Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L04AA43 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

RAVULIZUMAB

Ραβουλιζουμάμπη

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of RAVULIZUMAB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-ULTOMIRIS

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
Μία φορά κάθε 8 εβδομάδες για ενήλικες και παιδιά ≥ 20 kg. Μία φορά κάθε 4 εβδομάδες για παιδιά ≥ 10 kg έως < 20 kg.
Δόση έναρξης:
2.400 mg (για σωματικό βάρος ≥ 40 έως < 60 kg)
Τιτλοποίηση:
Δόσεις βάσει σωματικού βάρους, χωρίς περαιτέρω τιτλοδότηση.
  • Ενήλικοι ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS
    ΔόσηΒάσει σωματικού βάρους, βλ. Πίνακα 1
    Δόση συντήρησης κάθε 8 εβδομάδες, 2 εβδομάδες μετά τη δόση έναρξης. Επιτρέπεται απόκλιση ± 7 ημέρες από την προγραμματισμένη ημέρα έγχυσης (εξαιρουμένης της πρώτης δόσης συντήρησης). Για μετάβαση από εκουλιζουμάμπη, δόση έναρξης 2 εβδομάδες μετά την τελευταία έγχυση εκουλιζουμάμπης.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS ηλικίας 65 ετών και άνω.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (σωματικό βάρος ≥ 40 kg)
    ΔόσηΣύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις για τους ενήλικες (βλ. Πίνακα 1)
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (σωματικό βάρος ≥ 10 kg έως < 40 kg)
    ΔόσηΒάσει σωματικού βάρους, βλ. Πίνακα 2
    Για μετάβαση από εκουλιζουμάμπη, δόση έναρξης 2 εβδομάδες μετά την τελευταία έγχυση εκουλιζουμάμπης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (σωματικό βάρος < 10 kg)
    Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία λόγω περιορισμένων δεδομένων.
block
SPC-ULTOMIRIS

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Μη υποχωρούσα λοίμωξη από Neisseria meningitidis κατά την έναρξη της θεραπείας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
  • Ο εμβολιασμός κατά του Neisseria meningitidis δεν πληροί τις τρέχουσες απαιτήσεις, εκτός εάν λάβουν προφυλακτική αγωγή με κατάλληλα αντιβιοτικά μέχρι και 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-ULTOMIRIS

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
  • Σοβαρή μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Εμβολιασμός κατά των μηνιγγιτιδοκοκκικών λοιμώξεων τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν την έναρξη της χορήγησης της ραβουλιζουμάμπης (εκτός εάν ο κίνδυνος από την καθυστέρηση της θεραπείας υπερτερεί). Εάν η θεραπεία ξεκινήσει λιγότερο από 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό, χορήγηση κατάλληλων προφυλακτικών αντιβιοτικών για έως 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Συνιστώνται εμβόλια κατά οροομάδων A, C, Y, W135 και B. Εμβολιασμός ή επαναληπτικός εμβολιασμός σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές. Οι ιατροί να επαληθεύουν τον εμβολιασμό για ασθενείς που μεταβαίνουν από εκουλιζουμάμπη. Άμεση αξιολόγηση και θεραπεία με κατάλληλα αντιβιοτικά εάν πιθανολογείται λοίμωξη. Οι ασθενείς να ενημερώνονται για τα σημεία/συμπτώματα και να ζητούν άμεση ιατρική βοήθεια. Παροχή φυλλαδίου πληροφοριών ασθενούς και Κάρτας ασθενούς.
  • Ανοσοποίηση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΠΝΑ και aHUS
    Συνιστάται να ξεκινούν ανοσοποιήσεις σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για την ανοσοποίηση. Ασθενείς κάτω των 18 ετών πρέπει να εμβολιάζονται για λοιμώξεις από Haemophilus influenzae και πνευμονιόκοκκο, και να συμμορφώνονται αυστηρά με τις εθνικές συστάσεις.
  • Άλλες συστηματικές λοιμώξεις
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργές συστηματικές λοιμώξεις
    Η θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Παροχή πληροφοριών από το φύλλο οδηγιών χρήσης για τις πιθανές σοβαρές λοιμώξεις και τα σημεία και τα συμπτώματά τους. Οι ιατροί να συμβουλεύουν τους ασθενείς σχετικά με την πρόληψη της γονόρροιας.
  • Αντιδράσεις στην έγχυση
    Σε περίπτωση αντίδρασης στην έγχυση, η έγχυση της ραβουλιζουμάμπης θα πρέπει να διακόπτεται και να εφαρμόζονται κατάλληλα μέτρα υποστήριξης εάν παρουσιαστούν σημεία καρδιαγγειακής αστάθειας ή αναπνευστικής δυσλειτουργίας.
  • Διακοπή της θεραπείας της ΠΝΑ
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ΠΝΑ
    Εάν διακόψουν τη θεραπεία, εξετάστε το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη εάν παρουσιαστούν σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης μετά τη διακοπή.
  • Διακοπή της θεραπείας του aHUS
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με aHUS
    Αν οι ασθενείς πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη, ξεκινώντας με τη δόση έναρξης και τη δόση συντήρησης (βλ. Δοσολογία) εάν εμφανιστούν επιπλοκές TMA.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    ΠληθυσμόςΕνήλικες
    Ενημέρωση για την περιεκτικότητα σε νάτριο μετά την αραίωση των διαλυμάτων Ultomiris (0,18 g νατρίου ανά 72 ml στην μέγιστη δόση για 300 mg/3 ml και 1.100 mg/11 ml, 2,65 g νατρίου ανά 720 ml στην μέγιστη δόση για 300 mg/30 ml).
swap_horiz
SPC-ULTOMIRIS

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • ενδοφλέβια ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη (IVIg)
    προσοχή
    Μείωση των συγκεντρώσεων ραβουλιζουμάμπης στον ορό
sick
SPC-ULTOMIRIS

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Έμετος
  • Δυσπεψία
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Μυαλγία
  • Μυϊκοί σπασμοί
Γενικές
  • Κόπωση
  • Γριππώδες σύνδρομο
  • Πυρεξία
  • Ρίγη
  • Εξασθένιση
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Υπερευαισθησία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
    Γενικές
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Γριππώδες σύνδρομο
    Γενικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές(≥1/100)
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Συχνές(≥1/100)
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές(≥1/100)
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές(≥1/100)
  • Ρινοφαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές(≥1/10)
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές(≥1/1000)
  • μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές(≥1/1000)
pregnant_woman
SPC-ULTOMIRIS

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και για 8 μήνες μετά τη θεραπεία. Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ραβουλιζουμάμπης σε έγκυες γυναίκες. ∆εν έχουν πραγµατοποιηθεί μη κλινικές µελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα με τη ραβουλιζουμάμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς με χρήση του υποκατάστατου μορίου ποντικού BB5.1, οι οποίες αξιολόγησαν την επίδραση της αναστολής του C5 στο αναπαραγωγικό σύστημα. Σε αυτές τις μελέτες δεν εντοπίστηκε καμία ειδική αναπαραγωγική τοξικότητα που να σχετίζεται με το υπό δοκιμή φάρμακο. Η ανθρώπινη IgG είναι γνωστό ότι διαπερνά τον πλακούντιο φραγμό στον άνθρωπο και, κατά συνέπεια, η ραβουλιζουμάμπη μπορεί δυνητικά να προκαλέσει αναστολή του τελικού συμπληρώματος στην εμβρυϊκή κυκλοφορία. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Θα μπορούσε να αποφασιστεί η χρήση ραβουλιζουμάμπης μετά από αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Δεν είναι γνωστό εάν η ραβουλιζουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μη κλινικές μελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα που πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς με το υποκατάστατο μόριο ποντικού BB5.1 δεν εντόπισαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε νεογνά οι οποίες να προέκυψαν από την πρόσληψη γάλακτος από υπό θεραπεία μητέρες. Ο κίνδυνος στα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Καθώς πολλά φαρµακευτικά προϊόντα και ανοσοσφαιρίνες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω του ενδεχόμενου σοβαρών ανεπιθύµητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη και έως για 8 µήνες µετά τη θεραπεία.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ειδική μη κλινική μελέτη για τη γονιμότητα με τη ραβουλιζουμάμπη. Μη κλινικές μελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα που πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς με ένα υποκατάστατο μόριο ποντικού (BB5.1) δεν εντόπισαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα των υπό θεραπεία θηλυκών ή αρσενικών.
neurology
SPC-ULTOMIRIS

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, εκλεκτικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA43 ### Μηχανισμός δράσης Η ραβουλιζουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα IgG2/4K που δεσμεύεται ειδικά στην πρωτεΐνη C5 του…
monitor_heart
SPC-ULTOMIRIS

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, εκλεκτικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA43 ### Μηχανισμός δράσης Η ραβουλιζουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα IgG2/4K που δεσμεύεται ειδικά στην πρωτεΐνη C5 του…
biotech
SPC-ULTOMIRIS

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Επειδή η οδός χορήγησης της ραβουλιζουμάμπης είναι η ενδοφλέβια έγχυση και η δοσολογική μορφή είναι το διάλυμα, το 100% της χορηγηθείσας δόσης θεωρείται βιοδιαθέσιμο. Ο χρόνος έως τη μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση (tmax) αναμένεται στο…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κρεατινίνη ορού water_dropΝεφρική λειτουργία στενά, σε συνεχή βάση Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη
Γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) gastroenterologyΗπατική λειτουργία στενά, για τουλάχιστον 16 εβδομάδες Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη σε ΠΝΑ
στενά, σε συνεχή βάση Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη
Αιμοπετάλια bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος στενά, σε συνεχή βάση Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη
Αιμοσφαιρίνη (Hb) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος στενά, για τουλάχιστον 16 εβδομάδες Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη σε ΠΝΑ
Αιμόλυση bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος στενά Μεσολαβούμενες από το συμπλήρωμα νόσοι μετά εμβολιασμό
Σημεία μηνιγγιτιδοκοκκικής λοίμωξης coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Ασθενείς που λαμβάνουν ραβουλιζουμάμπη
Σηψαιμία coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Ασθενείς που λαμβάνουν ραβουλιζουμάμπη
Αιμοσφαιρινουρία humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων στενά, για τουλάχιστον 16 εβδομάδες Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη σε ΠΝΑ
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) στενά, για τουλάχιστον 16 εβδομάδες Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη σε ΠΝΑ
Σημεία και συμπτώματα TMA stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) στενά, σε συνεχή βάση Διακοπή θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ULTOMIRIS
expand_more

Η ραβουλιζουμάμπη θα πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία υγείας και υπό την επίβλεψη ιατρού με εμπειρία στη διαχείριση ασθενών με αιματολογικές ή νεφρικές διαταραχές.

Δοσολογία

Ενήλικοι ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα αποτελείται από μια δόση έναρξης ακολουθούμενη από δόσεις συντήρησης, χορηγούμενες με ενδοφλέβια έγχυση. Οι δόσεις που θα χορηγηθούν βασίζονται στο σωματικό βάρος του ασθενούς, όπως παρατίθεται στον Πίνακα 1. Για ενήλικους ασθενείς (ηλικίας ≥ 18 ετών), οι δόσεις συντήρησης θα πρέπει να χορηγούνται μία φορά κάθε 8 εβδομάδες, με αφετηρία 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης. Το πρόγραμμα χορήγησης δόσης επιτρέπεται περιστασιακά να αποκλίνει κατά ± 7 ημέρες από την προγραμματισμένη ημέρα έγχυσης (εξαιρούμενης της πρώτης δόσης συντήρησης της ραβουλιζουμάμπης, αλλά η επόμενη δόση θα πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με το αρχικό πρόγραμμα). Για ασθενείς που περνούν από την εκουλιζουμάμπη στη ραβουλιζουμάμπη, η δόση έναρξης της ραβουλιζουμάμπης θα πρέπει να χορηγείται 2 εβδομάδες μετά από την τελευταία έγχυση εκουλιζουμάμπης και κατόπιν οι δόσεις συντήρησης θα πρέπει να χορηγούνται μία φορά κάθε 8 εβδομάδες, με αφετηρία 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης, όπως παρατίθεται στον Πίνακα 1.

