NELARABINE
Νελαραβίνη
**Ένδειξη** Για τη θεραπεία παιδιατρικών και ενηλίκων ασθενών με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Τ-κυττάρων και λεμφοβλαστικό λέμφωμα Τ-κυττάρων των οποίων η νόσος δεν ανταποκρίθηκε ή υποτροπίασε μετά από θεραπεία με τουλάχιστον δύο χημειοθεραπευτικά σχήματα.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ATRIANCE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Ενήλικες: τις ημέρες 1, 3 και 5, με επανάληψη κάθε 21 ημέρες. Παιδιά: ημερησίως για 5 συνεχόμενες ημέρες, με επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
- Δόση έναρξης: 1.500 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Η χορήγηση του nelarabine θα πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημεία νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού 2 ή μεγαλύτερου σύμφωνα με τα Συνήθη Κριτήρια Τοξικότητας (CTCAE) του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο (NCI). Η καθυστέρηση των επόμενων δόσεων είναι μια επιλογή για άλλες τοξικότητες, συμπεριλαμβανομένης της αιματολογικής τοξικότητας.
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 16 ετών και άνω)Δόση1.500 mg/m2χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα δύο ωρών τις ημέρες 1, 3 και 5, με επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
-
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 21 ετών και κάτω)Δόση650 mg/m2χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα μίας ώρας ημερησίως για 5 συνεχόμενες ημέρες, με επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
-
Ασθενείς ηλικίας 16 έως 21 ετώνΔόση650 mg/m2 και 1.500 mg/m2Σε κλινικές μελέτες, έχουν χρησιμοποιηθεί οι δόσεις των 650 mg/m2 και 1.500 mg/m2 σε ασθενείς ηλικίας 16 έως 21 ετών. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ήταν παρόμοιες και με τα δύο σχήματα. Ο γιατρός που συνταγογραφεί την αγωγή θα πρέπει να εξετάσει ποιο θεραπευτικό σχήμα είναι κατάλληλο για τη θεραπεία ασθενών αυτής της ηλικιακής ομάδας.
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετώνΠεριορισμένα κλινικά φαρμακολογικά δεδομένα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΤο nelarabine δεν έχει μελετηθεί σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία. Το nelarabine και το 9-β-D-arabinofuranosylguanine (ara-G) απεκκρίνονται μερικώς από τους νεφρούς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν συστάσεις για ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης CLcr μικρότερη από 50 ml/min. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητες.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΤο nelarabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
block
SPC-ATRIANCE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
warning
SPC-ATRIANCE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΣοβαρέςΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση. Η χορήγηση του nelarabine πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις εμφανιστούν τα πρώτα σημεία νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 2 ή μεγαλύτερου σύμφωνα με τα Συνήθη Κριτήρια Τοξικότητας του NCI.
-
Νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΑυξημένος κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν υποβληθεί ή υποβάλλονται παράλληλα σε ενδορραχιαία χημειοθεραπεία ή έχουν υποβληθεί στο παρελθόν σε κρανιο-νωτιαία ακτινοβόλησηΗ ταυτόχρονη ενδορραχιαία χημειοθεραπεία και/ή κρανιο-νωτιαία ακτινοβόληση δεν συνιστώνται.
-
Εμβολιασμός με εμβόλια ζώντων οργανισμώνΚίνδυνος λοίμωξηςΠληθυσμόςΑνοσοκατασταλμένα άτομαΟι εμβολιασμοί με εμβόλια ζώντων οργανισμών δεν συνιστώνται.
-
Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες (λευκοπενία, θρομβοπενία, αναιμία, ουδετεροπενία)Ο αριθμός των κυττάρων του αίματος, συμπεριλαμβανομένων των αιμοπεταλίων, πρέπει να παρακολουθείται σε τακτική βάση.
-
Σύνδρομο λύσης του όγκου / ΥπερουριχαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν κίνδυνοΣυνιστάται ενδοφλέβια χορήγηση παραγόντων ενυδάτωσης. Θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση αλλοπουρινόλης.
-
Χρήση σε ηλικιωμένουςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 65 ετών και άνωΗ αυξημένη ηλικία σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από κλινικές μελέτες για διαφορετική ανταπόκριση.
-
Καρκινογόνος και μεταλλαξιογόνος δράσηΔεν έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος για καρκινογόνο δράση. Το nelarabine έχει γονοτοξική δράση σε κύτταρα θηλαστικών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
Παρουσία νατρίουΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριοΝα λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε νάτριο (1,725 mg/ml ή 75 micromols/ml).
swap_horiz
SPC-ATRIANCE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αναστολείς της απαμινάσης της αδενοσίνης (όπως η πεντοστατίνη)προσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας του nelarabine και/ή μεταβολή του φάσματος ανεπιθύμητων ενεργειών οποιασδήποτε από τις δύο δραστικές ουσίες.ΣύστασηΔεν συνιστάται συγχορήγηση.
