Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J01XA05 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ORITAVANCIN

Οριταβανκίνη

**Φαρμακοδυναμική** Η οριταβανκίνη παρεμβαίνει στη σύνθεση και την ακεραιότητα του κυτταρικού τοιχώματος των βακτηρίων, αντιμετωπίζοντας ευαίσθητες δερματικές λοιμώξεις και λοιμώξεις υποδόριου ιστού από θετικά κατά Gram βακτήρια. Αυτό το φάρμακο είναι γνωστό ότι αυξάνει τεχνητά …

Chemical structure of ORITAVANCIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-TENKASI

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
εφάπαξ δόση, διάρκειας 3 ωρών
Δόση έναρξης:
1.200 mg
  • Ενήλικες
    Δόση1.200 mg
    ως εφάπαξ δόση
  • Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας έως μέτριας μορφής
    Καμία προσαρμογή στη δόση δεν είναι απαραίτητη
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής
    Δεν έχει αξιολογηθεί η φαρμακοκινητική. Η οριταβανκίνη δεν απομακρύνεται από το αίμα μέσω των διαδικασιών αιμοκάθαρσης.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήπιας έως μέτριας μορφής (Τάξη Β κατά Child-Pugh)
    Καμία προσαρμογή στη δόση δεν είναι απαραίτητη
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (Τάξη C κατά Child-Pugh)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, ακόμη και αν πρέπει να δίδεται προσοχή
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν διατίθενται δεδομένα.
block
SPC-TENKASI

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα έκδοχα
  • χρήση της ενδοφλέβιας μη κλασματικής νατριούχου ηπαρίνης
    Πληθυσμόςγια 120 ώρες (5 μέρες) μετά τη χορήγηση της οριταβανκίνης
warning
SPC-TENKASI

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας σε γλυκοπεπτίδια
    Πριν από τη χρήση, προσεκτική διερεύνηση σχετικά με προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε γλυκοπεπτίδια (π.χ. βανκομυκίνη, τελαβανκίνη). Εάν εμφανιστεί οξεία αντίδραση υπερευαισθησίας κατά τη διάρκεια της έγχυσης, η οριταβανκίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει η κατάλληλη υποστηρικτική φροντίδα.
  • Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση
    Προσοχή
    Η οριταβανκίνη χορηγείται μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 3 ωρών για ελαχιστοποίηση του κινδύνου. Εάν εμφανιστούν αντιδράσεις, το ενδεχόμενο διακοπής ή επιβράδυνσης της έγχυσης ενδέχεται να καταλήξει σε διακοπή αυτών των συμπτωμάτων.
  • Ανάγκη επιπρόσθετων αντιβακτηριακών παραγόντων
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μικτές λοιμώξεις με πιθανές αιτίες Gram αρνητικά βακτήρια και/ή ορισμένους τύπους αναερόβιων βακτηρίων
    Η οριταβανκίνη θα πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο (ή τους κατάλληλους) αντιβακτηριακό παράγοντα.
  • Ταυτόχρονη χρήση βαρφαρίνης
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη
    Λάβετε υπόψη ότι η παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης της βαρφαρίνης είναι αναξιόπιστη για έως και 12 ώρες μετά από μια δόση οριταβανκίνης, λόγω τεχνητής παράτασης των τιμών PT και INR.
  • Παρεμβολή σε προσδιορισμούς δοκιμασιών πήξης
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς για τους οποίους απαιτείται παρακολούθηση του aPTT εντός 120 ωρών μετά από τη χορήγηση δόσης οριταβανκίνης
    Εξετάστε το ενδεχόμενο διενέργειας μιας δοκιμασίας πήξης που δεν εξαρτάται από φωσφολιπίδια (π.χ. προσδιορισμός του παράγοντα Xa), ή τη χορήγηση ενός άλλου αντιπηκτικού παράγοντα για τον οποίο δεν απαιτείται η παρακολούθηση του aPTT.
  • Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile
    Σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που εκδηλώνουν διάρροια μετά τη χορήγηση οριταβανκίνης
    Σημαντική η εξέταση του ενδεχομένου αυτής της διάγνωσης. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης συγκεκριμένης θεραπευτικής αγωγής για το Clostridioides difficile και λήψης υποστηρικτικών μέτρων.
  • Επιλοίμωξη
    Προσοχή
    Εάν εμφανιστεί επιλοίμωξη (υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών), θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
  • Οστεομυελίτιδα
    Σοβαρό
    ΠληθυσμόςΑσθενείς μετά τη χορήγηση οριταβανκίνης
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα οστεομυελίτιδας. Εάν πιθανολογείται ή διαγνωστεί οστεομυελίτιδα, θα πρέπει να ξεκινάει η κατάλληλη εναλλακτική αντιβακτηριακή θεραπεία.
  • Απόστημα
    Προσοχή
    Εάν εκδηλωθούν νεοεμφανιζόμενα αποστήματα, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.
  • Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με βακτηριαιμία, περιφερική αγγειακή νόσο, ουδετεροπενία, ανοσοκατασταλμένοι, ηλικίας > 65 ετών, λοιμώξεις που οφείλονται στον S. pyogenes, ή άλλες μορφές λοιμώξεων εκτός κυτταρίτιδας, αποστημάτων και λοιμώξεων τραυμάτων.
    Λάβετε υπόψη τους περιορισμούς των κλινικών δεδομένων κατά τη χορήγηση του φαρμάκου.
swap_horiz
SPC-TENKASI

