Δυσαρθρία, Μυϊκές συσπάσεις, Τρόμος)
- Βραδυκαρδία
- Ταχυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Καρδιακές αρρυθμίες
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κατακράτηση ούρων
- Αύξηση θερμοκρασίας
- Ρίγος
- Υποθερμία
- Πόνος στην πλάτη
- Δυσλειτουργία σπονδυλικής στήλης
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Συστημικές τοξικές αντιδράσεις (ΚΝΣ και καρδιαγγειακό)
- Διαταραχές της όρασης ή της ακοής (ΚΝΣ)
- Περιστοματική αιμωδία (ΚΝΣ)
- Ζάλη (ΚΝΣ)
- Ελαφριά κεφαλαλγία (ΚΝΣ)
- Αίσθημα μουδιάσματος (ΚΝΣ)
- Παραισθησία (ΚΝΣ)
- Δυσαρθρία (ΚΝΣ)
- Μυϊκή ακαμψία (ΚΝΣ)
- Μυϊκές συσπάσεις (ΚΝΣ)
- Γενικευμένοι σπασμοί (ΚΝΣ)
- Απώλεια συνείδησης (ΚΝΣ)
- Επιληπτικοί σπασμοί grand mal (ΚΝΣ)
- Υποξία (ΚΝΣ)
- Υπερκαπνία (ΚΝΣ)
- Άπνοια (ΚΝΣ)
- Υπόταση (Καρδιαγγειακό)
- Βραδυκαρδία (Καρδιαγγειακό)
- Αρρυθμία (Καρδιαγγειακό)
- Καρδιακή ανακοπή (Καρδιαγγειακό)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑύξηση θερμοκρασίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡίγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Σπασμοί, επιληπτικοί σπασμοί (Grand mal), επιληπτικές κρίσεις, ελαφριά κεφαλαλγία, Περιστοματική παραισθησία, Μούδιασμα της γλώσσας, υπερακοΐα, εµβοές, οπτικές διαταραχές, Δυσαρθρία, Μυϊκές συσπάσεις, Τρόμος)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΔυσλειτουργία σπονδυλικής στήληςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΚαρδιακές αρρυθμίεςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
ΝευροπάθειαΝευρικό
-
Ολικός ραχιαίος αποκλεισμόςΝευρικό
-
Συστημικές τοξικές αντιδράσειςΟξεία συστημική τοξικότητα (ΚΝΣ και καρδιαγγειακό)
pregnant_woman
SPC-ZITAMIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της ροπιβακαΐνης σε ανθρώπινη κύηση, εκτός από την επισκληρίδιο χορήγηση στη μαιευτική.Πειραματικές μελέτες στα ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυονική / εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή στην ανάπτυξη μετά την γέννηση.
-
ΘηλασμόςΔεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την απέκκριση της ροπιβακαΐνης στο ανθρώπινο γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZITAMIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναισθητικά, τοπικά, αμίδια κωδικός ATC: N01B B09 Η ροπιβακαΐνη είναι ένα μακράς δράσης, τοπικό αναισθητικό, τύπου αμιδίου, με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε…
biotech
SPC-ZITAMIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κορεσμός οξυγόνου (SpO2) | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | τακτική | Νεογνά, ιδιαίτερα κατά συνεχή επισκληρίδια έγχυση |
| Νευρολογική εκτίμηση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | τακτική | Νεογνά |
| Τοξικότητα ΚΝΣ | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | τακτική | Νεογνά, ιδιαίτερα κατά συνεχή επισκληρίδια έγχυση |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Εφαρμογή περιοχικής αναισθησίας |
| μετά το τέλος της έγχυσης | Νεογνά | ||
| Σημάδια συστημικής τοξικότητας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | τακτική | Νεογνά, ιδιαίτερα κατά συνεχή επισκληρίδια έγχυση |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Συγχορήγηση αντιαρρυθμικών κλάσης ΙΙΙ |
| τακτική | Νεογνά, ιδιαίτερα κατά συνεχή επισκληρίδια έγχυση |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZITAMIN
expand_more
Δοσολογία
Το ΖΙΤΑΜΙΝ πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από -ή υπό την επίβλεψη - των κλινικών ιατρών με εμπειρία στην τοπική αναισθησία.
Δοσολογία
Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών
Ο ακόλουθος πίνακας είναι ένας οδηγός της δοσολογίας που χρησιμοποιείται στις συνήθεις περιπτώσεις αποκλεισμού. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη απαιτούμενη δόση για την επίτευξη αποτελεσματικού αποκλεισμού. Η εμπειρία του κλινικού ιατρού και η γνώση της φυσικής κατάστασης του ασθενούς είναι πολύ σημαντικά για τον καθορισμό της δόσης.
Πίνακας 1 Ενήλικες και έφηβοι άνω των 12 ετών
| Συγκ. mg/mL | Όγκος mL | Δόση mg | Έναρξη δράσης λεπτά | Διάρκεια ώρες | |
|---|---|---|---|---|---|
| ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ | |||||
| Επισκληρίδιος οσφυϊκή αναισθησία | |||||
| Χειρουργική επέμβαση | 7,5 | 15 - 25 | 113 - 188 | 10 - 20 | 3-5 |
| Καισαρική τομή | 7,5 | 15 - 20 | 113 - 150^(1) | 10 - 20 | 3-5 |
| Επισκληρίδιος θωρακική αναισθησία | |||||
| Για την επίτευξη αποκλεισμού στην αντιμετώπιση του μετεγχειριτικού άλγους | 7,5 | 5 - 15 | 38 - 113 | 10 - 20 | δ/ε^(2) |
| Μείζον Νευρικός Αποκλεισμός (*) | |||||
| Αποκλεισμός βραχιονίου πλέγματος | 7,5 | 30 - 40 | 225 - 300^(3) | 10 - 25 | 6 - 10 |
| Τοπικός Αποκλεισμός (π.χ. τοπική διήθηση) | 7,5 | 1 - 30 | 7,5 - 225 | 1 - 15 | 2-6 |
| ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΞΕΟΣ ΑΛΓΟΥΣ | |||||
| Επισκληρίδιος οσφυϊκή αναισθησία | |||||
| Bolus | 2,0 | 10 - 20 | 20 - 40 | δ/ε^(2) | δ/ε^(2) |
| Επαναλαμβανόμενες ενέσεις (top-up) | 2,0 | 10 - 15 | 20 - 30 | 10 - 15 | δ/ε^(2) |
| Συνεχής οσφυϊκή έγχυση π.χ. Άλγος τοκετού | 2,0 | 6 - 14 mL/h | 12 - 28 mg/h | δ/ε^(2) | δ/ε^(2) |
| Αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους | 2,0 | 6 - 14 mL/h | 12 - 28 mg/h | δ/ε^(2) | δ/ε^(2) |
| Επισκληρίδιος θωρακική αναλγησία | |||||
| Συνεχής έγχυση (αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους) | 2,0 | 6 - 14 mL/h | 12 - 28 mg/h | δ/ε^(2) | δ/ε^(2) |
| Τοπικός αποκλεισμός (π.χ. τοπική διήθηση) | 2,0 | 1 - 100 | 2,0 - 200 | 1-5 | 2-6 |
| Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός (Μηριαίος ή διασκαληνικός αποκλεισμός) | |||||
| Συνεχής έγχυση ή επαναλαμβανόμενες ενέσεις (π.χ. αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους) | 2,0 | 5 - 10 mL/h | 10 - 20 mg/h | δ/ε^(2) | δ/ε^(2) |
Οι δόσεις στον πίνακα είναι εκείνες που θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη ενός επιτυχούς αποκλεισμού και αποτελούν κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση σε ενήλικες. Διατομικές διαφορές παρατηρούνται στην έναρξη και στη διάρκεια δράσης. Τα στοιχεία της στήλης «Δόση» αντικατοπτρίζουν την αναμενόμενη μέση δοσολογική κλίμακα που απαιτείται. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες απαιτήσεις των ασθενών.
