LOXAPINE
Λοξαπίνη
Για τη διαχείριση των εκδηλώσεων ψυχιατρικών διαταραχών όπως η σχιζοφρένεια
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ADASUVE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Εισπνοή
- Χορήγηση: Δεύτερη δόση μπορεί να χορηγηθεί μετά από 2 ώρες. Μέγιστο δύο δόσεις.
- Δόση έναρξης: 9,1 mg
- Τιτλοποίηση: Δεύτερη δόση μπορεί να χορηγηθεί μετά από 2 ώρες. Εάν η αρχική δόση 9,1 mg δεν ήταν καλά ανεκτή, μπορεί να χορηγηθεί χαμηλότερη δόση 4,5 mg.
-
ΕνήλικεςΔόση9,1 mg ή 4,5 mgΜέγ. δόσηΔύο δόσειςΑρχική δόση 9,1 mg. Δεύτερη δόση μπορεί να χορηγηθεί μετά από 2 ώρες. Εάν η 9,1 mg δεν ήταν ανεκτή, μπορεί να χορηγηθεί 4,5 mg. Παρακολούθηση για 1 ώρα μετά από κάθε δόση.
-
ΗλικιωμένοιΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς με νεφρική ή/και ηπατική δυσλειτουργίαΔεν έχουν διενεργηθεί μελέτες. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-ADASUVE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, ή στην αμοξαπίνη
-
Ασθενείς με οξείες αναπνευστικές ενδείξεις/συμπτώματα (π.χ. συριγμός) ή με ενεργή νόσο των αεραγωγών (όπως ασθενείς με άσθμα ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια [ΧΑΠ])
warning
SPC-ADASUVE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ορθή χρήση συσκευής εισπνοήςΠληθυσμόςΑσθενείςΟι επαγγελματίες υγείας πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο ασθενής χρησιμοποιεί σωστά τη συσκευή εισπνοής.
-
Περιορισμένη αποτελεσματικότηταΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν συντρέχουσα φαρμακευτική αγωγή, ιδίως άλλα αντιψυχωσικά φάρμακαΤο ADASUVE ενδέχεται να έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα.
-
ΒρογχόσπασμοςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ADASUVEΣε περίπτωση που εμφανιστεί, μπορεί να αντιμετωπιστεί με βρογχοδιασταλτικό βήτα αγωνιστή βραχείας δράσης, π.χ. σαλβουταμόλη. Δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν ενδείξεις/συμπτώματα αναπνευστικής νόσου (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΥποαερισμόςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με επιβαρημένη αναπνοή, όπως ασθενείς με μειωμένη επαγρύπνηση ή με καταστολή του ΚΝΣ οφειλόμενη στο οινόπνευμα ή σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα κεντρικής δράσης (π.χ. αγχολυτικά, τα περισσότερα αντιψυχωσικά, υπνωτικά, οπιούχα)Το ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ψύχωση σχετιζόμενη με άνοιααντένδειξηΠληθυσμόςηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοιαΤο ADASUVE δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία αυτών των ασθενών (αυξημένος κίνδυνος θανάτου).
-
Εξωπυραμιδικά συμπτώματαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γνωστό ιστορικό εξωπυραμιδικών συμπτωμάτωνΤο ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Όψιμη δυσκινησίαΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με λοξαπίνηΕάν ο ασθενής εμφανίσει ενδείξεις και συμπτώματα, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
-
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομοΠληθυσμόςασθενείςΣε περίπτωση που ο ασθενής παρουσιάσει ενδείξεις και συμπτώματα δηλωτικά του κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου ή ανεξήγητο υψηλό πυρετό, η χορήγηση του ADASUVE πρέπει να διακόπτεται.
-
ΥπότασηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείςΣε περίπτωση που απαιτείται θεραπεία με αγγειοσυσπαστικούς παράγοντες, προτιμώνται η νοραδρεναλίνη ή η φαινυλεφρίνη. Η χρήση αδρεναλίνης αντενδείκνυται.
-
Καρδιαγγειακές παθήσειςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή πάθηση (ιστορικό με έμφραγμα του μυοκαρδίου ή με ισχαιμική καρδιοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια ή διαταραχές της αγωγής), αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή παθήσεις που προδιαθέτουν τους ασθενείς σε υπόταση (αφυδάτωση, υπογκαιμία και αγωγή με αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα)Το ADASUVE δεν συνιστάται.
-
Διάστημα QTπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή πάθηση ή με οικογενειακό ιστορικό επιμήκυνσης του διαστήματος QT, καθώς και σε περίπτωση συντρέχουσας χρήσης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QTΕφίσταται προσοχή κατά τη χορήγηση ADASUVE.
-
Κρίσεις / σπασμοίπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό σπαστικών διαταραχών, επιληπτικοί ασθενείς υπό αντισπαστική αγωγήΗ λοξαπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αντιχολινεργική δραστηριότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γλαύκωμα ή με τάση για κατακράτηση ούρων, ιδιαίτερα δε σε περίπτωση συντρέχουσας χορήγησης αντιπαρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων αντιχολινεργικού τύπουΤο ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Δηλητηρίαση ή σωματική νόσος (παραλήρημα)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με δηλητηρίαση ή παραλήρημαΤο ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
swap_horiz
SPC-ADASUVE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βενζοδιαζεπίνες ή άλλα ηρεμιστικά ή κατασταλτικά της αναπνοήςπροσοχήΥπερβολική καταστολή, αναπνευστική καταστολή ή αναπνευστική ανεπάρκειαΣύστασηΠαρακολούθηση για υπερβολική καταστολή και ορθοστατική υπόταση.
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που υποβιβάζουν τον ουδό κρίσεων (π.χ. φαινοθειαζίνες, βουτυροφαινόνες, κλοζαπίνη, τρικυκλικά, SSRI, τραμαδόλη, μεφλοκίνη)προσοχήΥποβιβασμός του ουδού κρίσεωνΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή.
-
Οινόπνευμα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα (αγχολυτικά, αντιψυχωσικά, υπνωτικά, οπιούχα)προσοχήΥπερβολική καταστολή, σοβαρή αναπνευστική καταστολήΣύστασηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
προσοχήΜπορεί να τροποποιήσουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του ADASUVEΣύστασηΕφόσον είναι εφικτό, να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση.