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό εύρος (υποστρώματα CYP2C9)
    προσοχή
    Αύξηση συγκεντρώσεων
    ΣύστασηΠαρακολούθηση στενά για σημεία τοξικότητας
  • Φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό εύρος (υποστρώματα CYP2D6)
    προσοχή
    Μείωση συγκεντρώσεων
    ΣύστασηΠαρακολούθηση στενά για απουσία αποτελεσματικότητας
  • προσοχή
    Κίνδυνος αιμορραγίας
    ΣύστασηΠαρακολούθηση για αιμορραγία
  • Εργαστηριακές δοκιμασίες πήξης
    παρακολούθηση
    Ψευδώς αυξημένα αποτελέσματα
    ΣύστασηΕπίγνωση της παρεμβολής και της διάρκειας της (PT, INR, aPTT, ACT, SCT, DRVVT)
sick
SPC-TENKASI

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Κυτταρίτιδα
  • Οστεομυελίτιδα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • απόστημα (άκρου και υποδόριο)
Αίμα
  • Αναιμία
  • Ηωσινοφιλία
  • Θρομβοκυτταροπενία
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτική αντίδραση
  • Αναφυλακτικό σοκ
Μεταβολισμός
  • Υπογλυκαιμία
  • Υπερουριχαιμία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Τρόμος*
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
Αναπνευστικό
  • Βρογχόσπασμος
  • Συριγμός
  • Δύσπνοια
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Υποξία*
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Κοιλιακό άλγος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Παθολογικός εργαστηριακός έλεγχος ηπατικής λειτουργίας (αύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης, αύξηση αμινοτρανσφεράσης ασπαρτικού)
Εργαστηριακές
  • Αύξηση χολερυθρίνης αίματος
Δέρμα
  • Κνίδωση
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
  • Αγγειοοίδημα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Ερύθημα
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Τενοντοθηκίτιδα
  • Ραχιαλγία*
  • αυχεναλγία*
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης (συμπεριλαμβανομένων φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσης, ερύθημα στο σημείο της έγχυσης, εξαγγείωση, σκλήρυνση, κνησμός, εξάνθημα, περιφερικό οίδημα)
  • Θωρακαλγία*
  • πυρετός*
  • Σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου
  • δυσφορία στο στήθος*
Γενικές
  • Ρίγη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης (συμπεριλαμβανομένων φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσης, ερύθημα στο σημείο της έγχυσης, εξαγγείωση, σκλήρυνση, κνησμός, εξάνθημα, περιφερικό οίδημα)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Απόστημα (άκρου και υποδόριο)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κυτταρίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Παθολογικός εργαστηριακός έλεγχος ηπατικής λειτουργίας (αύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης, αύξηση αμινοτρανσφεράσης ασπαρτικού)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αύξηση χολερυθρίνης αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Βρογχόσπασμος
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θωρακαλγία*
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Οστεομυελίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Πυρετός*
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Συριγμός
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Τενοντοθηκίτιδα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Υπερουριχαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Υπογλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Όχι συχνές
  • Αυχεναλγία*
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες
  • Δυσφορία στο στήθος*
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ραχιαλγία*
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Τρόμος*
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Υποξία*
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτικό σοκ
    Ανοσοποιητικό
    Άγνωστες
pregnant_woman
SPC-TENKASI

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της οριταβανκίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
    Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της οριταβανκίνης σε εγκύους γυναίκες. Σε μελέτες σε πειραματόζωα δεν ανεδείχθησαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). εκτός εάν τα δυνητικά οφέλη αιτιολογούν τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
  • Θηλασμός
    Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία
    Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της οριταβανκίνης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η οριταβανκίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Δεν ανεδείχθησαν ενδείξεις επηρεασμένης γονιμότητας σε πειραματόζωα, αλλά δεν υπάρχουν δεδομένα για τον άνθρωπο.
    Σε μελέτες σε πειραματόζωα δεν ανεδείχθησαν ενδείξεις επηρεασμένης γονιμότητας λόγω της οριταβανκίνης στις υψηλότερες συγκεντρώσεις που χορηγήθηκε, ωστόσο, δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της οριταβανκίνης στην γονιμότητα στον άνθρωπο.
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Το κυτταρικό τοίχωμα είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωση και τον πολλαπλασιασμό των βακτηρίων, καθιστώντας το κύριο στόχο για τη θεραπεία με αντιβιοτικά. Η οριταβανκίνη δρα έναντι ευαίσθητων θετικών κατά Gram οργανισμών μέσω τριών…
monitor_heart
SPC-TENKASI