sick
SPC-ATRIANCE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη (συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι αποκλειστικά, των εξής: σηψαιμία, βακτηριαιμία, πνευμονία, μυκητιασική λοίμωξη)
- Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια
- Ευκαιριακές λοιμώξεις
- Σύνδρομο λύσης του όγκου
- Υπογλυκαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Ανορεξία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Συγχυτική κατάσταση
- Επιληπτικές κρίσεις
- Σπασμοί
- Σπασμοί γενικευμένης επιληψίας
- Επιληπτική κατάσταση
- Αμνησία
- Υπνηλία
- Αισθητηριακές διαταραχές περιφερικού νευρικού συστήματος
- Κινητικές διαταραχές περιφερικού νευρικού συστήματος
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Αταξία
- Διαταραχή ισορροπίας
- Τρόμος
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Δυσγευσία
- Απομυελίνωση
- Ανιούσες περιφερικές νευροπάθειες (παρόμοιες με σύνδρομο Guillain-Barré)
- Θαμπή όραση
- Υπόταση
- Πλευριτική συλλογή
- Συριγμός
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Υπερχολερυθριναιμία
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Άλγος στα άνω και κάτω άκρα
- Ραβδομυόλυση, αύξηση της κρεατινίνης της φωσφοκινάσης στο αίμα
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Οίδημα
- Μη φυσιολογικό βάδισμα
- Περιφερικό οίδημα
- Πυρεξία
- Άλγος
- Κόπωση
- Εξασθένηση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑισθητηριακές διαταραχές περιφερικού νευρικού συστήματοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚινητικές διαταραχές περιφερικού νευρικού συστήματοςΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη (συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι αποκλειστικά, των εξής: σηψαιμία, βακτηριαιμία, πνευμονία, μυκητιασική λοίμωξη)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΆλγος στα άνω και κάτω άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
ΣυχνέςΕπιληπτική κατάστασηΝευρικό
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΣπασμοί γενικευμένης επιληψίαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΣύνδρομο λύσης του όγκουΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυση, αύξηση της κρεατινίνης της φωσφοκινάσης στο αίμαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)ΆλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Συχνές (Ενήλικες)ΑμνησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑνιούσες περιφερικές νευροπάθειες (παρόμοιες με σύνδρομο Guillain-Barré)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Συχνές (Ενήλικες)ΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑπομυελίνωσηΝευρικό
-
Πολύ συχνές (Παιδιά)Αυξημένες τρανσαμινάσεςΕργαστηριακές
-
Συχνές (Ενήλικες)Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)ΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Συχνές (Ενήλικες)Διαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
Συχνές (Ενήλικες)ΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)ΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)Εμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΕξασθένησηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕυκαιριακές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)ΖάληΝευρικό
-
Συχνές (Ενήλικες)Θαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Συχνές (Ενήλικες)Κοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΚόπωσηΓενικές
-
Συχνές (Ενήλικες), Πολύ συχνές (Παιδιά)ΛευκοπενίαΑίμα
-
Συχνές (Ενήλικες)Μη φυσιολογικό βάδισμαΓενικές
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)ΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Συχνές (Ενήλικες)Μυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)ΟίδημαΓενικές
-
Συχνές (Ενήλικες)ΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες)Περιφερικό οίδημαΓενικές
-
Συχνές (Ενήλικες)Πλευριτική συλλογήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠροϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθειαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΠυρεξίαΓενικές
-
Συχνές (Ενήλικες)ΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΥπαισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνές (Ενήλικες), Συχνές (Παιδιά)ΥπνηλίαΝευρικό
-
Συχνές (Παιδιά)ΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Συχνές (Ενήλικες), Πολύ συχνές (Παιδιά)ΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Συχνές (Ενήλικες)ΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-ATRIANCE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Δεν υπάρχουν επαρκή ή υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση του nelarabine σε έγκυρες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος, ωστόσο η έκθεση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι πιθανό να οδηγήσει σε ανωμαλίες και δυσπλασίες του εμβρύου. Σε περίπτωση που μια γυναίκα μείνει έγκυος, θα πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται.Είναι άγνωστο αν το nelarabine ή οι μεταβολίτες του εκκρίνονται στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο. Ο κίνδυνος για το νεογέννητο / βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΘα πρέπει να συζητηθεί ο οικογενειακός προγραμματισμός.Η δράση του nelarabine στη γονιμότητα στον άνθρωπο είναι άγνωστη. Βάσει της φαρμακολογικής δράσης της ουσίας, είναι πιθανό να υπάρχουν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα. Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον τρεις μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ATRIANCE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτες, ανάλογα πουρίνης, κωδικός ATC: L01B B 07 ### Μηχανισμός δράσης Το nelarabine είναι ένα προφάρμακο του αναλόγου δεοξυγουανοσίνης ara-G. Απομεθυλιώνεται γρήγορα από την απαμινάση…
biotech
SPC-ATRIANCE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | σε τακτική βάση | Κατά τη διάρκεια θεραπείας με nelarabine |
| Αριθμός κυττάρων αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | σε τακτική βάση | Κατά τη διάρκεια θεραπείας με nelarabine |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νευρολογικός έλεγχος | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | προσεκτικά | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ATRIANCE
expand_more
Δοσολογία
Το nelarabine πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη γιατρού με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικών παραγόντων.
Δοσολογία
Ο αριθμός των κυττάρων του αίματος περιλαμβανομένων των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθείται σε τακτική βάση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 16 ετών και άνω) Η συνιστώμενη δόση nelarabine για τους ενήλικες και τους εφήβους ηλικίας 16 ετών και άνω είναι 1.500 mg/m2, χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα δύο ωρών τις ημέρες 1, 3 και 5, με επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 21 ετών και κάτω) Η συνιστώμενη δόση nelarabine για παιδιά και εφήβους (ηλικίας 21 ετών και κάτω) είναι 650 mg/m2, χορηγούμενη ενδοφλεβίως σε διάστημα μίας ώρας ημερησίως για 5 συνεχόμενες ημέρες, με επανάληψη κάθε 21 ημέρες.
Σε κλινικές μελέτες, έχουν χρησιμοποιηθεί οι δόσεις των 650 mg/m2 και 1.500 mg/m2 σε ασθενείς ηλικίας 16 έως 21 ετών. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ήταν παρόμοιες και με τα δύο σχήματα. Ο γιατρός που συνταγογραφεί την αγωγή θα πρέπει να εξετάσει ποιο θεραπευτικό σχήμα είναι κατάλληλο για τη θεραπεία ασθενών αυτής της ηλικιακής ομάδας.
Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά φαρμακολογικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας κάτω των 4 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Τροποποίηση δόσης
Η χορήγηση του nelarabine θα πρέπει να διακόπτεται με τα πρώτα σημεία νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού 2 ή μεγαλύτερου σύμφωνα με τα Συνήθη Κριτήρια Τοξικότητας (CTCAE) του Εθνικού Ινστιτούτου για τον Καρκίνο (NCI). Η καθυστέρηση των επόμενων δόσεων είναι μια επιλογή για άλλες τοξικότητες, συμπεριλαμβανομένης της αιματολογικής τοξικότητας.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Ο αριθμός των ασθενών ηλικίας 65 ετών και άνω που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με nelarabine δεν επαρκεί για να καθοριστεί κατά πόσον οι ασθενείς αυτοί ανταποκρίνονται διαφορετικά από τους ασθενείς μικρότερης ηλικίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία Το nelarabine δεν έχει μελετηθεί σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία. Το nelarabine και το 9-β-D-arabinofuranosylguanine (ara-G) απεκκρίνονται μερικώς από τους νεφρούς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να υποστηρίζουν συστάσεις για ρύθμιση της δόσης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης CLcr μικρότερη από 50 ml/min. Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται στενά για τοξικότητες όταν υποβάλλονται σε θεραπεία με nelarabine.
