Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ B03XA06 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

LUSPATERCEPT

Λουσπατερσέπτη

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of LUSPATERCEPT

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-REBLOZYL

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
μία φορά κάθε 3 εβδομάδες
Δόση έναρξης:
1,0 mg/kg
Τιτλοποίηση:
Για Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα: Έναρξη 1,0 mg/kg. Αύξηση σε 1,33 mg/kg μετά ≥ 2 διαδοχικές δόσεις εάν απαιτείται μετάγγιση RBC. Αύξηση σε 1,75 mg/kg μετά ≥ 2 διαδοχικές δόσεις στα 1,33 mg/kg εάν απαιτείται μετάγγιση RBC. Η αύξηση δόσης όχι συχνότερα από κάθε 6 εβδομάδες. Μέγιστη δόση 1,75 mg/kg. Εάν απώλεια ανταπόκρισης, αύξηση κατά ένα επίπεδο δόσης. Για β-θαλασσαιμία: Έναρξη 1,0 mg/kg. Αύξηση σε 1,25 mg/kg εάν δεν επιτευχθεί ανταπόκριση (μείωση επιβάρυνσης μετάγγισης RBC κατά τουλάχιστον 1/3) μετά ≥ 2 διαδοχικές δόσεις. Μέγιστη δόση 1,25 mg/kg. Εάν απώλεια ανταπόκρισης, αύξηση κατά ένα επίπεδο δόσης. Μειώσεις δόσης για ΜΔΣ: 1,75 mg/kg σε 1,33 mg/kg, 1,33 mg/kg σε 1 mg/kg, 1 mg/kg σε 0,8 mg/kg. Μειώσεις δόσης για β-θαλασσαιμία: 1,25 mg/kg σε 1 mg/kg, 1 mg/kg σε 0,8 mg/kg. Ελάχιστη δόση 0,8 mg/kg.
  • Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα
    Δόση1,0 mg/kg
    Μέγ. δόση1,75 mg/kg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης 1,0 mg/kg χορηγούμενη μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Αύξηση σε 1,33 mg/kg εάν ο ασθενής υποβληθεί σε μετάγγιση με RBC μετά από τουλάχιστον 2 διαδοχικές δόσεις στην αρχική δόση. Αύξηση σε 1,75 mg/kg εάν ο ασθενής υποβληθεί σε μετάγγιση με RBC μετά από τουλάχιστον 2 διαδοχικές δόσεις στην δόση 1,33 mg/kg. Η αύξηση της δόσης δεν θα πρέπει να γίνεται συχνότερα από κάθε 6 εβδομάδες (2 χορηγήσεις) και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη μέγιστη δόση των 1,75 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες. Εάν ο ασθενής χάσει ανταπόκριση (ανεξαρτησία από μεταγγίσεις), η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα επίπεδο δόσης.
  • β-θαλασσαιμία
    Δόση1,0 mg/kg
    Μέγ. δόση1,25 mg/kg
    Συνιστώμενη δόση έναρξης 1,0 mg/kg χορηγούμενη μία φορά κάθε 3 εβδομάδες. Εάν ο ασθενής δεν επιτυγχάνει ανταπόκριση (μείωση επιβάρυνσης μετάγγισης RBC κατά τουλάχιστον 1/3 μετά από ≥ 2 διαδοχικές δόσεις στην αρχική δόση), η δόση θα πρέπει να αυξηθεί στα 1,25 mg/kg. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξηθεί πέραν της μέγιστης δόσης των 1,25 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες. Εάν ο ασθενής χάσει την ανταπόκριση, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα επίπεδο δόσης.
  • ΜΔΣ και β-θαλασσαιμία
    Σε περίπτωση αύξησης της Hb > 2 g/dL εντός 3 εβδομάδων από τη θεραπεία, απουσία μετάγγισης, η δόση θα πρέπει να μειωθεί κατά ένα επίπεδο δόσης. Εάν η Hb είναι ≥ 11,5 g/dL απουσία μετάγγισης για τουλάχιστον 3 εβδομάδες, η δόση θα πρέπει να καθυστερήσει έως ότου η Hb είναι ≤ 11,0 g/dL. Εάν υπάρχει ταυτόχρονη ταχεία αύξηση της Hb (> 2 g/dL εντός 3 εβδομάδων απουσία μετάγγισης), μπορεί να ληφθεί υπόψη μία μείωση δόσης κατά ένα επίπεδο πιο κάτω (ελάχιστο 0,8 mg/kg) μετά την καθυστέρηση της δόσης. Η δόση δεν πρέπει να μειωθεί κάτω από τα 0,8 mg/kg. Καθυστερήσεις δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών βαθμού 3 ή υψηλότερου μέχρι να βελτιωθεί η τοξικότητα.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης για ασθενείς με ολική χολερυθρίνη (BIL) > ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) ή/και αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) ή ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) < 3 x ULN. Δεν μπορεί να γίνει συγκεκριμένη σύσταση δόσης για ασθενείς με ALT ή AST ≥ 3 x ULN ή ηπατική βλάβη CTCAE Βαθμού ≥ 3 λόγω έλλειψης δεδομένων.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης [eGFR] < 90 και ≥ 30 mL/min/1,73 m2). Δεν μπορούν να γίνουν συγκεκριμένες συστάσεις δόσης για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR < 30 mL/min/1,73 m2) λόγω έλλειψης κλινικών δεδομένων. Παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Reblozyl στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη των μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων, ή σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 μηνών για τη β-θαλασσαιμία. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Reblozyl στους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί για τη β-θαλασσαιμία.
block
SPC-REBLOZYL

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Κύηση
warning
SPC-REBLOZYL

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
  • Θρομβοεμβολικά συμβάντα
    Πληθυσμόςασθενείς με β-θαλασσαιμία, ειδικά με σπληνεκτομή και άλλους παράγοντες κινδύνου (π.χ. ιστορικό θρομβοκυττάρωσης ή συγχορήγηση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης)
    Το πιθανό όφελος από τη θεραπεία με luspatercept θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι του δυνητικού κινδύνου εμφάνισης ΤΕΕ. Η θρομβοπροφύλαξη σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές οδηγίες θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με υψηλότερο κίνδυνο.
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
    Πληθυσμόςασθενείς με ΜΔΣ και β-θαλασσαιμία
    Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται πριν από κάθε χορήγηση luspatercept. Σε περίπτωση επίμονης υπέρτασης ή εξάρσεων προϋπάρχουσας υπέρτασης, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία για υπέρταση σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές οδηγίες.
  • Περιεχόμενο νατρίου
    Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση και είναι «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-REBLOZYL

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • χηλικοποιητικοί παράγοντες σιδήρου
    καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική του luspatercept
sick
SPC-REBLOZYL

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αναπνευστικό
  • Βρογχίτιδα
  • Δύσπνοια
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
  • Γρίπη
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Υπερουριχαιμία
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Συγκοπή
  • Προσυγκοπή
Αυτί
  • Ίλιγγος
  • Στατικός ίλιγγος
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Θρομβοεμβολικά συμβάντα
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
Μυοσκελετικό
  • Οσφυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Πόνος στα οστά
Γενικές
  • Κόπωση
  • Εξασθένιση
  • Αντιδράσεις στο σημείο ένεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Βρογχίτιδα
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Ίλιγγος
    Αυτί
    Συχνές
  • Αντιδράσεις στο σημείο ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Γρίπη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Θρομβοεμβολικά συμβάντα
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Προσυγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πόνος στα οστά
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Στατικός ίλιγγος
    Αυτί
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Συχνές
  • υπεουριχαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
pregnant_woman
SPC-REBLOZYL

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η θεραπεία με το Reblozyl δεν θα πρέπει να ξεκινήσει εάν η γυναίκα είναι έγκυος. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Reblozyl και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία δόση. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Reblozyl, πρέπει να γίνει τεστ κυήσεως. Εάν μία ασθενής μείνει έγκυος, το Reblozyl θα πρέπει να διακοπεί. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν το luspatercept ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Το luspatercept ανιχνεύθηκε στο γάλα θηλαζόντων επιμυών (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της αγωγής με Reblozyl και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση ή εάν θα διακοπεί η θεραπεία με Reblozyl.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Η επίδραση του luspatercept στη γονιμότητα στους ανθρώπους είναι άγνωστη. Με βάση τα ευρήματα σε ζώα, το luspatercept μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
SPC-REBLOZYL

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαναιμικά σκευάσματα, άλλα αντιαναιμικά σκευάσματα, κωδικός ATC: B03XA06. ### Μηχανισμός δράσης Το luspatercept, ένας παράγοντας ωρίμανσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη σύντηξης που δεσμεύει…
monitor_heart
SPC-REBLOZYL

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαναιμικά σκευάσματα, άλλα αντιαναιμικά σκευάσματα, κωδικός ATC: B03XA06. ### Μηχανισμός δράσης Το luspatercept, ένας παράγοντας ωρίμανσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη σύντηξης που δεσμεύει…
biotech
SPC-REBLOZYL

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση Σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς, το luspatercept απορροφάται βραδέως μετά την υποδόρια χορήγηση, με το Cmax σε ορό που παρατηρείται συχνά, περίπου 7 ημέρες μετά τη δόση σε όλα τα επίπεδα δόσης. Η ανάλυση φαρμακοκινητικής (ΦΚ) του πληθυσμού…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία πριν από κάθε χορήγηση luspatercept ΜΔΣ και β-θαλασσαιμία
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-REBLOZYL
expand_more

Η θεραπεία με Reblozyl θα πρέπει να ξεκινά από έναν ιατρό με εμπειρία στη θεραπεία αιματολογικών ασθενειών.

