PENTOSTATIN
Πεντοστατίνη
Λευχαιμία από τριχωτά κύτταρα.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NIPENT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε δεύτερη εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 4 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Για Clcr 40-59 ml/min, 3 mg/m2. Για Clcr 35-39 ml/min, 2 mg/m2.
-
ΕνήλικεςΔόση4 mg/m2Σε εφάπαξ χορήγηση, κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η θεραπεία συνεχίζεται μέχρι την επίτευξη πλήρους ύφεσης, με την προτεινόμενη χορήγηση δύο επιπλέον δόσεων μετά την πλήρη απόκριση. Διακοπή αν δεν επιτευχθεί πλήρης ή μερική απόκριση στους 6 μήνες ή μερική απόκριση μετά τους 12 μήνες. Προσωρινή ή μόνιμη διακοπή σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, έντονο εξάνθημα, συμπτώματα νευροτοξικότητας ή ενεργό λοίμωξη.
-
Ασθενείς με κυτταροπενίεςΔεν συνιστάται έναρξη με μειωμένη δοσολογία σε αναιμία, ουδετεροπενία ή θρομβοκυτταροπενία. Δεν συνιστάται μείωση δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας για αναιμία και θρομβοκυτταροπενία. Αν τα ουδετερόφιλα πέσουν κάτω από 200 κυττάρων/mm3 (από αρχική τιμή >500), διακοπή προσωρινά και επανέναρξη όταν η τιμή επανέλθει στα προ θεραπείας επίπεδα.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΠεριορισμένη εμπειρία (Clcr < 60 ml/min). Πριν από κάθε χορήγηση, προσδιορισμός κάθαρσης κρεατινίνης. Για Clcr 40-59 ml/min, η δόση προσαρμόζεται στο 75% (3 mg/m2). Για Clcr 35-39 ml/min, η δόση προσαρμόζεται στο 50% (2 mg/m2). Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για Clcr < 35 ml/min.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΗ θεραπεία πρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω περιορισμένης εμπειρίας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόση4 mg/m2Σε εφάπαξ χορήγηση, κάθε δεύτερη εβδομάδα. Δεν αναφέρθηκαν ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς άνω των 65 ετών στις κλινικές μελέτες.
-
ΠαιδιάΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
block
SPC-NIPENT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο δραστικό συστατικό ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min)ΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ενεργός λοίμωξηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Κύηση
warning
SPC-NIPENT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επίβλεψη ιατρούΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν pentostatinΝα χορηγείται υπό την επίβλεψη ειδικού γιατρού με εμπειρία στη χημειοθεραπεία
-
ΔοσολογίαπροσοχήΝα μην χορηγούνται μεγαλύτερες δόσεις από τις καθορισμένες
-
Τοξικότητα υψηλής δόσηςσοβαρήΑποφυγή χορήγησης υψηλότερων δόσεων
-
Συνδυασμός με fludarabine phosphateσοβαρή έως θανατηφόραΠληθυσμόςΑσθενείς με ανθεκτική χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμίαΔεν συνιστάται η χρήση pentostatin σε συνδυασμό με fludarabine phosphate
-
Συνδυασμός με vidarabineπροσοχήΠροσοχή/Αποφυγή συγχορήγησης λόγω ενίσχυσης ανεπιθύμητων ενεργειών και μη τεκμηριωμένου οφέλους
-
Καταστολή μυελού των οστών και λοίμωξηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, ειδικά με λοίμωξηΕνίσχυση ελέγχου της λοίμωξης πριν την έναρξη/συνέχιση της θεραπείας. Χορήγηση μόνο εάν το όφελος δικαιολογεί τον κίνδυνο σε ασθενείς με λοίμωξη
-
ΟυδετεροπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς με εξελισσόμενη λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων (πρώτοι 3 κύκλοι)Συχνός και πλήρης αιματολογικός έλεγχος. Επανεκτίμηση και εξέταση μυελού των οστών σε παρατεταμένη βαριά ουδετεροπενία
-
Γονοτοξικότητα και αναπαραγωγήπροσοχήΠληθυσμόςΆνδρες που λαμβάνουν pentostatin, Γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίαςΆνδρες να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για 6 μήνες μετά. Γυναίκες να χρησιμοποιούν ασφαλή μέθοδο αντισύλληψης. Εξέταση δυνατότητας γενετικού ελέγχου σε περίπτωση εγκυμοσύνης
-
Συνδυασμός με κυκλοφωσφαμίδη, carmustine, etoposide (για μεταμόσχευση μυελού)θανατηφόραΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση μυελού οστώνΔεν συνιστάται ο συνδυασμός pentostatin και υψηλών δόσεων κυκλοφωσφαμίδης
-
Ηπατική λειτουργία
-
Νεφρική τοξικότηταήπια έως μέτρια
-
ΕξανθήματασοβαρήΠροσωρινή διακοπή της θεραπείας μπορεί να απαιτηθεί
-
Κακή φυσική κατάστασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κακή φυσική κατάσταση στην αρχή της θεραπείαςΠρόσθετη προσοχή
-
Παρακολούθηση κατά τη θεραπείαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με pentostatinΤακτική κλινική εξέταση, αιματολογικός και βιοχημικός έλεγχος. Προσωρινή διακοπή σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες
-
Τοξικότητα νευρικού συστήματοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενδείξεις τοξικότητας από το νευρικό σύστημαΠροσωρινή ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας
-
Εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας και αιματολογικών παραμέτρωνΠληθυσμόςΑσθενείςΕκτίμηση νεφρικής λειτουργίας πριν την έναρξη. Μετρήσεις αιματολογικών παραμέτρων, κρεατινίνης ορού, ουρίας αίματος πριν από κάθε δόση και σε τακτά διαστήματα
-
Σοβαρή ουδετεροπενία και απόκριση στη θεραπείασοβαρήΠληθυσμόςΑσθενείς (αρχικοί κύκλοι)Τακτικός πλήρης έλεγχος αιματολογικών παραμέτρων. Επανεκτίμηση και έλεγχος μυελού των οστών εάν δεν υπάρχει βελτίωση. Τακτικός έλεγχος περιφερικού αίματος για τριχωτά κύτταρα
swap_horiz
SPC-NIPENT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΔερματικά εξανθήματα, αγγειίτιδα από υπερευαισθησία (με θανατηφόρα κατάληξη σε μία περίπτωση)ΣύστασηΠαρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες
-
προσοχήΕνίσχυση δραστικότητας vidarabine, αύξηση ανεπιθύμητων ενεργειώνΣύστασηΔεν συνιστάται λόγω αυξημένων ανεπιθύμητων ενεργειών και μη τεκμηριωμένου οφέλους
-
Fludarabine phosphateαντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος θανατηφόρας πνευμονικής τοξικότηταςΣύστασηΔεν συνιστάται
-
Υψηλές δόσεις κυκλοφωσφαμίδης (σε σχήμα μεταμόσχευσης μυελού οστών)αντένδειξηΟξύ πνευμονικό οίδημα, υπόταση που επέφερε το θάνατοΣύστασηΔεν συνιστάται
sick
SPC-NIPENT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Φαρυγγίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Έρπητας ζωστήρας
- Λοίμωξη
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Κυτταρίτιδα
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Πνευμονία
- Δοθιήνωση
- Απλός έρπητας
- Βρογχίτιδα
- Σήψη
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Δερματικό απόστημα
- Στοματική καντιντίαση
- Μυκητιασική δερματική λοίμωξη
- Περιπρωκτικό απόστημα
- Πνευμονία από E. Coli
- Μυκητιασική πνευμονία
- Σηπτική καταπληξία
- Σταφυλοκοκκική λοίμωξη
- Σηψαιμία από μολυσμένα ούρα
- Οστεομυελίτιδα
- Οξεία γαστρεντερίτιδα
- Πνευμονική ασπεργίλλωση
- Κολίτιδα από Clostridium difficile
- Κυστίτιδα
- Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό
- Οισοφαγική καντιντίαση
- Ρινίτιδα
- Ελάττωση κορεσμού οξυγόνου
- Βήχας
- Πνευμονική διαταραχή
- Άσθμα
- Δύσπνοια
- Λαρυγγικό οίδημα
- Πνευμονικό οίδημα
- Πνευμονικός εμβολισμός
- Επίσταξη
- Σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων
- Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια
- Βρογχόσπασμος
- Πλευριτική συλλογή
- Πνευμοθώρακας
- Αιμορραγία αναπνευστικών οδών
- Συριγμός
- Κυψελιδίτιδα
- Σκληρυντική κυψελιδίτιδα
- Κρυπτογενής οργανωτική πνευμονία
- Διάχυτες κυψελιδικές βλάβες
- Αποφρακτική πνευμονοπάθεια
- Κυψελιδική αιμορραγία πνεύμονα
- Επιπεφυκίτιδα
- Ξηροφθαλμία
- Δακρυϊκή διαταραχή
- Φωτοφοβία
- Αμφιβληστροειδοπάθεια
- Ανώμαλη όραση
- Καθηλωμένη κόρη
- Αυξημένη δακρύρροια
- Οφθαλμικός πόνος
- Βλεφαρίτιδα
- Ετερόπλευρη ραγοειδίτιδα
- Απώλεια όρασης
- Νεοπλάσματα
- Καρκίνωμα του δέρματος
