Αντιβιοτικά

ATC CODE C07AA05

PROPRANOLOL

Προπρανολόλη

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. …

Chemical structure of PROPRANOLOL

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου που θα χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συγκεκριμένης νόσου ή ασθενή. Η ενδογενής συμπαθητικομιμητική δράση εκφράζει την ικανότητα ενός αδρενεργικού αποκλειστή τόσο να διεγείρει όσο και να αναστέλλει αδρενεργικούς υποδοχείς. Η οξπρενολόλη και η πινδολόλη έχουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση και προκαλούν μικρότερου βαθμού βραδυκαρδία και ψυχρότητα στα κάτω άκρα σε σύγκριση με άλλους β-αποκλειστές. Μερικοί β-αποκλειστές είναι λιποδιαλυτοί ενώ άλλοι είναι υδατοδιαλυτοί. Η ατενολόλη, η σελιπρολόλη, η ναδολόλη και η σοταλόλη είναι οι κατεξοχήν υδατοδιαλυτοί. Ως εκ τούτου είναι λιγότερο πιθανό να εισέλθουν στον εγκέφαλο και έτσι προκαλούν λιγότερες διαταραχές του ύπνου και εφιάλτες. Οι υδατοδιαλυτοί β-αποκλειστές απεκκρίνονται από τους νεφρούς και συσσωρεύονται σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Σαν αποτέλεσμα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μείωση της δόσης τους. Πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση β-αποκλειστών σε ασθενείς με 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Σε καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Αν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί με πολύ μικρές δόσεις, η συνέχιση με μεγαλύτερες μπορεί να συνοδεύεται από βελτίωση τόσο ως προς τη συμπτωματολογία όσο και ως προς την επιβίωση. Ενδείξεις για τέτοια δράση υπάρχουν ως τώρα κυρίως για την καρβεδιλόλη, βισοπρολόλη και μετοπρολόλη. Η σοταλόλη είναι πιθανό να επιμηκύνει το διάστημα QT και έχει προκαλέσει σε μερικές περιπτώσεις κοιλιακές αρρυθμίες επικίνδυνες για την ζωή. Είναι σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της υποκαλιαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν σοταλόλη. Η λαβηταλόλη και η σελιπρολόλη είναι β-αποκλειστές που επιπρόσθετα προκαλούν αγγειοδιαστολή των αρτηριολίων και μειώνουν με αυτό τον τρόπο τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα φάρμακα πλεονεκτούν σημαντικά των υπολοίπων β-αποκλειστών στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης. Η χορήγηση β-αποκλειστών πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία οπότε χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα με ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Μερικοί β-αποκλειστές όπως η ατενολόλη, η βηταξολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη έχουν μικρότερη δράση στους β2-υποδοχείς (βρογχικούς) και ως εκ τούτου είναι σχετικά, όχι όμως απόλυτα, καρδιοεκλεκτικοί. Αυτοί οι β-αποκλειστές προκαλούν βρογχόσπασμο σε μικρότερο βαθμό χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι εντελώς από αυτή την ανεπιθύμητη ενέργεια. Οι ενδείξεις των β-αποκλειστών είναι οι ακόλουθες: 1. Στεφανιαία νόσος: α) /iΣτηθάγχη/i. Οι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντοχή στην προσπάθεια. Μπορούν να συνδυασθούν με νιτρώδη και με ανταγωνιστές του ασβεστίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι απότομη διακοπή τους προκαλεί επιδείνωση της στηθάγχης. Υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια όταν β-αποκλειστές χορηγηθούν μαζί με βεραπαμίλη σε ασθενείς με γνωστή στεφανιαία νόσο. β) /iΈμφραγμα μυοκαρδίου/i. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μερικοί β-αποκλειστές μπορούν να προκαλέσουν μείωση των επανεμφραγμάτων στους ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου. Στην οξεία φάση του εμφράγματος η αρχική ενδοφλέβια χορήγηση ατενολόλης ή μετοπρολόλης αρχικά και στη συνέχεια από το στόμα μπορεί να ελαττώσει την πρώιμη θνητότητα. Επίσης η προπρανολόλη και τιμολόλη όταν χορηγούνται χρονίως ήδη από την πρώιμη φάση της αποκατάστασης συνεπάγονται μείωση της θνητότητας. 2. Υπέρταση: Ορισμένοι θεωρούν τους β-αποκλειστές ως φάρμακα πρώτης εκλογής. Είναι ασθενή αντιϋπερτασικά και συνήθως απαιτούν συνδυασμό με άλλα φάρμακα (π.χ. διουρητικά). 3. Αρρυθμίες: Είναι ήπια αντιαρρυθμικά φάρμακα. Προκαλούν βραδυκαρδία και μειώνουν τον αυτοματισμό των έκτοπων εστιών. Η σοταλόλη ειδικά, έχει επιπλέον δράση αντιαρρυθμικού της τάξης ΙΙΙ. Οι β-αποκλειστές χορηγούνται για τον έλεγχο της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και, συνήθως σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα, της ταχυκαρδίας από κολπική μαρμαρυγή, ιδίως σε υπερθυρεοειδισμό. Χορηγούνται επίσης σε αρρυθμίες που έχουν σχέση με διέγερση του συμπαθητικού ή στεφανιαία νόσο. Είναι επίσης χρήσιμοι σε μερικές περιπτώσεις με σύνδρομο μακρού QT (ιδίως στην οικογενή παραλλαγή του συνδρόμου). 4. Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια. 5. Υπερθυρεοειδισμός ιδίως με έντονες καρδιακές εκδηλώσεις. 6. Καρδιακή ανεπάρκεια. Αρχίζοντας με μικρές δόσεις και συνεχίζοντας με μεγαλύτερες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για τη βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη και μετοπρολόλη. Γενικώς οι β-αποκλειστές γίνονται καλά ανεκτοί. Μπορούν όμως να επιτείνουν σε επικίνδυνο βαθμό την καρδιακή ανεπάρκεια αν δεν ληφθούν κατάλληλα μέτρα, τον κολποκοιλιακό αποκλεισμό και το βρογχικό άσθμα. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητοι, μπορούν να δοκιμαστούν με μεγάλη προσοχή οι β-αποκλειστές με ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση. Οι ίδιοι, καθώς και οι καρδιοεκλεκτικοί, μπορούν να δοκιμασθούν με προσοχή σε βρογχικό άσθμα (αν είναι απολύτως απαραίτητοι). Απότομη διακοπή τους σε στεφανιαία νόσο ενδέχεται να προκαλέσει επίταση της νόσου. Οι προπρανολόλη, οξπρενολόλη και πινδολόλη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και μπορούν να προκαλέσουν εφιαλτικά όνειρα, ή, σπανιότατα, ψευδαισθήσεις. Η χορήγηση β-αποκλειστών σε φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς τη σύγχρονη χορήγηση ενός α-αναστολέα, μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες υπερτασικές κρίσεις. Η λαβητατόλη έχει επιπλέον ισχυρή α-ανασταλτική δράση. Ίσως έχει ιδιαίτερη ένδειξη σε υπέρταση.