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, αντιβακτηριακά γλυκοπεπτίδια, κωδικός ATC: J01XA05 ### Μηχανισμός δράσης Η οριταβανκίνη διαθέτει τρεις μηχανισμούς δράσης: (i) αναστολή του βήματος δημιουργίας γλυκοσιδικών δεσμών…

biotech
SPC-TENKASI

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η οριταβανκίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική σε δόσεις έως και 1.200 mg. Η μέση (CV%) μέγιστη συγκέντρωση οριταβανκίνης (Cmax) και το AUC0-∞ σε ασθενείς με ABSSSI που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 1.200 mg είναι 138 (23) μg/ml και 2.800 (28,6) μg-h/mL…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Μελέτες in vitro σε ηπατοκύτταρα ανθρώπου υποδεικνύουν ότι η οριταβανκίνη δεν μεταβολίζεται και απεκκρίνεται αμετάβλητη.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η φαρμακοκινητική ανάλυση της οριταβανκίνης αποκάλυψε Cmax 138 μg/mL και AUC0-∞ 2800 μg•h/mL. Η AUC0-t σε μελέτη σε υγιείς εθελοντές μετά από δόση 800 mg ήταν 1.1111 μg•h/mL. Μια άλλη φαρμακοκινητική μελέτη ανέφερε Cmax…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Δοκιμασία πήξης (παράγοντας Xa) water_dropΠηκτικότητα αίματος Απαιτείται παρακολούθηση aPTT μετά χορήγηση οριταβανκίνης
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κλινική παρακολούθηση (οστεομυελίτιδα) stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Κατά τη διάρκεια και μετά την έγχυση Ιστορικό υπερευαισθησίας σε γλυκοπεπτίδια
Μετά τη χορήγηση οριταβανκίνης
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TENKASI
expand_more

Χορήγηση 1.200 mg ως εφάπαξ δόση μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 3 ωρών.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Ηλικιωμένοι (≥ 65 ετών): Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας για ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
  • Νεφρική δυσλειτουργία: Καμία προσαρμογή στη δόση δεν είναι απαραίτητη για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας έως μέτριας μορφής (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν έχει αξιολογηθεί η φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής. Η οριταβανκίνη δεν απομακρύνεται από το αίμα μέσω των διαδικασιών αιμοκάθαρσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία: Καμία προσαρμογή στη δόση δεν είναι απαραίτητη για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήπιας έως μέτριας μορφής (Τάξη Β κατά Child-Pugh) (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν έχει αξιολογηθεί η φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (Τάξη C κατά Child-Pugh Class), ωστόσο με βάση τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους, δεν αναμένεται σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία να έχει επίδραση στην έκθεση σε οριταβανκίνη. Συνεπώς, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, ακόμη και αν πρέπει να δίδεται προσοχή όταν συνταγογραφείται η οριταβανκίνη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής (Τάξη C κατά Child-Pugh).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της οριταβανκίνης σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας <18 ετών) δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν διατίθενται δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Ενδοφλέβια χρήση. Ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 3 ωρών (βλ. Οδηγίες χρήσης, χειρισμού και απόρριψης). Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. Οδηγίες χρήσης, χειρισμού και απόρριψης.

block

Αντενδείξεις

SPC-TENKASI
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε άλλο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Η χρήση της ενδοφλέβιας μη κλασματικής νατριούχου ηπαρίνης αντενδείκνυται για 120 ώρες (5 μέρες) μετά τη χορήγηση της οριταβανκίνης, γιατί τα αποτελέσματα της εξέτασης του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) ενδέχεται να παραμένουν ψευδώς αυξημένα για έως και 120 ώρες μετά τη χορήγηση της οριταβανκίνης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TENKASI
expand_more

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Έχουν αναφερθεί σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτικών αντιδράσεων και του αναφυλακτικού σοκ, με τη χρήση της οριταβανκίνης. Εάν εμφανιστεί οξεία αντίδραση υπερευαισθησίας κατά τη διάρκεια της έγχυσης οριταβανκίνης, η οριταβανκίνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει η κατάλληλη υποστηρικτική φροντίδα.

Δεν διατίθενται δεδομένα για τη διασταυρούμενη αντιδραστικότητα μεταξύ της οριταβανκίνης και άλλων γλυκοπεπτιδίων, συμπεριλαμβανομένης της βανκομυκίνης. Πριν από τη χρήση της οριταβανκίνης, είναι σημαντική η προσεκτική διερεύνηση σχετικά με προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε γλυκοπεπτίδια (π.χ. βανκομυκίνη, τελαβανκίνη). Λόγω της πιθανότητας διασταυρούμενης υπερευαισθησίας, θα πρέπει να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση των ασθενών με οποιοδήποτε ιστορικό υπερευαισθησίας σε γλυκοπεπτίδια κατά τη διάρκεια και μετά την έγχυση.

Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση

Η οριταβανκίνη χορηγείται μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης διάρκειας 3 ωρών, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση. Οι ενδοφλέβιες εγχύσεις οριταβανκίνης μπορούν να προκαλέσουν αντιδράσεις που μοιάζουνε με το «σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου», συμπεριλαμβάνοντας έξαψη του άνω σώματος, κνίδωση, κνησμό ή/και εξάνθημα. Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση έχουν παρατηρηθεί με τη χρήση της οριταβανκίνης συμπεριλαμβανομένων μετά τη χορήγηση περισσότερων από μία δόσεων οριταβανκίνης (1200mg) κατά τη διάρκεια μίας μόνο θεραπείας και χαρακτηρίζονται από θωρακαλγία, δυσφορία στο στήθος, ρίγη, τρόμος, ραχιαλγία, αυχεναλγία, δύσπνοια, υποξία, κοιλιακό άλγος και πυρετό. Εάν εμφανιστούν αντιδράσεις, το ενδεχόμενο διακοπής ή επιβράδυνσης της έγχυσης, ενδέχεται να καταλήξει σε διακοπή αυτών των συμπτωμάτων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Ανάγκη επιπρόσθετων αντιβακτηριακών παραγόντων

Η οριταβανκίνη είναι δραστική μόνον εναντίον των Gram θετικών βακτηρίων (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σε περίπτωση μικτών λοιμώξεων με πιθανές αιτίες Gram αρνητικά βακτήρια και/ή ορισμένους τύπους αναερόβιων βακτηρίων, η οριταβανκίνη θα πρέπει να συγχορηγείται με τον κατάλληλο (ή τους κατάλληλους) αντιβακτηριακό παράγοντα.

Ταυτόχρονη χρήση βαρφαρίνης

Έχει καταδειχθεί ότι η οριταβανκίνη παρατείνει τεχνητά τις τιμές χρόνου προθρομβίνης (PT) και διεθνούς ομαλοποιημένης σχέσης (INR) για έως και 12 ώρες, καθιστώντας αναξιόπιστη την παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης της βαρφαρίνης για έως και 12 ώρες μετά από μια δόση οριταβανκίνης.

Παρεμβολή σε προσδιορισμούς δοκιμασιών πήξης

Έχει καταδειχθεί ότι η οριταβανκίνη παρεμβαίνει με ορισμένες εργαστηριακές δοκιμασίες πήξης (βλ. Αντενδείξεις και Αλληλεπιδράσεις). Οι συγκεντρώσεις οριταβανκίνης που βρίσκονται στο αίμα ασθενών έπειτα από χορήγηση εφάπαξ δόσης έχει βρεθεί ότι παρατείνουν τεχνητά:

  • την τιμή του aPTT για έως και 120 ώρες,
  • τις τιμές των PT και INR για έως και 12 ώρες,
  • τον ενεργοποιημένο χρόνο πήξης (ACT) για έως και 24 ώρες
  • το χρόνο πήξης με ενεργοποιητή πυρίτιο [Silica Clot Time (SCT)] για έως και 18 ώρες, και
  • την εξέταση με αραιωμένο Russell Viper Venom (DRVVT) για έως και 72 ώρες.

Αυτές οι επιδράσεις προκύπτουν από την πρόσδεση της οριταβανκίνης στα αντιδραστήρια φωσφολιπιδίων που ενεργοποιούν την πήξη στις συνήθως χρησιμοποιούμενες εργαστηριακές δοκιμασίες πήξης και την αποτροπή της δράσης τους. Για τους ασθενείς για τους οποίους απαιτείται παρακολούθηση του aPTT εντός 120 ωρών μετά από τη χορήγηση δόσης οριταβανκίνης, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο διενέργειας μιας δοκιμασίας πήξης που δεν εξαρτάται από φωσφολιπίδια, όπως ο προσδιορισμός του παράγοντα Xa (χρωμογόνος), ή η χορήγηση ενός άλλου αντιπηκτικού παράγοντα, για τον οποίο δεν απαιτείται η παρακολούθηση του aPTT.

Ο χρωμογόνος προσδιορισμός του παράγοντα Xa, ο προσδιορισμός του χρόνου θρομβίνης (ΤΤ) και οι προσδιορισμοί που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση της θρομβοπενίας επαγόμενης από ηπαρίνη (ΗΙΤ) δεν επηρεάζονται από την οριταβανκίνη. In vitro, 46,6 μg/mL οριταβανκίνης δεν επηρέασαν ένα προσδιορισμό για ανθεκτικότητα στην ενεργοποιημένη πρωτεΐνη C (APCR), υποδηλώνοντας ότι υπάρχει χαμηλή πιθανότητα η οριταβανκίνη να παρέμβει σε αυτή την εξέταση. Ωστόσο, η APCR είναι μια εξέταση βασισμένη σε φωσφολιπίδια και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι υψηλότερες συγκεντρώσεις οριταβανκίνης οι οποίες ενδέχεται να συμβούν κατά τη διάρκεια της κλινικής χρήσης θα μπορούσαν να παρέμβουν σε αυτή την εξέταση. Δεν παρατηρήθηκε καμία επίδραση της οριταβανκίνης στο in vivo σύστημα πήξης σε μη κλινικές και κλινικές μελέτες.

Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridioides difficile

Έχει αναφερθεί εμφάνιση κολίτιδας και ψευδομεμβρανώδους κολίτιδας που σχετίζεται με αντιβακτηριακή θεραπεία με την οριταβανκίνη και η βαρύτητα της διάρροιας κυμαίνεται από ήπια έως απειλητική για τη ζωή. Συνεπώς, είναι σημαντική η εξέταση του ενδεχομένου αυτής της διάγνωσης σε ασθενείς που εκδηλώνουν διάρροια μετά τη χορήγηση οριταβανκίνης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει μαζί με τη χορήγηση συγκεκριμένης θεραπευτικής αγωγής για το Clostridioides difficile να εξεταστεί το ενδεχόμενο λήψης υποστηρικτικών μέτρων.

