RANIBIZUMAB
Ρανιμπιζουμάμπη
**Ένδειξη** Για τη θεραπεία ασθενών με υγρή (νεοαγγειακή) εκφύλιση ωχράς κηλίδας σχετιζόμενη με την ηλικία.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-XIMLUCI
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοϋαλώδης
- Χορήγηση: Μηνιαία, κατόπιν εξατομικευμένη
- Δόση έναρξης: 0,5 mg
- Τιτλοποίηση: Η θεραπεία σε ενήλικες ξεκινά με μία ένεση ανά μήνα έως ότου επιτευχθεί μέγιστη οπτική οξύτητα ή/και δεν υπάρχουν σημεία δραστηριότητας της νόσου. Στη συνέχεια, η παρακολούθηση και τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας καθορίζονται από τον ιατρό βάσει της δραστηριότητας της νόσου. Στο σχήμα «χορήγηση θεραπείας - και - παράταση», τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας μπορούν σταδιακά να παραταθούν έως ότου επανεμφανιστούν σημεία δραστηριότητας της νόσου: κατά όχι περισσότερο από δύο εβδομάδες κάθε φορά για την AMD και έως ένα μήνα κάθε φορά για το DME. Για την PDR και την RVO τα μεσοδιαστήματα θεραπείας μπορούν επίσης να παραταθούν σταδιακά. Αν η δραστηριότητα της νόσου επανεμφανισθεί, τα μεσοδιαστήματα θα πρέπει να συντομευθούν ανάλογα.
-
ΕνήλικεςΔόση0,5 mgΧορηγείται ως εφάπαξ ενδοϋαλώδης ένεση (0,05 mL). Το μεσοδιάστημα μεταξύ δύο δόσεων στον ίδιο οφθαλμό τουλάχιστον τέσσερεις εβδομάδες. Η θεραπεία ξεκινά με μία ένεση ανά μήνα έως ότου επιτευχθεί μέγιστη οπτική οξύτητα ή/και δεν υπάρχουν σημεία δραστηριότητας της νόσου. Σε υγρή AMD, DME, PDR και RVO, αρχικά μπορεί να χρειαστούν τρείς ή περισσότερες διαδοχικές μηνιαίες ενέσεις. Τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας μπορούν σταδιακά να παραταθούν κατά όχι περισσότερο από δύο εβδομάδες κάθε φορά για την AMD και έως ένα μήνα κάθε φορά για το DME. Για την PDR και την RVO τα μεσοδιαστήματα θεραπείας μπορούν επίσης να παραταθούν σταδιακά, εντούτοις δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα. Αν η δραστηριότητα της νόσου επανεμφανισθεί, τα μεσοδιαστήματα θα πρέπει να συντομευθούν ανάλογα. Για CNV, η θεραπεία καθορίζεται ξεχωριστά ανά ασθενή.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης. Περιορισμένη εμπειρία σε ασθενείς άνω των 75 ετών με DME.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν έχει μελετηθεί. Δεν απαιτείται ειδική αντιμετώπιση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
SPC-XIMLUCI
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις
-
Ενεργή σοβαρή ενδοφθάλμια φλεγμονή
warning
SPC-XIMLUCI
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την ενδοϋαλώδη ένεση (ενδοφθαλμίτιδα, ενδοφθάλμια φλεγμονή, ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, ρήξη αμφιβληστροειδούς και ιατρογενής τραυματικός καταρράκτης)Να εφαρμόζονται κατάλληλες άσηπτες τεχνικές ένεσης. Οι ασθενείς να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά την ένεση. Οι ασθενείς να αναφέρουν τυχόν συμπτώματα ενδεικτικά ενδοφθαλμίτιδας ή οποιουδήποτε από τα προαναφερθέντα χωρίς καμία καθυστέρηση.
-
Αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ)ΠληθυσμόςενήλικεςΝα παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα η ενδοφθάλμια πίεση και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου. Οι ασθενείς να ενημερώνονται σχετικά με τα συμπτώματα και να αναφέρουν οφθαλμικό πόνο, αυξημένη δυσφορία, ερυθρότητα του οφθαλμού που επιδεινώνεται, θολή ή μειωμένη όραση, αυξανόμενο αριθμό μικρών σωματιδίων στην όρασή τους, ή αυξημένη ευαισθησία στο φως.
-
Αμφοτερόπλευρη θεραπείαΠεριορισμένα δεδομένα δεν καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με την μονόπλευρη θεραπεία.
-
ΑνοσογονικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με DMEΥπάρχει πιθανότητα ανοσογονικότητας. Λόγω αυξημένης συστηματικής έκθεσης σε ασθενείς με DME, δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης υπερευαισθησίας. Οι ασθενείς να αναφέρουν αν αυξάνεται η σοβαρότητα μιας ενδοφθάλμιας φλεγμονής.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση άλλου αντι-VEGFπροσοχήΤο Ximluci δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν άλλους αντι-VEGF (συστηματικούς ή οφθαλμικούς).
-
Παράλειψη δόσης XimluciπροσοχήΠληθυσμόςενήλικεςΗ δόση θα πρέπει να παραλείπεται και η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία σε περίπτωση: μείωσης της BCVA κατά ≥30 γράμματα, ενδοφθάλμιας πίεσης ≥30 mmHg, ρήξης του αμφιβληστροειδούς, υπαμφιβληστροειδικής αιμορραγίας που εμπλέκει το κέντρο του βοθρίου ή ≥50% της βλάβης, ή διεξαγωγής/προγραμματισμού ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασης εντός 28 ημερών.
-
Ρήξη του μελαχρόου επιθηλίουπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με παράγοντες κινδύνου (μεγάλη και/ή υψηλή αποκόλληση μελαχρόου επιθηλίου)Πρέπει να δίδεται προσοχή όταν ξεκινά θεραπεία με ranibizumab.
-
Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδαςπροσοχήΠληθυσμόςενήλικεςΗ θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με ρηγματογενή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4.
-
Περιορισμένα δεδομένα για διάφορους πληθυσμούςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με DME λόγω διαβήτη τύπου Ι, ασθενείς με προηγούμενη ενδοϋαλώδη ένεση, ασθενείς με ενεργείς συστηματικές λοιμώξεις, ασθενείς με συνυπάρχουσες οφθαλμικές παθήσεις (αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, οπή ωχράς κηλίδας), ασθενείς με HbA1c > 108 mmol/mol (12%), ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση, ασθενείς με RVO και μη αναστρέψιμη ισχαιμική απώλεια οπτικής λειτουργίας, ασθενείς με PM που υποβλήθηκαν σε ανεπιτυχή vPDT, ασθενείς με PM και εξωβοθριακές βλάβες.Η έλλειψη δεδομένων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη από τον ιατρό όταν υποβάλλει σε θεραπεία τέτοιους ασθενείς.
-
Συστηματικές ενέργειες μετά από ενδοϋαλώδη ένεση (μη-οφθαλμικές αιμορραγίες και αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με DME, οίδημα της ωχράς κηλίδας λόγω RVO και δευτεροπαθή CNV από PM με προηγούμενο ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων.Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αυτοί οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία.
swap_horiz
SPC-XIMLUCI
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φωτοδυναμική θεραπεία (PDT) με βερτεπορφίνηΣυμπληρωματική χρήση σε υγρή AMD και PM
-
Φωτοπηξία με laserΣυμπληρωματική χρήση σε DME και BRVO
-
ΘειζολιδινεδιόνεςΑμελητέαΤο αποτέλεσμα ως προς την οπτική οξύτητα ή το πάχος του κεντρικού υποπεδίου του αμφιβληστροειδούς σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ranibizumab δεν επηρεάστηκε.
sick
SPC-XIMLUCI
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Αναιμία
- Υπερευαισθησία
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Άγχος
- Κεφαλαλγία
- Φλεγμονή υαλοειδούς σώματος
- Αποκόλληση υαλοειδούς σώματος
- Αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς
- Οπτική διαταραχή
- Πόνος οφθαλμού
- Εξιδρώματα υαλοειδούς σώματος
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Αυξημένη δακρύρροια
- Βλεφαρίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Υπεραιμία οφθαλμού
- Κνησμός οφθαλμού
- Εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς
- Διαταραχή αμφιβληστροειδούς
- Αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
- Ραγοειδίτιδα
- Ιρίτιδα
- Ιριδοκυκλίτιδα
- Καταρράκτης
- Υποκάψιος καταρράκτης
- Στικτή κερατίτιδα
- Εκδορά κερατοειδούς
- Ερύθημα του προσθίου θαλάμου
- Θόλωση όρασης
- Αιμορραγία του οφθαλμού
- Επιπεφυκίτιδα
- Αλλεργική επιπεφυκίτιδα
- Οφθαλμικό έκκριμα
- Φωτοψία
- Φωτοφοβία
- Οφθαλμική δυσφορία
- Υπεραιμία επιπεφυκότα
- Τύφλωση
- Ενδοφθαλμίτιδα
- Υπόπυο
- Ύφαιμα
- Οίδημα κερατοειδούς
- Μη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμό
- Ερεθισμός βλεφάρου
- Αίσθηση παρουσίας ξένου σώματος στους οφθαλμούς
- Ρήξη του αμφιβληστροειδούς
- Αποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς
- Ρήξη του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς
- Διαταραχή του υαλοειδούς σώματος
- Θολερότητα του οπίσθιου περιφακίου
- Αιμορραγία στη θέση της ένεσης
- Οίδημα του βλεφάρου
- Άλγος του βλεφάρου
- Κερατοπάθεια
- Συμφύσεις της ίριδας
- Εναποθέσεις του κερατοειδούς
- Γραμμώσεις του κερατοειδούς
- Άλγος στη θέσης ένεσης
- Ερεθισμός στη θέσης ένεσης
- Βήχας
- Ναυτία
- Αρθραλγία
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑίσθηση παρουσίας ξένου σώματος στους οφθαλμούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑποκόλληση υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΕξιδρώματα υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΥπεραιμία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Πολύ συχνέςΦλεγμονή υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος του βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία στη θέση της ένεσηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΑλλεργική επιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑποκόλληση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑποκόλληση του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕκδορά κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕκφύλιση του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημα του προσθίου θαλάμουΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘολερότητα του οπίσθιου περιφακίουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΘόλωση όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΙρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΙριδοκυκλίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα του βλεφάρουΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟφθαλμική δυσφορίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟφθαλμικό έκκριμαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΡήξη του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡήξη του μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡαγοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΣτικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΥπεραιμία επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥποκάψιος καταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΦωτοψίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΆλγος στη θέσης ένεσηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΎφαιμαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΓραμμώσεις του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕναποθέσεις του κερατοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕνδοφθαλμίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στη θέσης ένεσηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚερατοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικό αίσθημα στον οφθαλμόΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΣυμφύσεις της ίριδαςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπόπυοΟφθαλμικές
pregnant_woman
SPC-XIMLUCI
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα από έκθεση κυήσεων για τo ranibizumab. Μελέτες σε πιθήκους cynomolgus δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η συστηματική έκθεση στο ranibizumab είναι χαμηλή μετά από οφθαλμική χορήγηση, αλλά λόγω του μηχανισμού δράσης του, το ranibizumab πρέπει να θεωρείται ότι έχει δυνητικά τερατογόνο και εμβρυοτοξική δράση. Επομένως, το ranibizumab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο. Σε γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυες και έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με ranibizumab συνιστάται να περιμένουν το λιγότερο 3 μήνες μετά την τελευταία δόση ranibizumab πριν τη σύλληψη παιδιού.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΔεν είναι γνωστό εάν το ranibizumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της χρήσης του Ximluci.