-
ΑδρεναλίνηπροσοχήΕπιδείνωση της υπότασης
sick
SPC-ADASUVE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καταστολή
- Υπνημία
- Ζάλη
- Δυστονία
- Δυσκινησία
- Τρόμος
- Δυσγευσία
- Περιστροφή οφθαλμικών βολβών
- Ακαθησία/ανησυχία
- Υπόταση
- Ερεθισμός στον φάρυγγα
- Βρογχόσπασμος (περιλαμβανομένου του γρήγορου ρυθμού αναπνοής)
- Ξηροστομία
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚαταστολήΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρεθισμός στον φάρυγγαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκαθησία/ανησυχίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμος (περιλαμβανομένου του γρήγορου ρυθμού αναπνοής)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριστροφή οφθαλμικών βολβώνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
SPC-ADASUVE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΚατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το ADASUVE χορηγείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.Τα νεογνά που έχουν επανειλημμένα εκτεθεί σε αντιψυχωσικά κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης κινδυνεύουν να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τον τοκετό, όπως εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα στέρησης, τα οποία μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια. Έχουν αναφερθεί διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια και διατροφικές διαταραχές. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των νεογνών.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να συνιστάται στις ασθενείς να μην θηλάζουν για διάστημα 48 ωρών μετά τη λήψη λοξαπίνης και να απορρίπτουν το γάλα που παράγεται κατά το διάστημα αυτό.Το ποσοστό απέκκρισης της λοξαπίνης ή των μεταβολιτών της στο ανθρώπινο γάλα δεν είναι γνωστό. Ωστόσο, έχει αποδειχτεί ότι η λοξαπίνη και οι μεταβολίτες της μεταφέρονται στο γάλα σκύλων που θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τους ανθρώπους όσον αφορά την επίδραση της λοξαπίνης στη γονιμότητα.Είναι γνωστό ότι στους ανθρώπους, η μακροχρόνια θεραπεία με αντιψυχωσικά μπορεί να προκαλέσει απώλεια της γενετήσιας ορμής και αμηνόρροια. Σε θηλυκούς αρουραίους έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ADASUVE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ADASUVE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η χορήγηση ADASUVE οδήγησε σε ταχεία απορρόφηση της λοξαπίνης με διάμεσο χρόνο μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Tmax) τα 2 λεπτά. Η έκθεση στη λοξαπίνη κατά τις 2 πρώτες ώρες μετά τη χορήγηση (AUC0-2h, μέτρηση της πρώιμης έκθεσης που…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Παρακολούθηση βρογχόσπασμου | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | μετά τη λήψη της δόσης | Λήψη ADASUVE |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ADASUVE
expand_more
Δοσολογία
Το ADASUVE πρέπει να χορηγείται μόνο σε νοσοκομειακό περιβάλλον υπό την επίβλεψη επαγγελματία υγείας. Για την αντιμετώπιση πιθανών σοβαρών αναπνευστικών ανεπιθύμητων ενεργειών (βρογχόσπασμος) πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη βρογχοδιασταλτική θεραπεία με βήτα αγωνιστή βραχείας δράσης.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη αρχική δόση του ADASUVE είναι 9,1 mg. Καθώς η δόση αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί με αυτή την περιεκτικότητα (ADASUVE 4,5 mg), θα πρέπει αρχικά να χρησιμοποιηθεί η περιεκτικότητα ADASUVE 9,1 mg. Δεύτερη δόση μπορεί να χορηγηθεί μετά από 2 ώρες, εφόσον αυτό κρίνεται αναγκαίο. Δεν επιτρέπεται η χορήγηση περισσότερων από δύο δόσεις. Εάν η προηγούμενη δόση των 9,1 mg δεν ήταν καλά ανεκτή από τον ασθενή ή εάν ο γιατρός κρίνει καταλληλότερη τη χορήγηση χαμηλότερης δόσης, τότε μπορεί να χορηγηθεί η χαμηλότερη δόση των 4,5 mg. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται επί μία ώρα μετά τη χορήγηση κάθε δόσης για ενδείξεις και συμπτώματα βρογχόσπασμου.
Ηλικιωμένοι
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ADASUVE σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Νεφρική ή/και ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες για το ADASUVE σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ADASUVE σε παιδιά (κάτω των 18 ετών) δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Χορήγηση δια εισπνοής. Το προϊόν περιέχεται σε σφραγισμένο θύλακα. Το προϊόν αφαιρείται από τον θύλακα όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθεί. Όταν η αποσπώμενη γλωττίδα αφαιρεθεί, ανάβει μια πράσινη λυχνία η οποία υποδεικνύει ότι το προϊόν είναι έτοιμο για χρήση (Σημείωση: το προϊόν πρέπει να χρησιμοποιηθεί εντός 15 λεπτών μετά την αφαίρεση της γλωττίδας). Για να λάβει το φαρμακευτικό προϊόν, ο ασθενής εισπνέει από το εξάρτημα στοματικής προσαρμογής παίρνοντας σταθερές βαθιές ανάσες. Με την ολοκλήρωση της εισπνοής, ο ασθενής αφαιρεί το εξάρτημα στοματικής προσαρμογής από το στόμα και κρατάει για λίγο την αναπνοή του. Το φαρμακευτικό προϊόν έχει χορηγηθεί όταν η πράσινη λυχνία σβήσει. Κατά τη διάρκεια της χρήσης ενδέχεται το εξωτερικό της συσκευής να θερμανθεί. Αυτό είναι φυσιολογικό. Πλήρεις οδηγίες σχετικά με τον τρόπο χρήσης του ADASUVE παρέχονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης, στην παράγραφο που αφορά τους επαγγελματίες του τομέα υγείας.
block
Αντενδείξεις
SPC-ADASUVE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, ή στην αμοξαπίνη.
- Ασθενείς με οξείες αναπνευστικές ενδείξεις/συμπτώματα (π.χ. συριγμός) ή με ενεργή νόσο των αεραγωγών (όπως ασθενείς με άσθμα ή χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια [ΧΑΠ]) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ADASUVE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ορθή χρήση της συσκευής εισπνοής
Η ορθή χρήση της συσκευής εισπνοής ADASUVE είναι πολύ σημαντική για τη χορήγηση ολόκληρης της δόσης της λοξαπίνης. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να διασφαλίζουν ότι ο ασθενής χρησιμοποιεί σωστά τη συσκευή εισπνοής.
Περιορισμένη αποτελεσματικότητα
Το ADASUVE ενδέχεται να έχει περιορισμένη αποτελεσματικότητα σε ασθενείς που λαμβάνουν συντρέχουσα φαρμακευτική αγωγή, ιδίως άλλα αντιψυχωσικά φάρμακα.
Βρογχόσπασμος
Σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές σε άτομα με άσθμα ή ΧΑΠ, πολύ συχνά παρατηρήθηκε βρογχόσπασμος. Όποτε σημειώθηκε, αναφέρθηκε συνήθως εντός 25 λεπτών μετά τη χορήγηση της δόσης. Συνεπώς, οι ασθενείς που λαμβάνουν ADASUVE πρέπει να παρακολουθούνται μετά τη λήψη της δόσης, όπως προβλέπεται. Δεν έχουν διενεργηθεί έρευνες για το ADASUVE σε ασθενείς που πάσχουν από άλλες μορφές πνευμονοπάθειας. Σε περίπτωση που μετά τη θεραπεία με ADASUVE εμφανιστεί βρογχόσπασμος, μπορεί να αντιμετωπιστεί με βρογχοδιασταλτικό βήτα αγωνιστή βραχείας δράσης, π.χ. σαλβουταμόλη (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Το ADASUVE δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς που παρουσιάζουν ενδείξεις/συμπτώματα αναπνευστικής νόσου (βλ. Αντενδείξεις).
