PIRFENIDONE
Πιρφενιδόνη
**Πυρετιδονη** έχει **αντιφλεγμονώδεις**, **αντιοξειδωτικές** και **αντι-ινωτικές** ιδιότητες. Μπορεί να βελτιώσει την πνευμονική λειτουργία και να μειώσει τον αριθμό των οξέων παροξυσμών σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (ΙΠΦ).
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-ESBRIET
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: με τροφή
- Δόση έναρξης: ένα καψάκιο, τρεις φορές την ημέρα (801 mg/ημέρα)
- Τιτλοποίηση: Ημέρες 1 έως 7: ένα καψάκιο, τρεις φορές την ημέρα (801 mg/ημέρα). Ημέρες 8 έως 14: δύο καψάκια, τρεις φορές την ημέρα (1.602 mg/ημέρα). Ημέρα 15 και μετά: τρία καψάκια, τρεις φορές την ημέρα (2.403 mg/ημέρα).
-
ΕνήλικεςΔόση2.403 mg/ημέραΜέγ. δόση2.403 mg/ημέραΤιτλοποίηση στη συνιστώμενη ημερήσια δόση για 14 ημέρες. Σε γαστρεντερικά συμβάματα, η δόση μπορεί να μειωθεί σε 1-2 καψάκια (267 mg - 534 mg), δύο έως τρεις φορές/ημέρα. Σε αντίδραση φωτοευαισθησίας ή εξάνθημα, η δόση μπορεί να μειωθεί σε 3 καψάκια/ημέρα (1 καψάκιο τρεις φορές την ημέρα). Προσαρμογή ή διακοπή σε περίπτωση σημαντικής αύξησης ALT/AST.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΉπια έως μέτρια (Child-Pugh Κατηγορία A και B): Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, αλλά χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή. Βαριάς μορφής ή με ηπατοπάθεια τελικού σταδίου: Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΉπια: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Μέτρια (CrCl 30-50 ml/min): Χορηγείται με προσοχή. Σοβαρή (CrCl <30 ml/min) ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλιση: Δεν πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για την ένδειξη της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης.
block
SPC-ESBRIET
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1). - Ιστορικό αγγειοοιδήματος με πιρφενιδόνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). - Ταυτόχρονη χρήση φλουβοξαμίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις). - Ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής ή…
warning
SPC-ESBRIET
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική λειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με EsbrietΝα γίνεται έλεγχος ηπατικής λειτουργίας (ALT, AST και χολερυθρίνη) πριν την έναρξη της θεραπείας, κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, και στη συνέχεια κάθε 3 μήνες. Σε σημαντική αύξηση αμινοτρανσφερασών, προσαρμογή δόσης ή διακοπή θεραπείας.
-
Αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης (>3 έως ≤5 x ULN)ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσηςΔιακοπή χορήγησης φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν σύγχυση, αποκλεισμός άλλων αιτιών, στενή παρακολούθηση. Εάν κρίνεται κλινικά πρέπον, μείωση δόσης ή διακοπή θεραπείας. Επανακλιμάκωση στην ημερήσια δόση μόλις τα αποτελέσματα του ελέγχου ηπατικής λειτουργίας επανέλθουν στα φυσιολογικά όρια.
-
Αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης (≤5 x ULN) με υπερχολερυθριναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσηςΗ θεραπεία με Esbriet πρέπει να διακόπτεται και δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται.
-
Αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης (>5 x ULN)ΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσηςΗ θεραπεία με Esbriet πρέπει να διακόπτεται και δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία A και B)Χορήγηση με προσοχή λόγω πιθανής αύξησης έκθεσης στην πιρφενιδόνη. Στενή παρακολούθηση για ενδείξεις τοξικότητας, ιδίως εάν λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολέα του CYP1A2. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
-
Φωτοευαισθησία και εξάνθημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με EsbrietΑποφυγή/ελαχιστοποίηση έκθεσης στην άμεση ηλιακή ακτινοβολία. Χρήση αντιηλιακού καθημερινά, ενδυμάτων προστασίας από τον ήλιο. Αποφυγή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν φωτοευαισθησία. Αναφορά συμπτωμάτων φωτοευαισθησίας ή εξανθήματος στον γιατρό. Σε ήπια έως σοβαρά περιστατικά, προσαρμογή δόσης ή προσωρινή διακοπή της θεραπείας.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείςΑναφέρονται περιπτώσεις αγγειοοιδήματος (οίδημα στο πρόσωπο, τα χείλη και/ή τη γλώσσα, δυσκολία στην αναπνοή ή συριγμός). Ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα αγγειοοιδήματος μετά από χορήγηση του Esbriet πρέπει να διακόπτουν αμέσως τη θεραπεία. Αντιμετώπιση σύμφωνα με το πρότυπο περίθαλψης. Το Esbriet δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα με ιστορικό αγγειοοιδήματος που οφείλεται στο Esbriet (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΖάληΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν το EsbrietΟι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο αντίδρασης του οργανισμού πριν συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση ή συντονισμό (βλ. Οδήγηση). Εάν η ζάλη δεν βελτιώνεται ή επιδεινώνεται, απαιτείται προσαρμογή της δόσης ή διακοπή της θεραπείας.
-
ΚόπωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν το EsbrietΟι ασθενείς πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο αντίδρασης του οργανισμού πριν συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση ή συντονισμό (βλ. Οδήγηση).
-
Απώλεια σωματικού βάρουςΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν αγωγή με EsbrietΟι γιατροί πρέπει να παρακολουθούν το σωματικό βάρος του ασθενή και να ενθαρρύνουν αυξημένη πρόσληψη θερμίδων εάν η απώλεια κρίνεται κλινικά σημαντική.
swap_horiz
SPC-ESBRIET
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑναστολή του CYP1A2ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά 4 φορές. Αναστολή CYP1A2 και άλλων ισοενζύμων (CYP2C9, 2C19, 2D6).ΣύστασηΤο Esbriet αντενδείκνυται. Η φλουβοξαμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας και να αποφεύγεται κατά τη διάρκειά της.
-
Άλλες θεραπείες που αναστέλλουν τη δράση τόσο του CYP1A2 όσο και ενός ή περισσότερων άλλων ισοενζύμων CYP (π.χ. CYP2C9, 2C19, και 2D6)προσοχήΜειωμένη κάθαρση της πιρφενιδόνης.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγονται.
-
Ισχυροί και επιλεκτικοί αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. ενοξασίνη)προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά περίπου 2 με 4 φορές.ΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χρήση, η δοσολογία της πιρφενιδόνης θα πρέπει να μειωθεί σε 801 mg την ημέρα (ένα καψάκιο, τρεις φορές την ημέρα). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Εάν χρειαστεί, διακόψτε τη χορήγηση του Esbriet (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Σιπροφλοξασίνη (750 mg)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά 81%.ΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η λήψη, η δόση της πιρφενιδόνης θα πρέπει να μειωθεί σε 1.602 mg την ημέρα (δύο καψάκια, τρεις φορές την ημέρα).
-
Σιπροφλοξασίνη (250 mg ή 500 mg)προσοχήΜέτριος αναστολέας του CYP1A2.ΣύστασηΤο Esbriet θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Άλλοι μέτριοι αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. αμιωδαρόνη, προπαφενόνη)προσοχήΑναστολή CYP1A2.ΣύστασηΤο Esbriet θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αναστολείς του CYP1A2 ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς ενός ή περισσότερων άλλων ισοενζύμων CYP (π.χ. CYP2C9 [αμιωδαρόνη, φλουκοναζόλη], 2C19 [χλωραμφαινικόλη], 2D6 [φλουοξετίνη, παροξετίνη])προσοχήΑναστολή πολλαπλών CYP.ΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή θα πρέπει επίσης να δίνεται.
-
ΚάπνισμαπροσοχήΕπαγωγή του CYP1A2, μειωμένη έκθεση στην πιρφενιδόνη (50% της έκθεσης σε μη καπνιστές), αυξημένη κάθαρση.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διακόπτουν το κάπνισμα πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP1A2προσοχήΜειωμένη έκθεση στην πιρφενιδόνη.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγονται.
-
Μέτριοι επαγωγείς του CYP1A2 (π.χ. ομεπραζόλη)προσοχήΘεωρητικά, μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμα.ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση ενδέχεται θεωρητικά να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμα.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν ως ισχυροί επαγωγείς τόσο του CYP1A2 όσο και άλλων ισοενζύμων CYP (π.χ. ριφαμπικίνη)προσοχήΣημαντική μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμα.ΣύστασηΤα εν λόγω φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να αποφεύγονται, όπου αυτό είναι εφικτό.
sick
SPC-ESBRIET
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αγγειοοίδημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Ξηροδερμία
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Έγκαυμα από ηλιακή ακτινοβολία
- Ανορεξία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Μειωμένη όρεξη
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Δυσγευσία
- Λήθαργος
- Εξάψεις
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Παραγωγικός βήχας
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Έμετος
- Διάταση κοιλίας
- Κοιλιακή δυσφορία
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσφορία στομάχου
- Γαστρίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη ορού
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Μη καρδιακό θωρακικό άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈγκαυμα από ηλιακή ακτινοβολίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)Εργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη καρδιακό θωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένη ολική χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
pregnant_woman
SPC-ESBRIET
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Esbriet σε έγκυες γυναίκες. Στα πειραματόζωα παρατηρείται μεταφορά της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της μέσω του πλακούντα, με πιθανότητα συσσώρευσης της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο αμνιακό υγρό. Σε υψηλές δόσεις (≥1.000 mg/kg/ημέρα) οι αρουραίοι παρουσίασαν παράταση της κυοφορίας και μείωση της βιωσιμότητας των εμβρύων.