-
ΓονιμότηταΆγνωστηΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-XIMLUCI
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-XIMLUCI
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμάτωση κεφαλής οπτικού νεύρου | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης |
| Ενδοφθάλμια πίεση | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Αύξηση ενδοφθάλμιας πίεσης |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά την ένεση | Έγκαιρη θεραπεία λοίμωξης (ενδοφθαλμίτιδα ή άλλες αντιδράσεις ενδοϋαλώδους ένεσης) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-XIMLUCI
expand_more
Δοσολογία
Το Ximluci πρέπει να χορηγείται από οφθαλμίατρο με εμπειρία στις ενδοϋαλώδεις ενέσεις.
Δοσολογία
Ενήλικες
Η συνιστώμενη δόση του Ximluci σε ενήλικες είναι 0,5 mg χορηγούμενα ως εφάπαξ ενδοϋαλώδης ένεση. Αυτό αντιστοιχεί σε όγκο ένεσης 0,05 mL. Το μεσοδιάστημα μεταξύ της χορήγησης δύο δόσεων με ένεση στον ίδιο οφθαλμό θα πρέπει να είναι τουλάχιστον τέσσερεις εβδομάδες.
Η θεραπεία σε ενήλικες ξεκινά με μία ένεση ανά μήνα έως ότου επιτευχθεί μέγιστη οπτική οξύτητα ή/και δεν υπάρχουν σημεία δραστηριότητας της νόσου δηλαδή καμία μεταβολή στην οπτική οξύτητα και σε άλλα σημεία και συμπτώματα της νόσου υπό συνεχιζόμενη θεραπεία. Σε ασθενείς με υγρή μορφή AMD, DME, PDR και RVO, αρχικά μπορεί να χρειαστούν τρείς ή περισσότερες διαδοχικές μηνιαίες ενέσεις.
Στη συνέχεια, η παρακολούθηση και τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας θα πρέπει να καθορίζονται από τον ιατρό και θα πρέπει να βασίζεται στην δραστηριότητα της νόσου, όπως αυτή αξιολογείται από την οπτική οξύτητα ή/και τις ανατομικές παραμέτρους.
Εάν κατά την άποψη του ιατρού, οι οπτικές και ανατομικές παράμετροι καταδεικνύουν ότι ο ασθενής δεν ωφελείται από την συνεχιζόμενη θεραπεία, το Ximluci θα πρέπει να διακόπτεται.
Η παρακολούθηση για δραστηριότητα της νόσου μπορεί να περιλαμβάνει κλινική εξέταση, ελέγχους λειτουργικότητας ή απεικονιστικές τεχνικές (π.χ. τομογραφία οπτικής πυκνότητας ή αγγειογραφία με φλουορεσεΐνη).
Εάν οι ασθενείς λαμβάνουν θεραπεία σύμφωνα με το σχήμα χορήγηση θεραπείας -και- παράταση, τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας θα μπορούν σταδιακά να παραταθούν έως ότου επανεμφανιστούν σημεία δραστηριότητας της νόσου. Τα μεσοδιαστήματα της θεραπείας θα πρέπει να παρατείνονται κατά όχι περισσότερο από δύο εβδομάδες κάθε φορά για την AMD και μπορεί να παραταθούν έως ένα μήνα κάθε φορά για το DME. Για την PDR και την RVO τα μεσοδιαστήματα θεραπείας μπορούν επίσης να παραταθούν σταδιακά, εντούτοις δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα ως προς την διάρκεια των μεσοδιαστημάτων. Αν η δραστηριότητα της νόσου επανεμφανισθεί, τα μεσοδιαστήματα θα πρέπει να συντομευθούν ανάλογα.
H θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε CNV θα πρέπει να καθορίζεται ξεχωριστά για κάθε ασθενή με βάση τη δραστηριότητα της νόσου. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να χρειαστούν μόνο μία ή δύο ενέσεις κατά τους πρώτους 12 μήνες της θεραπείας. Άλλοι μπορεί να χρειάζονται πιο συχνή θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της μηνιαίας ένεσης. Σε δευτεροπαθή CNV από παθολογική μυωπία (PM), πολλοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν μόνο μία ή δύο ενέσεις κατά το πρώτο έτος (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Ximluci και φωτοπηξία με laser στο DME και σε δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από BRVO
Υπάρχει κάποια εμπειρία από την χορήγηση του ranibizumab ταυτόχρονα με φωτοπηξία με laser (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Όταν χορηγείται την ίδια ημέρα, το Ximluci θα πρέπει να χορηγείται τουλάχιστον 30 λεπτά μετά τη φωτοπηξία με laser. Το Ximluci μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε φωτοπηξία με laser.
Ximluci και φωτοδυναμική θεραπεία με verteporfin σε δευτεροπαθή CNV από PM
Δεν υπάρχει εμπειρία από την ταυτόχρονη χορήγηση ranibizumab και verteporfin.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης στους ηλικιωμένους. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών με DME.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Το ranibizumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, δεν απαιτείται ειδική αντιμετώπιση για το συγκεκριμένο πληθυσμό.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Ximluci σε παιδιά και εφήβους κάτω των 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς ηλικίας 12 έως 17 ετών με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε CNV περιγράφονται στην (βλ. Φαρμακοδυναμικές) αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
Τρόπος χορήγησης
Φιαλίδιο μίας χρήσης αποκλειστικά για ενδοϋαλώδη χορήγηση.
Δεδομένου ότι ο όγκος που περιέχεται στο φιαλίδιο (0,23 mL) είναι μεγαλύτερος από την συνιστώμενη δόση (0,05 ml για ενήλικες), ένα μέρος του όγκου που περιέχεται στο φιαλίδιο πρέπει να απορρίπτεται πριν από τη χορήγηση.
Το Ximluci πρέπει να ελέγχεται οπτικά για τυχόν ύπαρξη σωματιδίων και αποχρωματισμού πριν από τη χορήγηση.
Η διαδικασία της ένεσης πρέπει να πραγματοποιείται υπό άσηπτες συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνεται η χειρουργική αντισηψία των χεριών, η χρήση αποστειρωμένων γαντιών, αποστειρωμένου ιματίου και αποστειρωμένου διαστολέα βλεφάρων (ή ισοδύναμου), καθώς και η δυνατότητα διενέργειας αποστειρωμένης παρακέντησης (εάν χρειαστεί). Πριν από τη διενέργεια της ενδοϋαλώδους ένεσης, πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς για αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Πριν από την ένεση, πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη αναισθησία και να εφαρμόζεται ένα τοπικό μικροβιοκτόνο ευρέως φάσματος για την απολύμανση του περιοφθαλμικού δέρματος, του βλεφάρου και της οφθαλμικής επιφάνειας, σύμφωνα με την ισχύουσα τοπική πρακτική.
Ενήλικες
Σε ενήλικες η βελόνα ένεσης πρέπει να εισάγεται 3,5-4,0 mm πίσω από τη σκληροκερατοειδή στεφάνη στην υαλοειδή κοιλότητα, αποφεύγοντας τον οριζόντιο μεσημβρινό και στοχεύοντας προς το κέντρο του οφθαλμικού βολβού. Κατόπιν, χορηγείται η ποσότητα ένεσης 0,05 mL. Στις μετέπειτα ενέσεις, θα πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετικό σημείο του σκληρού χιτώνα.