Δοσολογία

Πριν από κάθε χορήγηση του Reblozyl, θα πρέπει να αξιολογείται το επίπεδο αιμοσφαιρίνης (Hb) των ασθενών. Σε περίπτωση που πραγματοποιηθεί μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων (RBC) πριν από τη χορήγηση της δόσης, για λόγους προσδιορισμού της δόσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το επίπεδο Hb προ της μετάγγισης.

Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα

Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Reblozyl είναι 1,0 mg/kg χορηγούμενη μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.

Σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε μετάγγιση με RBC μετά από τουλάχιστον 2 διαδοχικές δόσεις στην δόση έναρξης 1,0 mg/kg, η δόση πρέπει να αυξηθεί στα 1,33 mg/kg. Εάν οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε μετάγγιση με RBC μετά από τουλάχιστον 2 διαδοχικές δόσεις σε επίπεδο δόσης με 1,33 mg/kg, η δόση πρέπει να αυξηθεί στα 1,75 mg/kg. Η αύξηση της δόσης δεν θα πρέπει να γίνεται συχνότερα από κάθε 6 εβδομάδες (2 χορηγήσεις) και δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη μέγιστη δόση των 1,75 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξηθεί αμέσως μετά από μία καθυστέρηση δόσης. Για ασθενείς με επίπεδα Hb > 9 g/dL πριν από τη χορήγηση δόσης και οι οποίοι δεν έχουν ακόμα επιτύχει ανεξαρτησία από μεταγγίσεις, μπορεί να απαιτηθεί αύξηση της δόσης κατά την κρίση του ιατρού· δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος να αυξηθεί η Hb πάνω από τον ουδό στόχο με ταυτόχρονη μετάγγιση.

Εάν ένας ασθενής χάσει ανταπόκριση (δηλ. ανεξαρτησία από μεταγγίσεις), η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα επίπεδο δόσης.

-θαλασσαιμία

Η συνιστώμενη δόση έναρξης του Reblozyl είναι 1,0 mg/kg χορηγούμενη μία φορά κάθε 3 εβδομάδες.

Σε ασθενείς που δεν επιτυγχάνουν ανταπόκριση, η οποία ορίζεται ως μείωση της επιβάρυνσης μετάγγισης RBC κατά τουλάχιστον ένα τρίτο μετά από ≥ 2 διαδοχικές δόσεις (6 εβδομάδες), στην αρχική δόση των 1,0 mg/kg, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί στα 1,25 mg/kg. Η δόση δεν θα πρέπει να αυξηθεί πέραν της μέγιστης δόσης των 1,25 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες.

Εάν ένας ασθενής χάσει την ανταπόκριση (εφόσον η επιβάρυνση μετάγγισης RBC αυξηθεί και πάλι έπειτα από μια αρχική ανταπόκριση) η δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά ένα επίπεδο δόσης.

ΜΔΣ και -θαλασσαιμία

Μείωση δόσης και καθυστέρηση δόσης

Σε περίπτωση αύξησης της Hb > 2 g/dL εντός 3 εβδομάδων από τη θεραπεία με luspatercept, απουσία μετάγγισης, η δόση του Reblozyl θα πρέπει να μειωθεί κατά ένα επίπεδο δόσης.

Εάν η Hb είναι ≥ 11,5 g/dL απουσία μετάγγισης για τουλάχιστον 3 εβδομάδες, η δόση θα πρέπει να καθυστερήσει έως ότου η Hb είναι ≤ 11,0 g/dL. Εάν υπάρχει επίσης ταυτόχρονη ταχεία αύξηση της Hb (> 2 g/dL εντός 3 εβδομάδων απουσία μετάγγισης), θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μία μείωση δόσης κατά ένα επίπεδο πιο κάτω (ελάχιστο 0,8 mg/kg) μετά την καθυστέρηση της δόσης.

Η δόση δεν πρέπει να μειωθεί κάτω από τα 0,8 mg/kg.

Οι μειώσεις δόσης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με luspatercept παρέχονται παρακάτω.

Πίνακας 1: Μειώσεις δόσης για ΜΔΣ

Τρέχουσα δόση Μείωση της δόσης
1,75 mg/kg 1,33 mg/kg
1,33 mg/kg 1 mg/kg
1 mg/kg 0,8 mg/kg

Πίνακας 2: Μειώσεις δόσης για -θαλασσαιμία

Τρέχουσα δόση Μείωση της δόσης
1,25 mg/kg 1 mg/kg
1 mg/kg 0,8 mg/kg

Εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν επίμονες ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού 3 ή υψηλότερου σχετιζόμενες με τη θεραπεία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), η θεραπεία θα πρέπει να καθυστερήσει μέχρι να βελτιωθεί η τοξικότητα ή να επανέλθει στην αρχική τιμή.

Μετά από καθυστέρηση δόσης, οι ασθενείς θα πρέπει να ξεκινήσουν εκ νέου με την προηγούμενη δόση τους ή με μειωμένη δόση σύμφωνα με τις οδηγίες για τη μείωση δόσης.

Παραλειφθείσες δόσεις

Σε περίπτωση παράλειψης ή καθυστέρησης της χορήγησης της προγραμματισμένης δόσης, θα πρέπει να χορηγηθεί το Reblozyl στον ασθενή το συντομότερο δυνατό και η δοσολογία να συνεχιστεί σύμφωνα με τη συνταγογράφηση με χρονικό διάστημα τουλάχιστον 3 εβδομάδων μεταξύ των δόσεων.

Ασθενείς που παρουσιάζουν απώλεια ανταπόκρισης

Εάν οι ασθενείς παρουσιάσουν απώλεια ανταπόκρισης στο Reblozyl, θα πρέπει να αξιολογηθούν οι αιτιολογικοί παράγοντες (π.χ. αιμορραγικό συμβάν). Εάν αποκλειστούν τα συνήθη αίτια απώλειας αιματολογικής ανταπόκρισης, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης της δόσης όπως περιγράφεται παραπάνω για την αντίστοιχη ένδειξη θεραπείας.

Διακοπή

Το Reblozyl θα πρέπει να διακόπτεται εάν οι ασθενείς δεν παρουσιάσουν μείωση της επιβάρυνσης μετάγγισης μετά από 9 εβδομάδες θεραπείας (3 δόσεις) στο μέγιστο επίπεδο δόσης, εάν δεν δοθούν εναλλακτικές εξηγήσεις για την ανεπαρκή ανταπόκριση (π.χ. αιμορραγία, χειρουργική επέμβαση, άλλες ταυτόχρονες ασθένειες) ή εάν εμφανιστεί μη αποδεκτή τοξικότητα οποιαδήποτε στιγμή.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Για το Reblozyl δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ηπατική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης έναρξης για ασθενείς με ολική χολερυθρίνη (BIL) > ανώτατο φυσιολογικό όριο (ULN) ή/και αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) ή ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) < 3 x ULN (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν μπορεί να γίνει συγκεκριμένη σύσταση δόσης για ασθενείς με ALT ή AST ≥ 3 x ULN ή ηπατική βλάβη CTCAE Βαθμού ≥ 3 λόγω έλλειψης δεδομένων (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Νεφρική δυσλειτουργία

Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης [eGFR] < 90 και ≥ 30 mL/min/1,73 m2). Δεν μπορούν να γίνουν συγκεκριμένες συστάσεις δόσης για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR < 30 mL/min/1,73 m2) λόγω έλλειψης κλινικών δεδομένων (βλ. Φαρμακοκινητικές). Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για νεφρική λειτουργία σύμφωνα με το πρότυπο φροντίδας.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Reblozyl στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη των μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων, ή σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 μηνών για τη β-θαλασσαιμία. Για μη κλινικά δεδομένα, βλ. Προκλινικά δεδομένα.

Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Reblozyl στους παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από 6 μηνών έως κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί για τη β-θαλασσαιμία. Για μη κλινικά δεδομένα, βλ. Προκλινικά δεδομένα.

Τρόπος χορήγησης

Για υποδόρια χρήση.