Πίνακας 1: Δοσολογικό σχήμα της ραβουλιζουμάμπης με βάση το σωματικό βάρος

Εύρος σωματικού βάρους (kg) Δόση έναρξης (mg) Δόση συντήρησης (mg)* Μεσοδιάστημα χορήγησης δόσεων
≥ 40 έως < 60 2.400 3.000 Κάθε 8 εβδομάδες
≥ 60 έως < 100 2.700 3.300 Κάθε 8 εβδομάδες
≥ 100 3.000 3.600 Κάθε 8 εβδομάδες

*Η δόση συντήρησης χορηγείται 2 εβδομάδες μετά τη δόση έναρξης

Δεν υπάρχει εμπειρία ταυτόχρονης χρήσης PE/PI (πλασμαφαίρεση ή ανταλλαγή πλάσματος ή έγχυση φρεσκοκατεψυγμένου πλάσματος) με τη ραβουλιζουμάμπη. Η χορήγηση PE/PI μπορεί να ελαττώσει τα επίπεδα της ραβουλιζουμάμπης στον ορό. Η ΠΝΑ είναι μια χρόνια νόσος και η θεραπεία με τη ραβουλιζουμάμπη συνιστάται να συνεχιστεί για όλη τη ζωή του ασθενούς, εκτός εάν η διακοπή της ραβουλιζουμάμπης ενδείκνυται κλινικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στο aHUS, η θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη για την υποχώρηση εκδηλώσεων θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας (TMA) θα πρέπει να έχει ελάχιστη διάρκεια 6 μηνών. Μετά από αυτό το διάστημα, η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα για κάθε ασθενή. Οι ασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο επανεμφάνισης TMA, όπως καθορίζεται από τον θεράποντα ιατρό (ή όπως ενδείκνυται κλινικά), ενδέχεται να απαιτούν χρόνια θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS ηλικίας 65 ετών και άνω. Δεν υπάρχουν τεκμήρια που να υποδεικνύουν ότι απαιτούνται ιδιαίτερες προφυλάξεις για τη θεραπεία γηριατρικού πληθυσμού, αν και η εμπειρία με τη ραβουλιζουμάμπη σε ηλικιωμένους ασθενείς είναι περιορισμένη.

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηπατική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ραβουλιζουμάμπης δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, ωστόσο φαρμακοκινητικά δεδομένα δείχνουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι παιδιατρικοί ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS σωματικού βάρους ≥ 40 kg, υποβάλλονται σε θεραπεία σύμφωνα με τις δοσολογικές συστάσεις για τους ενήλικες. Οι δόσεις με βάση το βάρος και τα μεσοδιαστήματα χορήγησης δόσεων για τους παιδιατρικούς ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 10 kg έως < 40 kg παρατίθενται στον Πίνακα 2. Για ασθενείς που περνούν από την εκουλιζουμάμπη στη ραβουλιζουμάμπη, η δόση έναρξης της ραβουλιζουμάμπης θα πρέπει να χορηγείται 2 εβδομάδες μετά από την τελευταία έγχυση εκουλιζουμάμπης και κατόπιν οι δόσεις συντήρησης θα πρέπει να χορηγούνται σύμφωνα με το δοσολογικό σχήμα με βάση το σωματικό βάρος το οποίο παρατίθεται στον Πίνακα 2, με αφετηρία 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση της δόσης έναρξης.

Πίνακας 2: Δοσολογικό σχήμα της ραβουλιζουμάμπης με βάση το σωματικό βάρος για παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS βάρους κάτω των 40 kg

Εύρος σωματικού βάρους (kg) Δόση έναρξης (mg) Δόση συντήρησης (mg)* Μεσοδιάστημα χορήγησης δόσεων
≥ 10 έως < 20 600 600 Κάθε 4 εβδομάδες
≥ 20 έως < 30 900 2.100 Κάθε 8 εβδομάδες
≥ 30 έως < 40 1.200 2.700 Κάθε 8 εβδομάδες

*Η δόση συντήρησης χορηγείται 2 εβδομάδες μετά τη δόση έναρξης

Τα δεδομένα προς υποστήριξη της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της ραβουλιζουμάμπης για ασθενείς με σωματικό βάρος κάτω των 10 kg είναι περιορισμένα. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην παράγραφο 4.8, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία για τους ασθενείς με σωματικό βάρος κάτω των 10 kg. Η ραβουλιζουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ που ζυγίζουν λιγότερο από 30 kg. Η δοσολογία της ραβουλιζουμάμπης για παιδιατρικούς ασθενείς βάρους κάτω των 30 kg βασίζεται στη δοσολογία που χρησιμοποιείται για παιδιατρικούς ασθενείς με aHUS, με βάση τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά/φαρμακοδυναμικά (ΦΚ/ΦΔ) δεδομένα από ασθενείς με aHUS και ΠΝΑ που έλαβαν θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη.

Τρόπος χορήγησης

Μόνο για ενδοφλέβια έγχυση. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται μέσω φίλτρου 0,2 µm και δεν θα πρέπει να χορηγείται με ταχεία (push ή bolus) ενδοφλέβια ένεση. Ελλείψει μελετών σχετικά με τη συμβατότητα, το Ultomiris 300 mg/30 ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση δεν πρέπει να αναμειγνύεται με τα Ultomiris 300 mg/3 ml ή 1.100 mg/11 ml πυκνά διαλύματα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση.

Ultomiris 300 mg/3 ml και 1.100 mg/11 ml πυκνά διαλύματα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση Το Ultomiris σε συγκέντρωση 100 mg/ml (φιαλίδια των 3 ml και 11 ml) πρέπει να αραιώνεται σε τελική συγκέντρωση 50 mg/ml. Το Ultomiris πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση σε μορφή φιαλιδίων των 3 ml και των 11 ml (100 mg/ml), πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση με ενδοφλέβια έγχυση με χρήση αντλίας τύπου σύριγγας ή αντλίας έγχυσης. Η έγχυση πραγματοποιείται επί διαστήματος τουλάχιστον 0,4 έως 1,3 ωρών (25 έως 75 λεπτών) ανάλογα με το σωματικό βάρος (βλ. Πίνακα 3 παρακάτω).

Πίνακας 3: Ρυθμός χορήγησης δόσης για το Ultomiris 300 mg/3 ml και 1.100 mg/11 ml πυκνά διαλύματα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Εύρος σωματικού βάρους (kg)α Δόση έναρξης (mg) Ελάχιστη διάρκεια έγχυσης λεπτά (ώρες) Δόση συντήρησης (mg) Ελάχιστη διάρκεια έγχυσης λεπτά (ώρες)
≥ 10 έως < 20 600 45 (0,8) 600 45 (0,8)
≥ 20 έως < 30 900 35 (0,6) 2.100 75 (1,3)
≥ 30 έως < 40 1.200 31 (0,5) 2.700 65 (1,1)
≥ 40 έως < 60 2.400 45 (0,8) 3.000 55 (0,9)
≥ 60 έως < 100 2.700 35 (0,6) 3.300 40 (0,7)
≥ 100 3.000 25 (0,4) 3.600 30 (0,5)

α Σωματικό βάρος κατά τη στιγμή της θεραπείας.

Ultomiris 300 mg/30 ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση Το Ultomiris σε συγκέντρωση 10 mg/ml (φιαλίδιο των 30 ml) πρέπει να αραιώνεται σε τελική συγκέντρωση 5 mg/ml. Το Ultomiris πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση σε μορφή φιαλιδίου των 30 ml (10 mg/ml), πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση με ενδοφλέβια έγχυση με χρήση αντλίας τύπου σύριγγας ή αντλίας έγχυσης. Η έγχυση πραγματοποιείται επί διαστήματος τουλάχιστον 1,3 έως 3,3 ωρών (77 έως 194 λεπτών) ανάλογα με το σωματικό βάρος (βλ. Πίνακα 4 παρακάτω).

Πίνακας 4: Ρυθμός χορήγησης δόσης για το Ultomiris 300 mg/30 ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση

Εύρος σωματικού βάρους (kg)α Δόση έναρξης (mg) Ελάχιστη διάρκεια έγχυσης λεπτά (ώρες) Δόση συντήρησης (mg) Ελάχιστη διάρκεια έγχυσης λεπτά (ώρες)
≥ 10 έως < 20 600 113 (1,9) 600 113 (1,9)
≥ 20 έως < 30 900 86 (1,5) 2.100 194 (3,3)
≥ 30 έως < 40 1.200 77 (1,3) 2.700 167 (2,8)
≥ 40 έως < 60 2.400 114 (1,9) 3.000 140 (2,4)
≥ 60 έως < 100 2.700 102 (1,7) 3.300 120 (2,0)
≥ 100 3.000 108 (1,8) 3.600 132 (2,2)

α Σωματικό βάρος κατά τη στιγμή της θεραπείας.

Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση και τους ρυθμούς έγχυσης του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-ULTOMIRIS
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Ασθενείς με μη υποχωρούσα λοίμωξη από Neisseria meningitidis κατά την έναρξη της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
  • Ασθενείς των οποίων ο εμβολιασμός κατά του Neisseria meningitidis δεν πληροί τις τρέχουσες απαιτήσεις, εκτός εάν λάβουν προφυλακτική αγωγή με κατάλληλα αντιβιοτικά μέχρι και 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ULTOMIRIS
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Σοβαρή μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη

Λόγω του μηχανισμού δράσης της ραβουλιζουμάμπης, η χρήση της αυξάνει την ευαισθησία των ασθενών στη μηνιγγιτιδοκοκκική λοίµωξη/σηψαιμία από μηνιγγιτιδόκοκκο (Neisseria meningitidis). Μπορεί να παρουσιαστεί µηνιγγιτιδοκοκκική νόσος οφειλόμενη σε οποιαδήποτε οροομάδα. Για να μειωθεί αυτός ο κίνδυνος λοίμωξης, όλοι οι ασθενείς πρέπει να εμβολιάζονται κατά των µηνιγγιτιδοκοκκικών λοιμώξεων τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από την έναρξη της χορήγησης της ραβουλιζουμάμπης, εκτός εάν ο κίνδυνος από την καθυστέρηση της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη υπερτερεί του κινδύνου ανάπτυξης µηνιγγιτιδοκοκκικής λοίμωξης. Οι ασθενείς που ξεκινούν τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη λιγότερο από 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου πρέπει να λαμβάνουν αγωγή με κατάλληλα προφυλακτικά αντιβιοτικά έως και για 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Για την πρόληψη των συχνά παθογόνων οροομάδων του μηνιγγιτιδόκοκκου, συνιστώνται εμβόλια κατά των οροομάδων A, C, Y, W135 και B, εφόσον είναι διαθέσιμα. Οι ασθενείς πρέπει να εμβολιάζονται ή να υποβάλλονται σε επαναληπτικό εμβολιασμό σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες εθνικές κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τη χρήση εμβολίων. Εάν ο ασθενής πραγματοποιεί μετάβαση από θεραπεία με εκουλιζουμάμπη, οι ιατροί θα πρέπει να επαληθεύουν ότι ο εμβολιασμός κατά του μηνιγγιτιδόκοκκου πληροί τις τρέχουσες απαιτήσεις σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για τη χρήση εμβολίων. Ο εμβολιασμός ενδέχεται να μην είναι αρκετός για την πρόληψη της μηνιγγιτιδοκοκκικής λοίμωξης. Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες σχετικά με την ορθή χρήση των αντιβακτηριακών παραγόντων. Έχουν αναφερθεί περιστατικά σοβαρών μηνιγγιτιδοκοκκικών λοιμώξεων/σηψαιμίας από μηνιγγιτιδόκοκκο σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη. Έχουν αναφερθεί περιστατικά σοβαρών ή θανατηφόρων μηνιγγιτιδοκοκκικών λοιμώξεων/σηψαιμίας από μηνιγγιτιδόκοκκο σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με άλλους αναστολείς του τελικού συμπληρώματος. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για πρώιμα σημεία μηνιγγιτιδοκοκκικής λοίμωξης και σηψαιμίας από μηνιγγιτιδόκοκκο, να αξιολογούνται αμέσως εάν πιθανολογείται λοίμωξη και να λαμβάνουν θεραπεία με τα κατάλληλα αντιβιοτικά. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για αυτά τα σημεία και τα συμπτώματα και θα πρέπει να φροντίζουν να ζητούν άμεση ιατρική βοήθεια. Οι ιατροί θα πρέπει να παρέχουν στους ασθενείς ένα φυλλάδιο πληροφοριών ασθενούς και μια Κάρτα ασθενούς.