Για πληροφορίες σχετικά με την προετοιμασία του φαρμακευτικού προϊόντος, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-XIMLUCI
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
- Ασθενείς με ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις
- Ασθενείς με ενεργή σοβαρή ενδοφθάλμια φλεγμονή
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-XIMLUCI
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την ενδοϋαλώδη ένεση
Οι ενδοϋαλώδεις ενέσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται αυτές με το ranibizumab, έχουν συνδεθεί με ενδοφθαλμίτιδα, ενδοφθάλμια φλεγμονή, ρηγματογενή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, ρήξη αμφιβληστροειδούς και ιατρογενή τραυματικό καταρράκτη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Κατά τη χορήγηση του Ximluci, πρέπει να εφαρμόζονται πάντα κατάλληλες άσηπτες τεχνικές ένεσης. Επιπλέον, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της εβδομάδας μετά την ένεση προκειμένου να επιτραπεί η έγκαιρη θεραπεία τυχόν λοίμωξης. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνονται οδηγίες να αναφέρουν τυχόν συμπτώματα ενδεικτικά ενδοφθαλμίτιδας ή οποιουδήποτε από τα προαναφερθέντα χωρίς καμία καθυστέρηση.
Αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης
Εντός 60 λεπτών από την ένεση του ranibizumab, έχουν παρατηρηθεί σε ενήλικες παροδικές αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ). Εμμένουσες αυξήσεις της ΕΟΠ έχουν επίσης ταυτοποιηθεί (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα και η ενδοφθάλμια πίεση και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τα συμπτώματα αυτών των πιθανών ανεπιθύμητων ενεργειών, και να τους δίνεται οδηγία να ενημερώνουν τον γιατρό τους εάν παρουσιάσουν σημεία όπως οφθαλμικό πόνο ή αυξημένη δυσφορία, ερυθρότητα του οφθαλμού που επιδεινώνεται, θολή ή μειωμένη όραση, αυξανόμενο αριθμό μικρών σωματιδίων στην όρασή τους, ή αυξημένη ευαισθησία στο φως (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αμφοτερόπλευρη θεραπεία
Περιορισμένα δεδομένα από την αμφοτερόπλευρη χρήση του ranibizumab (περιλαμβανομένης της χορήγησης την ίδια μέρα) δεν καταδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε σύγκριση με την μονόπλευρη θεραπεία.
Ανοσογονικότητα
Υπάρχει πιθανότητα ανοσογονικότητας με το ranibizumab. Καθώς υπάρχει η πιθανότητα αυξημένης συστηματικής έκθεσης σε ασθενείς με DME, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ένας αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης υπερευαισθησίας σε αυτό τον πληθυσμό ασθενών. Θα πρέπει επίσης να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς να αναφέρουν αν αυξάνεται η σοβαρότητα μιας ενδοφθάλμιας φλεγμονής καθώς αυτό μπορεί να αποτελεί κλινικό σημείο που να αποδίδεται στον ενδοφθάλμιο σχηματισμό αντισωμάτων.
Ταυτόχρονη χορήγηση άλλου αντι-VEGF (αγγειακός ενδοθηλιακός αυξητικός παράγοντας)
Το Ximluci δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν άλλους αντι-VEGF (συστηματικούς ή οφθαλμικούς).
Παράλειψη δόσης Ximluci σε ενήλικες
Η δόση θα πρέπει να παραλείπεται και η θεραπεία δεν θα πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία σε περίπτωση:
- Μείωσης της καλύτερα βελτιωμένης οπτικής οξύτητας (BCVA) κατά ≥30 γράμματα σε σύγκριση με την τελευταία εκτίμηση της οπτικής οξύτητας
- Ενδοφθάλμιας πίεσης ≥30 mmHg
- Ρήξης του αμφιβληστροειδούς
- Υπαμφιβληστροειδικής αιμορραγίας που εμπλέκει το κέντρο του βοθρίου, ή αν το μέγεθος της αιμορραγίας είναι ≥50%, της συνολικής περιοχής της βλάβης
- Διεξαγωγής ή προγραμματισμού ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασης εντός των προηγούμενων ή επόμενων 28 ημερών.
Ρήξη του μελαχρόου επιθηλίου
Παράγοντες κινδύνου σχετιζόμενοι με την εμφάνιση ρήξης του μελαχρόου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς μετά από αντι-VEGF θεραπεία για υγρή AMD, και πιθανά και για άλλες μορφές CNV, περιλαμβάνουν μεγάλη και /ή υψηλή αποκόλληση μελαχρόου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς. Όταν ξεκινά θεραπεία με ranibizumab, θα πρέπει να δίδεται προσοχή σε ασθενείς με αυτούς τους παράγοντες κινδύνου για ρήξη του μελαχρόου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς.
Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδας σε ενήλικες
Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς με ρηγματογενή αποκόλληση αμφιβληστροειδούς ή οπές της ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4.
Πληθυσμοί για τους οποίους υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα
Υπάρχει μόνο περιορισμένη εμπειρία στη θεραπεία ασθενών με DME που οφείλεται σε διαβήτη τύπου Ι. Το ranibizumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία με ενδοϋαλώδεις ενέσεις, σε ασθενείς με ενεργές συστηματικές λοιμώξεις ή σε ασθενείς με συνυπάρχουσες οφθαλμικές παθήσεις όπως η αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς ή οπή ωχράς κηλίδας. Επίσης υπάρχει περιορισμένη εμπειρία από τη θεραπεία με ranibizumab σε ασθενείς με HbA1c πάνω από 108 mmol/mol (12%) και καμία εμπειρία σε ασθενείς με μη ελεγχόμενη υπέρταση. Αυτή η έλλειψη δεδομένων θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη από τον ιατρό όταν υποβάλλει σε θεραπεία τέτοιους ασθενείς.
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα για το αποτέλεσμα του ranibizumab σε ασθενείς με RVO που παρουσιάζουν μη αναστρέψιμη ισχαιμική απώλεια της οπτικής λειτουργίας.
Σε ασθενείς με PM, υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για το αποτέλεσμα του ranibizumab σε ασθενείς που έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε ανεπιτυχή φωτοδυναμική θεραπεία με verteporfin (vPDT). Επίσης, ενώ παρατηρήθηκε ένα σταθερό αποτέλεσμα σε ασθενείς με υποβοθρικές και παραβοθρικές βλάβες, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για να εξαχθούν συμπεράσματα για τη δράση του ranibizumab σε ασθενείς με PM και εξωβοθριακές βλάβες.
Συστηματικές ενέργειες μετά από ενδοϋαλώδη ένεση
Συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες περιλαμβάνουν μη-οφθαλμικές αιμορραγίες και αρτηριακά θρομβοεμβολικά επεισόδια έχουν αναφερθεί μετά από ενδοϋαλώδη ένεση αναστολέων VEGF. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την ασφάλεια στη θεραπεία ασθενών με DME, οίδημα της ωχράς κηλίδας που οφείλεται σε RVO και δευτεροπαθή CNV από PM με προηγούμενο ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου ή παροδικών ισχαιμικών επεισοδίων. Πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή όταν αυτοί οι ασθενείς υποβάλλονται σε θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-XIMLUCI
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Για τη συμπληρωματική χρήση φωτοδυναμικής θεραπείας (PDT) με βερτεπορφίνη και Ximluci στην υγρή AMD και την PM (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Για τη συμπληρωματική χρήση φωτοπηξίας με laser και Ximluci στο DME και τη BRVO (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές).
Σε κλινικές μελέτες για τη θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε DME, το αποτέλεσμα ως προς την οπτική οξύτητα ή το πάχος του κεντρικού υποπεδίου του αμφιβληστροειδούς σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ranibizumab δεν επηρεάστηκε από την ταυτόχρονη θεραπεία με θειζολιδινεδιόνες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-XIMLUCI
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Η πλειονότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν μετά τη χορήγηση του ranibizumab συνδέονται με την διαδικασία της ενδοϋαλώδους ένεσης.
Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την ένεση του ranibizumab είναι: οφθαλμικός πόνος, οφθαλμική υπεραιμία, αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, φλεγμονή του υαλοειδούς σώματος, αποκόλληση του υαλοειδούς σώματος, αιμορραγία του αμφιβληστροειδούς, οπτική διαταραχή, εξιδρώματα του υαλοειδούς, αιμορραγία του επιπεφυκότα, οφθαλμικός ερεθισμός, αίσθημα ξένου σώματος στους οφθαλμούς, αυξημένη δακρύρροια, βλεφαρίτιδα, ξηροφθαλμία και οφθαλμικός κνησμός.
Οι συχνότερα αναφερόμενες μη οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κεφαλαλγία, ρινοφαρυγγίτιδα και αρθραλγία.
Λιγότερο συχνά αναφερόμενες αλλά σοβαρότερες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν ενδοφθαλμίτιδα, τύφλωση, αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, η ρήξη αμφιβληστροειδούς και ο ιατρογενής τραυματικός καταρράκτης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάσθηκαν μετά τη χορήγηση του ranibizumab σε κλινικές μελέτες συνοψίζονται στον πίνακα παρακάτω.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται με ταξινόμηση κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα χρησιμοποιώντας την ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια ```
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-XIMLUCI
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/αντισύλληψη σε γυναίκες
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κύηση
Δεν είναι διαθέσιμα κλινικά δεδομένα από έκθεση κυήσεων για τo ranibizumab. Μελέτες σε πιθήκους cynomolgus δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, ή την εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η συστηματική έκθεση στο ranibizumab είναι χαμηλή μετά από οφθαλμική χορήγηση, αλλά λόγω του μηχανισμού δράσης του, το ranibizumab πρέπει να θεωρείται ότι έχει δυνητικά τερατογόνο και εμβρυοτοξική δράση. Επομένως, το ranibizumab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του δυνητικού κινδύνου για το έμβρυο. Σε γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυες και έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με ranibizumab συνιστάται να περιμένουν το λιγότερο 3 μήνες μετά την τελευταία δόση ranibizumab πριν τη σύλληψη παιδιού.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν το ranibizumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο θηλασμός δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της χρήσης του Ximluci.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-XIMLUCI
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA04
Το Ximluci είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.