Μετά την ανασύσταση, το διάλυμα Reblozyl θα πρέπει να εγχέεται υποδόρια στον άνω βραχίονα, τον μηρό ή την κοιλιακή χώρα. Ο ακριβής συνολικός όγκος δοσολογίας του ανασυσταθέντος διαλύματος που απαιτείται για τον ασθενή θα πρέπει να υπολογιστεί και να εξαχθεί αργά από το(α) φιαλίδιο(α) μονήρους δόσης, σε μία σύριγγα.

Ο συνιστώμενος μέγιστος όγκος φαρμακευτικού προϊόντος ανά θέση ένεσης είναι 1,2 mL. Εάν απαιτούνται περισσότερα από 1,2 mL, ο συνολικός όγκος θα πρέπει να χωρίζεται σε ξεχωριστές ενέσεις παρόμοιου όγκου και να χορηγείται σε ξεχωριστές θέσεις.

Εάν απαιτούνται πολλαπλές ενέσεις, πρέπει να χρησιμοποιείται νέα σύριγγα και βελόνα για κάθε υποδόρια ένεση. Δεν θα πρέπει να χορηγούνται περισσότερες της μίας δόσης από ένα φιαλίδιο.

Εάν το διάλυμα Reblozyl έχει ψυχθεί μετά την ανασύσταση, θα πρέπει να αφαιρεθεί από το ψυγείο 15-30 λεπτά πριν από την ένεση, ώστε να φτάσει σε θερμοκρασία δωματίου. Αυτό θα κάνει την ένεση πιο άνετη.

Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-REBLOZYL
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Κύηση (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-REBLOZYL
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Θρομβοεμβολικά συμβάντα

Σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία, αναφέρθηκαν θρομβοεμβολικά συμβάντα (TEE) στο 3,6% (8/223) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με luspatercept σε μία ελεγχόμενη κλινική μελέτη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Τα αναφερόμενα TEE περιελάμβαναν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση (DVT), θρόμβωση πυλαίας φλέβας, πνευμονική εμβολή και ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Όλοι οι ασθενείς με ΤΕΕ είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή και είχαν τουλάχιστον έναν άλλο παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη ΤΕΕ (π.χ. ιστορικό θρομβοκυττάρωσης ή συγχορήγηση θεραπείας ορμονικής υποκατάστασης). Η εμφάνιση ΤΕΕ δεν συσχετίστηκε με αυξημένα επίπεδα Hb. Το πιθανό όφελος από τη θεραπεία με luspatercept θα πρέπει να σταθμίζεται έναντι του δυνητικού κινδύνου εμφάνισης ΤΕΕ σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία με σπληνεκτομή και άλλους παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη ΤΕΕ. Η θρομβοπροφύλαξη σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές οδηγίες θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο.

Αυξημένη αρτηριακή πίεση

Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ΜΔΣ και β-θαλασσαιμία, οι ασθενείς που έλαβαν luspatercept είχαν μέση αύξηση της συστολικής και διαστολικής αρτηριακής πίεσης των 5 mmHg από την αρχική τιμή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η αρτηριακή πίεση θα πρέπει να παρακολουθείται πριν από κάθε χορήγηση luspatercept. Σε περίπτωση επίμονης υπέρτασης ή εξάρσεων προϋπάρχουσας υπέρτασης, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία για υπέρταση σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές οδηγίες.

Περιεχόμενο νατρίου

Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-REBLOZYL
expand_more
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες κλινικές μελέτες αλληλεπιδράσεων. Η ταυτόχρονη χρήση χηλικοποιητικών παραγόντων σιδήρου δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική του luspatercept.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-REBLOZYL
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφαλείας

Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο σε ασθενείς που λαμβάνουν το Reblozyl (τουλάχιστον στο 15% των ασθενών) ήταν κόπωση, διάρροια, εξασθένιση, ναυτία, ζάλη, οσφυαλγία και κεφαλαλγία. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο Βαθμού 3 ή ανώτερου (τουλάχιστον στο 2% των ασθενών) περιελάμβαναν συγκοπή/προσυγκοπή, κόπωση, υπέρταση και εξασθένιση. Οι πιο συχνά αναφερόμενες σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο (τουλάχιστον στο 2% των ασθενών) ήταν η ουρολοίμωξη, η οσφυαλγία και η συγκοπή.

Εξασθένιση, κόπωση, ζάλη και κεφαλαλγία παρατηρήθηκαν συχνότερα κατά τη διάρκεια των πρώτων 3 μηνών θεραπείας.

Η διακοπή της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητης αντίδρασης παρατηρήθηκε στο 2,0% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με luspatercept. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας στο σκέλος θεραπείας με luspatercept ήταν κόπωση και κεφαλαλγία.

-θαλασσαιμία

Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στο φάρμακο σε ασθενείς που λαμβάνουν το Reblozyl (τουλάχιστον στο 15% των ασθενών) ήταν κεφαλαλγία, οστικός πόνος και αρθραλγία. Η συχνότερα αναφερθείσα ανεπιθύμητη ενέργεια στο φάρμακο Βαθμού 3 ή υψηλότερου ήταν υπερουριχαιμία. Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν περιελάμβαναν θρομβοεμβολικά συμβάντα εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο, θρόμβωση πυλαίας φλέβας και πνευμονική εμβολή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ο οστικός πόνος, η εξασθένιση, η κόπωση, η ζάλη και η κεφαλαλγία εμφανιζόταν συχνότερα κατά τους πρώτους 3 μήνες της θεραπείας.

Διακοπή της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητης ενέργειας παρατηρήθηκε στο 2,6% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με luspatercept. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν στη διακοπή της θεραπείας στο σκέλος θεραπείας με luspatercept ήταν αρθραλγία, οσφυαλγία, οστικός πόνος και κεφαλαλγία.

Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών

Η υψηλότερη συχνότητα για κάθε ανεπιθύμητη αντίδραση που παρατηρήθηκε και αναφέρθηκε στις δύο προεγκριτικές μελέτες σε ΜΔΣ και -θαλασσαιμία παρουσιάζεται στον Πίνακα 3 παρακάτω. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και τον προτιμώμενο όρο. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000).

Πίνακας 3. Ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων (ADR) σε ασθενείς που έλαβαν Reblozyl για ΜΔΣ και -θαλασσαιμία

Κατηγορία/οργανικό σύστημα Προτιμώμενος όρος Συχνότητα (κάθε βαθμού) για ΜΔΣ Συχνότητα (κάθε βαθμού) για -θαλασσαιμία
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις βρογχίτιδα Πολύ συχνές Συχνές
ουρολοίμωξη Πολύ συχνές Συχνές
λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού Συχνές Πολύ συχνές
γρίπη Συχνές Συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος υπερευαισθησία* Συχνές Συχνές
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης υπερουριχαιμία Συχνές Συχνές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος ζάλη Πολύ συχνές Πολύ συχνές
κεφαλαλγία Πολύ συχνές Πολύ συχνές
συγκοπή/προσυγκοπή Συχνές Συχνές
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου ίλιγγος/στατικός ίλιγγος Συχνές Συχνές
Αγγειακές διαταραχές υπέρταση~ Συχνές Συχνές
θρομβοεμβολικά συμβάντα§ Συχνές Συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου δύσπνοια Πολύ συχνές Συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού διάρροια Πολύ συχνές Συχνές
ναυτία Πολύ συχνές Συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού οσφυαλγία Πολύ συχνές Πολύ συχνές
αρθραλγία Συχνές Πολύ συχνές
πόνος στα οστά Συχνές Πολύ συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης κόπωση Πολύ συχνές Πολύ συχνές
εξασθένιση Πολύ συχνές Πολύ συχνές
αντιδράσεις στο σημείο ένεσης# Συχνές Συχνές
  • Η υπερευαισθησία περιλαμβάνει οίδημα βλεφάρων, υπερευαισθησία στο φάρμακο, πρήξιμο του προσώπου, περιτοναϊκό οίδημα, οίδημα προσώπου, αγγειοίδημα, πρήξιμο των χειλιών, εξάνθημα από το φάρμακο. ~ Η αντίδραση υπέρτασης περιλαμβάνει την ιδιοπαθή υπέρταση, την υπέρταση και την υπερτασική κρίση.

Οι αντιδράσεις στο σημείο ένεσης περιλαμβάνουν ερύθημα στο σημείο ένεσης, κνησμό στο σημείο ένεσης, οίδημα στο σημείο ένεσης και εξάνθημα στο σημείο ένεσης.

§ Τα θρομβοεμβολικά συμβάντα περιλαμβάνουν εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, θρόμβωση πυλαίας φλέβας, ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο και πνευμονική εμβολή.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Πόνος στα οστά

Ο οστικός πόνος αναφέρθηκε στο 19,7% των ασθενών με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (εικονικό φάρμακο 8,3%) και στο 2,6% των ασθενών με ΜΔΣ που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (εικονικό φάρμακο 3,9%). Σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept, ο οστικός πόνος ήταν πιο συχνός τους πρώτους 3 μήνες (16,6%) σε σύγκριση με τους μήνες 4-6 (3,7%). Τα περισσότερα συμβάντα (41/44 συμβάντα) ήταν Βαθμού 1-2, με 3 συμβάντα Βαθμού 3. Ένα από τα 44 συμβάντα ήταν σοβαρό και 1 συμβάν οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας.