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Αφυδάτωση
- Ουρική αρθρίτιδα
- Ηλεκτρολυτικές διαταραχές
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Αύξηση βάρους
- Ελάττωση βάρους
- Υπερκαλιαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπερφόρτωση με υγρά
- Υπασβεστιαιμία
- Ανορεξία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Δυσκρασία αίματος
- Ηωσινοφιλία
- Υπόχρωμη αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Οξεία λευχαιμία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Σπληνομεγαλία
- Αμιγής απλασία ερυθροκυττάρων
- Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο
- Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
- Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
- Αυτοάνοση θρομβοπενία
- Εκχύμωση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Εφίδρωση
- Δερματική διαταραχή
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Κνίδωση
- Ακμή
- Αλωπεκία
- Έκζεμα
- Πετέχεια
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Δυσχρωματισμός δέρματος
- Φυσαλιδώδης δερματίτιδα
- Σμηγματόρροια
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Πέμφιγα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αλλεργική αντίδραση
- Νόσος μοσχεύματος κατά ξενιστή
- Αποτυχία μοσχεύματος
- Αναφυλαξία
- Αύξηση LDH
- Μη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Αύξηση ALT
- Αύξηση AST
- Αύξηση BUN
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Νευρικότητα
- Ανώμαλα όνειρα
- Ελάττωση γενετήσιας ορμής
- Απώλεια γενετήσιας ορμής
- Συναισθηματική αστάθεια
- Ψευδαίσθηση
- Εχθρότητα
- Νεύρωση
- Μη φυσιολογική σκέψη
- Αποπροσωποποίηση
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Νευροτοξικότητα
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Αμνησία
- Αταξία
- Σπασμοί
- Δυσαρθρία
- Δυσγευσία
- Εγκεφαλίτιδα
- Υπερκινησία
- Μηνιγγισμός
- Νευραλγία
- Νευρίτιδα
- Νευροπάθεια
- Παράλυση
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Υπαισθησία
- Άνοια Alzheimer
- Σπασμός γενικευμένης επιληψίας
- Ημικρανία
- Νόσος του Parkinson
- Επιληψία petit mal
- Δεσμιδώσεις
- Μυαλγία
- Διαταραχές οστών
- Αρθροπάθεια
- Αρθραλγία
- Αρθρίτιδα
- Πόνος στα άκρα
- Οσφυαλγία
- Κώφωση
- Ωταλγία
- Λαβυρινθίτιδα
- Εμβοές
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Βραδυκαρδία
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές
- Καρδιακή ανακοπή
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Περικαρδιακή συλλογή
- Φλεβοκομβική ανακοπή
- Ταχυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Μυοκαρδιοπάθεια
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Περικαρδίτιδα
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης
- Έξαψη
- Αιμορραγία
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Εν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδα
- Φλεβίτιδα
- Αγγειίτιδα
- Σύνδρομο διαφυγής τριχοειδών
- Καταπληξία
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Διαταραχή ορθού
- Αιμορραγία του ορθού
- Οδοντική διαταραχή
- Δυσπεψία
- Ουλίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσφαγία
- Μετεωρισμός
- Γλωσσίτιδα
- Ειλεός
- Ξηροστομία
- Οξεία εντερίτιδα
- Βλεννογονίτιδα
- Αύξηση LFT
- Ίκτερος
- Υπερχολερυθριναιμία
- Διαταραχή ουροποιογεννητικού συστήματος
- Αύξηση κρεατινίνης
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Νεφροπάθεια
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρολιθίαση
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Δυσουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Αιμορραγική κυστίτιδα
- Αμηνόρροια
- Όγκος μαστών
- Στυτική δυσλειτουργία
- Πυρετός
- Κόπωση
- Ρίγος
- Εξασθένηση
- Άλγος
- Θωρακικό άλγος
- Θάνατος
- Οίδημα προσώπου
- Περιφερικό οίδημα
- Σύνδρομο μετά από υπερκατανάλωση ουσίας
- Κακουχία
- Ανεπάρκεια πολλαπλών οργάνων
- Σύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους απάντησης
- Ευαισθησία κάτω άκρων
- Συμπτώματα προσομοιάζοντα με γρίππη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑιμορραγία του ορθούΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑλλεργική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΑρθροπάθειαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑύξηση ALTΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση ASTΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση BUNΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑύξηση LFTΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔερματική διαταραχήΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχές οστώνΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή ορθούΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιαταραχή ουροποιογεννητικού συστήματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκρασία αίματοςΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΙογενής λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝευροτοξικότηταΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠνευμονική διαταραχήΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡίγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΥπόχρωμη αναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΈρπητας ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΌγκος μαστώνΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑνώμαλη όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑπλός έρπηταςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑποπροσωποποίησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑπώλεια γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση LDHΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑύξηση κρεατινίνηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔακρυϊκή διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔερματικό απόστημαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔεσμιδώσειςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔοθιήνωσηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσχρωματισμός δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕγκεφαλίτιδαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕλάττωση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΕλάττωση γενετήσιας ορμήςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗλεκτρολυτικές διαταραχέςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΘάνατοςΓενικές
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚαθηλωμένη κόρηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚαρκίνωμα του δέρματοςΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚώφωσηΑυτί
-
ΣυχνέςΛαβυρινθίτιδαΑυτί
-
ΣυχνέςΛαρυγγικό οίδημαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικό ηλεκτροκαρδιογράφημαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜηνιγγισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜυκητιασική δερματική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυκητιασική πνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝεοπλάσματαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΝευρίτιδαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝευραλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεφροπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝεύρωσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΝόσος μοσχεύματος κατά ξενιστήΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
ΣυχνέςΟδοντική διαταραχήΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟξεία λευχαιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟστεομυελίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΟφθαλμικός πόνοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαράλυσηΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΠεριπρωκτικό απόστημαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠετέχειαΔέρμα
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονία από E. ColiΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠνευμονικός εμβολισμόςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣήψηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣηψαιμία από μολυσμένα ούραΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣμηγματόρροιαΔέρμα
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΣπληνομεγαλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΣταφυλοκοκκική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα προσομοιάζοντα με γρίππηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΣύνδρομο μετά από υπερκατανάλωση ουσίαςΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερκινησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεβοκομβική ανακοπήΚαρδιά
-
ΣυχνέςΦυσαλιδώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΦωτοφοβίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΨευδαίσθησηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΩταλγίαΑυτί
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομοΑίμα
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία αναπνευστικών οδώνΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑμιγής απλασία ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνεπάρκεια πολλαπλών οργάνωνΓενικές
-
Όχι συχνέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑποτυχία μοσχεύματοςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση αιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΒλεννογονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕλάττωση κορεσμού οξυγόνουΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΘρομβωτική θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Όχι συχνέςΙδιοπαθής θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Όχι συχνέςΚολίτιδα από Clostridium difficileΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊόΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜυοκαρδιοπάθειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΟξεία αναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΟξεία γαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΟξεία εντερίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠλευριτική συλλογήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμοθώρακαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική ασπεργίλλωσηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκωνΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο διαφυγής τριχοειδώνΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΆνοια AlzheimerΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑποφρακτική πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑυτοάνοση θρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔιάχυτες κυψελιδικές βλάβεςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕπιληψία petit malΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕυαισθησία κάτω άκρωνΓενικές
-
ΣπάνιεςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΚρυπτογενής οργανωτική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΚυψελιδίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΚυψελιδική αιμορραγία πνεύμοναΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΜειωμένο κλάσμα εξώθησηςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΝόσος του ParkinsonΝευρικό
-
ΣπάνιεςΟισοφαγική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠέμφιγαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣκληρυντική κυψελιδίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣπασμός γενικευμένης επιληψίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους απάντησηςΓενικές
-
ΣπάνιεςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερφόρτωση με υγράΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΕτερόπλευρη ραγοειδίτιδαΟφθαλμικές
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NIPENT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NIPENT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Κρεατινίνη ορού · Πριν την έναρξη της θεραπείας
- Κάθαρση κρεατινίνης · Πριν την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν από κάθε δόση και σε τακτά χρονικά διαστήματα | — |
| Ουρία αίματος | water_dropΝεφρική λειτουργία | Πριν από κάθε δόση και σε τακτά χρονικά διαστήματα | — |
| Έλεγχος μυελού των οστών | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Επί μη βελτίωσης αιματολογικών παραμέτρων |
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Συχνά | Πρώτοι 3 θεραπευτικοί κύκλοι λόγω επιδείνωσης ουδετεροπενίας |
| Τακτικά | — | ||
| Πριν από κάθε δόση και σε τακτά χρονικά διαστήματα | — | ||
| Τακτικά | Αρχικοί κύκλοι θεραπείας λόγω σοβαρής ουδετεροπενίας | ||
| Βιοψία μυελού των οστών | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Κάθε 2-3 μήνες | — |
| Τριχωτά κύτταρα περιφερικού αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Τακτικά | — |
| Βιοχημικός έλεγχος | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική εξέταση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Τακτικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NIPENT
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία ενδείκνυται για ενήλικες ασθενείς.
Χορήγηση στον Ασθενή
Πριν τη χορήγηση της pentostatin, συνιστάται η ενυδάτωση του ασθενή με 500 έως 1000 ml διαλύματος γλυκόζης 5% μόνο ή με διάλυμα γλυκόζης 5% σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,18% ή με 0,9% ή διάλυμα γλυκόζης 3,3% σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,3% ή με διάλυμα γλυκόζης 2,5% σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,45% ή ισοδύναμο διάλυμα. Μετά την χορήγηση της pentostatin, πρέπει να χορηγούνται άλλα 500 ml διαλύματος γλυκόζης 5% μόνο ή διαλύματος γλυκόζης 5% σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,18% ή 0,9% ή διάλυμα γλυκόζης 2,5% σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,45% ή ισοδύναμο διάλυμα.
Για τη θεραπεία της λευχαιμίας εκ τριχωτών κυττάρων, η συνιστώμενη δόση της pentostatin είναι 4 mg/m2 σε εφάπαξ χορήγηση, κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η pentostatin μπορεί να δοθεί ενδοφλεβίως ως ένεση, ή να εγχυθεί διαλυμένη σε μεγαλύτερο όγκο εντός 20 έως 30 λεπτών (βλ. παράγραφο 6.6).
Δεν συνιστώνται υψηλότερες δόσεις.
Η βέλτιστη διάρκεια θεραπείας δεν έχει καθοριστεί. Επειδή το φάρμακο δεν έχει σημαντική τοξικότητα και εφόσον υπάρχει διαρκής βελτίωση, η θεραπεία του ασθενή πρέπει να διαρκέσει μέχρις ότου επιτευχθεί πλήρης ύφεση της νόσου. Παρότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς, έχει προταθεί η χορήγηση δύο ακόμη δόσεων μετά την επίτευξη πλήρους απόκρισης.
Σε όλους τους ασθενείς που λαμβάνουν pentostatin, πρέπει να γίνεται στους 6 μήνες η εκτίμηση της ανταπόκρισής τους στην θεραπεία. Όταν δεν επιτυγχάνεται πλήρης ή μερική ανταπόκριση, η θεραπεία με pentostatin πρέπει να διακοπεί.
Στην περίπτωση μερικής απόκρισης, η θεραπεία με pentostatin πρέπει να συνεχιστεί στα πλαίσια της προσπάθειας να επιτευχθεί πλήρης ύφεση. Αφού έχει επιτευχθεί η πλήρης απόκριση, συνιστάται η χορήγηση δύο ακόμη δόσεων pentostatin, οποτεδήποτε. Μετά, η θεραπεία με pentostatin πρέπει να διακοπεί. Εάν, μετά τους 12 μήνες η απόκριση είναι μερική, τότε συνιστάται η διακοπή της θεραπείας με pentostatin.
Η χορήγηση των μεμονωμένων δόσεων μπορεί να διακοπεί προσωρινά ή μόνιμα όταν εμφανιστούν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε ασθενείς που παρουσιάζουν έντονο εξάνθημα, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί προσωρινά και να διακοπεί προσωρινά ή μόνιμα σε ασθενείς με συμπτώματα νευροτοξικότητας.
Η θεραπεία με pentostatin πρέπει να διακοπεί προσωρινά σε ασθενείς οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της θεραπείας, εμφάνισαν ενεργό λοίμωξη και να ξαναρχίσει όταν η λοίμωξη τεθεί υπό έλεγχο.
