LIDOCAINE
Λιδοκαΐνη
Ως "αντιαρρυθμικά" χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς ("προαρρυθμική" …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NULBIA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Δερματική
- Δόση έναρξης: 2 g (περίπου το μισό του σωληναρίου των 5 g) ή περίπου 1,5 g/10 cm²
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Δέρμα (Ελάσσονες επεμβάσεις)Δόση2 g (περίπου το μισό του σωληναρίου των 5 g) ή περίπου 1,5 g/10 cm²Για 1 έως 5 ώρες. Όταν ο χρόνος εφαρμογής είναι μεγαλύτερος, η αναισθησία μειώνεται.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Δέρμα (Δερματικές επεμβάσεις σε πρόσφατα ξυρισμένο δέρμα μεγάλων περιοχών, π.χ. αποτρίχωση με laser)Δόσηπερίπου 1,5 g/10 cm²Μέγ. δόση60 gΜέγιστη επιφάνεια εφαρμογής: 600 cm². Για ελάχιστο χρόνο εφαρμογής 1 ώρα, μέγιστο 5 ώρες. Εφαρμογή από τον ασθενή.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Δέρμα (Επεμβάσεις σε μεγαλύτερες περιοχές του δέρματος εντός του νοσοκομείου, π.χ. μεταμόσχευση δέρματος μερικού πάχους)ΔόσηΠερίπου 1,5-2 g/10 cm²Για 2 έως 5 ώρες. Όταν ο χρόνος εφαρμογής είναι μεγαλύτερος, η αναισθησία μειώνεται.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Δέρμα ανδρικών γεννητικών οργάνων (Πριν την ένεση τοπικών αναισθητικών)Δόση1 g/10 cm²Για 15 λεπτά.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Δέρμα γυναικείων γεννητικών οργάνων (Πριν την ένεση τοπικών αναισθητικών)Δόση1-2 g/10 cm²Για 60 λεπτά. Η εφαρμογή μόνο του NULBIA για 60 ή 90 λεπτά, στο δέρμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, δεν παρέχει επαρκή αναισθησία για θερμική καυτηρίαση ή διαθερμία ακροχορδώνων γεννητικών οργάνων.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Βλεννογόνος γεννητικών οργάνων (Χειρουργική αντιμετώπιση εντοπισμένων βλαβών, π.χ. αφαίρεση ακροχορδώνων γεννητικών οργάνων και πριν την ένεση τοπικών αναισθητικών)ΔόσηΠερίπου 5-10 g κρέμαςΓια 5-10 λεπτά. Σε εφήβους βάρους κάτω των 20 kg, η μέγιστη δόση NULBIA στο βλεννογόνο των γεννητικών οργάνων πρέπει να μειώνεται αναλογικά. Δεν έχουν καθορισθεί οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δόσεις >10 g.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) - Βλεννογόνος γεννητικών οργάνων (Πριν την απόξεση του τραχήλου της μήτρας)Δόση10 g κρέμαςΠρέπει να εφαρμόζονται στους πλευρικούς θόλους του κόλπου για 10 λεπτά.
-
Ενήλικες - Έλκος(η) κάτω άκρου (Μηχανικός/χειρουργικός καθαρισμός)ΔόσηΠερίπου 1-2 g/10 cm²Μέγ. δόση10 g συνολικάΣτο(α) έλκος(η) κάτω άκρου. Χρόνος εφαρμογής: 30-60 λεπτά. Το σωληνάριο NULBIA είναι μίας μόνο χρήσης για αυτή την ένδειξη. Το NULBIA έχει χρησιμοποιηθεί έως και 15 φορές εντός 1-2 μηνών.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Νεογνά και βρέφη ηλικίας 0-2 μηνών) - Ελάσσονες επεμβάσειςΔόσηΠερίπου 1 g/10 cm²Μέγ. δόση1 g και 10 cm²Για μια ώρα. Σε τελειόμηνα νεογνά και βρέφη <3 μηνών, μόνο μία δόση σε 24 ώρες. Εφαρμογή >1 ώρα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε βρέφη <12 μηνών που λαμβάνουν θεραπεία με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνης. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ηλικίες κύησης <37 εβδομάδων.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Βρέφη ηλικίας 3-11 μηνών) - Ελάσσονες επεμβάσειςΔόσηΠερίπου 1 g/10 cm²Μέγ. δόση2 g και 20 cm²Για μια ώρα. Σε παιδιά ≥3 μηνών, κατ' ανώτατο όριο 2 δόσεις, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 12 ωρών σε 24 ώρες. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε βρέφη <12 μηνών που λαμβάνουν θεραπεία με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Νήπια και παιδιά ηλικίας 1-5 ετών) - Ελάσσονες επεμβάσειςΔόσηΠερίπου 1 g/10 cm²Μέγ. δόση10 g και 100 cm²Για 1-5 ώρες. Όταν ο χρόνος εφαρμογής είναι μεγαλύτερος, η αναισθησία μειώνεται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Παιδιά ηλικίας 6-11 ετών) - Ελάσσονες επεμβάσειςΔόσηΠερίπου 1 g/10 cm²Μέγ. δόση20 g και 200 cm²Για 1-5 ώρες. Όταν ο χρόνος εφαρμογής είναι μεγαλύτερος, η αναισθησία μειώνεται.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (Παιδιατρικοί ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα) - Πριν την αφαίρεση τέρμινθουΧρόνος εφαρμογής: 30 λεπτά.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται μείωση της δόσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη η μείωση της εφάπαξ δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης.
block
SPC-NULBIA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λιδοκαΐνη και/ή την πριλοκαΐνη ή σε τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-NULBIA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Κληρονομική ή ιδιοπαθής μεθαιμοσφαιριναιμία με έλλειψη αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική ή ιδιοπαθή μεθαιμοσφαιριναιμία με έλλειψη του ενζύμου αφυδρογονάση της 6-φωσφορικής γλυκόζηςΕίναι πιο επιρρεπείς σε σημεία μεθαιμοσφαιριναιμίας προκαλούμενης από κάποια δραστική ουσία. Το αντίδοτο κυανούν του μεθυλενίου δεν είναι αποτελεσματικό στην αναγωγή της μεθαιμοσφαιρίνης, και είναι ικανό να οξειδώσει την ίδια την αιμοσφαιρίνη. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χορηγηθεί θεραπεία με κυανούν του μεθυλενίου.
-
Εφαρμογή σε ανοικτά τραύματαΔεν πρέπει να εφαρμόζεται σε ανοικτά τραύματα (εξαιρουμένου του έλκους κάτω άκρου) λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με την απορρόφηση.
-
Προσφάτως ξυρισμένο δέρμαΕίναι σημαντικό να τηρείται η συνιστώμενη δοσολογία, περιοχή και χρόνος εφαρμογής (βλ. Δοσολογία) λόγω δυνητικά μεγαλύτερης απορρόφησης.
-
Ατοπική δερματίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ατοπική δερματίτιδαΧρειάζεται προσοχή. Ενδέχεται να επαρκεί ένας συντομότερος χρόνος εφαρμογής, 15-30 λεπτών (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Χρόνοι εφαρμογής μεγαλύτεροι των 30 λεπτών μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη συχνότητα τοπικών αγγειακών αντιδράσεων, ιδιαίτερα ερυθρότητα στο σημείο εφαρμογής και σε ορισμένες περιπτώσεις πετέχειες και πορφύρα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πριν από την αφαίρεση τέρμινθου σε παιδιά με ατοπική δερματίτιδα συνιστάται η εφαρμογή κρέμας για 30 λεπτά.
-
Εφαρμογή κοντά στους οφθαλμούςιδιαίτερη προσοχήΠρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή, διότι μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του οφθαλμού. Η απώλεια των προστατευτικών αντανακλαστικών μπορεί να οδηγήσει σε ερεθισμό του κερατοειδούς και πιθανή εκδορά. Σε περίπτωση επαφής με τους οφθαλμούς, ο οφθαλμός πρέπει να ξεπλένεται άμεσα με νερό ή διάλυμα χλωριούχου νατρίου και να προστατεύεται μέχρι να αποκατασταθεί η αίσθηση.
-
Εφαρμογή σε επηρεασμένο τυμπανικό υμένααντενδείκνυταιΔεν πρέπει να εφαρμόζεται σε επηρεασμένο τυμπανικό υμένα. Έχει ωτοτοξική δράση όταν ενσταλάζεται στο μέσον ούς.
-
Αλληλεπίδραση με αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙπροσεκτική παρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη)Πρέπει να βρίσκονται κάτω από προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και να πραγματοποιείται ηλεκτροκαρδιογράφημα, λόγω πιθανών αθροιστικών δράσεων στο μυοκάρδιο.
-
Εμβολιασμός με ζωντανούς μικροοργανισμούςπαρακολούθησηΗ απόκριση ανοσοποίησης δεν επηρεάζεται όταν το NULBIA χρησιμοποιείται πριν από τον εμβολιασμό με BCG, αλλά τα αποτελέσματα των ενδοδερμικών ενέσεων εμβολίων με ζωντανούς μικροοργανισμούς πρέπει να παρακολουθούνται λόγω βακτηριοκτόνων και αντιϊικών ιδιοτήτων της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης σε συγκεντρώσεις πάνω από 0,5-2%.
-
Macrogolglycerol hydroxystearateΜπορεί να προκαλέσει δερματικές αντιδράσεις.
-
Αποτελεσματικότητα σε τρύπημα της πτέρναςΠληθυσμόςΝεογνάΟι μελέτες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα του NULBIA.
-
Αύξηση επιπέδων μεθαιμοσφαιρίνηςΠληθυσμόςΝεογνά/βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνώνΠαρατηρείται συχνά μια παροδική, κλινικά μη σημαντική αύξηση των επιπέδων μεθαιμοσφαιρίνης μέχρι και 12 ώρες μετά την εφαρμογή του NULBIA εντός της συνιστώμενης δοσολογίας.
-
Υπέρβαση συνιστώμενης δόσηςπαρακολούθησηΟ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για ανεπιθύμητες ενέργειες δευτερογενείς της μεθαιμοσφαιριναιμίας (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
-
Χρήση σε νεογνά/βρέφη με ταυτόχρονη θεραπεία με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνηςαντενδείκνυταιΠληθυσμόςΝεογνά/βρέφη ηλικίας έως 12 μηνών που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνηςΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Χρήση σε πρόωρα νεογνάαντενδείκνυταιΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά ηλικίας κύησης μικρότερης των 37 εβδομάδωνΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται, διότι διατρέχουν κίνδυνο να αναπτύξουν αυξημένα επίπεδα μεθαιμοσφαιρίνης.
-
Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα σε δέρμα γεννητικών οργάνων και βλεννογόνο γεννητικών οργάνωνΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετώνΔεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Αποτελεσματικότητα για την περιτομήΠληθυσμόςΠαιδιατρικός πληθυσμόςΤα διαθέσιμα παιδιατρικά δεδομένα δεν αποδεικνύουν επαρκή αποτελεσματικότητα.
swap_horiz
SPC-NULBIA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνης (π.χ. σουλφοναμίδες, νιτροφουραντοΐνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη)ΠροσοχήΑύξηση των επιπέδων μεθαιμοσφαιρίνης, κυρίως όταν η πριλοκαΐνη χορηγείται σε υψηλές δόσεις.ΣύστασηΠρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος.
-
Άλλα τοπικά αναισθητικά ή φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται δομικά με τοπικά αναισθητικάΠροσοχήΠρόσθετη συστηματική τοξικότητα (οι τοξικές επιδράσεις είναι αθροιστικές).ΣύστασηΌταν χρησιμοποιούνται μεγάλες δόσεις NULBIA, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος.