Υποαερισμός
Δεδομένων των βασικών επιδράσεων της λοξαπίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), το ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επιβαρημένη αναπνοή, όπως ασθενείς με μειωμένη επαγρύπνηση ή με καταστολή του ΚΝΣ οφειλόμενη στο οινόπνευμα ή σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα κεντρικής δράσης, π.χ. αγχολυτικά, τα περισσότερα αντιψυχωσικά, υπνωτικά, οπιούχα, κ.λπ. (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ηλικιωμένοι ασθενείς με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες για τη χρήση του ADASUVE σε ηλικιωμένους ασθενείς, περιλαμβανομένων ασθενών με ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια. Κλινικές μελέτες τόσο με άτυπα όσο και με τυπικά αντιψυχωσικά φαρμακευτικά προϊόντα έχουν καταδείξει ότι οι ηλικιωμένοι ασθενείς που πάσχουν από ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο θανάτου έναντι του εικονικού φαρμάκου. Το ADASUVE δεν ενδείκνυται για τη θεραπεία ασθενών που πάσχουν από ψύχωση σχετιζόμενη με άνοια.
Εξωπυραμιδικά συμπτώματα
Τα εξωπυραμιδικά συμπτώματα (περιλαμβανομένης της οξείας δυστονίας) είναι γνωστές επιδράσεις της κατηγορίας των αντιψυχωσικών φαρμάκων. Το ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γνωστό ιστορικό εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων.
Όψιμη δυσκινησία
Εάν ο ασθενής που υποβάλλεται σε θεραπεία με λοξαπίνη εμφανίσει ενδείξεις και συμπτώματα όψιμης δυσκινησίας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Τα εν λόγω συμπτώματα μπορεί να παρουσιάσουν προσωρινή επιδείνωση ή ακόμη και να εμφανιστούν μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο
Οι κλινικές εκδηλώσεις του κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου είναι η υπερπυρεξία, η μυϊκή ακαμψία, η μεταβολή της νοητικής κατάστασης και ενδείξεις αστάθειας του αυτόνομου νευρικού συστήματος (μη φυσιολογικός σφυγμός ή πίεση του αίματος, ταχυκαρδία, διαφόρηση και καρδιακή δυσρυθμία). Επιπρόσθετες ενδείξεις μπορεί να είναι η αυξημένη κρεατινοφωσφοκινάση, η μυοσφαιρινουρία (ραβδοµυόλυση) και η οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Σε περίπτωση που ο ασθενής παρουσιάσει ενδείξεις και συμπτώματα δηλωτικά του κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου ή ανεξήγητο υψηλό πυρετό χωρίς επιπρόσθετες κλινικές εκδηλώσεις του κακοήθους νευροληπτικού συνδρόμου, η χορήγηση του ADASUVE πρέπει να διακόπτεται.
Υπόταση
Ήπια υπόταση αναφέρθηκε σε βραχυχρόνιες (24ωρες), ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές σε ασθενείς με διέγερση στους οποίους χορηγήθηκε ADASUVE. Σε περίπτωση που απαιτείται θεραπεία με αγγειοσυσπαστικούς παράγοντες, προτιμώνται η νοραδρεναλίνη ή η φαινυλεφρίνη. Η χρήση αδρεναλίνης αντενδείκνυται διότι η διέγερση των β-αδρενεργικών υποδοχέων ενδέχεται να επιδεινώσει την υπόταση στο πλαίσιο του μερικού αποκλεισμού των α-αδρενεργικών υποδοχέων που οφείλεται στη λοξαπίνη (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Καρδιαγγειακές παθήσεις
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση του ADASUVE σε ασθενείς με υποκείμενες καρδιαγγειακές παθήσεις. Το ADASUVE δεν συνιστάται σε πληθυσμούς ασθενών με γνωστή καρδιαγγειακή πάθηση (ιστορικό με έμφραγμα του μυοκαρδίου ή με ισχαιμική καρδιοπάθεια, καρδιακή ανεπάρκεια ή διαταραχές της αγωγής), αγγειακή εγκεφαλική νόσο ή παθήσεις που προδιαθέτουν τους ασθενείς σε υπόταση (αφυδάτωση, υπογκαιμία και αγωγή με αντιυπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα).
Διάστημα QT
Η κλινικά συναφής επιμήκυνση του διαστήματος QT δεν φαίνεται να σχετίζεται με μεμονωμένες και επαναλαμβανόμενες δόσεις ADASUVE. Εφίσταται προσοχή κατά τη χορήγηση ADASUVE σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή πάθηση ή με οικογενειακό ιστορικό επιμήκυνσης του διαστήματος QT, καθώς και σε περίπτωση συντρέχουσας χρήσης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QT. Άγνωστος είναι ο δυνητικός κίνδυνος επιμήκυνσης του διαστήματος QTc λόγω αλληλεπίδρασης με φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι επιμηκύνουν το διάστημα QTc.
Κρίσεις / σπασμοί
Η λοξαπίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σπαστικών διαταραχών διότι υποβιβάζει τον ουδό σπασμών. Κρίσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν λοξαπίνη από το στόμα σε επίπεδα αντιψυχωσικών δόσεων, ενώ ενδέχεται να εμφανιστούν ακόμη και σε επιληπτικούς ασθενείς που βρίσκονται υπό συντήρηση με τακτική αντισυσπαστική φαρμακευτική αγωγή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αντιχολινεργική δραστηριότητα
Λόγω της αντιχολινεργικής δράσης του, το ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα ή με τάση για κατακράτηση ούρων, ιδιαίτερα δε σε περίπτωση συντρέχουσας χορήγησης αντιπαρκινσονικών φαρμακευτικών προϊόντων αντιχολινεργικού τύπου.
Δηλητηρίαση ή σωματική νόσος (παραλήρημα)
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ADASUVE σε ασθενείς με διέγερση οφειλόμενη σε δηλητηρίαση ή σωματική νόσο (παραλήρημα) δεν έχουν αξιολογηθεί. Το ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με δηλητηρίαση ή παραλήρημα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ADASUVE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η ταυτόχρονη χορήγηση βενζοδιαζεπινών ή άλλων ηρεμιστικών ή κατασταλτικών της αναπνοής ενδέχεται να σχετίζεται με υπερβολική καταστολή και αναπνευστική καταστολή ή αναπνευστική ανεπάρκεια. Εάν, επιπροσθέτως της λοξαπίνης, κρίνεται αναγκαία η χορήγηση βενζοδιαζεπίνης, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για υπερβολική καταστολή και ορθοστατική υπόταση. Σε μία μελέτη με εισπνεόμενη λοξαπίνη και ενδομυική λοραζεπάμη 1 mg σε συνδυασμό δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές επιδράσεις στην αναπνευστική συχνότητα, την παλμική οξυμετρία, την αρτηριακή πίεση, ή την καρδιακή συχνότητα σε σύγκριση με το καθένα από τα δύο φάρμακα χορηγούμενο μεμονωμένα. Δεν έχουν μελετηθεί υψηλότερες δόσεις λοραζεπάμης. Οι επιδράσεις του συνδυασμού στην καταστολή φαίνεται να είναι αθροιστικές.