Κύρια Ένδειξη

For the prophylaxis of migraine.

Χρόνος Ημιζωής

4h

4 hours

Σύνδεση Πρωτεϊνών

More than 90%

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Propranolol competes with sympathomimetic neurotransmitters such as catecholamines for binding at beta(1)-adrenergic receptors in the heart, …

Οδός Αποβολής

Propranolol is extensively metabolized with most metabolites appearing in the urine.

Όγκος Κατανομής

* 4 L

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

3 κεφάλαια
2.4 EOΦ therapeutic chapter

β-Αδρενεργικοί αποκλειστές

Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους...

+
Propranolol Hydrochloride Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Κοινό χαρακτηριστικό αυτών των φαρμάκων είναι ο αποκλεισμός των β-αδρενεργικών υποδοχέων. Σήμερα είναι διαθέσιμοι αρκετοί β-αδρενεργικοί αποκλειστές που σε γενικές γραμμές είναι εξίσου δραστικοί. Ωστόσο μεταξύ τους έχουν διαφορές που μπορεί να επηρεάσουν την επιλογή του φαρμάκου που θα χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία συγκεκριμένης νόσου ή ασθενή. Η ενδογενής συμπαθητικομιμητική δράση εκφράζει την ικανότητα ενός αδρενεργικού αποκλειστή τόσο να διεγείρει όσο και να αναστέλλει αδρενεργικούς υποδοχείς. Η οξπρενολόλη και η πινδολόλη έχουν ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση και προκαλούν μικρότερου βαθμού βραδυκαρδία και ψυχρότητα στα κάτω άκρα σε σύγκριση με άλλους β-αποκλειστές. Μερικοί β-αποκλειστές είναι λιποδιαλυτοί ενώ άλλοι είναι υδατοδιαλυτοί. Η ατενολόλη, η σελιπρολόλη, η ναδολόλη και η σοταλόλη είναι οι κατεξοχήν υδατοδιαλυτοί. Ως εκ τούτου είναι λιγότερο πιθανό να εισέλθουν στον εγκέφαλο και έτσι προκαλούν λιγότερες διαταραχές του ύπνου και εφιάλτες. Οι υδατοδιαλυτοί β-αποκλειστές απεκκρίνονται από τους νεφρούς και συσσωρεύονται σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Σαν αποτέλεσμα σ΄ αυτές τις περιπτώσεις απαιτείται μείωση της δόσης τους. Πρέπει να αποφεύγεται η χορήγηση β-αποκλειστών σε ασθενείς με 2ου ή 3ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό. Σε καρδιακή ανεπάρκεια απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την έναρξη της αγωγής ενδέχεται να παρατηρηθεί επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Αν αυτή η εξέλιξη αποφευχθεί με πολύ μικρές δόσεις, η συνέχιση με μεγαλύτερες μπορεί να συνοδεύεται από βελτίωση τόσο ως προς τη συμπτωματολογία όσο και ως προς την επιβίωση. Ενδείξεις για τέτοια δράση υπάρχουν ως τώρα κυρίως για την καρβεδιλόλη, βισοπρολόλη και μετοπρολόλη. Η σοταλόλη είναι πιθανό να επιμηκύνει το διάστημα QT και έχει προκαλέσει σε μερικές περιπτώσεις κοιλιακές αρρυθμίες επικίνδυνες για την ζωή. Είναι σημαντικό να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της υποκαλιαιμίας σε ασθενείς που λαμβάνουν σοταλόλη. Η λαβηταλόλη και η σελιπρολόλη είναι β-αποκλειστές που επιπρόσθετα προκαλούν αγγειοδιαστολή των αρτηριολίων και μειώνουν με αυτό τον τρόπο τις περιφερικές αντιστάσεις. Δεν υπάρχει απόδειξη ότι αυτά τα φάρμακα πλεονεκτούν σημαντικά των υπολοίπων β-αποκλειστών στην αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης. Η χορήγηση β-αποκλειστών πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν δεν υπάρχει εναλλακτική θεραπεία οπότε χορηγούνται με εξαιρετική προσοχή σε άτομα με ιστορικό βρογχικού άσθματος ή χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας. Μερικοί β-αποκλειστές όπως η ατενολόλη, η βηταξολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη έχουν μικρότερη δράση στους β2-υποδοχείς (βρογχικούς) και ως εκ τούτου είναι σχετικά, όχι όμως απόλυτα, καρδιοεκλεκτικοί. Αυτοί οι β-αποκλειστές προκαλούν βρογχόσπασμο σε μικρότερο βαθμό χωρίς όμως να είναι απαλλαγμένοι εντελώς από αυτή την ανεπιθύμητη ενέργεια. Οι ενδείξεις των β-αποκλειστών είναι οι ακόλουθες: 1. Στεφανιαία νόσος: α) /iΣτηθάγχη/i. Οι β-αποκλειστές αυξάνουν την αντοχή στην προσπάθεια. Μπορούν να συνδυασθούν με νιτρώδη και με ανταγωνιστές του ασβεστίου. Υπάρχουν ενδείξεις ότι απότομη διακοπή τους προκαλεί επιδείνωση της στηθάγχης. Υπάρχει κίνδυνος να προκληθεί καρδιακή ανεπάρκεια όταν β-αποκλειστές χορηγηθούν μαζί με βεραπαμίλη σε ασθενείς με γνωστή στεφανιαία νόσο. β) /iΈμφραγμα μυοκαρδίου/i. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μερικοί β-αποκλειστές μπορούν να προκαλέσουν μείωση των επανεμφραγμάτων στους ασθενείς που έχουν υποστεί έμφραγμα μυοκαρδίου. Στην οξεία φάση του εμφράγματος η αρχική ενδοφλέβια χορήγηση ατενολόλης ή μετοπρολόλης αρχικά και στη συνέχεια από το στόμα μπορεί να ελαττώσει την πρώιμη θνητότητα. Επίσης η προπρανολόλη και τιμολόλη όταν χορηγούνται χρονίως ήδη από την πρώιμη φάση της αποκατάστασης συνεπάγονται μείωση της θνητότητας. 2. Υπέρταση: Ορισμένοι θεωρούν τους β-αποκλειστές ως φάρμακα πρώτης εκλογής. Είναι ασθενή αντιϋπερτασικά και συνήθως απαιτούν συνδυασμό με άλλα φάρμακα (π.χ. διουρητικά). 3. Αρρυθμίες: Είναι ήπια αντιαρρυθμικά φάρμακα. Προκαλούν βραδυκαρδία και μειώνουν τον αυτοματισμό των έκτοπων εστιών. Η σοταλόλη ειδικά, έχει επιπλέον δράση αντιαρρυθμικού της τάξης ΙΙΙ. Οι β-αποκλειστές χορηγούνται για τον έλεγχο της φλεβοκομβικής ταχυκαρδίας και, συνήθως σε συνδυασμό με δακτυλίτιδα, της ταχυκαρδίας από κολπική μαρμαρυγή, ιδίως σε υπερθυρεοειδισμό. Χορηγούνται επίσης σε αρρυθμίες που έχουν σχέση με διέγερση του συμπαθητικού ή στεφανιαία νόσο. Είναι επίσης χρήσιμοι σε μερικές περιπτώσεις με σύνδρομο μακρού QT (ιδίως στην οικογενή παραλλαγή του συνδρόμου). 4. Υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια. 5. Υπερθυρεοειδισμός ιδίως με έντονες καρδιακές εκδηλώσεις. 6. Καρδιακή ανεπάρκεια. Αρχίζοντας με μικρές δόσεις και συνεχίζοντας με μεγαλύτερες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, για τη βισοπρολόλη, καρβεδιλόλη και μετοπρολόλη. Γενικώς οι β-αποκλειστές γίνονται καλά ανεκτοί. Μπορούν όμως να επιτείνουν σε επικίνδυνο βαθμό την καρδιακή ανεπάρκεια αν δεν ληφθούν κατάλληλα μέτρα, τον κολποκοιλιακό αποκλεισμό και το βρογχικό άσθμα. Σε καρδιακή ανεπάρκεια, εφόσον είναι απαραίτητοι, μπορούν να δοκιμαστούν με μεγάλη προσοχή οι β-αποκλειστές με ενδογενή συμπαθητικομιμητική δράση. Οι ίδιοι, καθώς και οι καρδιοεκλεκτικοί, μπορούν να δοκιμασθούν με προσοχή σε βρογχικό άσθμα (αν είναι απολύτως απαραίτητοι). Απότομη διακοπή τους σε στεφανιαία νόσο ενδέχεται να προκαλέσει επίταση της νόσου. Οι προπρανολόλη, οξπρενολόλη και πινδολόλη διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και μπορούν να προκαλέσουν εφιαλτικά όνειρα, ή, σπανιότατα, ψευδαισθήσεις. Η χορήγηση β-αποκλειστών σε φαιοχρωμοκύτωμα χωρίς τη σύγχρονη χορήγηση ενός α-αναστολέα, μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες υπερτασικές κρίσεις. Η λαβητατόλη έχει επιπλέον ισχυρή α-ανασταλτική δράση. Ίσως έχει ιδιαίτερη ένδειξη σε υπέρταση.
Ενδείξεις
Yπέρταση (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως θειαζιδικά διουρητικά), στεφανιαία νόσος, θυρεοτοξίκωση, φλεβοκομβική μη αντισταθμιστική ταχυκαρδία, αρρυθμίες κυρίως υπερκοιλιακής προέλευσης, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, μακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, προεγχειρητική προετοιμασία ή συντηρητική θεραπεία ανεγχειρήτου φαιοχρωμοκυττώματος. Λοιπές βλ. κεφ. 4.1.1.2 και 4.7.2.
Αντενδείξεις
Βρογχικό άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, καρδιακή ανεπάρκεια εκτός αν συνυπάρχει βαριά υπέρταση, φλεβοκομβική ταχυκαρδία ή αρρυθμία που συμβάλλουν στην καρδιακή κάμψη, φλεβοκομβική βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού, σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, καρδιογενής καταπληξία, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια από πνευμονική υπέρταση, περιφερική αρτηριοπάθεια, σύνδρομο Raynaud, μεταβολική οξέωση, φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπιστεί, υπόταση, στηθάγχη Prinzmetal, κύηση και γαλουχία.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Αλλεργικές: ρινικός κατάρρους, εξάνθημα, πυρετός, δύσπνοια. Καρδιαγγειακό: βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, υπόταση, αρρυθμίες, συγκοπτικά επεισόδια, πνευμονικό οίδημα, περιφερική αγγειοσύσπαση (ψυχρά άκρα, παραισθησίες). Αναπνευστικό: βρογχόσπασμος, δύσπνοια. Πεπτικό: ναυτία, έμετοι, διάρροια, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός. Αιματολογικές: θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία. Από το ΚΝΣ: Εφιαλτικά όνειρα, ψευδαισθήσεις, αϋπνία, ζάλη, κατάθλιψη, ανικανότητα. Δερματικές: εξάνθημα, κνησμός, υπέρχρωση δέρματος, αλωπεκία, πορφύρα.
Αλληλεπιδράσεις