-
Αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη)ΠροσοχήΔεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων, ωστόσο συνιστάται προσοχή.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κάθαρση της λιδοκαΐνης (π.χ. σιμετιδίνη ή οι β-αποκλειστές)ΠροσοχήΔυνητικά τοξικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.ΣύστασηΌταν η λιδοκαΐνη χορηγείται σε επαναλαμβανόμενες υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα.
sick
SPC-NULBIA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μεθαιμοσφαιριναιμία
- Υπερευαισθησία
- Ερεθισμός κερατοειδούς
- Αίσθημα καύσου
- Ερύθημα στη θέση εφαρμογής
- Οίδημα θέσης εφαρμογής
- Θερμότητα στη θέση εφαρμογής
- Ερεθισμός θέσης εφαρμογής
- Παραισθησία στη θέση εφαρμογής
- Κνησμός στη θέση εφαρμογής
- Πορφύρα
- Πετέχειες
- Ωχρότητα στη θέση εφαρμογής
- Κνησμός
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσουΓενικές
-
ΣυχνέςΕρύθημα στη θέση εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΘερμότητα στη θέση εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΚνησμός στη θέση εφαρμογήςΔέρμα
-
ΣυχνέςΟίδημα θέσης εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΩχρότητα στη θέση εφαρμογήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός θέσης εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαραισθησία στη θέση εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕρεθισμός κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΜεθαιμοσφαιριναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-NULBIA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηνα γίνεται με προσοχήΑν και η τοπική εφαρμογή συνδέεται μόνο με ένα χαμηλό επίπεδο συστηματικής απορρόφησης, η χρήση του NULBIA σε έγκυες γυναίκες πρέπει να γίνεται με προσοχή, διότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τη χρήση του NULBIA στις εγκύους. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα δε δείχνουν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Τοξικότητα για την αναπαραγωγή έχει καταδειχθεί με υποδόρια/ενδομυϊκή χορήγηση υψηλών δόσεων λιδοκαΐνης ή πριλοκαΐνης που υπερβαίνουν κατά πολύ την έκθεση από την τοπική εφαρμογή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η λιδοκαΐνη και η πριλοκαΐνη διαπερνούν τον φραγμό του πλακούντα και μπορεί να απορροφώνται από τους ιστούς του εμβρύου. Είναι λογικό να υποτεθεί ότι λιδοκαΐνη και πριλοκαΐνη έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο αριθμό έγκυων γυναικών και γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Δεν έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα ειδικές διαταραχές στην αναπαραγωγική διαδικασία, π.χ. αυξημένη επίπτωση δυσπλασιών ή άλλες άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στο έμβρυο.
-
Γαλουχίαμπορεί να χρησιμοποιείταιΗ λιδοκαΐνη, και κατά πάσα πιθανότητα και η πριλοκαΐνη, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, αλλά σε τόσο μικρές ποσότητες, που γενικά δεν υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί το νεογνό όταν χορηγούνται στις συνιστώμενες θεραπευτικές δόσεις. Το NULBIA μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το θηλασμό, εάν είναι κλινικά απαραίτητο.
-
Γονιμότηταδεν έδειξαν διατάραξη της γονιμότηταςΜελέτες σε ζώα δεν έδειξαν διατάραξη της γονιμότητας σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NULBIA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NULBIA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση, κατανομή, βιομετασχηματισμός και αποβολή Η συστηματική απορρόφηση της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης από την κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης εξαρτάται από τη δόση, την περιοχή της εφαρμογής και τον χρόνο εφαρμογής. Επιπρόσθετοι παράγοντες…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Υπέρβαση συνιστώμενης δόσης |
| Παρακολούθηση εμβολιασμού | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Χρήση NULBIA πριν από εμβολιασμό με ζωντανούς μικροοργανισμούς |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | — | Υπό αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NULBIA
expand_more
Δοσολογία
Η χορήγηση του NULBIA στο βλεννογόνο και στο δέρμα, των γεννητικών οργάνων ή σε έλκη ποδιών θα πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας ή υπό την επίβλεψη αυτού.
Δοσολογία
Ενήλικες και έφηβοι
Οι λεπτομέρειες για τις Ενδείξεις ή τις Διαδικασίες για χρήση, με Δοσολογία και Χρόνο Εφαρμογής παρέχονται στους Πίνακες 1 και 2. Για περαιτέρω οδηγίες για κατάλληλη χρήση του προϊόντος σε τέτοιες διαδικασίες, παρακαλείστε να ανατρέξετε στον Τρόπο Χορήγησης.
Πίνακας 1 Ενήλικές και έφηβοι ηλικίας 12 ετών και άνω
| Ένδειξη/Διαδικασία | Δοσολογία και Χρόνος Εφαρμογής |
|---|---|
| Δέρμα | |
| Ελάσσονες επεμβάσεις, π.χ. εισαγωγή βελονών και χειρουργική αντιμετώπιση εντοπισμένων βλαβών. | 2 g (περίπου το μισό του σωληναρίου των 5 g) ή περίπου 1,5 g/10 cm² για 1 έως 5 ώρες¹). |
| Δερματικές επεμβάσεις σε πρόσφατα ξυρισμένο δέρμα μεγάλων περιοχών του σώματος, π.χ. αποτρίχωση με laser (εφαρμογή από τον ασθενή). | Μέγιστη συνιστώμενη δόση: 60 g. Μέγιστη συνιστώμενη επιφάνεια εφαρμογής: 600 cm² για ελάχιστο χρόνο εφαρμογής 1 ώρα, μέγιστο 5 ώρες¹). |
| Επεμβάσεις σε μεγαλύτερες περιοχές του δέρματος εντός του νοσοκομείου, π.χ. μεταμόσχευση δέρματος μερικού πάχους. | Περίπου 1,5-2 g/10 cm² για 2 έως 5 ώρες¹). |
| Δέρμα ανδρικών γεννητικών οργάνων | |
| Πριν την ένεση τοπικών αναισθητικών | 1 g/10 cm² για 15 λεπτά |
| Δέρμα γυναικείων γεννητικών οργάνων | |
| Πριν την ένεση τοπικών αναισθητικών²) | 1-2 g/10 cm² για 60 λεπτά |
| Βλεννογόνος γεννητικών οργάνων | |
| Χειρουργική αντιμετώπιση εντοπισμένων βλαβών, π.χ. αφαίρεση ακροχορδώνων γεννητικών οργάνων (οξυτενή κονδυλώματα) και πριν την ένεση τοπικών αναισθητικών. | Περίπου 5-10 g κρέμας για 5-10 λεπτά¹⁾ ³⁾ ⁴). |
| Πριν την απόξεση του τραχήλου της μήτρας. | 10 g κρέμας πρέπει να εφαρμόζονται στους πλευρικούς θόλους του κόλπου για 10 λεπτά. |
| Έλκος(η) κάτω άκρου | |
| Ενήλικες μόνο | |
| Μηχανικός/χειρουργικός καθαρισμός. | Περίπου 1-2 g/10 cm² έως 10 g συνολικά, κατά ανώτατο όριο, στο(α) έλκος(η) κάτω άκρου³⁾ ⁵). Χρόνος εφαρμογής: 30-60 λεπτά. |
¹⁾ Όταν ο χρόνος εφαρμογής είναι μεγαλύτερος, η αναισθησία μειώνεται. ²⁾ Η εφαρμογή μόνο του NULBIA για 60 ή 90 λεπτά, στο δέρμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, δεν παρέχει επαρκή αναισθησία για θερμική καυτηρίαση ή διαθερμία ακροχορδόνων γεννητικών οργάνων. ³⁾ Δεν έχουν καθορισθεί οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με δόσεις >10 g, (βλ. επίσης Φαρμακοκινητικές). ⁴⁾ Σε εφήβους βάρους κάτω των 20 kg, η μέγιστη δόση NULBIA στο βλεννογόνο των γεννητικών οργάνων πρέπει να μειώνεται αναλογικά. ⁵⁾ Το NULBIA έχει χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ελκών των κάτω άκρων έως και 15 φορές εντός μίας περιόδου 1 έως 2 μηνών χωρίς απώλεια της αποτελεσματικότητας ή αυξημένο αριθμό ή σοβαρότητα ανεπιθύμητων ενεργειών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Πίνακας 2 Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 0-11 ετών
| Ηλικιακή ομάδα | Διαδικασία | Δοσολογία και Χρόνος Εφαρμογής |
|---|---|---|
| Νεογνά και βρέφη ηλικίας 0-2 μηνών¹⁾ ²⁾ ³⁾ | Eλάσσονες επεμβάσεις, π.χ. εισαγωγή βελονών και χειρουργική αντιμετώπιση εντοπισμένων βλαβών. | Περίπου 1 g/10 cm² για μια ώρα (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω). Έως 1 g και 10 cm² για μια ώρα⁴). |
| Βρέφη ηλικίας 3-11 μηνών¹⁾ ²⁾ | Έως 2 g και 20 cm² για μια ώρα⁵). | |
| Νήπια και παιδιά ηλικίας 1-5 ετών | Έως 10 g και 100 cm² για 1-5 ώρες⁶). | |
| Παιδιά ηλικίας 6-11 ετών | Έως 20 g και 200 cm² για 1-5 ώρες⁶). | |
| Παιδιατρικοί ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα | Πριν την αφαίρεση τέρμινθου | Χρόνος εφαρμογής: 30 λεπτά. |
¹⁾ Σε τελειόμηνα νεογνά και βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών, πρέπει να εφαρμόζεται μόνο μία δόση σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο 24 ωρών. Σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών και άνω, επιτρέπονται κατ’ ανώτατο όριο 2 δόσεις, με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 12 ωρών μέσα σε μια περίοδο 24 ωρών, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες. ²⁾ Το NULBIA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε βρέφη ηλικίας έως 12 μηνών που λαμβάνουν θεραπεία με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνης, λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες. ³⁾ Το NULBIA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ηλικίες κύησης μικρότερες των 37 εβδομάδων, λόγω ανησυχιών για την ασφάλεια, βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις. ⁴⁾ Η εφαρμογή για >1 ώρα δεν έχει τεκμηριωθεί. ⁵⁾ Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική αύξηση των επιπέδων της μεθαιμοσφαιρίνης μετά από χρόνο εφαρμογής μέχρι 4 ώρες σε επιφάνεια 16 cm². ⁶⁾ Όταν ο χρόνος εφαρμογής είναι μεγαλύτερος, η αναισθησία μειώνεται.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χρήσης του NULBIA στο δέρμα του βλεννογόνου των γεννητικών οργάνων δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών. Τα διαθέσιμα παιδιατρικά δεδομένα δεν αποδεικνύουν επαρκή αποτελεσματικότητα για την περιτομή.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται μείωση της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν είναι απαραίτητη η μείωση της εφάπαξ δόσης σε ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν είναι απαραίτητη η μείωση της δόσης σε ασθενείς με περιορισμένη νεφρική λειτουργία.
Τρόπος χορήγησης
Δερματική χρήση
Η προστατευτική μεμβράνη του σωληναρίου διατρυπάται εφαρμόζοντας το πώμα. Ένα γραμμάριο NULBIA που βγαίνει από ένα σωληνάριο των 30 g αντιστοιχεί περίπου σε 3,5 εκατοστά. Σε περίπτωση που για τη δοσολογία απαιτείται υψηλή ακρίβεια προς αποφυγή υπερδοσολογίας (δηλαδή, σε δόσεις που πλησιάζουν το μέγιστο στα νεογνά ή σε περίπτωση που απαιτούνται δύο εφαρμογές σε ένα διάστημα 24 ωρών), μπορεί να χρησιμοποιηθεί μία σύριγγα όπου 1 mL = 1 g. Ένα παχύ στρώμα NULBIA πρέπει να εφαρμόζεται στο δέρμα, συμπεριλαμβανομένου του δέρματος των γεννητικών οργάνων, κάτω από αδιαπέραστο επίδεσμο. Για εφαρμογή σε μεγαλύτερες επιφάνειες, όπως σε μεταμόσχευση δέρματος μερικού πάχους, πρέπει να εφαρμόζεται ένας ελαστικός επίδεσμος πάνω από τον αδιαπέραστο επίδεσμο ώστε να γίνει ισοδύναμη κατανομή της κρέμας και να προστατευθεί η περιοχή. Σε περιπτώσεις ατοπικής δερματίτιδας, ο χρόνος εφαρμογής πρέπει να μειώνεται. Για διαδικασίες σχετικές με το βλεννογόνο των γεννητικών οργάνων, δεν απαιτείται αδιαπέραστος επίδεσμος. Η διαδικασία πρέπει να αρχίσει αμέσως μετά την αφαίρεση της κρέμας. Για διαδικασίες που σχετίζονται με έλκη κάτω άκρου, πρέπει να εφαρμόζεται ένα παχύ στρώμα NULBIA κάτω από αδιαπέραστο επίδεσμο. Ο καθαρισμός πρέπει να ξεκινά χωρίς καθυστέρηση μετά την αφαίρεση της κρέμας. Όταν χρησιμοποιείται για έλκη κάτω άκρου το σωληνάριο NULBIA είναι μίας μόνο χρήσης: Το σωληνάριο με τυχόν υπολειπόμενες ποσότητες πρέπει να απορρίπτεται μετά από κάθε θεραπεία του ασθενή.
block
Αντενδείξεις
SPC-NULBIA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη λιδοκαΐνη και/ή την πριλοκαΐνη ή σε τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NULBIA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Οι ασθενείς με κληρονομική ή ιδιοπαθή μεθαιμοσφαιριναιμία με έλλειψη του ενζύμου αφυδρογονάση της 6-φωσφορικής γλυκόζης είναι πιο επιρρεπείς σε σημεία μεθαιμοσφαιριναιμίας προκαλούμενης από κάποια δραστική ουσία. Σε ασθενείς με ανεπάρκεια αφυδρογονάσης της 6-φωσφορικής γλυκόζης το αντίδοτο κυανούν του μεθυλενίου δεν είναι αποτελεσματικό στην αναγωγή της μεθαιμοσφαιρίνης, και είναι ικανό να οξειδώσει την ίδια την αιμοσφαιρίνη. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να χορηγηθεί θεραπεία με κυανούν του μεθυλενίου.