Μηχανισμός δράσης
Το ranibizumab είναι ένα τμήμα ανασυνδυασμένου ανθρωποποιημένου μονοκλωνικού αντισώματος που δρα κατά του ανθρώπινου αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα Α (VEGF-A). Συνδέεται με μεγάλη συγγένεια με τις ισομορφές του VEGF-A (π.χ. VEGF110, VEGF121 και VEGF165), αποτρέποντας με αυτό τον τρόπο τη σύνδεση του VEGF-A με τους υποδοχείς του VEGFR-1 και VEGFR-2. Η σύνδεση του VEGF-A με τους υποδοχείς του οδηγεί σε πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων και νεοαγγείωση, καθώς και σε διαρροή των αγγείων. Όλα αυτά θεωρείται ότι συμβάλλουν στην εξέλιξη της νεοαγγειακής μορφής της ηλικιακής εκφύλισης της ωχράς κηλίδας, της παθολογικής μυωπίας και CNV ή της έκπτωσης της όρασης που προκαλείται είτε από οίδημα της ωχράς κηλίδας διαβητικής αιτιολογίας ή δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από RVO σε ενήλικες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Θεραπεία της υγρής AMD
Στην υγρή AMD η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ranibizumab έχουν αξιολογηθεί σε τρεις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες είτε με εικονική αγωγή είτε με δραστική ουσία μελέτες διάρκειας 24 μηνών σε ασθενείς με νεοαγγειακή AMD. Συνολικά 1.323 ασθενείς (879 έλαβαν δραστικό φάρμακο και 444 έλαβαν φάρμακο ελέγχου) συμμετείχαν σε αυτές τις μελέτες.
Στη μελέτη FVF2598g (MARINA), 716 ασθενείς με ελάχιστα κλασικές ή λανθάνουσες χωρίς κλασικά στοιχεία αλλοιώσεις τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν μηνιαίες ενέσεις ranibizumab 0,3 mg, ranibizumab 0,5 mg, ή εικονικές ενέσεις.
Στη μελέτη FVF2587g (ANCHOR), 423 ασθενείς με αλλοιώσεις κυρίως κλασικής CNV τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν ranibizumab 0,3 mg μηνιαία, ranibizumab 0,5 mg μηνιαία, είτε PDT με βερτεπορφίνη (αρχικά και κατόπιν κάθε 3 μήνες, εάν η αγγειογραφία με φλουορεσεΐνη έδειχνε επίμονή ή υποτροπιάζουσα διαρροή των αγγείων).
Οι κύριες μετρήσεις των αποτελεσμάτων συνοψίζονται στον Πίνακα 1 και την Εικόνα 1.
Πίνακας 1 Αποτελέσματα κατά το Μήνα 12 και το μήνα 24 στις μελέτες FVF2598g (MARINA) και FVF2587g (ANCHOR)
| Μέτρηση αποτελέσματος | Μήνας | FVF2598g (MARINA) Εικονική αγωγή (n=238) | Ranibizumab 0,5 mg (n=240) | FVF2587g (ANCHOR) PDT με βερτεπορφίνη (n=143) | Ranibizumab 0,5 mg (n=140) |
|---|---|---|---|---|---|
| Απώλεια <15 γραμμάτων στον έλεγχο οπτικής οξύτητας (%) (διατήρηση της όρασης, κύριο καταληκτικό σημείο) | 12 | 62% | 95% | 64% | 96% |
| 24 | 53% | 90% | 66% | 90% | |
| Κέρδος ≥15 γραμμάτων στον έλεγχο οπτικής οξύτητας (%) | 12 | 5% | 34% | 6% | 40% |
| 24 | 4% | 33% | 6% | 41% | |
| Μέση μεταβολή οπτικής οξύτητας (γράμματα) (SD) | 12 | -10,5 (16.6) | +7,2 (14,4) | -9,5 (16,4) | +11,3 (14,6) |
| 24 | -14,9 (18,7) | +6,6 (16,5) | -9,8 (17,6) | +10,7 (16,5) |
(p<0,01 για σύγκριση MARINA Ranibizumab 0,5 mg vs Εικονική αγωγή, ANCHOR Ranibizumab 0,5 mg vs PDT με βερτεπορφίνη)
Εικόνα 1: Μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας από την έναρξη έως το Μήνα 24 στη μελέτη FVF2598g (MARINA) και στη μελέτη FVF2587g (ANCHOR). (Η εικόνα δεν μπορεί να αναπαρασταθεί σε κείμενο)
Τα αποτελέσματα και από τις δύο μελέτες έδειξαν ότι η συνεχιζόμενη θεραπεία με ranibizumab μπορεί να ωφελήσει και τους ασθενείς που απώλεσαν ≥15 γράμματα από την καλύτερα διορθωμένη οπτική οξύτητα (BVCA) κατά τον πρώτο χρόνο θεραπείας.
Στατιστικά σημαντικά αναφερόμενα από ασθενείς οφέλη της οπτικής λειτουργίας παρατηρήθηκαν τόσο στην MARINA όσο και στην ANCHOR με τη θεραπεία με ranibizumab έναντι της ομάδας ελέγχου όπως μετρήθηκε από το ερωτηματολόγιο NEI VFQ-25.
Στη μελέτη FVF3192g (PIER) 184 ασθενείς με όλες τις μορφές της νεοαγγειακής AMD τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν ranibizumab 0,3 mg μηνιαία, ranibizumab 0,5 mg μηνιαία, είτε ranibizumab 0,3 mg, ή 0,5 mg ή εικονικές ενέσεις μία φορά το μήνα για 3 συνεχόμενες δόσεις, ακολουθούμενες από χορήγηση μίας δόσης μία φορά κάθε 3 μήνες. Από το Μήνα 14 της μελέτης, επετράπη οι ασθενείς που υποβάλλονταν σε ψευδή θεραπεία να λάβουν ranibizumab και από τον Μήνα 19 ήταν δυνατόν να γίνονται συχνότερες θεραπείες. Οι ασθενείς που έλαβαν ranibizumab στη μελέτη PIER έλαβαν κατά μέσο όρο συνολικά 10 θεραπείες.
Μετά από αρχική αύξηση κατά τον έλεγχο οπτικής οξύτητας (μετά από τη μηνιαία χορήγηση) κατά μέσο όρο, η οπτική οξύτητα, των ασθενών ελαττώθηκε με τριμηνιαία δόση επιστρέφοντας στην αρχική της τιμή το μήνα 12 και το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε στους περισσότερους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ranibizumab (82%) τον Μήνα 24. Περιορισμένα δεδομένα από ασθενείς που έλαβαν ranibizumab μετά από ψευδή θεραπεία υποδεικνύουν ότι η πρώιμη έναρξη της θεραπείας μπορεί να συνδεθεί με καλύτερη διατήρηση της οπτικής οξύτητας.
Δεδομένα από δύο μελέτες (MONT BLANC, BPD952A2308 και DENALI, BPD952A2309) που διεξήχθησαν μετά την έγκριση επιβεβαίωσαν την αποτελεσματικότητα του ranibizumab αλλά δεν κατέδειξαν επιπρόσθετη δράση από τη συνδυασμένη χορήγηση verteporfin (Visudyne PDT) και ranibizumab σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με ranibizumab.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε δευτεροπαθή CNV από PM
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ranibizumab σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε CNV στην ΡΜ αξιολογήθηκαν με βάση τα δεδομένα 12 μηνών της διπλής απόκρυψης, ελεγχόμενης ζωτικής μελέτης F2301 (RADIANCE). Σε αυτή τη μελέτη 277 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:2:1 στα ακόλουθα σκέλη:
- Ομάδα Ι (δοσολογικό σχήμα ranibizumab 0,5 mg καθοδηγούμενο από κριτήρια «σταθερότητας» που ορίζονται ως καμία μεταβολή στη βέλτιστα διορθωμένη οπτική οξύτητα (BCVA) σε σύγκριση με δύο προηγούμενες μηνιαίες αξιολογήσεις.
- Ομάδα ΙΙ (δοσολογικό σχήμα ranibizumab 0,5 mg καθοδηγούμενο από κριτήρια «δραστηριότητας της νόσου» που ορίζονται ως έκπτωση της όρασης που χαρακτηρίζεται από ενδο- ή υπόαμφιβληστροειδικό υγρό ή ενεργή διαρροή που οφείλεται σε βλάβη από CNV όπως αξιολογείται από τομογραφία οπτικής συνοχής (OCT) και /ή φλουοροαγγειογραφία (FA).
- Ομάδα ΙΙΙ (επετράπη σε ασθενείς που υποβάλονταν σε vPDT να λάβουν θεραπεία με ranibizumab από το Μήνα 3).
Στην ομάδα ΙΙ, η οποία είναι η συνιστώμενη δοσολογία (βλ. Δοσολογία) 50,9% των ασθενών απαίτησαν 1 ή 2 ενέσεις, 34,5% απαίτησαν 3 έως 5 ενέσεις και 14,7% απαίτησαν 6 έως 12 ενέσεις κατά τη 12μηνη περίοδο της μελέτης. Για το 62,9% των ασθενών της ομάδας ΙΙ δεν απαιτήθηκαν ενέσεις στο δεύτερο 6μηνο της μελέτης.
Τα βασικά αποτελέσματα της RADIANCE συνοψίζονται στον Πίνακα 2 και την Εικόνα 2.