-
ΘηλασμόςΜε προσοχήΔεν είναι γνωστό εάν η πιρφενιδόνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε πειραματόζωα έχουν δείξει απέκκριση της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο γάλα με πιθανότητα συσσώρευσης της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή της θεραπείας με Esbriet πρέπει να λαμβάνεται αφού εξεταστεί το όφελος που έχει ο θηλασμός για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με Esbriet για τη μητέρα.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα σε προκλινικές μελέτες (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ESBRIET
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ESBRIET
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η χορήγηση των καψακίων Esbriet με τροφή έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη μείωση της Cmax (κατά 50%) και μικρότερη επίδραση στην AUC, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 801 mg από το στόμα σε υγιείς ενήλικες…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Αμινοτρανσφεράσες (ALT)
· πριν την έναρξη, κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, μετά κάθε 3 μήνες
Θεραπεία με Esbriet
-
Χολερυθρίνη
· πριν την έναρξη, κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, μετά κάθε 3 μήνες
Θεραπεία με Esbriet
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ESBRIET
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη και η επίβλεψη της θεραπείας με Esbriet πρέπει να πραγματοποιείται από εξειδικευμένους γιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπεία της IPF.
Δοσολογία
Ενήλικες
Με την έναρξη της θεραπείας, η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται στη συνιστώμενη ημερήσια δόση των εννέα καψακίων την ημέρα για περίοδο 14 ημερών, σύμφωνα με το ακόλουθο πρόγραμμα:
- Ημέρες 1 έως 7: ένα καψάκιο, τρεις φορές την ημέρα (801 mg/ημέρα)
- Ημέρες 8 έως 14: δύο καψάκια, τρεις φορές την ημέρα (1.602 mg/ημέρα)
- Ημέρα 15 και μετά: τρία καψάκια, τρεις φορές την ημέρα (2.403 mg/ημέρα)
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση συντήρησης του Esbriet τρία καψάκια των 267 mg τρεις φορές την ημέρα με τροφή, για συνολικά 2.403 mg/ημέρα.
Δόσεις πάνω από 2.403 mg/ημέρα δεν συνιστώνται για κανέναν ασθενή (βλ. Υπερδοσολογία).
Οι ασθενείς που παραλείπουν τη θεραπεία με Esbriet για 14 ή περισσότερες διαδοχικές ημέρες θα πρέπει να ξαναρχίζουν τη θεραπεία και να ακολουθούν το αρχικό δοσολογικό σχήμα τιτλοποίησης διάρκειας 2 εβδομάδων έως τη συνιστώμενη ημερήσια δόση.
Σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας για λιγότερο από 14 διαδοχικές ημέρες, μπορεί να γίνει επανεκκίνηση της χορήγησης της δόσης στην προηγούμενη συνιστώμενη ημερήσια δόση χωρίς τιτλοποίηση.
Προσαρμογή των δόσεων και άλλα ζητήματα ασφαλούς χρήσης
Γαστρεντερικά συμβάματα: Στους ασθενείς που εμφανίζουν δυσανεξία στη θεραπεία λόγω γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών, πρέπει να υπενθυμίζεται ότι το φάρμακο πρέπει να λαμβάνεται με τροφή. Εάν τα συμπτώματα επιμένουν, η δόση της πιρφενιδόνης μπορεί να μειωθεί σε 1-2 καψάκια (267 mg - 534 mg), δύο έως τρεις φορές/ημέρα με τροφή και επανακλιμάκωση της δόσης στη συνιστώμενη ημερήσια δόση ανάλογα με την ανεκτικότητα του ασθενή. Εάν τα συμπτώματα συνεχίζουν να υφίστανται, οι ασθενείς μπορεί να καθοδηγούνται να διακόψουν τη θεραπεία για μία έως δύο εβδομάδες προκειμένου να υποχωρήσουν τα συμπτώματα.
Αντίδραση φωτοευαισθησίας ή εξάνθημα: Θα πρέπει να υπενθυμίζεται στους ασθενείς που εμφανίζουν ήπια έως μέτρια αντίδραση φωτοευαισθησίας να χρησιμοποιούν αντιηλιακό καθημερινά και να αποφεύγουν την έκθεση στον ήλιο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η δόση της πιρφενιδόνης μπορεί να μειωθεί σε 3 καψάκια/ημέρα (1 καψάκιο τρεις φορές την ημέρα). Εάν το εξάνθημα επιμένει μετά από 7 ημέρες, η χορήγηση του Esbriet θα πρέπει να διακόπτεται για 15 ημέρες, με επανακλιμάκωση στη συνιστώμενη ημερήσια δόση κατά τον ίδιο τρόπο όπως στην περίοδο κλιμάκωσης.
Οι ασθενείς με σοβαρή αντίδραση φωτοευαισθησίας ή εξάνθημα θα πρέπει να καθοδηγούνται να διακόπτουν τη θεραπεία και να αναζητούν ιατρική συμβουλή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μόλις υποχωρήσει το εξάνθημα, το Esbriet μπορεί να επαναχορηγηθεί και η δόση του να επανακλιμακωθεί στη συνιστώμενη ημερήσια δόση κατά τη διακριτική ευχέρεια του γιατρού.
Ηπατική λειτουργία: Σε περίπτωση σημαντικής αύξησης της αλανινικής ή/και της ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης (ALT/AST) με ή χωρίς αύξηση χολερυθρίνης, πρέπει να προσαρμόζεται η δόση της πιρφενιδόνης ή να διακόπτεται η θεραπεία σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες που αναφέρονται στην Ειδικές προειδοποιήσεις.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Για τους ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δηλ. Child-Pugh Κατηγορία A και B) δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Ωστόσο, καθώς τα επίπεδα πιρφενιδόνης στο πλάσμα ενδέχεται να είναι αυξημένα σε ορισμένα άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η θεραπεία με Esbriet πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή στον εν λόγω πληθυσμό. H θεραπεία με Esbriet δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής ή με ηπατοπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Για τους ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Η θεραπεία με Esbriet θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30-50 ml/min). Η θεραπεία με Esbriet δεν θα πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <30 ml/min) ή σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλιση (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Esbriet στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης.
Τρόπος χορήγησης
Το Esbriet είναι για από του στόματος χρήση. Τα καψάκια πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα με νερό και να λαμβάνονται μαζί με τροφή για να μειωθεί η πιθανότητα εμφάνισης ναυτίας και ζάλης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
block
Αντενδείξεις
SPC-ESBRIET
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
- Ιστορικό αγγειοοιδήματος με πιρφενιδόνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Ταυτόχρονη χρήση φλουβοξαμίνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής ή ηπατοπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (CrCl <30 ml/min) ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλιση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ESBRIET
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ηπατική λειτουργία
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Esbriet έχουν αναφερθεί αυξημένα επίπεδα ALT και AST >3 φορές x το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN). Σπανίως τα επίπεδα αυτά έχουν συσχετιστεί με ταυτόχρονες αυξήσεις της ολικής χολερυθρίνης ορού. Ο έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας (ALT, AST και χολερυθρίνη) πρέπει να διενεργείται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Esbriet και, στη συνέχεια, κάθε μήνα, για τους 6 πρώτους μήνες, ενώ στη συνέχεια κάθε 3 μήνες (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε περίπτωση σημαντικής αύξησης των ηπατικών αμινοτρανσφερασών πρέπει να προσαρμόζεται η δόση του Esbriet ή να διακόπτεται η θεραπεία σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται παρακάτω. Σε ό,τι αφορά τους ασθενείς με επιβεβαιωμένα αυξημένα επίπεδα ALT, AST ή χολερυθρίνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, ενδέχεται να απαιτούνται οι ακόλουθες προσαρμογές της δόσης.
Συστάσεις σε περίπτωση αυξημένων επιπέδων ALT/AST
Εάν κάποιος ασθενής εμφανίσει αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης >3 έως ≤5 φορές x το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) μετά την έναρξη της θεραπείας με Esbriet, πρέπει να διακόπτεται η χορήγηση των φαρμακευτικών προϊόντων που προκαλούν σύγχυση, να αποκλείονται οι υπόλοιπες αιτίες και ο ασθενής να παρακολουθείται στενά. Εάν κρίνεται κλινικά πρέπον, η δόση του Esbriet πρέπει να μειώνεται ή η θεραπεία να διακόπτεται. Μόλις τα αποτελέσματα του ελέγχου της ηπατικής λειτουργίας επανέλθουν στα φυσιολογικά όρια, το Esbriet μπορεί να επανακλιμακώνεται στη συνιστώμενη ημερήσια δόση, εφόσον είναι ανεκτή. Εάν κάποιος ασθενής εμφανίσει αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης ≤5 φορές x το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN) με ταυτόχρονη εκδήλωση συμπτωμάτων υπερχολερυθριναιμίας, η θεραπεία με Esbriet θα πρέπει να διακόπτεται και δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται στον ασθενή. Εάν κάποιος ασθενής εμφανίσει αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης >5 φορές x το ανώτερο φυσιολογικό όριο (ULN), η θεραπεία με Esbriet θα πρέπει να διακόπτεται και δεν θα πρέπει να επαναχορηγείται στον ασθενή.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δηλ. Child-Pugh Κατηγορία B), η έκθεση στην πιρφενιδόνη αυξήθηκε κατά 60%. Το Esbriet θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (δηλ. Child-Pugh Κατηγορία A και B) λόγω της πιθανής αύξησης της έκθεσης στην πιρφενιδόνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις τοξικότητας, ιδίως εάν λαμβάνουν ταυτόχρονα γνωστό αναστολέα του CYP1A2 (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοκινητικές). Το Esbriet δεν έχει μελετηθεί σε άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις).