Ηπατική δυσλειτουργία Το nelarabine δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
Τρόπος χορήγησης
Το nelarabine προορίζεται αποκλειστικά για ενδοφλέβια χρήση και δεν πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση. Η κατάλληλη δόση nelarabine πρέπει να μεταφέρεται σε σάκους έγχυσης από πολυβινυλοχλωρίδιο (PVC) ή οξικό αιθυλενοβινυλεστέρα (EVA), ή σε γυάλινους περιέκτες και χορηγείται ενδοφλέβια ως δίωρη έγχυση σε ενήλικες ασθενείς και ως έγχυση μιας ώρας σε παιδιατρικούς ασθενείς.
block
Αντενδείξεις
SPC-ATRIANCE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ATRIANCE
expand_more
Προειδοποιήσεις
ΝΕΥΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ
Σοβαρές νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με τη χρήση του nelarabine. Οι ανεπιθύμητες αυτές ενέργειες περιελάμβαναν μεταβολή της ψυχικής κατάστασης συμπεριλαμβανομένης σοβαρής υπνηλίας, σύγχυσης και κώματος, ανεπιθύμητες ενέργειες από το κεντρικό νευρικό σύστημα συμπεριλαμβανομένων σπασμών, αταξίας και status epilepticus, και περιφερική νευροπάθεια περιλαμβανομένης της υπαισθησίας που κυμαίνεται από αιμωδία και παραισθησίες έως κινητική αδυναμία και παράλυση. Επίσης έχουν υπάρξει αναφορές που σχετίζονται με απομυελίνωση και ανιούσες περιφερικές νευροπάθειες που εμφανίζουν εικόνα όμοια με του Συνδρόμου Guillain-Barré (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η νευροτοξικότητα είναι η τοξικότητα που θέτει περιορισμούς στη δόση του nelarabine. Δεν σημειώθηκε σε όλες τις περιπτώσεις πλήρης ύφεση των ανεπιθύμητων ενεργειών αυτών μετά τη διακοπή του nelarabine. Επομένως, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση για νευρολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες και η χορήγηση του nelarabine πρέπει να διακόπτεται αμέσως μόλις εμφανιστούν τα πρώτα σημεία νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 2 ή μεγαλύτερου σύμφωνα με τα Συνήθη Κριτήρια Τοξικότητας του NCI. Οι ασθενείς που έχουν υποβληθεί ή υποβάλλονται παράλληλα σε ενδορραχιαία χημειοθεραπεία ή έχουν υποβληθεί στο παρελθόν σε κρανιο-νωτιαία ακτινοβόληση πιθανώς διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε Δοσολογία - τροποποίηση της δόσης) και επομένως η ταυτόχρονη ενδορραχιαία χημειοθεραπεία και/ή κρανιο-νωτιαία ακτινοβόληση δεν συνιστώνται.
Εμβολιασμός
Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίου ζώντων οργανισμών εμπεριέχει τον κίνδυνο να προκληθεί λοίμωξη σε ανοσοκατασταλμένα άτομα. Επομένως, οι εμβολιασμοί με εμβόλια ζώντων οργανισμών δεν συνιστώνται.
Αιματολογικές ανεπιθύμητες ενέργειες
Η θεραπεία με nelarabine έχει σχετιστεί με λευκοπενία, θρομβοπενία, αναιμία και ουδετεροπενία (συμπεριλαμβανομένης της εμπύρετης ουδετεροπενίας). Ο αριθμός των κυττάρων του αίματος περιλαμβανομένων των αιμοπεταλίων πρέπει να παρακολουθείται σε τακτική βάση (βλέπε Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σύνδρομο λύσης όγκου / Υπερουριχαιμία
Οι ασθενείς που λαμβάνουν nelarabine συνιστάται να λαμβάνουν ενδοφλεβίως παράγοντες ενυδάτωσης, σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική για την αντιμετώπιση της υπερουριχαιμίας σε ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο για σύνδρομο λύσης του όγκου. Για ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο εμφάνισης υπερουριχαιμίας, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση αλλοπουρινόλης.
Ηλικιωμένοι
Οι κλινικές μελέτες της nelarabine δεν περιελάμβαναν επαρκείς αριθμούς ασθενών ηλικίας 65 ετών και άνω ώστε να καθοριστεί εάν οι ασθενείς αυτοί ανταποκρίνονται διαφορετικά από τους νεότερους ασθενείς. Σε μια διερευνητική ανάλυση, η αυξανόμενη ηλικία, ιδίως η ηλικία 65 ετών και άνω, φάνηκε να σχετίζεται με αυξημένη συχνότητα νευρολογικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
Καρκινογόνος και μεταλλαξιογόνος δράση
Δεν έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος για τυχόν καρκινογόνο δράση του nelarabine. Είναι γνωστό, ωστόσο, ότι το nelarabine έχει γονοτοξική δράση σε κύτταρα θηλαστικών (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
Προειδοποίηση για την παρουσία νατρίου
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 1,725 mg/ml (75 micromols/ml) νατρίου. Η προειδοποίηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ATRIANCE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Το nelarabine και το ara-G δεν ανέστειλαν σημαντικά τις δράσεις των κύριων ισοενζύμων του ηπατικού κυτοχρώματος P450 (CYP) CYP1A2, CYP2A6, CYP2B6, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19, CYP2D6 ή CYP3A4 in vitro.
Η συγχορήγηση του nelarabine με αναστολείς της απαμινάσης της αδενοσίνης όπως η πεντοστατίνη, δεν συνιστάται. Η παραπάνω συγχορήγηση μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα του nelarabine και/ή να μεταβάλει το φάσμα ανεπιθύμητων ενεργειών οποιασδήποτε από τις δύο δραστικές ουσίες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ATRIANCE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας
Το φάσμα ασφαλείας από πιλοτικές κλινικές μελέτες του nelarabine, χορηγούμενου στις συνιστώμενες δόσεις για ενήλικες (1.500 mg/m2) και παιδιά (650 mg/m2), βασίζεται σε δεδομένα από 103 ενήλικες και 84 παιδιατρικούς ασθενείς, αντίστοιχα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σημειώθηκαν συχνότερα ήταν κόπωση, διαταραχές του γαστρεντερικού, του αιμοποιητικού, του αναπνευστικού και του νευρικού συστήματος (υπνηλία, περιφερικές νευρολογικές διαταραχές [αισθητηριακές και κινητικές], ζάλη, υπαισθησία, παραισθησία, κεφαλαλγία) και πυρεξία. Η νευροτοξικότητα είναι η σχετιζόμενη με το nelarabine τοξικότητα που θέτει περιορισμούς στη δόση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Για την ταξινόμηση των ανεπιθύμητων ενεργειών ανάλογα με τη συχνότητα τους έχει χρησιμοποιηθεί η ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Έχει υπάρξει μια μεμονωμένη πρόσθετη αναφορά για επιβεβαιωμένη με βιοψία προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια στον ενήλικο πληθυσμό. Έχουν υπάρξει αναφορές για ευκαιριακές λοιμώξεις, που ορισμένες φορές ήταν θανατηφόρες, σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με nelarabine.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Επίσης έχουν υπάρξει αναφορές που σχετίζονται με απομυελίνωση και ανιούσες περιφερικές νευροπάθειες που εμφανίζουν εικόνα όμοια με του Συνδρόμου Guillain-Barré. Ένα άτομο στην παιδιατρική ομάδα εμφάνισε θανατηφόρο νευρολογικό επεισόδιο επιληπτικής κατάστασης.
