Αντιβιοτικά

ATC CODE A06AD16

MANNITOL

Μαννιτόλη

Tα φάρμακα της ομάδας αυτής έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης λόγω αφυδατώσεως του υαλοειδούς και είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε περιπτώσεις γλαυκώματος που δεν …

Chemical structure of MANNITOL

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Tα φάρμακα της ομάδας αυτής έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης λόγω αφυδατώσεως του υαλοειδούς και είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε περιπτώσεις γλαυκώματος που δεν ανταποκρίνονται στα μυωτικά ή τους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης. Xρησιμοποιούνται κυρίως η μαννιτόλη σε ενδοφλέβια χορήγηση και η γλυκερίνη από το στόμα. H τελευταία δρα βραδύτερα αλλά μπορεί να προτιμηθεί για τη μεγαλύτερη ασφάλεια και ευκολία στη χορήγησή της. H μέγιστη πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρατηρείται 1 ώρα από τη λήψη της και το αποτέλεσμα διαρκεί 5 περίπου ώρες. H δράση της μαννιτόλης είναι ισχυρότερη. Aρχίζει 1-1½ ώρα από τη χορήγησή της και διαρκεί 6-8 ώρες. Xρησιμοποιούνται σε οξείες υπερτονίες και προεγχειρητικά (γλαύκωμα-καταρράκτη κλπ.).

Κύρια Ένδειξη

Used for the promotion of diuresis before irreversible renal failure becomes established; The reduction of intracranial pressure, the treatment of cerebral edema, and the promotion of urinary excretion of toxic substances.

Χρόνος Ημιζωής

100minutes

100 minutes

Σύνδεση Πρωτεϊνών

None

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Mannitol is an osmotic diuretic that is metabolically inert in humans and occurs naturally, as a sugar or sugar alcohol, in fruits and vegetables. …

Οδός Αποβολής

It is rapidly excreted in the urine.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

2 κεφάλαια
2.2.5 EOΦ therapeutic chapter

Ωσμωτικώς δρώντα

Αποβαλλόμενα ταχέως από τους νεφρούς συμπαρασύρουν ύδωρ και νάτριο. Κυριότερες ενδείξεις είναι το εγκεφαλικό οίδημα, οι φαρμακευτικές δηλητηριάσεις και το γλαύκωμα. Κύρια αντένδειξη είναι η καρδιακή ανεπάρκεια επειδή...