Επιλοίμωξη

Η χρήση αντιβακτηριακών φαρμακευτικών προϊόντων ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο υπερανάπτυξης των μη ευαίσθητων μικροοργανισμών. Εάν εμφανιστεί επιλοίμωξη, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Οστεομυελίτιδα

Σε κλινικές δοκιμές φάσης 3 για ABSSSI, αναφέρθηκαν περισσότερες περιπτώσεις οστεομυελίτιδας στο σκέλος που έλαβε θεραπεία με οριταβανκίνη από ό,τι στο σκέλος που έλαβε βανκομυκίνη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μετά τη χορήγηση οριταβανκίνης οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα οστεομυελίτιδας. Εάν πιθανολογείται ή διαγνωστεί οστεομυελίτιδα, θα πρέπει να ξεκινάει η κατάλληλη εναλλακτική αντιβακτηριακή θεραπεία.

Απόστημα

Σε κλινικές δοκιμές φάσης 3, αναφέρθηκαν ελαφρώς περισσότερες περιπτώσεις νεοεμφανιζόμενων αποστημάτων στο σκέλος που έλαβε θεραπεία με οριταβανκίνη από ό,τι στο σκέλος που έλαβε βανκομυκίνη (4,6% έναντι 3,4%, αντίστοιχα) (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Εάν εκδηλωθούν νεοεμφανιζόμενα αποστήματα, θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα.

Περιορισμοί των κλινικών δεδομένων

Στις δύο μείζονες δοκιμές για ABSSSI, οι μορφές των λοιμώξεων που αντιμετωπίστηκαν αφορούσαν μόνο κυτταρίτιδα, αποστήματα και λοιμώξεις τραυμάτων. Δεν έχουν μελετηθεί άλλες μορφές λοιμώξεων. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία σε κλινικές μελέτες για ασθενείς με βακτηριαιμία, περιφερική αγγειακή νόσο ή ουδετεροπενία, ανοσοκατασταλμένους ασθενείς, ασθενείς ηλικίας > 65 ετών, καθώς και για λοιμώξεις που οφείλονται στον S. pyogenes.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TENKASI
expand_more

Ουσίες που μεταβολίζονται από το κυτόχρωμα P450

Διεξήχθη μια μελέτη ανίχνευσης αλληλεπίδρασης φαρμάκων σε υγιείς εθελοντές (n=16), για την αξιολόγηση της ταυτόχρονης χορήγησης εφάπαξ δόσης οριταβανκίνης των 1.200 mg μαζί με δοκιμαστικά υποστρώματα για αρκετά ένζυμα του κυτοχρωμάτος CYP450. Η οριταβανκίνη βρέθηκε να είναι ένας μη ειδικός, ασθενής αναστολέας (για τα CYP2C9 και CYP2C19) ή ασθενής επαγωγέας (για τα CYP3A4 και CYP2D6) αρκετών ισομορφών του CYP.

Χρειάζεται προσοχή στην ταυτόχρονη χορήγηση της οριταβανκίνης μαζί με φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό εύρος, τα οποία μεταβολίζονται πρωταρχικά από ένα από τα επηρεαζόμενα ένζυμα του κυτοχρωμάτος CYP450 (π.χ. βαρφαρίνη), καθώς η συγχορήγηση ενδέχεται να αυξήσει (π.χ. για υποστρώματα του CYP2C9) ή να μειώσει (π.χ. για υποστρώματα του CYP2D6) τις συγκεντρώσεις των φαρμακευτικών προϊόντων με στενό θεραπευτικό εύρος. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας ή για απουσία αποτελεσματικότητας, εάν τους έχει χορηγηθεί οριταβανκίνη ενόσω ελάμβαναν θεραπεία με ουσία που επηρεάζεται δυνητικά (π.χ οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αιμορραγία εάν λαμβάνουν ταυτόχρονα οριταβανκίνη και βαρφαρίνη) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Διεξάχθηκε μια μελέτη σε 36 υγιείς εθελοντές προκειμένου να αξιολογηθεί η επίδραση της αλληλεπίδρασης μεταξύ φαρμάκων από μια εφάπαξ δόση 1.200 mg οριταβανκίνης στη φαρμακοκινητική της S-βαρφαρίνης έπειτα από μια εφάπαξ δόση. Η φαρμακοκινητική της S-βαρφαρίνης αξιολογήθηκε έπειτα από μια εφάπαξ δόση 25 mg βαρφαρίνης που χορηγήθηκε μόνη της, ή χορηγήθηκε στην έναρξη, 24, ή 72 ώρες μετά από μια εφάπαξ δόση 1.200 mg οριταβανκίνης. Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν επίδραση της οριταβανκίνης στο AUC και στην Cmax της S-βαρφαρίνης.

Αλληλεπιδράσεις μεταξύ φαρμάκου και εργαστηριακών δοκιμασιών (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις)

Η οριταβανκίνη προσδένεται στα αντιδραστήρια φωσφολιπιδίων που ενεργοποιούν την πήξη στις συνήθως χρησιμοποιούμενες εργαστηριακές δοκιμασίες πήξης, και αποτρέπει τη δράση τους. Οι συγκεντρώσεις οριταβανκίνης που επιτυγχάνονται στο αίμα μετά από δόσεις των 1.200 mg παράγουν ψευδώς αυξημένα αποτελέσματα από ορισμένες εργαστηριακές εξετάσεις (βλ. Πίνακα 1).