Λόγω ανεπαρκών δεδομένων σχετικά με την απορρόφηση, το NULBIA δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε ανοικτά τραύματα (εξαιρουμένου του έλκους κάτω άκρου).
Δεδομένου ότι το προσφάτως ξυρισμένο δέρμα παρουσιάζει δυνητικά μεγαλύτερη απορρόφηση, είναι σημαντικό να τηρείται η συνιστώμενη δοσολογία, περιοχή και χρόνος εφαρμογής (βλ. Δοσολογία).
Χρειάζεται προσοχή κατά την εφαρμογή του NULBIA σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα. Ενδέχεται να επαρκεί ένας συντομότερος χρόνος εφαρμογής, 15-30 λεπτών (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Χρόνοι εφαρμογής μεγαλύτεροι των 30 λεπτών σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένη συχνότητα τοπικών αγγειακών αντιδράσεων, ιδιαίτερα ερυθρότητα στο σημείο εφαρμογής και σε ορισμένες περιπτώσεις πετέχειες και πορφύρα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πριν από την αφαίρεση τέρμινθου σε παιδιά με ατοπική δερματίτιδα συνιστάται η εφαρμογή κρέμας για 30 λεπτά.
Το NULBIA πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή όταν εφαρμόζεται κοντά στους οφθαλμούς, διότι μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του οφθαλμού. Επίσης, η απώλεια των προστατευτικών αντανακλαστικών μπορεί να οδηγήσει σε ερεθισμό του κερατοειδούς και πιθανή εκδορά. Σε περίπτωση επαφής με τους οφθαλμούς, ο οφθαλμός πρέπει να ξεπλένεται άμεσα με νερό ή διάλυμα χλωριούχου νατρίου και να προστατεύεται μέχρι να αποκατασταθεί η αίσθηση.
Το NULBIA δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε επηρεασμένο τυμπανικό υμένα. Δοκιμές σε πειραματόζωα έδειξαν ότι το NULBIA έχει ωτοτοξική δράση όταν ενσταλάζεται στο μέσον ούς. Ωστόσο, ζώα με ακέραιο τυμπανικό υμένα δε παρουσιάζουν καμία διαταραχή όταν ο έξω ακουστικός πόρος εκτίθεται στο NULBIA.
Οι ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη) πρέπει να βρίσκονται κάτω από προσεκτική ιατρική παρακολούθηση και να πραγματοποιείται ηλεκτροκαρδιογράφημα, λόγω πιθανών αθροιστικών δράσεων στο μυοκάρδιο.
Η λιδοκαΐνη και η πριλοκαΐνη έχουν βακτηριοκτόνες και αντιϊικές ιδιότητες σε συγκεντρώσεις πάνω από 0,5-2%. Γι’ αυτό το λόγο, αν και μία κλινική μελέτη έδειξε ότι η απόκριση ανοσοποίησης, όπως αξιολογείται από τον τοπικό σχηματισμό πομφού, δεν επηρεάζεται όταν το NULBIA χρησιμοποιείται πριν από τον εμβολιασμό με BCG, τα αποτελέσματα των ενδοδερμικών ενέσεων εμβολίων με ζωντανούς μικροοργανισμούς πρέπει να παρακολουθούνται.
Το NULBIA περιέχει macrogolglycerol hydroxystearate το οποίο μπορεί να προκαλέσει δερματικές αντιδράσεις.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι μελέτες δεν έχουν καταφέρει να αποδείξουν την αποτελεσματικότητα του NULBIA στο τρύπημα της πτέρνας σε νεογνά.
Σε νεογνά/βρέφη ηλικίας κάτω των 3 μηνών παρατηρείται συχνά μια παροδική, κλινικά μη σημαντική αύξηση των επιπέδων μεθαιμοσφαιρίνης μέχρι και 12 ώρες μετά την εφαρμογή του NULBIA εντός της συνιστώμενης δοσολογίας.
Σε περίπτωση υπέρβασης της συνιστώμενης δόσης, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται για ανεπιθύμητες ενέργειες δευτερογενείς της μεθαιμοσφαιριναιμίας (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
Το NULBIA δεν πρέπει να χρησιμοποιείται:
- σε νεογνά/βρέφη ηλικίας έως 12 μηνών που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνης.
- σε πρόωρα νεογνά ηλικίας κύησης μικρότερης των 37 εβδομάδων, διότι διατρέχουν κίνδυνο να αναπτύξουν αυξημένα επίπεδα μεθαιμοσφαιρίνης.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της χρήσης του NULBIA στο δέρμα των γεννητικών οργάνων και του βλεννογόνου των γεννητικών οργάνων δεν έχουν τεκμηριωθεί σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Τα διαθέσιμα παιδιατρικά δεδομένα δεν αποδεικνύουν επαρκή αποτελεσματικότητα για την περιτομή.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NULBIA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η πριλοκαΐνη σε υψηλές δόσεις μπορεί να προκαλέσει αύξηση των επιπέδων μεθαιμοσφαιρίνης, κυρίως σε συνδυασμό με παράγοντες που επάγουν το σχηματισμό μεθαιμοσφαιρίνης (π.χ. σουλφοναμίδες, νιτροφουραντοΐνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη). Ο κατάλογος αυτός είναι ενδεικτικός. Όταν χρησιμοποιούνται μεγάλες δόσεις NULBIA, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος πρόσθετης συστηματικής τοξικότητας σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα τοπικά αναισθητικά ή φαρμακευτικά προϊόντα που σχετίζονται δομικά με τοπικά αναισθητικά, καθώς οι τοξικές επιδράσεις είναι αθροιστικές. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων με λιδοκαΐνη/πριλοκαΐνη και αντιαρρυθμικά τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιοδαρόνη), ωστόσο συνιστάται προσοχή (βλ. επίσης Ειδικές προειδοποιήσεις). Φαρμακευτικά προϊόντα που μειώνουν την κάθαρση της λιδοκαΐνης (π.χ. σιμετιδίνη ή οι β-αποκλειστές) μπορεί να προκαλέσουν δυνητικά τοξικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα όταν η λιδοκαΐνη χορηγείται σε επαναλαμβανόμενες υψηλές δόσεις για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων. Οι αλληλεπιδράσεις είναι πιθανόν να είναι παρόμοιες με αυτές που παρουσιάζονται στον ενήλικο πληθυσμό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NULBIA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά παρατηρούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου (ADRs) σχετίζονται με καταστάσεις της οδού χορήγησης (παροδικές τοπικές αντιδράσεις στη θέση εφαρμογής), και αναφέρονται ως συχνές.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών (ADRs) που σχετίζονται με τη θεραπεία με NULBIA παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα. Ο πίνακας βασίζεται σε ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών και/ή τη χρήση μετά την κυκλοφορία. Η συχνότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων παρατίθεται με βάση την κατηγορία οργάνου συστήματος και τον προτιμώμενο όρο κατά MedDRA. Εντός κάθε κατηγορίας οργάνου συστήματος, οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρατίθενται υπό τις κατηγορίες συχνότητας: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 3 Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Συχνές | Όχι συχνές | Σπάνιες |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μεθαιμοσφαιριναιμία¹ | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία¹⁾ ²⁾ ³⁾ | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Ερεθισμός του κερατοειδούς¹ | ||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Αίσθημα καύσους²⁾ ³⁾ | Πορφύρα¹⁾ | |
| Κνησμός της θέσης εφαρμογής²⁾ ³⁾ | Πετέχειες¹⁾ (ειδικότερα έπειτα από μεγαλύτερους χρόνους εφαρμογής σε παιδιά με ατοπική δερματίτιδα ή μολυσματική τέρμινθο) | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Ερύθημα της θέσης εφαρμογής¹⁾ ²⁾ ³⁾ | Αίσθημα καύσους¹ | |
| Οίδημα της θέσης εφαρμογής¹⁾ ²⁾ ³⁾ | Ερεθισμός της θέσης εφαρμογής³ | ||
| Θερμότητα στη θέση εφαρμογής²⁾ ³⁾ | Κνησμός της θέσης εφαρμογής¹ | ||
| Ωχρότητα της θέσης εφαρμογής¹⁾ ²⁾ ³⁾ | Παραισθησία της θέσης εφαρμογής², όπως κνησμός | ||
| Θερμότητα στη θέση εφαρμογής¹ |
¹ Δέρμα ² Βλεννογόνος γεννητικών οργάνων ³ Έλκος κάτω άκρου
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων αντιδράσεων είναι παρόμοιες στις ηλικιακές ομάδες των παιδιατρικών ασθενών και των ενηλίκων, με εξαίρεση τη μεθαιμοσφαιριναιμία, η οποία παρατηρείται πιο συχνά, συνήθως σε συνδυασμό με υπερδοσολογία (βλ. Υπερδοσολογία), σε νεογνά και βρέφη ηλικίας 0 έως 12 μηνών.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, 15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NULBIA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Αν και η τοπική εφαρμογή συνδέεται μόνο με ένα χαμηλό επίπεδο συστηματικής απορρόφησης, η χρήση του NULBIA σε έγκυες γυναίκες πρέπει να γίνεται με προσοχή, διότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία σχετικά με τη χρήση του NULBIA στις εγκύους. Ωστόσο, μελέτες σε ζώα δε δείχνουν άμεσες ή έμμεσες αρνητικές επιπτώσεις στην εγκυμοσύνη, την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη. Τοξικότητα για την αναπαραγωγή έχει καταδειχθεί με υποδόρια/ενδομυϊκή χορήγηση υψηλών δόσεων λιδοκαΐνης ή πριλοκαΐνης που υπερβαίνουν κατά πολύ την έκθεση από την τοπική εφαρμογή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η λιδοκαΐνη και η πριλοκαΐνη διαπερνούν τον φραγμό του πλακούντα και μπορεί να απορροφώνται από τους ιστούς του εμβρύου. Είναι λογικό να υποτεθεί ότι λιδοκαΐνη και πριλοκαΐνη έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο αριθμό έγκυων γυναικών και γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία. Δεν έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα ειδικές διαταραχές στην αναπαραγωγική διαδικασία, π.χ. αυξημένη επίπτωση δυσπλασιών ή άλλες άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις στο έμβρυο.