Δεδομένα από μελέτες του NCI/πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης και από μελέτες φάσης Ι Επιπρόσθετα στις ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί στις πιλοτικές κλινικές μελέτες, υπάρχουν επίσης δεδομένα από 875 ασθενείς από μελέτες του NCI/πρόγραμμα παρηγορητικής χρήσης (694 ασθενείς) και από μελέτες Φάσης Ι (181 ασθενείς) του nelarabine. Παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες πρόσθετες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Καλοήθη και κακοήθη νεοπλάσματα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Σύνδρομο λύσης του όγκου - 7 περιστατικά (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις)
Δεδομένα μετά την κυκλοφορία του προϊόντος Η ραβδομυόλυση και η αύξηση της φωσφοκινάσης της κρεατινίνης στο αίμα έχουν αναγνωρισθεί κατά τη διάρκεια μετεγκριτικής χρήσης του nelarabine. Αυτές περιλαμβάνουν περιστατικά αυθόρμητων αναφορών όπως επίσης σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες από συνεχιζόμενες μελέτες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ATRIANCE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες
Οι σεξουαλικά ενεργοί άνδρες και γυναίκες πρέπει αμφότεροι να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με nelarabine, καθώς και για διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή ή υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση του nelarabine σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος, ωστόσο η έκθεση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι πιθανό να οδηγήσει σε ανωμαλίες και δυσπλασίες του εμβρύου. Το nelarabine δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο. Σε περίπτωση που μια γυναίκα μείνει έγκυος στη διάρκεια θεραπείας με nelarabine, θα πρέπει να ενημερωθεί για τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Είναι άγνωστο αν το nelarabine ή οι μεταβολίτες του εκκρίνονται στο μητρικό γάλα στον άνθρωπο. Ο κίνδυνος για το νεογέννητο / βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Atriance.
Γονιμότητα
Η δράση του nelarabine στη γονιμότητα στον άνθρωπο είναι άγνωστη. Βάσει της φαρμακολογικής δράσης της ουσίας, είναι πιθανό να υπάρχουν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα. Θα πρέπει να συζητηθεί με τους ασθενείς ο οικογενειακός προγραμματισμός, όπως αρμόζει.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ATRIANCE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αντιμεταβολίτες, ανάλογα πουρίνης, κωδικός ATC: L01B B 07
Μηχανισμός δράσης
Το nelarabine είναι ένα προφάρμακο του αναλόγου δεοξυγουανοσίνης ara-G. Απομεθυλιώνεται γρήγορα από την απαμινάση της αδενοσίνης (ADA) προς σχηματισμό του ara-G, το οποίο στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρικά προς την ενεργό 5’-τριφωσφορική μορφή, το ara-GTP. Η συσσώρευση του ara-GTP στους λευχαιμικούς βλάστες επιτρέπει την εκλεκτική ενσωμάτωση στο DNA, οδηγώντας σε αναστολή της σύνθεσης του DNA και σε κυτταρικό θάνατο. Και άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις κυτταροτοξικές δράσεις του nelarabine. In vitro, τα T-κύτταρα είναι πιο ευαίσθητα από τα Β-κύτταρα στις κυτταροτοξικές δράσεις του nelarabine.
Κλινική αποτελεσματικότητα και δεδομένα
Μελέτες σε ενήλικες Σε μια ανοιχτή μελέτη, η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του nelarabine αξιολογήθηκαν σε 39 ενήλικες με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Τ-κυττάρων (T-ALL) ή λεμφοβλαστικό λέμφωμα Τ-κυττάρων (T-LBL). Είκοσι οκτώ από τους 39 ενήλικες είχαν εμφανίσει υποτροπή ή αντίσταση σε τουλάχιστον δύο προηγούμενες αγωγές επαγωγής και είχαν ηλικία 16 έως 65 ετών (μέση τιμή: 34 ετών). Το nelarabine χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε δόση 1500 mg/m2/ημέρα επί δύο ώρες, τις ημέρες 1, 3 και 5 ενός κύκλου 21 ημερών. Πέντε από τους 28 ασθενείς (18%) [95% CI: 6%-37%] που έλαβαν nelarabine πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση (αριθμός βλαστών μυελού των οστών ≤5%, καμία άλλη ένδειξη νόσου και πλήρης αποκατάσταση των τιμών της γενικής εξέτασης αίματος). Συνολικά 6 ασθενείς (21%) [95% CI: 8%-41%] πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση, με ή χωρίς αιματολογική αποκατάσταση. Ο χρόνος έως την εμφάνιση πλήρους ανταπόκρισης και στις δύο κατηγορίες ανταπόκρισης κυμάνθηκε από 2,9 έως 11,7 εβδομάδες. Η διάρκεια της ανταπόκρισης (και στις δύο κατηγορίες ανταπόκρισης (n=5) κυμάνθηκε από 15 έως 195+ εβδομάδες. Η διάμεση τιμή συνολικής επιβίωσης ήταν 20,6 εβδομάδες [95% CI: 10,4-36,4]. Το ποσοστό επιβίωσης στο ένα έτος ήταν 29% [95% CI: 12%-45%].
Παιδιατρικές μελέτες Σε μια ανοιχτή, πολυκεντρική μελέτη, το nelarabine χορηγήθηκε ενδοφλεβίως επί 1 ώρα και για 5 ημέρες σε 151 ασθενείς ηλικίας ≤21 ετών, εκ των οποίων οι 149 είχαν υποτροπιάζουσα ή ανθεκτική οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Τ-κυττάρων (T-ALL) ή λεμφοβλαστικό λέμφωμα Τ-κυττάρων (T-LBL). Ογδόντα τέσσερις (84) ασθενείς, εκ των οποίων οι 39 είχαν προηγουμένως λάβει δύο ή περισσότερες αγωγές επαγωγής και οι 31 είχαν λάβει μία προηγούμενη αγωγή επαγωγής, αντιμετωπίστηκαν με nelarabine 650 mg/m2/ημέρα, χορηγούμενο ενδοφλεβίως επί 1 ώρα για 5 συνεχόμενες ημέρες, με επανάληψη ανά 21 ημέρες.