Αρθραλγία

Η αρθραλγία αναφέρθηκε στο 19,3% των ασθενών με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (εικονικό φάρμακο 11,9%) και στο 5,2% των ασθενών με ΜΔΣ που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (εικονικό φάρμακο 11,8%). Στους ασθενείς με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept, η αρθραλγία οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας σε 2 ασθενείς (0,9%).

Υπέρταση

Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με luspatercept είχαν μέση αύξηση στη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση των 5 mmHg από την αρχική τιμή που δεν παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η υπέρταση αναφέρθηκε στο 8,5% των ασθενών με ΜΔΣ που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (εικονικό φάρμακο 9,2%) και στο 8,1% των ασθενών με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (εικονικό φάρμακο 2,8%) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Σε ασθενείς με ΜΔΣ, αναφέρθηκαν συμβάντα Βαθμού 3 για 5 ασθενείς (3,3%) που έλαβαν θεραπεία με luspatercept και για 3 ασθενείς (3,9%) που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε λόγω υπέρτασης.

Σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία, αναφέρθηκαν συμβάντα Βαθμού 3 σε 4 ασθενείς (1,8%) που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (0,0% εικονικό φάρμακο). Κανένας ασθενής δεν διέκοψε λόγω υπέρτασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Υπερευαισθησία

Οι αντιδράσεις τύπου υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος των βλεφάρων, της υπερευαισθησίας στο φάρμακο, του πρηξίματος προσώπου, του περιτοναϊκού οιδήματος, του οιδήματος προσώπου, αγγειοοιδήματος, του πρηξίματος των χειλιών, του εξανθήματος λόγω φαρμάκου) αναφέρθηκαν στο 4,6% των ασθενών με ΜΔΣ (2,6% εικονικό φάρμακο) και στο 4,5% των ασθενών με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept (1,8% εικονικό φάρμακο). Σε κλινικές μελέτες, όλα τα συμβάντα ήταν Βαθμού 1/2. Σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία που έλαβαν θεραπεία με luspatercept, η υπερευαισθησία οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας σε 1 ασθενή (0,4%).

Αντιδράσεις στο σημείο ένεσης

Οι αντιδράσεις στο σημείο ένεσης (συμπεριλαμβανομένου ερυθήματος στο σημείο ένεσης, κνησμού στο σημείο ένεσης, οιδήματος στο σημείο ένεσης και εξανθήματος στο σημείο ένεσης) αναφέρθηκαν στο 3,9% των ατόμων με ΜΔΣ (εικονικό φάρμακο 0,0%) και στο 2,2% των ασθενών με β-θαλασσαιμία που έλαβαν luspatercept (εικονικό φάρμακο 1,8%). Σε κλινικές μελέτες, όλα τα συμβάντα ήταν Βαθμού 1 και κανένα δεν οδήγησε σε διακοπή.

Θρομβοεμβολικά συμβάντα

Τα θρομβοεμβολικά συμβάντα (συμπεριλαμβανομένης της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της θρόμβωσης πυλαίας φλέβας, του ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου και της πνευμονικής εμβολής) παρατηρήθηκαν στο 3,6% των ασθενών με β-θαλασσαιμία που έλαβαν luspatercept (εικονικό φάρμακο 0,9%). Όλα τα συμβάντα αναφέρθηκαν σε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή και είχαν τουλάχιστον έναν άλλο παράγοντα κινδύνου. Δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά στα ΤΕΕ ανάμεσα στα σκέλη του luspatercept και του εικονικού φαρμάκου σε ασθενείς με ΜΔΣ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ανοσογονικότητα

Σε κλινικές μελέτες σε ΜΔΣ, μια ανάλυση 260 ασθενών με ΜΔΣ οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με luspatercept και οι οποίοι αξιολογήθηκαν για την παρουσία αντισωμάτων αντι-luspatercept έδειξε ότι 23 (8,8%) ασθενείς με ΜΔΣ βρέθηκαν θετικοί για αναδυόμενα κατά τη θεραπεία αντισώματα αντι-luspatercept, συμπεριλαμβανομένων 9 (3,5%) ασθενών με ΜΔΣ που είχαν εξουδετερωτικά αντισώματα κατά του luspatercept.

Σε κλινικές μελέτες για τη -θαλασσαιμία, μία ανάλυση 284 ασθενών με -θαλασσαιμία οι οποίοι υποβλήθηκαν σε θεραπεία με luspatercept και οι οποίοι αξιολογήθηκαν για την παρουσία αντισωμάτων αντι-luspatercept έδειξε ότι 4 (1,4%) ασθενείς με -θαλασσαιμία βρέθηκαν θετικοί για αναδυόμενα κατά τη θεραπεία αντισώματα αντι-luspatercept, συμπεριλαμβανομένων 2 (0,7%) ασθενών με -θαλασσαιμία που είχαν εξουδετερωτικά αντισώματα κατά luspatercept.

Η συγκέντρωση luspatercept στον ορό έτεινε να μειωθεί παρουσία εξουδετερωτικών αντισωμάτων. Δεν αναφέρθηκαν σοβαρές συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς με αντισώματα αντι-luspatercept. Δεν υπήρξε συσχέτιση ανάμεσα στις αντιδράσεις τύπου υπερευαισθησίας ή τις αντιδράσεις στο σημείο ένεσης και την παρουσία αντισωμάτων αντι-luspatercept.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-REBLOZYL
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη σε γυναίκες

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Reblozyl και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία δόση. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Reblozyl, πρέπει να γίνει τεστ κυήσεως για γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία.

Κύηση

Η θεραπεία με το Reblozyl δεν θα πρέπει να ξεκινήσει εάν η γυναίκα είναι έγκυος (βλ. Αντενδείξεις). Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του Reblozyl σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Reblozyl αντενδείκνυται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Εάν μία ασθενής μείνει έγκυος, το Reblozyl θα πρέπει να διακοπεί.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το luspatercept ή οι μεταβολίτες του απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Το luspatercept ανιχνεύθηκε στο γάλα θηλαζόντων επιμυών (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Λόγω των άγνωστων ανεπιθύμητων ενεργειών του luspatercept σε νεογνά/βρέφη, πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός κατά τη διάρκεια της αγωγής με Reblozyl και για 3 μήνες μετά την τελευταία δόση ή εάν θα διακοπεί η θεραπεία με Reblozyl, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.

Γονιμότητα

Η επίδραση του luspatercept στη γονιμότητα στους ανθρώπους είναι άγνωστη. Με βάση τα ευρήματα σε ζώα, το luspatercept μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-REBLOZYL
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαναιμικά σκευάσματα, άλλα αντιαναιμικά σκευάσματα, κωδικός ATC: B03XA06.

Μηχανισμός δράσης

Το luspatercept, ένας παράγοντας ωρίμανσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, είναι μια ανασυνδυασμένη πρωτεΐνη σύντηξης που δεσμεύει επιλεγμένους συνδέτες υπερ-οικογένειας μετασχηματιστικού αυξητικού παράγοντα-β (TGF-β). Με δέσμευση σε συγκεκριμένους ενδογενείς συνδέτες (π.χ. GDF11, ακτιβίνη Β), το luspatercept αναστέλλει τη σήμανση Smad2/3, με αποτέλεσμα την ερυθροειδή ωρίμανση μέσω της διαφοροποίησης των ερυθροειδών προδρόμων (νορμοβλαστών) τελικού σταδίου στον μυελό των οστών. Η σήμανση Smad2/3 είναι μη φυσιολογικά υψηλή σε μοντέλα νόσου που χαρακτηρίζονται από αναποτελεσματική ερυθροποίηση, δηλαδή ΜΔΣ και β-θαλασσαιμία, και στον μυελό των οστών των ασθενών με ΜΔΣ.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα

Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του luspatercept αξιολογήθηκαν σε μία μελέτη Φάσης 3, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο MEDALIST (ACE-536-MDS-001) σε ενήλικες ασθενείς με αναιμία που χρειάζονται μεταγγίσεις RBC (≥ 2 μονάδες/8 εβδομάδες) λόγω ΜΔΣ πολύ-χαμηλού, χαμηλού ή ενδιάμεσου κινδύνου με βάση το Διεθνές Προγνωστικό Σύστημα Βαθμολόγησης (IPSS-R) οι οποίοι έχουν δακτυλιοειδείς σιδηροβλάστες (≥ 15%). Οι ασθενείς χρειαζόταν είτε να έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με έναν παράγοντα διέγερσης της ερυθροποίησης (ESA) με ανεπαρκή ανταπόκριση, να μην είναι επιλέξιμοι για ESA (που έχει προσδιοριστεί ότι είναι απίθανο να ανταποκριθούν στη θεραπεία ESA με ερυθροποιητίνη ορού (EPO) > 200 U/L) ή να έχουν δυσανεξία στη θεραπεία ESA. Ασθενείς με διαγραφή 5q (del5q) ΜΔΣ αποκλείστηκαν από τη μελέτη.