- Όσον αφορά τους αποκλεισμούς νευρικών πλεγμάτων, συστάσεις ως προς την δοσολογία μπορούν να δοθούν μόνο για τον αποκλεισμό του βραχιονίου πλέγματος. Για υπόλοιπους αποκλεισμούς νευρικών πλεγμάτων μπορεί να απαιτηθούν χαμηλότερες δόσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει επί του παρόντος εμπειρία για ειδικές συστάσεις δόσεων για άλλους αποκλεισμούς.
^(1) Θα πρέπει να γίνεται σταδιακή αύξηση της δόσης και η αρχική δόση περίπου 100 mg (97,5 mg = 13 mL, 105 mg = 14 mL) θα πρέπει να χορηγηθεί σε διάστημα 3-5 λεπτών. Δύο επιπρόσθετες δόσεις, συνολικά επιπλέον 50 mg, μπορούν να χορηγηθούν όπως απαιτείται. ^(2) δ/ε= δεν εφαρμόζεται ^(3) Η δοσολογία για μείζονα νευρικό αποκλεισμό πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με το σημείο χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς. Οι διασκαληνικοί και υπερκλείδιοι αποκλεισμοί βραχιονίου πλέγματος μπορεί να σχετίζονται με υψηλότερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως από το χρησιμοποιηθέν τοπικό αναισθητικό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γενικά, η χειρουργική αναισθησία (π.χ. επισκληρίδιος χορήγηση) απαιτεί τη χρήση υψηλότερων συγκεντρώσεων και δόσεων. Η περιεκτικότητα ΖΙΤΑΜΙΝ 10 mg/mL συνιστάται για επισκληρίδιο αναισθησία, όταν απαιτείται πλήρης κινητικός αποκλεισμός κατά τη χειρουργική επέμβαση.
Για την αναλγησία (π.χ. Επισκληρίδιος χορήγηση για την αντιμετώπιση οξέος άλγους), συνίστανται οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις και δόσεις.
Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά την διάρκεια της ένεσης, προκειμένου να αποφευχθεί ενδοαγγειακή ένεση. Όταν πρόκειται να ενεθεί μεγάλη δόση, συνιστάται μία δοκιμαστική δόση 3 - 5 mL λιδοκαΐνης με αδρεναλίνη (επινεφρίνη). Η εκ παραδρομής ενδοαγγειακή ένεση μπορεί να αναγνωριστεί από μια παροδική αύξηση του καρδιακού ρυθμού ενώ μία εκ παραδρομής ενδορραχιαία ένεση από ενδείξεις ραχιαίου αποκλεισμού.
Η αναρρόφηση πρέπει να γίνει πριν και κατά τη διάρκεια της χορήγησης της κύριας δόσης. Η κύρια δόση θα πρέπει να εγχέεται αργά ή σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, με ρυθμό 25 - 50 mg / min, ενώ παράλληλα πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς και να διατηρείται λεκτική επαφή. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Εφάπαξ δόσεις έως και 250 mg ροπιβακαΐνης έχουν χρησιμοποιηθεί και έχουν γίνει καλά ανεκτές, σε επισκληρίδιο χορήγηση για χειρουργική επέμβαση. Εφάπαξ δόση των 300 mg έχει χρησιμοποιηθεί σε περιορισμένο αριθμό ασθενών και έχει γίνει καλά ανεκτή, σε αποκλεισμό του βραχιονίου πλέγματος.
Όταν εφαρμόζεται παρατεταμένος αποκλεισμός, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης είτε μέσω επαναλαμβανόμενης bolus χορήγησης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι επίτευξης τοξικής συγκέντρωσης στο πλάσμα ή πρόκλησης τοπικής νευρικής βλάβης.
Συνολικές δόσεις έως και 675 mg ροπιβακαΐνης για χειρουργική επέμβαση και μετεγχειρητική αναλγησία που χορηγήθηκαν σε διάστημα 24 ωρών ήταν καλά ανεκτές σε ενήλικες, όπως ήταν και οι μετεγχειρητικές συνεχείς επισκληρίδιες εγχύσεις σε συχνότητες έως 28 mg / ώρα για 72 ώρες. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών, χορηγήθηκαν υψηλότερες δόσεις μέχρι 800 mg / ημέρα με σχετικά λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Για τη θεραπεία του μετεγχειρητικού άλγους, συνιστάται η ακόλουθη τεχνική:
Επισκληρίδιος αποκλεισμός με 10 mL ή 20 mL ΖΙΤΑΜΙΝ 7,5 mg / mL επιτυγχάνεται μέσω ενός επισκληρίδιου καθετήρα, εκτός εάν έχει ήδη εφαρμοστεί προεγχειρητικά. Η αναλγησία διατηρείται με το ΖΙΤΑΜΙΝ 2 mg / mL Διάλυμα για έγχυση. Στις περισσότερες περιπτώσεις μέτριου έως σοβαρού μετεγχειρητικού πόνου, ρυθμοί έγχυσης των 6 - 14 mL (12 - 28 mg) ανά ώρα επιτυγχάνουν επαρκή αναλγησία με ήπιο μόνο και μη εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό. Η μέγιστη διάρκεια επισκληρίδιου αποκλεισμού είναι 3 ημέρες. Ωστόσο, πρέπει να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση του αναλγητικού αποτελέσματος έτσι ώστε να αφαιρείται ο καθετήρας αμέσως μόλις η κατάσταση του πόνου το επιτρέπει. Με αυτή την τεχνική έχει παρατηρηθεί σημαντική μείωση της ανάγκης χρήσης οποιοειδών.
Σε κλινικές μελέτες έχει χορηγηθεί επισκληρίδιος έγχυση ροπιβακαΐνης 2 mg / mL μόνη της ή αναμεμιγμένη με φαιντανύλη 1 - 4 μg / mL για την αντιμετώπιση του μετεγχειρητικού άλγους για διάστημα έως 72 ώρες. Ο συνδυασμός ροπιβακαΐνης και φαιντανύλης παρείχε βελτιωμένη ανακούφιση από τον πόνο αλλά προκάλεσε παρενέργειες όμοιες με αυτές των οπιοειδών. Ο συνδυασμός ροπιβακαΐνης και φαιντανύλης έχει διερευνηθεί μόνο για τη ροπιβακαϊνη 2 mg / mL.
Όταν εφαρμόζονται παρατεταμένοι αποκλεισμοί, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης είτε μέσω επαναλαμβανόμενων ενέσεων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι κίνδυνοι επίτευξης τοξικής συγκέντρωσης στο πλάσμα ή η πρόκληση τοπικής νευρικής βλάβης. Σε κλινικές μελέτες, επιτεύχθηκε μηριαίος νευρικός αποκλεισμός με 300 mg ροπιβακαϊνης 7,5 mg / mL ή διασκαληνικός αποκλεισμός με 225 mg ropivacaine 7,5 mg / mL, αντίστοιχα, πριν από τη χειρουργική επέμβαση. Στη συνέχεια η αναλγησία διατηρήθηκε με ροπιβακαϊνη 2 mg / mL. Οι ρυθμοί έγχυσης ή οι επαναλαμβανόμενες ενέσεις των 10 - 20 mg ανά ώρα για 48 ώρες προσέφεραν επαρκή αναλγησία και ήταν καλά ανεκτές.
Συγκεντρώσεις άνω των 7,5 mg / mL ροπιβακαΐνης δεν έχουν καταγραφεί σε καισαρική τομή.