Από τους 39 ασθενείς που είχαν λάβει δύο ή περισσότερες προηγούμενες αγωγές επαγωγής, οι 5 (13%) [95% CI: 4%-27%] πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση (αριθμός βλαστών μυελού των οστών ≤5%, καμία άλλη ένδειξη νόσου και πλήρης αποκατάσταση των τιμών της γενικής εξέτασης αίματος) και οι 9 (23%) [95% CI: 11%-39%] πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση με ή χωρίς πλήρη αιματολογική αποκατάσταση. Η διάρκεια της ανταπόκρισης και για τις δύο κατηγορίες ανταπόκρισης κυμάνθηκε από 4,7 έως 36,4 εβδομάδες και η διάμεση τιμή συνολικής επιβίωσης ήταν 13,1 εβδομάδες [95% CI: 8,7-17,4], ενώ το ποσοστό επιβίωσης στο ένα έτος ήταν 14% [95% CI: 3%-26%].
Δέκα τρεις (42%) από τους 31 ασθενείς που είχαν λάβει μία προηγούμενη αγωγή επαγωγής πέτυχαν πλήρη ανταπόκριση συνολικά. Εννέα από αυτούς τους 31 ασθενείς δεν είχαν εμφανίσει ανταπόκριση σε προηγούμενη επαγωγή (ασθενείς με ανθεκτική νόσο). Τέσσερις (44%) από τους εννέα ασθενείς με ανθεκτική νόσο εμφάνισαν πλήρη ανταπόκριση στο nelarabine.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία των «εξαιρετικών περιστάσεων». Αυτό σημαίνει ότι λόγω της σπανιότητας της ασθένειας δεν έχει καταστεί δυνατόν να ληφθεί πλήρης πληροφόρηση για το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί ετησίως κάθε νέο πληροφοριακό στοιχείο που θα είναι διαθέσιμο και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα ενημερώνεται αναλόγως.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ATRIANCE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το nelarabine είναι ένα προφάρμακο του αναλόγου δεοξυγουανοσίνης ara-G. Το nelarabine απομεθυλιώνεται γρήγορα από την απαμινάση της αδενοσίνης (ADA) προς σχηματισμό του ara-G και στη συνέχεια φωσφορυλιώνεται ενδοκυτταρικά από την κινάση της δεοξυγουανοσίνης και την κινάση της δεοξυκυτιδίνης προς σχηματισμό του 5’-μονοφωσφορικού μεταβολίτη του. Στη συνέχεια, ο μονοφωσφορικός μεταβολίτης μετατρέπεται στην ενεργό 5’-τριφωσφορική μορφή, το ara-GTP. Η συσσώρευση του ara-GTP στους λευχαιμικούς βλάστες επιτρέπει την εκλεκτική ενσωμάτωση του ara-GTP στο δεοξυριβονουκλεϊκό οξύ (DNA), οδηγώντας σε αναστολή της σύνθεσης του DNA. Αυτό οδηγεί σε κυτταρικό θάνατο. Και άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις κυτταροτοξικές δράσεις του nelarabine. In vitro, τα T-κύτταρα είναι πιο ευαίσθητα από τα Β-κύτταρα στις κυτταροτοξικές δράσεις του nelarabine.
Σε μια διασταυρούμενη ανάλυση, με χρήση δεδομένων από τέσσερις μελέτες Φάσης Ι, έγινε χαρακτηρισμός της φαρμακοκινητικής του nelarabine και του ara-G σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 18 ετών και σε ενήλικους ασθενείς με ανθεκτική λευχαιμία ή λέμφωμα.
Απορρόφηση
Ενήλικες Οι τιμές Cmax του ara-G πλάσματος γενικά παρατηρούνταν στο τέλος της έγχυσης του nelarabine και ήταν γενικά υψηλότερες από τις τιμές Cmax του nelarabine, γεγονός που υποδηλώνει ταχεία και εκτεταμένη μετατροπή του nelarabine σε ara-G. Μετά από έγχυση 1.500 mg/m2 nelarabine επί δύο ώρες σε ενήλικους ασθενείς, η μέση (%CV) Cmax του nelarabine στο πλάσμα και η μέση AUCinf ήταν 13,9 µM (81%) και 13,5 µM.h (56%), αντίστοιχα. Η μέση Cmax του ara-G πλάσματος και η μέση AUCinf ήταν 115 µM (16%) και 571 µM.h (30%), αντίστοιχα.
Η ενδοκυττάρια Cmax για το ara-GTP σημειώθηκε μέσα σε 3 έως 25 ώρες την ημέρα 1. Η μέση (%CV) ενδοκυττάρια Cmax και η μέση AUC του ara-GTP ήταν 95,6 µM (139%) και 2214 µM.h (263%) με αυτή τη δόση.
Παιδιατρικοί ασθενείς Μετά από έγχυση nelarabine 400 ή 650 mg/m2 επί 1 ώρα σε 6 παιδιατρικούς ασθενείς, η μέση (%CV) Cmax του nelarabine πλάσματος και η μέση AUCinf, προσαρμοσμένες σε δόση 650 mg/m2, ήταν 45,0 µM (40%) και 38,0 µM.h (39%), αντίστοιχα. Η μέση Cmax του ara-G πλάσματος και η μέση AUCinf ήταν 60,1 µM (17%) και 212 µM.h (18%), αντίστοιχα.
Κατανομή
Βάσει συνδυασμένων φαρμακοκινητικών δεδομένων από μελέτες Φάσης Ι, το nelarabine και το ara-G κατανέμονται εκτεταμένα σε όλο το σώμα, με δόσεις nelarabine 104 έως 2.900 mg/m2. Συγκεκριμένα, για το nelarabine, η μέση τιμή (%CV) VSS ήταν 115 l/m2 (159%) και 89,4 l/m2 (278%) σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς, αντίστοιχα. Για το ara-G, η μέση τιμή VSS/F ήταν 44,8 l/m2 (32%) και 32,1 l/m2 (25%) σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς, αντίστοιχα.
Το nelarabine και το ara-G δεν εμφανίζουν μεγάλη δέσμευση στις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος (λιγότερο από 25%) in vitro και η δέσμευση είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση του nelarabine ή του ara-G για συγκεντρώσεις έως 600 µM.
Δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση του nelarabine ή του ara-G στο πλάσμα μετά από χορήγηση nelarabine, είτε βάσει καθημερινού δοσολογικού σχήματος, είτε βάσει σχήματος χορήγησης τις ημέρες 1, 3, 5.
Οι ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις του ara-GTP στους λευχαιμικούς βλάστες μπορούσαν να καθοριστούν ποσοτικά για μια παρατεταμένη περίοδο μετά τη χορήγηση του nelarabine. Με την επαναλαμβανόμενη χορήγηση nelarabine, παρατηρήθηκε συσσώρευση του ενδοκυττάριου ara-GTP. Με το δοσολογικό σχήμα χορήγησης τις ημέρες 1, 3 και 5, η Cmax και η AUC(0-t) την ημέρα 3 ήταν περίπου 50% και 30%, αντίστοιχα και ήταν μεγαλύτερες από ό,τι η Cmax και η AUC(0-t) την ημέρα 1.