Ανοσοποίηση

Πριν από την έναρξη θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη, συνιστάται οι ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS να ξεκινούν ανοσοποιήσεις σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για την ανοσοποίηση. Ο εμβολιασμός μπορεί να ενεργοποιήσει περαιτέρω το συμπλήρωμα. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς με μεσολαβούμενες από το συμπλήρωμα νόσους, συμπεριλαμβανομένης της ΠΝΑ και του aHUS, ενδέχεται να παρουσιάσουν αυξημένα σημεία και συμπτώματα της υποκείμενης νόσου τους, όπως αιμόλυση. Συνεπώς, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα της νόσου μετά από τον συνιστώμενο εμβολιασμό. Οι ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών πρέπει να εμβολιάζονται για λοιμώξεις που προκαλούνται από Haemophilus influenzae και πνευμονιόκοκκο, και πρέπει να συμμορφώνονται αυστηρά με τις εθνικές συστάσεις εμβολιασμού για κάθε ηλικιακή ομάδα.

Άλλες συστηματικές λοιμώξεις

Η θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενεργές συστηματικές λοιμώξεις. Η ραβουλιζουμάμπη μπλοκάρει την ενεργοποίηση του τελικού συμπληρώματος, συνεπώς οι ασθενείς μπορεί να έχουν αυξημένη ευαισθησία σε λοιμώξεις προκαλούμενες από το είδος Neisseria και ελυτροφόρα βακτήρια. Έχουν αναφερθεί σοβαρές λοιμώξεις με το είδος Neisseria (εκτός του Neisseria meningitidis), συμπεριλαμβανομένων διάχυτων γονοκοκκικών λοιμώξεων. Στους ασθενείς θα πρέπει να παρέχονται πληροφορίες από το φύλλο οδηγιών χρήσης ώστε να ενημερώνονται καλύτερα για τις πιθανές σοβαρές λοιμώξεις και τα σημεία και τα συμπτώματά τους. Οι ιατροί θα πρέπει να συμβουλεύουν τους ασθενείς σχετικά με την πρόληψη της γονόρροιας.

Αντιδράσεις στην έγχυση

Η χορήγηση της ραβουλιζουμάμπης μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις στην έγχυση και σε αλλεργικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας). Σε κλινικές δοκιμές με ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS, [(6 από τους 487 ασθενείς με ΠΝΑ) και (4 από τους 89 ασθενείς με aHUS)] παρουσίασαν αντιδράσεις στην έγχυση οι οποίες ήταν ήπιες σε βαρύτητα και παροδικές [π.χ. οσφυαλγία, πτώση της αρτηριακής πίεσης, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, δυσφορία στα άκρα, υπερευαισθησία στο φάρμακο (αλλεργική αντίδραση) και δυσγευσία (άσχημη γεύση)]. Σε περίπτωση αντίδρασης στην έγχυση, η έγχυση της ραβουλιζουμάμπης θα πρέπει να διακόπτεται και θα πρέπει να εφαρμόζονται κατάλληλα μέτρα υποστήριξης εάν παρουσιαστούν σημεία καρδιαγγειακής αστάθειας ή αναπνευστικής δυσλειτουργίας.

Διακοπή της θεραπείας της ΠΝΑ

Εάν οι ασθενείς με ΠΝΑ διακόψουν τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα σοβαρής ενδαγγειακής αιμόλυσης, η οποία αναγνωρίζεται από αυξημένα επίπεδα LDH (γαλακτική αφυδρογονάση) μαζί με ξαφνική μείωση του μεγέθους του κλώνου της ΠΝΑ ή της αιμοσφαιρίνης, ή επανεμφάνιση συμπτωμάτων όπως κόπωση, αιμοσφαιρινουρία, κοιλιακό άλγος, δυσκολία στην αναπνοή (δύσπνοια), μείζον αγγειακό ανεπιθύμητο συμβάν (συμπεριλαμβανομένης της θρόμβωσης), δυσφαγία ή στυτική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς που διακόπτουν τη ραβουλιζουμάμπη θα πρέπει να παρακολουθούνται για τουλάχιστον 16 εβδομάδες για να ανιχνευθεί τυχόν αιμόλυση και άλλες αντιδράσεις. Εάν μετά τη διακοπή παρουσιαστούν σημεία και συμπτώματα αιμόλυσης, συμπεριλαμβανομένης αυξημένης LDH, εξετάστε το ενδεχόμενο να ξεκινήσετε εκ νέου τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη.

Διακοπή της θεραπείας του aHUS

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα δεδομένα για τη διακοπή της ραβουλιζουμάμπης. Σε μια μακροχρόνια, προοπτική μελέτη παρατήρησης, η διακοπή της θεραπείας με αναστολέα του συστατικού C5 του συμπληρώματος (εκουλιζουμάμπη) οδήγησε σε 13,5 φορές υψηλότερο ποσοστό επανεμφάνισης TMA και έδειξε μια τάση προς μειωμένη νεφρική λειτουργία συγκριτικά με τους ασθενείς που συνέχισαν τη θεραπεία. Αν οι ασθενείς πρέπει να διακόψουν τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα TMA σε συνεχή βάση. Ωστόσο, η παρακολούθηση μπορεί να είναι ανεπαρκής για την πρόβλεψη ή την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών TMA. Οι επιπλοκές TMA μετά από τη διακοπή της θεραπείας μπορούν να προσδιοριστούν εφόσον παρατηρηθεί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

  • Ταυτόχρονη παρατήρηση τουλάχιστον δύο από τα εξής εργαστηριακά αποτελέσματα: μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων κατά 25% ή περισσότερο σε σύγκριση είτε με την αρχική τιμή, είτε με τον μέγιστο αριθμό αιμοπεταλίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη, αύξηση στην κρεατινίνη του ορού κατά 25% ή περισσότερο σε σύγκριση με την αρχική τιμή ή με την ελάχιστη τιμή (ναδίρ) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη, ή αύξηση της LDH στον ορό κατά 25% ή περισσότερο σε σύγκριση με την αρχική τιμή ή την ελάχιστη τιμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη (τα αποτελέσματα θα πρέπει να επιβεβαιώνονται με δεύτερη μέτρηση)
  • οποιοδήποτε ένα από τα ακόλουθα συμπτώματα TMA: μεταβολή στη νοητική κατάσταση ή επιληπτικές κρίσεις ή άλλες εξωνεφρικές εκδηλώσεις TMA, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών ανωμαλιών, της περικαρδίτιδας, των γαστρεντερικών συμπτωμάτων/της διάρροιας, ή θρόμβωση. Αν εμφανιστούν επιπλοκές TMA μετά τη διακοπή της ραβουλιζουμάμπης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επανέναρξης της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη, ξεκινώντας με τη δόση έναρξης και τη δόση συντήρησης (βλ. Δοσολογία).

Περιεκτικότητα σε νάτριο

Ultomiris 300 mg/3 ml και 1.100 mg/11 ml πυκνά διαλύματα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση Αφού αραιωθεί με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 0,18 g νατρίου ανά 72 ml στη μέγιστη δόση, που ισοδυναμεί με 9,1% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα. Ultomiris 300 mg/30 ml πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση Αφότου αραιωθεί με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 2,65 g νατρίου ανά 720 ml στη μέγιστη δόση, που ισοδυναμεί με 133% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης 2 g νατρίου μέσω διατροφής, για έναν ενήλικα.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ULTOMIRIS
expand_more
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Η χρόνια θεραπεία με ενδοφλέβια ανθρώπινη ανοσοσφαιρίνη (IVIg) μπορεί να προκαλέσει παρεμβολή στον μεσολαβούμενο από τον νεογνικό υποδοχέα Fc (FcRn) μηχανισμό των μονοκλωνικών αντισωμάτων, όπως η ραβουλιζουμάμπη, για την ανακύκλωση των ενδοσωματίων, και κατά συνέπεια να μειώσει τις συγκεντρώσεις ραβουλιζουμάμπης στον ορό.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ULTOMIRIS
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (πολύ συχνές) είναι διάρροια, ναυτία, ρινοφαρυγγίτιδα και κεφαλαλγία. Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς σε κλινικές δοκιμές είναι η μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη και η σηψαιμία από μηνιγγιτιδόκοκκο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο Πίνακας 5 περιλαμβάνει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές της ΠΝΑ και του aHUS και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA και κατά συχνότητα με βάση την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά συχνότητας.

Πίνακας 5: Ανεπιθύμητες ενέργειες

Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA Πολύ συχνές (≥ 1/10) Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10) Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100)
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις ρινοφαρυγγίτιδα λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξηα
Διαταραχές του νευρικού συστήματος κεφαλαλγία ζάλη
Διαταραχές του γαστρεντερικού διάρροια, ναυτία κοιλιακό άλγος, έμετος, δυσπεψία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού εξάνθημα, κνησμός Κνίδωσηβ
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού αρθραλγία, οσφυαλγία, μυαλγία, μυϊκοί σπασμοί
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης κόπωση γριπώδης συνδρομή, πυρεξία, ρίγη, εξασθένιση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος αναφυλακτική αντίδρασηβ, υπερευαισθησία
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση

α Η μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη περιλαμβάνει τους προτιμώμενους όρους της μηνιγγιτιδοκοκκικής λοίμωξης και της σηψαιμίας από μηνιγγιτιδόκοκκο. β Εκτιμήθηκε από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Μηνιγγιτιδοκοκκική λοίµωξη/σηψαιμία από μηνιγγιτιδόκοκκο Ο εμβολιασμός περιορίζει, αλλά δεν εξαλείφει, τον κίνδυνο μηνιγγιτιδοκοκκικών λοιμώξεων. Σε κλινικές δοκιμές, 3 από τους 261 ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ ανέπτυξαν σοβαρή μηνιγγιτιδοκοκκική λοίµωξη/σηψαιμία από μηνιγγιτιδόκοκκο ενόσω λάμβαναν θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη. Και οι 3 είχαν εμβολιαστεί. Και οι 3 ανάρρωσαν ενώ συνέχιζαν τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη. Στη μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ, δεν παρουσιάστηκε καμία μηνιγγιτιδοκοκκική λοίμωξη μεταξύ των 13 ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη. Στις μελέτες του aHUS, δεν εμφανίστηκαν μηνιγγιτιδοκοκκικές λοιμώξεις μεταξύ των 89 ασθενών που ελάμβαναν θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη. Ανατρέξτε στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) για πληροφορίες σχετικά με την πρόληψη και τη θεραπεία πιθανολογούμενης μηνιγγιτιδοκοκκικής λοίµωξης. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη, οι μηνιγγιτιδοκοκκικές λοιμώξεις παρουσιάστηκαν ως σηψαιμία από μηνιγγιτιδόκοκκο. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα της σηψαιμίας από μηνιγγιτιδόκοκκο και να παροτρύνονται να ζητούν αμέσως ιατρική βοήθεια.