Δοσολογία σε ασθενείς με κυτταροπενίες
Δεν συνιστάται έναρξη της θεραπείας με pentostatin με μειωμένη δοσολογία σε ασθενείς με αναιμία, ουδετεροπενία ή θρομβοκυτταροπενία. Επιπροσθέτως, δεν συνιστάται η ελάττωση της δοσολογίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ασθενείς με αναιμία και θρομβοκυτταροπενία. Εάν σε κάποιον ασθενή, η αρχική τιμή των ουδετερόφιλων ήταν ανώτερη των 500 κυττάρων/mm3 και κατά τη διάρκεια της θεραπείας η απόλυτη τιμή των ουδετερόφιλων πέσει κάτω των 200 κυττάρων/mm3, η χορήγηση pentostatin πρέπει να διακοπεί προσωρινά, μπορεί όμως να ξαναρχίσει όταν η τιμή επανέλθει στα προ της θεραπείας επίπεδα.
Νεφρική ανεπάρκεια
Η εμπειρία σε ασθενείς με βλάβη της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης (Clcr) < 60 ml/min), είναι περιορισμένη (βλ. Φαρμακοκινητικές). Πριν από κάθε χορήγηση του NIPENT θα πρέπει να προσδιορίζεται η κάθαρση της κρεατινίνης.
Ηπατική ανεπάρκεια
Εξαιτίας της περιορισμένης εμπειρίας, όσον αφορά στη θεραπεία ασθενών με μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, η θεραπεία πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς
Για την αντιμετώπιση της λευχαιμίας εκ τριχωτών κυττάρων στους ηλικιωμένους, η συνιστώμενη δοσολογία της pentostatin είναι 4 mg/m2 σε εφάπαξ χορήγηση, κάθε δεύτερη εβδομάδα. Στις κλινικές μελέτες, συμπεριλήφθηκαν ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών και δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες που να σχετίζονται ειδικά με αυτή την ομάδα ηλικιών.
Παιδιατρική χρήση
Η λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων είναι μία νόσος που προσβάλλει τους ενήλικες, συχνότερα κατά την έκτη δεκαετία της ζωής τους. Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του NIPENT στα παιδιά.
block
Αντενδείξεις
SPC-NIPENT
expand_more
Αντενδείξεις
- Η pentostatin αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στo δραστικό συστατικό ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα.
- Η pentostatin αντενδείκνυται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min).
- Η pentostatin αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη.
- Η pentostatin αντενδείκνυται στην κύηση.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NIPENT
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Η pentostatin πρέπει να χορηγείται υπό την επίβλεψη ειδικού γιατρού, με εμπειρία στη χημειοθεραπεία. Δεν συνιστάται η χορήγηση μεγαλύτερων δόσεων από εκείνες που καθορίζονται (βλ. Δοσολογία). Σε μελέτες Φάσης Ι, όταν χορηγήθηκε pentostatin σε υψηλότερη από τη συνιστώμενη δόση (20-50 mg/m2/θεραπευτικό κύκλο), εμφανίστηκε δοσοπεριοριζόμενη, σοβαρή τοξικότητα από τους νεφρούς, ήπαρ, τους πνεύμονες και το ΚΝΣ.
Σε κλινική έρευνα με ασθενείς με ανθεκτική χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία, στους οποίους χορηγήθηκε pentostatin, στη συνιστώμενη δόση, σε συνδυασμό με fludarabine phosphate. 4 από τους 6 ασθενείς που συμμετείναν, εμφάνισαν σοβαρή έως θανατηφόρα τοξικότητα στους πνεύμονες. Δεν συνιστάται η χρήση pentostatin σε συνδυασμό με fludarabine phosphate.
Από βιοχημικές μελέτες, διαπιστώθηκε ότι η pentostatin ενισχύει τη δράση της vidarabine, ενός πουρινικού νουκλεοτιδίου με αντι-ιική δράση. Η συγχορήγηση της vidarabine με pentostatin, μπορεί να ενισχύσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες που οφείλονται στο κάθε φάρμακο. Δεν έχει τεκμηριωθεί το θεραπευτικό όφελος από τη χορήγηση του συνδυασμού.
Κατά τη διάρκεια κυρίως των πρώτων θεραπευτικών κύκλων, οι ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων μπορεί να εμφανίσουν καταστολή του μυελού των οστών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η πορεία των ασθενών με λοίμωξη, πριν από την έναρξη της θεραπείας με pentostatin, επιδεινώθηκε και οι ασθενείς κατέληξαν, ενώ σε άλλους επιτεύχθηκε πλήρης απόκριση στη θεραπεία. Στους ασθενείς με λοίμωξη, το φάρμακο πρέπει να χορηγείται μόνο όταν το ενδεχόμενο όφελος από τη θεραπεία δικαιολογεί την έκθεση του ασθενή σε ενδεχόμενο κίνδυνο. Πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια ελέγχου της λοίμωξης πριν την έναρξη ή τη συνέχιση της θεραπείας.
Σε ασθενείς με εξελισσόμενη λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, οι πρώτοι 3 θεραπευτικοί κύκλοι με pentostatin συνδέθηκαν με επιδείνωση της ουδετεροπενίας. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητος ο συχνός και πλήρης αιματολογικός έλεγχος κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Επί παρατάσεως της βαριάς ουδετεροπενίας και μετά τους αρχικούς κύκλους, η κατάσταση του ασθενή πρέπει να επανεκτιμηθεί και παράλληλα να γίνει εξέταση του μυελού των οστών.
Η petostatin μπορεί να έχει βλαπτική επίδραση στο γονότυπο. Συνεπώς, συνιστάται στους άνδρες που λαμβάνουν θεραπεία με pentostatin, να μην τεκνοποιούν, τόσο κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όσο και κατά τους επόμενους 6 μήνες. Για τις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας, πρέπει να εξασφαλίζεται ασφαλής μέθοδος αντισύλληψης. Σε περίπτωση εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα γενετικού ελέγχου.
Θεραπευτικό σχήμα με υψηλή δόση κυκλοφωσφαμίδης, κατά τη μεταμόσχευση μυελού οστών
Στη βιβλιογραφία έχουν καταγραφεί ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με pentostatin σε συνδυασμό με carmustine, etoposide και υψηλές δόσεις cyclophosphamide, ως μέρος θεραπευτικού σχήματος για μεταμόσχευση μυελού οστών, οι οποίοι εκδήλωσαν οξύ πνευμονικό οίδημα και υπόταση που επέφερε το θάνατο. Δεν συνιστάται ο συνδυασμός pentostatin και υψηλών δόσεων κυκλοφωσφαμίδης.
Κατά την διάρκεια της θεραπείας με pentostatin, παρατηρήθηκαν αναστρέψιμες εν γένει αυξήσεις των τιμών των λειτουργικών δοκιμασιών του ήπατος.
Στις αρχικές μελέτες, παρατηρήθηκε νεφρική τοξικότητα στις υψηλότερες δόσεις. Όμως, στους ασθενείς που λάμβαναν τη συνιστώμενη δόση, η αύξηση των επιπέδων της κρεατινίνης του ορού ήταν συνήθως μικρή και αναστρέψιμη. Υπήρξαν ασθενείς, οι οποίοι, όταν άρχισαν τη θεραπεία, είχαν φυσιολογική νεφρική λειτουργία και οι οποίοι, κατά την τελική εκτίμηση, εμφάνιζαν ήπια έως μέτρια τοξικότητα (βλ. Δοσολογία).