Πιθανότητα επίδρασης του ADASUVE σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Η λοξαπίνη δεν αναμένεται να προκαλέσει κλινικά σημαντικές φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είτε μεταβολίζονται από ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 (CYP450). είτε υφίστανται γλυκουρονίωση από ανθρώπινη 5-διφωσφορική ουριδινο γλυκουρονοσυλτρανσφεράση (UGT). Ιδιαίτερη προσοχή εφιστάται σε περίπτωση συνδυασμού της λοξαπίνης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι γνωστό ότι υποβιβάζουν τον ουδό κρίσεων, π.χ. φαινοθειαζίνες ή βουτυροφαινόνες, κλοζαπίνη, τρικυκλικά ή επιλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRI), τραμαδόλη, μεφλοκίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Όπως υποδεικνύουν μελέτες in vitro, η λοξαπίνη δεν συνιστά υπόστρωμα για την P-γλυκοπρωτεΐνη (P-gp), αλλά την αναστέλλει. Ωστόσο, στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις δεν αναμένεται κλινικά σημαντική αναστολή της μεταφοράς άλλων φαρμακευτικών προϊόντων με διαμεσολάβηση της P-gp. Δεδομένων των βασικών επιδράσεων της λοξαπίνης στο ΚΝΣ, το ADASUVE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή όταν συνδυάζεται με οινόπνευμα ή άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα, όπως αγχολυτικά, τα περισσότερα αντιψυχωσικά, υπνωτικά, οπιούχα, κ.λπ. Η χρήση της λοξαπίνης σε ασθενείς με δηλητηρίαση από οινόπνευμα ή φαρμακευτικά προϊόντα (τόσο με συνταγογραφημένα όσο και με παράνομα φαρμακευτικά προϊόντα) δεν έχει αξιολογηθεί. Η λοξαπίνη μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αναπνευστική καταστολή εάν συνδυαστεί με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Πιθανότητα επίδρασης άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στο ADASUVE
Η λοξαπίνη συνιστά υπόστρωμα για μονο-οξυγενάσες που περιέχουν φλαβίνη (FMO), καθώς και για αρκετά ισοένζυμα CYP450 (βλ. Φαρμακοκινητικές). Συνεπώς, ο κίνδυνος πρόκλησης μεταβολικών αλληλεπιδράσεων ως αποτέλεσμα της δράσης σε μια μεμονωμένη ισομορφή είναι περιορισμένος. Προσοχή εφιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν συντρέχουσα θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία είναι είτε αναστολείς είτε επαγωγείς των εν λόγω ενζύμων, ιδιαίτερα δε εάν το συντρέχον φάρμακο είναι γνωστό για την ανασταλτική ή επαγωγική δράση του στα διάφορα ένζυμα που εμπλέκονται στον μεταβολισμό της λοξαπίνης. Τα εν λόγω φαρμακευτικά προϊόντα μπορεί να τροποποιήσουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του ADASUVE με ακανόνιστο τρόπο. Εφόσον είναι εφικτό, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων του CYP1A2 (π.χ. φλουβοξαμίνη, σιπροφλοξασίνη, ενοξασίνη, προπρανολόλη και ρεφεκοξίμπη).
Αδρεναλίνη
Η συγχορήγηση λοξαπίνης και αδρεναλίνης μπορεί να επιδεινώσει την υπόταση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ADASUVE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη της εικόνας ασφάλειας
Η αξιολόγηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από δεδομένα κλινικών μελετών βασίζεται σε δύο βραχυχρόνιες (24ωρες), ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές φάσης 3 και σε μία αντίστοιχη δοκιμή φάσης 2A, στις οποίες μετείχαν 524 ενήλικες ασθενείς με διέγερση σχετιζόμενη με σχιζοφρένεια (μεταξύ των οποίων και 27 ασθενείς με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή) ή διπολική διαταραχή, στους οποίους χορηγήθηκε ADASUVE 4,5 mg (265 ασθενείς) ή ADASUVE 9,1 mg (259 ασθενείς). Στις μελέτες στις οποίες μετείχαν ασθενείς με διέγερση ο βρογχόσπασμος αναφέρθηκε ως όχι συχνή, πλην όμως σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια, ενώ σε άτομα με ενεργή νόσο των αεραγωγών ο βρογχόσπασμος αναφέρθηκε ως συχνή ανεπιθύμητη ενέργεια και απαιτούσε κυρίως θεραπεία με βρογχοδιασταλτικό βήτα αγωνιστή βραχείας δράσης. Οι συχνότερα αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ADASUVE ήταν δυσγευσία, καταστολή/υπνημία και ζάλη (η ζάλη ήταν συχνότερη μετά από θεραπεία με εικονικό φάρμακο σε σχέση με τη λοξαπίνη).