Αντίδραση φωτοευαισθησίας και εξάνθημα
Η έκθεση στην άμεση ηλιακή ακτινοβολία (συμπεριλαμβανομένης και της τεχνητής ηλιακής ακτινοβολίας) θα πρέπει να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Esbriet. Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να χρησιμοποιούν αντιηλιακό καθημερινά, να φορούν ενδύματα που προστατεύουν το σώμα τους από την έκθεση στον ήλιο και να αποφεύγουν άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι προκαλούν φωτοευαισθησία. Οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να αναφέρουν τα συμπτώματα αντίδρασης φωτοευαισθησίας ή εξανθήματος στον γιατρό τους. Οι σοβαρές αντιδράσεις φωτοευαισθησίας είναι όχι συχνές. Σε ήπια έως σοβαρά περιστατικά αντίδρασης φωτοευαισθησίας ή εξανθήματος ίσως χρειαστεί προσαρμογή της δόσης ή προσωρινή διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
Αγγειοοίδημα
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αγγειοοιδήματος (ορισμένες σοβαρές) ως αποτέλεσμα της χρήσης του Esbriet μετά την κυκλοφορία του προϊόντος, όπως οίδημα στο πρόσωπο, τα χείλη και/ή τη γλώσσα, οι οποίες ενδέχεται να συνδέονται με δυσκολία στην αναπνοή ή συριγμό. Κατά συνέπεια, ασθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα αγγειοοιδήματος μετά από χορήγηση του Esbriet θα πρέπει να διακόπτουν αμέσως τη θεραπεία. Οι ασθενείς με αγγειοοίδημα θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το πρότυπο περίθαλψης. Το Esbriet δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα με ιστορικό αγγειοοιδήματος που οφείλεται στο Esbriet (βλ. Αντενδείξεις).
Ζάλη
Έχει αναφερθεί ζάλη σε ασθενείς που έλαβαν το Esbriet. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρά ο οργανισμός τους στο εν λόγω φαρμακευτικό προϊόν, πριν συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση ή συντονισμό (βλ. Οδήγηση). Στις κλινικές μελέτες, οι περισσότεροι ασθενείς που εμφάνισαν ζάλη, ανέφεραν ένα μόνο σύμβαμα, τα περισσότερα δε συμβάματα υποχώρησαν με διάμεση διάρκεια τις 22 ημέρες. Εάν η ζάλη δεν βελτιώνεται ή εάν επιδεινώνεται η έντασή της, απαιτείται προσαρμογή της δόσης ή ακόμη και διακοπή της θεραπείας με Esbriet.
Κόπωση
Έχει αναφερθεί κόπωση σε ασθενείς που έλαβαν το Esbriet. Κατά συνέπεια, οι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδρά ο οργανισμός τους στο εν λόγω φαρμακευτικό προϊόν πριν συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση ή συντονισμό (βλ. Οδήγηση).
Απώλεια σωματικού βάρους
Έχει αναφερθεί απώλεια σωματικού βάρους σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με Esbriet (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι γιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν το σωματικό βάρος του ασθενή και, όπου κρίνεται απαραίτητο, να ενθαρρύνουν την αυξημένη πρόσληψη θερμίδων εάν η απώλεια σωματικού βάρους κρίνεται κλινικά σημαντική.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ESBRIET
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Περίπου το 70-80% της πιρφενιδόνης μεταβολίζεται μέσω του CYP1A2 με μικρή συνεισφορά από άλλα ισοένζυμα CYP, συμπεριλαμβανομένων των CYP2C9, 2C19, 2D6 και 2E1.
Η κατανάλωση χυμού γκρέιπφρουτ σχετίζεται με την αναστολή του CYP1A2 και θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη.
Φλουβοξαμίνη και αναστολείς του CYP1A2
Σε μία μελέτη Φάσης 1, η συγχορήγηση Esbriet και φλουβοξαμίνης (ισχυρός αναστολέας του CYP1A2 με ανασταλτικές επιδράσεις και σε άλλα ισοένζυμα CYP [CYP2C9, 2C19 και 2D6]) είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά 4 φορές σε μη καπνιστές.
Το Esbriet αντενδείκνυται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα φλουβοξαμίνη (βλ. Αντενδείξεις). Η φλουβοξαμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Esbriet και να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Esbriet λόγω της μειωμένης κάθαρσης της πιρφενιδόνης. Άλλες θεραπείες που αναστέλλουν τη δράση τόσο του CYP1A2 όσο και ενός ή περισσότερων άλλων ισοενζύμων CYP που μετέχουν στη διαδικασία μεταβολισμού της πιρφενιδόνης (π.χ. CYP2C9, 2C19, και 2D6) θα πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη.
Οι in vitro και in vivo παρεκβολές υποδεικνύουν πως οι ισχυροί και επιλεκτικοί αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. η ενοξασίνη) πιθανώς να αυξήσουν την έκθεση στην πιρφενιδόνη κατά περίπου 2 με 4 φορές. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χρήση του Esbriet με ισχυρό και επιλεκτικό αναστολέα του CYP1A2, η δοσολογία της πιρφενιδόνης θα πρέπει να μειωθεί σε 801 mg την ημέρα (ένα καψάκιο, τρεις φορές την ημέρα). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων που σχετίζονται με τη θεραπεία με Esbriet. Εάν χρειαστεί, διακόψτε τη χορήγηση του Esbriet (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η συγχορήγηση Εsbriet και 750 mg σιπροφλοξασίνης (μέτριος αναστολέας του CYP1A2) αύξησε την έκθεση στην πιρφενιδόνη κατά 81%. Εάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η λήψη σιπροφλοξασίνης στη δόση των 750 mg δύο φορές την ημέρα, η δόση της πιρφενιδόνης θα πρέπει να μειωθεί σε 1.602 mg την ημέρα (δύο καψάκια, τρεις φορές την ημέρα). Το Esbriet θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν η σιπροφλοξασίνη χρησιμοποιείται σε δόση των 250 mg ή 500 mg μία ή δύο φορές την ημέρα.
Το Esbriet θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με άλλους μέτριους αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. αμιωδαρόνη, προπαφενόνη).
Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει επίσης να δίνεται στις περιπτώσεις όπου οι αναστολείς του CYP1A2 χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς ενός ή περισσότερων άλλων ισοενζύμων CYP που μετέχουν στη διαδικασία μεταβολισμού της πιρφενιδόνης, όπως το CYP2C9 (π.χ αμιωδαρόνη, φλουκοναζόλη), το 2C19 (π.χ. χλωραμφαινικόλη) και το 2D6 (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη).
Κάπνισμα και επαγωγείς του CYP1A2
Μία μελέτη αλληλεπίδρασης Φάσης 1 αξιολόγησε την επίδραση του καπνίσματος (επαγωγέας του CYP1A2) στη φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης. Η έκθεση των καπνιστών στην πιρφενιδόνη ήταν 50% της αντίστοιχης έκθεσης που παρατηρήθηκε σε μη καπνιστές. Το κάπνισμα έχει τη δυνατότητα επαγωγής της παραγωγής ηπατικών ενζύμων και, συνεπώς, αυξάνει την κάθαρση του φαρμακευτικού προϊόντος και μειώνει την έκθεση. Με βάση την παρατηρούμενη σχέση μεταξύ καπνίσματος και της πιθανότητας επαγωγής του CYP1A2, η ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP1A2 συμπεριλαμβανομένου του καπνίσματος πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Esbriet. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διακόπτουν τη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP1A2 και να σταματούν το κάπνισμα πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη.
Σε ό,τι αφορά τους μέτριους επαγωγείς του CYP1A2 (π.χ. ομεπραζόλη), η ταυτόχρονη χρήση ενδέχεται θεωρητικά να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμα.
Η συγχορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων που δρουν ως ισχυροί επαγωγείς τόσο του CYP1A2 όσο και άλλων ισοενζύμων CYP που μετέχουν στη διαδικασία μεταβολισμού της πιρφενιδόνης (π.χ. ριφαμπικίνη) ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμα. Τα εν λόγω φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να αποφεύγονται, όπου αυτό είναι εφικτό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ESBRIET
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών για το Esbriet με τη χορήγηση δόσης 2.403 mg/ημέρα σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα, ήταν ναυτία (32,4% έναντι 12,2%), εξάνθημα (26,2% έναντι 7,7%), διάρροια (18,8% έναντι 14,4%), κόπωση (18,5% έναντι 10,4%), δυσπεψία (16,1% έναντι 5,0%), ανορεξία (11,4% έναντι 3,5%), κεφαλαλγία (10,1% έναντι 7,7%) και αντίδραση φωτοευαισθησίας (9,3% έναντι 1,1%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων αντιδράσεων υπό μορφή πίνακα
Η ασφάλεια του Esbriet έχει αξιολογηθεί σε κλινικές μελέτες στις οποίες μετείχαν 1.650 εθελοντές και ασθενείς. Έχει πραγματοποιηθεί έρευνα σε περισσότερους από 170 ασθενείς σε ανοικτές μελέτες για περισσότερα από πέντε έτη και σε κάποιους για έως 10 έτη.