Εξανθήματα, μερικές φορές σοβαρής μορφής, αναφέρθηκαν συχνά και ίσως επιδεινώθηκαν με τη συνέχιση της θεραπείας. Ίσως απαιτηθεί η προσωρινή διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
Πρόσθετη προσοχή απαιτείται στους ασθενείς, που στην αρχή της θεραπείας είχαν κακή φυσική κατάσταση.
Προφυλάξεις
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, με pentostatin, είναι απαραίτητη η τακτική κλινική εξέταση του ασθενή, καθώς και ο αιματολογικός και βιοχημικός του έλεγχος. Σε περίπτωση εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, η χορήγηση του φαρμάκου πρέπει να διακοπεί προσωρινά (βλ. Δοσολογία) και, κατά την κρίση του θεράποντος ιατρού, να ληφθούν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα.
Σε ασθενείς με ενδείξεις τοξικότητας από το νευρικό σύστημα, πρέπει η χορήγηση της θεραπείας να διακόπτεται προσωρινά ή μόνιμα.
Πριν την έναρξη της θεραπείας με pentostatin, πρέπει να εκτιμηθεί η νεφρική λειτουργία με τη βοήθεια μετρήσεων της κρεατινίνης του ορού ή και της κάθαρσης της κρεατινίνης (βλ. Φαρμακοκινητικές και Δοσολογία). Πριν από κάθε δόση pentostatin και σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας, πρέπει να γίνονται μετρήσεις όλων των αιματολογικών παραμέτρων, της κρεατινίνης του ορού και της ουρίας του αίματος.
Επειδή στους αρχικούς κύκλους της θεραπείας με pentostatin έχει παρατηρηθεί σοβαρή ουδετεροπενία, συνιστάται τακτικός πλήρης έλεγχος των αιματολογικών παραμέτρων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Εάν, κατά τη συνέχιση της θεραπείας, δεν διαπιστωθεί βελτίωση των αιματολογικών παραμέτρων, οι ασθενείς πρέπει να επανεκτιμηθούν ως προς την κατάσταση της νόσου, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου του μυελού των οστών. Για να εκτιμηθεί η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να γίνεται τακτικός έλεγχος του περιφερικού αίματος για τυχόν ανεύρεση τριχωτών κυττάρων.
Επιπλέον, για να εκτιμηθεί η ανταπόκριση στη θεραπεία, ίσως χρειασθεί να διενεργούνται κάθε 2-3 μήνες βιοψίες του μυελού των οστών.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NIPENT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Allopurinol
Τόσο η allopurinol, όσο και η pentostatin, σχετίζονται με την πρόκληση δερματικών εξανθημάτων. Σε κλινικές μελέτες, η συνδυασμένη χορήγηση pentostatin και allopurinol δεν προκάλεσε δερματικά εξανθήματα σε μεγαλύτερη συχνότητα, συγκριτικά με μονοθεραπεία pentostatin. Έχει αναφερθεί η περίπτωση ενός ασθενή, στον οποίο χορηγήθηκαν και τα δύο φάρμακα και ο οποίος εμφάνισε αγγειίτιδα, από υπερευαισθησία, με θανατηφόρα κατάληξη. Δεν είναι όμως σαφές, εάν η συγκεκριμένη ανεπιθύμητη ενέργεια και ο επακόλουθος θάνατος προκλήθηκαν από το συνδυασμό των δύο φαρμάκων.
Vidarabine
Από τις βιοχημικές μελέτες, φάνηκε ότι η pentostatine ενισχύει τη δραστικότητα της vidarabine. Η συνδυασμένη χορήγηση vidarabine και pentostatin, μπορεί να αυξήσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες, που αποδίδονται στο κάθε φάρμακο ξεχωριστά. Το θεραπευτικό όφελος από τον συγκεκριμένο συνδυασμό δεν έχει τεκμηριωθεί.
Fludarabine
Η συνδυασμένη χορήγηση της pentostatin με fludarabine phosphate δεν συνιστάται, γιατί έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο θανατηφόρας πνευμονικής τοξικότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θεραπευτικό σχήμα με υψηλή δόση κυκλοφωσφαμίδης, κατά τη μεταμόσχευση μυελού οστών
Στη βιβλιογραφία έχουν καταγραφεί ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με pentostatin σε συνδυασμό με carmustine, etoposide και υψηλές δόσεις cyclophosphanide, ως μέρος θεραπευτικού σχήματος για μεταμόσχευση μυελού οστών, οι οποίοι εκδήλωσαν οξύ πνευμονικό οίδημα και υπόταση που επέφερε το θάνατο. Δεν συνιστάται ο συνδυασμός pentostatin και υψηλών δόσεων κυκλοφωσφαμίδης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NIPENT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η pentostatin είναι λεμφοκυτταροτοξική. Εκτός της καταστολής του μυελού των οστών, η pentostatin καταστέλλει το ανοσολογικό σύστημα και ειδικά την υποκατηγορία των CD4+ λεμφοκυττάρων. Συνήθως, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με pentostatin, ο συνολικός αριθμός των CD4+ είναι μικρότερος των 200 ανά μl, η δε καταστολή των CD4+ μπορεί να εξακολουθήσει 6 μήνες και πλέον, μετά τη λήξη της θεραπείας. Στη λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, με εξαίρεση τις συχνές λοιμώξεις από έρπητα ζωστήρα, οι κλινικές επιπτώσεις από την καταστολή των CD4+ δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητές. Δεν είναι δυνατόν να προβλεφθούν οι μακροχρόνιες συνέπειες, αλλά, επί του παρόντος, δεν υπάρχουν ενδείξεις υψηλότερης συχνότητας δευτεροπαθών κακοηθειών.
Κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, που δεν είχαν αποκριθεί στη θεραπεία με α-ιντερφερόνη ή στους οποίους χορηγήθηκε pentostatin ως θεραπεία πρώτης επιλογής, παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι περισσότεροι ασθενείς εμφάνισαν μία ανεπιθύμητη ενέργεια. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα ήταν η ναυτία και/ή ο έμετος ή η λευκοπενία κάθε μία από τις οποίες σημειώθηκε σε ποσοστό περίπου 60% των ασθενών. Αναφέρθηκαν πυρετός, εξάνθημα και κόπωση σε ποσοστό περίπου 40% των ασθενών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν στην πλειονότητά τους είτε ήπιες είτε μέτριας βαρύτητας και η συχνότητά τους μειώνονταν με τη συνέχιση της θεραπείας. Ποσοστό 12% των ασθενών αποσύρθηκε από τη θεραπεία λόγω κάποιας ανεπιθύμητης ενέργειας. Πολλοί ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων εμφανίζουν ανεπιθύμητες ενέργειες ενώ βρίσκονται υπό θεραπευτική αγωγή με pentostatin. Δεδομένης της φυσιολογικής πορείας της νόσου και των φαρμακολογικών ιδιοτήτων του φαρμάκου, μπορεί να είναι δύσκολο, σε ορισμένες περιπτώσεις, να γίνει διαχωρισμός μεταξύ ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με το φάρμακο ή με την ίδια τη νόσο. Κατά τις κλινικές μελέτες δεν αναφέρθηκαν βλάβες λόγω εξαγγείωσης.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών σε ασθενείς με λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων (HCL) ή κατά τη διάρκεια της χρήσης της pentostatin μετά από την κυκλοφορία της όταν αυτή χορηγήθηκε είτε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμούς με διάφορους παράγοντες για μη εγκεκριμένες ενδείξεις. Παραθέτονται ως Πολύ συχνές (>10%), Συχνές (1-10%), Όχι συχνές (0,1-1%) ή Σπάνιες (0,01-0,1%).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NIPENT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
L01 XX 08
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Η Pentostatin είναι αναστολέας του ενζύμου adenosine deaminase (ADA).