Πίνακας 1: Δοκιμασίες πήξης που επηρεάζονται από την οριταβανκίνη

Προσδιορισμός Διάρκεια παρεμβολής
Χρόνος προθρομβίνης (PT) Έως και 12 ώρες
Διεθνές ομαλοποιημένο πηλίκο (INR) Έως και 12 ώρες
Χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης (aPTT) Έως και 120 ώρες
Ενεργοποιημένος χρόνος πήξης (ACT) Έως και 24 ώρες
Χρόνος πήξης με ενεργοποιητή πυρίτιο [Silica Clot Time (SCT)] Έως και 18 ώρες
Χρόνος με αραιωμένο Russell Viper Venom (DRVVT) Έως και 72 ώρες
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TENKASI
expand_more

Σύνοψη προφίλ ασφαλείας

Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες (≥5%) ήταν: ναυτία, αντιδράσεις υπερευαισθησίας, αντιδράσεις στο σημείο της έγχυσης και κεφαλαλγία. Η συχνότερα αναφερόμενη σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η κυτταρίτιδα (1,1%). Οι συχνότερα αναφερόμενες αιτίες διακοπής ήταν η κυτταρίτιδα (0,4%) και η οστεομυελίτιδα (0,3%). Οι γυναίκες ασθενείς είχαν υψηλότερο ποσοστό αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών από ό,τι οι άνδρες ασθενείς.

Παράθεση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες για την οριταβανκίνη, από τα δεδομένα των ομαδοποιημένων κλινικών δοκιμών φάσης 3 για ABSSSI, με οριταβανκίνη εφάπαξ δόσης αναγράφονται ανά κατηγορία συστήματος οργάνων στον ακόλουθο πίνακα.

Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000 έως <1/1.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Πίνακας 2: Συχνότητα ανεπιθύμητων ενεργειών ανά κατηγορία συστήματος οργάνων

Κατηγορία συστήματος οργάνων Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Κυτταρίτιδα, απόστημα (άκρου και υποδόριο)
Όχι συχνές Οστεομυελίτιδα
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές Αναιμία
Όχι συχνές Ηωσινοφιλία, θρομβοκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Όχι συχνές Υπερευαισθησία (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις), αναφυλακτική αντίδραση
Άγνωστες Αναφυλακτικό σοκ
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Όχι συχνές Υπογλυκαιμία, υπερουριχαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Κεφαλαλγία, ζάλη
Σπάνιες Τρόμος*
Καρδιακές διαταραχές Συχνές Ταχυκαρδία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Όχι συχνές Βρογχόσπασμος, συριγμός, δύσπνοια*
Σπάνιες Υποξία*
Διαταραχές του γαστρεντερικού Συχνές Ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα
Όχι συχνές Κοιλιακό άλγος*
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Συχνές Παθολογικός εργαστηριακός έλεγχος ηπατικής λειτουργίας (αύξηση αμινοτρανσφεράσης αλανίνης, αύξηση αμινοτρανσφεράσης ασπαρτικού)
Όχι συχνές Αύξηση χολερυθρίνης αίματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Συχνές Κνίδωση, εξάνθημα, κνησμός
Όχι συχνές Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα, αγγειοοίδημα, πολύμορφο ερύθημα, ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Συχνές Μυαλγία
Όχι συχνές Τενοντοθηκίτιδα
Σπάνιες Ραχιαλγία*, αυχεναλγία*
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Αντιδράσεις στο σημείο έγχυσης, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων συμπτωμάτων, φλεβίτιδα στο σημείο της έγχυσης, ερύθημα στο σημείο της έγχυσης, εξαγγείωση, σκλήρυνση, κνησμός, εξάνθημα, περιφερικό οίδημα
Όχι συχνές Θωρακαλγία*, πυρετός*
Σπάνιες Σύνδρομο ερυθρού ανθρώπου, δυσφορία στο στήθος*, ρίγη*

*Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να σχετίζονται με την έγχυση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-TENKASI
expand_more

Κύηση

Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της οριταβανκίνης σε εγκύους γυναίκες. Σε μελέτες σε πειραματόζωα δεν ανεδείχθησαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Σαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της οριταβανκίνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν τα δυνητικά οφέλη αιτιολογούν τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της οριταβανκίνης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η οριταβανκίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.