+
Περιγραφή
Αποβαλλόμενα ταχέως από τους νεφρούς συμπαρασύρουν ύδωρ και νάτριο. Κυριότερες ενδείξεις είναι το εγκεφαλικό οίδημα, οι φαρμακευτικές δηλητηριάσεις και το γλαύκωμα. Κύρια αντένδειξη είναι η καρδιακή ανεπάρκεια επειδή μπορούν να αυξήσουν οξέως τον όγκο του αίματος. Η μαννιτόλη είναι το συνήθως χρησιμοποιούμενο διουρητικό της ομάδας αυτής.
Ενδείξεις
Βλ. εισαγωγή. Λοιπές βλ. κεφ. 11.4.6.
Αντενδείξεις
Καρδιακή ανεπάρκεια, μη αναστρέψιμη ανουρία, αφυδάτωση, ενδοκρανιακή αιμορραγία.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κεφαλαλγία, ναυτία, έμετοι, ρίγος, πυρετός, ίλιγγος, δίψα, λήθαργος, σύγχυση, οπισθοστερνικό άλγος, υπονατριαιμία.
Προσοχή στη χορήγηση
Νεφρική ανεπάρκεια, κύηση. Πριν από τη χορήγηση επιβάλλεται προσεκτική εκτίμηση της κατάστασης του καρδιαγγειακού συστήματος και στη συνέχεια συνεχής παρακολούθηση της διούρησης και των ηλεκτρολυτών του ορού. Σε ασθενείς που παραμένουν ανουρικοί μετά τη χορήγηση δοκιμαστικής δόσης να μην επαναλαμβάνεται η χορήγηση. Να αποφεύγεται η εξαγγείωση (κίνδυνος τοπικής νέκρωσης).
Δοσολογία
Σε ενδοφλέβια έγχυση 50200g/24ωρο διαλύματος 20%. Δοκιμαστική δόση σε ταχεία έγχυση 20 mg (100 ml).
Φαρμακευτικά προϊόντα
MANNITOL/ΒΙΟΣΕΡ/Βιοσερ: inj.so.inf 20% fl x 500ml, fl x 10 x 250ml MANNITOL/DEMO/Demo: inj.so.inf 20% bottle x 250ml, x 500ml MANNITOL/FRESENIUS/Fresenius Kabi: inj.so.inf 20% fl x 500ml, bottle x 500ml 2.3 Αντιαρρυθμικά φάρμακα Ως «αντιαρρυθμικά» χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς («προαρρυθμική» δράση). Χορηγούνται για να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς με κοιλιακή ή υπερκοιλιακή προέλευση ή για να προλάβουν την εμφάνισή τους, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από την προαρρυθμική τους δράση. Η χορήγηση φλεκαϊνίδης, ενκαϊνίδης ή μορισιζίνης σε χρόνιους εμφραγματικούς ασθενείς με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς αύξησε, αντί να μειώσει, τη θνητότητα. Έτσι, η παρουσία κοιλιακών έκτοπων παλμών σε χρόνιο έμφραγμα αποτελεί αντένδειξη για τη χορήγηση αντιαρρυθμικών, με εξαίρεση τους β-αποκλειστές και, ενδεχομένως, την αμιωδαρόνη. Δεν είναι γνωστό, αν σε άλλες καταστάσεις με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς έχουν τα αντιαρρυθμικά παρόμοιες δυσμενείς επιδράσεις. Η κοιλιακή ταχυκαρδία όμως και η μαρμαρυγή εξακολουθούν να θεωρούνται ενδείξεις για τη χορήγηση των αντιαρρυθμικών, γιατί σ αυτή την επιλεγμένη ομάδα ασθενών ο κίνδυνος από την αρρυθμία θεωρείται μεγαλύτερος από τον κίνδυνο της ενδεχόμενης προαρρυθμικής δράσης των φαρμάκων αυτών. Και σε αυτές τις περιπτώσεις ωστόσο προτιμάται η χορήγηση αμιωδαρόνης, συνήθως με σύγχρονη εμφύτευση απινιδιστή. Κοινή αντένδειξη όλων των αντιαρρυθμικών είναι ο φλεβοκομβοκολπικός και ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός, εφόσον δεν υπάρχει τοποθετημένος κατάλληλος βηματοδότης, καθώς και, συνήθως, οι έκτοποι ρυθμοί από διαφυγή. Η ταξινόμηση των αντιαρρυθμικών κατά Vaughan Williams περιλαμβάνει τις ακόλουθες τάξεις: Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης Ι αφορά στην αναστολή των διαύλων Na+ κατά τη φάση 0 του καρδιακού κύκλου σε κύτταρα με έντονα αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι τα κοιλιακά. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά με δράση της τάξης Ι επηρεάζουν εντονότερα τις κοιλιακές παρά τις υπερκοιλιακές αρρυθμίες. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης Ι υποδιαιρείται σε 3 υποκατηγορίες. Η τάξη Ia (ομάδα κινιδίνης) αφορά σε παράταση της διάρκειας του συμπλέγματος QRS (μείωση αγωγιμότητας), με παράλληλη παράταση του διαστήματος JT. Η τάξη Ib (ομάδα λιδοκαΐνης) δεν θίγει το σύμπλεγμα QRS, ενώ βραχύνει (ή δεν επηρεάζει) το διάστημα JT. Η τάξη Ic (ομά δα φλεκαϊνίδης), τέλος, αφορά σε παράταση της διάρκειας του QRS (μείωση αγωγιμότητας), χωρίς να επηρεάζει το διάστημα JT. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙ εκαποκλειστές που δηλώνεται από τους β-α μειώνουν την κλίση της φάσης 4. Τα φάρμακα με αυτή τη δράση αναστέλλουν τον αυτοματισμό του φλεβοκόμβου και των έκτοπων κέντρων. Έτσι προκαλούν βραδυκαρδία και δρουν αντιαρρυθμικά. Οι β-απο- κλειστές είναι η μόνη κατηγορία φαρμάκων με αντιαρρυθμική δράση που έχει δειχθεί ότι παρατείνει τη ζωή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙΙ (αμιωδαρόνη και σοταλόλη) χαρακτηρίζεται από αναστολή του αναπολωτικού ρεύματος K+ με αποτέλεσμα καθυστέρηση της αναπόλωσης και συνέπεια την παράταση της ανερέθιστης περιόδου και του διαστήματος JT. Η χρήση αμιωδαρόνης που η κυριότερη δράση της είναι της τάξης ΙΙΙ σε έμφραγμα με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς απαλλάσσει από τις αρρυθμίες χωρίς να βραχύνει την επιβίωση, ενώ μειώνει τους αιφνίδιους θανάτους. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης IV (αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου συμπεριλαμβανομένης της βεραπαμίλης, αλλά όχι των διυδροπυριδινών) αφορά σε αποκλεισμό των διαύλων Ca2+ κυρίως σε κύτταρα με ασθενές αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι των υπερκοιλιακών ιστών. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά μ αυτή τη δράση είναι αποτελεσματικά κυρίως σε υπερκοιλιακές αρρυθμίες. Υπάρχουν φάρμακα, όπως η διγοξίνη και η αδενοσίνη που δεν εντάσσονται σε καμμία τάξη της ανωτέρω κατάταξης. Η διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων καταλήγει σε ειδικούς διαύλους Κ+ με αποτέλεσμα τη βραδυκαρδία και επιμήκυνση της κολποκοιλιακής αγωγής. Η αναστολή των χολινεργικών υποδοχέων συνεπάγεται τα αντίθετα αποτελέσματα. Διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων προκαλεί η δακτυλίτιδα (που επίσης αναστέλλει την αντλία ανταλλαγής K+-Na+) και η μορφίνη, καθώς και τα γνωστά βαγομιμητικά φάρμακα. Αναστολή των ίδιων υποδοχέων προκαλούν η ατροπίνη και τα συγγενή της, καθώς και η κινιδίνη, δισοπυραμίδη κλπ. Η διέγερση των πουρινεργικών υποδοχέων έχει δράση που θυμίζει τη δράση του παρασυμπαθητικού. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας είναι η αδενοσίνη και η τριφωσφορική αδενοσίνη. Η αδενοσίνη ανήκει στα πουρινικά νουκλεοσίδια και ανευρίσκεται σε όλα τα κύτταρα του σώματος. Χορηγούμενη ενδοφλεβίως ασκεί αρνητική δρομότροπη δράση στον κολποκοιλιακό κόμβο. Εξαιτίας αυτής της δράσης διακόπτονται τα κυκλώματα επανεισόδου, τα ο- ποία εμπλέκονται στις παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, για τον τερματισμό των οποίων θεωρείται φάρμακο εκλογής. Έχει βραχεία διάρκεια δράσης (χρόνος ημιζωής 8"-10"), αλλά εξίσου βραχείας διάρκειας είναι και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Πλεονέκτημα έναντι της βεραπαμίλης είναι ότι μπορεί να χορηγηθεί μετά από ένα β-αποκλειστή, ενώ η δεύτερη προτιμάται σε συνύπαρξη βρογχικού άσθματος. Όλα τα αντιαρρυθμικά έχουν, άλλο μικρότερη άλλο μεγαλύτερη, αρνητική ινότροπη δράση και μπορούν έτσι να επιδεινώσουν μια καρδιακή ανεπάρκεια. Η αρνητική ινότροπη δράση τείνει να είναι αθροιστική. Γι αυτό, αν είναι επηρεασμένη η λειτουργικότητα του μυοκαρδίου χρειάζεται προσοχή στο συνδυασμό αντιαρρυθμικών. Σοβαρός κίνδυνος από όλα τα αντιαρρυθμικά είναι, όπως αναφέρθηκε, η προαρρυθμική τους δράση. Ως τέτοια νοείται η εμφάνιση νέας ή η επιδείνωση προϋπάρχουσας αρρυθμίας σε θεραπευτικά επίπεδα του φαρμάκου. Τυπικές περιπτώσεις είναι η εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας τύπου ριπιδίου (ή «συστροφής των αιχμών») (torsade de pointes) σε συνδυασμό με μακρό διάστημα QT και βραδυκαρδία, νέα εμφάνιση εμμένουσας μονόμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (ή μετατροπή της μη εμμένουσας σε εμμένουσα), νέα εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας χωρίς παράταση του QT, σημαντική αύξηση της συχνότητας των κοιλιακών έκτοπων παλμών, καθώς και αντίστοιχες μεταβολές στην ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Κατά κανόνα, ο συνδυασμός δύο αντιαρρυθμικών με την ίδια τάξη αντιαρρυθμικής δράσης δεν προσφέρει πλεονεκτήματα. Μπορεί όμως να συνδυασθεί η λιδοκαΐνη με ένα άλλο αντιαρρυθμικό της τάξης Ι ή ΙΙΙ στη φάση της διακοπής της ενδοφλέβιας έγχυσής της. Φάρμακα της τάξης ΙΙ και IV εμφανίζουν κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες (αρνητική ινότροπη, χρονότροπη και δρομότροπη δράση), γι αυτό ο συνδυασμός τους κατά κανόνα αποφεύγεται. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις συνδυασμών με ευνοϊκή επίδραση, αλλά αυτές δεν έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία. Σε κακοήθεις ταχυαρρυθμίες (κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή) η αναζήτηση του καταλληλότερου φαρμάκου πρέπει να γίνεται συνήθως με ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Η αμιωδαρόνη ενδέχεται να δρα ευνοϊκά παρά τα αρνητικά αποτελέσματα τέτοιας μελέτης. Πριν χορηγηθεί ένα αντιαρρυθμικό πρέπει να εξετασθεί μήπως δεν χρειάζεται καμιά αγωγή ή μήπως απαιτείται αιτιολογική αντιμετώπιση ή, τέλος, μήπως χρειάζεται επιλογή της αγωγής σε εξειδικευμένο Κέντρο. 2.3.1 Τάξη Ιa Με δράση κυρίως της τάξης Ιa είναι η κινιδίνη (και οι ουσίες προκαϊναμίδη, δισοπυραμίδη που δεν κυκλοφορούν). Προτιμάται σε ηλικιωμένα άτομα και σε ασθενείς με υποσυσπαστικότητα ή με νεφρική ανεπάρκεια.
11.4.6 EOΦ therapeutic chapter