Πίνακας 2 Επισκληρίδιος αποκλεισμός: Παιδιατρικοί ασθενείς από 0 (νεογνά, χωρίς πρόωρα νεογνά) έως και 12 ετών
ΟΞΥ ΑΛΓΟΣ (Διεγχειριτικά ή μετεγχειρητικά)
| Συγκ. mg/mL | Όγκος mL/kg | Δόση mg/kg | |
|---|---|---|---|
| Εφάπαξ κοκκυγικός επισκληρίδιος αποκλεισμός | |||
| Αποκλεισμοί κάτω του T12, σε παιδιά με σωματικό βάρος έως και 25 kg | 2,0 | 1 | 2 |
| Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση | |||
| Σε παιδιά με σωματικό βάρος έως και 25 kg | |||
| 0 έως και 6 μηνών | |||
| Bolus δόση ^a | 2,0 | 0,5 - 1 | 1-2 |
| Έγχυση έως και 72 ώρες | 2,0 | 0,1 mL/kg/h | 0,2 mg/kg/h |
| 6 έως και 12 μηνών | |||
| Bolus δόση ^a | 2,0 | 0,5 - 1 | 1-2 |
| Έγχυση έως και 72 ώρες | 2,0 | 0,2 mL/kg/h | 0,4 mg/kg/h |
| 1 έως 12 ετών | |||
| Bolus δόση ^β | 2,0 | 1 | 2 |
| Έγχυση έως και 72 ώρες | 2,0 | 0,2 mL/kg/h | 0,4 mg/kg/h |
Η δόση στον πίνακα θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατευθυντήρια οδηγία για χρήση στην παιδιατρική. Διαφοροποιήσεις από άτομο σε άτομο συμβαίνουν. Σε παιδιά με μεγάλο σωματικό βάρος είναι συχνά απαραίτητη η σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Η δοσολογία πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό βάρος σώματος. Ο όγκος για τον εφάπαξ κοκκυγικό επισκληρίδιο αποκλεισμό και ο όγκος για τις bolus επισκληρίδιες δόσεις δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 25 mL σε οποιονδήποτε ασθενή. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες απαιτήσεις των ασθενών.
^a Δόσεις που βρίσκονται στο κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους συνίστανται στον θωρακικό επισκληρίδιο αποκλεισμό, ενώ δόσεις στο ανώτερο όριο του δοσολογικού εύρους συνίστανται στον οσφυικό ή κοκκυγικό επικληρίδιο αποκλεισμό. ^β Συνιστάται στον οσφυϊκό επισκληρίδιο αποκλεισμό. Αποτελεί ορθή πρακτική να μειώνεται η bolus δόση για τη θωρακική επισκληρίδιο αναλγησία.
Η χρήση ροπιβακαΐνης 7,5 και 10 mg / mL μπορεί να σχετίζεται με συστημικές και κεντρικές τοξικές εκδηλώσεις στα παιδιά. Χαμηλότερες συγκεντρώσεις (ΖΙΤΑΜΙΝ 2 mg / mL) είναι καταλληλότερες για χορήγηση σε αυτόν τον πληθυσμό.
Η χρήση της ροπιβακαΐνης σε πρόωρα νεογνά δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ZITAMIN 2 mg/mL για τοπικό αποκλεισμό σε παιδιά έως 12 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ZITAMIN 2 mg/ mL για τον περιφερικό νευρικό αποκλεισμό σε βρέφη μικρότερα του 1 έτους δεν έχει τεκμηριωθεί.
Πίνακας 3 Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός: Νεογνά 1 έτους και παιδιά έως 12 ετών
Αντιμετώπιση του οξέος άλγους (διεγχειριτικά και μετεγχειρητικά)
| Συγκ. mg/mL | Όγκος mL/kg | Δόση mg/kg | |
|---|---|---|---|
| Εφάπαξ ενέσεις για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό (π.χ. λαγονοβουβωνικός νευρικός αποκλεισμός, αποκλεισμός βραχιονίου πλέγματος, αποκλεισμός διαμερίσματος λαγόνιας περιτονίας) | 2,0 | 0,5 - 0,75 | 1,0 - 1,5 |
| Πολλαπλοί αποκλεισμοί | 2,0 | 0,5 - 1,5 | 1,0 - 3,0 |
| Συνεχής έγχυση για περιφερικό νευρικό αποκλεισμό | |||
| Έγχυση έως και 72 ώρες | 2,0 | 0,1 - 0,3 mL/kg/h | 0,2 - 0,6 mg/kg/h |
Η δόση στον πίνακα θα πρέπει να θεωρηθεί ως κατευθυντήρια οδηγία για χρήση στην παιδιατρική. Διαφοροποιήσεις από άτομο σε άτομο συμβαίνουν. Σε παιδιά με μεγαλύτερο σωματικό βάρος είναι συχνά απαραίτητη η σταδιακή μείωση της δοσολογίας. Η δοσολογία πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό βάρος σώματος. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εγχειρίδια που περιγράφουν τους παράγοντες που επηρεάζουν συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες απαιτήσεις των ασθενών.
Εφάπαξ ενέσεις για τον περιφερικό νευρικό αποκλεισμό (π.χ. λαγονοβουβονικός νευρικός αποκλεισμός, αποκλεισμός βραχιονίου πλέγματος, αποκλεισμός διαμερίσματος λαγόνιας περιτονίας) δεν πρέπει να υπερβαίνουν μία δόση των 2,5 -3,0 mg / kg.
Οι δόσεις που προορίζονται για περιφερικό αποκλεισμό σε βρέφη και παιδιά παρέχονται ως κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση σε παιδιά χωρίς σοβαρή νόσο. Περισσότερο συντηρητικές δόσεις και στενή παρακολούθηση συνίστανται σε παιδιά με σοβαρές ασθένειες.
Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια της ένεσης προκειμένου να αποφευχθεί ενδοαγγειακή ένεση. Οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενούς πρέπει να παρακολουθούνται στενά κατά τη διάρκεια της ένεσης. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Εφάπαξ κοκκυγική επισκληρίδιος ένεση ροπιβακαΐνης 2 mg / mL παρέχει επαρκή μετεγχειρητική αναλγησία κάτω του Τ12 στην πλειονότητα των ασθενών, όταν χρησιμοποιείται δόση 2 mg / kg σε όγκο 1 mL / kg. Ο όγκος της κοκκυγική επισκληρίδιος ένεση μπορεί να ρυθμιστεί για να επιτευχθεί μία διαφορετική κατανομή του αισθητηρίου αποκλεισμού, όπως συνιστάται στα τυποποιημένα εγχειρίδια. Σε παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών, έχουν μελετηθεί δόσεις έως 3 mg / kg σε συγκέντρωση ροπιβακαΐνης 3 mg / mL. Ωστόσο, αυτή η συγκέντρωση σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά κινητικού αποκλεισμού.
Συνιστάται κλασμάτωση της υπολογιζόμενης δόσης του τοπικού αναισθητικού, ανεξαρτήτως της οδού χορήγησης.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
Οι επαναλαμβανόμενες δόσεις ίσως χρειαστεί να μειωθούν λόγω καθυστέρησης της αποβολής του φαρμάκου. Κανονικά, δεν υπάρχει ανάγκη τροποποίησης της δόσης σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, όταν χρησιμοποιούνται μεμονωμένες δόσεις ή βραχυχρόνια θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μέθοδος χορήγησης
Για περινευρική και επισκληρίδιο χρήση.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZITAMIN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην δραστική ουσία ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου
- Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι γενικές αντενδείξεις που σχετίζονται με την επισκληρίδιο αναισθησία, ανεξαρτήτως από το χρησιμοποιηθέν τοπικό αναισθητικό
- Ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία
- Παρατραχηλική αναισθησία στη μαιευτική
- Υποογκαιμία
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZITAMIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η εφαρμογή της περιοχικής αναισθησίας πρέπει να διεξάγεται από εξειδικευμένο προσωπικό σε κατάλληλα εξοπλισμένο και στελεχωμένο χώρο. Πρέπει να υπάρχουν άμεσα διαθέσιμα ιατρικά μηχανήματα και φαρμακευτικά προϊόντα απαραίτητα για την παρακολούθηση του ασθενούς και την περίπτωση επείγουσας εφαρμογής καρδιοαναπνευστικής ανάνηψης. Ασθενείς που δέχονται μείζονες αποκλεισμούς πρέπει να βρίσκονται στη βέλτιστη γενική κατάσταση και να τους έχει γίνει εισαγωγή ενδοφλέβιας παροχής πριν από τη διενέργεια του αποκλεισμού. Ο υπεύθυνος κλινικός ιατρός πρέπει να πάρει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις ώστε να αποφευχθεί η ενδοαγγειακή ένεση (βλ. Δοσολογία). Ο κλινικός ιατρός πρέπει να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών, τη συστηματική τοξικότητα και άλλες επιπλοκές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία), όπως εκ παραδρομής υπαραχνοειδής ένεση, η οποία μπορεί να προκαλέσει αποκλεισμό του νωτιαίου μυελού, σε υψηλότερο επίπεδο με άπνοια και υπόταση. Σπασμοί έχουν εμφανιστεί συχνότερα μετά από αποκλεισμό του βραχιονίου πλέγματος και επισκληρίδιο αποκλεισμό. Αυτό πιθανόν να είναι το αποτέλεσμα είτε λανθασμένης ενδοαγγειακής ένεσης είτε ταχείας απορρόφησης από το σημείο της ένεσης. Απαιτείται προσοχή για την αποφυγή ενέσεων σε περιοχές με φλεγμονή.