Οι ασθενείς και στα δύο σκέλη υποβλήθηκαν σε θεραπεία για 24 εβδομάδες, κατόπιν συνέχισαν τη θεραπεία εάν είχαν επιδείξει κλινικό όφελος και απουσία εξέλιξης της νόσου. Έγινε άρση τυφλοποίησης στη μελέτη για αναλύσεις, όταν όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον 48 εβδομάδες θεραπείας ή είχαν διακόψει τη θεραπεία.

Συνολικά 229 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λαμβάνουν υποδορίως luspatercept 1,0 mg/kg (n=153) ή εικονικό φάρμακο (n=76) κάθε 3 εβδομάδες. Συνολικά 128 (83,7%) και 68 (89,5%) ασθενείς που λάμβαναν luspatercept και εικονικό φάρμακο αντίστοιχα ολοκλήρωσαν 24 εβδομάδες θεραπείας. Συνολικά 78 (51%) και 12 (15,8%) ασθενείς που λάμβαναν luspatercept και εικονικό φάρμακο αντίστοιχα ολοκλήρωσαν 48 εβδομάδες θεραπείας. Επιτρέπεται τιτλοποίηση δόσης έως 1,75 mg/kg. Η δόση θα μπορούσε να καθυστερήσει ή να μειωθεί ανάλογα με το επίπεδο της Hb. Όλοι οι ασθενείς ήταν επιλέξιμοι να λάβουν την καλύτερη υποστηρικτική αγωγή (BSC), η οποία περιελάμβανε μεταγγίσεις RBC, χηλικοποιητικούς παράγοντες σιδήρου, χρήση αντιβιοτικών, αντι-ιικών και αντιμυκητιασικών θεραπειών και διατροφική υποστήριξη, ανάλογα με τις ανάγκες. Τα βασικά χαρακτηριστικά αναφοράς της νόσου σε ασθενείς με ΜΔΣ στη μελέτη ACE-536-MDS-001 παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4. Χαρακτηριστικά αναφοράς σε ασθενείς με ΜΔΣ με <5% βλάστες μυελού στη μελέτη ACE-536-MDS-001

Luspatercept (Ν=153) Εικονικό φάρμακο (Ν=76)
Δημογραφικά στοιχεία
Ηλικίαα (έτη)
Διάμεση (ελάχ., μέγ.) 71 (40, 95) 72 (26, 91)
Ηλικιακές κατηγορίες, n (%)
<64 ετών 29 (19,0) 16 (21,1)
65-74 ετών 72 (47,1) 29 (38,2)
≥75 52 (34,0) 31 (40,8)
Φύλο, n (%)
Άνδρας 94 (61,4) 50 (65,8)
Γυναίκα 59 (38,6) 26 (34,2)
Φυλή, n (%)
Μαύρη 1 (0,7) 0 (0,0)
Λευκή 107 (69,9) 51 (67,1)
Δεν συλλέγονται ούτε αναφέρονται 44 (28,8) 24 (31,6)
Άλλα 1 (0,7) 1 (1,3)
Χαρακτηριστικά της νόσου
Κατηγορίες EPO σε ορό (U/L) β, n (%)
< 200 88 (57,5) 50 (65,8)
200 έως 500 43 (28,1) 15 (19,7)
> 500 21 (13,7) 11 (14,5)
Λείπει 1 (0,7) 0
Φερριτίνη ορού (µg/L)
Διάμεση (ελάχ., μέγ.) 1089,2 (64, 5968) 1122,1 (165, 5849)
Κατηγορία κινδύνου κατάταξης IPSS-R, n (%)
Πολύ χαμηλή 18 (11,8) 6 (7,9)
Χαμηλή 109 (71,2) 57 (75,0)
Ενδιάμεση 25 (16,3) 13 (17,1)
Άλλα 1 (0,7) 0
Επιβάρυνση μετάγγισης RBC αναφοράς/ 8 εβδομάδεςγ, n (%)
≥ 6 μονάδες 66 (43,1) 33 (43,4)
≥ 6 και < 8 μονάδες 35 (22,9) 15 (20,2)
≥ 8 και < 12 μονάδες 24 (15,7) 17 (22,4)
≥ 12 μονάδες 7 (4,6) 1 (1,3)
< 6 μονάδες 87 (56,9) 43 (56,6)
≥ 4 και < 6 μονάδες 41 (26,8) 23 (30,3)
< 4 μονάδες 46 (30,1) 20 (26,3)
Αιμοσφαιρίνη (g/dL) δ
Μέση (ελάχ, μέγ) 7,6 (6, 10) 7,6 (5, 9)
SF3B1, n (%)
Μεταλλαγμένο 149 (92,2) 65 (85,5)
Μη μεταλλαγμένο 12 (7,8) 10 (13,2)
Λείπει 0 1 (1,3)

EPO=ερυθροποιητίνη. IPSS-R=Διεθνές Προγνωστικό Σύστημα Βαθμολόγησης-Αναθεωρημένο α Ο χρόνος από την αρχική διάγνωση ΜΔΣ ορίστηκε ως ο αριθμός των ετών από την ημερομηνία της αρχικής διάγνωσης έως την ημερομηνία της συγκατάθεσης κατόπιν ενημέρωσης. β Η ΕΡΟ αναφοράς ορίστηκε ως η υψηλότερη τιμή της ΕΡΟ μέσα σε 35 ημέρες από την πρώτη δόση του φαρμάκου μελέτης. γ Συλλέχθηκε κατά τις 16 εβδομάδες πριν από την τυχαιοποίηση. δ Ως αιμοσφαιρίνη αναφοράς ορίστηκε η τελευταία τιμή που μετρήθηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία της πρώτης δόσης του υπό έρευνα προϊόντος (ΥΕΠ). Μετά την εφαρμογή του κανόνα 14/3 ημερών, η Hb αναφοράς ορίστηκε ως η χαμηλότερη τιμή της Hb που παρουσιάστηκε εντός 35 ημερών κατά ή πριν από την πρώτη δόση του ΥΕΠ.

Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται παρακάτω.

Πίνακας 5. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με ΜΔΣ στη μελέτη ACE-536-MDS-001

Τελικό σημείο Luspatercept (N=153) Εικονικό φάρμακο (Ν=76)
Πρωτεύον τελικό σημείο
- RBC-TI ≥ 8 εβδομάδες (Εβδομάδα 1-24)
Αριθμός ατόμων που ανταποκρίθηκαν (ποσοστό ανταπόκρισης%) 58 (37,9) 10 (13,2)
- Κοινή διαφορά κινδύνου στο ποσοστό ανταπόκρισης (ΔΕ 95%) 24,56 (14,48, 34,64)
Λόγος πιθανοτήτων (ΔΕ 95%)α 5,065 (2,278, 11,259)
τιμή pα < 0,0001
Δευτερεύοντα τελικά σημεία
- RBC-TI ≥ 12 εβδομάδες (Εβδομάδες 1-24)
Αριθμός ατόμων που ανταποκρίθηκαν (ποσοστό ανταπόκρισης%) 43 (28,1) 6 (7,9)
- Κοινή διαφορά κινδύνου στο ποσοστό ανταπόκρισης (ΔΕ 95%) 20,00 (10.92, 29,08)
Λόγος πιθανοτήτων (ΔΕ 95%)α 5,071 (2,002, 12,844)
τιμή pα 0,0002
- RBC-TI ≥ 12 εβδομάδες (Εβδομάδες 1-48)
Αριθμός ατόμων που ανταποκρίθηκαν (ποσοστό ανταπόκρισης%)β 51 (33,3) 9 (11,8)
- Κοινή διαφορά κινδύνου στο ποσοστό ανταπόκρισης (ΔΕ 95%) 21,37 (11,23, 31,51)
Λόγος πιθανοτήτων (ΔΕ 95%)α 4,045 (1,827, 8,956)
τιμή pα 0,0003
Συχνότητα συμβάντος μετάγγισηςγ
- Εβδομάδες 1-24
Ενδιάμεσος ρυθμός μετάγγισης (ΔΕ 95%) 6,26 (5,56, 7,05) 9,20 (7,98, 10,60)
Σχετικός κίνδυνος έναντι εικονικού φαρμάκου 0,68 (0,58, 0,80)
- Εβδομάδες 25-48
Ενδιάμεσος ρυθμός μετάγγισης (ΔΕ 95%) 6,27 (5,47, 7,19) 8,72 (7,40, 10,28)
Σχετικός κίνδυνος έναντι εικονικού φαρμάκου 0,72 (0,60, 0,86)
RBC Μονάδες μετάγγισηςγ
- Εβδομάδες 1-24
Επιβάρυνση μετάγγισης αναφοράς <6 μονάδες/8 εβδομάδες
Διάμεση LS (SE) 7,2 (0,58) 12,8 (0,82)
ΔΕ 95% για διάμεση LS 6,0, 8,3 11,1, 14,4
Μέση διαφορά LS (SE) (luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου) -5,6 (1,01)
ΔΕ 95% για μέση διαφορά LS -7,6, -3,6
Επιβάρυνση μετάγγισης αναφοράς ≥6 μονάδες/8 εβδομάδες
Διάμεση LS (SE) 18,9 (0,93) 23,7 (1,32)
ΔΕ 95% για διάμεση LS 17,1, 20,8 21,1, 26,4
Μέση διαφορά LS (SE) (luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου) -4,8 (1,62)
ΔΕ 95% για μέση διαφορά LS -8,0, -1,6
- Εβδομάδες 25-48
Επιβάρυνση μετάγγισης αναφοράς <6 μονάδες/8 εβδομάδες
Διάμεση LS (SE) 7,5 (0,57) 11,8 (0,82)
ΔΕ 95% για διάμεση LS 6,3, 8,6 10,1, 13,4
Μέση διαφορά LS (SE) (luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου) -4,3 (1,00)
ΔΕ 95% για μέση διαφορά LS -6,3, -2,3
Επιβάρυνση μετάγγισης αναφοράς ≥6 μονάδες/8 εβδομάδες
Διάμεση LS (SE) 19,6 (1,13) 22,9 (1,60)
ΔΕ 95% για διάμεση LS 17,4, 21,9 19,7, 26,0
Μέση διαφορά LS (SE) (luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου) -3,3 (1,96)
ΔΕ 95% για μέση διαφορά LS -7,1, 0,6