Ανοσογονικότητα Η θεραπεία με οποιαδήποτε θεραπευτική πρωτεΐνη ενδέχεται να επάγει ανοσολογική απόκριση. Σε μελέτες με ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ (N = 261), σε μελέτη με παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ (N = 13) και σε μελέτες σε ασθενείς με aHUS (N = 89), αναφέρθηκαν με τη ραβουλιζουμάμπη μόνο 2 (0,55%) περιστατικά με ανάπτυξη αντισώματος έναντι του φαρμάκου που προέκυψε κατά τη θεραπεία (1 ενήλικος ασθενής με ΠΝΑ και 1 ενήλικος ασθενής με aHUS). Αυτά τα αντισώματα έναντι του φαρμάκου ήταν παροδικής φύσης με χαμηλό τίτλο και δεν συσχετίστηκαν με κλινική απόκριση ή ανεπιθύμητα συμβάντα.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία (ΠΝΑ) Σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ (ηλικίας 9 έως 17 ετών) που συμμετείχαν στην παιδιατρική μελέτη για την ΠΝΑ (ALXN1210-PNH-304), το προφίλ ασφάλειας φάνηκε παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με ΠΝΑ. Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ ήταν το κοιλιακό άλγος και η ρινοφαρυγγίτιδα, που παρουσιάστηκαν σε 2 ασθενείς (15,4%).

Άτυπο αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (aHUS) Σε παιδιατρικούς ασθενείς με στοιχεία ύπαρξης aHUS (ηλικίας 10 μηνών έως κάτω των 18 ετών) οι οποίοι συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη ALXN1210-aHUS-312, το προφίλ ασφάλειας της ραβουλιζουμάμπης φάνηκε παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ενήλικες ασθενείς με στοιχεία ύπαρξης aHUS. Τα προφίλ ασφάλειας στις διάφορες παιδιατρικές ηλικιακές υποκατηγορίες φαίνονται να είναι παρόμοια. Τα δεδομένα για την ασφάλεια για τους ασθενείς ηλικίας κάτω των 2 ετών περιορίζονται σε τέσσερις ασθενείς. Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια στους παιδιατρικούς ασθενείς ήταν πυρεξία (32,3%).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ULTOMIRIS
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως και για 8 μήνες μετά τη θεραπεία.

Κύηση

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της ραβουλιζουμάμπης σε έγκυες γυναίκες. ∆εν έχουν πραγµατοποιηθεί μη κλινικές µελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα με τη ραβουλιζουμάμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Μελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς με χρήση του υποκατάστατου μορίου ποντικού BB5.1, οι οποίες αξιολόγησαν την επίδραση της αναστολής του C5 στο αναπαραγωγικό σύστημα. Σε αυτές τις μελέτες δεν εντοπίστηκε καμία ειδική αναπαραγωγική τοξικότητα που να σχετίζεται με το υπό δοκιμή φάρμακο. Η ανθρώπινη IgG είναι γνωστό ότι διαπερνά τον πλακούντιο φραγμό στον άνθρωπο και, κατά συνέπεια, η ραβουλιζουμάμπη μπορεί δυνητικά να προκαλέσει αναστολή του τελικού συμπληρώματος στην εμβρυϊκή κυκλοφορία. Οι μελέτες σε ζώα είναι ανεπαρκείς όσον αφορά την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σε έγκυες γυναίκες, θα μπορούσε να αποφασιστεί η χρήση ραβουλιζουμάμπης μετά από αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η ραβουλιζουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μη κλινικές μελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα που πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς με το υποκατάστατο μόριο ποντικού BB5.1 δεν εντόπισαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε νεογνά οι οποίες να προέκυψαν από την πρόσληψη γάλακτος από υπό θεραπεία μητέρες. Ο κίνδυνος στα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Καθώς πολλά φαρµακευτικά προϊόντα και ανοσοσφαιρίνες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και λόγω του ενδεχόμενου σοβαρών ανεπιθύµητων ενεργειών στα θηλάζοντα βρέφη, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη και έως για 8 µήνες µετά τη θεραπεία.

Γονιμότητα

Δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία ειδική μη κλινική μελέτη για τη γονιμότητα με τη ραβουλιζουμάμπη. Μη κλινικές μελέτες για την αναπαραγωγική τοξικότητα που πραγματοποιήθηκαν σε ποντικούς με ένα υποκατάστατο μόριο ποντικού (BB5.1) δεν εντόπισαν ανεπιθύμητες ενέργειες στη γονιμότητα των υπό θεραπεία θηλυκών ή αρσενικών.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ULTOMIRIS
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, εκλεκτικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA43

Μηχανισμός δράσης

Η ραβουλιζουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα IgG2/4K που δεσμεύεται ειδικά στην πρωτεΐνη C5 του συμπληρώματος, αναστέλλοντας έτσι τη διάσπασή της σε C5a (την προφλεγμονώδη αναφυλατοξίνη) και C5b (την υπομονάδα εκκίνησης του τελικού συμπλέγματος του συμπληρώματος [C5b-9]) και εμποδίζοντας τη δημιουργία του C5b-9. Η ραβουλιζουμάμπη διατηρεί τα πρώιµα συστατικά της ενεργοποίησης του συµπληρώµατος τα οποία είναι απαραίτητα για την οψωνινοποίηση των µικροοργανισµών και την αποµάκρυνση των ανοσοσυµπλεγµάτων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μετά τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη τόσο σε ενήλικους και παιδιατρικούς πρωτοθεραπευόμενους με αναστολείς του συμπληρώματος ασθενείς με ΠΝΑ όσο και σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ που είχαν λάβει στο παρελθόν εκουλιζουμάμπη σε μελέτες φάσης 3, παρατηρήθηκε άμεση, πλήρης και διατηρούμενη αναστολή της ελεύθερης C5 στον ορό (συγκέντρωση < 0,5 µg/ml) μέχρι το τέλος της πρώτης έγχυσης και διατηρήθηκε σε όλη την περίοδο θεραπείας 26 εβδομάδων σε όλους τους ασθενείς. Άμεση και πλήρης αναστολή της ελεύθερης C5 στον ορό παρατηρήθηκε επίσης σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με aHUS μέχρι το τέλος της πρώτης έγχυσης και καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας 26 εβδομάδων. Για τη ραβουλιζουμάμπη, το εύρος και η διάρκεια της φαρμακοδυναμικής ανταπόκρισης σε ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS εξαρτιόνταν από την έκθεση. Τα επίπεδα της ελεύθερης C5 που ήταν μικρότερα από 0,5 µg/ml συσχετίστηκαν με μέγιστο έλεγχο της ενδαγγειακής αιμόλυσης και πλήρη αναστολή του τελικού συμπληρώματος.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ραβουλιζουμάμπης σε ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ αξιολογήθηκαν σε δύο ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με δραστική ουσία δοκιμές φάσης 3:

  • μια μελέτη πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος σε ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ που ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με θεραπεία αναστολέων του συμπληρώματος,
  • μια μελέτη επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη σε ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ που ήταν κλινικά σταθεροί αφού είχαν λάβει θεραπεία με εκουλιζουμάμπη τουλάχιστον για τους 6 προηγούμενους μήνες.

Η ραβουλιζουμάμπη χορηγήθηκε σύμφωνα με τη συνιστώμενη δοσολογία που περιγράφηκε στην (βλ. Δοσολογία) (4 εγχύσεις ραβουλιζουμάμπης σε διάστημα 26 εβδομάδων) ενώ η εκουλιζουμάμπη χορηγήθηκε σύμφωνα με το εγκεκριμένο δοσολογικό σχήμα εκουλιζουμάμπης 600 mg κάθε εβδομάδα για τις πρώτες 4 εβδομάδες και 900 mg κάθε 2 εβδομάδες (15 εγχύσεις σε διάστημα 26 εβδομάδων). Οι ασθενείς είχαν εμβολιαστεί κατά της µηνιγγιτιδοκοκκικής λοίμωξης πριν από την έναρξη ή κατά την έναρξη της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη ή εκουλιζουμάμπη ή είχαν λάβει προφυλακτική αγωγή με κατάλληλα αντιβιοτικά έως και για 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό. Δεν υπήρχαν αξιοσημείωτες διαφορές στα δημογραφικά χαρακτηριστικά ή τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη μεταξύ των ομάδων θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη και με εκουλιζουμάμπη σε καμία από τις μελέτες φάσης 3. Το ιστορικό μετάγγισης εντός 12 μηνών ήταν παρόμοιο μεταξύ των ομάδων θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη και με εκουλιζουμάμπη εντός καθεμίας από τις μελέτες φάσης 3.

Μελέτη σε πρωτοθεραπευόμενους με αναστολείς του συμπληρώματος ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ Η μελέτη πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος ήταν μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη 26 εβδομάδων, φάσης 3, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 246 ασθενείς που ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με τη θεραπεία με αναστολείς του συμπληρώματος πριν από την ένταξη στη μελέτη. Οι ασθενείς που ήταν επιλέξιμοι για ένταξη σε αυτή τη δοκιμή έπρεπε να παρουσιάζουν υψηλή ενεργότητα της νόσου, οριζόμενη ως επίπεδο LDH ≥ 1,5 × ανώτατο όριο του φυσιολογικού (ULN) κατά τη διαλογή μαζί με την παρουσία 1 ή περισσότερων από τα ακόλουθα σημεία ή συμπτώματα που σχετίζονται με την ΠΝΑ εντός 3 μηνών από τη διαλογή: κόπωση, αιμοσφαιρινουρία, κοιλιακό άλγος, δυσκολία στην αναπνοή (δύσπνοια), αναιμία (αιμοσφαιρίνη < 10 g/dl), ιστορικό μείζονος αγγειακού ανεπιθύμητου συμβάντος (συμπεριλαμβανομένης της θρόμβωσης), δυσφαγία ή στυτική δυσλειτουργία, ή ιστορικό μετάγγισης με συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια (pRBC) οφειλόμενης στην ΠΝΑ. Πάνω από το 80% των ασθενών και στις δύο ομάδες θεραπείας είχε ιστορικό μετάγγισης εντός 12 μηνών από την ένταξη στη μελέτη. Η πλειονότητα του πληθυσμού της μελέτης πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος είχε μεγάλου βαθμού αιμόλυση κατά την έναρξη. Το 86,2% των εγγεγραμμένων ασθενών προσήλθε με αυξημένη LDH ≥ 3 × ULN, η οποία αποτελεί άμεση μέτρηση της ενδαγγειακής αιμόλυσης, στο πλαίσιο της ΠΝΑ. Ο Πίνακας 6 παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη για τους ασθενείς με ΠΝΑ που εγγράφηκαν στη μελέτη πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος, χωρίς να έχουν παρατηρηθεί εμφανείς κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των σκελών θεραπείας.