Καρδιαγγειακό
Οι ασθενείς στους οποίους χορηγούνται αντιαρρυθμικά φάρμακα κλάσης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη) πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση. Το ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, καθώς οι καρδιακές επιπτώσεις μπορεί να είναι αθροιστικές. Έχουν γίνει σπάνια αναφορές καρδιακής ανακοπής κατά τη διάρκεια της χρήσης της ροπιβακαΐνης, για επισκληρίδιο αναισθησία ή περιφερικό νευρικό αποκλεισμό, ειδικά μετά από εκ παραδρομής λανθασμένη ενδοαγγειακή χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με συνυπάρχουσα καρδιακή νόσο. Σε μερικές περιπτώσεις, η ανάνηψη είναι δύσκολη. Σε περίπτωση καρδιακής ανακοπής, μπορεί να χρειάζονται παρατεταμένες προσπάθειες ανάνηψης ώστε να αυξηθεί η πιθανότητα επιτυχούς αποτελέσματος.
Αποκλεισμοί στην περιοχή κεφαλής -τραχήλου
Ορισμένες διαδικασίες τοπικής αναισθησίας, όπως ενέσεις στην περιοχή κεφαλής -τραχήλου, μπορεί να σχετίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξαρτήτως από το χρησιμοποιηθέν τοπικό αναισθητικό. Πρέπει να διασφαλίζεται η αποφυγή ενέσεων σε περιοχές που φλεγμαίνουν.
Μείζονες περιφερικοί νευρικοί αποκλεισμοί
Οι μείζονες περιφερικοί νευρικοί αποκλεισμοί μπορεί να συνεπάγονται τη χορήγηση μεγάλης ποσότητας τοπικού αναισθητικού σε περιοχές υψηλής αγγειοποίησης, συχνά κοντά σε μεγάλα αγγεία. Σε αυτές τις περιοχές, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ενδοαγγειακής ένεσης και/ή ταχείας συστημικής απορρόφησης, που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Υπερευαισθησία
Μία πιθανή διασταυρούμενη υπερευαισθησία με άλλα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Υποογκαιμία
Ασθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας μπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και οξεία υποτασική κρίση κατά τη διάρκεια της επισκληρίδιας αναισθησίας, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται.
Ασθενείς με κακή γενική κατάσταση υγείας
Ασθενείς σε κακή γενική κατάσταση λόγω προχωρημένης ηλικίας ή άλλων επιβαρυντικών παραγόντων όπως μερικός ή πλήρης κολποκοιλιακός αποκλεισμός, προχωρημένη ηπατική νόσος, ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή, αν και η περιοχική αναισθησία συνήθως ενδείκνυται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία
Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και γι αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο (βλ. Δοσολογία). Η οξέωση και η μειωμένη συγκέντρωση των πρωτεϊνών του πλάσματος, που παρατηρούνται συχνά σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης συστημικής τοξικότητας.
Οξεία πορφυρία
Η ροπιβακαΐνη προκαλεί πιθανόν πορφυρία και θα πρέπει να συνταγογραφείται σε ασθενείς με οξεία πορφυρία, μόνο όταν δεν υπάρχει διαθέσιμη ασφαλέστερη εναλλακτική. Κατάλληλες προφυλάξεις πρέπει να λαμβάνονται σε περιπτώσεις ευάλωτων ασθενών, σύμφωνα με τα τυποποιημένα εγχειρίδια ή/και μετά από συμβουλή ειδικών επί της ασθένειας.
Χονδρόλυση
Έχουν υπάρξει αναφορές, μετά την κυκλοφορία χονδρόλυσης σε ασθενείς που έλαβαν μετεγχειρητική ενδοαρθρική συνεχή έγχυση τοπικών αναισθητικών (συμπεριλαμβανομένης της ροπιβακαΐνης). Η πλειονότητα αυτών των καταγεγραμμένων περιπτώσεων περιελάμβανε την άρθρωση του ώμου. Η ενδοαρθρική συνεχής έγχυση με ροπιβακαΐνη θα πρέπει να αποφεύγεται, καθώς η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Έκδοχα με γνωστή δράση
100 mL σάκκος: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 338 mg νατρίου ανά φύσιγγα, που ισοδυναμεί με 16,9% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα. 200 mL σάκκος: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 676 mg νατρίου ανά φύσιγγα, που ισοδυναμεί με 33,8% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.
Παρατεταμένη χορήγηση
Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, όπως φλουβοξαμίνη και ενοξακίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Παιδιατρικοί ασθενείς
Τα νεογνά μπορεί να χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής λόγω ανεπαρκούς ωρίμανσης ορισμένων μεταβολικών οδών. Οι μεγαλύτερες διακυμάνσεις στις συγκεντρώσεις της ροπιβακαΐνης στο πλάσμα, παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες με νεογνά. Για το λόγο αυτό, μπορεί να υπάρχει υψηλός κίνδυνος συστημικής τοξικότητας σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιας έγχυσης. Οι συνιστώμενες δόσεις σε νεογνά βασίζονται σε περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Όταν χρησιμοποιείται ροπιβακαΐνη σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, συνιστάται τακτική παρακολούθηση για σημάδια συστημικής τοξικότητας (π.χ. σημάδια τοξικότητας του ΚΝΣ, ΗΚΓ, SpO2) και τοπικής νευροτοξικότητας (π.χ. παρατεταμένη ανάρρωση). Η παρακολούθηση πρέπει να συνεχιστεί και μετά το τέλος της έγχυσης, λόγω της βραδείας απέκκρισης στα νεογνά.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZITAMIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η ροπιβακαΐνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα τοπικά αναισθητικά ή παράγοντες με παρόμοια χημική δομή με τα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου, καθώς οι συστημικές τοξικές δράσεις είναι αθροιστικές. Αυτό ισχύει για παράδειγμα για ορισμένα ανιαρρυθμικά, όπως η λιδοκαϊνη και η μεξιλετίνη. Ταυτόχρονη χρήση της ροπιβακαΐνης με γενικά αναισθητικά ή οπιοειδή μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την αμοιβαία ενίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών τους.
Ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης ροπιβακαΐνης και αντιαρρυθμικών φαρμάκων κλάσης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη), δεν έχουν διενεργηθεί αλλά συνιστάται προσοχή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 1A2 λαμβάνει μέρος στο σχηματισμό της 3-υδρόξυ ροπιβακαΐνης, του κύριου μεταβολίτη. Η In vivo κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα μειώθηκε κατά 77% κατά τη διάρκεια συγχορήγησης φλουβοξαμίνης, ενός εκλεκτικού και ισχυρού CYP1A2 αναστολέα. Έτσι, ισχυροί αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη και η ενοξακίνη, όταν δίνονται ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια παρατεταμένης χορήγησης ροπιβακαΐνης, μπορούν να αλληλεπιδράσουν. Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του CYP1A2 (βλ. επίσης Δοσολογία).
Η in vivo κάθαρση της ροπιβακαΐνης από το πλάσμα μειώθηκε κατά 15% κατά τη διάρκεια συγχορήγησης με κετοκοναζόλη, ενός εκλεκτικού και ισχυρού αναστολέα του CYP3A4. Ωστόσο, η αναστολή αυτού του ισοενζύμου δε φαίνεται να έχει κλινική σημασία.