Με συμπαθητικομιμητικές ουσίες π.χ. αδρεναλίνη κίνδυνος υπέρτασης. Με αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπο δράση (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) κίνδυνος παράτασης της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, υπότασης, βραδυκαρδίας και καρδιακής ανεπάρκειας (να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση). Η συγχορήγηση αποκλειστών των διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών (π.χ. νιφεδιπίνης) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης και να καταστήσει έκδηλη τυχόν λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια. Κίνδυνος καταστολής του μυοκαρδίου με αντιαρρυθμικά της τάξης Ι, όπως π.χ. η δισοπυραμίδη. Αυξημένος κίνδυνος υπέρτασης όταν χορηγείται μαζί με κλονιδίνη κατά τη διάρκεια της απόσυρσής της. Με εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη συχνά εμφανίζεται αγγειοσύσπαση. Με αποκλειστές των α-αδρενεργών υποδοχέων (π.χ. πραζοσίνη) κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης. Η υποτασική δράση της προπρανολόλης μπορεί να εξουδετερωθεί με μερικά ΜΣΑΦ, όπως ιβουπροφαίνη, ινδομεθακίνη και κορτικοειδή. Με χορήγηση α-ΜΕΑ, αναστολέων ΜΑΟ, οινοπνεύματος, αναισθητικών φαρμάκων, αγχολυτικών, υπνωτικών, διουρητικών και λεβοντόπα υπάρχει επίταση του υποτασικού αποτελέσματος. Η στάθμη της προπρανολόλης στο αίμα αυξάνεται με συγχορήγηση υδραλαζίνης και ελαττώνεται με ριφαμπικίνη. Με λήψη χλωροπρομαζίνης αυξάνεται η στάθμη και των δύο φαρμάκων. Τέλος, φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι οι ακόλουθες ου- σίες μπορεί να αλληλεπιδράσουν με την προπρανολόλη, λόγω επίδρασης στα ενζυμικά συστήματα του ήπατος που μεταβολίζουν και την προπρανολόλη και αυτές τις ουσίες: κινιδίνη, προπαφαινόνη, θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη, θειοριδαζίνη και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών, όπως νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη, νικαρδιπίνη, ισραδιπίνη και λασιδιπίνη. Mε βάση το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις στο αίμα εκάστης ουσίας μπορεί να επηρεαστούν, μπορεί να απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας ανάλογα με την κρίση του ιατρού.
Προσοχή στη χορήγηση
Έναρξη θεραπείας με μικρή δόση και σταδιακή αύξησή της, γιατί η ανταπόκριση δεν είναι ίδια σε όλα τα άτομα. Σε σύνδρομο WPW η ταχυκαρδία μπορεί να αντικατασταθεί από βραδυκαρδία. Σε κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμό η παράταση αγωγής στον κολποκοιλιακό κόμβο αφήνει ελεύθερο το παρακαμπτήριο δεμάτιο και μπορεί να επιδεινώσει την αρρυθμία. Να αποφεύγεται απότομη διακοπή του φαρμάκου (κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου υπερευαισθησίας στις κατεχολαμίνες με στηθάγχη, αρρυθμίες, υπερτασική κρίση ή και έμφραγμα μυοκαρδίου). Σε φαιοχρωμοκύττωμα πρέπει να χορηγείται μαζί με α-αποκλειστή. Σε διαβητικούς, μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία), επίσης μπορεί να επιτείνει την υπογλυκαιμία της ινσουλίνης και των αντιδιαβητικών δισκίων, ενώ οι υπογλυκαιμικές κρίσεις είναι δυνατόν να συνοδεύονται από υψηλή πίεση. Μείωση της δόσης και παρακολούθηση ασθενών με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια. Σε ενδοφλέβια χορήγηση επιβάλλεται συνεχής ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση (βλ. και Αλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Στηθάγχη, υπέρταση : Αρχικώς 20-40 mg τρεις φορές την ημέρα και σταδιακή αύξηση μέχρι 320 mg ανά 24ωρο. Αρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωση: 40-160 mg ανά 24ωρο σε διαιρεμένες δόσεις (3-4 φορές). Προφύλαξη από νέο έμφραγμα: 40 mg 4 φορές την ημέρα για 2-3 ημέρες, στη συνέχεια 80 mg 2 φορές την ημέρα αρχίζοντας 5-21 ημέρες μετά το έμφραγμα. Φαιοχρωμοκύττωμα: Προεγχειρητικώς 60 mg την ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για 3 ημέρες πριν από την επέμβαση, μαζί με αποκλειστή. Σε ανεγχείρητο όγκο: 30 mg την ημέρα. Για χρήση της μορφής τροπ/μένης αποδέσμευσης υπολογίζεται η πλησιέστερη σε αυτήν ημερήσια δοσολογία. Παιδιά: H δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Eνδεικτικά αναφέρεται η ακόλουθη δοσολογία: Aρρυθμίες, φαιοχρωμοκύττωμα, θυρεοτοξίκωση 0.25-0.5mg /kg, 3 ή 4 φορές την ημέρα. Η μορφή τροποπ/νης αποδέσμευσης δεν συνιστάται για χρήση στα παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
INDERAL/Cana: f.c.tab 40mg x 30- con.r.caps 80mg x 14, x 28
4.1.1.2 EOΦ therapeutic chapter