Πίνακας 6: Χαρακτηριστικά κατά την έναρξη στη μελέτη πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος

Παράμετρος Στατιστική Ραβουλιζουμάμπη (N = 125) Εκουλιζουμάμπη (N = 121)
Ηλικία (έτη) κατά τη διάγνωση της ΠΝΑ Μέση τιμή (SD) 37,9 (14,90) 39,6 (16,65)
Διάμεση τιμή 34,0 36,5
Ελάχ., μέγ. 15, 81 13, 82
Ηλικία (έτη) κατά την πρώτη έγχυση στη μελέτη Μέση τιμή (SD) 44,8 (15,16) 46,2 (16,24)
Διάμεση τιμή 43,0 45,0
Ελάχ., μέγ. 18, 83 18, 86
Φύλο (n,%) Άνδρες 65 (52,0) 69 (57,0)
Γυναίκες 60 (48,0) 52 (43,0)
Προθεραπευτικά επίπεδα LDH Μέση τιμή (SD) 1.633,5 (778,75) 1.578,3 (727,06)
Διάμεση τιμή 1.513,5 1.445,0
Αριθμός ασθενών με μεταγγίσεις συμπυκνωμένων ερυθρών αιμοσφαιρίων (pRBC) εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση n (%) 103 (82,4) 100 (82,6)
Μονάδες pRBC που μεταγγίστηκαν εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση Σύνολο 925 861
Μέση τιμή (SD) 9,0 (7,74) 8,6 (7,90)
Διάμεση τιμή 6,0 6,0
Συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα ερυθρά αιμοσφαίρια Διάμεση τιμή 33,6 34,2
Συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα κοκκιοκύτταρα Διάμεση τιμή 93,8 92,4
Ασθενείς με οποιεσδήποτε καταστάσειςα της ΠΝΑ πριν από τη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης n (%) 121 (96,8) 120 (99,2)
Αναιμία 103 (82,4) 105 (86,8)
Αιματουρία ή αιμοσφαιρινουρία 81 (64,8) 75 (62,0)
Απλαστική αναιμία 41 (32,8) 38 (31,4)
Νεφρική ανεπάρκεια 19 (15,2) 11 (9,1)
Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο 7 (5,6) 6 (5,0)
Επιπλοκή κύησης 3 (2,4) 4 (3,3)
Άλλοβ 27 (21,6) 13 (10,7)

α Με βάση το ιατρικό ιστορικό. β Η κατηγορία «Άλλο» όπως καθοριζόταν στο έντυπο καταγραφής περιστατικού περιλάμβανε θρομβοπενία, χρόνια νεφρική νόσο και πανκυτταροπενία, καθώς και μια σειρά άλλων καταστάσεων της υγείας. Τα συμπρωτεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η αποφυγή μετάγγισης και η αιμόλυση όπως μετρήθηκε απευθείας από την ομαλοποίηση των επιπέδων της LDH (επίπεδα LDH ≤ 1 × ULN, το ULN για την LDH είναι 246 U/l). Τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν την ποσοστιαία μεταβολή από την έναρξη στα επίπεδα της LDH, τη μεταβολή στην ποιότητα ζωής (κλίμακα λειτουργικής αξιολόγησης θεραπείας χρόνιας νόσου-κόπωσης [FACIT-Κόπωση]), το ποσοστό ασθενών με αιμόλυση εκ διαφυγής («breakthrough») και το ποσοστό ασθενών με σταθεροποιημένη αιμοσφαιρίνη. Η ραβουλιζουμάμπη ήταν μη κατώτερη σε σύγκριση με την εκουλιζουμάμπη και για τα δύο συμπρωτεύοντα καταληκτικά σημεία, η αποφυγή της μετάγγισης pRBC σύμφωνα με τις καθοριζόμενες από το πρωτόκολλο κατευθυντήριες οδηγίες και η ομαλοποίηση της LDH από την ημέρα 29 έως την ημέρα 183 και για τα 4 βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία (Σχήμα 1).

Σχήμα 1: Ανάλυση των συμπρωτευόντων και των δευτερευόντων καταληκτικών σημείων - πλήρες σύνολο ανάλυσης (μελέτη πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος)

Ραβουλιζουμάμπη (N = 125) Εκουλιζουμάμπη (N = 121) Διαφορά (ΔΕ 95%) Λόγος πιθανοτήτων (ΔΕ 95%)
Αποφυγή μετάγγισης (%) 73,6 66,1 6,8 (-4,7, 18,1)
Ομαλοποίηση LDH (λόγος πιθανοτήτων) 53,6 49,4 1,19 (0,80, 1,77)
Μεταβολή LDH από την έναρξη (%) -76,8 -76,0 0,8 (-3,6, 5,2)
Μεταβολή στην κλίμακα FACIT-Κόπωσης 7,1 6,4 0,7 (-1,2, 2,6)
Αιμόλυση εκ διαφυγής (%) 4,0 10,7 6,7 (-0,2, 14,2)
Σταθεροποίηση αιμοσφαιρίνης (%) 68,0 64,5 2,9 (-8,8, 14,6)

Σημείωση: Το μαύρο τρίγωνο υποδεικνύει τα όρια μη κατωτερότητας και οι γκρίζες κουκκίδες υποδεικνύουν σημειακές εκτιμήσεις. Σημείωση: LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, ΔΕ = διάστημα εμπιστοσύνης, FACIT = Λειτουργική αξιολόγηση θεραπείας χρόνιας νόσου.

Μελέτη σε ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ που είχαν στο παρελθόν λάβει θεραπεία με εκουλιζουμάμπη Η μελέτη επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη ήταν μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστική ουσία μελέτη 26 εβδομάδων, φάσης 3, η οποία πραγματοποιήθηκε σε 195 ασθενείς με ΠΝΑ που ήταν κλινικά σταθεροί (LDH ≤ 1,5 x ULN) αφού είχαν λάβει θεραπεία με εκουλιζουμάμπη τουλάχιστον για τους 6 προηγούμενους μήνες. Το ιατρικό ιστορικό της ΠΝΑ ήταν παρόμοιο μεταξύ των ομάδων θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη και με εκουλιζουμάμπη. Το ιστορικό μετάγγισης εντός 12 μηνών ήταν παρόμοιο μεταξύ των ομάδων θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη και με εκουλιζουμάμπη και πάνω από το 87% των ασθενών και στις δύο ομάδες θεραπείας δεν είχε υποβληθεί σε μετάγγιση εντός 12 μηνών από την ένταξη στη μελέτη. Το μέσο συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν 60,05%, το μέσο συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα κοκκιοκύτταρα ήταν 83,30% και το μέσο συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα μονοκύτταρα ήταν 85,86%. Ο Πίνακας 7 παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη για τους ασθενείς με ΠΝΑ που εγγράφηκαν στη μελέτη επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη, χωρίς να έχουν παρατηρηθεί εμφανείς κλινικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των σκελών θεραπείας.

Πίνακας 7: Χαρακτηριστικά κατά την έναρξη στη μελέτη επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη

Παράμετρος Στατιστική Ραβουλιζουμάμπη (N = 97) Εκουλιζουμάμπη (N = 98)
Ηλικία (έτη) κατά τη διάγνωση της ΠΝΑ Μέση τιμή (SD) 34,1 (14,41) 36,8 (14,14)
Διάμεση τιμή 32,0 35,0
Ελάχ., μέγ. 6, 73 11, 74
Ηλικία (έτη) κατά την πρώτη έγχυση στη μελέτη Μέση τιμή (SD) 46,6 (14,41) 48,8 (13,97)
Διάμεση τιμή 45,0 49,0
Ελάχ., μέγ. 18, 79 23, 77
Φύλο (n,%) Άνδρες 50 (51,5) 48 (49,0)
Γυναίκες 47 (48,5) 50 (51,0)
Προθεραπευτικά επίπεδα LDH Μέση τιμή (SD) 228,0 (48,71) 235,2 (49,71)
Διάμεση τιμή 224,0 234,0
Αριθμός ασθενών με μεταγγίσεις pRBC/ολικού αίματος εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση n (%) 13 (13,4) 12 (12,2)
Μονάδες pRBC/ολικού αίματος που μεταγγίστηκαν εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση Σύνολο 103 50
Μέση τιμή (SD) 7,9 (8,78) 4,2 (3,83)
Διάμεση τιμή 4,0 2,5
Ασθενείς με οποιεσδήποτε καταστάσειςα της ΠΝΑ πριν από τη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης n (%) 90 (92,8) 96 (98,0)
Αναιμία 64 (66,0) 67 (68,4)
Αιματουρία ή αιμοσφαιρινουρία 47 (48,5) 48 (49,0)
Απλαστική αναιμία 34 (35,1) 39 (39,8)
Νεφρική ανεπάρκεια 11 (11,3) 7 (7,1)
Μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο 3 (3,1) 6 (6,1)
Επιπλοκή κύησης 4 (4,1) 9 (9,2)
Άλλοβ 14 (14,4) 14 (14,3)

α Με βάση το ιατρικό ιστορικό. β Η κατηγορία «Άλλο» περιλάμβανε ουδετεροπενία, νεφρική δυσλειτουργία και θρομβοπενία, καθώς και μια σειρά άλλων καταστάσεων της υγείας. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αιμόλυση όπως μετρήθηκε από την ποσοστιαία μεταβολή της LDH από την έναρξη. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό ασθενών με αιμόλυση εκ διαφυγής, την ποιότητα ζωής (FACIT-Κόπωση), την αποφυγή μετάγγισης και το ποσοστό ασθενών με σταθεροποιημένη αιμοσφαιρίνη. Η ραβουλιζουμάμπη ήταν μη κατώτερη σε σύγκριση με την εκουλιζουμάμπη για το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, η ποσοστιαία μεταβολή στην LDH από την έναρξη έως την ημέρα 183 και για τα 4 βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία (Σχήμα 2).

Σχήμα 2: Ανάλυση των πρωτευόντων και των δευτερευόντων καταληκτικών σημείων - πλήρες σύνολο ανάλυσης (μελέτη επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη)

Ραβουλιζουμάμπη (N = 97) Εκουλιζουμάμπη (N = 98) Διαφορά (ΔΕ 95%)
Μεταβολή LDH από την έναρξη (%) -0,8 8,4 9,2 (-0,4, 18,8)
Αιμόλυση εκ διαφυγής (%) 0 5,1 5,1 (-8,9, 19,0)
Μεταβολή στην κλίμακα FACIT-Κόπωσης 2,0 0,5 1,5 (-0,2, 3,2)
Αποφυγή μετάγγισης (%) 87,6 82,7 5,5 (-4,3, 15,7)
Σταθεροποίηση αιμοσφαιρίνης (%) 76,3 75,5 1,4 (-10,4, 13,3)

Σημείωση: Το μαύρο τρίγωνο υποδεικνύει τα όρια μη κατωτερότητας και η γκρίζα κουκκίδα υποδεικνύει σημειακές εκτιμήσεις. Σημείωση: LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, ΔΕ = διάστημα εμπιστοσύνης.

Άτυπο αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (aHUS)

Μελέτη σε ενήλικες ασθενείς με aHUS Η μελέτη ενηλίκων ήταν μια πολυκεντρική, μονού σκέλους μελέτη φάσης 3 που διενεργήθηκε σε ασθενείς με τεκμηριωμένο aHUS, οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα του συμπληρώματος πριν από την ένταξη στη μελέτη και είχαν ενδείξεις θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας (TMA). Η μελέτη αποτελούνταν από μια περίοδο αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων και οι ασθενείς επιτρεπόταν να ενταχθούν σε μια περίοδο παράτασης για έως και 4,5 χρόνια. Εγγράφηκαν συνολικά 58 ασθενείς με τεκμηριωμένο aHUS. Τα κριτήρια εγγραφής εξαιρούσαν τους ασθενείς που παρουσίαζαν TMA λόγω θρομβωτικής θρομβοπενικής πορφύρας (TTP) ή αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο σχετιζόμενο με Escherichia coli που παράγει τοξίνη Shiga (STEC-HUS). Δύο ασθενείς εξαιρέθηκαν από το πλήρες σύνολο ανάλυσης λόγω επιβεβαιωμένης διάγνωσης STEC-HUS. Το ενενήντα τρία τοις εκατό των ασθενών είχε εξωνεφρικά σημεία (καρδιαγγειακά, πνευμονικά, κεντρικού νευρικού συστήματος, γαστρεντερικά, δερματικά, σκελετικών μυών) ή συμπτώματα aHUS κατά την έναρξη. Ο Πίνακας 8 παρουσιάζει τα δημογραφικά στοιχεία και τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη για τους 56 ενήλικες ασθενείς που εντάχθηκαν στη Μελέτη ALXN1210-aHUS-311 και οι οποίοι αποτελούσαν το πλήρες σύνολο ανάλυσης.