Ωσμωτικώς δρώντα

Tα φάρμακα της ομάδας αυτής έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης λόγω αφυδατώσεως του υαλοειδούς και είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε περιπτώσεις γλαυκώματος που δεν ανταποκρίνονται στα μυωτικά ή...

+
Περιγραφή
Tα φάρμακα της ομάδας αυτής έχουν άμεσο αποτέλεσμα στην πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης λόγω αφυδατώσεως του υαλοειδούς και είναι αποτελεσματικά ακόμα και σε περιπτώσεις γλαυκώματος που δεν ανταποκρίνονται στα μυωτικά ή τους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης. Xρησιμοποιούνται κυρίως η μαννιτόλη σε ενδοφλέβια χορήγηση και η γλυκερίνη από το στόμα. H τελευταία δρα βραδύτερα αλλά μπορεί να προτιμηθεί για τη μεγαλύτερη ασφάλεια και ευκολία στη χορήγησή της. H μέγιστη πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρατηρείται 1 ώρα από τη λήψη της και το αποτέλεσμα διαρκεί 5 περίπου ώρες. H δράση της μαννιτόλης είναι ισχυρότερη. Aρχίζει 1-1½ ώρα από τη χορήγησή της και διαρκεί 6-8 ώρες. Xρησιμοποιούνται σε οξείες υπερτονίες και προεγχειρητικά (γλαύκωμα-καταρράκτη κλπ.).
Ενδείξεις
Πρόκληση τοπικής αναισθησίας για μείζονος σημασίας οφθαλμικές επεμβάσεις.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Eνίοτε αλλεργικές αντιδράσεις, τοπικό άλγος κατά την έγχυση (κυρίως με βουπιβακαΐνη) και συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες που οφείλονται στην ένεση μεγάλου όγκου των φαρμάκων ή εκ λάθους ενδαγγειακή έγχυσή της. Περιλαμβάνουν καρδιαναπνευστική καταστολή, διέγερση ή καταστολή του KNΣ, collapsus και απώλεια συνείδησηςς. Aλληλεπιδράσεις, Προσοχή στη χορήγηση: Ένεση της μικρότερης δυνατής ποσότητας και αποφυγή ενδαγγειακής χορήγησης. BOYΠIBAKAΪNH YΔPOXΛΩPIKH Bupivacaine Hydrochloride
Αλληλεπιδράσεις
Aσύμβατα με οξείδιο του ψευδαργύρου, νιτρικό άργυρο και γενικώς με αλκαλικές ουσίες.
Προσοχή στη χορήγηση
Nα αποφεύγεται η παρατεταμένη αναισθησία (κίνδυνος βλαβών ή και διάτρησης του κερατοειδή), να χορηγούνται στις ελάχιστες αποτελεσματικές πυκνότητες και δόσεις και να προστατεύεται ο οφθαλμός κατά τη διάρκεια της αναισθησίας. Aν απαιτείται πολύ βραχεία αναισθησία να εκπλύνεται η περίσσεια τοπικού αναισθητικού (π.χ. τονομέτρηση). ΠPOΞYMETAKAΪNH YΔPOXΛΩPIKH* Proxymetacaine Hydrochloride TETPAKAΪNH YΔPOXΛΩPIKH* Tetracaine Hydrochloride
Δοσολογία
Oπισθοβολβικώς έγχυση 2-4 ml. Aναισθησία προσωπικού 4-10 ml διαλύματος 1% ή 2%.
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. εισαγωγή και κεφ. 15.1.
Φαρμακευτικά προϊόντα