In vitro, η ροπιβακαΐνη είναι συναγωνιστικός αναστολέας για το CYP2D6, αλλά δε φαίνεται να αναστέλλει το συγκεκριμένο ισοένζυμο στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται στο πλάσμα κατά τη κλινική πράξη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZITAMIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Γενικά
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες της ροπιβακαΐνης είναι παρόμοιες με εκείνες των άλλων τοπικών αναισθητικών μακράς δράσης τύπου αμιδίου.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να διακρίνονται από τις φυσιολογικές επιπτώσεις αυτού καθ’ αυτού του νευρικού αποκλεισμού π.χ. μείωση της αρτηριακής πίεσης και βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια ραχιαίου/επισκληρίδιου αποκλεισμού.
Πίνακας 4 Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται στον πίνακα της παραγράφου 4.8 είναι: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 to < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 to < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 to < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (< 1/10.000).
| Κατηγορία ανά Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Άγχος |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Παραισθησία, Ζάλη, Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Σπασμοί, επιληπτικοί σπασμοί (Grand mal), επιληπτικές κρίσεις, ελαφριά κεφαλαλγία, Περιστοματική παραισθησία, Μούδιασμα της γλώσσας, υπερακοΐα, εµβοές, οπτικές διαταραχές, Δυσαρθρία, Μυϊκές συσπάσεις, Τρόμος)*, Υπαισθησία | |
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Βραδυκαρδία, Ταχυκαρδία |
| Σπάνιες | Καρδιακή ανακοπή, Καρδιακές αρρυθμίες | |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές | Υπόταση^a |
| Συχνές | Υπέρταση | |
| Όχι συχνές | Συγκοπή | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Όχι συχνές | Δύσπνοια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Ναυτία |
| Όχι συχνές | Έμετος^β | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Κατακράτηση ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Αύξηση θερμοκρασίας, Ρίγος, Πόνος στην πλάτη |
| Όχι συχνές | Υποθερμία | |
| Σπάνιες | Αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειονευρωτικό οίδημα και κνίδωση) |
^a Η υπόταση είναι λιγότερο συχνή στα παιδιά (>1/100). ^β Ο έμετος είναι περισσότερο συχνός στα παιδιά (>1/10).
- Αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως λόγω λανθασμένης ενδοαγγειακής έγχυσης, υπερδοσολογίας ή ταχείας απορρόφησης (βλ. Υπερδοσολογία).
Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Νευρολογικές επιπλοκές
Νευροπάθεια και δυσλειτουργία της σπονδυλικής στήλης (π.χ. σύνδρομο προσθίας νωτιαίας αρτηρίας, αραχνοειδίτιδα, σύνδρομο ιππουρίδος), που μπορούν σε σπάνιες περιπτώσεις να έχουν ως αποτέλεσμα μόνιμες συνέπειες, έχουν συσχετιστεί με την περιοχική αναισθησία, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιήθηκε.
Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός
Ολικός ραχιαίος αποκλεισμός μπορεί να συμβεί με λανθασμένη ενδοραχιαία χορήγηση της επισκληρίδιας δόσης.
Οξεία συστημική τοξικότητα
Οι συστημικές τοξικές αντιδράσεις αφορούν πρωταρχικά το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και το καρδιαγγειακό σύστημα. Τέτοιες αντιδράσεις προκαλούνται από υψηλές συγκεντρώσεις τοπικού αναισθητικού στο αίμα, λόγω (λανθασμένης) ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογίας ή ταχύτατης απορρόφησης σε περιοχή υψηλής αγγείωσης, (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι αντιδράσεις του ΚΝΣ είναι παρόμοιες για όλα τα τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου, παρόλο που οι αντιδράσεις του καρδιακού συστήματος είναι περισσότερο εξαρτημένες από το φάρμακο τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.
Κεντρικό νευρικό σύστημα
Η τοξικότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι μία σταδιακή αντίδραση με συμπτώματα και σημεία κλιμακούμενης βαρύτητας. Αρχικά, παρατηρούνται συμπτώματα όπως διαταραχές της όρασης ή της ακοής, περιστοματική αιμωδία, ζάλη, ελαφριά κεφαλαλγία, αίσθημα μουδιάσματος και παραισθησία. Η δυσαρθρία, η μυϊκή ακαμψία και οι μυϊκές συσπάσεις είναι πιο σοβαρές και μπορεί να προηγούνται της έναρξης γενικευμένων σπασμών. Αυτά τα συμπτώματα δεν πρέπει να συγχέονται με νευρωσική συμπεριφορά. Απώλεια συνείδησης και επιληπτικοί σπασμοί grand mal, μπορεί να ακολουθήσουν και να διαρκέσουν από λίγα δευτερόλεπτα έως αρκετά λεπτά. Υποξία και υπερκαπνία παρουσιάζονται ταχύτατα κατά τη διάρκεια των σπασμών, λόγω της αυξημένης μυϊκής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση της φυσιολογικής αναπνευστικής λειτουργίας. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να προκληθεί άπνοια. Η αναπνευστική και η μεταβολική οξέωση αυξάνει και παρατείνει τις τοξικές επιδράσεις των τοπικών αναισθητικών. Η αποκατάσταση επέρχεται μετά την επανακατανομή του τοπικού αναισθητικού φαρμάκου από το κεντρικό νευρικό σύστημα, και τον μετέπειτα μεταβολισμό και απέκκριση του. Η αποκατάσταση μπορεί να είναι ταχεία εκτός εάν έχουν χορηγηθεί πολύ μεγάλες ποσότητες φαρμάκου.
Τοξικότητα στο καρδιαγγειακό σύστημα
Η τοξικότητα του καρδιαγγειακού υποδεικνύει μία σοβαρότερη κατάσταση. Υπόταση, βραδυκαρδία, αρρυθμία, ακόμη και καρδιακή ανακοπή, μπορεί να συμβούν ως αποτέλεσμα των υψηλών συστημικών συγκεντρώσεων των τοπικών αναισθητικών. Σε εθελοντές η ενδοφλέβια έγχυση ροπιβακαΐνης είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση σημείων καταστολής της αγωγιμότητας και συσταλτικότητας. Οι επιδράσεις της τοξικότητας στο καρδιαγγειακό προηγούνται συνήθως των σημείων τοξικότητας από το ΚΝΣ, εκτός εάν ο ασθενής βρίσκεται υπό γενική αναισθησία ή υπό έντονη καταστολή με φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή τα βαρβιτουρικά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων στα παιδιά αναμένεται να είναι ίδιες με αυτές των ενηλίκων, εκτός της υπότασης η οποία συμβαίνει λιγότερο συχνά σε παιδιά (<1 στα 10) και ο έμετος ο οποίος συμβαίνει περισσότερο συχνά σε παιδιά (>1 στα 10).
Στα παιδιά, μπορεί να είναι δύσκολο να ανιχνευτούν πρώιμα σημεία τοξικότητας από τοπικό αναισθητικό καθώς μπορεί να μην είναι ικανά να τα εκφράσουν λεκτικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται.
Για την Ελλάδα: στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284 ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr. Για την Κύπρο: στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες, Υπουργείο Υγείας, CY-1475 Λευκωσία, Φαξ: + 357 22608649, Ιστότοπος: www.moh.gov.cy/phs.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZITAMIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Εκτός από την επισκληρίδιο χορήγηση στη μαιευτική, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της ροπιβακαΐνης σε ανθρώπινη κύηση. Πειραματικές μελέτες στα ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυονική / εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή στην ανάπτυξη μετά την γέννηση (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την απέκκριση της ροπιβακαΐνης στο ανθρώπινο γάλα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZITAMIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:
αναισθητικά, τοπικά, αμίδια κωδικός ATC: N01B B09
Η ροπιβακαΐνη είναι ένα μακράς δράσης, τοπικό αναισθητικό, τύπου αμιδίου, με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις προκαλεί αισθητικό αποκλεισμό με περιορισμένο και μη εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης είναι η αναστρέψιμη ελάττωση της διαπερατότητας της μεμβράνης των νευρικών ινών στα ιόντα νατρίου. Επομένως, μειώνεται η ταχύτητα εκπόλωσης και αυξάνεται η ουδός διεγερσιμότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον τοπικό αποκλεισμό των νευρικών ώσεων.