Μηχανισμός δράσης
H pentostatin είναι ένας ισχυρός αναστολέας της μεταβατικής κατάστασης του ενζύμου adenosine deaminase (ADA). Η μεγαλύτερη δραστικότητα του ADA παρατηρείται στα κύτταρα του λεμφικού συστήματος, περισσότερο στα Τ-, παρά στα Β-κύτταρα και είναι μεγαλύτερη η δραστικότητα του ADA στα κακοήθη νοσήματα από Τ-κύτταρα, σε σύγκριση με τις κακοήθειες των Β-κυττάρων. Στη γενική κυτταροτοξική δράση της pentostatin, ενδέχεται να συνεισφέρουν η αναστολή του ADA, καθώς και η άμεση αναστολή της σύνθεσης του RNA και η καταστροφή του DNA από την pentostatin. Πάντως, ο ακριβής μηχανισμός της αντινεοπλασματικής δράσης της pentostatin στη λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων, δεν είναι γνωστός.
Έχει δειχθεί ότι η pentostatin δρα έναντι μιας ποικιλίας κακοηθειών του λεμφικού συστήματος, αλλά είναι ιδιαίτερα δραστική σε καρκίνους βραδείας εξέλιξης με μικρότερη συγκέντρωση ADA, όπως είναι η λευχαιμία εκ τριχωτών κυττάρων.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NIPENT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της πεντοστατίνης στον άνθρωπο, είναι γραμμική με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα να αυξάνονται ανάλογα ως προς τη δόση. Μετά από μία εφάπαξ δόση pentostatin 4 mg/m2, που εγχύεται μέσα σε 5 λεπτά, ο χρόνος ημιζωής για την κατανομή ήταν 11 λεπτά και ο μέσος τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 5,7 ώρες, κυμαινόμενος από 2,6 έως 10 ώρες. Η μέση κάθαρση πλάσματος ήταν 68 ml/min/m2, το δε 90% περίπου της δόσης, απεκκρίνεται στα ούρα, ως αμετάβλητο φάρμακο ή και ως μεταβολίτες, όπως διαπιστώθηκε, μετρώντας την ανασταλτική δράση επί του ADA. Η pentostatin συνδέεται σε μικρό βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, περίπου 4%.
Σε ασθενείς με τιμές κάθαρσης κρεατινίνης που κυμαίνονταν από 60 ml/min έως 130 ml/min, παρατηρήθηκε θετική συσχέτιση μεταξύ της κάθαρσης της pentostatin και της κάθαρσης της κρεατινίνης (CrCl). Σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (CrCl<50 ml/min, n=2), ο χρόνος ημιζωής της pentostatin ήταν 18 ώρες, χρόνος πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (CrCl>60 ml/min, n=14), 6 ώρες περίπου.
Τα αποτελέσματα από μία δημοσιευμένη μελέτη η οποία πραγματοποιήθηκε σε 13 ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία υπέδειξαν τη ρύθμιση της δόσης του Nipent με βάση τις τιμές της κάθαρσης της κρεατινίνης (CrCl). Η δοσολογία αναπροσαρμόστηκε σε ποσοστό 75% της δόσης για τιμές CrCl 40 - 59 ml/min (3 mg/m2) και σε ποσοστό 50% σε τιμές CrCl 35 - 39 ml/min (2 mg/m2). Τα δεδομένα αυτά δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν μία αρχική ή μετέπειτα δοσολογική σύσταση για τους ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης <35 ml/min.
Από την κατανομή του επισημασμένου φαρμάκου στους ιστούς και σε ολόκληρο το σώμα αρουραίων, διαπιστώθηκε ότι οι συγκεντρώσεις του ραδιοϊσοτόπου, ήταν μεγαλύτερες στους νεφρούς, ενώ στο ΚΝΣ η διείσδυση ήταν ελάχιστη.
Η pentostatin διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό, φθάνοντας σε μετρήσιμες συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ).
ΕΟΦ · 8.6.6
Διάφορα
expand_more
Διάφορα
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 68 mL/min/m2
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η πεντοστατίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας μεταβατικής κατάστασης της αδενοσινοδεαμινάσης (ADA), της οποίας η μεγαλύτερη δραστηριότητα βρίσκεται στα κύτταρα του λεμφικού συστήματος. Τα Τ-κύτταρα έχουν υψηλότερη δραστηριότητα ADA από τα Β-κύτταρα, και οι κακοήθειες των Τ-κυττάρων έχουν υψηλότερη δραστηριότητα από τις κακοήθειες των Β-κυττάρων. Η κυτταροτοξικότητα που προκύπτει από την πρόληψη του καταβολισμού της αδενοσίνης ή της δεοξυαδενοσίνης πιστεύεται ότι οφείλεται στα αυξημένα ενδοκυττάρια επίπεδα dATP, τα οποία μπορούν να αναστείλουν τη σύνθεση DNA μέσω αναστολής της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης. Η ενδοκυττάρια ενεργοποίηση οδηγεί στην ενσωμάτωση στο DNA ως ψευδής βάση πουρίνης. Ένα επιπλέον κυτταροτοξικό αποτέλεσμα σχετίζεται με την ενσωμάτωσή του στο RNA. Η κυτταροτοξικότητα είναι ειδική για τη φάση του κυτταρικού κύκλου (φάση S).