Γονιμότητα

Σε μελέτες σε πειραματόζωα δεν ανεδείχθησαν ενδείξεις επηρεασμένης γονιμότητας λόγω της οριταβανκίνης στις υψηλότερες συγκεντρώσεις που χορηγήθηκε, ωστόσο, δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση της οριταβανκίνης στην γονιμότητα στον άνθρωπο.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TENKASI
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, αντιβακτηριακά γλυκοπεπτίδια, κωδικός ATC: J01XA05

Μηχανισμός δράσης

Η οριταβανκίνη διαθέτει τρεις μηχανισμούς δράσης: (i) αναστολή του βήματος δημιουργίας γλυκοσιδικών δεσμών (transglycosylation) (πολυμερισμού) για τη βιοσύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος, μέσω πρόσδεσης με το αρχέγονο πεπτίδιο των πρόδρομων πεπτιδογλυκανών, (ii) αναστολή του βήματος μεταφοράς αμινοξέων μεταξύ πεπτιδίων (transpeptidation) (διασταυρούμενης σύνδεσης), μέσω πρόσδεσης στο πεπτίδιο που γεφυρώνει τα τμήματα του κυτταρικού τοιχώματος και (iii) διάσπαση της ακεραιότητας της βακτηριακής μεμβράνης, με αποτέλεσμα εκπόλωση, αύξηση της διαπερατότητας και ταχύ κυτταρικό θάνατο.

Ανθεκτικότητα

Οι Gram αρνητικοί οργανισμοί είναι ενδογενώς ανθεκτικοί σε όλα τα γλυκοπεπτίδια, συμπεριλαμβανομένης της οριταβανκίνης. Ανθεκτικότητα στην οριταβανκίνη παρατηρήθηκε in vitro στα ανθεκτικά στη βανκομυκίνη στελέχη του Staphylococcus aureus. Δεν είναι γνωστή η ύπαρξη διασταυρούμενης ανθεκτικότητας μεταξύ της οριταβανκίνης και των κατηγοριών αντιβιοτικών που δεν ανήκουν στα γλυκοπεπτίδια. Η οριταβανκίνη εμφανίζει μειωμένη in vitro δραστικότητα εναντίον ορισμένων Gram θετικών οργανισμών των γενών Lactobacillus, Leuconostoc και Pediococcus τα οποία είναι ενδογενώς ανθεκτικά στα γλυκοπεπτίδια.

Κρίσιμες συγκεντρώσεις σε ελέγχους ευαισθησίας

Οι κρίσιμες συγκεντρώσεις ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC, Minimum inhibitory concentration) που έχουν οριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ελέγχου Αντιμικροβιακής Ευαισθησίας (EUCAST, European Committee on Antimicrobial Susceptibility Testing) είναι οι ακόλουθες:

Πίνακας 3: Κριτήρια ερμηνείας ευαισθησίας για την οριταβανκίνη

Ομάδα οργανισμών S≤ R>
Staphylococcus aureus 0,125 0,125
Beta-haemolytic streptococci, ομάδες A, B, C, G 0,25 0,25
Ομάδα πρασινιζόντων στρεπτοκόκκων (ομάδα S. anginosus μόνο) 0,25 0,25

S=Susceptible (ευαίσθητος), R=Resistant (ανθεκτικός)

Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές (ΦΚ/ΦΔ) σχέσεις

Ο λόγος του εμβαδού κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) προς την ελάχιστη ανασταλτική συγκέντρωση (MIC) της οριταβανκίνης για τον λοιμογόνο οργανισμό έχει καταδειχθεί ότι είναι η παράμετρος που συσχετίζεται καλύτερα με την αποτελεσματικότητα.

Κλινική αποτελεσματικότητα εναντίον συγκεκριμένων παθογόνων

Σε κλινικές μελέτες έχει καταδειχθεί αποτελεσματικότητα εναντίον των ακόλουθων παθογόνων που ήταν ευαίσθητοι στην οριταβανκίνη in vitro.

  • Gram θετικοί μικροοργανισμοί:
    • Staphylococcus aureus
    • Streptococcus pyogenes
    • Streptococcus agalactiae
    • Streptococcus dysgalactiae
    • Ομάδα Streptococcus anginosus (περιλαμβάνει S. anginosus, S. intermedius και S. constellatus)

Αντιβακτηριακή δραστικότητα εναντίον άλλων σχετικών παθογόνων

Δεν τεκμηριώθηκε κλινική αποτελεσματικότητα εναντίον των ακόλουθων παθογόνων αν και οι in vitro μελέτες υποδηλώνουν ότι θα ήταν ευαίσθητοι στην οριταβανκίνη σε απουσία επίκτητων μηχανισμών ανθεκτικότητας:

  • Βήτα-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ομάδας G
  • Clostridium perfringens
  • Peptostreptococcus spp.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την οριταβανκίνη σε μία ή περισσότερες υποομάδες του παιδιατρικού πληθυσμού για την αντιμετώπιση των οξέων βακτηριακών λοιμώξεων δέρματος και δερματικών δομών (βλ. Δοσολογία).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TENKASI
expand_more

Η οριταβανκίνη εμφανίζει γραμμική φαρμακοκινητική σε δόσεις έως και 1.200 mg. Η μέση (CV%) μέγιστη συγκέντρωση οριταβανκίνης (Cmax) και το AUC0-∞ σε ασθενείς με ABSSSI που λαμβάνουν εφάπαξ δόση 1.200 mg είναι 138 (23) μg/ml και 2.800 (28,6) μg-h/mL αντίστοιχα.