Βιομετασχηματισμός
Η κύρια οδός μεταβολισμού του nelarabine είναι η O-απομεθυλίωση μέσω της απαμινάσης της αδενοσίνης, προς σχηματισμό του ara-G, το οποίο υφίσταται υδρόλυση προς σχηματισμό γουανίνης. Επίσης, κάποια ποσότητα του nelarabine υδρολύεται προς σχηματισμό μεθυλ-γουανίνης, η οποία υφίσταται O-απομεθυλίωση προς σχηματισμό γουανίνης. Η γουανίνη υφίσταται N-απαμίνωση προς σχηματισμό ξανθίνης, η οποία οξειδώνεται περαιτέρω για να δώσει ουρικό οξύ.
Αποβολή
Το nelarabine και το ara-G αποβάλλονται γρήγορα από το πλάσμα, έχοντας ημίσεια ζωή περίπου 30 λεπτά και 3 ώρες, αντίστοιχα. Τα ευρήματα αυτά παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με ανθεκτική λευχαιμία ή λέμφωμα που έλαβαν δόση nelarabine 1.500 mg/m2 (ενήλικες) ή 650 mg/m2 (παιδιατρικοί ασθενείς).
Συνδυασμένα δεδομένα φαρμακοκινητικής από μελέτες Φάσης 1, με δόσεις nelarabine 104 έως 2.900 mg/m2 δείχνουν ότι η μέση (%CV) κάθαρση (Cl) του nelarabine είναι 138 l/h/m2 (104%) και 125 l/h/m2 (214%) σε ενήλικους και παιδιατρικούς ασθενείς, αντίστοιχα, την ημέρα 1 (n=65 ενήλικες, n=21 παιδιατρικοί ασθενείς). Η φαινομενική κάθαρση του ara-G (Cl/F) είναι παρόμοια στις δύο ομάδες [9,5 l/h/m2 (35%) στους ενήλικους ασθενείς και 10,8 l/h/m2 (36%) στους παιδιατρικούς ασθενείς] την ημέρα 1.
Το nelarabine και το ara-G αποβάλλονται μερικώς από τους νεφρούς. Σε 28 ενήλικους ασθενείς, 24 ώρες μετά την έγχυση του nelarabine την ημέρα 1, η μέση απέκκριση του nelarabine και του ara-G με τα ούρα ήταν 5,3% και 23,2% της χορηγηθείσας δόσης, αντίστοιχα. Ο μέσος όρος νεφρικής κάθαρσης ήταν 9,0 l/h/m2 (151%) για το nelarabine και 2,6 l/h/m2 (83%) για το ara-G σε 21 ενήλικους ασθενείς.
Επειδή η χρονική διάρκεια του ενδοκυττάριου ara-GTP παρατάθηκε, η ημίσεια ζωή αποβολής του δεν μπορούσε να εκτιμηθεί με ακρίβεια.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά φαρμακολογικά δεδομένα για ασθενείς ηλικίας κάτω των 4 ετών. Συνδυασμένα δεδομένα φαρμακοκινητικής από μελέτες Φάσης 1 του nelarabine σε δόσεις 104 έως 2.900 mg/m2 δείχνουν ότι οι τιμές κάθαρσης (Cl) και Vss για το nelarabine και το ara-G είναι παρόμοιες στις δύο ομάδες. Περισσότερα δεδομένα σχετικά με τη φαρμακοκινητική του nelarabine και του ara-G στον παιδιατρικό πληθυσμό παρέχονται σε άλλες υποπαραγράφους.
Φύλο
Το φύλο δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική πλάσματος του nelarabine ή του ara-G. Οι ενδοκυττάριες τιμές Cmax και AUC(0-t) του ara-GTP ήταν 2 έως 3 φορές υψηλότερες, κατά μέσον όρο, στις ενήλικες γυναίκες από ό,τι στους ενήλικους άνδρες, για το ίδιο επίπεδο δόσης.
Φυλή
Η επίδραση της φυλής στη φαρμακοκινητική του nelarabine και του ara-G δεν έχει μελετηθεί ιδιαίτερα. Σε μια διασταυρούμενη ανάλυση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής, η φυλή δεν είχε καμία εμφανή επίδραση στη φαρμακοκινητική του nelarabine, του ara-G ή του ενδοκυττάριου ara-GTP.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική του nelarabine και του ara-G δεν έχουν μελετηθεί συγκεκριμένα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς υπό αιμοδιύλιση. Το nelarabine απεκκρίνεται σε μικρό βαθμό από τους νεφρούς (5 έως 10% της χορηγηθείσας δόσης). Το ara-G απεκκρίνεται σε μεγαλύτερο βαθμό από τους νεφρούς (20 έως 30% της χορηγηθείσας δόσης του nelarabine). Σε κλινικές μελέτες, ενήλικες και παιδιά ταξινομήθηκαν στις ακόλουθες τρεις ομάδες, ανάλογα με την κατάσταση της νεφρικής δυσλειτουργίας: φυσιολογική με Clcr μεγαλύτερη από 80 ml/min (n=56), ήπια με Clcr 50 έως 80 ml/min (n=12) και μέτρια με Clcr μικρότερη από 50 ml/min (n=2). Η μέση φαινομενική κάθαρση (Cl/F) του ara-G ήταν περίπου 7% χαμηλότερη στους ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία από ό,τι στους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (βλ. Δοσολογία). Δεν υπάρχουν δεδομένα ώστε να παρασχεθούν συμβουλές σχετικά με τη δοσολογία για ασθενείς με Clcr μικρότερη από 50 ml/min.
Ηλικιωμένοι
Η ηλικία δεν έχει καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική του nelarabine ή του ara-G. Η έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας, η οποία είναι πιο συνήθης στους ηλικιωμένους, μπορεί να μειώσει την κάθαρση του ara-G (βλ. Δοσολογία).