Θηλασμός
Η λιδοκαΐνη, και κατά πάσα πιθανότητα και η πριλοκαΐνη, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, αλλά σε τόσο μικρές ποσότητες, που γενικά δεν υπάρχει κίνδυνος να επηρεαστεί το νεογνό όταν χορηγούνται στις συνιστώμενες θεραπευτικές δόσεις. Το NULBIA μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το θηλασμό, εάν είναι κλινικά απαραίτητο.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν διατάραξη της γονιμότητας σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NULBIA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: τοπικά αναισθητικά, αμίδια, κωδικός ATC: N01B B20
Μηχανισμός δράσης
Το NULBIA προκαλεί δερματική αναισθησία μέσω απελευθέρωσης λιδοκαΐνης και πριλοκαΐνης από την κρέμα στις στιβάδες της επιδερμίδας και το χόριο του δέρματος και στην περιοχή πλησίον των υποδοχέων του πόνου και των νευρικών απολήξεων. Η λιδοκαΐνη και η πριλοκαΐνη είναι τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου. Η δράση τους συνίσταται στην άσκηση σταθεροποιητικού αποτελέσματος επί της κυτταρικής μεμβράνης των νευρικών κυττάρων, μέσω του αποκλεισμού εισόδου ιόντων απαραίτητων για την πρόκληση και αγωγή των διεγέρσεων, με αποτέλεσμα την επίτευξη τοπικής αναισθησίας. Η ποιότητα της αναισθησίας εξαρτάται από την διάρκεια της εφαρμογής και τη δόση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Δέρμα
Το NULBIA εφαρμόζεται σε άθικτο δέρμα υπό στεγανή επίδεση. Ο απαιτούμενος χρόνος για την επίτευξη ικανοποιητικής αναισθησίας στο άθικτο δέρμα είναι περίπου 1 με 2 ώρες, ανάλογα με το είδος της επέμβασης. Η ποιότητα της τοπικής αναισθησίας βελτιώνεται με το χρόνο εφαρμογής, από 1 έως 2 ώρες στα περισσότερα μέρη του σώματος, με εξαίρεση το δέρμα του προσώπου και τα ανδρικά γεννητικά όργανα. Λόγω της λεπτής επιδερμίδας του προσώπου και της υψηλής αιματικής ροής του ιστού, η μέγιστη τοπική αναισθησία επιτυγχάνεται έπειτα από 30-60 λεπτά στο μέτωπο και στα μάγουλα. Ομοίως, η τοπική αναισθησία στα ανδρικά γεννητικά όργανα επιτυγχάνεται έπειτα από 15 λεπτά. Η διάρκεια της αναισθησίας, μετά την εφαρμογή του NULBIA για 1 με 2 ώρες, είναι τουλάχιστον 2 ώρες μετά την απομάκρυνση της επίδεσης, εκτός από την περίπτωση που εφαρμόζεται στο πρόσωπο όπου η διάρκεια είναι μικρότερη. Το NULBIA είναι εξίσου αποτελεσματικό και παρουσιάζει τον ίδιο χρόνο έναρξης της αναισθησίας σε ανοιχτόχρωμο και σκουρόχρωμο δέρμα (τύποι δέρματος Ι έως VI). Σε κλινικές μελέτες με κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης σε άθικτο δέρμα, δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα (συμπεριλαμβανομένου του χρόνου έναρξης της αναισθησίας) μεταξύ των ηλικιωμένων ασθενών (ηλικίας 65 έως 96 ετών) και των νεότερων ασθενών. Η κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης προκαλεί μια διφασική αγγειακή αντίδραση που περιλαμβάνει στην αρχή αγγειοσύσπαση, η οποία ακολουθείται από αγγειοδιαστολή στην περιοχή της εφαρμογής (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ανεξάρτητα από την αγγειακή αντίδραση, η κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης διευκολύνει την εισχώρηση της βελόνας σε σχέση με το εικονικό φάρμακο σε μορφή κρέμας. Σε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα, παρατηρείται παρόμοια αντίδραση, αλλά βραχύτερης διάρκειας, με το ερύθημα να εμφανίζεται μετά από 30-60 λεπτά, που σημαίνει ταχύτερη απορρόφηση μέσω του δέρματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης μπορεί να προκαλέσει παροδική αύξηση του πάχους του δέρματος, εν μέρει λόγω της ενυδάτωσης του δέρματος κάτω από τη στεγανή επίδεση. Το πάχος του δέρματος μειώνεται έπειτα από έκθεση στον αέρα για 15 λεπτά. Το βάθος της δερματικής αναισθησίας, αυξάνει με το χρόνο εφαρμογής. Στο 90% των ασθενών η αναισθησία είναι επαρκής για την εισαγωγή βελόνας βιοψίας (διαμέτρου 4 mm) σε βάθος 2 mm, 60 λεπτά μετά, και σε βάθος 3 mm, 120 λεπτά μετά από την εφαρμογή κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης. Η χρήση της κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης πριν τη χορήγηση εμβολίων για ιλαρά-παρωτίτιδα-ερυθρά ή ενδομυϊκά για διφθερίτιδα-κοκκύτη-τέτανο-αδρανοποιημένο ιό της πολιομυελίτιδας-Haemophilus influenzae τύπου b ή ηπατίτιδα Β δεν επηρεάζει τους μέσους τίτλους των αντισωμάτων, το ποσοστό ορομετατροπής, ή το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν προστατευτικούς ή θετικούς τίτλους αντισωμάτων μετά την ανοσοποίηση, σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Βλεννογόνος γεννητικών οργάνων
Η απορρόφηση από το βλεννογόνο των γεννητικών οργάνων και η έναρξη δράσης είναι ταχύτερη απ’ ότι όταν εφαρμόζεται στο δέρμα. 5-10 λεπτά μετά την εφαρμογή της κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης στο βλεννογόνο των γυναικείων γεννητικών οργάνων η μέση διάρκεια της αποτελεσματικής αναλγησίας σε ένα ερέθισμα λέιζερ αργού, το οποίο παράγει ένα οξύ, σαν τσίμπημα πόνο, ήταν 15-20 λεπτά (μεμονωμένες διακυμάνσεις στην κλίμακα των 5-45 λεπτών).
Έλκη κάτω άκρων
Στους περισσότερους ασθενείς επιτυγχάνεται αξιόπιστη αναισθησία για τον καθαρισμό των ελκών των κάτω άκρων μετά από ένα χρόνο εφαρμογής 30 λεπτών. Χρόνος εφαρμογής 60 λεπτών μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω την αναισθησία. Η διαδικασία του καθαρισμού πρέπει να ξεκινά εντός 10 λεπτών από την αφαίρεση της κρέμας. Δε διατίθενται κλινικά δεδομένα για μεγαλύτερη περίοδο αναμονής. Η κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης μειώνει τον μετεγχειρητικό πόνο μέχρι και 4 ώρες μετά το χειρουργικό καθαρισμό. Η κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης μειώνει τον απαιτούμενο αριθμό συνεδριών καθαρισμού για την επίτευξη καθαρού έλκους σε σύγκριση με το χειρουργικό καθαρισμό με εικονικό φάρμακο σε μορφή κρέμας. Δεν έχουν παρατηρηθεί αρνητικές επιδράσεις στην επούλωση του έλκους ή στη βακτηριακή χλωρίδα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στις κλινικές μελέτες συμμετείχαν περισσότεροι από 2.300 παιδιατρικοί ασθενείς όλων των ηλικιακών ομάδων και επέδειξαν αποτελεσματικότητα στον πόνο από τη βελόνα (φλεβοκέντηση, καθετηριασμός, υποδόριος και ενδομυϊκός εμβολιασμούς, οσφυονωτιαία παρακέντηση), τη θεραπεία με λέιζερ των αγγειακών βλαβών, και την απόξεση της μολυσματικής τερμίνθου. Η κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης μείωσε τον πόνο από την τοποθέτηση της βελόνας και την ένεση των εμβολίων. Η αναλγητική αποτελεσματικότητα αυξήθηκε από 15 σε 90 λεπτά εφαρμογής σε κανονικό δέρμα, αλλά επί των αγγειακών βλαβών τα 90 λεπτά δεν έδειξαν μεγαλύτερο όφελος από τα 60 λεπτά. Δεν υπήρχε κανένα όφελος από την κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης, έναντι του εικονικού φαρμάκου, κατά την κρυοθεραπεία με υγρό άζωτο για τις κοινές μυρμηγκιές. Δεν μπορούσε να αποδειχθεί επαρκής αποτελεσματικότητα στην περιτομή. Έντεκα κλινικές μελέτες σε νεογνά και βρέφη έδειξαν ότι οι μέγιστες συγκεντρώσεις της μεθαιμοσφαιρίνης παρατηρούνται περίπου 8 ώρες μετά την επιδερμική χορήγηση κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης, δεν είναι κλινικά σημαντικές με τη συνιστώμενη δοσολογία, και επιστρέφουν στις φυσιολογικές τιμές μετά από περίπου 12-13 ώρες. Ο σχηματισμός μεθαιμοσφαιριναιμίας σχετίζεται με το αθροιστικό ποσό της πριλοκαΐνης που απορροφάται διαδερμικά, και μπορεί συνεπώς να αυξηθεί με παρατεταμένους χρόνους εφαρμογής της κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης. Η χρήση της κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης πριν τη χορήγηση εμβολίων για ιλαρά-παρωτίτιδα-ερυθρά ή ενδομυϊκά για διφθερίτιδα-κοκκύτη-τέτανο-αδρανοποιημένο ιό της πολιομυελίτιδας-Haemophilus influenzae τύπου b ή ηπατίτιδα Β δεν επηρεάζει τους μέσους τίτλους των αντισωμάτων, το ποσοστό ορομετατροπής, ή το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν προστατευτικούς ή θετικούς τίτλους αντισωμάτων μετά την ανοσοποίηση, σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NULBIA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση, κατανομή, βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η συστηματική απορρόφηση της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης από την κρέμα λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης εξαρτάται από τη δόση, την περιοχή της εφαρμογής και τον χρόνο εφαρμογής. Επιπρόσθετοι παράγοντες περιλαμβάνουν το πάχος του δέρματος (το οποίο ποικίλλει στις διάφορες περιοχές του σώματος), άλλες παθήσεις, όπως ασθένειες του δέρματος, καθώς και το ξύρισμα. Μετά την εφαρμογή σε έλκη κάτω άκρων, τα χαρακτηριστικά των ελκών μπορούν να επηρεάσουν και την απορρόφηση. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από θεραπεία με λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης είναι 20-60% χαμηλότερες για την πριλοκαΐνη σε σχέση με τη λιδοκαΐνη, λόγω του μεγαλύτερου όγκου κατανομής και της ταχύτερης κάθαρσης. Η κύρια οδός αποβολής της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης είναι μέσω του ηπατικού μεταβολισμού και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται από τους νεφρούς. Ωστόσο, ο ρυθμός μεταβολισμού και αποβολής του τοπικού αναισθητικού μετά από την τοπική εφαρμογή της κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης καθορίζονται από το ρυθμό απορρόφησης. Ως εκ τούτου, η μείωση της κάθαρσης, όπως σε ασθενείς με σοβαρά διαταραγμένη ηπατική λειτουργία, έχει περιορισμένη επίδραση στις συστηματικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από μια εφάπαξ δόση κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης, και μετά από εφάπαξ δόσεις που επαναλαμβάνονται μία φορά ημερησίως για μικρό χρονικό διάστημα (έως 10 ημέρες). Τα συμπτώματα της τοξικότητας των τοπικών αναισθητικών γίνονται πιο εμφανή με την αύξηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα, από 5 έως 10 μg/mL, οποιασδήποτε από τις δυο δραστικές ουσίες. Πρέπει να θεωρηθεί ότι η τοξικότητα της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης είναι αθροιστικές.
Άθικτο δέρμα
Μετά από εφαρμογή στους μηρούς ενηλίκων (60 g κρέμας/400 cm² για 3 ώρες), ο βαθμός της απορρόφησης της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης ήταν περίπου 5%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (μέσος όρος 0,12 και 0,07 μg/ml) επιτεύχθηκαν 2-6 ώρες περίπου μετά την εφαρμογή της κρέμας. Μετά την εφαρμογή στο πρόσωπο (10 g/100 cm² για 2 ώρες), η έκταση της συστηματικής απορρόφησης της κρέμας ήταν περίπου 10%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (μέση τιμή 0,16 και 0,06 μg/ml) επιτεύχθηκαν μετά από 1,5-3 ώρες περίπου. Σε μελέτες μεταμόσχευσης δέρματος μερικού πάχους σε ενήλικες η εφαρμογή της κρέμας για έως και 7 ώρες και 40 λεπτά στο μηρό ή τον βραχίονα, σε μια περιοχή έως και 1.500 cm², οδήγησε σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα που δεν υπερβαίνουν τα 1,1 μg/ml λιδοκαΐνης και τα 0,2 μg/ml πριλοκαΐνης.