Πίνακας 8: Χαρακτηριστικά κατά την έναρξη στη μελέτη ενηλίκων

Παράμετρος Στατιστική Ραβουλιζουμάμπη (N = 56)
Ηλικία (έτη) κατά τον χρόνο της πρώτης έγχυσης Μέση τιμή (SD) 42,2 (14,98)
Ελάχ. μέγ. 19,5, 76,6
Φύλο Άρρεν 19 (33,9)
n (%) 15 (26,8)
n (%) 29 (51,8)
Φυλή Ασιάτες 12 (21,4)
Λευκοί 8 (14,3)
Άλλοια 56
Ιστορικό μεταμόσχευσης n (%) 95,25 (18, 473)
Αιμοπετάλια (109/l) αίματος n 56
Διάμεση τιμή (ελάχ., 85,00 (60,5, 140)
μέγ.) 56
Αιμοσφαιρίνη (g/l) αίματος n 508,00 (229,5, 3.249)
Διάμεση τιμή (ελάχ., 55
μέγ.) 10,00 (4, 80)
LDH (U/l) ορού n 29 (51,8)
Διάμεση τιμή (ελάχ., 8 (14,3)
μέγ.)
eGFR (ml/min/1,73 m2) n (%)
Διάμεση τιμή (ελάχ.,
μέγ.)
Αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς N (%)
Ασθενείς σε επιλόχεια περίοδο N (%)

Σημείωση: Τα ποσοστά βασίζονται στον συνολικό αριθμό ασθενών. Συντομογραφίες: aHUS = άτυπο αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, eGFR = εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, μέγ. = μέγιστο, ελάχ. = ελάχιστο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η πλήρης ανταπόκριση της TMA κατά τη διάρκεια της Περιόδου αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων, όπως αποδεικνύονταν από την ομαλοποίηση των αιματολογικών παραμέτρων (αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 150 x 109/l και LDH ≤ 246 U/l) και τη βελτίωση κατά ≥ 25% της κρεατινίνης του ορού σε σχέση με την έναρξη. Οι ασθενείς έπρεπε να πληρούν όλα τα κριτήρια Πλήρους ανταπόκρισης TMA σε 2 χωριστές αξιολογήσεις που πραγματοποιούνταν σε διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων (28 ημερών) μεταξύ τους, καθώς και σε οποιαδήποτε ενδιάμεση μέτρηση. Πλήρης ανταπόκριση TMA παρατηρήθηκε στους 30 από τους 56 ασθενείς (53,6%) κατά τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης των 26 εβδομάδων όπως παρατίθενται στον Πίνακα 9.

Πίνακας 9: Πλήρης ανταπόκριση TMA και Ανάλυση συνιστωσών πλήρους ανταπόκρισης TMA κατά τη διάρκεια της Περιόδου αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων (ALXN1210-aHUS-311)

n Σύνολο Αναλογία (ΔΕ 95%)α
Πλήρης Ανταπόκριση TMA 30 56 0,536 (0,396, 0,675)
Συνιστώσες Πλήρους Ανταπόκρισης TMA
Ομαλοποίηση αριθμού αιμοπεταλίων 47 56 0,839 (0,734, 0,944)
Ομαλοποίηση της LDH 43 56 0,768 (0,648, 0,887)
≥25% βελτίωση της κρεατινίνης του ορού από την έναρξη 33 56 0,589 (0,452, 0,727)
Ομαλοποίηση αιματολογικών παραμέτρων 41 56 0,732 (0,607, 0,857)

α Τα ΔΕ 95% για την αναλογία βασίστηκαν στη μέθοδο ασυμπτωτικής προσέγγισης τύπου Gauss με διόρθωση συνέχειας. Συντομογραφίες: ΔΕ = διάστημα εμπιστοσύνης, LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, TMA = θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια. Τέσσερις επιπλέον ασθενείς είχαν Πλήρη ανταπόκριση TMA η οποία επιβεβαιώθηκε μετά την περίοδο αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων (με την Πλήρη ανταπόκριση TMA να εμφανίζεται τις Ημέρες 169, 302, 401 και 407) οδηγώντας σε μια συνολική Πλήρη ανταπόκριση TMA στους 34 από τους 56 ασθενείς (60,7%, ΔΕ 95%: 47,0%, 74,4%). Η ανταπόκριση των μεμονωμένων συνιστωσών αυξήθηκε στους 48 (85,7%, ΔΕ 95%: 75,7%, 95,8%) ασθενείς για την ομαλοποίηση του αριθμού αιμοπεταλίων, στους 47 (83,9%, ΔΕ 95%: 73,4%, 94,4%) ασθενείς για την ομαλοποίηση της LDH και στους 35 (62,5%, ΔΕ 95%: 48,9%, 76,1%) ασθενείς για τη βελτίωση της νεφρικής λειτουργίας. Η Πλήρης ανταπόκριση TMA επιτεύχθηκε σε ένα διάμεσο διάστημα 86 ημερών (7 έως 169 ημερών). Αύξηση του μέσου αριθμού αιμοπεταλίων παρατηρήθηκε ταχέως μετά την έναρξη της ραβουλιζουμάμπης, αυξανόμενη από τα 118,52 × 109/l κατά την έναρξη στα 240,34 × 109/l την Ημέρα 8 και παραμένοντας πάνω από τα 227 × 109/l σε όλες τις επόμενες επισκέψεις στην περίοδο αρχικής αξιολόγησης (26 εβδομάδες). Παρομοίως, η μέση τιμή της LDH μειώθηκε από την έναρξη κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 μηνών θεραπείας και διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης (26 εβδομάδες). Από τους ασθενείς που προσήλθαν με ΧΝΝ Σταδίου 5, το 67,6% (23/34) παρουσίασε βελτίωση κατά 1 ή περισσότερα στάδια της ΧΝΝ. Το στάδιο της χρόνιας νεφρικής νόσου εξακολούθησε να βελτιώνεται για πολλούς ασθενείς (19/30) μετά την επίτευξη της Πλήρους ανταπόκρισης TMA κατά τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων. 17 από τους 29 ασθενείς που έχρηζαν αιμοκάθαρσης κατά την είσοδο στη μελέτη μπόρεσαν να διακόψουν την αιμοκάθαρση έως το τέλος της διαθέσιμης επανεξέτασης, ενώ 6 από τους 27 ασθενείς που δεν υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση κατά την έναρξη υποβάλλονταν σε αιμοκάθαρση κατά την τελευταία διαθέσιμη επανεξέταση. Ο Πίνακας 10 συνοψίζει τις δευτερεύουσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας για τη Μελέτη ALXN1210-aHUS-311.

Πίνακας 10: Δευτερεύουσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας για τη Μελέτη ALXN1210-aHUS-311

Παράμετροι Μελέτη ALXN1210-aHUS-311 (N = 56)
Αιματολογικές παράμετροι TMA, Ημέρα 183 Παρατηρηθείσα τιμή (n = 48)
Αιμοπετάλια (109/l) αίματος Μεταβολή από την έναρξη (n = 48)
Μέση τιμή (SD) 237,96 (73,528)
Διάμεση τιμή 232,00
Μέση τιμή (SD) 114,79 (105,568)
Διάμεση τιμή 125,00
LDH (U/l) ορού Παρατηρηθείσα τιμή (n = 48)
Μεταβολή από την έναρξη (n = 47)
Μέση τιμή (SD) 194,46 (58,099)
Διάμεση τιμή 176,50
Μέση τιμή (SD) -519,83 (572,467)
Διάμεση τιμή -310,75
Αύξηση της αιμοσφαιρίνης κατά ≥ 20 g/l από την έναρξη με αποτέλεσμα επιβεβαίωσης κατά τη διάρκεια της Περιόδου Αρχικής Αξιολόγησης m/n 40/56
αναλογία (ΔΕ 95%)** 0,714 (0,587, 0,842)
Μεταβολή σταδίου ΧΝΝ από την έναρξη, Ημέρα 183 Βελτίωσηα m/n 32/47
Αναλογία (ΔΕ 95%)* 0,681 (0,529, 0,809)
Επιδείνωσηβ m/n 2/13
Αναλογία (ΔΕ 95%)* 0,154 (0,019, 0,454)
eGFR (ml/min/1,73 m2), Ημέρα 183 Παρατηρηθείσα τιμή (n = 48)
Μεταβολή από την έναρξη (n = 47)
Μέση τιμή (SD) 51,83 (39,162)
Διάμεση τιμή 40,00
Μέση τιμή (SD) 34,80 (35,454)
Διάμεση τιμή 29,00

Σημείωση: n: αριθμός ασθενών με διαθέσιμα δεδομένα για συγκεκριμένη αξιολόγηση κατά την επίσκεψη της Ημέρας 183. m: αριθμός ασθενών που πληρούσαν το συγκεκριμένο κριτήριο. Το στάδιο χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) κατηγοριοποιείται με βάση το Στάδιο νεφρικής νόσου κατά το Εθνικό Ινστιτούτο Νεφρού των Η.Π.Α. Το Στάδιο 5 θεωρείται η χειρότερη κατηγορία, ενώ το Στάδιο 1 θεωρείται η καλύτερη κατηγορία. Η τιμή έναρξης προκύπτει με βάση την τελευταία διαθέσιμη τιμή eGFR πριν από την έναρξη της θεραπείας. Βελτίωση/επιδείνωση: σε σύγκριση με το στάδιο της ΧΝΝ κατά την έναρξη. *Τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% (ΔΕ 95%) βασίζονται σε ακριβή όρια εμπιστοσύνης με χρήση της μεθόδου Clopper-Pearson. αΕξαιρούνται οι ασθενείς με ΧΝΝ Σταδίου 1 κατά την έναρξη, καθώς δεν μπορούν να βελτιωθούν. βΕξαιρούνται οι ασθενείς Σταδίου 5 κατά την έναρξη, καθώς δεν μπορούν να επιδεινωθούν. Συντομογραφίες: eGFR = εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, TMA = θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία (ΠΝΑ)

Μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ Η παιδιατρική μελέτη (ALXN1210-PNH-304) είναι μια πολυκεντρική, ανοικτή μελέτη φάσης 3 η οποία πραγματοποιήθηκε σε επαναθεραπευόμενους με εκουλιζουμάμπη και σε πρωτοθεραπευόμενους με αναστολείς του συμπληρώματος παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ. Από τα ενδιάμεσα αποτελέσματα, συνολικά 13 παιδιατρικοί ασθενείς με ΠΝΑ ολοκλήρωσαν τη θεραπεία με ραβουλιζουμάμπη κατά τη διάρκεια της αρχικής περιόδου αξιολόγησης (26 εβδομάδες) της μελέτης ALXN1210-PNH-304. Πέντε από τους 13 ασθενείς δεν είχαν λάβει ποτέ θεραπεία με αναστολέα του συμπληρώματος και 8 ασθενείς είχαν λάβει θεραπεία με εκουλιζουμάμπη πριν ενταχθούν στη μελέτη. Οι περισσότεροι ασθενείς ήταν ηλικίας μεταξύ 12 και 17 ετών κατά την πρώτη έγχυση (μέση ηλικία: 14,4 έτη), με 2 ασθενείς κάτω των 12 ετών (11 ετών και 9 ετών). Οκτώ από τους 13 ασθενείς ήταν γυναίκες. Το μέσο βάρος κατά την έναρξη ήταν 56 kg και κυμαινόταν μεταξύ 37 και 72 kg. Ο Πίνακας 11 παρουσιάζει το ιστορικό της νόσου και τα χαρακτηριστικά που είχαν κατά την έναρξη οι παιδιατρικοί ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη ALXN1210-PNH-304.