Πινακοποιημένος κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στη συνέχεια ταξινομούνται βάσει της ακόλουθης συνθήκης: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: καταστολή/υπνημία
- Συχνές: ζάλη
- Όχι συχνές: δυστονία, δυσκινησία, περιστροφή οφθαλμικών βολβών, τρόμος, ακαθησία/ανησυχία
- Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχνές: υπόταση
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
- Συχνές: ερεθισμός στον φάρυγγα
- Όχι συχνές: βρογχόσπασμος (περιλαμβανομένου του γρήγορου ρυθμού αναπνοής)
- Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές: δυσγευσία
- Συχνές: ξηροστομία
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: κόπωση
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Βρογχόσπασμος Σε βραχυχρόνιες (24ωρες), ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές που διενεργήθηκαν σε ασθενείς με διέγερση σχετιζόμενη με σχιζοφρένεια ή με διπολική διαταραχή χωρίς ενεργό νόσο των αεραγωγών, ο βρογχόσπασμος (που περιλαμβάνει αναφορές για συριγμό, γρήγορο ρυθμό αναπνοής ή βήχα) ήταν όχι συχνός σε ασθενείς που έλαβαν ADASUVE. Ωστόσο, σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές σε άτομα με ήπιο έως μέτριο επίμονο άσθμα ή μέτρια έως σοβαρή ΧΑΠ, ο βρογχόσπασμος αναφέρθηκε πολύ συχνά ως ανεπιθύμητη ενέργεια. Τα περισσότερα από τα εν λόγω περιστατικά παρατηρήθηκαν εντός 25 λεπτών από τη λήψη της δόσης, ήταν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας και αντιμετωπίστηκαν με εισπνεόμενο βρογχοδιασταλτικό.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν παρατηρηθεί με τη χρόνια χρήση λοξαπίνης χορηγούμενης από το στόμα
Με τη χρόνια χορήγηση λοξαπίνης από το στόμα, στις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν περιλαμβάνονται καταστολή και νωθρότητα, εξωπυραμιδικά συμπτώματα (π.χ. τρόμος, ακαθησία, ακαμψία, και δυστονία), καρδιαγγειακές επιδράσεις (π.χ. ταχυκαρδία, υπόταση, υπέρταση, ορθοστατική υπόταση, ελαφριά ζάλη και συγκοπή), καθώς και αντιχολινεργικές επιδράσεις (π.χ. ξηροφθαλµία, θαμπή όραση και κατακράτηση ούρων).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ADASUVE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Τα νεογνά που έχουν επανειλημμένα εκτεθεί σε αντιψυχωσικά κατά το τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης κινδυνεύουν να παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τον τοκετό, όπως εξωπυραμιδικά συμπτώματα ή/και συμπτώματα στέρησης, τα οποία μπορεί να ποικίλλουν σε σοβαρότητα και διάρκεια. Έχουν αναφερθεί διέγερση, υπερτονία, υποτονία, τρόμος, υπνηλία, αναπνευστική δυσχέρεια και διατροφικές διαταραχές. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης των νεογνών. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το ADASUVE χορηγείται μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Το ποσοστό απέκκρισης της λοξαπίνης ή των μεταβολιτών της στο ανθρώπινο γάλα δεν είναι γνωστό. Ωστόσο, έχει αποδειχτεί ότι η λοξαπίνη και οι μεταβολίτες της μεταφέρονται στο γάλα σκύλων που θηλάζουν. Πρέπει να συνιστάται στις ασθενείς να μην θηλάζουν για διάστημα 48 ωρών μετά τη λήψη λοξαπίνης και να απορρίπτουν το γάλα που παράγεται κατά το διάστημα αυτό.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τους ανθρώπους όσον αφορά την επίδραση της λοξαπίνης στη γονιμότητα. Είναι γνωστό ότι στους ανθρώπους, η μακροχρόνια θεραπεία με αντιψυχωσικά μπορεί να προκαλέσει απώλεια της γενετήσιας ορμής και αμηνόρροια. Σε θηλυκούς αρουραίους έχουν παρατηρηθεί επιδράσεις στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ADASUVE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: ψυχοληπτικά, αντιψυχωσικά· κωδικός ATC: N05AH01 Η αποτελεσματικότητα της λοξαπίνης εικάζεται ότι επηρεάζεται από τον υψηλής συγγένειας ανταγωνισμό μεταξύ των υποδοχέων ντοπαμίνης D2 και των υποδοχέων σεροτονίνης 5-HT2A. Η λοξαπίνη προσκολλάται σε νοραδρενεργικούς, ισταμινεργικούς και χολινεργικούς υποδοχείς, ενώ η αλληλεπίδρασή της με τα εν λόγω συστήματα μπορεί να επηρεάσει το φάσμα των φαρμακολογικών της επιδράσεων. Μεταβολές στο επίπεδο ευερεθιστότητας των υποφλοιωδών ανασταλτικών περιοχών έχουν παρατηρηθεί σε αρκετά ζωικά είδη και συσχετίζονται με καταπραϋντικές επιδράσεις και καταστολή της επιθετικής συμπεριφοράς.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Στις δύο μελέτες φάσης 3 οι ασθενείς που μετείχαν έπασχαν από οξεία διέγερση τουλάχιστον μέτριου επιπέδου (τουλάχιστον 14 στην κλίμακα θετικού και αρνητικού συνδρόμου (PANSS) - Excited Component (PEC)) (ανεπαρκής έλεγχος των παρορμήσεων, ένταση, εχθρότητα, μη συνεργασιμότητα και ευερεθιστότητα). Προαπαιτούμενο για τη συμμετοχή στη μελέτη 004-301 ήταν η διάγνωση σχιζοφρένειας. Για τη συμμετοχή στη μελέτη 004-302 απαιτούνταν η διάγνωση διπολικής διαταραχής (πρόσφατο μανιακό ή μικτό επεισόδιο). Οι ασθενείς έπασχαν από σημαντική και μακροχρόνια ψυχιατρική νόσο (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 4th edition (DSM-IV)), ανάλογα με τα έτη που είχαν παρέλθει από τη διάγνωση και από προηγούμενες νοσηλείες. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για τη χορήγηση εικονικού φαρμάκου, ADASUVE 4,5 mg και ADASUVE 9,1 mg. Η μέση ηλικία των τυχαιοποιημένων ασθενών ήταν 43,1 έτη στη μελέτη 004-301 και 40,8 έτη στη μελέτη 004-302: το ποσοστό συμμετοχής των νεαρών ενηλίκων (ηλικίας 18-25 ετών) στις προαναφερθείσες δοκιμές ήταν πολύ μικρό (7,3%). Μικρή ήταν και η εκπροσώπηση των γυναικών στη δοκιμή σχιζοφρένειας (26,5%), ενώ στη μελέτη 004-302 σχεδόν το ήμισυ των ασθενών ήταν άνδρες (49,7%). Κατά το χρονικό διάστημα χορήγησης της δόσης, ποσοστό περίπου 35% εκ των ασθενών με σχιζοφρένεια λάμβαναν παράλληλα και αντιψυχωσικά, ενώ το ποσοστό των ασθενών με διπολική διαταραχή που λάμβανε αντιψυχωσικά φάρμακα ήταν σχεδόν 13%. Η πλειονότητα των ασθενών σε αμφότερες τις μελέτες φάσης 3 ήταν καπνιστές, ενώ κατά τη διάρκεια των μελετών κάπνιζε ποσοστό περίπου 82% των ασθενών με σχιζοφρένεια και 74% των ασθενών με διπολική διαταραχή. Σε περίπτωση μη επαρκούς υποχώρησης της διέγερσης μετά την πρώτη δόση, χορηγούνταν δεύτερη δόση τουλάχιστον 2 ώρες αργότερα. Εφόσον ήταν αναγκαίο, χορηγούνταν τρίτη δόση τουλάχιστον 4 ώρες μετά τη δεύτερη. Σε περίπτωση ανάγκης, χορηγούνταν θεραπεία επί κρίσεως (ενδομυϊκή λοραζεπάμη). Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν η απόλυτη μεταβολή της βαθμολογίας PEC σε σχέση με την τιμή αναφοράς εντός 2 ωρών μετά την πρώτη δόση, για αμφότερες τις περιεκτικότητες του ADASUVE έναντι του εικονικού φαρμάκου. Μεταξύ άλλων τελικών σημείων αναφέρονται οι ανταποκριθέντες ασθενείς στις κλίμακες PEC και Κλινική Σφαιρική Εντύπωση - Βελτίωση (CGI-I) 2 ώρες μετά την πρώτη δόση, καθώς και ο συνολικός αριθμός των ασθενών ανά ομάδα που έλαβε 1, 2 ή 3 δόσεις του φαρμάκου της μελέτης, τόσο με όσο και χωρίς θεραπεία επί κρίσεως. Ως ανταποκριθέντες θεωρήθηκαν οι ασθενείς στους οποίους παρατηρήθηκε μείωση ≥40% από την τιμή αναφοράς στη συνολική βαθμολογία PEC ή οι ασθενείς με βαθμολογία 1 (πολύ μεγάλη βελτίωση) ή 2 (μεγάλη βελτίωση) στην κλίμακα CGI-I. Εμφανής ήταν η μείωση της διέγερσης 10 λεπτά (πρώτο χρονικό σημείο) μετά τη δόση 1, αλλά και σε όλες τις επόμενες αξιολογήσεις κατά τη διάρκεια του 24ωρου διαστήματος παρακολούθησης, για αμφότερες τις περιεκτικότητες 4,5 mg και 9,1 mg, σε ασθενείς τόσο με σχιζοφρένεια όσο και με διπολική διαταραχή. Από την εξέταση των υποσυνόλων του πληθυσμού (ηλικία, φυλή και φύλο) δεν προέκυψε διαφοροποιημένη απόκριση συναρτήσει των εν λόγω υποκατηγοριοποιήσεων. Για τα βασικά αποτελέσματα, ανατρέξτε στον πίνακα που ακολουθεί.