Κατανομή

Η οριταβανκίνη δεσμεύεται κατά περίπου 85% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος. Βάσει ανάλυσης πληθυσμιακής ΦΚ, ο μέσος ολικός όγκος κατανομής στον πληθυσμό εκτιμάται ότι είναι περίπου 87,6 L, τιμή που υποδεικνύει ότι η οριταβανκίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς. Οι εκθέσεις (AUC0-24) της οριταβανκίνης σε υγρό από δερματικές φυσαλίδες ήταν 20% αυτών στο πλάσμα μετά από εφάπαξ δόση 800 mg σε υγιείς εθελοντές.

Βιομετασχηματισμός

Δεν παρατηρήθηκαν μεταβολίτες στο πλάσμα ή τη χολή σε σκυλιά και αρουραίους αντίστοιχα που έλαβαν οριταβανκίνη. Επιπλέον, in vitro μελέτες μικροσωμάτων ανθρώπινου ήπατος κατέδειξαν ότι η οριταβανκίνη δεν μεταβολίζεται.

Αποβολή

Δεν έχει διεξαχθεί μελέτη ισορροπίας μάζας σε ανθρώπους. Σε ανθρώπους, λιγότερο από 1% έως 5% της δόσης ανακτήθηκε ως αρχικό φάρμακο σε κόπρανα και ούρα αντίστοιχα μετά από 2 εβδομάδες συλλογών, υποδεικνύοντας ότι η οριταβανκίνη απεκκρίνεται αμετάβλητη βραδέως. Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής πλάσματος της οριταβανκίνης είναι 245 ώρες (14,9% CV) βάσει ανάλυσης πληθυσμιακής ΦΚ των ασθενών με ABSSSI που έλαβαν εφάπαξ δόση των 1.200 mg. Η μέση ολική κάθαρση στον πληθυσμό εκτιμάται στα 0,445 L/h (27,2% CV). Σε μια ανάλυση πληθυσμιακής ΦΚ, αναγνωρίστηκε μια συσχέτιση μεταξύ ύψους και κάθαρσης, όπου η κάθαρση αυξανόταν με την αύξηση του ύψους. Δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση της δόσης βάσει του ύψους.

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης εξετάστηκε σε μελέτες εφάπαξ δόσης φάσης 3 για ABSSSI, σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, CrCL ≥90 mL/min (n=213), νεφρική δυσλειτουργία ήπιας μορφής, CrCL 60-89 mL/min (n=59), νεφρική δυσλειτουργία μέτριας μορφής, CrCL 30-59 mL/min (n=22) και νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής CrCL <30 mL/min (n=3). Η ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής υπέδειξε ότι η νεφρική δυσλειτουργία δεν είχε καμία κλινικώς σχετιζόμενη επίδραση στην έκθεση της οριταβανκίνης. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες ειδικές για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση. Δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης της οριταβανκίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ήπιας ή μέτριας μορφής. Δεν έχει αξιολογηθεί η φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία βαριάς μορφής.
  • Ηπατική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης αξιολογήθηκε σε μια μελέτη ασθενών με ηπατική δυσλειτουργία μέτριας μορφής (Τάξη Β κατά Child-Pugh, n=20) και συγκρίθηκε με αυτήν υγιών εθελοντών (n=20) αντίστοιχου φύλου, ηλικίας και βάρους. Δεν υπήρχαν σχετιζόμενες αλλαγές στη φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μέτριας μορφής. Δεν είναι απαραίτητη προσαρμογή της δόσης της οριταβανκίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία ήπιας ή μέτριας μορφής. Δεν έχει αξιολογηθεί η φαρμακοκινητική της οριταβανκίνης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βαριάς μορφής.
  • Επιδράσεις ηλικίας, βάρους, φύλου και φυλής: Η ανάλυση πληθυσμιακής ΦΚ από τις μελέτες εφάπαξ δόσης φάσης 3 για ABSSSI σε ασθενείς υπέδειξαν ότι το φύλο, η ηλικία, το βάρος και η φυλή δεν είχαν καμία κλινικώς σχετιζόμενη επίδραση στην έκθεση της οριταβανκίνης. Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας σε αυτούς τους υποπληθυσμούς.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

245 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

85%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
16136912
Μοριακός τύπος
C86H97Cl3N10O26
Μοριακό βάρος
1793.1
IUPAC
(1S,2R,18R,19R,22S,25R,28R,40S)-2-[(2R,4S,5R,6S)-4-amino-5-hydroxy-4,6-dimethyloxan-2-yl]oxy-22-(2-amino-2-oxoethyl)-5,15-dichloro-48-[(2S,3R,4S,5S,6R)-3-[(2S,4S,5R,6S)-4-[[4-(4-chlorophenyl)phenyl]methylamino]-5-hydroxy-4,6-dimethyloxan-2-yl]oxy-4,5-dihydroxy-6-(hydroxymethyl)oxan-2-yl]oxy-18,32,35,37-tetrahydroxy-19-[[(2R)-4-methyl-2-(methylamino)pentanoyl]amino]-20,23,26,42,44-pentaoxo-7,13-dioxa-21,24,27,41,43-pentazaoctacyclo[26.14.2.23,6.214,17.18,12.129,33.010,25.034,39]pentaconta-3,5,8,10,12(48),14,16,29(45),30,32,34(39),35,37,46,49-pentadecaene-40-carboxylic acid
InChIKey
VHFGEBVPHAGQPI-LXKZPTCJSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.