Πίνακας 11: Ιστορικό νόσου και χαρακτηριστικά κατά την έναρξη (πλήρες σύνολο ανάλυσης)

Μεταβλητή Πρωτοθεραπευόμενοι με αναστολείς του συμπληρώματος ασθενείς (N = 5) Επαναθεραπευόμενοι με εκουλιζουμάμπη ασθενείς (N = 8)
(N = 4) (N = 6)
Συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα ερυθρά αιμοσφαίρια (%) Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) 40,05 (6,9, 68,1) 71,15 (21,2, 85,4)
Συνολικό μέγεθος κλώνου της ΠΝΑ στα κοκκιοκύτταρα (%) Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) 78,30 (36,8, 99,0) 91,60 (20,3, 97,6)
Αριθμός ασθενών με μεταγγίσεις pRBC/ολικού αίματος εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση, n (%) 2 (40,0) 2 (25,0)
Αριθμός μεταγγίσεων pRBC/ολικού αίματος εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση Σύνολο 10 2
Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) 5,0 (4, 6) 1,0 (1, 1)
Μονάδες pRBC/ολικού αίματος που μεταγγίστηκαν εντός 12 μηνών πριν από την πρώτη δόση Σύνολο 14 2
Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) 7,0 (3, 11) 2,0 (2, 2)
Ασθενείς με οποιεσδήποτε καταστάσεις της ΠΝΑ πριν από τη συναίνεση κατόπιν ενημέρωσης, n (%) 5 (100) 8 (100)
Αναιμία 2 (40,0) 5 (62,5)
Αιματουρία ή αιμοσφαιρινουρία 2 (40,0) 5 (62,5)
Απλαστική αναιμία 3 (60,0) 1 (12,5)
Νεφρική ανεπάρκεια 2 (40,0) 2 (25,0)
Άλλοα 0 1 (12,5)
Προθεραπευτικά επίπεδα LDH (U/l) Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) 588,50 (444, 2.269,7) 251,50 (140,5, 487)

α Άλλες καταστάσεις της ΠΝΑ αναφέρθηκαν ως «έμφραγμα νεφρού και σπληνός» και «πολλαπλές βλάβες ανησυχητικές για εμβολική διεργασία». Σημείωση: Τα ποσοστά βασίστηκαν στον συνολικό αριθμό ασθενών σε κάθε κοόρτη. Συντομογραφίες: LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, pRBC = συμπυκνωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια, RBC = ερυθρά αιμοσφαίρια, ελάχ. = ελάχιστο, μέγ. = μέγιστο, ΠΝΑ = παροξυσμική νυκτερινή αιμοσφαιρινουρία Βάσει του σωματικού βάρους, οι ασθενείς έλαβαν μια δόση έναρξης της ραβουλιζουμάμπης την ημέρα 1, ακολουθούμενη από θεραπεία συντήρησης την ημέρα 15 και στη συνέχεια μία φορά κάθε 8 εβδομάδες (q8w) για ασθενείς που ζύγιζαν ≥ 20 kg ή μία φορά κάθε 4 εβδομάδες (q4w) για ασθενείς που ζύγιζαν < 20 kg. Για ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη υπό αγωγή με εκουλιζουμάμπη, η ημέρα 1 της θεραπείας της μελέτης προγραμματίστηκε να λάβει χώρα 2 εβδομάδες από την τελευταία δόση εκουλιζουμάμπης του ασθενούς. Το δοσολογικό σχήμα της ραβουλιζουμάμπης με βάση το σωματικό βάρος παρείχε άμεση, πλήρη και διατηρούμενη αναστολή του τελικού συμπληρώματος καθ’ όλη την περίοδο αρχικής αξιολόγησης των 26 εβδομάδων ανεξάρτητα από προηγούμενη θεραπεία με εκουλιζουμάμπη. Μετά την έναρξη της θεραπείας με ραβουλιζουμάμπη, οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης της ραβουλιζουμάμπης στον ορό επιτεύχθηκαν αμέσως μετά την πρώτη δόση και διατηρήθηκαν καθ’ όλη την περίοδο αρχικής αξιολόγησης των 26 εβδομάδων και στις δύο κοόρτες. Δεν υπήρξαν συμβάντα αιμόλυσης εκ διαφυγής στη μελέτη και κανένας ασθενής δεν είχε επίπεδα ελεύθερης C5 μετά την έναρξη πάνω από 0,5 µg/ml. Η μέση ποσοστιαία μεταβολή της LDH από την έναρξη ήταν -47,91% την ημέρα 183 στην κοόρτη πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος και παρέμεινε σταθερή στην κοόρτη των επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη κατά τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης των 26 εβδομάδων. Εξήντα τοις εκατό (3/5) των πρωτοθεραπευόμενων με αναστολείς του συμπληρώματος ασθενών και το 75% (6/8) των επαναθεραπευόμενων με εκουλιζουμάμπη ασθενών αντίστοιχα πέτυχαν σταθεροποίηση της αιμοσφαιρίνης έως την εβδομάδα 26. Αποφυγή μετάγγισης επιτεύχθηκε από το 84,6% (11/13) των ασθενών κατά τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης των 26 εβδομάδων. Αυτά τα ενδιάμεσα στοιχεία αποτελεσματικότητας παρουσιάζονται στον Πίνακα 12 παρακάτω.

Πίνακας 12: Ενδιάμεσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας από την παιδιατρική μελέτη σε ασθενείς με ΠΝΑ (ALXN1210-PNH-304) - περίοδος αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων

Καταληκτικό σημείο Ραβουλιζουμάμπη (Πρωτοθεραπευόμενοι, N = 5) Ραβουλιζουμάμπη (Μετάβαση, N = 8)
Ποσοστιαία μεταβολή της LDH από την έναρξη
Μέση τιμή (SD) -47,91 (52,716) 4,65 (44,702)
Ποσοστό αποφυγής μετάγγισης (95% CI) 60,0 (14,66, 94,73) 100,0 (63,06, 100,00)
Ποσοστό σταθεροποίησης αιμοσφαιρίνης (95% CI) 60,0 (14,66, 94,73) 75 (34,91, 96,81)
Αιμόλυση εκ διαφυγής (%) 0 0

Συντομογραφίες: LDH = γαλακτική αφυδρογονάση Βάσει δεδομένων από αυτά τα ενδιάμεσα στοιχεία, η αποτελεσματικότητα της ραβουλιζουμάμπης σε παιδιατρικούς ασθενείς με ΠΝΑ φαίνεται να είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ.

Άτυπο αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο (aHUS) Η χρήση του Ultomiris σε παιδιατρικούς ασθενείς για τη θεραπεία του aHUS υποστηρίζεται από στοιχεία από μία παιδιατρική κλινική μελέτη (εγγράφηκαν συνολικά 31 ασθενείς με τεκμηριωμένο aHUS. Στο πλήρες σύνολο ανάλυσης συμπεριλήφθηκαν 28 ασθενείς ηλικίας από 10 μηνών έως 17 ετών).

Μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς με aHUS Η παιδιατρική μελέτη είναι μια υπό εξέλιξη, πολυκεντρική, μονού σκέλους, φάσης 3 μελέτη 26 εβδομάδων η οποία διενεργείται σε παιδιατρικούς ασθενείς. Εντάχθηκαν συνολικά 21 ασθενείς οι οποίοι δεν είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με εκουλιζουμάμπη, με τεκμηριωμένη διάγνωση aHUS και στοιχεία TMA, εκ των οποίων οι 18 συμπεριλήφθηκαν στο Πλήρες σύνολο ανάλυσης. Τα κριτήρια ένταξης εξαιρούσαν τους ασθενείς που παρουσίαζαν TMA λόγω TTP και STEC-HUS. Σε δύο ασθενείς χορηγήθηκε εφάπαξ δόση, ενώ ένας ασθενής έλαβε 2 δόσεις αλλά, στη συνέχεια, διέκοψαν τη θεραπεία και εξαιρέθηκαν από το πλήρες σύνολο ανάλυσης λόγω του ότι δεν επιβεβαιώθηκε το aHUS. Το συνολικό μέσο σωματικό βάρος κατά την έναρξη ήταν 22,2 kg. Η πλειονότητα των ασθενών ήταν στην κατηγορία σωματικού βάρους έναρξης ≥ 10 έως < 20 kg. Η πλειονότητα των ασθενών (72,2%) είχε προθεραπευτικά εξωνεφρικά σημεία (καρδιαγγειακά, πνευμονικά, κεντρικού νευρικού συστήματος, γαστρεντερικά, δερματικά, σκελετικών μυών) ή συμπτώματα aHUS κατά την έναρξη. Κατά την έναρξη, το 33,3% (n = 6) των ασθενών είχε ΧΝΝ Σταδίου 5. Εντάχθηκαν συνολικά 10 ασθενείς, οι οποίοι μετέβησαν από τη λήψη εκουλιζουμάμπης στη λήψη ραβουλιζουμάμπης, είχαν τεκμηριωμένη διάγνωση aHUS και στοιχεία TMA. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν κλινική ανταπόκριση στην εκουλιζουμάμπη πριν την ένταξη (δηλαδή LDH < 1,5 x ULN και αριθμό αιμοπεταλίων ≥ 150.000/μl, και eGFR > 30 ml/min/1,73m2). Συνεπώς, δεν υπάρχουν πληροφορίες για τη χρήση της ραβουλιζουμάμπης σε ασθενείς με ανθεκτικότητα στην εκουλιζουμάμπη. Ο Πίνακας 13 παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά κατά την έναρξη των παιδιατρικών ασθενών που εντάχθηκαν στη Μελέτη ALXN1210-aHUS-312.

Πίνακας 13: Δημογραφικά στοιχεία και χαρακτηριστικά κατά την έναρξη στη Μελέτη ALXN1210-aHUS-312

Παράμετρος Στατιστική Ραβουλιζουμάμπη (Πρωτοθεραπευόμενοι, N = 18) Ραβουλιζουμάμπη (Μετάβαση, N = 10)
Κατηγορία ηλικίας (έτη) κατά την στιγμή της πρώτης έγχυσης Γέννηση έως < 2 έτη 2 (11,1) 1 (10,0)
2 έως < 6 έτη 9 (50,0) 1 (10,0)
6 έως < 12 έτη 5 (27,8) 1 (10,0)
12 έως < 18 έτη 2 (11,1) 7 (70,0)
Φύλο Άρρεν 8 (44,4) 9 (90,0)
n (%) 1 (5,6) 0 (0,0)
Φυλήα Ασιάτες 5 (27,8) 4 (40,0)
Μαύροι ή Αφροαμερικανοί 3 (16,7) 1 (10,0)
Λευκοί 9 (50,0) 5 (50,0)
Άγνωστη 1 (5,6) 0 (0,0)
Ιστορικό μεταμόσχευσης n (%) 1 (5,6) 1 (10,0)
Αιμοπετάλια (109/l) αίματος Διάμεση 51,25 (14, 125) 281,75 (207, 415,5)
(ελάχ., μέγ.)
Αιμοσφαιρίνη (g/l) Διάμεση 74,25 (32, 106) 132,0 (114,5, 148)
(ελάχ., μέγ.)
LDH (U/l) Διάμεση 1.963,0 (772, 4.985) 206,5 (138,5, 356)
(ελάχ., μέγ.)
eGFR (ml/min/1,73 m2) Διάμεση 22,0 (10, 84) 99,75 (54, 136,5)
(ελάχ., μέγ.)
Έχρηζαν αιμοκάθαρσης κατά την έναρξη n (%) 6 (33,3) 0 (0,0)

Σημείωση: Τα ποσοστά βασίζονται στον συνολικό αριθμό ασθενών. α Μπορούν να επιλεχθούν πολλαπλές φυλές για τους ασθενείς. Συντομογραφίες: aHUS = άτυπο αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, eGFR = εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, μέγ. = μέγιστο, ελάχ. = ελάχιστο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η Πλήρης ανταπόκριση TMA κατά τη διάρκεια της Περιόδου αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων, όπως αποδεικνύονταν από την ομαλοποίηση των αιματολογικών παραμέτρων (αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 150 x 109/l και LDH ≤246 U/l) και τη βελτίωση κατά ≥ 25% της κρεατινίνης του ορού σε σχέση με την έναρξη. Οι ασθενείς έπρεπε να πληρούν όλα τα κριτήρια Πλήρους ανταπόκρισης TMA σε 2 χωριστές αξιολογήσεις που πραγματοποιούνταν σε διάστημα τουλάχιστον 4 εβδομάδων (28 ημερών) μεταξύ τους, καθώς και σε οποιαδήποτε ενδιάμεση μέτρηση. Πλήρης ανταπόκριση TMA παρατηρήθηκε στους 14 από τους 18 πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς (77,8%) κατά τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης των 26 εβδομάδων όπως παρατίθεται στον Πίνακα 14.