Στον Πίνακα 1 περιλαμβάνονται οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν σε τρεις συγκεντρωτικές βασικές μελέτες Φάσης 3 με συχνότητα ≥2% σε 623 ασθενείς που έλαβαν Esbriet στη συνιστώμενη δόση των 2.403 mg/ημέρα. Στον Πίνακα 1 αναφέρονται επίσης οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του προϊόντος. Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρονται ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα και εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης [Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)] οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες αντιδράσεις ανά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα και συχνότητα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος |
| Ουρολοίμωξη | ||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Ακοκκιοκυτταραιμία1 |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Αγγειοοίδημα1 |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ συχνές | Ανορεξία |
| Συχνές | Σωματικό βάρος μειωμένο | |
| Μειωμένη όρεξη | ||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Συχνές | Ζάλη | |
| Υπνηλία | ||
| Δυσγευσία | ||
| Λήθαργος | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Εξάψεις |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Δύσπνοια |
| Βήχας | ||
| Παραγωγικός βήχας | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Πολύ συχνές | Δυσπεψία |
| Ναυτία | ||
| Διάρροια | ||
| Συχνές | Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | |
| Έμετος | ||
| Διάταση της κοιλίας | ||
| Κοιλιακή δυσφορία | ||
| Κοιλιακό άλγος | ||
| Άλγος άνω κοιλιακής χώρας | ||
| Δυσφορία του στομάχου | ||
| Γαστρίτιδα | ||
| Δυσκοιλιότητα | ||
| Μετεωρισμός | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Συχνές | Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) |
| Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) | ||
| Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση | ||
| Σπάνιες | Αυξημένη ολική χολερυθρίνη ορού σε συνδυασμό με αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) και αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)1 | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Αντίδραση φωτοευαισθησίας |
| Εξάνθημα | ||
| Συχνές | Κνησμός | |
| Ερύθημα | ||
| Ξηροδερμία | ||
| Ερυθηματώδες εξάνθημα | ||
| Κηλιδώδες εξάνθημα | ||
| Κνησμώδες εξάνθημα | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Μυαλγία |
| Αρθραλγία | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πολύ συχνές | Κόπωση |
| Συχνές | Εξασθένιση | |
| Μη καρδιακό θωρακικό άλγος | ||
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Συχνές | Έγκαυμα από ηλιακή ακτινοβολία |
1 Εντοπίστηκε κατά την παρακολούθηση μετά την κυκλοφορία του προϊόντος
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ESBRIET
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Esbriet σε έγκυες γυναίκες. Στα πειραματόζωα παρατηρείται μεταφορά της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της μέσω του πλακούντα, με πιθανότητα συσσώρευσης της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο αμνιακό υγρό. Σε υψηλές δόσεις (≥1.000 mg/kg/ημέρα) οι αρουραίοι παρουσίασαν παράταση της κυοφορίας και μείωση της βιωσιμότητας των εμβρύων. Προληπτικά, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του Esbriet κατά τη διάρκεια της κύησης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η πιρφενιδόνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε πειραματόζωα έχουν δείξει απέκκριση της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο γάλα με πιθανότητα συσσώρευσης της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή της θεραπείας με Esbriet πρέπει να λαμβάνεται αφού εξεταστεί το όφελος που έχει ο θηλασμός για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με Esbriet για τη μητέρα.
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα σε προκλινικές μελέτες (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ESBRIET
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, άλλα ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AX05.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της πιρφενιδόνης δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως. Ωστόσο, τα υφιστάμενα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η πιρφενιδόνη έχει αντιινωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες in vitro σε διάφορα συστήματα και ζωικά μοντέλα πνευμονικής ίνωσης (ίνωση προκαλούμενη από μπλεομυκίνη, αλλά και λόγω μεταμόσχευσης).
Η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση είναι μία χρόνια ινωτική και φλεγμονώδης πνευμονική νόσος που επηρεάζεται από τη σύνθεση και απελευθέρωση προφλεγμονωδών κυτοκινών, συμπεριλαμβανομένων του παράγοντα νέκρωσης όγκων-α (TNF-α) και της ιντερλευκίνης-1-βήτα (IL-1β) και έχει καταδειχθεί ότι η πιρφενιδόνη μειώνει τη συσσώρευση φλεγμονωδών κυττάρων σε απόκριση σε διάφορα ερεθίσματα.
Η πιρφενιδόνη περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, την παραγωγή πρωτεϊνών και κυτοκινών σχετιζόμενων με την ίνωση, όπως και την αυξημένη βιοσύνθεση και συσσώρευση εξωκυττάριας θεμέλιας ουσίας ως απόκριση σε αυξητικούς παράγοντες κυτοκινών, όπως ο μετατρεπτικός αυξητικός παράγοντας-βήτα (TGF-β) και ο αιμοπεταλιακός αυξητικός παράγοντας (PDGF).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η κλινική αποτελεσματικότητα του Esbriet μελετήθηκε σε τέσσερις πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες Φάσης 3, σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση. Τρεις από τις μελέτες Φάσης 3 (PIPF-004, PIPF-006 και PIPF-016) ήταν πολυεθνικές, ενώ η μία (SP3) διενεργήθηκε στην Ιαπωνία.
Οι μελέτες PIPF-004 και PIPF-006 συνέκριναν τη θεραπεία με 2.403 mg/ημέρα Esbriet με εικονικό φάρμακο. Οι μελέτες ήταν σχεδόν πανομοιότυπες σε σχεδιασμό, με λίγες εξαιρέσεις, όπως η ύπαρξη ομάδας ενδιάμεσης δόσης (1.197 mg/ημέρα) στη μελέτη PIPF-004. Σε αμφότερες τις μελέτες, η θεραπεία χορηγήθηκε τρεις φορές την ημέρα για τουλάχιστον 72 εβδομάδες. Το πρωτεύον τελικό σημείο αμφότερων των μελετών ήταν η αλλαγή του ποσοστού προβλεπόμενης βίαιης ζωτικής χωρητικότητας (FVC) από την Αρχική Tιμή μέχρι την Εβδομάδα 72.
Στη μελέτη PIPF-004, η μείωση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή μέχρι την Εβδομάδα 72 της θεραπείας ήταν σημαντικά μειωμένη στους ασθενείς που έλαβαν Esbriet (N=174) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (N=174, p=0,001, κατάταξη ANCOVA). Η θεραπεία με Esbriet μείωσε επίσης σημαντικά την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή στις Εβδομάδες 24 (p=0,014), 36 (p<0,001), 48 (p<0,001) και 60 (p<0,001). Την Εβδομάδα 72, πτώση του ποσοστού FVC από την Αρχική Τιμή ≥10% (τιμή ενδεικτική του κινδύνου θνησιμότητας στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση) παρατηρήθηκε στο 20% των ασθενών που έλαβαν Esbriet σε σύγκριση με το 35% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (Πίνακας 2).
Πίνακας 2 Κατηγοριακή αξιολόγηση της μεταβολής του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 στη μελέτη PIPF-004
| Πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (N = 174) | Εικονικό φάρμακο (N = 174) | |
|---|---|---|
| Πτώση ≥10% ή θάνατος ή μεταμόσχευση πνεύμονα | 35 (20%) | 60 (34%) |
| Πτώση μικρότερη από 10% | 97 (56%) | 90 (52%) |
| Καμία πτώση (μεταβολή FVC >0%) | 42 (24%) | 24 (14%) |
Παρότι δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά μεταξύ των ασθενών που έλαβαν Esbriet σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην αλλαγή από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 σε ό,τι αφορά την απόσταση που διανύουν οι ασθενείς κατά τη διάρκεια μίας δοκιμασίας βάδισης έξι λεπτών (6MWT) σύμφωνα με την προκαθορισμένη κατάταξη ANCOVA, σε μία ad hoc ανάλυση, το 37% των ασθενών που έλαβαν Esbriet εμφάνισαν μείωση ≥50 m στην απόσταση 6MWT, σε σύγκριση με το 47% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην PIPF-004.
Στη μελέτη PIPF-006, η θεραπεία με Esbriet (N=171) δεν μείωσε την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (N=173, p=0,501). Ωστόσο, η θεραπεία με Esbriet μείωσε την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως τις Εβδομάδες 24 (p<0,001), 36 (p=0,011) και 48 (p=0,005). Την Εβδομάδα 72, πτώση στη FVC ≥10% παρατηρήθηκε στο 23% των ασθενών που έλαβαν Esbriet και στο 27% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (Πίνακας 3).