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η Νελαραμπίνη είναι ένα χημειοθεραπευτικό φάρμακο που χρησιμοποιείται στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Τ-κυττάρων. Η Νελαραμπίνη είναι ένα ανάλογο πυρηνικής νουκλεοσιδικής που μετατρέπεται στο αντίστοιχο νουκλεοτιδικό τριφωσφορικό αραβινοσυλγουανίνη (araGTP), οδηγώντας σε αναστολή της σύνθεσης DNA και κυτταροτοξικότητα.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Για τη θεραπεία παιδιατρικών και ενηλίκων ασθενών με οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία Τ-κυττάρων και λεμφοβλαστικό λέμφωμα Τ-κυττάρων των οποίων η νόσος δεν ανταποκρίθηκε ή υποτροπίασε μετά από θεραπεία με τουλάχιστον δύο χημειοθεραπευτικά σχήματα.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η Νελαραμπίνη είναι ένα προφάρμακο του κυτταροτοξικού αναλόγου της δεοξυγουανιδίνης 9-ß-D-αραβινοφουρανοσυλγουανίνη (ara-G). Η Νελαραμπίνη απομεθυλιώνεται από την αδενοσινοδαμινάση (ADA) σε ara-G. Η ara-G στη συνέχεια μεταφέρεται στα κύτταρα, όπου υφίσταται τρία βήματα φωσφορυλίωσης, οδηγώντας στο σχηματισμό ara-G τριφωσφορικής (ara-GTP). Στο πρώτο βήμα φωσφορυλίωσης, η ara-G μετατρέπεται σε ara-G μονοφωσφορική (ara-GMP). Η ara-GMP στη συνέχεια μονοφωσφορυλιώνεται από την δεοξυγουανιδινοκινάση και την δεοξυσιτιδινοκινάση σε ara-G διφωσφορική, και στη συνέχεια σε ενεργό ara-G τριφωσφορική (ara-GTP). Η ara-GTP είναι αυτή που ασκεί τη φαρμακολογική δράση. Προκλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι τα Τ-κύτταρα είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στη νελαραμπίνη.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Μόλις η Νελαραμπίνη μεταβολιστεί σε ara-GTP, ο μεταβολίτης συσσωρεύεται στις λευχαιμικές βλάστες και ενσωματώνεται στο DNA για να ασκήσει τις κυτταροτοξικές του δράσεις ειδικά στη φάση S, οδηγώντας στην πρόκληση κατακερματισμού και απόπτωσης. Η ara-GTP ανταγωνίζεται την ενδογενή δεοξυGTP (dGTP) για ενσωμάτωση στο DNA. Μόλις η ara-GTP ενσωματωθεί στο 3’ άκρο του DNA, αναστέλλεται περαιτέρω η επιμήκυνση του DNA, η οποία σηματοδοτεί απόπτωση και οδηγεί σε κυτταρική καταστροφή. Μπορεί να υπάρχουν επιπλέον κυτταροτοξικές δραστηριότητες, αλλά αυτές δεν είναι πλήρως κατανοητές.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η Νελαραμπίνη και η ara-G αποβάλλονται ταχέως από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 30 λεπτά και 3 ώρες αντίστοιχα.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η Νελαραμπίνη και η ara-G δεν συνδέονται σημαντικά με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος (<25%) in vitro, και η σύνδεση είναι ανεξάρτητη από τις συγκεντρώσεις της νελαραμπίνης ή της ara-G έως 600 mM.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης
Απέκκριση: Η Νελαραμπίνη και η ara-G απεκκρίνονται μερικώς από τους νεφρούς.
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 197 +/- 189 L/h/m2 [Ενήλικοι ασθενείς με ανθεκτική λευχαιμία ή λέμφωμα που λαμβάνουν δόσεις 199 έως 2.900 mg/m2]
- 259 +/- 409 L/h/m2 [Παιδιατρικοί ασθενείς με ανθεκτική λευχαιμία ή λέμφωμα που λαμβάνουν δόσεις 104 έως 2.900 mg/m2]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 4.800 mg/m2 ήταν θανατηφόρος σε πιθήκους και συσχετίστηκε με σημεία από το ΚΝΣ, όπως μειωμένη/επιφανειακή αναπνοή, μειωμένα αντανακλαστικά και χαλαρό μυϊκό τόνο. Αναμένεται ότι η υπερδοσολογία θα οδηγήσει σε σοβαρή νευροτοξικότητα (πιθανώς συμπεριλαμβανομένης παράλυσης, κώματος), μυελοκαταστολή και ενδεχομένως θάνατο.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η νελραβίνη είναι ένα προφάρμακο του κυτταροτοξικού ανάλογου της δεοξυγουανίνης, 9-ß-D-αραβινοφουρανοσυλγουανίνη (ara-G). Η νελραβίνη απομεθυλιώνεται από την αδενοσινοαδεμινάση (ADA) σε ara-G. Η ara-G στη συνέχεια μεταφέρεται στα κύτταρα, όπου υφίσταται τρία βήματα φωσφορυλίωσης, οδηγώντας στο σχηματισμό ara-G τριφωσφορικής (ara-GTP). Στο πρώτο βήμα φωσφορυλίωσης, η ara-G μετατρέπεται σε ara-G μονοφωσφορική (ara-GMP). Η ara-GMP στη συνέχεια μονοφωσφορυλιώνεται από δεοξυγουανοσινοκινάση και δεοξυσιτιδινκινάση σε ara-G διφωσφορική, και στη συνέχεια στην ενεργή ara-G τριφωσφορική (ara-GTP). Η ara-GTP είναι αυτή που ασκεί τη φαρμακολογική δράση.
Προκλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα στοχευμένα Τ-κύτταρα παρουσιάζουν σημαντική ευαισθησία στον παράγοντα. Δεδομένου ότι οι Τ-λεμφοβλάστες έχουν υψηλότερη έκφραση δεοξυσιτιδινκινάσης, η ara-G συσσωρεύεται προτιμησιακά στα Τ-κύτταρα έναντι των Β-κυττάρων, εμφανίζοντας έτσι υψηλότερη τοξικότητα στις Τ-λεμφοβλάστες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Μόλις η νελραβίνη μεταβολιστεί σε ara-GTP, ο μεταβολίτης συσσωρεύεται στις λευχαιμικές βλάστες και ενσωματώνεται στο DNA για να ασκήσει τις S-φάσης-ειδικές κυτταροτοξικές δράσεις της, οδηγώντας στην επαγωγή κατακερματισμού και απόπτωσης. Ως ανάλογο νουκλεοσίδης, η ara-GTP ανταγωνίζεται την ενδογενή δεοξυGTP (dGTP) για ενσωμάτωση στο DNA. Λόγω της άθικτης 3’-ΟΗ ομάδας της, η ara-GTP μπορεί να ενσωματωθεί στην αναπτυσσόμενη αλυσίδα DNA χωρίς απόλυτο τερματισμό της αλυσίδας. Παρά ταύτα, η συμπερίληψη της ara-GTP στην αλυσίδα DNA μπορεί να εμποδίσει τις κατάλληλες διαδικασίες επιδιόρθωσης του DNA, αν και ο ακριβής μηχανισμός δεν είναι πλήρως κατανοητός, οδηγώντας σε αναστολή της επιμήκυνσης του DNA, απόπτωση και κυτταρική καταστροφή. Μπορεί να υπάρχουν πρόσθετες κυτταροτοξικές δραστηριότητες, αλλά αυτές δεν είναι πλήρως κατανοητές.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση νελραβίνης σε ενήλικες ασθενείς με ανθεκτική λευχαιμία ή λέμφωμα, οι τιμές Cmax στο πλάσμα της ara-G γενικά παρατηρήθηκαν στο τέλος της έγχυσης νελραβίνης και ήταν γενικά υψηλότερες από τις τιμές Cmax της νελραβίνης, υποδηλώνοντας ταχεία και εκτεταμένη μετατροπή της νελραβίνης σε ara-G.