Η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα της ροπιβακαΐνης είναι η μακρά διάρκεια δράσης. Η έναρξη και διάρκεια της αποτελεσματικότητας της τοπικής αναισθησίας εξαρτώνται από το σημείο χορήγησης. Η διάρκεια δράσης δεν επηρεάζεται από την παρουσία αγγειοσυσπαστικού (π.χ. αδρεναλίνη (επινεφρίνη)). Για περισσότερες λεπτομέρειες δείτε τον Πίνακα 1 (βλ. Δοσολογία).
Ενδοφλέβιες εγχύσεις ροπιβακαΐνης έγιναν καλά ανεκτές σε υγιείς εθελοντές σε χαμηλές δόσεις και με αναμενόμενα συμπτώματα από το ΚΝΣ στις μέγιστες ανεκτές δόσεις. Η κλινική εμπειρία με το φάρμακο αυτό δείχνει ότι έχει ικανοποιητικά όρια ασφάλειας όταν χρησιμοποιείται επαρκώς στις συνιστώμενες δόσεις.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZITAMIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η ροπιβακαΐνη έχει χειρικό κέντρο συμμετρίας και είναι διαθέσιμο ως καθαρό S-(-)-εναντιομερές. Παρουσιάζει μεγάλη λιποδιαλυτότητα. Όλοι οι μεταβολίτες έχουν τοπική αναισθητική δράση, αλλά με αξιοσημείωτα μικρότερη ισχύ και μικρότερη διάρκεια δράσης από τη ροπιβακαΐνη.
Η συγκέντρωση στο πλάσμα της ροπιβακαΐνης εξαρτάται από τη δόση, την οδό χορήγησης και την αγγείωση του σημείου που γίνεται η ένεση. Η ροπιβακαΐνη ακολουθεί γραμμική φαρμακοκινητική και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι ανάλογη της δόσης.
Η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει πλήρη απορρόφηση από τον επισκληρίδιο χώρο. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής της γρήγορης και της αργής φάσης της διφασικής διαδικασίας ποικίλουν από 14 λεπτά και 4 ώρες στους ενήλικες. Η βραδεία απορρόφηση είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην απέκκριση της ροπιβακαΐνης, πράγμα που εξηγεί τη βραδύτερη απέκκριση μετά από επισκληρίδια χορήγηση συγκριτικά με την ενδοφλέβια χορήγηση. Η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει διφασική απορρόφηση από τον επισκληρίδιο χώρο στα παιδιά.
Η ροπιβακαΐνη έχει μέση ολική κάθαρση πλάσματος της τάξης των 440 mL / min, νεφρική κάθαρση του 1 mL / min, όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση 47 λίτρα και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 1,8 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η ροπιβακαΐνη έχει ενδιάμεση τιμή ηπατικής απέκκρισης περίπου 0,4. Συνδέεται κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη του πλάσματος με κλάσμα μη δεσμευμένης ουσίας περίπου 6%.
Έχει παρατηρηθεί αύξηση των ολικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιου και διασκαληνικής έγχυσης, που σχετίζεται με μετεγχειρητική αύξηση της α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης.
Οι διακυμάνσεις της συγκέντρωσης της μη συνδεδεμένης ουσίας, δηλαδή της φαρμακολογικά ενεργούς ουσίας, είναι πολύ λιγότερες από την ολική συγκέντρωση στο πλάσμα.
Η ροπιβακαϊνη παρουσιάζει μέτριο έως χαμηλό λόγο ηπατικής εκχύλισης. Για το λόγο αυτό, ο ρυθμός απέκκρισης της πρέπει να εξαρτάται από τη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου κλάσματος. Η μετεγχειρητική αύξηση της AAG θα μειώσει το μη δεσμευμένο κλάσμα, λόγω της αυξημένης πρωτεϊνικής σύνδεσης. Αυτό θα μειώσει την ολική κάθαρση και θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ολικής συγκέντρωσης στο πλάσμα, όπως διαπιστώνεται σε παιδιατρικές μελέτες και μελέτες ενηλίκων. Η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης παραμένει αμετάβλητη όπως φαίνεται από τις σταθερές συγκεντρώσεις του μη δεσμευμένου κλάσματος κατά τη διάρκεια της μετεγχειρητικής έγχυσης. Η συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα σχετίζεται με τις συστημικές φαρμακοδυναμικές επιδράσεις και την τοξικότητα.
Η ροπιβακαΐνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και αποκαθίσταται ταχέως η ισορροπία των συγκεντρώσεων του ελεύθερου κλάσματος του φαρμάκου. Ο βαθμός της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο έμβρυο είναι μικρότερος απ’ ότι στη μητέρα, με αποτέλεσμα η ολική συγκέντρωση στο πλάσμα να είναι μικρότερη στο έμβρυο απ’ ότι στη μητέρα.
Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτεταμένα, κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης. Συνολικά το 86% της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, από το οποίο μόνο το 1% σχετίζεται με την αμετάβλητη ενεργή ουσία. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 3-υδρόξυ-ροπιβακαΐνη, (περίπου 37%) η οποία απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως συζευγμένος. Η απέκκριση στα ούρα της 4-υδρόξυ-ροπιβακαΐνης, του Ν-απαλκυλιωμένου μεταβολίτη (PPX) και του 4-υδρόξυ απαλκυλιωμένου μεταβολίτη υπολογίζεται σε 1 - 3%. Η συζευγμένη και η μη συζευγμένη 3-υδρόξυ-ροπιβακαΐνης δίνει μόνο ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Μία παρόμοια εικόνα μεταβολιτών έχει βρεθεί σε παιδιά άνω του ενός έτους.
Η διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας έχει μικρή ή καθόλου επίδραση στη φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης. Η νεφρική κάθαρση του PPX συσχετίζεται σημαντικά με την κάθαρση της κρεατινίνης. Η έλλειψη συσχέτισης μεταξύ της ολικής έκθεσης, εκφρασμένης ως AUC, και της κάθαρσης της κρεατινίνης, υποδεικνύει ότι η συνολική κάθαρση του PPX περιλαμβάνει και μη-νεφρική απέκκριση επιπλέον της νεφρικής. Κάποιοι ασθενείς με διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να εμφανίζουν αυξημένη έκθεση σε PPX το οποίο είναι αποτέλεσμα μίας χαμηλής μη-νεφρικής κάθαρσης. Λόγω της μειωμένης τοξικότητας, συγκριτικά με τη ροπιβακαϊνη, του PPX στο ΚΝΣ, οι κλινικές συνέπειες της βραχυχρόνιας θεραπείας θεωρούνται αμελητέες. Οι ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση δεν έχουν μελετηθεί.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις για in vivo ρακεμοποίηση της ροπιβακαΐνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης χαρακτηρίστηκε μέσα από μια ομαδοποιημένη μελέτη πληθυσμού βάσει στοιχείων από 192 παιδιά ηλικίας μεταξύ 0 και 12 ετών.
Μέχρι την ωρίμανση της ηπατικής λειτουργίας, η μη δεσμευμένη ροπιβακαΐνη, η κάθαρση του PPX και ο όγκος κατανομής της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης, εξαρτώνται τόσο από το σωματικό βάρος όσο και από την ηλικία. Έκτοτε οι παραπάνω παράμετροι, εξαρτώνται κυρίως από το σωματικό βάρος. Η ωρίμανση της κάθαρσης της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης φαίνεται να ολοκληρώνεται μέχρι την ηλικία των 3 ετών, της PPX μέχρι την ηλικία 1 έτους και του όγκου κατανομής της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης μέχρι την ηλικία των 2 ετών. Ο όγκος κατανομής του μη δεσμευμένου PPX εξαρτάται αποκλειστικά από το σωματικό βάρος. Επειδή ο μεταβολίτης PPX έχει μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής και χαμηλότερη κάθαρση μπορεί να συσσωρευτεί κατά την επισκληρίδιο έγχυση.