Βλεννογόνος γεννητικών οργάνων
Μετά την εφαρμογή 10 g κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης για 10 λεπτά στο βλεννογόνο του κόλπου, οι μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης και πριλοκαΐνης στο πλάσμα (μέση τιμή 0,18 μg/ml και 0,15 μg/ml, αντίστοιχα) επιτεύχθηκαν μετά από 20-45 λεπτά.
Έλκος κάτω άκρου
Μετά από μία μόνο εφαρμογή 5 έως 10 g κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης σε έλκη κάτω άκρων σε ένα εμβαδό έως 64 cm² για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα (εύρος 0,05-0,25 μg/ml, μια μεμονωμένη τιμή στα 0,84 μg/ml) και πριλοκαϊνης (0,02-0,08 μg/ml) επιτεύχθηκαν εντός 1 έως 2,5 ωρών. Μετά από ένα χρόνο εφαρμογής 24 ωρών σε έλκη κάτω άκρων σε ένα εμβαδό έως 50-100 cm², οι μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα (0,19-0,71 μg/ml) και πριλοκαΐνης (0,06-0,28 μg/ml) συνήθως επιτυγχάνονταν εντός 2 έως 4 ωρών. Μετά από επανειλημμένη εφαρμογή 2-10 g κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης σε έλκη κάτω άκρων σε ένα εμβαδό έως 62 cm² για 30-60 λεπτά, 3-7 φορές την εβδομάδα, και για έως και 15 δόσεις κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ενός μηνός, δεν υπήρχε εμφανής συσσώρευση της λιδοκαΐνης και των μεταβολιτών της monoglycinexylidide και 2,6-ξυλιδίνη ή της πριλοκαΐνης και του μεταβολίτη της ορθο-τολουϊδίνη στο πλάσμα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, monoglycinexylidide και 2,6-ξυλιδίνης που παρατηρήθηκαν στο πλάσμα ήταν 0,41, 0,03 και 0,01 μg/ml, αντίστοιχα. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις πριλοκαΐνης και ορθο-τολουϊδίνης που παρατηρήθηκαν στο πλάσμα ήταν 0,08 μg/ml και 0,01 μg/ml, αντίστοιχα. Μετά από επανειλημμένη εφαρμογή 10 g κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης σε χρόνια έλκη κάτω άκρων με μια περιοχή 62-160 cm² για 60 λεπτά μία φορά ημερησίως κατά τη διάρκεια 10 συνεχών ημερών, η μέση μέγιστη συγκέντρωση του αθροίσματος των συγκεντρώσεων της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης στο πλάσμα ήταν 0,6 μg/ml. Η μέγιστη συγκέντρωση δεν εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς, αλλά εξαρτάται σημαντικά (p<0,01) από το μέγεθος της περιοχής του έλκους. Η αύξηση της περιοχής του έλκους κατά 1 cm² έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της Cmax του αθροίσματος των συγκεντρώσεων της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης κατά 7,2 ng/ml. Το άθροισμα των μέγιστων συγκεντρώσεων της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης στο πλάσμα είναι μικρότερο από το ένα τρίτο εκείνων που συνδέονται με τοξικές αντιδράσεις, χωρίς εμφανή συσσώρευση μετά από 10 ημέρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης και πριλοκαΐνης σε αμφότερους γηριατρικούς και μη γηριατρικούς ασθενείς μετά την εφαρμογή κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης σε άθικτο δέρμα είναι πολύ χαμηλές και πολύ κάτω από δυνητικά τοξικά επίπεδα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης και πριλοκαΐνης στο πλάσμα μετά την εφαρμογή κρέμας λιδοκαΐνης/πριλοκαΐνης σε παιδιατρικούς ασθενείς διαφορετικών ηλικιών ήταν επίσης κάτω από δυνητικά τοξικά επίπεδα. Βλ. πίνακα 4.
Πίνακας 4. Συγκεντρώσεις της λιδοκαΐνης και της πριλοκαΐνης στο πλάσμα σε παιδιατρικές ηλικιακές ομάδες από 0 μηνών έως 8 ετών
| Ηλικία | Εφαρμοσμένη ποσότητα κρέμας | Χρόνος εφαρμογής της κρέμας στο δέρμα | Συγκεντρώσεις στο πλάσμα [ng/ml] Λιδοκαΐνη | Συγκεντρώσεις στο πλάσμα [ng/ml] Πριλοκαΐνη |
|---|---|---|---|---|
| 0 - 3 μήνες | 1 g/10 cm² | 1 ώρα | 135 | 107 |
| 3 - 12 μήνες | 2 g/16 cm² | 4 ώρες | 155 | 131 |
| 2 - 3 χρόνια | 10 g/100 cm² | 2 ώρες | 315 | 215 |
| 6 - 8 χρόνια | 10 - 16 g/100-160 cm² | 2 ώρες | 299 | 110 |
ΕΟΦ · 2.3
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
expand_more
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
Ως “αντιαρρυθμικά” χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς (“προαρρυθμική” δράση). Τα αντιαρρυθμικά χορηγούνται για να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς με κοιλιακή ή υπερκοιλιακή προέλευση ή για να προλάβουν την εμφάνισή τους, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από την προαρρυθμική τους δράση. Η χορήγηση φλεκαϊνίδης, ενκαϊνίδης ή μορισιζίνης σε χρόνιους εμφραγματικούς ασθενείς με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς αύξησε, αντί να μειώσει, τη θνητότητα. Έτσι, η παρουσία κοιλιακών έκτοπων παλμών σε χρόνιο έμφραγμα αποτελεί αντένδειξη για τη χορήγηση αντιαρρυθμικών, με εξαίρεση β-αποκλειστές και, ενδεχομένως, την αμιωδαρόνη. Δεν είναι γνωστό, αν σε άλλες καταστάσεις με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς έχουν τα αντιαρρυθμικά παρόμοιες δυσμενείς επιδράσεις. Η κοιλιακή ταχυκαρδία όμως και η μαρμαρυγή εξακολουθούν να θεωρούνται ενδείξεις για τη χορήγηση των αντιαρρυθμικών, γιατί σ’αυτή την επιλεγμένη ομάδα των ασθενών ο κίνδυνος από την αρρυθμία θεωρείται μεγαλύτερος από τον κίνδυνο της ενδεχόμενης προαρρυθμικής δράσης των φαρμάκων αυτών. Και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις ωστόσο προτιμάται η χορήγηση αμιωδαρόνης, συνήθως με σύγχρονη εμφύτευση απινιδιστή.
Κοινή αντένδειξη όλων των αντιαρρυθμικών είναι ο φλεβοκομβοκολπικός και ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός, εφόσον δεν υπάρχει τοποθετημένος κατάλληλος βηματοδότης, καθώς και, συνήθως, οι έκτοποι ρυθμοί από διαφυγή.
Η τάξη Ι των αντιαρρυθμικών (ταξινόμηση Vaughan Williams) αφορά στην αναστολή των διαύλων Na+ κατά τη φάση 0 του καρδιακού κύκλου σε κύτταρα με έντονα αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι τα κοιλιακά. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά με δράση της τάξης Ι επηρεάζουν εντονότερα τις κοιλιακές παρά τις υπερκοιλιακές αρρυθμίες. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης Ι υποδιαιρείται σε 3 υποκατηγορίες. Η τάξη Ia (ομάδα κινιδίνης) αφορά σε παράταση της διάρκειας του συμπλέγματος QRS (μείωση αγωγιμότητας), με παράλληλη παράταση του διαστήματος JT. Η τάξη Ib (ομάδα λιδοκαΐνης) δεν θίγει το σύμπλεγμα QRS, ενώ βραχύνει (ή δεν επηρεάζει) το διάστημα JT. Η τάξη Ic (ομάδα φλεκαϊνίδης), τέλος, αφορά σε παράταση της διάρκειας του QRS (μείωση αγωγιμότητας), χωρίς να επηρεάζει το διάστημα JT.
Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙ εκδηλώνεται από τους β-αποκλειστές που μειώνουν την κλίση της φάσης 4. Τα φάρμακα με αυτή τη δράση αναστέλλουν τον αυτοματισμό του φλεβοκόμβου και των έκτοπων κέντρων. Έτσι προκαλούν βραδυκαρδία και δρουν αντιαρρυθμικά. Οι β-αποκλειστές είναι η μόνη κατηγορία φαρμάκων με (ήπια) αντιαρρυθμική δράση που έχει δειχθεί ότι παρατείνει τη ζωή στο χρόνιο έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙΙ χαρακτηρίζεται από αναστολή του αναπολωτικού ρεύματος K+ με αποτέλεσμα καθυστέρηση της αναπόλωσης, και συνέπεια την παράταση της ανερέθιστης περιόδου και του διαστήματος JT. Η χρήση αμιωδαρόνης που η κυριότερη δράση της είναι της τάξης ΙΙΙ σε χρόνιο έμφραγμα με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς απαλλάσσει από τις αρρυθμίες χωρίς να βραχύνει την επιβίωση, ενώ μειώνει τους αιφνίδιους θανάτους.
Η τάξη IV αφορά σε αναστολή των διαύλων Ca2+ κυρίως σε κύτταρα με ασθενές αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι των υπερκοιλιακών ιστών. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά μ’ αυτή τη δράση είναι αποτελεσματικά κυρίως σε υπερκοιλιακές αρρυθμίες.
Η διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων καταλήγει σε ειδικούς διαύλους Κ+ με αποτέλεσμα τη βραδυκαρδία και επιμήκυνση της κολποκοιλιακής αγωγής. Η αναστολή των χολινεργικών υποδοχέων συνεπάγεται τα αντίθετα αποτελέσματα. Διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων προκαλεί η δακτυλίτιδα (που επίσης αναστέλλει την αντλία ανταλλαγής K+-Na+) και η μορφίνη, καθώς και τα γνωστά βαγομιμητικά φάρμακα. Αναστολή των ίδιων υποδοχέων προκαλούν η ατροπίνη και τα συγγενή της, καθώς και η κινιδίνη, δισοπυραμίδη κλπ.
Η διέγερση των πουρινεργικών υποδοχέων έχει δράση που θυμίζει τη δράση του παρασυμπαθητικού. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας είναι η αδενοσίνη και η τριφωσφορική αδενοσίνη.
Η αδενοσίνη ανήκει στα πουρινικά νουκλεοσίδια και ανευρίσκεται σε όλα τα κύτταρα του σώματος. Χορηγούμενη ενδοφλεβίως ασκεί αρνητική δρομότροπη δράση στον κολποκοιλιακό κόμβο. Εξαιτίας αυτής της δράσης διακόπτονται τα κυκλώματα επανεισόδου, τα οποία εμπλέκονται στις παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, για τον τερματισμό των οποίων θεωρείται φάρμακο εκλογής. Έχει βραχεία διάρκεια δράσης (χρόνος ημιζωής 8’’-10’’) αλλά εξίσου βραχείας διάρκειας είναι και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Πλεονέκτημα έναντι της βεραπαμίλης είναι ότι μπορεί να χορηγηθεί μετά από ένα β-αποκλειστή ενώ η δεύτερη προτιμάται σε συνύπαρξη βρογχικού άσθματος.
Όλα τα αντιαρρυθμικά έχουν, άλλο μικρότερη άλλο μεγαλύτερη, αρνητική ινότροπη δράση και μπορούν έτσι να επιδεινώσουν μια καρδιακή ανεπάρκεια. Η αρνητική ινότροπη δράση τείνει να είναι αθροιστική. Γι΄ αυτό, αν είναι επηρεασμένη η λειτουργικότητα του μυοκαρδίου χρειάζεται προσοχή στο συνδυασμό αντιαρρυθμικών.