Κύρια αποτελέσματα των βασικών μελετών αποτελεσματικότητας: συγκρίσεις μεταξύ ADASUVE 4,5 mg, 9,1 mg και εικονικού φαρμάκου
Πίνακας μελέτης [αδύνατη ανάγνωση]
Σε υποστηρικτική μελέτη φάσης 2 μίας δόσης, στην οποία μετείχαν 129 ασθενείς με σχιζοφρένεια και σχιζοσυναισθηματική διαταραχή, η μείωση της μεταβολής στην κλίμακα PEC μετά από 2 ώρες ήταν 5,0 για το εικονικό φάρμακο, -6,7 για το ADASUVE 4,5 mg και -8,6 (p<0,001) για το ADASUVE 9,1 mg. Θεραπεία επί κρίσεως χορηγήθηκε στο 32,6%, 11,1% και 14,6% των ασθενών, αντίστοιχα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το ADASUVE στην υποκατηγορία του παιδιατρικού πληθυσμού έως κάτω των 12 ετών για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και στην υποκατηγορία έως κάτω των 10 ετών για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το ADASUVE στην υποκατηγορία του παιδιατρικού πληθυσμού από 12 έως κάτω των 18 ετών για τη θεραπεία της σχιζοφρένειας και στην υποκατηγορία από 10 έως κάτω των 18 ετών για τη θεραπεία της διπολικής διαταραχής (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ADASUVE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η χορήγηση ADASUVE οδήγησε σε ταχεία απορρόφηση της λοξαπίνης με διάμεσο χρόνο μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Tmax) τα 2 λεπτά. Η έκθεση στη λοξαπίνη κατά τις 2 πρώτες ώρες μετά τη χορήγηση (AUC0-2h, μέτρηση της πρώιμης έκθεσης που σχετίζεται με την έναρξη της θεραπευτικής επίδρασης) ήταν 25,6 ngh/mL για τη δόση των 4,5 mg και 66,7 ngh/mL για τη δόση των 9,1 mg σε υγιή άτομα. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι της λοξαπίνης προσδιορίστηκαν σε άτομα που ακολουθούσαν χρόνια σταθερή αντιψυχωσική αγωγή κατόπιν επαναληπτικής χορήγησης ADASUVE ανά 4 ώρες για 3 συνολικά δόσεις (είτε 4,5 mg είτε 9,1 mg). Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα ήταν παρόμοιες μετά την πρώτη και την τρίτη δόση ADASUVE, γεγονός που υποδεικνύει ελάχιστη συσσώρευση κατά το διάστημα των 4 ωρών μεταξύ των δόσεων.
Κατανομή
Η λοξαπίνη αποβάλλεται ταχέως από το πλάσμα και κατανέμεται στους ιστούς. Μελέτες σε ζώα μετά από χορήγηση από το στόμα καταδεικνύουν αρχική προτιμώμενη κατανομή στους πνεύμονες, τον εγκέφαλο, τον σπλήνα, την καρδιά και το νεφρό. Η λοξαπίνη προσκολλάται σε ποσοστό 96,6% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
Βιομετασχηματισμός
Η λοξαπίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ και σχηματίζονται πολλοί μεταβολίτες. Στις κύριες μεταβολικές οδούς περιλαμβάνονται η υδροξυλίωση με την οποία σχηματίζονται 8-OH-λοξαπίνη και 7-OH-λοξαπίνη, η N-οξείδωση με την οποία σχηματίζεται το N-οξείδιο λοξαπίνης, και η απομεθυλίωση με την οποία σχηματίζεται αμοξαπίνη. Για το ADASUVE, η σειρά των μεταβολιτών που παρατηρήθηκε σε ανθρώπους (βάσει συστηματικής έκθεσης) ήταν 8-OH-λοξαπίνη » N-οξείδιο λοξαπίνης > 7-OH-λοξαπίνη > αμοξαπίνη, με επίπεδα 8-OH-λοξαπίνης στο πλάσμα παρόμοια με εκείνα της αρχικής ένωσης. Η 8-OH-λοξαπίνη δεν είναι φαρμακολογικά ενεργή στον υποδοχέα D2, ενώ ο ελάσσων μεταβολίτης, η 7-OH-λοξαπίνη, έχει υψηλή συγγένεια προσκόλλησης σε υποδοχείς D2. Η λοξαπίνη αποτελεί υπόστρωμα για αρκετά ισοένζυμα CYP450. Μελέτες in vitro καταδεικνύουν ότι η 7-OH-λοξαπίνη σχηματίζεται κυρίως από τα CYP 3A4 και 2D6, η 8-OH-λοξαπίνη σχηματίζεται κυρίως από τα CYP1A2, η αμοξαπίνη σχηματίζεται κυρίως από τα CYP3A4, 2C19 και 2C8, το δε N-οξείδιο λοξαπίνης από μονο-οξυγενάσες που περιέχουν φλαβίνη (FMO). Η δυνατότητα της λοξαπίνης και των μεταβολιτών της (αμοξαπίνη, 7-OH-λοξαπίνη, 8-OH-λοξαπίνη και N-οξείδιο λοξαπίνης) να αναστείλουν τον μεταβολισμό φαρμάκων με τη μεσολάβηση του CYP450 έχει εξεταστεί in vitro για τα κυτοχρώματα (CYP) 1A1, 1A2, 2A6, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική αναστολή. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η λοξαπίνη και η 8-OH-λοξαπίνη σε κλινικά σχετικές συγκεντρώσεις δεν είναι επαγωγείς των ενζύμων CYP1A2, 2B6 ή 3Α4. Επιπλέον, μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η λοξαπίνη και η 8-ΟΗ λοξαπίνη δεν είναι αναστολείς του UGT1A1, 1A3, 1A4, 2B7 και 2B15.