Υπνωτικά

Yπέρταση (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως θειαζιδικά διουρητικά), στεφανιαία νόσος, θυρεοτοξίκωση, φλεβοκομβική μη αντισταθμιστική ταχυκαρδία, αρρυθμίες κυρίως υπερκοιλιακής προέλευσης,...

+
Propranolol Hydrochloride Σελίδα κεφαλαίου
Ενδείξεις
Yπέρταση (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως θειαζιδικά διουρητικά), στεφανιαία νόσος, θυρεοτοξίκωση, φλεβοκομβική μη αντισταθμιστική ταχυκαρδία, αρρυθμίες κυρίως υπερκοιλιακής προέλευσης, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, μακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, προεγχειρητική προετοιμασία ή συντηρητική θεραπεία ανεγχειρήτου φαιοχρωμοκυττώματος. Λοιπές βλ. κεφ. 4.1.1.2 και 4.7.2.
Αντενδείξεις
Βρογχικό άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, καρδιακή ανεπάρκεια εκτός αν συνυπάρχει βαριά υπέρταση, φλεβοκομβική ταχυκαρδία ή αρρυθμία που συμβάλλουν στην καρδιακή κάμψη, φλεβοκομβική βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού, σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, καρδιογενής καταπληξία, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια από πνευμονική υπέρταση, περιφερική αρτηριοπάθεια, σύνδρομο Raynaud, μεταβολική οξέωση, φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπιστεί, υπόταση, στηθάγχη Prinzmetal, κύηση και γαλουχία.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Αλλεργικές: ρινικός κατάρρους, εξάνθημα, πυρετός, δύσπνοια. Καρδιαγγειακό: βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, υπόταση, αρρυθμίες, συγκοπτικά επεισόδια, πνευμονικό οίδημα, περιφερική αγγειοσύσπαση (ψυχρά άκρα, παραισθησίες). Αναπνευστικό: βρογχόσπασμος, δύσπνοια. Πεπτικό: ναυτία, έμετοι, διάρροια, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός. Αιματολογικές: θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία. Από το ΚΝΣ: Εφιαλτικά όνειρα, ψευδαισθήσεις, αϋπνία, ζάλη, κατάθλιψη, ανικανότητα. Δερματικές: εξάνθημα, κνησμός, υπέρχρωση δέρματος, αλωπεκία, πορφύρα.
Αλληλεπιδράσεις
Με συμπαθητικομιμητικές ουσίες π.χ. αδρεναλίνη κίνδυνος υπέρτασης. Με αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπο δράση (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) κίνδυνος παράτασης της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, υπότασης, βραδυκαρδίας και καρδιακής ανεπάρκειας (να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση). Η συγχορήγηση αποκλειστών των διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών (π.χ. νιφεδιπίνης) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης και να καταστήσει έκδηλη τυχόν λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια. Κίνδυνος καταστολής του μυοκαρδίου με αντιαρρυθμικά της τάξης Ι, όπως π.χ. η δισοπυραμίδη. Αυξημένος κίνδυνος υπέρτασης όταν χορηγείται μαζί με κλονιδίνη κατά τη διάρκεια της απόσυρσής της. Με εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη συχνά εμφανίζεται αγγειοσύσπαση. Με αποκλειστές των α-αδρενεργών υποδοχέων (π.