Πίνακας 3 Κατηγοριακή αξιολόγηση της μεταβολής του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Aρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 στη μελέτη PIPF-006
| Πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (N = 171) | Εικονικό φάρμακο (N = 173) | |
|---|---|---|
| Πτώση ≥10% ή θάνατος ή μεταμόσχευση πνεύμονα | 39 (23%) | 46 (27%) |
| Πτώση μικρότερη από 10% | 88 (52%) | 89 (51%) |
| Καμία πτώση (μεταβολή FVC >0%) | 44 (26%) | 38 (22%) |
Η μείωση της απόστασης 6MWT από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 ήταν σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στη μελέτη PIPF-006 (p<0,001, κατάταξη ANCOVA). Επιπλέον, σε μία ad hoc ανάλυση, το 33% των ασθενών που έλαβαν Esbriet εμφάνισε μείωση ≥50 m στην απόσταση 6MWT, σε σύγκριση με το 47% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην PIPF-006.
Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση επιβίωσης στις μελέτες PIPF-004 και PIPF-006, το ποσοστό θνησιμότητας στην ομάδα που έλαβε Esbriet 2.403 mg/ημέρα ήταν 7,8% σε σύγκριση με 9,8% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό για όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο (αναλογία κινδύνου (HR) 0,77 [ΔΕ 95%, 0,47-1,28]).
Η μελέτη PIPF-016 συνέκρινε τη θεραπεία με Esbriet 2.403 mg/ημέρα με το εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία χορηγούταν τρεις φορές την ημέρα για 52 εβδομάδες. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η αλλαγή του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή μέχρι την Εβδομάδα 52. Από σύνολο 555 ασθενών, το διάμεσο ποσοστό προβλεπόμενης FVC και%DLCO κατά την Αρχική Τιμή ήταν 68% (εύρος: 48-91%) και 42% (εύρος: 27-170%), αντίστοιχα. Δύο τοις εκατό των ασθενών είχε ποσοστό προβλεπόμενης FVC κάτω από 50% και 21% των ασθενών είχε ποσοστό προβλεπόμενης DLCO κάτω από 35% κατά την Αρχική Τιμή.
Στη μελέτη PIPF-016, η μείωση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή την Εβδομάδα 52 της θεραπείας ήταν σημαντικά μειωμένη στους ασθενείς που έλαβαν Esbriet (N=278) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (N=277, p<0,000001, κατάταξη ANCOVA). Η θεραπεία με Esbriet μείωσε επίσης σημαντικά την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή τις Εβδομάδες 13 (p<0,000001), 26 (p<0,000001) και 39 (p=0,000002). Την Εβδομάδα 52, παρατηρήθηκε πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή κατά ≥10% ή θάνατος στο 17% των ασθενών που έλαβαν Esbriet σε σύγκριση με το 32% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (Πίνακας 4).
Πίνακας 4 Κατηγοριακή αξιολόγηση της μεταβολής του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 52 στη μελέτη PIPF-016
| Πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (N = 278) | Εικονικό φάρμακο (N = 277) | |
|---|---|---|
| Πτώση ≥10% ή θάνατος | 46 (17%) | 88 (32%) |
| Πτώση μικρότερη από 10% | 169 (61%) | 162 (58%) |
| Καμία πτώση (μεταβολή FVC >0%) | 63 (23%) | 27 (10%) |
Η πτώση στην απόσταση που διανύουν οι ασθενείς κατά τη διάρκεια μίας δοκιμασίας 6MWT από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 52 ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που έλαβαν Esbriet σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στη μελέτη PIPF-016 (p=0,036, κατάταξη ANCOVA). Το 26% των ασθενών που έλαβαν Esbriet εμφάνισαν μείωση ≥50 m στην απόσταση 6MWT, σε σύγκριση με το 36% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Σε μία προκαθορισμένη συγκεντρωτική ανάλυση για τις μελέτες PIPF-016, PIPF-004 και PIPF-006 κατά τον Μήνα 12 το ποσοστό θνησιμότητας από όλες τις αιτίες ήταν σημαντικά χαμηλότερο στην ομάδα που έλαβε Esbriet 2.403 mg/ημέρα (3,5%, 22 από τους 623 ασθενείς) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (6,7%, 42 από τους 624 ασθενείς), με αποτέλεσμα μείωση 48% του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες εντός των πρώτων 12 μηνών (HR 0,52 [ΔΕ 95%, 0,31-0,87], p=0,0107, δοκιμασία log-rank).
Η μελέτη (SP3) που διενεργήθηκε σε Ιάπωνες ασθενείς συνέκρινε την πιρφενιδόνη 1.800 mg/ημέρα (σε σύγκριση με 2.403 mg/ημέρα στον Αμερικάνικο και Ευρωπαϊκό πληθυσμό στις μελέτες PIPF-004/006 με βάση την κανονικοποίηση βάρους) με εικονικό φάρμακο (N=110, N=109, αντίστοιχα). Η θεραπεία με πιρφενιδόνη μείωσε σημαντικά τη μέση πτώση της ζωτικής χωρητικότητας (VC) την Εβδομάδα 52 (πρωτεύον καταληκτικό σημείο) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-0,09±0,02 l έναντι -0,16±0,02 l αντίστοιχα, p=0,042).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Esbriet σε όλα τα υποσύνολα του παιδιατρικού πληθυσμού στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ESBRIET
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η χορήγηση των καψακίων Esbriet με τροφή έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη μείωση της Cmax (κατά 50%) και μικρότερη επίδραση στην AUC, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 801 mg από το στόμα σε υγιείς ενήλικες εθελοντές μεγάλης ηλικίας (50-66 ετών) μετά τη λήψη γεύματος, ο ρυθμός απορρόφησης της πιρφενιδόνης επιβραδύνθηκε, ενώ η AUC μετά τη λήψη γεύματος ήταν περίπου 80-85% της AUC που παρατηρήθηκε σε κατάσταση νηστείας. Βιοϊσοδυναμία καταδείχθηκε σε κατάσταση νηστείας κατά τη σύγκριση του δισκίου των 801 mg με τρία καψάκια των 267 mg. Σε κατάσταση νηστείας, το δισκίο των 801 mg ικανοποίησε τα κριτήρια βιοϊσοδυναμίας βάσει των μετρήσεων της AUC συγκριτικά με τα καψάκια, ενώ τα 90% διαστήματα εμπιστοσύνης για τη Cmax (108,26% - 125,60%) υπερέβαιναν ελαφρώς την ανώτερη τιμή του τυπικού ορίου βιοϊσοδυναμίας (90% ΔΕ: 80,00% - 125,00%). Η επίδραση της τροφής στην AUC της από του στόματος πιρφενιδόνης ήταν συνεπής ανάμεσα στις φαρμακοτεχνικές μορφές του δισκίου και του καψακίου. Συγκριτικά με την κατάσταση νηστείας, η χορήγηση και των δύο φαρμακοτεχνικών μορφών μαζί με τροφή μείωσε τη Cmax της πιρφενιδόνης, ενώ τα δισκία Esbriet μείωσαν τη Cmax ελαφρώς λιγότερο (έως 40%) συγκριτικά με τα καψάκια Esbriet (έως 50%). Η συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία και ζάλη) που παρατηρήθηκε σε άτομα μετά τη λήψη γεύματος ήταν μειωμένη σε σύγκριση με την ομάδα σε κατάσταση νηστείας. Ως εκ τούτου, για τη μείωση της επίπτωσης εμφάνισης ναυτίας και ζάλης συνιστάται το Esbriet να χορηγείται με τροφή.
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιρφενιδόνης δεν έχει προσδιορισθεί στον άνθρωπο.
Κατανομή
Η πιρφενιδόνη δεσμεύεται σε πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως στη λευκωματίνη ορού. Η μέση συνολική δέσμευση κυμαίνεται από 50% έως 58% για τις συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες (1 έως 100 μg/ml). Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής του φαρμακευτικού προϊόντος που λαμβάνεται από το στόμα μετά τη σταθεροποίηση της κατανομής είναι περίπου 70 l, γεγονός που υποδεικνύει ότι η κατανομή της πιρφενιδόνης στους ιστούς είναι μέτρια.
Βιομετασχηματισμός
Ποσοστό περίπου 70-80% της πιρφενιδόνης μεταβολίζεται από το CYP1A2 με μικρή συνεισφορά από άλλα ισοένζυμα CYP, συμπεριλαμβανομένων των CYP2C9, 2C19, 2D6 και 2E1. In vitro δεδομένα υποδεικνύουν κάποια φαρμακολογικά σχετική δραστηριότητα του κύριου μεταβολίτη (5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη) σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ασθενείς με IPF. Αυτό μπορεί να είναι κλινικά σημαντικό σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, όπου η έκθεση στο πλάσμα σε 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη είναι αυξημένη.