RBC-TI: Ανεξαρτησία από μεταγγίσεις RBC, ΔΕ: διάστημα εμπιστοσύνης α Εξέταση Cochran-Mantel-Haenszel που διαστρωματώνεται βάσει της μέσης επιβάρυνσης μετάγγισης αναφοράς (≥ 6 μονάδες έναντι < 6 μονάδων ανά 8 εβδομάδες) και βαθμολογία IPSS-R αναφοράς (πολύ χαμηλή ή χαμηλή έναντι ενδιάμεσης). β Μετά από την επίσκεψη αξιολόγησης της νόσου την Εβδομάδα 25, οι ασθενείς που δεν αποκόμιζαν πλέον όφελος, διέκοψαν την αγωγή, ορισμένοι ασθενείς με εικονικό φάρμακο συνεισέφεραν δεδομένα προς αξιολόγηση σε επόμενο χρονικό σημείο σε σύγκριση με το luspatercept (n=12 έναντι n=78, αντίστοιχα). γ Εκ των υστέρων ανάλυση χρησιμοποιώντας καταλογισμό αναφοράς.

Ένα θεραπευτικό αποτέλεσμα υπέρ του luspatercept έναντι του εικονικού φαρμάκου παρατηρήθηκε στις περισσότερες υποομάδες που αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας ανεξαρτησία από μετάγγιση ≥ 12 εβδομάδες (κατά την εβδομάδα 1 έως την εβδομάδα 24), περιλαμβανομένων ασθενών με υψηλό επίπεδο αναφοράς ενδογενούς EPO (200-500 U/L) (23,3% έναντι 0%, ερευνητική ανάλυση). Διατίθενται μόνο περιορισμένα δεδομένα για την ομάδα με επιβάρυνση μετάγγισης ≥ 8 μονάδες/8 εβδομάδες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε ασθενείς με επιβάρυνση μετάγγισης > 12 μονάδων/8 εβδομάδες.

Ερευνητικά ευρήματα

Πίνακας 6. Ερευνητικά αποτελέσματα ως προς την αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με ΜΔΣ στη μελέτη ACE-536-MDS-001

Τελικό σημείο Luspatercept (N=153) Εικονικό φάρμακο (N=76)
αmHI-E
- Εβδομάδες 1-24
Αριθμός ατόμων που ανταποκρίθηκαν (ποσοστό ανταπόκρισης%) 81 (52,9) 9 (11,8)
(ΔΕ 95%) (44,72, 61,05) (5,56, 21,29)
Μείωση μεταγγίσεων RBC 4 μονάδων/8 εβδομάδες, n (%) 52/107 (48,6) 8/56 (14,3)
Μέση αύξηση αιμοσφαιρίνης ≥ 1,5 g/dL για 8 εβδομάδες, n (%) 29/46 (63,0) 1/20 (5,0)
- Εβδομάδες 1-48
Αριθμός ατόμων που ανταποκρίθηκαν (ποσοστό ανταπόκρισης%) 90 (58,8) 13 (17,1)
(ΔΕ 95%) (50,59, 66,71) (9,43, 27,47)
Μείωση μεταγγίσεων RBC 4 μονάδων/8 εβδομάδες, n (%) 58/107 (54,2) 12/56 (21,4)
Μέση αύξηση αιμοσφαιρίνης ≥ 1,5 g/dL για 8 εβδομάδες, n (%) 32/46 (69,6) 1/20 (5,0)
Μέση μεταβολή από την τιμή αναφοράς της μέσης φερριτίνης ορού με καταλογισμό από την τιμή αναφοράς (πληθυσμός ITT)
Μέση μεταβολή από την τιμή αναφοράς της μέσης φερριτίνης ορού υπολογιζόμενης ως μέσου όρου από την Εβδομάδα 9 έως την Εβδομάδα 24 (μg/L)β
Διάμεση LS (SE) 9,9 (47,09) 190,0 (60,30)
ΔΕ 95% για διάμεση LS -82,9, 102,7 71,2, 308,8
Σύγκριση θεραπείας (Luspatercept έναντι εικονικού φαρμάκου)γ
Μέση διαφορά LS (SE) -180,1 (65,81)
ΔΕ 95% για μέση διαφορά LS -309,8, -50,4

α mHI-E = τροποποιημένη αιματολογική βελτίωση - ερυθροειδής. Το ποσοστό των ασθενών που πληρούν τα κριτήρια HI-E σύμφωνα με τα κριτήρια της Διεθνούς Ομάδας Εργασίας (IWG) του 2006 διατηρήθηκε για μια περίοδο 56 διαδοχικών ημερών κατά τη διάρκεια της ενδεδειγμένης περιόδου θεραπείας. Για τους ασθενείς με επιβάρυνση μετάγγισης RBC αναφοράς ≥ 4 μονάδων/8 εβδομάδες, το mHI-E ορίστηκε ως μείωση στη μετάγγιση RBC τουλάχιστον 4 μονάδων/8 εβδομάδες. Για τους ασθενείς με επιβάρυνση μετάγγισης RBC αναφοράς < 4 μονάδων/8 εβδομάδες, το mHI-E ορίστηκε ως μέση αύξηση της Hb ≥ 1,5 g/dL για 8 εβδομάδες απουσία των μεταγγίσεων RBC. β Εάν κάποιος ασθενής δεν διαθέτει τιμή φερριτίνης ορού εντός του προκαθορισμένου διαστήματος μετά την αρχική αξιολόγηση, η φεριττίνη ορού υπολογίζεται από την τιμή αναφοράς. γ Χρησιμοποιήθηκε ανάλυση συνδιακύμανσης για τη σύγκριση της θεραπευτικής διαφοράς μεταξύ των ομάδων (συμπεριλαμβανομένης της ονομαστικής τιμής p), χρησιμοποιώντας τη μεταβολή της φερριτίνης ορού ως την εξαρτώμενη μεταβλητή, τη θεραπευτική ομάδα (2 επίπεδα) ως παράγοντα και την τιμή αναφοράς φερριτίνης ορού ως συμμεταβλητή, με διαστρωμάτωση ανά μέση απαίτηση αναφοράς μετάγγισης RBC (≥ 6 μονάδες έναντι < 6 μονάδων RBC ανά 8 εβδομάδες) και IPSS-R αναφοράς (πολύ χαμηλού ή χαμηλού έναντι ενδιάμεσου κινδύνου).

Η διάμεση διάρκεια της μεγαλύτερης περιόδου που είναι ανεξάρτητη από μετάγγιση με RBC (RBC-TI) μεταξύ των ατόμων που ανταποκρίθηκαν στο σκέλος θεραπείας με luspatercept, ήταν 30,6 εβδομάδες.

Το 62,1% (36/58) των ατόμων που αποκρίθηκαν στο luspatercept οι οποίοι πέτυχαν RBC-TI ≥ 8 εβδομάδες από την Εβδομάδα 1-24 είχαν 2 ή περισσότερα επεισόδια RBC-TI τη στιγμή της ανάλυσης.