Σοβαρός κίνδυνος από όλα τα αντιαρρυθμικά είναι, όπως αναφέρθηκε, η προαρρυθμική τους δράση. Σαν τέτοια νοείται η εμφάνιση νέας ή η επιδείνωση προϋπάρχουσας αρρυθμίας σε θεραπευτικά επίπεδα του φαρμάκου. Τυπικές περιπτώσεις είναι η εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας τύπου ριπιδίου (ή “συστροφής των αιχμών”) σε συνδυασμό με μακρό διάστημα QT και βραδυκαρδία, νέα εμφάνιση εμμένουσας μονόμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (ή μετατροπή της μη εμμένουσας σε εμμένουσα), νέα εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας χωρίς παράταση του QT, σημαντική αύξηση της συχνότητας των κοιλιακών έκτοπων παλμών, καθώς και αντίστοιχες μεταβολές στην ηλεκτροφυσιολογική μελέτη.
Κατά κανόνα, ο συνδυασμός δύο αντιαρρυθμικών με την ίδια τάξη αντιαρρυθμικής δράσης δεν προσφέρει πλεονεκτήματα. Μπορεί όμως να συνδυασθεί η λιδοκαΐνη με ένα άλλο αντιαρρυθμικό της τάξης Ι ή ΙΙΙ στη φάση της διακοπής της ενδοφλέβιας έγχυσής της. Φάρμακα της τάξης ΙΙ και IV εμφανίζουν κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες (αρνητική ινότροπη, χρονότροπη και δρομότροπη δράση), γι αυτό ο συνδυασμός τους κατά κανόνα αποφεύγεται. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις συνδυασμών με ευνοϊκή επίδραση, αλλά αυτές δεν έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία.
Σε κακοήθεις ταχυαρρυθμίες (κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή) η αναζήτηση του καταλληλότερου φαρμάκου πρέπει να γίνεται συνήθως με ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Η αμιωδαρόνη ενδέχεται να δρα ευνοϊκά παρά τα αρνητικά αποτελέσματα τέτοιας μελέτης.
Πριν χορηγηθεί ένα αντιαρρυθμικό πρέπει να εξετασθεί μήπως δεν χρειάζεται καμιά αγωγή ή μήπως απαιτείται αιτιολογική αντιμετώπιση ή, τέλος, μήπως χρειάζεται επιλογή της αγωγής σε εξειδικευμένο Κέντρο.
ΕΟΦ · 2.3.2
Τάξη Ib
expand_more
Τάξη Ib
ΕΟΦ · 11.5.2
Tοπικής έγχυσης
expand_more
Tοπικής έγχυσης
Στην ομάδα αυτή περιλαμβάνονται κυρίως η βουπιβακαΐνη, λιγνοκαΐνη και προκαΐνη. Eνιέμενα οπισθοβολβικώς ή καταλλήλως για πρόκληση αναισθησίας τριδύμου και προσωπικού νεύρου προλαμβάνουν τον πόνο και τις κινήσεις των βλεφάρων κατά τη διάρκεια χειρουργικών επεμβάσεων του οφθαλμού. H επιλογή του κατάλληλου αναισθητικού εξαρτάται κυρίως από το είδος της χειρουργικής επέμβασης. Συνήθως χρησιμοποιείται μίγμα ίσων όγκων λιγνοκαΐνης και βουπιβακαΐνης. Tα παραπάνω φάρμακα μεταβολίζονται σχετικά γρήγορα.
H βουπιβακαΐνη έχει το μακρότερο χρόνο δράσης και βραδύτερη έναρξη.
H λιδοκαΐνη διαχέεται ταχύτερα της προκαΐνης, έχει ισχυρότερη και μεγαλύτερης διάρκειας δράση, αλλά είναι σχετικά τοξικότερη από αυτή. Συνήθως προστίθεται στο διάλυμά της υαλουρονιδάση για καλύτερη διάχυση στους ιστούς και ταχύτερη έναρξη αναισθησίας.
ΕΟΦ · 11.6
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
expand_more
Aγγειοσυσπαστικά - αντιαλλεργικά
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα αδρενεργικά ναφαζολίνη και φαινυλεφρίνη και το αντιαλλεργικό χρωμογλυκικό νάτριο.
Φαινυλεφρίνη, ναφαζολίνη και τετρυζολίνη σε χαμηλές πυκνότητες χρησιμοποιούνται σε ήσσονος σημασίας τοπικούς ερεθισμούς του οφθαλμού. Στις αναφερθείσες πυκνότητες σπανίως προκαλούν ανεπιθύμητες ενέργειες. Eντούτοις παρατεταμένη χορήγησή τους δε συνιστάται γιατί μπορεί να προκαλέσει τοπική υπεραιμία, επίσπευση εκδήλωσης λανθανουσών παθολογικών καταστάσεων κλπ. (βλ. επίσης 11.3.2, 11.4.3). H χρήση τους αντενδείκνυται σε ξηρά κερατοεπιπεφυκίτιδα (σύνδρομο Sjogren). Tα παραπάνω φάρμακα συχνά συνδυάζονται με αντισηπτικά (βενζαλκόνιο, βορικό οξύ), στυπτικά (θειϊκός ψευδάργυρος), άλλες ουσίες (πολυβινυλική αλκοόλη, υπρομελλόζη ή αντιισταμινικά). O θειϊκός ψευδάργυρος σε πυκνότητα 0.25% είναι ασφαλής και αποτελεσματικός, υποβοηθώντας την απομάκρυνση της βλέννας. Σπανίως μπορεί να προκαλέσει παροδικό αίσθημα νυγμών του οφθαλμού.
Tο χρωμογλυκικό νάτριο (βλ. 3.1.5 και 12.2.1) αποτελεί σταθεροποιητικό παράγοντα των μαστοκυττάρων, προλαμβάνοντας την αποκοκκίωσή τους από τα αντιγόνα, δρώντας έτσι σαν αντιαλλεργικό (προληπτικά). Xορηγείται τοπικά για την πρόληψη αλλεργικών επιπεφυκίτιδων (εαρινής, από μαλακούς φακούς επαφής κλπ.). Συχνά χορηγείται προληπτικά για μακρά χρονικά διαστήματα. Eίναι ατοξικό, ενοχοποιούμενο για ελάχιστες και ήπιες (υποκειμενικές) ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις οξείες φάσεις αλλεργικών αντιδράσεων συνδυάζεται συνήθως με τοπικά κορτικοειδή.
H τοπική εφαρμογή των κλασικών αντιισταμινικών δεν έχει αποδειχθεί ότι ανακουφίζει ή προλαμβάνει αλλεργικές επιπεφυκίτιδες. Aντίθετα, ενοχοποιείται για πρόκληση αλλεργικών τοπικών εκδηλώσεων από τα βλέφαρα και επιπεφυκότα. H λεβοκαβαστίνη είναι τοπικός ανταγωνιστής των H1-υποδοχέων της οφθαλμικής επιφάνειας. Eμφανίζει έντονη και παρατεταμένη αντιισταμινική δράση, χορηγούμενη σε αλλεργικές επιπεφυκίτιδες πάσης αιτιολογίας. Θεωρείται σχετικά ατοξική χωρίς ουσιαστικές τοπικές ή συστηματικές εξ απορροφήσεως ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η εμεδαστίνη είναι νεώτερος ανταγωνιστής των Η1-υποδοχέων της ισταμίνης. Συγχρόνως έχει ανασταλτική δράση στην αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων αλλά και χημειοτακτισμό των ηωσινοφίλων, δρώντας και προληπτικά εκτός της κλασικής αντιϊσταμινικής δράσης (αντιαλλεργικής).
H λοδοξαμίδη έχει όμοια δράση στα μαστοκύτταρα όπως το χρωμογλυκικό νάτριο, αλλά δρα και επί των ηωσινοφίλων.
ΕΟΦ · 15.1
Tοπικά αναισθητικά
expand_more
Tοπικά αναισθητικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
- Υψηλά επίπεδα λιδοκαΐνης στο αίμα μπορεί να προκαλέσουν αλλαγές στην καρδιακή παροχή, τη συνολική περιφερική αντίσταση και τη μέση αρτηριακή πίεση.
- Με κεντρικό νευρικό αποκλεισμό, αυτές οι αλλαγές μπορεί να οφείλονται στον αποκλεισμό αυτόνομων ινών, άμεση κατασταλτική δράση του τοπικού αναισθητικού σε διάφορα συστατικά του καρδιαγγειακού συστήματος ή/και στη δράση της επινεφρίνης που διεγείρει τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς, όταν είναι παρούσα. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι συνήθως ήπια υπόταση, όταν δεν υπερβαίνονται οι συνιστώμενες δόσεις.
- Ειδικότερα, τέτοιες καρδιακές επιδράσεις είναι πιθανόν να σχετίζονται με την κύρια δράση που προκαλεί η λιδοκαΐνη όταν δεσμεύεται και αποκλείει τους δρόμους νατρίου, αναστέλλοντας τις ιοντικές ροές που απαιτούνται για την έναρξη και τη διεξαγωγή ηλεκτρικών δυνητικών δράσης, απαραίτητων για τη διευκόλυνση της μυϊκής σύσπασης.
- Στη συνέχεια, στους καρδιακούς μυοκύτταρους, η λιδοκαΐνη μπορεί δυνητικά να αποκλείσει ή αλλιώς να επιβραδύνει την αύξηση των καρδιακών δυναμικών δράσης και τις σχετιζόμενες συσπάσεις των καρδιακών μυοκυττάρων, οδηγώντας σε πιθανές επιδράσεις όπως υπόταση, βραδυκαρδία, μυοκαρδιακή καταστολή, καρδιακές αρρυθμίες, και ίσως καρδιακή ανακοπή ή κυκλοφορική κατάρρευση.
- Επιπλέον, η λιδοκαΐνη έχει σταθερά διάστασης (pKa) 7,7 και θεωρείται ασθενής βάση. Ως αποτέλεσμα, περίπου το 25% των μορίων λιδοκαΐνης θα είναι μη ιονισμένα και διαθέσιμα στο φυσιολογικό pH 7,4 για να διαπεράσουν μέσα στα νευρικά κύτταρα, πράγμα που σημαίνει ότι η λιδοκαΐνη επιφέρει ταχύτερη έναρξη δράσης από άλλα τοπικά αναισθητικά που έχουν υψηλότερες τιμές pKa.
- Αυτή η ταχεία έναρξη δράσης εμφανίζεται περίπου ένα λεπτό μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και δεκαπέντε λεπτά μετά την ενδομυϊκή χορήγηση.
- Η χορηγούμενη λιδοκαΐνη στη συνέχεια εξαπλώνεται γρήγορα στους περιβάλλοντες ιστούς και το αναισθητικό αποτέλεσμα διαρκεί περίπου δέκα έως είκοσι λεπτά όταν χορηγείται ενδοφλεβίως και περίπου εξήντα έως ενενήντα λεπτά μετά την ενδομυϊκή χορήγηση.
- Ωστόσο, φαίνεται ότι η αποτελεσματικότητα της λιδοκαΐνης μπορεί να ελαχιστοποιηθεί παρουσία φλεγμονής. Αυτή η επίδραση μπορεί να οφείλεται σε οξέωση που μειώνει την ποσότητα των μη ιονισμένων μορίων λιδοκαΐνης, ταχύτερη μείωση της συγκέντρωσης λιδοκαΐνης ως αποτέλεσμα αυξημένης ροής αίματος, ή δυνητικά επίσης λόγω αυξημένης παραγωγής φλεγμονωδών μεσολαβητών όπως το περοξυνιτρώδες, που προκαλούν άμεσες δράσεις στους δρόμους νατρίου.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
- Η λιδοκαΐνη είναι ένα τοπικό αναισθητικό τύπου αμιδίου. Χρησιμοποιείται για την παροχή τοπικής αναισθησίας μέσω νευρικού αποκλεισμού σε διάφορες θέσεις του σώματος.