Αποβολή
Η κάθαρση της από του στόματος πιρφενιδόνης φαίνεται να είναι μέτριου κορεσμού. Σε μία μελέτη διακύμανσης πολλαπλών δόσεων σε υγιείς ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας στους οποίους χορηγήθηκαν δόσεις που κυμαίνονταν από 267 mg έως 1.335 mg τρεις φορές την ημέρα, η μέση κάθαρση μειώθηκε κατά περίπου 25% πάνω από τη δόση των 801 mg τρεις φορές την ημέρα. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης πιρφενιδόνης σε υγιείς ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας, ο μέσος φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 2,4 ώρες. Περίπου το 80% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης πιρφενιδόνης απομακρύνεται μέσω των ούρων εντός 24 ωρών από τη χορήγηση της δόσης. Η πλειονότητα της πιρφενιδόνης απεκκρίνεται ως μεταβολίτης 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνης (>95% της ποσότητας), με λιγότερο από 1% της πιρφενιδόνης να απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης και του μεταβολίτη 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη συγκρίθηκαν σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία B) και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία υπήρχε μέση αύξηση 60% στην έκθεση σε πιρφενιδόνη μετά από εφάπαξ δόση των 801 mg πιρφενιδόνης (3 x 267 mg καψάκια). Η πιρφενιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, οι οποίοι πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις τοξικότητας, ιδίως εάν λαμβάνουν ταυτόχρονα γνωστό αναστολέα CYP1A2 (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Το Esbriet αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και ηπατοπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης σε άτομα με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μητρική ουσία μεταβολίζεται κυρίως σε 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη. Η μέση (SD) AUC0-∞ της 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνης ήταν σημαντικά υψηλότερη στις ομάδες με μέτρια (p=0.009) και σοβαρή (p<0.0001) νεφρική δυσλειτουργία από ότι στην ομάδα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία· 100 (26.3) mg-h/L και 168 (67.4) mg-h/L σε σύγκριση με 28.7 (4.99) mg-h/L αντίστοιχα.
Ομάδα Νεφρικής Δυσλειτουργίας
| AUC0-∞ (mg- hr/L) | |
|---|---|
| Πιρφενιδόνη | |
| Φυσιολογική (n=6) | Μέση (SD) 42.6 (17.9), Διάμεση (25η-75η) 42.0 (33.1-55.6) |
| Ήπια (n=6) | Μέση (SD) 59.1 (21.5), Διάμεση (25η-75η) 51.6 (43.7-80.3) |
| Μέτρια (n=6) | Μέση (SD) 63.5 (19.5), Διάμεση (25η-75η) 66.7 (47.7-76.7) |
| Σοβαρή (n=6) | Μέση (SD) 46.7 (10.9), Διάμεση (25η-75η) 49.4 (40.7-55.8) |
| 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη | |
| Φυσιολογική (n=6) | Μέση (SD) 28.7 (4.99), Διάμεση (25η-75η) 30.8 (24.1-32.1) |
| Ήπια (n=6) | Μέση (SD) 49.3 (14.6), Διάμεση (25η-75η) 43.0 (38.8-56.8) |
| Μέτρια (n=6) | Μέση (SD) 100 (26.3), Διάμεση (25η-75η) 96.3 (75.2-123)β |
| Σοβαρή (n=6) | Μέση (SD) 168 (67.4), Διάμεση (25η-75η) 150 (123-248)γ |
AUC0-∞ = περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου από το χρόνο μηδέν έως το άπειρο.
α p-value versus Normal = 1.00 (pair-wise σύγκριση με Bonferroni)
β p-value versus Normal = 0.009 (pair-wise σύγκριση με Bonferroni)
γ p-value versus Normal <0.0001 (pair-wise σύγκριση με Bonferroni)
Η έκθεση σε 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη αυξάνεται 3,5 φορές ή περισσότερο σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί κλινικά σχετική φαρμακοδυναμική δραστηριότητα του μεταβολίτη σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία, οι οποίοι λαμβάνουν πιρφενιδόνη. Η πιρφενιδόνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση της πιρφενιδόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) <30ml/min) ή σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλιση (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
Οι αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού από 4 μελέτες σε υγιή άτομα ή σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία και από μία μελέτη σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση δεν κατέδειξαν καμία κλινική επίδραση λόγω ηλικίας, φύλου ή σωματικού μεγέθους στη φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της πυρετιδονης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Υποδεικνύεται ότι οι αντιοξειδωτικές επιδράσεις συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, οδηγώντας σε αντι-ινωτικές επιδράσεις.
- Η πυρετιδονη αμβλύνει την παραγωγή παράγοντα μετασχηματισμού αυξητικού-β1 (TGF-β1), ενός βασικού προ-ινωτικού και προ-φλεγμονώδους κυτταροκίνης που εμπλέκεται στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (ΙΠΦ). Καταστέλλοντας το TGF-β1, η πυρετιδονη αναστέλλει τη διαφοροποίηση των ανθρώπινων πνευμονικών ινοβλαστών σε μυοϊνοβλάστες που προκαλείται από το TGF-β1, αποτρέποντας έτσι την υπερβολική σύνθεση κολλαγόνου και την παραγωγή εξωκυττάριας μήτρας.
- Ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η πυρετιδονη μειώνει την έκφραση προ-φλεγμονωδών κυτταροκινών, συμπεριλαμβανομένων των TNF-α, ιντερλευκίνης-1 (IL-1), IL-6, ιντερφερόνης-γάμμα (IFN-γ) και παράγοντα αυξητικού που προέρχεται από αιμοπετάλια (PDGF).
- Σε ζωικά μοντέλα, η πυρετιδονη προάγει την παραγωγή της αντιφλεγμονώδους IL-10 και αποτρέπει τη συσσώρευση διαφόρων φλεγμονωδών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων λεμφοκυττάρων, μακροφάγων και ουδετερόφιλων.
- Σε ζωικά μοντέλα, η πυρετιδονη ανέστειλε την εισροή φλεγμονωδών κυττάρων και βελτίωσε την πνευμονική αγγειακή διαπερατότητα που προκαλείται από βλεομυκίνη.
- Αρκετές in vitro μελέτες δείχνουν ότι η πυρετιδονη μεσολαβεί σε αντιοξειδωτικές δράσεις με την εξουδετέρωση δραστικών μορφών οξυγόνου (ROS) και την αναστολή της υπεροξείδωσης των λιπιδίων, μειώνοντας έτσι την κυτταρική βλάβη στην ΙΠΦ.
Δυσλειτουργικά μιτοχόνδρια εμπλέκονται στην εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ). Η πυρετιδονη είναι ένα νεοεισαχθέν αντι-ινωτικό φάρμακο. Ωστόσο, ο μηχανισμός της παραμένει ασαφής. Η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία είναι ένα πρώιμο συμβάν που συμβαίνει πριν από την έναρξη της νεφρικής ίνωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, διερευνήθηκε η προστατευτική επίδραση της πυρετιδονης στα μιτοχόνδρια και η σχετικότητά της με την απόπτωση και το οξειδωτικό στρες στα εγγύς σωληναριακά κύτταρα του νεφρού. Δημιουργήθηκε ένα πειραματικό μοντέλο νεφρικής ανεπάρκειας σε αρουραίους. Ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς νεφρικών σωληναρίων (HK2) χρησιμοποιήθηκαν in vitro με ροτενόνη, έναν αναστολέα της μιτοχονδριακής αλυσίδας αναπνοής, για να εξεταστεί η μιτοχονδριακή προστατευτική επίδραση της πυρετιδονης. Η πυρετιδονη προστάτευσε τις μιτοχονδριακές δομές και λειτουργίες σταθεροποιώντας το δυναμικό της μιτοχονδριακής μεμβράνης, διατηρώντας την παραγωγή ATP και βελτιώνοντας τον αριθμό των αντιγράφων του μιτοχονδριακού DNA (mtDNA). Η πυρετιδονη μείωσε την απόπτωση των σωληναριακών κυττάρων αναστέλλοντας την μιτοχονδριακή οδό σηματοδότησης της απόπτωσης. Η πυρετιδονη μείωσε επίσης το οξειδωτικό στρες ενισχύοντας τη μαγγανική υπεροξειδική διμουτάση (Mn-SOD) και αναστέλλοντας την ενδοκυτταρική παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου (ROS), υποδηλώνοντας ότι οι αντι-οξειδωτικές επιδράσεις συνέβησαν τουλάχιστον εν μέρει μέσω της μιτοχονδριακής οδού. Η πυρετιδονη μπορεί να είναι αποτελεσματική πριν από την έναρξη της νεφρικής ίνωσης, διότι αυτό το φάρμακο ασκεί την αντι-ινωτική του δράση μέσω της προστασίας των μιτοχονδρίων στα εγγύς σωληναριακά κύτταρα του νεφρού.