-θαλασσαιμία

Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του luspatercept αξιολογήθηκαν σε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης 3 BELIEVE (ACE-536-B-THAL-001) σε ενήλικες ασθενείς με αναιμία σχετιζόμενη με -θαλασσαιμία που χρειάζονται μεταγγίσεις RBC (6-20 μονάδες RBC/24 εβδομάδες) χωρίς περίοδο ελεύθερη μεταγγίσεων > 35 ημερών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου.

Οι ασθενείς και στο σκέλος του luspatercept και στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου έλαβαν θεραπεία για τουλάχιστον 48 και έως 96 εβδομάδες. Μετά την άρση τυφλοποίησης, οι ασθενείς με εικονικό φάρμακο μπόρεσαν να περάσουν στο luspatercept.

Συνολικά 336 ενήλικες ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λαμβάνουν υποδορίως luspatercept 1,0 mg/kg (n=224) ή εικονικό φάρμακο (n=112) κάθε 3 εβδομάδες. Επιτρέπεται τιτλοποίηση δόσης έως 1,25 mg/kg. Η δόση μπορούσε να καθυστερήσει ή να μειωθεί ανάλογα με το επίπεδο της Hb. Όλοι οι ασθενείς ήταν επιλέξιμοι να λάβουν BSC, η οποία περιελάμβανε μεταγγίσεις RBC, χηλικοποιητικούς παράγοντες σιδήρου, χρήση αντιβιοτικών, αντι-ιικών και αντιμυκητιασικών θεραπειών και διατροφική υποστήριξη, ανάλογα με τις ανάγκες. Η μελέτη απέκλεισε ασθενείς με αιμοσφαιρίνη S/β-θαλασσαιμία ή άλφα (α)-θαλασσαιμία ή που έπασχαν από βλάβη μείζονος οργάνου (ηπατική νόσο, καρδιακή νόσο, πνευμονοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια). Ασθενείς με πρόσφατη DVT ή εγκεφαλικό επεισόδιο ή πρόσφατη χρήση αγωγής με ESA, ανοσοκατασταλτικά ή υδροξυουρία αποκλείστηκαν επίσης. Τα βασικά χαρακτηριστικά αναφοράς της νόσου σε ασθενείς με -θαλασσαιμία στη μελέτη ACE-536-B-THAL-001 παρουσιάζονται στον Πίνακα 7.

Πίνακας 7. Χαρακτηριστικά αναφοράς σε ασθενείς με -θαλασσαιμία στη μελέτη ACE-536-B-THAL-001

Luspatercept (Ν=224) Εικονικό φάρμακο (Ν=112)
Δημογραφικά στοιχεία
Ηλικία (έτη)
Διάμεση (ελάχ., μέγ.) 30,0 (18, 66) 30,0 (18, 59)
Ηλικιακές κατηγορίες, n (%)
≤ 32 129 (57,6) 63 (56,3)
> 32 έως ≤ 50 78 (34,8) 44 (39,3)
> 50 17 (7,6) 5 (4,5)
Φύλο, n (%)
Άνδρας 92 (41,1) 49 (43,8)
Γυναίκα 132 (58,9) 63 (56,3)
Φυλή, n (%)
Ασιατική 81 (36,2) 36 (32,1)
Μαύρη 1 (0,4) 0
Λευκή 122 (54,5) 60 (53,6)
Δεν συλλέγονται ούτε αναφέρονται 5 (2,2) 5 (4,5)
Άλλα 15 (6,7) 11 (9,8)
Χαρακτηριστικά της νόσου
Κατώφλι Hb προ μετάγγισηςα, περίοδος προσαρμογής 12 εβδομάδων (g/dL)
Διάμεση (ελάχιστη, μέγιστη) 9,30 (4,6, 11,4) 9,16 (6,2, 11,5)
Επιβάρυνση μετάγγισης αναφοράς 12 εβδομάδες
Διάμεση (ελάχ., μέγ.) (μονάδες/12 εβδομάδες) (Εβδομάδα -12 έως Ημέρα 1) 6,12 (3,0, 14,0) 6,27 (3,0, 12,0)
Ομαδοποίηση γονιδιακής μετάλλαξης β-θαλασσαιμίας, n (%)
β0/β0 68 (30,4) 35 (31,3)
Μη β0/β0 155 (69,2) 77 (68,8)
Λείπειβ 1 (0,4) 0

α Ως κατώφλι 12 εβδομάδων προ μετάγγισης ορίστηκε η διάμεση όλων των τεκμηριωμένων τιμών Hb προ μεταγγίσεων για έναν ασθενή κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων πριν από την Ημέρα 1 του Κύκλου 1. β Η κατηγορία «Λείπει» περιλαμβάνει ασθενείς στον πληθυσμό που δεν είχαν αποτέλεσμα για την παράμετρο που παρατίθεται.

Έγινε άρση τυφλοποίησης στη μελέτη για αναλύσεις, όταν όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει τουλάχιστον 48 εβδομάδες θεραπείας ή είχαν διακόψει τη θεραπεία.

Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας συνοψίζονται παρακάτω.

Πίνακας 8. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας σε ασθενείς με -θαλασσαιμία στη μελέτη ACE-536-B-THAL-001

Τελικό σημείο Luspatercept (Ν=224) Εικονικό φάρμακο (Ν=112)
≥ 33% μείωση από την τιμή αναφοράς στην επιβάρυνση μετάγγισης RBC με μείωση τουλάχιστον 2 μονάδων για 12 διαδοχικές εβδομάδες σε σύγκριση με το διάστημα των 12 εβδομάδων πριν τη θεραπεία
Πρωτεύον τελικό σημείο - Εβδομάδες 13-24
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 48 (21,4) 5 (4,5)
Τιμή pβ 17,0 (10,4, 23,6)
Εβδομάδες 37-48 < 0,0001
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 44 (19,6) 4 (3,6)
Τιμή pβ 16,1 (9,8, 22,3)
≥ 50% μείωση από την τιμή αναφοράς στην επιβάρυνση μετάγγισης RBC με μείωση τουλάχιστον 2 μονάδων για 12 διαδοχικές εβδομάδες σε σύγκριση με το διάστημα των 12 εβδομάδων πριν τη θεραπεία < 0,0001
Εβδομάδες 13-24
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 17 (7,6) 2 (1,8)
Τιμή pβ 5,8 (1,6, 10,1)
Εβδομάδες 37-48 0,0303
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 23 (10,3) 1 (0,9)
Τιμή pβ 9,4 (5,0, 13,7)
0,0017

ΔΕ: διάστημα εμπιστοσύνης. α Η διαφορά στις αναλογίες (luspatercept + BSC - εικονικό φάρμακο + BSC) και 95% ΔΕ εκτιμάται από την ανεξάρτητη ακρίβεια του στατιστικού τεστ. β Τιμή p από την εξέταση Cochran Mantel-Haenszel που διαστρωματώνεται ανά γεωγραφική περιοχή.

Ερευνητικά ευρήματα

Πίνακας 9. Ερευνητικά αποτελέσματα ως προς την αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με β-θαλασσαιμία στη μελέτη ACE-536-B-THAL-001

Τελικό σημείο Luspatercept (N=224) Εικονικό φάρμακο (N=112)
≥ 33% μείωση από την τιμή αναφοράς της επιβάρυνσης μετάγγισης RBC με μείωση τουλάχιστον 2 μονάδων για 12 διαδοχικές εβδομάδες, συγκριτικά με το διάστημα 12 εβδομάδων πριν από τη θεραπεία
Οποιεσδήποτε διαδοχικές 12 εβδομάδες* 158 (70,5) 33 (29,5)
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 41,1 (30,7, 51,4)
Οποιεσδήποτε διαδοχικές 24 εβδομάδες* 92 (41,1) 3 (2,7)
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 38,4 (31,3, 45,5)
≥ 50% μείωση από την τιμή αναφοράς της επιβάρυνσης μετάγγισης RBC με μείωση τουλάχιστον 2 μονάδων για 12 διαδοχικές εβδομάδες, συγκριτικά με το διάστημα 12 εβδομάδων πριν από τη θεραπεία
Οποιεσδήποτε διαδοχικές 12 εβδομάδες* 90 (40,2) 7 (6,3)
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 33,9 (26,1, 41,8)
Οποιεσδήποτε διαδοχικές 24 εβδομάδες* 37 (16,5) 1 (0,9)
Διαφορά στις αναλογίες (95% ΔΕ)α 15,6 (10,5, 20,8)
Μέση μεταβολή ελάχιστων τετραγώνων (LS) από την τιμή αναφοράς στην επιβάρυνση μετάγγισης (μονάδες RBC/48 εβδομάδες)
Εβδομάδες 1 έως Εβδομάδα 48
Διάμεση LS -4,67 +1.16
Μέση διαφορά LS (luspatercept-εικονικό φάρμακο) -5,83
(95% ΔΕ)β (-7,01, -4,6)
Εβδομάδες 49 έως Εβδομάδα 96
Διάμεση LS -5,66 +2.19
Μέση διαφορά LS (luspatercept-εικονικό φάρμακο) -7,84
(95% ΔΕ)β (-14,44, -1,25)

ΔΕ: διάστημα εμπιστοσύνης. α Η διαφορά στις αναλογίες (luspatercept + BSC - εικονικό φάρμακο + BSC) και 95% ΔΕ εκτιμάται από την ανεξάρτητη ακρίβεια του στατιστικού τεστ. β Οι εκτιμήσεις βασίζονται στο μοντέλο ANCOVA με τις γεωγραφικές περιοχές και την επιβάρυνση μετάγγισης αναφοράς ως συμμεταβλητές

Μείωση των μέσων επιπέδων φερριτίνης στον ορό παρατηρήθηκε από την τιμή αναφοράς στο σκέλος του luspatercept σε σύγκριση με την αύξηση στο σκέλος του εικονικού φαρμάκου την Εβδομάδα 48 (-233,51 μg/L έναντι +114,28 μg/L που οδήγησε σε διαφορά στη μέση τιμή ελάχιστων τετραγώνων της θεραπείας κατά -347,8 μg/L (95% ΔΕ: -516,95, -178,65).