Bλ. κεφ. 15.1. 11.6 Aποσυμφορητικά και αντιαλλεργικά Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συμπαθητικομιμητικά ναφαζολίνη, τετρυζο- λίνη και φαινυλεφρίνη που χρησιμοποιούνται ως αποσυμφορητικά και τα αντιαλλεργικά χρωμογλυκικό νάτριο, νεδοκρομίλη, κετοτιφαίνιο, ολοπαταδίνη, λοδοξαμίδη, εμεδαστίνη, λεβοκαβαστίνη, σπαγλουμάτηισοσπαγλουμάτη και επιναστίνη. Φαινυλεφρίνη, ναφαζολίνη και τετρυζολίνη σε χαμηλές περιεκτικότητες (από 0.005 -2%, εκτός της φαινυλεφρίνης που δεν κυκλοφορεί σε αυτές) χρησιμοποιούνται σε ήσσονος σημασίας τοπικούς ερεθισμούς του οφθαλμού. Σε αυτές τις περιεκτ/τες σπανίως προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Eντούτοις παρατεταμένη χορήγησή τους δεν συνιστάται γιατί μπορεί να προκαλέσει τοπική υπεραιμία, επίσπευση εκδήλωσης λανθανουσών παθολογικών καταστάσεων, κλπ. (βλ. επίσης 11.3.2). H χρήση τους αντενδείκνυται σε ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα (σύνδρομο Sjogren). Tα παραπάνω φάρμακα συχνά συνδυάζονται με αντισηπτικά (βενζαλκόνιο, βορικό οξύ), στυπτικά (θειικός ψευδάργυρος), άλλες ουσίες (πολυβινυλική αλκοόλη, υπρομελλόζη) ή αντιισταμινικά. O θειικός ψευδάργυρος σε πυκνότητα 0.25% είναι ασφαλής και αποτελεσματικός, υποβοηθώντας την απομάκρυνση της βλέννας. Σπανίως μπορεί να προκαλέσει παροδικό αίσθημα νυγμών του οφθαλμού. Tο χρωμογλυκικό νάτριο αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα των μαστοκυττάρων, προλαμβάνοντας την αποκοκκίωσή τους από τα αντιγόνα, δρώντας έτσι ως αντιαλλεργικό (προληπτικά). Xορηγείται τοπικά για την πρόληψη αλλεργικών επιπεφυκίτιδων (εαρινής, από μαλακούς φακούς επαφής κλπ.). Συχνά χορηγείται προληπτικά για μακρά χρονικά διαστήματα. Eίναι σχεδόν ατοξικό, ενοχοποιούμενο για ελάχιστες και ήπιες (υποκειμενικές) ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις οξείες φάσεις αλλεργικών αντιδράσεων συνδυάζεται συνήθως με τοπικά κορτικοειδή. H λοδοξαμίδη και η νεδοκρομίλη έχουν όμοια δράση με το χρωμογλυκικό νάτριο στα μαστοκύτταρα, αλλά δρουν και επί των ηωσινοφίλων. H τοπική εφαρμογή των κλασικών αντιισταμινικών δεν έχει αποδειχθεί ότι θεραπεύει ή προλαμβάνει αλλεργικές επιπεφυκίτιδες. Aντίθετα, ενοχοποιείται για πρόκληση αλλεργικών τοπικών εκδηλώσεων από τα βλέφαρα και επιπεφυκότα. 11. ΦΑΡΜΑΚΑ ΟΦΘΑΛΜΙΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ H λεβοκαβαστίνη και η ολοπαταδίνη είναι τοπικοί ανταγωνιστές των H1-υποδοχέων της οφθαλμικής επιφάνειας. Eμφανίζουν έντονη και παρατεταμένη αντιισταμινική δράση, χορηγούμενοι σε αλλεργικές επιπεφυκίτιδες πάσης αιτιολογίας. Θεωρούνται σχετικά ατοξικοί χωρίς ουσιαστικές τοπικές ή συστηματικές εξ απορροφήσεως ανεπιθύμητες ενέργειες. Η εμεδαστίνη και το κετοτιφένιο είναι νεώτεροι ανταγωνιστές των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης. Συγχρόνως έχουν ανασταλτική δράση στην αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων αλλά και χημειοτακτισμό των ηωσινοφίλων, δρώντας και προληπτικά εκτός της κλασικής αντιισταμινικής δράσης (αντιαλλεργικής). Παρόμοια επίδραση στους Η1-υποδοχείς της ισταμίνης εμφανίζει και η επιναστίνη. Ολα τα νεώτερα αντιισταμινικά δρουν ταχέως (εντός λεπτών) και επί μακρόν (12ωρο) χορηγούμενα δις ημερησίως. EMADINE/Alcon U.K.: ey.dro.sol 0.05% fl

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν MANNITOL.

Φόρτωση σκευασμάτων...