Οι μέσες τιμές Cmax στο πλάσμα για νελραβίνη και ara-G ήταν 5.0 ± 3.0 mcg/mL και 31.4 ± 5.6 mcg/mL, αντίστοιχα, μετά από δόση νελραβίνης 1,500 mg/m² που εγχύθηκε για 2 ώρες σε ενήλικες ασθενείς. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) της ara-G είναι 37 φορές υψηλότερη από αυτή της νελραβίνης την Ημέρα 1 μετά από ενδοφλέβια έγχυση νελραβίνης δόσης 1,500 mg/m² (162 ± 49 mcg.h/mL έναντι 4.4 ± 2.2 mcg.h/mL, αντίστοιχα).
Παρόμοιες τιμές Cmax και AUC παρατηρήθηκαν για τη νελραβίνη μεταξύ των Ημερών 1 και 5 στη δοσολογία ενηλίκων 1,500 mg/m² νελραβίνης, υποδεικνύοντας ότι η νελραβίνη δεν συσσωρεύεται μετά από πολλαπλές δόσεις. Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ara-G για σύγκριση μεταξύ της Ημέρας 1 και της Ημέρας 5.
Μετά από δόση νελραβίνης σε ενήλικες 1,500 mg/m², η ενδοκυτταρική Cmax για την ara-GTP εμφανίστηκε εντός 3 έως 25 ωρών την Ημέρα 1. Η έκθεση (AUC) στην ενδοκυτταρική ara-GTP ήταν 532 φορές υψηλότερη από αυτή της νελραβίνης και 14 φορές υψηλότερη από αυτή της ara-G (2,339 ± 2,628 mcg.h/mL έναντι 4.4 ± 2.2 mcg.h/mL και 162 ± 49 mcg.h/mL, αντίστοιχα).
Η νελραβίνη και η ara-G απεκκρίνονται μερικώς μέσω των νεφρών. Η μέση νεφρική απέκκριση νελραβίνης και ara-G ήταν 6.6 ± 4.7% και 27 ± 15% της χορηγηθείσας δόσης, αντίστοιχα, σε 28 ενήλικες ασθενείς κατά τη διάρκεια των 24 ωρών μετά την έγχυση νελραβίνης την Ημέρα 1.
Η νελραβίνη και η ara-G κατανέμονται εκτενώς σε όλο το σώμα. Για τη νελραβίνη, οι τιμές Vss ήταν 197 ± 216 L/m² σε ενήλικες ασθενείς. Για την ara-G, οι τιμές Vss/F ήταν 50 ± 24 L/m² σε ενήλικες ασθενείς.
Η νεφρική κάθαρση κυμάνθηκε κατά μέσο όρο 24 ± 23 L/h για τη νελραβίνη και 6.2 ± 5.0 L/h για την ara-G σε 21 ενήλικες ασθενείς. Τα συνδυασμένα δεδομένα φαρμακοκινητικής Φάσης Ι σε δόσεις νελραβίνης 199 έως 2,900 mg/m² (n = 66 ενήλικες ασθενείς) υποδεικνύουν ότι η μέση κάθαρση (CL) της νελραβίνης είναι 197 ± 189 L/h/m² την Ημέρα 1. Η φαινομενική κάθαρση της ara-G (CL/F) είναι 10.5 ± 4.5 L/h/m² την Ημέρα 1.
Για παιδιατρικούς ασθενείς που λαμβάνουν δόση 104 έως 2,900 mg/m², τα συνδυασμένα δεδομένα φαρμακοκινητικής Φάσης Ι υποδεικνύουν ότι η μέση κάθαρση (CL) της νελραβίνης είναι 259 ± 409 L/h/m², 30% υψηλότερη από ό,τι σε ενήλικες ασθενείς. Η φαινομενική κάθαρση της ara-G την Ημέρα 1 είναι επίσης υψηλότερη σε παιδιατρικούς ασθενείς από ό,τι σε ενήλικες ασθενείς, εκτιμώμενη σε 11.3 ± 4.2 L/h/m².
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνολική Πρωτεΐνη στο Πλάσμα
Η νελραβίνη και η ara-G δεν δεσμεύονται ουσιαστικά σε ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος (< 25%) in vitro, και η δέσμευση είναι ανεξάρτητη από τις συγκεντρώσεις νελραβίνης ή ara-G έως 600 µM.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η κύρια οδός μεταβολισμού για τη νελραβίνη είναι η O-απομεθυλίωση από την αδενοσινοαδεμινάση για τον σχηματισμό ara-G, η οποία υδρολύεται για να σχηματίσει γουανίνη. Επιπλέον, κάποια νελραβίνη υδρολύεται για να σχηματίσει μεθυλγουανίνη, η οποία O-απομεθυλιώνεται για να σχηματίσει γουανίνη. Η γουανίνη N-αποαμιδώνεται για να σχηματίσει ξανθίνη, η οποία οξειδώνεται περαιτέρω για να δώσει ουρικό οξύ. Το άνοιγμα του δακτυλίου του ουρικού οξέος ακολουθούμενο από περαιτέρω οξείδωση οδηγεί στο σχηματισμό αλλαντοΐνης. Το άνοιγμα του δακτυλίου του ουρικού οξέος ακολουθούμενο από περαιτέρω οξείδωση οδηγεί στο σχηματισμό αλλαντοΐνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η νελραβίνη και η ara-G απομακρύνονται ταχέως από το πλάσμα με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής 18 λεπτά και 3.2 ώρες, αντίστοιχα, σε ενήλικες ασθενείς. Για παιδιατρικούς ασθενείς, ο χρόνος ημίσειας ζωής της νελραβίνης και της ara-G είναι 13 λεπτά και 2 ώρες, αντίστοιχα. Δεδομένου ότι τα ενδοκυτταρικά επίπεδα της ara-GTP ήταν τόσο παρατεταμένα, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της δεν μπορούσε να εκτιμηθεί με ακρίβεια.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Ταξινόμηση Φαρμακολογίας
60158CV180
NELARABINE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων
Η νελραβίνη είναι ένας Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων. Ο μηχανισμός δράσης της νελραβίνης είναι ως Αναστολέας Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων.
NELARABINE
Αναστολέας Μεταβολισμού Νουκλεοσιδίων [EPC]; Αναστολείς Σύνθεσης Νουκλεϊκών Οξέων [MoA]