- Το επιτυγχάνει σταθεροποιώντας την νευρωνική μεμβράνη αναστέλλοντας τις ιοντικές ροές που απαιτούνται για την έναρξη και τη διεξαγωγή των ερεθισμάτων, επιφέροντας έτσι τοπική αναισθητική δράση.
- Συγκεκριμένα, ο παράγοντας λιδοκαΐνη δρα στους δρόμους ιόντων νατρίου που βρίσκονται στην εσωτερική επιφάνεια των μεμβρανών των νευρικών κυττάρων.
- Σε αυτούς τους δρόμους, τα ουδέτερα, μη φορτισμένα μόρια λιδοκαΐνης διαχέονται μέσω των νευρικών θηκών στον αξονόπλασμα, όπου στη συνέχεια ιονίζονται συνδεόμενα με ιόντα υδρογόνου.
- Τα προκύπτοντα κατιόντα λιδοκαΐνης είναι στη συνέχεια ικανά να δεσμεύουν αναστρέψιμα τους δρόμους νατρίου από μέσα, διατηρώντας τους κλειδωμένους σε ανοιχτή κατάσταση που εμποδίζει την αποπόλωση του νεύρου.
- Ως αποτέλεσμα, με επαρκή αποκλεισμό, η μεμβράνη του μετασυναπτικού νευρώνα τελικά δεν θα αποπολωθεί και θα αποτύχει να μεταδώσει ένα δυναμικό δράσης.
- Αυτό διευκολύνει ένα αναισθητικό αποτέλεσμα, όχι απλώς αποτρέποντας τη διάδοση σημάτων πόνου στον εγκέφαλο, αλλά διακόπτοντας την παραγωγή τους εξ αρχής.
- Εκτός από τον αποκλεισμό της αγωγής στους νευρικούς άξονες στο περιφερικό νευρικό σύστημα, η λιδοκαΐνη έχει σημαντικές επιδράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα και το καρδιαγγειακό σύστημα.
- Μετά την απορρόφηση, η λιδοκαΐνη μπορεί να προκαλέσει διέγερση του ΚΝΣ, ακολουθούμενη από καταστολή, και στο καρδιαγγειακό σύστημα, δρα κυρίως στον μυοκάρδιο όπου μπορεί να προκαλέσει μειώσεις στην ηλεκτρική διεγερσιμότητα, τον ρυθμό αγωγής και τη δύναμη της σύσπασης.
- Η ανώμαλη, επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση ερεθισμάτων που προκύπτει από ατελή αδρανοποίηση των διαύλων Na+ μπορεί να εμπλέκεται σε διάφορες ασθένειες μυών και νεύρων, συμπεριλαμβανομένων των οικογενειακών μυοτονιών και των νευροπαθητικών συνδρόμων πόνου.
- Τα συστηματικά τοπικά αναισθητικά έχουν αποδειχθεί ότι έχουν κλινική αποτελεσματικότητα έναντι των μυοτονιών και ορισμένων μορφών νευροπαθητικού πόνου, επομένως επιδιώξαμε να αναπτύξουμε ένα in vitro μοντέλο για να εξετάσουμε τη κυτταρική βάση για τις επιδράσεις αυτών των φαρμάκων.
- Σε ισχιακά νεύρα βατράχων, μελετώμενα in vitro με τη μέθοδο sucrose-gap, οι πεπτιδικές α-τοξίνες από τσιχόνι (ATXII) ή δηλητήριο σκορπιού (LQIIa), που αναστέλλουν την αδρανοποίηση των Na+, προκάλεσαν επαναλαμβανόμενα δυναμικά δράσης (CAPs) που επιβάλλονταν σε μια πλάτωμα αποπόλωσης διάρκειας αρκετών δευτερολέπτων.
- Η αρχική αιχμή του CAP δεν επηρεάστηκε, αλλά η πλάτωμα και η επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση καταστέλλονταν έντονα από 5-30 μΜ λιδοκαΐνης.
- Η λιδοκαΐνη προκάλεσε ταχεία, εξαρτώμενη από τη συγκέντρωση, αποσύνθεση της πλάτωματος, ποσοτικά συμβατή με αποκλεισμό ανοιχτών διαύλων Na+.
- Η πρώιμη και η όψιμη επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση καταστέλλονταν εξίσου από λιδοκαΐνη με IC50 = 10 μΜ.
- Μετά την έκπλυση λιδοκαΐνης και LQIIa, η πλάτωμα και η επαναλαμβανόμενη εκφόρτιση παρέμειναν για > 1 ώρα, δείχνοντας ότι η λιδοκαΐνη δεν προκάλεσε διάσταση της α-τοξίνης δεσμευμένης στον δίαυλο.
- Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης μπορούν να αναστρέψουν τα «ανώμαλα» χαρακτηριστικά των δυναμικών δράσης που προκαλούνται από μη αδρανοποιούμενους διαύλους Na+ χωρίς να επηρεάζουν το φυσιολογικό στοιχείο αιχμής.
- Η λιδοκαΐνη ελέγχει τις κοιλιακές αρρυθμίες καταστέλλοντας την αυτοματία στο σύστημα His-Purkinje και καταστέλλοντας την αυτόματη αποπόλωση των κοιλιών κατά τη διάρκεια της διαστολής.
- Αυτές οι επιδράσεις συμβαίνουν σε συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης που δεν καταστέλλουν την αυτοματία του φλεβοκομβιακού κόμβου (SA).
- Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις πλάσματος, η λιδοκαΐνη έχει ελάχιστη επίδραση στην αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου (AV) και στην αγωγιμότητα του His-Purkinje στην φυσιολογική καρδιά.
- Οι εξειδικευμένοι αγωγοί ιστοί των κόλπων είναι λιγότερο ευαίσθητοι στις επιδράσεις της λιδοκαΐνης από τους κοιλιακούς ιστούς.
- Η λιδοκαΐνη έχει αμφίβολη επίδραση στην αποτελεσματική ανερέθιστο περίοδο (ERP) του κόμβου AV· το φάρμακο βραχύνει την ERP και τη διάρκεια του δυναμικού δράσης του συστήματος His-Purkinje.
- Η λιδοκαΐνη δεν φαίνεται να επηρεάζει τη διεγερσιμότητα του φυσιολογικού καρδιακού ιστού.
- Η πριλοκαΐνη και η λιδοκαΐνη ταξινομούνται ως τοπικά αναισθητικά τύπου αμιδίου για τα οποία σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν τη μεθαιμογλοβιναιμία.
- Αν και οι υδρολυμένοι μεταβολίτες της πριλοκαΐνης (ο-τολουϊδίνη) και της λιδοκαΐνης (2,6-ξυλιδίνη) έχουν υποπτευθεί ότι προκαλούν μεθαιμογλοβιναιμία, τα μεταβολικά ένζυμα που εμπλέκονται παραμένουν αχαρακτήριστα.
- Στην παρούσα μελέτη, στόχος μας ήταν να προσδιορίσουμε τα ανθρώπινα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για την προκαλούμενη από πριλοκαΐνη και λιδοκαΐνη μεθαιμογλοβιναιμία.
- Τα πειράματά μας αποκάλυψαν ότι η πριλοκαΐνη υδρολυόταν από τις ανασυνδυασμένες ανθρώπινες καρβοξυλεστέρες (CES) 1A και CES2, ενώ η λιδοκαΐνη υδρολυόταν μόνο από την ανθρώπινη CES1A.
- Όταν τα μητρικά σώματα (πριλοκαΐνη και λιδοκαΐνη) επωάστηκαν με ανθρώπινες ηπατικές μικροσωμάτια (HLM), ο σχηματισμός μεθαιμογλοβίνης (Met-Hb) ήταν χαμηλότερος από ό,τι όταν οι υδρολυμένοι μεταβολίτες επωάστηκαν με HLM.
- Επιπλέον, ο σχηματισμός Met-Hb όταν η πριλοκαΐνη και η ο-τολουϊδίνη επωάστηκαν με HLM ήταν υψηλότερος από ό,τι όταν η λιδοκαΐνη και η 2,6-ξυλιδίνη επωάστηκαν με HLM.
- Η επώαση με διισοπροπυλοφθοροφωσφορικό άλας και δις-(4-νιτροφαινυλο) φωσφορικό άλας, που είναι γενικοί αναστολείς των CES, μείωσε σημαντικά τον σχηματισμό Met-Hb όταν η πριλοκαΐνη και η λιδοκαΐνη επωάστηκαν με HLM.
- Ένα αντίσωμα κατά του CYP3A4 μείωσε περαιτέρω τον υπολειπόμενο σχηματισμό Met-Hb.
- Ο σχηματισμός Met-Hb μετά την επώαση ο-τολουϊδίνης και 2,6-ξυλιδίνης με HLM μειώθηκε μόνο έντονα με επώαση με αντίσωμα κατά του CYP2E1.
- Η ο-τολουϊδίνη και η 2,6-ξυλιδίνη μεταβολίστηκαν περαιτέρω από το CYP2E1 σε 4- και 6-υδροξυ-ο-τολουϊδίνη και 4-υδροξυ-2,6-ξυλιδίνη, αντίστοιχα, και αυτοί οι μεταβολίτες έδειξαν να προκαλούν πιο αποτελεσματικά σχηματισμό Met-Hb από τα μητρικά σώματα.
- Συνολικά, βρήκαμε ότι οι μεταβολίτες που παράγονται από την ανθρώπινη μεταβολική διαδικασία μέσω CES, CYP2E1 και CYP3A4 εμπλέκονταν στην προκαλούμενη από πριλοκαΐνη και λιδοκαΐνη μεθαιμογλοβιναιμία.
- Η λιδοκαΐνη δρα κυρίως αναστέλλοντας την κίνηση νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
- Στα περιφερικά νεύρα, αυτή η δράση οδηγεί σε μειωμένο ρυθμό και βαθμό αποπόλωσης των νευρικών κυττάρων και αποτυχία επίτευξης του κατωφλίου δυναμικού που απαιτείται για τη διάδοση των δυναμικών δράσης, οδηγώντας σε αποκλεισμό αγωγιμότητας και αναισθησία.
- Στην καρδιά, η λιδοκαΐνη επίσης αναστέλλει την αγωγιμότητα νατρίου, μειώνοντας τον μέγιστο ρυθμό αποπόλωσης των καρδιακών κυττάρων του μυοκαρδίου.
- Αυτή η επίδραση είναι πιο εμφανής σε ισχαιμικά κύτταρα και σε γρήγορους καρδιακούς ρυθμούς.
- Για αυτόν τον λόγο, η λιδοκαΐνη είναι πιο αποτελεσματική στη διακοπή της ταχείας κοιλιακής ταχυκαρδίας, ειδικά κατά τη διάρκεια οξείας ισχαιμίας ή μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Η λιδοκαΐνη μπορεί επίσης να αυξήσει το κατώφλι κοιλιακής μαρμαρυγής.
- Σε θεραπευτικές δόσεις, η λιδοκαΐνη έχει ελάχιστες ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις σε φυσιολογικά κύτταρα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Γενικά, η λιδοκαΐνη απορροφάται εύκολα μέσω βλεννογόνων και κατεστραμμένου δέρματος, αλλά ελάχιστα μέσω ακέραιου δέρματος.
- Ο παράγοντας απορροφάται γρήγορα από την ανώτερη αεραγωγό, τον τραχειοβρογχικό δέντρο και τις κυψελίδες στην κυκλοφορία του αίματος.
- Και παρόλο που η λιδοκαΐνη απορροφάται καλά μέσω της γαστρεντερικής οδού, η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα είναι μόνο περίπου 35% ως αποτέλεσμα υψηλού βαθμού μεταβολισμού πρώτης διόδου.
- Μετά την ένεση σε ιστούς, η λιδοκαΐνη απορροφάται επίσης γρήγορα και ο ρυθμός απορρόφησης επηρεάζεται τόσο από την αγγείωση όσο και από την παρουσία λιπώδους και ικανού να δεσμεύει λιδοκαΐνη ιστού στην συγκεκριμένη θέση.
- Η συγκέντρωση της λιδοκαΐνης στο αίμα επηρεάζεται στη συνέχεια από μια ποικιλία παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του ρυθμού απορρόφησής της από τη θέση της ένεσης, του ρυθμού κατανομής στους ιστούς και του ρυθμού μεταβολισμού και απέκκρισης.