Πίνακας 2 Αποτελέσματα κατά το Μήνα 3 και 12 (RADIANCE)
| Ομάδα I Ranibizumab 0,5 mg “οπτική σταθερότητα” (n=105) | Ομάδα II Ranibizumab 0,5 mg “Δραστηριότητα της νόσου” (n=116) | Ομάδα III vPDTβ (n=55) | |
|---|---|---|---|
| Μήνας 3 | |||
| Μέση εκτίμηση μεταβολής της BCVA από το Μήνα 1 έως το Μήνα 3 σε σύγκριση με την αρχική (γράμματα) | +10,5 | +10,6 | +2,2 |
| Ποσοστό ασθενών που κέρδισαν: ≥15 γράμματα, ή επέτυχαν ≥84 γράμματα στη BCVA | 38,1% | 43,1% | 14,5% |
| Μήνας 12 | |||
| Αριθμός ενέσεων έως το μήνα 12: Μέσος | 4,6 | 3,5 | N/A |
| Αριθμός ενέσεων έως το μήνα 12: Διάμεσος | 4,0 | 2,5 | N/A |
| Μέση εκτίμηση μεταβολής της BCVA από το Μήνα 1 έως το Μήνα 12 σε σύγκριση με την αρχική (γράμματα) | +12,8 | +12,5 | N/A |
| Ποσοστό ασθενών που κέρδισαν: ≥15 γράμματα, ή επέτυχαν ≥84 γράμματα στη BCVA | 53,3% | 51,7% | N/A |
(p<0.00001 σύγκριση με ομάδα ελέγχου vPDT. β: Συγκριτικός έλεγχος έως το Μήνα 3. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε vPDT και επετράπη να λάβουν θεραπεία με ranibizumab από τον Μήνα 3 (στην ομάδα ΙΙΙ 38 ασθενείς έλαβαν ranibizumab από το Μήνα 3))
Εικόνα 2: Μέση μεταβολή από την αρχική BCVA με το χρόνο έως το Μήνα 12 (RADIANCE). (Η εικόνα δεν μπορεί να αναπαρασταθεί σε κείμενο)
Η βελτίωση της όρασης συνοδεύτηκε από μείωση στο πάχος του κεντρικού αμφιβληστροειδούς.
Τα αναφερόμενα από τους ασθενείς οφέλη παρατηρήθηκαν στα σκέλη θεραπείας με ranibizumab έναντι της vPDT (τιμή p <0,05) ως προς τη βελτίωση στη σύνθετη βαθμολογία και σε αρκετές υποκλίμακες (γενική όραση, κοντινές δραστηριότητες, ψυχική υγεία και εξάρτηση) του ερωτηματολόγιο NEI VFQ-25.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε CNV (εκτός από την δευτεροπαθή από PM και την υγρής μορφής AMD)
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ranibizumab σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε CNV αξιολογήθηκαν με βάση τα δεδομένα 12 μηνών της διπλής απόκρυψης, ελεγχόμενης με εικονική θεραπεία ζωτικής μελέτης G2301 (MINERVA). Σε αυτή τη μελέτη 178 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 ώστε να λάβουν:
- ranibizumab 0,5 mg αρχικά, ακολουθούμενο από εξατομικευμένο δοσολογικό σχήμα καθοδηγούμενο από τη δραστηριότητα της νόσου όπως αυτή αξιολογείται από την οπτική οξύτητα ή/και ανατομικές παραμέτρους (π.χ. έκπτωση της οπτικής οξύτητας (VA) ενδο- ή υποαμφιβληστροειδικό υγρό ή διαρροή.
- Εικονική ένεση αρχικά, ακολουθούμενη από εξατομικευμένο θεραπευτικό σχήμα καθοδηγούμενο από τη δραστηριότητα της νόσου.
Κατά το Μήνα 2, όλοι οι ασθενείς έλαβαν ανοιχτής επισήμανσης θεραπεία με ranibizumab σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Τα βασικά αποτελέσματα της MINERVA συνοψίζονται στον Πίνακα 3 και την Εικόνα 3.
Παρατηρήθηκε βελτίωση της όρασης που συνοδεύτηκε από μείωση στο πάχος του κεντρικού υποπεδίου κατά την περίοδο των 12 μηνών.
Ο μέσος αριθμός των ενέσεων που χορηγήθηκαν σε διάστημα 12 μηνών ήταν 5,8 στον κλάδο του ranibizumab έναντι 5,4 στους ασθενείς στον κλάδο της εικονικής ένεσης οι οποίοι ήταν κατάλληλοι για να λάβουν ranibizumab μετά τον Μήνα 2. Στον κλάδο της εικονικής θεραπείας 7 από τους 59 ασθενείς δεν έλαβαν θεραπεία με ranibizumab στον υπό μελέτη οφθαλμό κατά τη διάρκεια της περιόδου των 12 μηνών.
Πίνακας 3 Αποτελέσματα κατά το Μήνα 2 (MINERVA)
| Μέτρηση | Ranibizumab 0,5 mg (n=119) | Εικονική θεραπεία (n=59) |
|---|---|---|
| Μέση μεταβολή της BCVA από την έναρξη έως το Μήνα 2 | 9,5 γράμματα | -0,4 γράμματα |
| Ασθενείς που κέρδισαν ≥15 γράμματα από την έναρξη ή επέτυχαν 84 γράμματα τον Μήνα 2 | 31,4% | 12,3% |
| Ασθενείς που δεν έχασαν >15 γράμματα από την έναρξη έως τον Μήνα 2 | 99,2% | 94,7% |
| Μείωση της CSFTβ από την έναρξη έως το Μήνα 2 | 77 µm | -9,8 µm |
(p<0,001 για σύγκριση με την ομάδα ελέγχου εικονικής θεραπείας. CSFT = πάχος του κεντρικού υποπεδίου του αμφιβληστροειδούς)
Εικόνα 3: Μέση μεταβολή από την αρχική BCVA με το χρόνο έως το Μήνα 12 (MINERVA). (Η εικόνα δεν μπορεί να αναπαρασταθεί σε κείμενο)
Όταν συγκρίνεται το ranibizumab έναντι ελέγχου με εικονική ένεση κατά το Μήνα 2 παρατηρήθηκε σταθερό αποτέλεσμα της θεραπείας τόσο συνολικά όσο και στο εύρος των υποομάδων αιτιολόγησης κατά την έναρξη:
Πίνακας 4 Αποτέλεσμα θεραπείας συνολικά και στο εύρος των υποομάδων αιτιολόγησης κατά την έναρξη
| Συνολικά και ανά αιτιολόγηση κατά την έναρξη | Αποτέλεσμα θεραπείας έναντι εικονικής ένεσης [γράμματα] | Αριθμός ασθενών [n] (θεραπεία + εικονική ένεση) |
|---|---|---|
| Συνολικά | 9,9 | 178 |
| Αγγειοειδείς ταινίες | 14,6 | 27 |
| Μεταφλεγμονώδης αμφιβληστροχοριοειδοπάθεια | 6,5 | 28 |
| Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια | 5,0 | 23 |
| Ιδιοπαθής χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια | 11,4 | 63 |
| Ποικίλες αιτιολογίες | 10,6 | 37 |
Στη ζωτική μελέτη G2301 (MINERVA), πέντε έφηβοι ασθενείς ηλικίας 12 έως 17 ετών με δευτεροπαθή έκπτωση της όρασης από CNV έλαβαν ανοικτής επισήμανσης θεραπεία με ranibizumab 0,5 mg κατά την έναρξη ακολουθούμενη από εξατομικευμένο θεραπευτικό σχήμα όπως και για τους ενήλικες ασθενείς. Η BCVA παρουσίασε βελτίωση από την έναρξη έως το Μήνα 12 και στους πέντε ασθενείς η οποία κυμαίνονταν από 5 έως 38 γράμματα (μέσος όρος 16,6 γράμματα). Η βελτίωση της όρασης συνοδεύονταν από μια σταθεροποίηση ή μείωση στο πάχος του κεντρικού υποπεδίου. Σε μία περίοδο 12 μηνών. Ο μέσος αριθμός των ενέσεων που χορηγήθηκε στον υπό μελέτη οφθαλμό σε διάστημα 12 μηνών ήταν 3 (κυμαίνονται απ΄2 έως 5) Συνολικά η θεραπεία με ranibizumab ήταν καλά ανεκτή.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε DME
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του ranibizumab αξιολογήθηκαν σε τρείς τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών. Συνολικά 868 ασθενείς (708 ενεργοί και 160 ελέγχου) συμμετείχαν σε αυτές τις μελέτες.
Στη μελέτη φάσης ΙΙ D2201(RESOLVE). 151 ασθενείς υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ranibizumab (6mg/mL, n=51, 10 mg/ml n=51) ή εικονική θεραπεία (n=49) με μηνιαίες ενδουαλώδεις ενέσεις. Η μεσοσταθμική μεταβολή στην BCVA από το μήνα 1 έως το μήνα 12 σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα ήταν +7,8 (±7,72) γράμματα συγκεντρωτικά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ranibizumab (n=102 σε σύγκριση με -0,1 (±9,77) γράμματα για τους ασθενείς υπό εικονική αγωγή και η μέση αλλαγή στη BCVA κατά το Μήνα 12 από τα αρχικά επίπεδα ήταν 10,3 (±9,1) γράμματα σε σύγκριση 1.4 (±14.2) γράμματα αντίστοιχα (p<0,0001 για τη διαφορά της θεραπείας).
Στη μελέτη φάσης ΙΙΙ D2301 (RESTORE), 345 τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν μονοθεραπεία με ranibizumab 0,5 mg και εικονική αγωγή φωτοπηξίας με laser συνδυασμό ranibizumab 0,5 mg και φωτοπηξίας με laser, είτε εικονική ένεση και φωτοπηξία με laser. 240 ασθενείς οι οποίοι είχαν προηγουμένως ολοκληρώσει τη 12μηνη μελέτη RESTORE, εντάχθηκαν στην ανοιχτή πολυκεντρική 24μηνη παράταση της μελέτη (RESTORE Extension). Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με ranibizumab 0,5 mg pro re nata (PRN) στον ίδιο οφθαλμό με την κύρια μελέτη (D2301 RESTORE).