χ. πραζοσίνη) κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης. Η υποτασική δράση της προπρανολόλης μπορεί να εξουδετερωθεί με μερικά ΜΣΑΦ, όπως ιβουπροφαίνη, ινδομεθακίνη και κορτικοειδή. Με χορήγηση α-ΜΕΑ, αναστολέων ΜΑΟ, οινοπνεύματος, αναισθητικών φαρμάκων, αγχολυτικών, υπνωτικών, διουρητικών και λεβοντόπα υπάρχει επίταση του υποτασικού αποτελέσματος. Η στάθμη της προπρανολόλης στο αίμα αυξάνεται με συγχορήγηση υδραλαζίνης και ελαττώνεται με ριφαμπικίνη. Με λήψη χλωροπρομαζίνης αυξάνεται η στάθμη και των δύο φαρμάκων. Τέλος, φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι οι ακόλουθες ου- σίες μπορεί να αλληλεπιδράσουν με την προπρανολόλη, λόγω επίδρασης στα ενζυμικά συστήματα του ήπατος που μεταβολίζουν και την προπρανολόλη και αυτές τις ουσίες: κινιδίνη, προπαφαινόνη, θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη, θειοριδαζίνη και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών, όπως νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη, νικαρδιπίνη, ισραδιπίνη και λασιδιπίνη. Mε βάση το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις στο αίμα εκάστης ουσίας μπορεί να επηρεαστούν, μπορεί να απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας ανάλογα με την κρίση του ιατρού.
Προσοχή στη χορήγηση
Έναρξη θεραπείας με μικρή δόση και σταδιακή αύξησή της, γιατί η ανταπόκριση δεν είναι ίδια σε όλα τα άτομα. Σε σύνδρομο WPW η ταχυκαρδία μπορεί να αντικατασταθεί από βραδυκαρδία. Σε κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμό η παράταση αγωγής στον κολποκοιλιακό κόμβο αφήνει ελεύθερο το παρακαμπτήριο δεμάτιο και μπορεί να επιδεινώσει την αρρυθμία. Να αποφεύγεται απότομη διακοπή του φαρμάκου (κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου υπερευαισθησίας στις κατεχολαμίνες με στηθάγχη, αρρυθμίες, υπερτασική κρίση ή και έμφραγμα μυοκαρδίου). Σε φαιοχρωμοκύττωμα πρέπει να χορηγείται μαζί με α-αποκλειστή. Σε διαβητικούς, μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία), επίσης μπορεί να επιτείνει την υπογλυκαιμία της ινσουλίνης και των αντιδιαβητικών δισκίων, ενώ οι υπογλυκαιμικές κρίσεις είναι δυνατόν να συνοδεύονται από υψηλή πίεση. Μείωση της δόσης και παρακολούθηση ασθενών με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια. Σε ενδοφλέβια χορήγηση επιβάλλεται συνεχής ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση (βλ. και Αλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Στηθάγχη, υπέρταση : Αρχικώς 20-40 mg τρεις φορές την ημέρα και σταδιακή αύξηση μέχρι 320 mg ανά 24ωρο. Αρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωση: 40-160 mg ανά 24ωρο σε διαιρεμένες δόσεις (3-4 φορές). Προφύλαξη από νέο έμφραγμα: 40 mg 4 φορές την ημέρα για 2-3 ημέρες, στη συνέχεια 80 mg 2 φορές την ημέρα αρχίζοντας 5-21 ημέρες μετά το έμφραγμα. Φαιοχρωμοκύττωμα: Προεγχειρητικώς 60 mg την ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για 3 ημέρες πριν από την επέμβαση, μαζί με αποκλειστή. Σε ανεγχείρητο όγκο: 30 mg την ημέρα. Για χρήση της μορφής τροπ/μένης αποδέσμευσης υπολογίζεται η πλησιέστερη σε αυτήν ημερήσια δοσολογία. Παιδιά: H δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Eνδεικτικά αναφέρεται η ακόλουθη δοσολογία: Aρρυθμίες, φαιοχρωμοκύττωμα, θυρεοτοξίκωση 0.25-0.5mg /kg, 3 ή 4 φορές την ημέρα. Η μορφή τροποπ/νης αποδέσμευσης δεν συνιστάται για χρήση στα παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
INDERAL/Cana: f.c.tab 40mg x 30- con.r.caps 80mg x 14, x 28
4.7.2 EOΦ therapeutic chapter