Η πυρετιδονη είναι ένα φάρμακο που πρόσφατα εγκρίθηκε για την ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση, αλλά οι μηχανισμοί δράσης του είναι εν μέρει άγνωστοι. Έχουμε προηγουμένως δείξει ότι οι αεραγωγοί ασθενών με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση περιέχουν προθρομβωτικά μικροσωματίδια που ενεργοποιούν τον προθρομβωτικό παράγοντα Χ στην ενεργό του μορφή, Χα, μια πρωτεϊνάση που σηματοδοτεί την ανάπτυξη και διαφοροποίηση των ινοβλαστών, συμβάλλοντας έτσι δυνητικά στην παθογένεση της νόσου. Αναφέραμε επίσης ότι η in vitro έκθεση ανθρώπινων κυψελιδικών κυττάρων σε H2O2 προκαλεί παραγωγή μικροσωματιδίων. Δεδομένου ότι η ενεργοποίηση της p38 εμπλέκεται στην παραγωγή μικροσωματιδίων σε ορισμένα κυτταρικά μοντέλα και η αναστολή της p38 είναι ένας από τους μηχανισμούς δράσης της πυρετιδονης, ερευνήσαμε την υπόθεση ότι η παραγωγή μικροσωματιδίων από κυψελιδικά κύτταρα που προκαλείται από H2O2 εξαρτάται από την φωσφορυλίωση της p38 και αναστέλλεται από την πυρετιδονη. Η διέγερση κυψελιδικών κυττάρων με H2O2 προκάλεσε φωσφορυλίωση της p38, η οποία αναστέλλεται από την πυρετιδονη. Το φάρμακο ανέστειλε επίσης την παραγωγή μικροσωματιδίων που προκαλείται από H2O2, όπως αξιολογήθηκε με δύο ανεξάρτητες μεθόδους (παραγωγή θρομβίνης στερεάς φάσης και κυτταρομετρία ροής). Η αποβολή της δραστηριότητας προθρομβωτικού ιστικού παράγοντα που συνδέεται με μικροσωματίδια αναστελλόταν επίσης από την πυρετιδονη. Η αναστολή της παραγωγής μικροσωματιδίων που προκαλείται από την p38 αποτελεί έναν προηγουμένως μη αναγνωρισμένο μηχανισμό δράσης του αντι-ινωτικού φαρμάκου, πυρετιδονης.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η πυρετιδονη (PFD) μπορεί να έχει αντι-ινωτικές επιδράσεις σε πολλούς ιστούς, αλλά ο πιθανός μοριακός μηχανισμός παραμένει άγνωστος. Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να διερευνηθούν οι πιθανές επιδράσεις της PFD στην επιθηλιακή-μεσεγχυματική μετάβαση (EMT) και την νεφρική ίνωση σε ένα μοντέλο αρουραίου με μονόπλευρη ουρική απόφραξη (UUO) και ο σχετικός μοριακός μηχανισμός σε καλλιεργούμενα ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς νεφρικών σωληναρίων (HK-2). Εξήντα αρουραίοι χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: ομάδα εικονικής επέμβασης, ομάδα UUO που έλαβε φορέα (vehicle-treated) και ομάδα UUO που έλαβε PFD. Συλλέχθηκαν δείγματα νεφρών την 7η ή 14η ημέρα μετά την UUO. Η θεραπεία με PFD πραγματοποιήθηκε επίσης σε ανθρώπινα HK-2. Αξιολογήθηκαν η σωληναριακή-διάμεση βλάβη, η εναπόθεση διαμέσου κολλαγόνου και η έκφραση κολλαγόνου τύπου Ι και ΙΙΙ, α-SMA, S100A4, φιβρονεκτίνης και E-cadherin. Επιπλέον, ανιχνεύθηκαν η εξωκυττάρια σήμανση ρυθμιζόμενης κινάσης (ERK1/2), η p38 MAPK (p38) και η c-Jun N-terminal κινάση/στρες-ενεργοποιημένη πρωτεΐνη κινάση (JNK). In vitro, η PFD αμβλύνει σημαντικά την EMT και τη σύνθεση εξωκυττάριας μήτρας (ECM) που προκαλείται από TGF-beta1, όπως προσδιορίστηκε από τη μείωση της έκφρασης α-SMA, κολλαγόνου τύπου Ι και ΙΙΙ, S100A4, φιβρονεκτίνης και την αύξηση της έκφρασης E-cadherin. Η θεραπεία με PFD αμβλύνει την αύξηση της φωσφορυλίωσης των ERK1/2, p38 και JNK που προκαλείται από TGF-beta1. In vivo, η PFD μείωσε τον βαθμό της σωληναριακής-διάμεσης βλάβης και της νεφρικής ίνωσης, η οποία συσχετίστηκε με μειωμένη έκφραση TGF-beta1, κολλαγόνου τύπου ΙΙΙ, α-SMA, S100A4, φιβρονεκτίνης και αυξημένη έκφραση E-cadherin. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η πυρετιδονη είναι ικανή να αμβλύνει την EMT και την ίνωση in vivo και in vitro μέσω ανταγωνισμού της οδού MAPK, παρέχοντας μια πιθανή θεραπεία για την ανακούφιση της νεφρικής σωληναριακής-διάμεσης ίνωσης.
Η πυρετιδονη είναι ένας νέος αντι-ινωτικός και αντιφλεγμονώδης παράγοντας που αναστέλλει την πρόοδο της ίνωσης σε ζωικά μοντέλα και σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (ΙΠΦ). Έχουμε προηγουμένως δείξει ότι η πυρετιδονη αναστέλλει την υπερέκφραση του κολλαγόνου τύπου Ι και της πρωτεΐνης θερμικού σοκ (HSP) 47, ενός μοριακού συγχοροστάτη ειδικού για το κολλαγόνο, σε ανθρώπινους πνευμονικούς ινοβλάστες που διεγείρονται με παράγοντα μετασχηματισμού (TGF)-beta1 in vitro. Ο αυξημένος αριθμός θετικών σε HSP47 τύπου ΙΙ πνευμονοκυττάρων καθώς και ινοβλαστών μειώθηκε επίσης από την πυρετιδονη σε ένα ζωικό μοντέλο πνευμονικής ίνωσης που προκλήθηκε από βλεομυκίνη. Η παρούσα μελέτη αξιολογεί τις επιδράσεις της πυρετιδονης στην έκφραση κολλαγόνου τύπου Ι και HSP47 στην ανθρώπινη κυτταρική γραμμή πνευμονικών επιθηλιακών κυττάρων, A549 in vitro. Η έκφραση των mRNA κολλαγόνου τύπου Ι, HSP47 και E-cadherin σε κύτταρα A549 που διεγείρονται με TGF-beta1 αξιολογήθηκε με Northern blotting ή real-time PCR. Η έκφραση των πρωτεϊνών κολλαγόνου τύπου Ι, HSP47 και φιβρονεκτίνης αξιολογήθηκε με ανοσοκυτταροχημική χρώση. Η διέγερση με TGF-beta1 αύξησε την έκφραση mRNA και πρωτεϊνών κολλαγόνου τύπου Ι και HSP47 σε κύτταρα A549, και η πυρετιδονη ανέστειλε σημαντικά αυτή τη διαδικασία. Η πυρετιδονη ανέστειλε επίσης την υπερέκφραση του δείκτη φαινοτύπου ινοβλαστών, φιβρονεκτίνης, σε κύτταρα A549 που προκλήθηκαν από TGF-beta1. Συμπεραίνουμε ότι οι αντι-ινωτικές επιδράσεις της πυρετιδονης μπορεί να μεσολαβούνται όχι μόνο μέσω της άμεσης αναστολής της έκφρασης κολλαγόνου τύπου Ι, αλλά και μέσω της αναστολής της έκφρασης HSP47 στα πνευμονικά επιθηλιακά κύτταρα, η οποία οδηγεί σε μειωμένη σύνθεση κολλαγόνου στην πνευμονική ίνωση. Επιπλέον, η πυρετιδονη μπορεί να αναστέλλει εν μέρει την επιθηλιακή-μεσεγχυματική μετάβαση.
Η πολωμένη απόκριση T helper τύπου 2 (Th2) συνδέεται με την ίνωση. Εδώ, αξιολογήσαμε την επίδραση του αντι-ινωτικού παράγοντα πυρετιδονης στις αποκρίσεις Th τύπου 1 (Th1) και Th2. Για in vivo δοκιμές, αρουραίοι Wistar εμφάνισαν κίρρωση μέσω ενδοπεριτοναϊκής χορήγησης θειοακεταμιδίου. Μόλις εδραιώθηκε η ηπατική βλάβη, η πυρετιδονη χορηγήθηκε ενδογαστρικά σε καθημερινή βάση για τρεις εβδομάδες. Η γονιδιακή έκφραση δεικτών Th αξιολογήθηκε με RT-PCR και Western blot από ηπατικά ομογενοποιήματα. Η θεραπεία με πυρετιδονη προκάλεσε μείωση των μεταγράφων και πρωτεϊνών Th2 (GATA3 και IL-4), χωρίς να επηρεάσει σημαντικά την έκφραση γονιδίων Th1 (T-bet και IFN-γ). Βρήκαμε ότι η ενεργοποιημένη μορφή της p38 MAPK (που αναγνωρίστηκε με Western blot) μειώθηκε με τη θεραπεία με πυρετιδονη, κάτι που είναι σύμφωνο με την παρατηρούμενη αντι-Th2 δραστηριότητα. Η πυρετιδονη μείωσε την πυρηνική εντόπιση του GATA3 χωρίς να τροποποιήσει τη δραστηριότητα δέσμευσης DNA (αξιολογήθηκε με ηλεκτροφορητική ανάλυση δέσμευσης DNA). Για in vitro δοκιμές, ανθρώπινα naive CD4+ T κύτταρα καλλιεργήθηκαν σε συνθήκες πόλωσης Th1 ή Th2 παρουσία πυρετιδονης και πραγματοποιήθηκε κυτταρομετρία ροής της ενδοκυττάριας σύνθεσης IFN-γ και IL-4. Η πυρετιδονη εμπόδισε την ανάπτυξη της υποπληθυσμού Th2. Συμπερασματικά, η πυρετιδονη είναι ικανή να εμποδίσει τη διαφοροποίηση Th2 και να περιορίσει την προ-ινωτική απόκριση Th2. Ο μηχανισμός περιλαμβάνει την αναστολή της p38 και τη ρύθμιση της έκφρασης και μετατόπισης του GATA3.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 801 mg πυρετιδονης (ως τρεις κάψουλες των 267 mg), ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση (Tmax) κυμάνθηκε από 30 λεπτά έως τέσσερις ώρες. Το φαγητό επηρεάζει την απορρόφηση και το προφίλ ασφάλειας της πυρετιδονης: σε μία μελέτη, το φαγητό αύξησε τον Tmax, μείωσε την Cmax και την AUC κατά 49% και 16% αντίστοιχα, και μείωσε την επίπτωση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που προκαλούνται από την πυρετιδονη.