Οι κύριες μετρήσεις των αποτελεσμάτων συνοψίζονται στον Πίνακα 5 (RESTORE και Extension) και την Εικόνα 4 (RESTORE).
Εικόνα 4: Μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας από την έναρξη με την πάροδο του χρόνου στη μελέτη D2301 (RESTORE). (Η εικόνα δεν μπορεί να αναπαρασταθεί σε κείμενο)
Το αποτέλεσμα στους 12 μήνες ήταν σταθερό στις περισσότερες υποομάδες. Εντούτοις, άτομα με αρχική BCVA > 73 γράμματα και οίδημα της ωχράς κηλίδας με πάχος κεντρικού αμφιβληστροειδούς <300 μm δεν φάνηκε να επωφελούνται από τη θεραπεία με ranibizumab σε σύγκριση με φωτοπηξία laser.
Πίνακας 5 Αποτελέσματα κατά το Μήνα 12 στη μελέτη D2301 (RESTORE) και κατά το Μήνα 36 στη Μελέτη D2301-E1 (RESTORE Extension)
| Μέτρηση αποτελεσμάτων κατά τον Μήνα 12 σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα στη μελέτη D2301 (RESTORE) | Ranibizumab 0,5 mg n=115 | Ranibizumab 0,5 mg + Laser n=118 | Laser n=110 (εικονική ένεση) |
|---|---|---|---|
| Μεσοσταθμική μεταβολή στην BCVA από το Μήνα 1 έως το Μήνα 12 (±SD) | 6,1 (6,4) | 5,9 (7,9) | 0,8 (8,6) |
| Μέση μεταβολή στην BCVA Κατά το Μήνα 12 (±SD) | 6,8 (8,3) | 6,4 (11,8) | 0,9 (11,4) |
| Κέρδος ≥15 γράμματα ή BCVA ≥84 γράμματα κατά το Μήνα 12 (%) | 22,6 | 22,9 | 8,2 |
| Μέσος αριθμός ενέσεων (Μήνες 0-11) | 7,0 | 6,8 | 7,3 |
| Μέτρηση αποτελέσματος κατά το Μήνα 36 Prior ranibizumab 0.5 mg σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα της D2301 (RESTORE) στη μελέτη D2301-E1 (RESTORE Extension) | n=83 | n=83 | n=74 |
| Μέση μεταβολή στη BCVA κατά το Μήνα 24 (SD) | 7,9 (9,0) | 6,7 (7,9) | 5,4 (9,0) |
| Μέση μεταβολή στη BCVA κατά το Μήνα 36 (SD) | 8,0 (10.1) | 6,7 (9,6) | 6,0 (9.4) |
| Κέρδος ≥15 γράμματα ή BCVA ≥84 γράμματα κατά το Μήνα 36 (%) | 27,7 | 30,1 | 21,6 |
| Μέσος αριθμός ενέσεων (Μήνες 12-35)* | 6,8 | 6,0 | 6,5 |
(p<0,0001 για συγκρίσεις των σκελών του ranibizumab έναντι του σκέλους του laser. *Το ποσοστό των ασθενών που δεν χρειάστηκαν θεραπεία με ranibizumab κατά τη διάρκεια της μελέτης επέκτασης ήταν 19%, 25% και 20% στις ομάδες ασθενών που είχαν λάβει προηγουμένως ranibizumab, ranibizumab +laser και laser αντίστοιχα).
Στατιστικώς σημαντικά αναφερόμενα από τους ασθενείς οφέλη για τις περισσότερες σχετιζόμενες με την όραση λειτουργίες παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία με ranibizumab (με ή χωρίς laser) έναντι της ομάδας ελέγχου όπως μετρήθηκε από το ερωτηματολόγιο NEI VFQ-25. Δεν μπόρεσαν να τεκμηριωθούν διαφορές στη θεραπεία για άλλες υποκλίμακες αυτού του ερωτηματολογίου.
Το προφίλ μακροπρόθεσμης ασφάλειας του ranibizumab που παρατηρήθηκε στην 24μηνη μελέτη επέκτασης είναι σύμφωνες με το γνωστό προφίλ ασφάλειας του ranibizumab.
Στη μελέτη φάσης ΙΙΙ D2304 (RETAIN), 372 ασθενείς με έκπτωση της όρασης λόγω DME τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 1:1:1 ώστε να λάβουν:
- ranibizumab 0,5 mg με ταυτόχρονη φωτοπηξία με laser σύμφωνα με θεραπευτικό σχήμα χορήγηση θεραπείας και παράτασης (TE),
- μονοθεραπεία ranibizumab 0,5 mg σύμφωνα με θεραπευτικό σχήμα TE,
- ranibizumab 0,5 mg σύμφωνα με θεραπευτικό σχήμα PRN.
Σε όλες τις ομάδες το ranibizumab χορηγήθηκε σε μηνιαία μεσοδιαστήματα έως ότου η BVCA ήταν σταθερή για τουλάχιστον 3 συνεχόμενες μηνιαίες αξιολογήσεις. Υπό ΤΕ το ranibizumab χορηγήθηκε σε μεσοδιαστήματα θεραπείας 2-3 μηνών. Σε όλες τις ομάδες η μηνιαία θεραπεία άρχιζε ξανά σε περίπτωση μείωσης της BCVA λόγω εξέλιξης του DME κα συνεχίζονταν έως την επανεπίτευξη σταθερής BCVA.
Ο αριθμός των προγραμματισμένων επισκέψεων με χορήγηση θεραπείας μετά τις αρχικές 3 ενέσεις, ήταν 13 και 20 για το θεραπευτικό σχήμα TE και το θεραπευτικό σχήμα PRN αντίστοιχα. Με τα δύο θεραπευτικά σχήματα TE περισσότερο από 70% των ασθενών διατήρησαν την BCVA με μια συχνότητα επισκέψεων ≥2 μηνών.
Οι κύριες μετρήσεις των αποτελεσμάτων συνοψίζονται στον Πίνακα 6.
Πίνακας 6 Αποτελέσματα στη μελέτη D2304 (RETAIN)
| Μέτρηση αποτελέσματος σε σύγκριση με τα αρχικά επίπεδα | TE ranibizumab 0,5 mg + laser n=117 | TE ranibizumab 0,5 mg μόνο n=125 | PRN ranibizumab 0,5 mg n=117 |
|---|---|---|---|
| Μεσοσταθμική μεταβολή στην BCVA από το Μήνα 1έως το Μήνα 12 (SD) | 5,9 (5,5) | 6,1 (5,7) | 6,2 (6,0) |
| Μεσοσταθμική μεταβολή στην BCVA από το Μήνα 1έως το Μήνα 24 (SD) | 6,8 (6,0) | 6,6 (7,1) | 7,0 (6,4) |
| Μέση μεταβολή στην BCVA Κατά το μήνα 24 (SD) | 8,3 (8,1) | 6,5 (10,9) | 8,1 (8,5) |
| Κέρδος ≥15 γράμματα ή BCVA ≥84 γράμματα κατά το Μήνα 24 (%) | 25,6 | 28,0 | 30,8 |
| Μέσος αριθμός ενέσεων (μήνες 0-23) | 12,4 | 12,8 | 10,7 |
(p<0,0001 για αξιολόγηση μη κατωτερότητας έναντι του PRN)
Στις μελέτες του DME η βελτίωση της BCVA συνοδεύτηκε από μια μείωση με το χρόνο της μέσης CSFT σε όλες της ομάδες θεραπείας.
Θεραπεία της PDR
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ranibizumab σε ασθενείς με PDR έχει αξιολογηθεί από το Protocol S το οποίο αξιολόγησε τις ενδουαλώδεις ενέσεις με ranibizumab 0,5 mg συγκρινόμενο με την παναμφιβληστροειδική φωτοπηξία (PRP). Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η μέση αλλαγή οπτικής οξύτητας στο έτος 2. Επίσης, η μεταβολή της σοβαρότητας της DPR αξιολογήθηκε με βάση τις φωτογραφίες βυθού χρησιμοποιώντας την βαθμολογία σοβαρότητας DR (κλίμακα DRSS).
Το Protocol S ήταν μια πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, ενεργά-ελεγχόμενη, παράλληλης εγγραφής, μη κατωτερότητας μελέτη φάσης ΙΙΙ, στην οποία ενεγράφησαν κατά την έναρξη 305 ασθενείς (394 μελετώμενοι οφθαλμοί) με PDR με ή χωρίς DME. Η μελέτη συνέκρινε ενδουαλώδης ενέσεις ranibizumab 0,5 mg έναντι βασικής αγωγής με παναμφιβληστροειδική φωτοπηξία (PRP). Συνολικά 191 μάτια (48,5%) τυχαιοποιήθηκαν σε ranibizumab 0,5 mg και 203 μάτια (51,5%) τυχαιοποιήθηκαν σε PRP. Συνολικά 88 οφθαλμοί (22,3%) είχαν DME στην έναρξη: 42 (22,0%) και 46 (22,7%) οφθαλμοί στις ομάδες ranibizumab και PRP, αντίστοιχα.
Σε αυτή τη μελέτη, η μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας στο έτος 2 ήταν +2,7 γράμματα στην ομάδα ranibizumab σε σύγκριση με 0,7 γράμματα στην ομάδα PRP. Η διαφορά με την μέθοδο ελαχίστων τετραγώνων ήταν 3,5 γράμματα (95% CI: [0,2 έως 6,7]).