… Αναστολέας της αδενοσινοδεαμινάσης
Ο ακριβής μηχανισμός(οι) δράσης της πεντοστατίνης στη λευχαιμία τριχωτών κυττάρων και άλλες λεμφοειδείς κακοήθειες δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Η πεντοστατίνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας μεταβατικής κατάστασης (ισχυρής σύνδεσης) της αδενοσινοδεαμινάσης, ενός ενζύμου που εμπλέκεται στον μεταβολισμό των πουρινών. Αυτό το ένζυμο φαίνεται να ρυθμίζει τις ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις αδενοσίνης μέσω μη αναστρέψιμης δεαμίνωσης της αδενοσίνης και της δεοξυαδενοσίνης. Παρόλο που η αδενοσινοδεαμινάση είναι ευρέως κατανεμημένη στους ιστούς των θηλαστικών, τα υψηλότερα επίπεδα βρίσκονται στον λεμφοειδή ιστό: τα επίπεδα στα κυκλοφορούντα Τ-κύτταρα (ιδιαίτερα στη λεμφοβλαστική λευχαιμία Τ-κυττάρων) είναι υψηλότερα από αυτά στα Β-κύτταρα. Ενώ το επίπεδο δραστηριότητας του ενζύμου είναι χαμηλό στον υγιή μυελό των οστών, είναι υψηλό στα μυελοειδή κακοήθη βλαστοκύτταρα. … Η αναστολή της αδενοσινοδεαμινάσης από την πεντοστατίνη οδηγεί σε ενδοκυττάρια συσσώρευση τοξικών επιπέδων δεοξυαδενοσινο-νουκλεοτιδίων (π.χ., δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικό οξύ), τα οποία παρουσία δεοξυαδενοσίνης μπορούν να οδηγήσουν σε κυτταρικό θάνατο. Η πεντοστατίνη από μόνη της, ακόμη και σε συγκεντρώσεις αρκετά υψηλές για να αναστείλει πλήρως την αδενοσινοδεαμινάση, δεν είναι κυτταροτοξική για τα λεμφοειδή κύτταρα που καλλιεργούνται απουσία κυτταροτοξικών νουκλεοσιδίων (π.χ., δεοξυαδενοσίνη). Έτσι, σε αντίθεση με πολλούς άλλους αντινεοπλαστικούς παράγοντες-ανάλογα νουκλεοσιδίων, τα κυτταροτοξικά αποτελέσματα της πεντοστατίνης δεν φαίνεται να οφείλονται άμεσα στο φάρμακο ή τους μεταβολίτες του, αλλά μάλλον προκύπτουν έμμεσα από τις επιδράσεις των υποστρωμάτων της αδενοσινοδεαμινάσης (αδενοσίνη και δεοξυαδενοσίνη) ή/και των μεταβολιτών τους. Παρόλο που οι αυξημένες συγκεντρώσεις δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικού οξέος στο κύτταρο μπορούν να αναστείλουν τη σύνθεση DNA μέσω αναστολής της ριβονουκλεοτιδικής αναγωγάσης, ο ακριβής ρόλος των υψηλών συγκεντρώσεων δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικού οξέος στην κυτταροτοξικότητα που προκαλείται από την πεντοστατίνη είναι αμφιλεγόμενος. Η πεντοστατίνη μπορεί επίσης να αναστείλει τη σύνθεση RNA, να προκαλέσει θραύσεις αλυσίδων DNA, να διαταράξει κυτταρικές διεργασίες εξαρτώμενες από το ATP, και να αναστείλει την αδενοσυλοχομοκυστεϊνάση (S-αδενοσυλοχομοκυστεΐνη υδρόλαση), όλα αυτά τα οποία επίσης μπορεί να συμβάλλουν στα λεμφοκυτταροτοξικά αποτελέσματα του φαρμάκου.
Ο βαθμός στον οποίο η πεντοστατίνη αναστέλλει την αδενοσινοδεαμινάση ποικίλλει μεταξύ των τύπων κυττάρων, πιθανώς λόγω διαφορών στις σταθερές διάστασης του αναστολέα του ενζύμου σε διαφορετικά κύτταρα, καθώς και διαφορών στη συσσώρευση του φαρμάκου από τα κύτταρα. Γενικά, δεν έχει υπάρξει σαφής σχέση μεταξύ της αναστολής της αδενοσινοδεαμινάσης και της κυτταροτοξικότητας που προκαλείται από την πεντοστατίνη σε κλινικές μελέτες. Ωστόσο, τα κυτταροτοξικά και ανασταλτικά της ανάπτυξης αποτελέσματα της αναστολής της αδενοσινοδεαμινάσης φαίνεται να είναι μεγαλύτερα στα Τ-κύτταρα παρά στα Β-κύτταρα. Παρόλο που υπάρχουν αντικρουόμενα δεδομένα, ορισμένα στοιχεία υποδηλώνουν ότι τα Τ-κύτταρα συσσωρεύουν περισσότερο δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικό οξύ από τα Β-κύτταρα και ως εκ τούτου μπορεί να είναι πιο ευαίσθητα στις επιδράσεις της αναστολής της αδενοσινοδεαμινάσης· οι συγκεντρώσεις δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικού οξέος στα Β-κύτταρα μπορεί να είναι χαμηλότερες επειδή αυτά τα κύτταρα διαθέτουν υψηλότερη δραστηριότητα εξω-5’-νουκλεοτιδάσης συνδεδεμένης με τη μεμβράνη, η οποία προάγει την υδρόλυση υψηλότερων φωσφορικών ενώσεων σε πιο ελεύθερα διαχύσιμα νουκλεοσίδια. Οι διαφορές στην ευαισθησία των Β και Τ κυττάρων στις επιδράσεις της πεντοστατίνης μπορεί επίσης να είναι τεχνητές ως αποτέλεσμα μεταβλητών της διαδικασίας δοκιμής (π.χ., πηγή κυττάρων, συνθήκες καλλιεργητικού μέσου). Η χρονική πορεία της αναστολής της αδενοσινοδεαμινάσης φαίνεται να διαφέρει στα ερυθροκύτταρα και τους λεμφοκύτταρους και εξαρτάται από την εγγενή δραστηριότητα του ενζύμου στο κύτταρο, καθώς και από την φαρμακοδυναμική ειδική για το κύτταρο (π.χ., σύνθεση πρωτεϊνών, ρυθμός κυτταρικής διαίρεσης). Σε ορισμένα κύτταρα, η αναστολή από μία μόνο δόση πεντοστατίνης μπορεί να διαρκέσει 1 εβδομάδα ή περισσότερο. Δεν είναι γνωστό εάν η ανάκαμψη από την αναστολή της αδενοσινοδεαμινάσης συμβαίνει ως αποτέλεσμα αργής εκροής πεντοστατίνης από το κύτταρο ή αναγέννησης αδενοσινοδεαμινάσης· ωστόσο, η ανάκαμψη της δραστηριότητας αδενοσινοδεαμινάσης στο αίμα μπορεί να οφείλεται στην αναπλήρωση του ενζύμου από νεοσχηματισμένα ερυθροκύτταρα, καθώς τέτοια ανάκαμψη σε ζώα έχει αναφερθεί ότι συμπίπτει με τη διάρκεια ζωής των ερυθροκυττάρων στην κυκλοφορία (π.χ., 40-60 ημέρες). … Η απόκριση στην πεντοστατίνη ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και την ευαισθησία του νεοπλάσματος που αντιμετωπίζεται. Καταστάσεις που σχετίζονται με χαμηλή δραστηριότητα αδενοσινοδεαμινάσης (π.χ., λευχαιμία τριχωτών κυττάρων και χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία) εκδηλώνουν παρατεταμένη και πλήρη αναστολή της αδενοσινοδεαμινάσης σε απόκριση σε σχετικά χαμηλές δόσεις πεντοστατίνης, ενώ καταστάσεις που σχετίζονται με υψηλή δραστηριότητα αδενοσινοδεαμινάσης (π.χ., οξείες λευχαιμίες) είναι λιγότερο ευαίσθητες στο φάρμακο, απαιτώντας υψηλότερες δόσεις που παράγουν σχετικά ατελή αναστολή της δραστηριότητας της αδενοσινοδεαμινάσης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Δεν απορροφάται από το στόμα, διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Στον άνθρωπο, μετά από μία εφάπαξ δόση 4 mg/m² πεντοστατίνης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως για 5 λεπτά, περίπου το 90% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη πεντοστατίνη ή/και μεταβολίτες, όπως μετρήθηκε με την ανασταλτική δραστηριότητα της αδενοσινοδεαμινάσης.