Το 80,4% (127/158) των ατόμων που ανταποκρίθηκαν στο luspatercept και πέτυχαν τουλάχιστον 33% μείωση της επιβάρυνσης μεταγγίσεων κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε διαστήματος 12 διαδοχικών εβδομάδων πέτυχαν 2 ή περισσότερα επεισόδια ανταπόκρισης τη στιγμή της ανάλυσης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Reblozyl σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με μυελοδυσπλαστικά σύνδρομα (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

-θαλασσαιμία

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Reblozyl σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού ηλικίας άνω των 6 μηνών με β-θαλασσαιμία (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-REBLOZYL
expand_more

Απορρόφηση

Σε υγιείς εθελοντές και ασθενείς, το luspatercept απορροφάται βραδέως μετά την υποδόρια χορήγηση, με το Cmax σε ορό που παρατηρείται συχνά, περίπου 7 ημέρες μετά τη δόση σε όλα τα επίπεδα δόσης. Η ανάλυση φαρμακοκινητικής (ΦΚ) του πληθυσμού υποδηλώνει ότι η απορρόφηση του luspatercept στην κυκλοφορία είναι γραμμική στο εύρος των δόσεων που μελετώνται και η απορρόφηση δεν επηρεάζεται σημαντικά από την θέση της υποδόριας ένεσης (άνω βραχίονας, μηρός ή κοιλιακή χώρα). Η διατομική μεταβλητότητα της AUC ήταν περίπου 38% σε ασθενείς με ΜΔΣ και 36% σε ασθενείς με -θαλασσαιμία.

Κατανομή

Στις συνιστώμενες δόσεις, ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής ήταν 9,68 L για ασθενείς με ΜΔΣ και 7,08 L για ασθενείς με -θαλασσαιμία. Ο μικρός όγκος κατανομής υποδεικνύει ότι το luspatercept περιορίζεται κυρίως σε εξωκυτταρικά υγρά, που συνάδουν με τη μεγάλη μοριακή μάζα του.

Βιομετασχηματισμός

Το luspatercept αναμένεται να καταβολιστεί σε αμινοξέα με γενική διαδικασία αποικοδόμησης πρωτεϊνών.

Αποβολή

Το luspatercept δεν αναμένεται να εκκρίνεται στα ούρα λόγω της μεγάλης μοριακής της μάζας που είναι πάνω από το όριο αποκλεισμού μεγέθους σπειραματικής διήθησης. Στις συνιστώμενες δόσεις, η μέση φαινομενική ολική κάθαρση ήταν 0,516 L/ημέρα για ασθενείς με ΜΔΣ και 0,437 L/ημέρα για β-θαλασσαιμία. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στον ορό ήταν περίπου 13 ημέρες για τους ασθενείς με ΜΔΣ και 11 ημέρες για ασθενείς με -θαλασσαιμία.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Η αύξηση της Cmax του luspatercept και της AUC στον ορό είναι περίπου ανάλογη με τις αυξήσεις της δόσης από 0,125 σε 1,75 mg/kg. Η κάθαρση του luspatercept ήταν ανεξάρτητη από τη δόση ή τον χρόνο.

Όταν χορηγείται κάθε τρεις εβδομάδες, η συγκέντρωση του luspatercept στον ορό φθάνει στη σταθερή κατάσταση μετά από 3 δόσεις, με αναλογία συσσώρευσης περίπου 1,5.

Ανταπόκριση αιμοσφαιρίνης

Σε ασθενείς που έλαβαν < 4 μονάδες μετάγγισης RBC εντός 8 εβδομάδων πριν από τη μελέτη, η Hb αυξήθηκε εντός 7 ημερών από την έναρξη της θεραπείας και η αύξηση συσχετίστηκε με τον χρόνο μέχρι να επιτευχθεί η Cmax του luspatercept. Η μεγαλύτερη μέση αύξηση της Hb παρατηρήθηκε μετά την πρώτη δόση, ενώ παρατηρήθηκαν επιπλέον μικρότερες αυξήσεις μετά από επακόλουθες δόσεις. Τα επίπεδα της Hb επανήλθαν στην τιμή έναρξης περίπου 6 έως 8 εβδομάδες από την τελευταία δόση (0,6 έως 1,75 mg/kg). Η αύξηση της έκθεσης του luspatercept (AUC) στον ορό συσχετίστηκε με μεγαλύτερη αύξηση Hb σε ασθενείς με ΜΔΣ ή -θαλασσαιμία.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Η ΦΚ ανάλυση του πληθυσμού για το luspatercept περιελάμβανε ασθενείς ηλικιακού εύρους από 18 έως 95 ετών, με μέση ηλικία τα 72 έτη για τους ασθενείς με ΜΔΣ και τα 32 έτη για τους ασθενείς με -θαλασσαιμία. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική διαφορά στην AUC ή την κάθαρση μεταξύ των ηλικιακών ομάδων (< 65, 65-74 και ≥ 75 ετών για τους ασθενείς με ΜΔΣ, 18-23, 24-31, 32-41 και 42-66 έτη για ασθενείς με -θαλασσαιμία).

Ηπατική δυσλειτουργία

Η ΦΚ ανάλυση του πληθυσμού για το luspatercept περιελάμβανε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (BIL, ALT και AST ≤ ULN, N = 207), ήπια ηπατική δυσλειτουργία (BIL > 1 - 1,5 x ULN και ALT ή AST > ULN, N = 160), μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (BIL > 1,5 - 3 x ULN, οποιαδήποτε ALT ή AST, N = 138), ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (BIL > 3 x ULN, οποιαδήποτε ALT ή AST, N = 40) όπως ορίζεται από τα κριτήρια περί ηπατικής δυσλειτουργίας του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου. Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις των κατηγοριών ηπατικής λειτουργίας, αυξημένα ηπατικά ένζυμα (ALT ή AST, μέχρι 3 x ULN) και αυξημένα συνολικά BIL (4 - 246 mol/L) στην κάθαρση του luspatercept. Δεν διαπιστώθηκε κλινικά σημαντική διαφορά στη μέση Cmax σταθερής κατάστασης και στην AUC σε ομάδες ηπατικής λειτουργίας. Τα ΦΚ δεδομένα είναι ανεπαρκή για ασθενείς με ηπατικά ένζυμα (ALT ή AST) ≥ 3 x ULN.

Νεφρική δυσλειτουργία

Η ΦΚ ανάλυση του πληθυσμού για το luspatercept περιελάμβανε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (eGFR ≥ 90 mL/min/1,73 m2, Ν = 315), ήπια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 60 έως 89 mL/min/1,73 m2, Ν = 171) ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR 30 έως 59 mL/min/1,73 m2, Ν = 59). Δεν διαπιστώθηκε κλινικά σημαντική διαφορά στη μέση Cmax σταθερής κατάστασης και στην AUC, σε ομάδες νεφρικής λειτουργίας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα ΦΚ δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR < 30 mL/min/1,73 m2) ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου.

Άλλοι εγγενείς παράγοντες

Τα ακόλουθα χαρακτηριστικά πληθυσμού δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στην AUC του luspatercept ή στην κάθαρση: φύλο και φυλή (Ασιατική έναντι Λευκής).

Τα ακόλουθα χαρακτηριστικά αναφοράς της νόσου δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην κάθαρση του luspatercept: επίπεδο ερυθροποιητίνης στον ορό, επιβάρυνση μετάγγισης RBC, δακτυλιοειδείς σιδηροβλάστες ΜΔΣ, προσδιορισμός γονότυπου β-θαλασσαιμίας (β0/β0 έναντι μη-β0/β0) και σπληνεκτομή.

Ο όγκος κατανομής και κάθαρσης του luspatercept αυξήθηκε με την αύξηση του σωματικού βάρους, υποστηρίζοντας το δοσολογικό σχήμα με βάση το σωματικό βάρος.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science