Λοιπά φάρμακα

Yπέρταση (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως θειαζιδικά διουρητικά), στεφανιαία νόσος, θυρεοτοξίκωση, φλεβοκομβική μη αντισταθμιστική ταχυκαρδία, αρρυθμίες κυρίως υπερκοιλιακής προέλευσης,...

+
Propranolol Hydrochloride Σελίδα κεφαλαίου
Ενδείξεις
Yπέρταση (ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιυπερτασικά, ιδίως θειαζιδικά διουρητικά), στεφανιαία νόσος, θυρεοτοξίκωση, φλεβοκομβική μη αντισταθμιστική ταχυκαρδία, αρρυθμίες κυρίως υπερκοιλιακής προέλευσης, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, μακροχρόνια προφύλαξη μετά από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, προεγχειρητική προετοιμασία ή συντηρητική θεραπεία ανεγχειρήτου φαιοχρωμοκυττώματος. Λοιπές βλ. κεφ. 4.1.1.2 και 4.7.2.
Αντενδείξεις
Βρογχικό άσθμα, αλλεργική ρινίτιδα, καρδιακή ανεπάρκεια εκτός αν συνυπάρχει βαριά υπέρταση, φλεβοκομβική ταχυκαρδία ή αρρυθμία που συμβάλλουν στην καρδιακή κάμψη, φλεβοκομβική βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού, σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου, καρδιογενής καταπληξία, δεξιά καρδιακή ανεπάρκεια από πνευμονική υπέρταση, περιφερική αρτηριοπάθεια, σύνδρομο Raynaud, μεταβολική οξέωση, φαιοχρωμοκύττωμα που δεν έχει αντιμετωπιστεί, υπόταση, στηθάγχη Prinzmetal, κύηση και γαλουχία.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Αλλεργικές: ρινικός κατάρρους, εξάνθημα, πυρετός, δύσπνοια. Καρδιαγγειακό: βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, υπόταση, αρρυθμίες, συγκοπτικά επεισόδια, πνευμονικό οίδημα, περιφερική αγγειοσύσπαση (ψυχρά άκρα, παραισθησίες). Αναπνευστικό: βρογχόσπασμος, δύσπνοια. Πεπτικό: ναυτία, έμετοι, διάρροια, δυσκοιλιότητα, μετεωρισμός. Αιματολογικές: θρομβοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία. Από το ΚΝΣ: Εφιαλτικά όνειρα, ψευδαισθήσεις, αϋπνία, ζάλη, κατάθλιψη, ανικανότητα. Δερματικές: εξάνθημα, κνησμός, υπέρχρωση δέρματος, αλωπεκία, πορφύρα.
Αλληλεπιδράσεις
Με συμπαθητικομιμητικές ουσίες π.χ. αδρεναλίνη κίνδυνος υπέρτασης. Με αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου με αρνητική ινότροπο δράση (π.χ. βεραπαμίλη, διλτιαζέμη) κίνδυνος παράτασης της κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, υπότασης, βραδυκαρδίας και καρδιακής ανεπάρκειας (να αποφεύγεται η ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση). Η συγχορήγηση αποκλειστών των διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών (π.χ. νιφεδιπίνης) μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπότασης και να καταστήσει έκδηλη τυχόν λανθάνουσα καρδιακή ανεπάρκεια. Κίνδυνος καταστολής του μυοκαρδίου με αντιαρρυθμικά της τάξης Ι, όπως π.χ. η δισοπυραμίδη. Αυξημένος κίνδυνος υπέρτασης όταν χορηγείται μαζί με κλονιδίνη κατά τη διάρκεια της απόσυρσής της. Με εργοταμίνη και διϋδροεργοταμίνη συχνά εμφανίζεται αγγειοσύσπαση. Με αποκλειστές των α-αδρενεργών υποδοχέων (π.