Πίνακας 14: Πλήρης ανταπόκριση TMA και ανάλυση των συνιστωσών πλήρους ανταπόκρισης TMA κατά τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων (ALXN1210-aHUS-312)

n Σύνολο Αναλογία (ΔΕ 95%)α
Πλήρης ανταπόκριση TMA 14 18 0,778 (0,524, 0,936)
Συνιστώσες πλήρους ανταπόκρισης TMA
Ομαλοποίηση αριθμού αιμοπεταλίων 17 18 0,944 (0,727, 0,999)
Ομαλοποίηση της LDH 16 18 0,889 (0,653, 0,986)
≥25% βελτίωση της κρεατινίνης ορού από την έναρξη 15 18 0,833 (0,586, 0,964)
Ομαλοποίηση αιματολογικών παραμέτρων 16 18 0,889 (0,653, 0,986)

Σημείωση: 1 ασθενής αποσύρθηκε από τη μελέτη αφού έλαβε 2 δόσεις ραβουλιζουμάμπης. α Τα ΔΕ 95% για την αναλογία βασίστηκαν στη μέθοδο ασυμπτωτικής προσέγγισης τύπου Gauss με διόρθωση συνέχειας. Συντομογραφίες: ΔΕ = διάστημα εμπιστοσύνης, LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, TMA = θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια. Η Πλήρης ανταπόκριση TMA κατά την περίοδο αρχικής αξιολόγησης επιτεύχθηκε σε ένα διάμεσο διάστημα 30 ημερών (15 έως 97 ημερών). Όλοι οι ασθενείς με Πλήρη ανταπόκριση TMA διατήρησαν την ανταπόκριση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αρχικής αξιολόγησης, με συνεχείς βελτιώσεις να παρατηρούνται στη νεφρική λειτουργία. Αύξηση του μέσου αριθμού αιμοπεταλίων παρατηρήθηκε ταχέως μετά την έναρξη της ραβουλιζουμάμπης, αυξανόμενη από τα 60,50 × 109/l κατά την έναρξη στα 296,67 × 109/l την Ημέρα 8 και παραμένοντας πάνω από τα 296 × 109/l σε όλες τις επόμενες επισκέψεις στην περίοδο αρχικής αξιολόγησης (26 εβδομάδες). Τρεις επιπλέον ασθενείς είχαν Πλήρη ανταπόκριση TMA η οποία επιβεβαιώθηκε μετά την περίοδο αρχικής αξιολόγησης 26 εβδομάδων (με την Πλήρη ανταπόκριση TMA να εμφανίζεται τις Ημέρες 291, 297 και 353). Ως εκ τούτου, 17 από τους 18 (94,4%) παιδιατρικούς ασθενείς (ΔΕ 95%: 72,7%, 99,9%) είχαν Πλήρη ανταπόκριση TMA. Η ανταπόκριση των μεμονωμένων συνιστωσών αυξήθηκε στους 17 από τους 18 (94,4%, ΔΕ 95%: 72,7%, 99,9%) ασθενείς για την ομαλοποίηση του αριθμού αιμοπεταλίων, στους 17 από τους 18 (94,4%, 95% ΔΕ: 72,7%, 99,9%) ασθενείς για την ομαλοποίηση της LDH και στους 17 από τους 18 (94,4%, 95% ΔΕ: 72,7%, 99,9%) ασθενείς για τη βελτίωση της νεφρικής λειτουργίας. Και οι 6 ασθενείς που έχρηζαν αιμοκάθαρσης κατά την είσοδο στη μελέτη μπόρεσαν να διακόψουν την αιμοκάθαρση. Οι 5 από αυτούς το είχαν ήδη κάνει έως την Ημέρα 43. Κανένας ασθενής δεν ξεκίνησε αιμοκάθαρση κατά τη διάρκεια της μελέτης. Στην πλειονότητά του ο πληθυσμός των ασθενών (15/17), βελτιώθηκε κατά 1 ή περισσότερα στάδια της ΧΝΝ έως την Ημέρα 183, ενώ 14 ασθενείς βελτιώθηκαν κατά 2 ή περισσότερα στάδια. Ο Πίνακας 15 συνοψίζει τα δευτερεύοντα στοιχεία αποτελεσματικότητας για τη Μελέτη ALXN1210-aHUS-312.

Πίνακας 15: Δευτερεύουσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας για τη Μελέτη ALXN1210-aHUS-312

Παράμετροι Μελέτη ALXN1210-aHUS-312 (N = 18)
Αιματολογικές παράμετροι TMA, Ημέρα 183 Παρατηρηθείσα τιμή (n = 17)
Αιμοπετάλια (109/l) αίματος Μεταβολή από την έναρξη (n = 17)
Μέση τιμή (SD) 304,94 (75,711)
Διάμεση τιμή 318,00
Μέση τιμή (SD) 245,59 (91,827)
Διάμεση τιμή 247,00
LDH (U/l) ορού Παρατηρηθείσα τιμή (n = 17)
Μεταβολή από την έναρξη (n = 17)
Μέση τιμή (SD) 262,41 (59,995)
Διάμεση τιμή 247,00
Μέση τιμή (SD) -2.044,13 (1.328,059)
Διάμεση τιμή -1851,50
Αύξηση της αιμοσφαιρίνης κατά ≥ 20 g/l από την έναρξη με αποτέλεσμα επιβεβαίωσης κατά τη διάρκεια της Περιόδου αρχικής αξιολόγησης m/N 16/18
αναλογία (95% CI)** 0,889 (0,653, 0,986)
Μεταβολή σταδίου ΧΝΝ από την έναρξη, Ημέρα 183 Βελτίωσηα m/n 15/17
Αναλογία (95% CI)* 0,882 (0,636, 0,985)
Επιδείνωσηβ m/n 0/11
Αναλογία (95% CI)* 0,000 (0,000, 0,285)
eGFR (ml/min/1,73 m2), Ημέρα 183 Παρατηρηθείσα τιμή (n = 17)
Μεταβολή από την έναρξη (n = 17)
Μέση τιμή (SD) 108,5 (56,87)
Διάμεση τιμή 108,0
Μέση τιμή (SD) 85,4 (54,33)
Διάμεση τιμή 80,0

Σημείωση: n: αριθμός ασθενών με διαθέσιμα δεδομένα για συγκεκριμένη αξιολόγηση κατά την επίσκεψη της Ημέρας 183. m: αριθμός ασθενών που πληρούσαν το συγκεκριμένο κριτήριο. Το στάδιο χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ) κατηγοριοποιείται με βάση το Στάδιο νεφρικής νόσου κατά το Εθνικό Ινστιτούτο Νεφρού των Η.Π.Α. Το Στάδιο 1 θεωρείται η καλύτερη κατηγορία, ενώ το Στάδιο 5 θεωρείται η χειρότερη κατηγορία. Η τιμή έναρξης προκύπτει με βάση την τελευταία διαθέσιμη τιμή eGFR πριν από την έναρξη της θεραπείας. Βελτίωση/Επιδείνωση: σε σύγκριση με το στάδιο της ΧΝΝ κατά την έναρξη. *Τα διαστήματα εμπιστοσύνης 95% (ΔΕ 95%) βασίζονται σε ακριβή όρια εμπιστοσύνης με χρήση της μεθόδου Clopper Pearson. α Η κατάσταση «βελτίωση» δεν περιλαμβάνει τους ασθενείς Σταδίου 1 κατά την έναρξη, καθώς δεν μπορούν να βελτιωθούν, β Η κατάσταση «επιδείνωση» δεν περιλαμβάνει τους ασθενείς Σταδίου 5 κατά την έναρξη, καθώς δεν μπορούν να επιδεινωθούν. Συντομογραφίες: eGFR = εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης, LDH = γαλακτική αφυδρογονάση, TMA = θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια. Σε ασθενείς που είχαν λάβει θεραπεία με εκουλιζουμάμπη, η μετάβαση στη ραβουλιζουμάμπη διατήρησε τον έλεγχο της νόσου, όπως αποδείχθηκε από τις σταθερές αιματολογικές και νεφρικές παραμέτρους, χωρίς εμφανή επίπτωση στην ασφάλεια. Η αποτελεσματικότητα της ραβουλιζουμάμπης για τη θεραπεία του aHUS φαίνεται να είναι παρόμοια στους παιδιατρικούς και τους ενήλικους ασθενείς.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ULTOMIRIS
expand_more

Απορρόφηση

Επειδή η οδός χορήγησης της ραβουλιζουμάμπης είναι η ενδοφλέβια έγχυση και η δοσολογική μορφή είναι το διάλυμα, το 100% της χορηγηθείσας δόσης θεωρείται βιοδιαθέσιμο. Ο χρόνος έως τη μέγιστη παρατηρούμενη συγκέντρωση (tmax) αναμένεται στο τέλος της έγχυσης ή λίγο μετά το τέλος της έγχυσης. Οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης του φαρμάκου επιτυγχάνονται μετά την πρώτη δόση.

Κατανομή

Ο μέσος (τυπική απόκλιση [SD]) όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση για ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ και ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς με aHUS στο μελετηθέν δοσολογικό σχήμα που βασιζόταν στο βάρος ήταν 5,35 (0,92) l και 5,22 (1,85) l, αντίστοιχα.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή

Ως μονοκλωνικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης Γ (IgG), η ραβουλιζουμάμπη αναμένεται να μεταβολίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως κάθε ενδογενής IgG (αποικοδομείται σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα μέσω καταβολικών οδών) και υπόκειται σε παρόμοια αποβολή. Η ραβουλιζουμάμπη περιέχει μόνο φυσικά απαντώμενα αμινοξέα και δεν έχει γνωστούς ενεργούς μεταβολίτες. Οι μέσες (SD) τιμές για τον χρόνο ημίσειας ζωής στην τελική φάση αποβολής και για την κάθαρση της ραβουλιζουμάμπης σε ενήλικους ασθενείς με ΠΝΑ και ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς με aHUS είναι 49,7 (8,9) ημέρες και 0,08 (0,022) l/ημέρα και 51,8 (16,2) ημέρες και 0,08 (0,04) l/ημέρα, αντίστοιχα.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Στο μελετηθέν εύρος δόσεων και σχημάτων, η ραβουλιζουμάμπη παρουσίασε δοσοαναλογική και γραμμική σε συνάρτηση με τον χρόνο φαρμακοκινητική (ΦΚ).

Ειδικοί πληθυσμοί

Σωματικό βάρος Το σωματικό βάρος αποτελεί σημαντική συμμεταβλητή στους ασθενείς με ΠΝΑ και aHUS, οδηγώντας σε χαμηλότερες εκθέσεις στους ασθενείς μεγαλύτερου σωματικού βάρους. Στην (βλ. Δοσολογία), στον Πίνακα 1 και τον Πίνακα 2, προτείνεται δοσολογία με βάση το σωματικό βάρος. Δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία επίσημη δοκιμή για την επίδραση του φύλου, της φυλής, της ηλικίας (γηριατρική) και της ηπατικής ή νεφρικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική της ραβουλιζουμάμπης. Ωστόσο, με βάση την αξιολόγηση της ΦΚ πληθυσμού, δεν εντοπίστηκε καμία επίδραση του φύλου, της ηλικίας, της φυλής και της ηπατικής ή νεφρικής λειτουργίας στη ΦΚ της ραβουλιζουμάμπης στους μελετηθέντες υγιείς εθελοντές συμμετέχοντες και στους ασθενείς με ΠΝΑ ή aHUS και, κατά συνέπεια, δεν θεωρείται απαραίτητη καμία προσαρμογή της δοσολογίας. Η φαρμακοκινητική της ραβουλιζουμάμπης έχει μελετηθεί σε ασθενείς με aHUS με διάφορους βαθμούς νεφρικής ανεπάρκειας, συμπεριλαμβανομένων των αιμοκαθαιρόμενων ασθενών. Δεν έχουν εντοπιστεί διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους που παρατηρήθηκαν σε αυτούς τους υποπληθυσμούς ασθενών, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών με πρωτεϊνουρία.