Αποβολή
Η λοξαπίνη απεκκρίνεται συνήθως εντός των πρώτων 24 ωρών. Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα ως συζευγμένες ενώσεις και στα κόπρανα ως μη συζευγμένες ενώσεις. Η τελική ημιζωή αποβολής (T½) κυμαίνεται από 6 έως 8 ώρες.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Οι μέσες συγκεντρώσεις λοξαπίνης στο πλάσμα μετά από τη χορήγηση ADASUVE ήταν γραμμικές για όλο το κλινικό εύρος δόσεων. Η αύξηση των τιμών AUC0-2h, AUCinf, και Cmax ήταν δοσοεξαρτώμενη.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς ασθενών
Καπνιστές Σύμφωνα με ανάλυση της φαρμακοκινητικής πληθυσμού στο πλαίσιο της οποίας συγκρίθηκε η έκθεση σε καπνιστές έναντι μη καπνιστών, προέκυψε ότι το κάπνισμα, το οποίο επάγει το CYP1A2, ελάχιστα επηρέασε την έκθεση στο ADASUVE. Δεν συντρέχει λόγος ρύθμισης της δοσολογίας βάσει του επιπέδου καπνίσματος. Στις καπνίστριες η έκθεση (AUCinf) στο ADASUVE και στον ενεργό μεταβολίτη 7-OH-λοξαπίνη είναι χαμηλότερη σε σχέση με τις μη καπνίστριες (σχέση 7-OH-λοξαπίνης/λοξαπίνη 84% έναντι 109%), γεγονός που οφείλεται πιθανόν στην αυξημένη κάθαρση της λοξαπίνης στους καπνιστές.
Δημογραφικά στοιχεία Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά την έκθεση ή τη συμπεριφορά της λοξαπίνης μετά τη χορήγηση ADASUVE οι οποίες να σχετίζονται με την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, το βάρος ή τον δείκτη μάζας σώματος (BMI).
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λοξαπίνη, μια διβενζοξαζεπινη, αποτελεί υποομάδα τρικυκλικών αντιψυχωσικών παραγόντων, χημικά διακριτή από τις θειοξανθένες, βουτυροφενόνες και φαινοθειαζίνες. Φαρμακολογικά, η λοξαπίνη είναι ηρεμιστικό, του οποίου ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει καθοριστεί. Ωστόσο, πιστεύεται ότι μέσω της ανταγωνιστικής δράσης στους υποδοχείς ντοπαμίνης και σεροτονίνης, προκαλείται σημαντική φλοιώδης αναστολή που μπορεί να εκδηλωθεί ως ηρεμία και καταστολή επιθετικότητας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λοξαπίνη είναι ανταγωνιστής της ντοπαμίνης, καθώς και αναστολέας της σεροτονίνης 5-HT2. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της λοξαπίνης δεν έχει καθοριστεί, ωστόσο έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στο επίπεδο διεγερσιμότητας των υποφλοιωδών ανασταλτικών περιοχών σε διάφορα ζωικά είδη σε συσχέτιση με εκδηλώσεις ηρεμίας, όπως η καταστολή της επιθετικής συμπεριφοράς.
ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΧΟΥΝ ΔΕΙΞΕΙ ΟΤΙ Η ΛΟΞΑΠΙΝΗ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ & ΕΜΦΑΝΕΙΣ ΕΞΩΠΥΡΑΜΙΔΙΚΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ, ΜΕΙΩΜΕΝΟ ΕΠΑΓΩΓΙΚΟ ΟΡΙΟ, & ΕΧΕΙ ΑΝΤΙΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΕΣ & ΑΝΤΙΧΟΛΙΝΕΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ. /SUCCINATE/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα του μητρικού φαρμάκου ήταν περίπου το ένα τρίτο σε σύγκριση με αντίστοιχη ενδομυϊκή δόση (25 mg βάση) σε άνδρες εθελοντές.
Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα με τη μορφή συζευγμάτων και στα κόπρανα α-συζευγμένοι.
Μελέτες σε ζώα με ραδιοσημασμένο φάρμακο υποδεικνύουν ότι η λοξαπίνη ή/και οι μεταβολίτες της κατανέμονται ευρέως στους ιστούς του σώματος με υψηλότερες συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο, τους πνεύμονες, την καρδιά, το ήπαρ και το πάγκρεας. Το φάρμακο εμφανίζεται στο ΕΝΥ.
Η λοξαπίνη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Το φάρμακο απορροφάται επίσης σχεδόν πλήρως μετά από IM χορήγηση.
ΤΑΧΕΩΣ & ΣΧΕΔΟΝ ΠΛΗΡΩΣ ΑΠΟΡΡΟΦΑΤΑΙ ΑΠΟ ΓΕΣ. ΜΕΓΙΣΤΑ ΕΠΙΠΕΔΑ LOXAPINE ΟΡΟΥ /ΕΝΤΟΣ 2 ΩΡΩΝ, ΚΥΜΑΙΝΟΜΕΝΑ ΜΕΤΑΞΥ 0.006-0.013 MCG/ML ΜΕΤΑ/ 25 MG ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ…ΚΥΡΙΟΣ /ΕΝΕΡΓΟΣ/ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΗΣ ΣΤΟΝ ΟΡΟ ΕΙΝΑΙ Η 8-ΥΔΡΟΞΥΛΟΞΑΠΙΝΗ /ΜΕΓΙΣΤΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ 0.012-0.038 MCG/ML ΕΝΤΟΣ 2-4 ΩΡΩΝ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟΥΣ LOXAPINE. ΑΝΘΡΩΠΟΣ/
LOXAPINE Η/ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ…ΕΥΡΕΩΣ ΚΑΤΑΝΕΜΗΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΙΣΤΟΥΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ…ΥΨΗΛΟΤΕΡΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΙΣ ΣΕ ΕΓΚΕΦΑΛΟ, ΠΝΕΥΜΟΝΕΣ, ΚΑΡΔΙΑ, ΗΠΑΡ, & ΠΑΓΚΡΕΑΣ…ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΕΝΥ…ΔΙΑΠΕΡΝΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΑ…ΣΤΟ ΓΑΛΑ ΜΗΤΕΡΩΝ ΠΟΥ ΘΗΛΑΖΟΥΝ /ΖΩΑ, ΡΑΔΙΟΣΗΜΑΝΣΜΕΝΟ ΦΑΡΜΑΚΟ/
ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ /7- & 8-ΥΔΡΟΞΥ-, 7- & 8-ΥΔΡΟΞΥΔΕΣΜΕΘΥΛΛΟΞΑΠΙΝΗ; N-ΟΞΕΙΔΙΑ LOXAPINE, 7- & 8-ΥΔΡΟΞΥΛΟΞΑΠΙΝΗ/ ΑΠΕΚΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΟΥΡΑ & ΚΟΠΡΑΝΑ. ΛΙΓΟ Ή ΚΑΘΟΛΟΥ ΜΗ ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΕΝΟ ΦΑΡΜΑΚΟ…ΒΡΕΘΗΚΕ…ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ /ΚΥΡΙΩΣ ΓΛΟΥΚΟΥΡΟΝΙΔΙΑ Η ΘΕΙΙΚΑ ΣΥΖΕΥΓΜΑΤΑ ΣΕ ΟΥΡΑ, ΚΥΡΙΩΣ Α-ΣΥΖΕΥΓΜΕΝΑ ΣΕ ΚΟΠΡΑΝΑ. ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΡΟΣΦΟΡΟΣ/
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός.