Εντός 24 ωρών, περίπου το 80% της δόσης πυρετιδονης απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα. Περίπου το 99,6% της ανακτηθείσας δόσης πυρετιδονης απεκκρίθηκε ως ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης. Περίπου λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίθηκε ως αμετάβλητο μητρικό φάρμακο και λιγότερο από 0,1% της δόσης απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες.
Η μέση εμφανής από του στόματος κατανομή είναι περίπου 59 έως 71 L. Η πυρετιδονη δεν κατανέμεται ευρέως στους ιστούς.
Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 801 mg σε υγιείς ηλικιωμένους, η μέση εμφανής από του στόματος κάθαρση της πυρετιδονης ήταν 13,8 L/h με τροφή και 11,8 L/h χωρίς τροφή.
Η Esbriet συνδέεται με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως με την αλβουμίνη του ορού, με τρόπο ανεξάρτητο από τη συγκέντρωση στο εύρος των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές. Η συνολική μέση σύνδεση ήταν 58% σε συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες (1 έως 10 ug/mL). Η μέση εμφανής από του στόματος κατανομή είναι περίπου 59 έως 71 λίτρα.
Μετά από εφάπαξ χορήγηση δόσης 801 mg Esbriet, η μέγιστη παρατηρούμενη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) επιτεύχθηκε μεταξύ 30 λεπτών και 4 ωρών (διάμεσος χρόνος 0,5 ώρες). Το φαγητό μείωσε τον ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης. Ο διάμεσος Tmax αυξήθηκε από 0,5 ώρες σε 3 ώρες με τροφή. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις και η AUC0-inf μειώθηκαν κατά περίπου 49% και 16% με τροφή, αντίστοιχα.
Η πυρετιδονη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο ως μεταβολίτης 5-καρβοξυ-πυρετιδονη, κυρίως στα ούρα (περίπου 80% της δόσης). Η πλειονότητα της Esbriet απεκκρίθηκε ως ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης (περίπου 99,6% του ανακτηθέντος).
/ΓΑΛΑ/ Μια μελέτη με ραδιοσημασμένη πυρετιδονη σε αρουραίους έδειξε ότι η πυρετιδονη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η Esbriet απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
… Αυτή η μελέτη είχε ως στόχο να αξιολογήσει τη φαρμακοκινητική και την απέκκριση στα ούρα της πυρετιδονης και του κύριου μεταβολίτη της 5-καρβοξυ-πυρετιδονης σε υγιείς Κινέζους εθελοντές υπό συνθήκες λήψης τροφής. 20 υγιείς εθελοντές κάθε φύλου στρατολογήθηκαν σε αυτή τη τυχαία, μονοκεντρική, και ανοιχτού σήματος, εφάπαξ αυξανόμενης δόσης (200, 400, και 600 mg) και πολλαπλής δόσης (400 mg, 3 φορές ημερησίως) μελέτη. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε μέσω ανεπιθύμητων συμβάντων, ΗΚΓ, ζωτικών σημείων και κλινικών εργαστηριακών παραμέτρων. Δείγματα αίματος και ούρων αναλύθηκαν με επικυρωμένη μέθοδο LC/MS. Η πυρετιδονη ήταν ασφαλής και καλά ανεκτή. Μετά από εφάπαξ χορήγηση, η πυρετιδονη απορροφήθηκε γρήγορα με μέσο Tmax 1,8-2,2 ώρες και μέση ημιζωή 2,1-2,4 ώρες. Ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης σχηματίστηκε γρήγορα με μέσο Tmax 1,5-2,2 ώρες και μέση ημιζωή 2,1-2,6 ώρες. Η Cmax και η AUC για το μητρικό φάρμακο και τον μεταβολίτη ήταν αναλογικές της δόσης στο εύρος των 200-600 mg. Δεν βρέθηκε επίδραση φύλου. Σε σταθερή κατάσταση, ο δείκτης συσσώρευσης (R) που εκτιμήθηκε για τα 3 διαστήματα δοσολογίας κυμάνθηκε από 1,1 έως 1,5 τόσο για την πυρετιδονη όσο και για τον 5-καρβοξυ-μεταβολίτη, υποδηλώνοντας ότι η έκθεση στην πυρετιδονη και τον 5-καρβοξυ-μεταβολίτη αυξήθηκε ελαφρώς με επαναλαμβανόμενη χορήγηση, αλλά η ημιζωή και η CL/F παρέμειναν αμετάβλητες. Ο μεταβολισμός είναι ο πρωταρχικός μηχανισμός κάθαρσης της πυρετιδονης. Περίπου το 87,76% της χορηγηθείσας πυρετιδονης απεκκρίθηκε στα ούρα με τη μορφή 5-καρβοξυ-πυρετιδονης, ενώ μόνο το 0,6159% της χορηγηθείσας πυρετιδονης ανιχνεύθηκε ως αμετάβλητη μορφή στα ούρα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Σύμφωνα με in vitro μελέτες, περίπου το 70-80% του μεταβολισμού της πυρετιδονης μεσολαβείται από την CYP1A2, με μικρές επίσης συνεισφορές από τις CYP2C9, 2C19, 2D6, και 2E1. Τέσσερις μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν μετά από από του στόματος χορήγηση πυρετιδονης. In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι μεταβολίτες δεν αναμένεται να είναι φαρμακολογικά ενεργοί σε παρατηρούμενες συγκεντρώσεις μεταβολιτών. Οι ακριβείς μεταβολικές οδοί της πυρετιδονης δεν έχουν χαρακτηριστεί πλήρως· ωστόσο, μία από τις οδούς περιλαμβάνει την 5-υδροξυλίωση που μεσολαβείται από την CYP1A2 και την επακόλουθη οξείδωση για τον σχηματισμό 5-καρβοξυ πυρετιδονης. Σε ανθρώπους, μόνο η πυρετιδονη και ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης βρίσκονται στο πλάσμα σε σημαντικές ποσότητες. Ο μέσος λόγος μεταβολίτη προς μητρικό φάρμακο κυμάνθηκε από περίπου 0,6 έως 0,7.
Η πυρετιδονη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο ως μεταβολίτης 5-καρβοξυ-πυρετιδονη, κυρίως στα ούρα (περίπου 80% της δόσης). Η πλειονότητα της Esbriet απεκκρίθηκε ως ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης (περίπου 99,6% του ανακτηθέντος).
Μελέτες in vitro σε ηπατοκύτταρα και ηπατικά μικροσωμάτια έδειξαν ότι η Esbriet μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από την CYP1A2 και πολλαπλές άλλες CYPs (CYP2C9, 2C19, 2D6, και 2E1). Η από του στόματος χορήγηση Esbriet οδηγεί στο σχηματισμό τεσσάρων μεταβολιτών. Σε ανθρώπους, μόνο η πυρετιδονη και ο 5-καρβοξυ-πυρετιδονη βρίσκονται στο πλάσμα σε σημαντικές ποσότητες. Ο μέσος λόγος μεταβολίτη προς μητρικό φάρμακο κυμάνθηκε από περίπου 0,6 έως 0,7. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες με ραδιοσημασμένο φάρμακο για την αξιολόγηση του μεταβολισμού της πυρετιδονης σε ανθρώπους. In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι μεταβολίτες δεν αναμένεται να είναι φαρμακολογικά ενεργοί σε παρατηρούμενες συγκεντρώσεις μεταβολιτών.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η μέση τελική ημιζωή είναι περίπου τρεις ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Η μέση τελική ημιζωή είναι περίπου 3 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
… Αυτή η μελέτη είχε ως στόχο να αξιολογήσει τη φαρμακοκινητική και την απέκκριση στα ούρα της πυρετιδονης και του κύριου μεταβολίτη της 5-καρβοξυ-πυρετιδονης σε υγιείς Κινέζους εθελοντές υπό συνθήκες λήψης τροφής. 20 υγιείς εθελοντές κάθε φύλου στρατολογήθηκαν σε αυτή τη τυχαία, μονοκεντρική, και ανοιχτού σήματος, εφάπαξ αυξανόμενης δόσης (200, 400, και 600 mg) και πολλαπλής δόσης (400 mg, 3 φορές ημερησίως) μελέτη. … Μετά από εφάπαξ χορήγηση, η πυρετιδονη απορροφήθηκε γρήγορα με μέσο … ημιζωή 2,1-2,4 ώρες. Ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης σχηματίστηκε γρήγορα με … μέση ημιζωή 2,1-2,6 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που μπορούν να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
D7NLD2JX7U
PIRFENIDONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Πυριδονη
Χημική Δομή [CS] - Πυριδονες
Η Πυρετιδονη είναι Πυριδονη.
PIRFENIDONE
Πυριδονες [CS]; Πυριδονη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ουσίες που μπορούν να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.