Το έτος 1, 41,8% των οφθαλμών εμφάνισε βελτίωση ≥2 βαθμίδες στην κλίμακα DRSS όταν έλαβαν αγωγή με ranibizumab (n=189) συγκριτικά με το 14,6% των οφθαλμών που έλαβε θεραπεία με PRP (n=199). Η εκτιμώμενη διαφορά ανάμεσα στο ranibizumab και το laser ήταν 27,4% (95% CI: [18,9, 35,9]).
Πίνακας 7 Βελτίωση ή επιδείνωση στην κλίμακα DRSS κατά ≥2 ή ≥3 βαθμίδες τον χρόνο 1 στο Protocol S (Μέθοδος LOCF)
| Κατηγοριοποίηση μεταβολής από την έναρξη | Ranibizumab 0,5 mg (N=189) | PRP (N=199) | Διαφορά στην ποσόστωση (%), CI |
|---|---|---|---|
| ≥2 βαθμίδες βελτίωση n (%) | 79 (41,8%) | 29 (14,6%) | 27,4 (18,9, 35,9) |
| ≥3 βαθμίδες βελτίωση n (%) | 54 (28,6%) | 6 (3,0%) | 25,7 (18,9, 32,6) |
| ≥2 βαθμίδες επιδείνωση n (%) | 3 (1,6%) | 23 (11,6%) | -9,9 (-14,7, -5,2) |
| ≥3 βαθμίδες επιδείνωση n (%) | 1 (0,5%) | 8 (4,0%) | -3,4 (-6,3, -0,5) |
(DRSS = diabetic retinopathy severity score - βαθμολογία σοβαρότητας διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας, n = αριθμός ασθενών που πληρούσαν τα κριτήρια κατά την επίσκεψη, N = συνολικός αριθμός μελετώμενων οφθαλμών).
Τον χρόνο 1 στην ομάδα που έλαβε θεραπεία με ranibizumab στο Protocol S, η βελτίωση ≥2 βαθμίδες κλίμακας DRSS ήταν σταθερή σε οφθαλμούς χωρίς DME (39,9%) και με DME κατά την έναρξη (48,8%).
Μια ανάλυση από τα αποτελέσματα στο έτος 2 από το Protocol S παρουσίασε ότι 42,3% (n=80) των οφθαλμών στην ομάδα που έλαβε ranibizumab είχε βελτίωση ≥2 βαθμίδες στην κλίμακα DRSS από την έναρξη συγκρινόμενο με 23,1% (n=46) των οφθαλμών στην ομάδα PRP. Στην ομάδα που έλαβε ranibizumab, παρατηρήθηκε βελτίωση ≥2 βαθμίδες στην κλίμακα DRSS από την αρχική τιμή στο 58,5% (n=24) των οφθαλμών με DME στην έναρξη και 37,8% (n=56) των οφθαλμών χωρίς DME.
Η βαθμολογία της DRSS αξιολογήθηκε επίσης σε τρεις ξεχωριστές μελέτες φάσης III DME (ranibizumab 0,5 mg PRN έναντι laser) που συμπεριελάμβαναν συνολικά 875 ασθενείς, εκ των οποίων το 75% ήταν ασιατικής καταγωγής. Σε μια μετα-ανάλυση αυτών των μελετών, το 48,4% των 315 ασθενών με βαθμίδες βαθμολογίας DRSS στην υποομάδα ασθενών με μέτρια σοβαρή μη παραγωγική DR (NPDR) ή χειρότερα κατά την έναρξη της μελέτης εμφάνισαν ≥2-βαθμίδες βελτίωση στο DRSS στο Μήνα 12 όταν υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ranibizumab (n=192) έναντι 14,6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με laser (n=123). Η εκτιμώμενη διαφορά μεταξύ ranibizumab και laser ήταν 29,9% (95% CI: [20,0-39,7]). Σε 405 ασθενείς βαθμολογημένους κατά DRSS με μέτρια ή καλύτερη NPDR, παρατηρήθηκε ≥2-βαθμίδες βελτίωση DRSS σε 1,4% και 0,9% των ομάδων ranibizumab και laser, αντίστοιχα.
Θεραπεία της έκπτωσης της όρασης που οφείλεται σε δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από RVO
Η κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ranibizumab σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από RVO αξιολογήθηκε στις τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες μελέτες BRAVO και CRUISE στις οποίες εντάχθηκαν ασθενείς με BRVO (n=397) και CRVO (n=392), αντίστοιχα. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς έλαβαν είτε 0,3 mg ή 0,5 mg ranibizumab ή ψευδείς ενέσεις. Μετά από 6 μήνες οι ασθενείς του σκέλους ελέγχου που ελάμβαναν ψευδή θεραπεία μετακινήθηκαν σε ranibizumab 0,5 mg.
Οι κύριες μετρήσεις των αποτελεσμάτων από τις μελέτες BRAVO και CRUISE συνοψίζονται στον Πίνακα 8 και τις Εικόνες 5 και 6.
Πίνακας 8 Αποτελέσματα κατά το Μήνα 6 και 12 (BRAVO και CRUISE)
| BRAVO Ψευδής θεραπεία/ Ranibizumab 0,5 mg (n=131) | BRAVO Ranibizumab 0,5 mg (n=132) | CRUISE Ψευδής θεραπεία/ Ranibizumab 0,5 mg (n=130) | CRUISE Ranibizumab 0,5 mg (n=130) | |
|---|---|---|---|---|
| Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα κατά το Μήνα 6 (γράμματα) (SD) (κύριο καταληκτικό σημείο) | 7,3 (13,0) | 18,3 (13,2) | 0,8 (16,2) | 14,9 (13,2) |
| Μέση μεταβολή στη BCVA κατά το Μήνα 12 (γράμματα) (SD) | 12,1 (14,4) | 18,3 (14,6) | 7,3 (15,9) | 13,9 (14,2) |
| Κέρδος ≥15 γράμματα στην οπτική οξύτητα κατά το Μήνα 6 (%) | 28,8 | 61,1 | 16,9 | 47,7 |
| Κέρδος ≥15 γράμματα στην οπτική οξύτητα κατά το Μήνα 12 (%) | 43,9 | 60,3 | 33,1 | 50,8 |
| Ποσοστό (%) που έλαβε θεραπεία διάσωσης με laser κατά τη διάρκεια 12 μηνών | 34,4 | NA | NA | NA |
(p<0,0001 και για τις δύο μελέτες για τη σύγκριση ranibizumab vs ψευδής θεραπεία)
Εικόνα 5: Μέση μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα της BCVA με το χρόνο ως το Μήνα 6 και το Μήνα 12 (BRAVO). (Η εικόνα δεν μπορεί να αναπαρασταθεί σε κείμενο)
Εικόνα 6: Μέση μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα της BCVA με το χρόνο ως το Μήνα 6 και το Μήνα 12 (CRUISE). (Η εικόνα δεν μπορεί να αναπαρασταθεί σε κείμενο)
Και στις δύο μελέτες η βελτίωση της όρασης συνοδεύονταν από μια συνεχή και σημαντική μείωση του οιδήματος της ωχράς κηλίδας όπως μετρήθηκε από το πάχος του κεντρικού αμφιβληστροειδούς.
Σε ασθενείς με CRVO (CRUISE και επέκταση μελέτης HORIZON): Οι ασθενείς που ελάμβαναν ψευδή θεραπεία κατά τους πρώτους 6 μήνες και ακολούθως έλαβαν ranibizumab δεν επέτυχαν συγκρίσιμα κέρδη στην οπτική οξύτητα έως το Μήνα 24 (~6 γράμματα) σε σύγκριση με ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ranibizumab από την έναρξη της μελέτης (~12 γράμματα).
Στατιστικώς σημαντικά οφέλη αναφερόμενα από ασθενείς σε υποκλίμακες που σχετίζονται με τη δραστηριότητα σε κοντινή και μακρινή απόσταση παρατηρήθηκαν με τη θεραπεία με ranibizumab έναντι της ομάδας ελέγχου όπως μετρήθηκαν από το Ερωτηματολόγιο για την Οπτική Λειτουργία του National Eye Institute (ΝΕΙ VFQ-25).
Η μακροπρόθεσμη κλινική ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του ranibizumab σε ασθενείς με έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από RVO αξιολογήθηκαν στις μελέτες BRIGHTER (BRVO) και CRYSTAL (CRVO). Και στις 2 μελέτες οι ασθενείς έλαβαν δοσολογικό σχήμα 0,5 mg ranibizumab PRN καθοδηγούμενο από εξατομικευμένα κριτήρια σταθεροποίησης. Η BRIGHTER ήταν μία μελέτη με 3 σκέλη, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστική ουσία όπου συγκρίθηκαν τα 0,5 mg ranibizumab χορηγούμενα ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με προστιθέμενη φωτοπηξία με laser με την φωτοπηξία με laser μόνο. Μετά από 6 μήνες, οι ασθενείς στο σκέλος της φωτοπηξίας με laser μπορούσαν να λάβουν 0,5 mg ranibizumab. Η CRYSTAL ήταν μία μελέτη με μονό σκέλος με μονοθεραπεία 0,5 mg ranibizumab.
Οι κύριες μετρήσεις των αποτελεσμάτων από τις BRIGHTER και CRYSTAL συνοψίζονται στον Πίνακα 9.