ΤΑΧΕΩΣ & ΕΚΤΕΤΑΜΕΝΩΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΗΠΑΡ ΜΕΣΩ ΑΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΥΔΡΟΞΥΛΙΩΣΗΣ, N-ΔΕΣΜΕΘΥΛΙΩΣΗΣ & N-ΟΞΕΙΔΩΣΗΣ. ΚΥΡΙΟΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ…8-ΥΔΡΟΞΥΛΟΞΑΠΙΝΗ, & 7-ΥΔΡΟΞΥΛΟΞΑΠΙΝΗ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΕΡΓΟΙ…8-ΥΔΡΟΞΥΔΕΣΜΕΘΥΛΛΟΞΑΠΙΝΗ, 7-ΥΔΡΟΞΥΔΕΣΜΕΘΥΛΛΟΞΑΠΙΝΗ & LOXAPINE-N-OXIDE ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΝΕΡΓΟΙ /ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΡΟΣΦΟΡΟΣ/
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ N-ΟΞΕΙΔΙΩΝ ΤΩΝ /7-ΥΔΡΟΞΥ- & 8-ΥΔΡΟΞΥΛΟΞΑΠΙΝΩΝ, ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ ΠΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΥΔΡΟΞΥΛΙΩΣΗ & N-ΟΞΕΙΔΩΣΗ/, ΠΑΡΟΥΣΑ…ΟΙ ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ ΤΗΣ LOXAPINE ΑΠΕΚΚΡΙΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΟΥΡΑ ΚΥΡΙΩΣ ΩΣ ΓΛΟΥΚΟΥΡΟΝΙΔΙΑ Η ΘΕΙΙΚΑ ΣΥΖΕΥΓΜΑΤΑ /ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΡΟΣΦΟΡΟΣ/
2 ΜΕΤΑΒΟΛΙΤΕΣ: 8-ΥΔΡΟΞΥΛΟΞΑΠΙΝΗ & 8-ΥΔΡΟΞΥΑΜΟΞΑΠΙΝΗ, ΑΥΞΗΜΕΝΟΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΡΟΣΦΟΡΟ ΦΑΡΜΑΚΟ.
Η λοξαπίνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς στο ήπαρ μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης, N-οξείδωσης. Οι κύριοι μεταβολίτες της λοξαπίνης είναι η 8-υδροξυλοξαπίνη και η 7-υδροξυλοξαπίνη, οι οποίοι είναι ενεργοί, και η 8-υδροξυδεσμεθυλλοξαπίνη, η 7-υδροξυδεσμεθυλλοξαπίνη και η λοξαπίνη N-οξείδιο, οι οποίοι είναι ανενεργοί. Σημαντικές ποσότητες των N-οξειδίων των υδροξυλοξαπινών είναι επίσης παρούσες.
Η λοξεπίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την λοξεπίνη N-γλυκουρονίδιο.
Ηπατικό Οδός Απέκκρισης: Οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στα ούρα με τη μορφή συζευγμάτων και στα κόπρανα α-συζευγμένοι.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Από το στόμα: 4 ώρες.
SERUM LEVELS OF LOXAPINE & METABOLITES DECLINE IN BIPHASIC MANNER. HALF-LIFE DURING 1ST PHASE…5 HR…DURING 2ND PHASE…19 HR. /AFTER SINGLE 25 MG ORAL DOSE, SEDATIVE EFFECT BEGINS IN 20-30 MIN; PEAK EFFECT WITHIN 1.5-3 HR; DURATION APPROX 12 HR. HUMAN/
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται με υποδοχείς ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ αλλά δεν τους ενεργοποιούν, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά σε οξείες επιδράσεις αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για πολλούς άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Παράγοντες που ελέγχουν την αγχώδη ψυχωσική συμπεριφορά, ανακουφίζουν οξείες ψυχωσικές καταστάσεις, μειώνουν τα ψυχωσικά συμπτώματα και ασκούν ηρεμιστική δράση. Χρησιμοποιούνται σε ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ· γεροντική άνοια· παροδική ψύχωση μετά από χειρουργική επέμβαση· ή ΜΥΟΚΑΡΔΙΑΚΟ ΕΜΦΡΑΚΤΟ, κ.λπ. Αυτά τα φάρμακα αναφέρονται συχνά ως νευροληπτικά, υπονοώντας την τάση να προκαλούν νευρολογικές παρενέργειες, αλλά δεν προκαλούν όλες οι αντιψυχωσικές ουσίες τέτοιες επιδράσεις. Πολλά από αυτά τα φάρμακα μπορεί επίσης να είναι αποτελεσματικά κατά της ναυτίας, του εμέτου και του κνησμού.
Φάρμακα που συνδέονται με υποδοχείς ΝΤΟΠΑΜΙΝΗΣ αλλά δεν τους ενεργοποιούν, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ντοπαμίνης ή εξωγενών αγωνιστών. Πολλά φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ψυχωσικών διαταραχών (ΑΝΤΙΨΥΧΩΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ) είναι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης, αν και οι θεραπευτικές τους επιδράσεις μπορεί να οφείλονται σε μακροπρόθεσμες προσαρμογές του εγκεφάλου παρά σε οξείες επιδράσεις αποκλεισμού των υποδοχέων ντοπαμίνης. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης έχουν χρησιμοποιηθεί για πολλούς άλλους κλινικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων των ΑΝΤΙΕΜΕΤΙΚΩΝ, στη θεραπεία του συνδρόμου Tourette και για το ρέψιμο. Ο αποκλεισμός των υποδοχέων ντοπαμίνης σχετίζεται με ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΚΑΚΟΗΘΕΣ ΣΥΝΔΡΟΜΟ.