Η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης (Cl u) σε ηλικίες μεγαλύτερες των 6 μηνών φθάνει στο εύρος των τιμών των ενηλίκων. Οι τιμές της ολικής κάθαρσης της ροπιβακαΐνης (CL) που αναγράφονται στον πίνακα 5 είναι αυτές που δεν επηρεάζονται από την μετεγχειρητική αύξηση της α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης AAG.
Πίνακας 5 Προσεγγιστικές τιμές των φαρμακοκινητικών παραμέτρων που έχουν προκύψει από την συγκεντρωτική φαρμακοκινητική ανάλυση παιδιατρικού πληθυσμού
| Ηλικία Ομάδα | BW^a kg | Clu^β (L / h / kg) | Vu^γ (L / kg) | CL^δ (L / h / kg) | t 1/2 ^ε (h) | t 1/2ppx ^στ (h) |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Νεογέννητα | 3,27 | 2,40 | 21,86 | 0,096 | 6,3 | 43,3 |
| 1 μηνός | 4,29 | 3,60 | 25,94 | 0,143 | 5,0 | 25,7 |
| 6 μηνών | 7,85 | 8,03 | 41,71 | 0,320 | 3,6 | 14,5 |
| 1 έτους | 10,15 | 11,32 | 52,60 | 0,451 | 3,2 | 13,6 |
| 4 ετών | 16,69 | 15,91 | 65,24 | 0,633 | 2,8 | 15,1 |
| 10 ετών | 32,19 | 13,94 | 65,57 | 0,555 | 3,3 | 17,8 |
^a Μέσο βάρος σώματος για την ανάλογη ηλικία από τη βάση δεδομένων του WHO. ^β Κάθαρση της ελεύθερης ροπιβακαΐνης ^γ Όγκος κατανομής της ελεύθερης ροπιβακαΐνης ^δ Ολική κάθαρση της ροπιβακαΐνης ^ε Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ροπιβακαΐνης ^στ Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του PPX
Η προσομοιωμένη μέση μέγιστη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα (Cu max) έπειτα από εφάπαξ κοκκυγικό αποκλεισμό (single caudal block) έτεινε να είναι υψηλότερη στα νεογνά, και ο χρόνος μέχρι την επίτευξη της Cu max (t max) μειώθηκε με την αύξηση της ηλικίας (Πίνακας 6). Η προσομοιωμένη μέση συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα μετά από 72 ώρες συνεχούς επισκληρίδιου έγχυσης στους συνιστώμενους ρυθμούς έγχυσης, έδειξε επίσης υψηλότερα επίπεδα στα νεογνά σε σύγκριση με τα επίπεδα που σημειώθηκαν στα μεγαλύτερης ηλικίας νήπια και παιδιά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Πίνακας 6 Προσομοιωμένο μέσο και παρατηρούμενο εύρος της Cu max του μη δεσμευμένου φαρμάκου έπειτα από εφάπαξ κοκκυγικό αποκλεισμό
| Ηλικιακή ομάδα | Δόση (mg / kg) | Cu max ^α (mg / L) | t max ^β (ώρες) | Cu max ^γ (mg / L) |
|---|---|---|---|---|
| 0 - 1 μηνός | 2,00 | 0,0582 | 2,00 | 0,05 - 0,08 (n=5) |
| 1 - 6 μηνών | 2,00 | 0,0375 | 1,50 | 0,02 - 0,09 (n=18) |
| 6 - 12 μηνών | 2,00 | 0,0283 | 1,00 | 0,01 - 0,05 (n=9) |
| 1 - 10 ετών | 2,00 | 0,0221 | 0,50 | 0,01 - 0,05 (n=60) |
^α Μέγιστη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα ^β Χρόνος μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα ^γ Παρατηρηθείσα και προσαρμοσθείσα στη δόση μέγιστη συγκέντρωση μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα.
Στην ηλικία των 6 μηνών, όπου είναι το όριο για την αλλαγή στο συνιστώμενο ρυθμό δόσης για την επισκληρίδιο συνεχή έγχυση, η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης έφτασε σε ποσοστό 34% και του μη δεσμευμένου PPX σε ποσοστό 71% της τιμής των ενηλίκων. Η τιμή της συστημικής έκθεσης είναι υψηλότερη στα νεογέννητα και επίσης κάπως υψηλότερη στα βρέφη ηλικίας μεταξύ 1 και 6 μηνών σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα παιδιά, γεγονός που σχετίζεται με την ανεπαρκή ωρίμανση της ηπατικής λειτουργίας. Ωστόσο, υπάρχει μερική αντιστάθμιση από την συνιστώμενη 50% χαμηλότερη δόση για συνεχή έγχυση σε βρέφη κάτω των 6 μηνών.
Προσομοιώσεις για το άθροισμα των συνολικών συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης και του PPX στο πλάσμα, βάσει των φαρμακοκινητικών παραμέτρων και της μεταβλητότητας που σημειώθηκε κατά την πληθυσμιακή ανάλυση, υποδηλώνουν πως στην περίπτωση του εφάπαξ κοκκυγικού αποκλεισμού η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά έναν συντελεστή 2,7 στην νεότερη ηλικιακή ομάδα και κατά έναν συντελεστή 7,4 στην ομάδα 1 έως 10 ετών. Αυτό είναι απαραίτητο, ώστε το άνω προγνωστικό όριο με διάστημα εμπιστοσύνης 90% να αγγίξει το κατώτερο όριο για συστημική τοξικότητα. Οι αντίστοιχοι παράγοντες που αφορούν τη συνεχή επισκληρίδιο έγχυση είναι 1,8 και 3,8 αντίστοιχα.
Προσομοιώσεις για το άθροισμα των συνολικών συγκεντρώσεων της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης και του PPX στο πλάσμα, βάσει των φαρμακοκινητικών παραμέτρων και της μεταβλητότητας που σημειώθηκε κατά την πληθυσμιακή ανάλυση, υποδηλώνουν πως για εφήβους και παιδιά από 1 έως 12 ετών τα οποία έλαβαν εφάπαξ λαγονοβουβονικό νευρικό αποκλεισμό με δόση 3 mg/kg η μέση μη δεσμευμένη μέγιστη συγκέντρωση που επιτεύχθηκε μετά από 0,8 ώρες είναι 0,0347 mg/L. Αυτό αντιστοιχεί στο ένα δέκατο του κατώτερου ορίου τοξικότητας (0,34 mg/L). Το άνω όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 90% για τη μέγιστη μη δεσμευμένη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 0,074 mg/L. Αυτό αντιστοιχεί στο ένα πέμπτο του κατώτερου ορίου τοξικότητας. Παρομοίως στο συνεχή περιφερικό αποκλεισμό (0,6 mg ροπιβακαϊνης/kg για 72 ώρες) που ακολουθεί μετά ένα αποκλειστικό περιφερικό νευρικό αποκλεισμό με 3 mg/kg. Η μέση μη δεσμευμένη μέγιστη συγκέντρωση είναι 0,053 mg/L. Το άνω όριο με διάστημα εμπιστοσύνης 90% για τη μέγιστη μη δεσμευμένη συγκέντρωση στο πλάσμα είναι 0,088 mg/L. Αυτό αντιστοιχεί στο ένα τέταρτο του κατώτερου ορίου τοξικότητας.
ΕΟΦ · 15.1
Tοπικά αναισθητικά
expand_more
Tοπικά αναισθητικά
ΕΟΦ · 15.2
Γενικά Aναισθητικά
expand_more
Γενικά Aναισθητικά
Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε
-
Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και
-
Xορηγούμενα δι’ εισπνοής
Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης βαρβιτουρικά, όπως θειοπεντάλη και μη βαρβιτουρικά, όπως βενζοδιαζεπίνες, νευροληπταναισθητικά, κεταμίνη, ετομιδάτη, προποφόλη κ.ά.