Πίνακας 9 Αποτελέσματα στους Μήνες 6 και 24 (BRIGHTER και CRYSTAL)
| Μέτρηση | Ranibizumab 0,5 mg N=180 | BRIGHTER Ranibizumab 0,5 mg + Laser N=178 | Laser* N=90 | CRYSTAL Ranibizumab 0,5 mg N=356 |
|---|---|---|---|---|
| Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα κατά το Μήνα 6 (γράμματα) (SD) | +14,8 (10,7) | +14,8 (11,13) | +6,0 (14,27) | +12,0 (13,95) |
| Μέση μεταβολή στην οπτική οξύτητα κατά το Μήνα 24 (γράμματα) (SD) | +15,5 (13,91) | +17,3 (12,61) | +11,6 (16,09) | +12,1 (18,60) |
| Κέρδος ≥15 γράμματα στην οπτική οξύτητα κατά το Μήνα 24 (%) | 52,8 | 59,6 | 43,3 | 49,2 |
| Μέσος αριθμός ενέσεων (SD) (Μήνες 0-23) | 11,3 (6,02) | 11,4 (5,81) | NA | 13,1 (6,39) |
(p<0,0001 και για τις 2 συγκρίσεις στην BRIGHTER τον Μήνα 6: ranibizumab 0,5 mg έναντι Laser και ranibizumab 0,5 mg + Laser έναντι Laser. p<0,0001 για την μηδενική υπόθεση στην CRYSTAL ότι η μέση μεταβολή στον Μήνα 24 από τα αρχικά επίπεδα είναι μηδέν. *Ξεκινώντας από τον Μήνα 6 η θεραπεία με ranibizumab 0,5 mg επιτρεπόταν (24 ασθενείς έλαβαν μόνο θεραπεία laser)).
Στην BRIGHTER η θεραπεία με ranibizumab 0,5 mg με προστιθέμενη φωτοπηξία με laser επέδειξε μη-κατωτερότητα έναντι της μονοθεραπείας ranibizumab από τα αρχικά επίπεδα έως το Μήνα 24 (95% CI -2,8, 1,4).
Και στις δύο μελέτες παρατηρήθηκε ταχεία και στατιστικά σημαντική μείωση από τα αρχικά επίπεδα του πάχους του κεντρικού υποπεδίου αμφιβληστροειδούς τον Μήνα 1. Αυτό το αποτέλεσμα διατηρήθηκε έως τον Μήνα 24.
Το αποτέλεσμα της θεραπείας με ranibizumab ήταν παρόμοιο ανεξάρτητα από την παρουσία ισχαιμίας αμφιβληστροειδούς. Στην BRIGHTER, οι ασθενείς με παρουσία (N=46) ή απουσία (N=133) ισχαιμίας όπου έλαβαν μονοθεραπεία ranibizumab είχαν μία μέση μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα +15,3 και +15,6 γραμμάτων, αντίστοιχα, τον Μήνα 24. Στην CRYSTAL οι ασθενείς με παρουσία (N=53) ή απουσία (N=300) ισχαιμίας όπου έλαβαν μονοθεραπεία ranibizumab είχαν μία μέση μεταβολή από τα αρχικά επίπεδα +15,0 και +11,5 γραμμάτων, αντίστοιχα.
Το αποτέλεσμα ως προς την οπτική βελτίωση παρατηρήθηκε σε όλους τους ασθενείς όπου έλαβαν μονοθεραπεία 0,5 mg ranibizumab ανεξαρτήτως από τη διάρκεια της νόσου των και στις δύο μελέτες, BRIGHTER και CRYSTAL. Στους ασθενείς με διάρκεια νόσου <3 μήνες παρατηρήθηκε αύξηση της οπτικής οξύτητας κατά 13,3 και 10,0 γραμμάτων τον Μήνα 1, και 17,7 και 13,2 γραμμάτων τον Μήνα 24 στην BRIGHTER και την CRYSTAL, αντίστοιχα. Το αντίστοιχο κέρδος οπτικής οξύτητας σε ασθενείς με διάρκεια νόσου ≥12 μήνες ήταν 8,6 και 8,4 γράμματα στις αντίστοιχες μελέτες. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής κατά την διάγνωση.
Το προφίλ μακροπρόθεσμης ασφάλειας του ranibizumab που παρατηρήθηκε στις 24μηνες μελέτες είναι σύμφωνο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας του ranibizumab.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει ranibizumab σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην νεοαγγειακή AMD, στην έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε DME, στην έκπτωση της όρασης που οφείλεται σε δευτεροπαθές οίδημα της ωχράς κηλίδας από RVO, στην έκπτωση της όρασης από CNV και στην διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-XIMLUCI
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά από μηνιαία ενδοϋαλώδη χορήγηση ranibizumab σε ασθενείς με νεοαγγειακή AMD, οι συγκεντρώσεις του ranibizumab στον ορό ήταν γενικά χαμηλές, με τα μέγιστα επίπεδα (Cmax) να κυμαίνονται γενικά κάτω από τη συγκέντρωση του ranibizumab που είναι απαραίτητη για την αναστολή της βιολογικής δράσης του VEGF κατά 50% (11-27 ng/mL, όπως εκτιμήθηκε σε μια in vitro δοκιμασία κυτταρικού πολλαπλασιασμού). Η Cmax ήταν ανάλογη προς τη δόση σε εύρος δόσης 0,05 έως 1,0 mg/οφθαλμό. Οι συγκεντρώσεις στον ορό σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με DME δείχνουν ότι μια ελαφρά υψηλότερη συστηματική έκθεση δεν μπορεί να αποκλεισθεί σε σύγκριση με αυτή που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με νεοαγγειακή ΑMD. Οι συγκεντρώσεις ranibizumab στον ορό σε ασθενείς με RVO ήταν παρόμοια ή ελαφρά υψηλότερη σε σύγκριση με αυτές που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με νεοαγγειακή AMD.
Βάσει της ανάλυσης των δεδομένων φαρμακοκινητικής του πληθυσμού και της εξαφάνισης του ranibizumab από τον ορό για τους ασθενείς με νεοαγγειακή AMD που έλαβαν δόση 0,5 mg, η μέση ημιζωή απομάκρυνσης του ranibizumab από το υαλοειδές σώμα είναι περίπου 9 ημέρες. Μετά από μηνιαία ενδοϋαλώδη χορήγηση του ranibizumab σε δόση 0,5 mg/οφθαλμό, η Cmax του ranibizumab στον ορό, που επετεύχθη περίπου 1 ημέρα μετά τη δόση, αναμένεται να κυμαίνεται γενικά μεταξύ 0,79 και 2,90 ng/mL, και η Cmin αναμένεται να κυμαίνεται γενικά μεταξύ 0,07 και 0,49 ng/mL. Οι συγκεντρώσεις ranibizumab στον ορό αναμένεται να είναι περίπου κατά 90.000 φορές μικρότερες απ’ ό,τι οι συγκεντρώσεις ranibizumab στο υαλοειδές.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες με σκοπό να εξεταστεί η φαρμακοκινητική του ranibizumab σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Σε μια ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού των ασθενών με νεοαγγειακή AMD το 68% (136 από τους 200) των ασθενών παρουσίαζαν νεφρική δυσλειτουργία (46,5% ελαφριά [50-80 mL/min], 20% μέτρια [30-50 mL/min] και 1,5% σοβαρή [<30 mL/min]). Στους ασθενείς με RVO το 48,2% (253 από 525) είχαν νεφρική δυσλειτουργία (36,4% ήπια, 9,5% μέτρια και 2,3% σοβαρή). Η συστηματική κάθαρση ήταν ελαφρώς μικρότερη, κάτι όμως που δεν ήταν κλινικά σημαντικό.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες με σκοπό να εξεταστεί η φαρμακοκινητική του ranibizumab σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η ρανιβιζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο, ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό θραύσμα αντισώματος τύπου IgG1 kappa, σχεδιασμένο για ενδοφθάλμια χρήση. Η ρανιβιζουμάμπη συνδέεται και αναστέλλει τη βιολογική δράση του ανθρώπινου αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα Α (VEGF-A). Η ρανιβιζουμάμπη έχει μοριακό βάρος περίπου 48 kilodaltons και παράγεται από σύστημα έκφρασης E. coli σε θρεπτικό μέσο που περιέχει το αντιβιοτικό τετρακυκλίνη. Η τετρακυκλίνη δεν ανιχνεύεται στο τελικό προϊόν.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία ασθενών με υγρή (νεοαγγειακή) εκφύλιση ωχράς κηλίδας σχετιζόμενη με την ηλικία.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ρανιβιζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο, ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό θραύσμα αντισώματος τύπου IgG1 kappa, σχεδιασμένο για ενδοφθάλμια χρήση. Η ρανιβιζουμάμπη είναι ένας ανταγωνιστής του VEGF-A που συνδέεται και αναστέλλει τη βιολογική δράση των ενεργών μορφών του ανθρώπινου VEGF-A, συμπεριλαμβανομένης της αποκοπείσας μορφής (VEGF110). Έχει αποδειχθεί ότι το VEGF-A προκαλεί νεοαγγειογένεση (αγγειογένεση) και αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας, η οποία πιστεύεται ότι συμβάλλει στην εξέλιξη της νεοαγγειακής μορφής της εκφύλισης ωχράς κηλίδας σχετιζόμενης με την ηλικία (AMD).
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η ρανιβιζουμάμπη συνδέεται στο σημείο πρόσδεσης του υποδοχέα των ενεργών μορφών του VEGF-A, συμπεριλαμβανομένης της βιολογικά ενεργής, αποκοπείσας μορφής αυτού του μορίου, VEGF110. Η σύνδεση της ρανιβιζουμάμπης με τον VEGF-A εμποδίζει την αλληλεπίδραση του VEGF-A με τους υποδοχείς του (VEGFR1 και VEGFR2) στην επιφάνεια των ενδοθηλιακών κυττάρων, μειώνοντας τον πολλαπλασιασμό των ενδοθηλιακών κυττάρων, τη διαφυγή αγγείων και τη δημιουργία νέων αιμοφόρων αγγείων.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Περίπου 3 ημέρες