χ. πραζοσίνη) κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης. Η υποτασική δράση της προπρανολόλης μπορεί να εξουδετερωθεί με μερικά ΜΣΑΦ, όπως ιβουπροφαίνη, ινδομεθακίνη και κορτικοειδή. Με χορήγηση α-ΜΕΑ, αναστολέων ΜΑΟ, οινοπνεύματος, αναισθητικών φαρμάκων, αγχολυτικών, υπνωτικών, διουρητικών και λεβοντόπα υπάρχει επίταση του υποτασικού αποτελέσματος. Η στάθμη της προπρανολόλης στο αίμα αυξάνεται με συγχορήγηση υδραλαζίνης και ελαττώνεται με ριφαμπικίνη. Με λήψη χλωροπρομαζίνης αυξάνεται η στάθμη και των δύο φαρμάκων. Τέλος, φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ότι οι ακόλουθες ου- σίες μπορεί να αλληλεπιδράσουν με την προπρανολόλη, λόγω επίδρασης στα ενζυμικά συστήματα του ήπατος που μεταβολίζουν και την προπρανολόλη και αυτές τις ουσίες: κινιδίνη, προπαφαινόνη, θεοφυλλίνη, βαρφαρίνη, θειοριδαζίνη και αποκλειστές διαύλων ασβεστίου της ομάδας των διυδροπυριδινών, όπως νιφεδιπίνη, νισολδιπίνη, νικαρδιπίνη, ισραδιπίνη και λασιδιπίνη. Mε βάση το γεγονός ότι οι συγκεντρώσεις στο αίμα εκάστης ουσίας μπορεί να επηρεαστούν, μπορεί να απαιτείται τροποποίηση της δοσολογίας ανάλογα με την κρίση του ιατρού.
Προσοχή στη χορήγηση
Έναρξη θεραπείας με μικρή δόση και σταδιακή αύξησή της, γιατί η ανταπόκριση δεν είναι ίδια σε όλα τα άτομα. Σε σύνδρομο WPW η ταχυκαρδία μπορεί να αντικατασταθεί από βραδυκαρδία. Σε κολπική μαρμαρυγή ή πτερυγισμό η παράταση αγωγής στον κολποκοιλιακό κόμβο αφήνει ελεύθερο το παρακαμπτήριο δεμάτιο και μπορεί να επιδεινώσει την αρρυθμία. Να αποφεύγεται απότομη διακοπή του φαρμάκου (κίνδυνος εμφάνισης συνδρόμου υπερευαισθησίας στις κατεχολαμίνες με στηθάγχη, αρρυθμίες, υπερτασική κρίση ή και έμφραγμα μυοκαρδίου). Σε φαιοχρωμοκύττωμα πρέπει να χορηγείται μαζί με α-αποκλειστή. Σε διαβητικούς, μπορεί να συγκαλύψει τα συμπτώματα της υπογλυκαιμίας (ταχυκαρδία), επίσης μπορεί να επιτείνει την υπογλυκαιμία της ινσουλίνης και των αντιδιαβητικών δισκίων, ενώ οι υπογλυκαιμικές κρίσεις είναι δυνατόν να συνοδεύονται από υψηλή πίεση. Μείωση της δόσης και παρακολούθηση ασθενών με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια. Σε ενδοφλέβια χορήγηση επιβάλλεται συνεχής ηλεκτροκαρδιογραφική παρακολούθηση (βλ. και Αλληλεπιδράσεις).
Δοσολογία
Στηθάγχη, υπέρταση : Αρχικώς 20-40 mg τρεις φορές την ημέρα και σταδιακή αύξηση μέχρι 320 mg ανά 24ωρο. Αρρυθμίες, ταχυκαρδία, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, θυρεοτοξίκωση: 40-160 mg ανά 24ωρο σε διαιρεμένες δόσεις (3-4 φορές). Προφύλαξη από νέο έμφραγμα: 40 mg 4 φορές την ημέρα για 2-3 ημέρες, στη συνέχεια 80 mg 2 φορές την ημέρα αρχίζοντας 5-21 ημέρες μετά το έμφραγμα. Φαιοχρωμοκύττωμα: Προεγχειρητικώς 60 mg την ημέρα σε διαιρεμένες δόσεις για 3 ημέρες πριν από την επέμβαση, μαζί με αποκλειστή. Σε ανεγχείρητο όγκο: 30 mg την ημέρα. Για χρήση της μορφής τροπ/μένης αποδέσμευσης υπολογίζεται η πλησιέστερη σε αυτήν ημερήσια δοσολογία. Παιδιά: H δοσολογία θα πρέπει να εξατομικεύεται. Eνδεικτικά αναφέρεται η ακόλουθη δοσολογία: Aρρυθμίες, φαιοχρωμοκύττωμα, θυρεοτοξίκωση 0.25-0.5mg /kg, 3 ή 4 φορές την ημέρα. Η μορφή τροποπ/νης αποδέσμευσης δεν συνιστάται για χρήση στα παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
INDERAL/Cana: f.c.tab 40mg x 30- con.r.caps 80mg x 14, x 28

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν PROPRANOLOL.

Φόρτωση σκευασμάτων...