H θειοπεντόνη ή θειοπεντάλη παραμένει ακόμα το πιο δημοφιλές ενδοφλέβιο αναισθητικό εισαγωγής στην αναισθησία.
Aπό τις βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται η διαζεπάμη και η μιδαζολάμη. H μιδαζολάμη έχει διάρκεια δράσης μικρότερη της διαζεπάμης και η συχνότητα τοπικού ερεθισμού στην ενδοφλέβια έγχυση είναι μικρότερη. Mπορεί να χορηγηθεί στον τοκετό. Ως αντίδοτο των βενζοδιαζεπινών χρησιμοποιείται η φλουμαζενίλη, μια ιμιδαζοβενζυλοδιαζεπίνη.
Tα νευροληπταναισθητικά σε συνδυασμό με οπιοειδή βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. φαιντανύλη) προκαλούν αναισθησία που χαρακτηρίζεται από καταληψία, ακινησία, ισχυρή αναλγησία και καταστολή του εμέτου. Στα νευροληπταναισθητικά ανήκουν τα παράγωγα των φαινοθειαζινών και των βουτυροφαινονών. H χρήση των φαινοθειαζινών σήμερα είναι πολύ περιορισμένη λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. H χλωροπρομαζίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ελεγχόμενη υπόταση και υποθερμία και η προμεθαζίνη ως φάρμακο προνάρκωσης σε άτομα με ιστορικό αλλεργίας. Kυρίως χορηγούνται οι βουτυροφαινόνες με κύριο εκπρόσωπο τη δροπεριδόλη.
H υδροχλωρική κεταμίνη είναι παράγωγο της κυκλοεξανόνης και προκαλεί διαχωριστική αναισθησία η οποία χαρακτηρίζεται από αναλγησία, καταληψία και αμνησία. Mετά την εισαγωγή νεωτέρων παραγόντων βραχείας διάρκειας δράσης, όπως η ετομιδάτη και η προποφόλη, η χρήση της έχει περιοριστεί σημαντικά κυρίως λόγω της εμφάνισης σοβαρών ανεπιθυμήτων ενεργειών στη μετεγχειρητική περίοδο (βλ. Κεταμίνη). H ετομιδάτη είναι παράγωγο της ιμιδαζόλης και θεωρείται ακόμη και σήμερα παράγων πρώτης επιλογής σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση. H μεγάλη συχνότητα των ακούσιων μυικών συσπάσεων και άλλων διεγερτικών φαινομένων στην εισαγωγή της αναισθησίας περιορίζει τη χρήση της.
H προποφόλη είναι παράγωγο των φαινολών. Tα χαρακτηριστικά της ανάνηψης (ταχεία και πλήρης) και η πιθανή αντιεμετική της δράση την καθιστούν τον παράγοντα πρώτης επιλογής σε βραχείας διάρκειας χειρουργικές επεμβάσεις.
Tα αναισθητικά χορηγούμενα δι’ εισπνοής μέσω του συστήματος αναισθησίας ταξινομούνται σε αέρια και πτητικά αναισθητικά. Στα αέρια υπάγονται το υποξείδιο του αζώτου και στα πτητικά αναισθητικά οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (αλοθάνιο) και οι αλογονωμένοι αιθέρες (ενφλουράνιο, ισοφλουράνιο, δεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο). Eισπνεόμενοι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος είναι το κυκλοπροπάνιο, χλωροφόρμιο, χλωριούχο αιθύλιο, διαιθυλαιθέρας κ.ά., ενώ η χρήση του μεθοξυφλουρανίου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών του.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 387 +/- 107 mL/min
- κάθαρση ελεύθερης πλάσματος=7.2 +/- 1.6 L/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα τοπικά αναισθητικά, η παρουσία [επινεφρίνης] δεν επηρεάζει τον χρόνο έναρξης, τη διάρκεια δράσης ή τη συστηματική απορρόφηση της ροπιβακαΐνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα τοπικά αναισθητικά όπως η ροπιβακαΐνη μπλοκάρουν τη γένεση και τη διεξαγωγή νευρικών ερεθισμάτων, πιθανώς αυξάνοντας το όριο για ηλεκτρική διέγερση στο νεύρο, επιβραδύνοντας τη διάδοση του νευρικού ερεθίσματος και μειώνοντας τον ρυθμό ανόδου του δυναμικού ενέργειας. Συγκεκριμένα, μπλοκάρουν τους διαύλους νατρίου και μειώνουν τις πιθανότητες εκπόλωσης και των συνεπακόλουθων δυναμικών ενέργειας. Γενικά, η εξέλιξη της αναισθησίας σχετίζεται με τη διάμετρο, τη μυελίνωση και την ταχύτητα αγωγιμότητας των επηρεαζόμενων νευρικών ινών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δόση, τη διαδρομή χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς. Μετά από επισκληρίδιο χορήγηση, η ροπιβακαΐνη υφίσταται πλήρη και διφασική απορρόφηση.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, το 86% της χορηγούμενης δόσης ροπιβακαΐνης απεκκρίνεται στα ούρα, εκ των οποίων το 1% αποτελεί αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Μετά από ενδοαγγειακή έγχυση, η ροπιβακαΐνη έχει σταθερό όγκο κατανομής 41 ± 7 λίτρα. Η ροπιβακαΐνη μπορεί να διαπεράσει εύκολα τον πλακούντα.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ροπιβακαΐνη έχει μέση κάθαρση πλάσματος 387 ± 107 mL/min, μη δεσμευμένη κάθαρση πλάσματος 7.2 ± 1.6 L/min και νεφρική κάθαρση 1 mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ροπιβακαΐνη συνδέεται 94% με πρωτεΐνες στο πλάσμα, κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ροπιβακαΐνη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό, κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης που μεσολαβείται από το CYP1A2 σε 3-OH-ροπιβακαΐνη. Οι κύριοι μεταβολίτες που απεκκρίνονται στα ούρα είναι ο N-απελκυλιωμένος μεταβολίτης (PPX) και η 3-OH-ροπιβακαΐνη. Άλλοι προσδιορισμένοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν την 4-OH-ροπιβακαΐνη, τους μεταβολίτες 3-υδροξυ-N-απελκυλιωμένη (3-OH-PPX) και 4-υδροξυ-N-απελκυλιωμένη (4-OH-PPX), και τη 2-υδροξυ-μεθυλ-ροπιβακαΐνη (η οποία έχει ταυτοποιηθεί αλλά όχι ποσοτικοποιηθεί). Η μη δεσμευμένη PPX, η 3-υδροξυ- και η 4-υδροξυ-ροπιβακαΐνη έχουν δείξει φαρμακολογική δραστηριότητα σε ζωικά μοντέλα μικρότερη από αυτή της ροπιβακαΐνης.
Η ροπιβακαΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 3-υδροξυ-ροπιβακαΐνη και την PPX.
Ήπαρ
Διαδρομή Απέκκρισης: Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, κυρίως με αρωματική υδροξυλίωση που μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P4501A σε 3-υδροξυ ροπιβακαΐνη. Μετά από μία μόνο IV δόση, περίπου το 37% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ελεύθερη και συζευγμένη 3-υδροξυ ροπιβακαΐνη. Συνολικά, το 86% της δόσης ροπιβακαΐνης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, εκ των οποίων μόνο το 1% αφορά αμετάβλητο φάρμακο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ροπιβακαΐνης είναι 1.8 ± 0.7 ώρες μετά από ενδοαγγειακή χορήγηση και 4.2 ± 1 ώρα μετά από επισκληρίδιο χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που μπλοκάρουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά σε νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με ένα νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8th ed) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά-εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
7IO5LYA57N
ΡΟΠΙΒΑΚΑΪΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου
Χημική Δομή [CS] - Αμίδια
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Τοπική Αναισθησία
Η ροπιβακαΐνη είναι ένα Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου. Η φυσιολογική επίπτωση της ροπιβακαΐνης είναι μέσω Τοπικής Αναισθησίας.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που μπλοκάρουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά σε νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με ένα νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8th ed) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά-εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.