68 mL/min/m²
Οι συγκεντρώσεις πεντοστατίνης στο πλάσμα μετά από άμεση ενδοφλέβια χορήγηση 0.25 mg/kg ημερησίως για 4 ή 5 ημέρες σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με προχωρημένο, ανθεκτικό καρκίνο κυμάνθηκαν από περίπου 3.2-9.7 ng/ml. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα φαίνεται να αυξάνονται γραμμικά με τη δόση. Σε μια μελέτη σε ασθενείς με λευχαιμία, οι συγκεντρώσεις πεντοστατίνης στο πλάσμα που προσδιορίστηκαν 1 ώρα μετά τη χορήγηση 0.25 ή 1 mg/kg του φαρμάκου ως ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο περίπου 0.4 ή 1.26 ug/ml, αντίστοιχα.
Δεν έχει τεκμηριωθεί καμία εμφανής συσχέτιση μεταξύ των μέσων ή απόλυτων συγκεντρώσεων αδενοσίνης ή δεοξυαδενοσίνης στο πλάσμα και των θεραπευτικών ή τοξικών αποκρίσεων στην πεντοστατίνη. Ωστόσο, περιορισμένα δεδομένα υποδηλώνουν ότι μπορεί να υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της απόκρισης στο φάρμακο και της αναλογίας δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικού οξέος προς αδενοσινο-τριφωσφορικό οξύ στα λεμφοβλάστες. Επιπλέον, οι αυξήσεις της δεοξυαδενοσίνης στο πλάσμα φαίνεται να παραλληλίζουν τη συσσώρευση του δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικού οξέος στα ερυθροκύτταρα και τους λεμφοβλάστες, και φαίνεται να υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της τοξικότητας και της αναλογίας δεοξυαδενοσινο-τριφωσφορικού οξέος προς αδενοσινο-τριφωσφορικό οξύ στα ερυθροκύτταρα.
Μελέτες σε ζώα δείχνουν ότι η πεντοστατίνη κατανέμεται γρήγορα σε όλους τους ιστούς του σώματος, αλλά ο βαθμός συσσώρευσης του φαρμάκου σε διαφορετικούς ιστούς φαίνεται να ποικίλλει μεταξύ των ειδών. Μετά από περιτοναϊκή ένεση σε ποντίκια, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου βρέθηκαν στα νεφρά, το ήπαρ και τη σπλήνα. Σε σκύλους, οι συγκεντρώσεις πεντοστατίνης στους ιστούς μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ήταν ανάλογες με τη δραστηριότητα της αδενοσινοδεαμινάσης στους ιστούς, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις στους πνεύμονες, τη σπλήνα, το πάγκρεας, την καρδιά, το ήπαρ και το δωδεκαδάκτυλο. Η πεντοστατίνη φαίνεται να εισέρχεται στα ερυθροκύτταρα μέσω ενός συστήματος διευκολυνόμενης μεταφοράς κοινού με άλλα νουκλεοσίδια ή με απλή διάχυση· η εκροή του φαρμάκου από τα κύτταρα δεν έχει χαρακτηριστεί, αν και η χρονική πορεία των επιδράσεων της πεντοστατίνης (π.χ., αναστολή της αδενοσινοδεαμινάσης) ποικίλλει μεταξύ διαφορετικών τύπων κυττάρων (π.χ., λεμφοκύτταρα, ερυθροκύτταρα).
Περιορισμένα δεδομένα σε ζώα και ανθρώπους υποδηλώνουν ότι η πεντοστατίνη κατανέμεται σχετικά ελάχιστα στο ΕΝΥ, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ να ανέρχονται κατά μέσο όρο περίπου στο 10% των ταυτόχρονων συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Σε ένα 6χρονο ασθενή με λευχαιμία που έλαβε πεντοστατίνη 0.25 mg/kg ημερησίως για 3 διαδοχικές ημέρες με άμεση ενδοφλέβια ένεση, οι συγκεντρώσεις πεντοστατίνης στον ορό και το ΕΝΥ (μέσω οσφυϊκής παρακέντησης) 4 ώρες μετά την αρχική δόση ήταν περίπου 147 και 19 ng/ml, αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας μέθοδο τιτλοδότησης αναστολής ενζύμου· μία ώρα μετά την τρίτη δόση, οι αντίστοιχες συγκεντρώσεις στον ορό και το ΕΝΥ ήταν περίπου 241 και 35 ng/ml, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΠΕΝΤΟΣΤΑΤΙΝΗ (7 σύνολο), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Κυρίως ηπατική, αλλά μεταβολίζεται μόνο σε μικρές ποσότητες.
Κυρίως ηπατική, αλλά μεταβολίζεται μόνο σε μικρές ποσότητες. Οδός Απέκκρισης: Στον άνθρωπο, μετά από μία εφάπαξ δόση 4 mg/m² πεντοστατίνης που χορηγήθηκε ενδοφλεβίως για 5 λεπτά, περίπου το 90% της δόσης απεκκρίθηκε στα ούρα ως αμετάβλητη πεντοστατίνη ή/και μεταβολίτες, όπως μετρήθηκε με την ανασταλτική δραστηριότητα της αδενοσινοδεαμινάσης. Χρόνος Ημιζωής: 5.7 ώρες (με εύρος μεταξύ 2.6 και 16 ώρες)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
5.7 ώρες (με εύρος μεταξύ 2.6 και 16 ώρες)
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 4 mg/sq m πεντοστατίνης ως εφάπαξ δόση άνω των 5 λεπτών σε υγιή άτομα, ο χρόνος ημιζωής κατανομής και ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής αναφέρθηκαν ότι κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 11 λεπτά και 5.7 ώρες, αντίστοιχα. Σε μια μελέτη πολλαπλών δόσεων σε περιορισμένο αριθμό ασθενών που έλαβαν 36 κύκλους πεντοστατίνης στη δόση των 4 mg/sq m IV, ο χρόνος ημιζωής κατανομής και ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής αναφέρθηκαν ότι κυμαίνονταν κατά μέσο όρο 9.6 λεπτά (εύρος: 3.1-48.5 λεπτά) και 4.9 ώρες, αντίστοιχα. Σε άλλες μελέτες σε περιορισμένο αριθμό ασθενών με προχωρημένο καρκίνο, ο χρόνος ημιζωής κατανομής κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 17-85 λεπτά και ο τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 2.6-15 ώρες μετά από εφάπαξ ενδοφλέβιες δόσεις 0.1 ή 0.25 mg/kg πεντοστατίνης.
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 60 ml/min), ο χρόνος ημιζωής της πεντοστατίνης κυμαίνεται κατά μέσο όρο περίπου 18 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Φάρμακα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της ΑΔΕΝΟΣΙΝΟΔΕΑΜΙΝΑΣΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
395575MZO7
PENTOSTATIN
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων
Η πεντοστατίνη είναι ένας Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων. Ο μηχανισμός δράσης της πεντοστατίνης είναι ως Αναστολέας Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων.
PENTOSTATIN
Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων [EPC]; Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Φάρμακα που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της ΑΔΕΝΟΣΙΝΟΔΕΑΜΙΝΑΣΗΣ.