- Στη συνέχεια, η συστηματική απορρόφηση της λιδοκαΐνης καθορίζεται από τη θέση της ένεσης, τη χορηγούμενη δόση και το φαρμακολογικό της προφίλ.
- Η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα συμβαίνει μετά από αποκλεισμό μεσοπλεύριου νεύρου, ακολουθούμενη κατά φθίνουσα σειρά συγκέντρωσης από τον οσφυϊκό επισκληρίδιο χώρο, τη θέση του βραχιόνιου πλέγματος και τον υποδόριο ιστό.
- Η συνολική ενεόμενη δόση ανεξάρτητα από τη θέση είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας του ρυθμού απορρόφησης και των επιπέδων αίματος που επιτυγχάνονται.
- Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι η λιδοκαΐνη υδροχλωρική απορροφάται πλήρως μετά από παρεντερική χορήγηση, με τον ρυθμό απορρόφησής της να εξαρτάται επίσης από τη λιποδιαλυτότητα και την παρουσία ή απουσία αγγειοσυσπαστικού παράγοντα.
- Εκτός από την ενδοαγγειακή χορήγηση, τα υψηλότερα επίπεδα αίματος επιτυγχάνονται μετά από μεσοπλεύριο αποκλεισμό νεύρου και τα χαμηλότερα μετά από υποδόρια χορήγηση.
- Επιπλέον, η λιδοκαΐνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό και τον πλακουντιακό φραγμό, πιθανώς με παθητική διάχυση.
- Η απέκκριση της αμετάβλητης λιδοκαΐνης και των μεταβολιτών της συμβαίνει κατά προτίμηση μέσω των νεφρών, με λιγότερο από 5% στην αμετάβλητη μορφή να εμφανίζεται στα ούρα.
- Η νεφρική κάθαρση είναι αντιστρόφως ανάλογη με την συγγένεια δέσμευσης πρωτεϊνών και το pH των ούρων.
- Αυτό υποδηλώνει, από το τελευταίο, ότι η απέκκριση της λιδοκαΐνης συμβαίνει μέσω μη ιοντικής διάχυσης.
- Ο όγκος κατανομής που καθορίστηκε για τη λιδοκαΐνη είναι 0,7 έως 1,5 L/kg.
- Συγκεκριμένα, η λιδοκαΐνη κατανέμεται σε ολόκληρο το συνολικό νερό του σώματος.
- Ο ρυθμός εξαφάνισής της από το αίμα μπορεί να περιγραφεί με ένα μοντέλο δύο ή πιθανώς ακόμα και τριών διαμερισμάτων.
- Υπάρχει ταχεία εξαφάνιση (φάση άλφα) που πιστεύεται ότι σχετίζεται με την πρόσληψη από ιστούς που εξισορροπούνται γρήγορα (ιστοί με υψηλή καρδιακή αιμάτωση, για παράδειγμα).
- Η βραδύτερη φάση σχετίζεται με την κατανομή σε ιστούς που εξισορροπούνται αργά (φάση βήτα) και με τον μεταβολισμό και την απέκκρισή της (φάση γάμμα).
- Η κατανομή της λιδοκαΐνης είναι τελικά σε όλους τους ιστούς του σώματος.
- Γενικά, τα όργανα με την υψηλότερη αιμάτωση θα εμφανίζουν υψηλότερες συγκεντρώσεις του παράγοντα.
- Το υψηλότερο ποσοστό αυτού του φαρμάκου θα βρεθεί στον σκελετικό μυ, κυρίως λόγω της μάζας του μυός και όχι λόγω συγγένειας.
- Η μέση συστηματική κάθαρση που παρατηρήθηκε για ενδοφλεβίως χορηγούμενη λιδοκαΐνη σε μελέτη 15 ενηλίκων ήταν περίπου 0,64 +/- 0,18 L/min.
- Η δέσμευση της λιδοκαΐνης σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι μεταβλητή και εξαρτάται από τη συγκέντρωση.
- Σε συγκεντρώσεις 1-4 ug/mL, το φάρμακο δεσμεύεται περίπου 60-80% σε πρωτεΐνες πλάσματος.
- Η λιδοκαΐνη δεσμεύεται μερικώς στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη (a1-AGP) και ο βαθμός δέσμευσης στην a1-AGP εξαρτάται από τη συγκέντρωση της πρωτεΐνης στο πλάσμα.
- Σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου, οι αυξήσεις στη συγκέντρωση a1-AGP στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένη δέσμευση λιδοκαΐνης και αυξημένες συνολικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα, αλλά μόνο μικρές αυξήσεις στη συγκέντρωση ελεύθερου φαρμάκου στο πλάσμα· αυτές οι αλλαγές στη συγκέντρωση a1-AGP και στη δέσμευση λιδοκαΐνης πιστεύεται ότι εξηγούν εν μέρει τη συσσώρευση του φαρμάκου που παρατηρείται σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου που λαμβάνουν παρατεταμένες εγχύσεις.
- Ο όγκος κατανομής μειώνεται σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και αυξάνεται σε ασθενείς με ηπατική νόσο.
- Η λιδοκαΐνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς του σώματος.
- Μετά από μια ενδοφλέβια bolus, υπάρχει μια πρώιμη, γρήγορη μείωση των συγκεντρώσεων του φαρμάκου στο πλάσμα, που σχετίζεται κυρίως με την κατανομή σε ιστούς με υψηλή αιμάτωση όπως τα νεφρά, οι πνεύμονες, το ήπαρ και η καρδιά, ακολουθούμενη από μια βραδύτερη φάση αποβολής στην οποία συμβαίνει μεταβολισμός και ανακατανομή στους σκελετικούς μύες και τον λιπώδη ιστό.
- Η λιδοκαΐνη έχει υψηλή συγγένεια για λίπος και λιπώδη ιστό.
- Καθώς οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα μειώνονται, η κλίση διάχυσης από τον ιστό προς το αίμα αυξάνεται και η λιδοκαΐνη που αρχικά εισήλθε στους ιστούς με υψηλή αιμάτωση και στο λίπος διαχέεται πίσω στο αίμα.
- Απαιτούνται συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα περίπου 1-5 ug/mL για την καταστολή των κοιλιακών αρρυθμιών.
- Τοξικότητα έχει συσχετιστεί με συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης στο πλάσμα μεγαλύτερες από 5 ug/mL.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης bolus 50-100 mg λιδοκαΐνης υδροχλωρικής, το φάρμακο έχει έναρξη δράσης εντός 45-90 δευτερολέπτων και διάρκεια δράσης 10-20 λεπτών.
- Εάν ξεκινήσει μια ενδοφλέβια έγχυση χωρίς αρχική δόση bolus, η επίτευξη θεραπευτικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα είναι σχετικά αργή.
- Για παράδειγμα, οι θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται σε 30-60 λεπτά μετά την έναρξη συνεχούς έγχυσης 60-70 ug/kg ανά λεπτό όταν δεν χορηγείται δόση φόρτισης.
- Έχουν αναφερθεί συγκεντρώσεις στο πλάσμα 1,5-5,5 ug/mL που διατηρούνται με αρχική ενδοφλέβια bolus 1,5 mg/kg ακολουθούμενη από έγχυση 50 ug/kg ανά λεπτό σε ασθενείς με καρδιακή νόσο.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η καταγεγραμμένη δέσμευση πρωτεϊνών για τη λιδοκαΐνη είναι περίπου 60% έως 80% και εξαρτάται από τη συγκέντρωση της άλφα-1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης στο πλάσμα.
Αυτό το ποσοστό δέσμευσης πρωτεϊνών προσδίδει στη λιδοκαΐνη μέτρια διάρκεια δράσης σε σύγκριση με άλλα τοπικά αναισθητικά.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Η λιδοκαΐνη μεταβολίζεται κατά προτίμηση και ταχέως από το ήπαρ, και οι μεταβολίτες και το αμετάβλητο φάρμακο απεκκρίνονται από τους νεφρούς.
- Ο βιομετασχηματισμός περιλαμβάνει οξειδωτική N-απελευθέρωση, υδροξυλίωση δακτυλίου, διάσπαση του δεσμού αμιδίου και σύζευξη.
- Η N-απελευθέρωση, μια κύρια οδός βιομετασχηματισμού, αποδίδει τους μεταβολίτες μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδη (MEGX) και γλυκινξυλιδίδη (GX).
- Οι φαρμακολογικές/τοξικολογικές δράσεις αυτών των μεταβολιτών είναι παρόμοιες, αλλά λιγότερο ισχυρές, με αυτές της λιδοκαΐνης HCl.
- Περίπου το 90% της χορηγούμενης λιδοκαΐνης HCl απεκκρίνεται με τη μορφή διαφόρων μεταβολιτών, και λιγότερο από 10% απεκκρίνεται αμετάβλητο.
- Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα είναι ένα σύζευγμα της 4-υδροξυ-2,6-διμεθυλανιλίνης.
- Περίπου το 90% μιας παρεντερικής δόσης λιδοκαΐνης μεταβολίζεται ταχέως στο ήπαρ με δεαιθυλίωση για να σχηματίσει MEGX και GX, ακολουθούμενη από διάσπαση του δεσμού αμιδίου για να σχηματίσει ξυλιδίνη και 4-υδροξυξυλιδίνη που απεκκρίνονται στα ούρα.
- Λιγότερο από 10% μιας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
- Ο ρυθμός μεταβολισμού της λιδοκαΐνης μπορεί επίσης να μειωθεί σε ασθενείς με ηπατική νόσο, πιθανώς λόγω τροποποιημένης αιμάτωσης στο ήπαρ ή ηπατικής νέκρωσης.
- Η κατανομή και η αποβολή της λιδοκαΐνης και της /μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης/ MEGX φαίνεται να παραμένουν φυσιολογικές σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, αλλά η /γλυκινξυλιδίδη/ GX μπορεί να συσσωρευτεί σε αυτούς τους ασθενείς όταν χορηγείται λιδοκαΐνη ενδοφλεβίως για αρκετές ημέρες.
- … Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να προσδιοριστεί η ποσότητα λιδοκαΐνης και του μεταβολίτη της μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης (MEGX) στο μητρικό γάλα μετά από τοπική αναισθησία κατά τη διάρκεια οδοντιατρικών επεμβάσεων.
- Ο πληθυσμός της μελέτης αποτελούνταν από επτά θηλάζουσες μητέρες (ηλικίας 23-39 ετών) που έλαβαν 3,6 έως 7,2 mL 2% λιδοκαΐνης χωρίς αδρεναλίνη.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης και του μεταβολίτη της MEGX στο αίμα και στο γάλα αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης.
- Ο λόγος γάλα προς πλάσμα και οι πιθανές ημερήσιες δόσεις σε βρέφη για τη λιδοκαΐνη και την MEGX υπολογίστηκαν.
- Η συγκέντρωση λιδοκαΐνης στο μητρικό πλάσμα 2 ώρες μετά την ένεση ήταν 347,6 +/- 221,8 ug/L, η συγκέντρωση λιδοκαΐνης στο μητρικό γάλα κυμάνθηκε από 120,5 +/- 54,1 ug/L (3 ώρες μετά την ένεση) έως 58,3 +/- 22,8 ug/L (6 ώρες μετά την ένεση), η συγκέντρωση MEGX στο μητρικό πλάσμα 2 ώρες μετά την ένεση ήταν 58,9 +/- 30,3 ug/L, και η συγκέντρωση MEGX στο μητρικό γάλα κυμάνθηκε από 97,5 +/- 39,6 ug/L (3 ώρες μετά την ένεση) έως 52,7 +/- 23,8 ug/L (6 ώρες μετά την ένεση).
- Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη πρόσληψη 90 mL μητρικού γάλακτος κάθε 3 ώρες, οι ημερήσιες δόσεις λιδοκαΐνης και MEGX στα βρέφη ήταν 73,41 +/- 38,94 ug/L/ημέρα και 66,1 +/- 28,5 ug/L/ημέρα αντίστοιχα.
- Αυτή η μελέτη υποδηλώνει ότι ακόμη και αν μια θηλάζουσα μητέρα υποβληθεί σε οδοντιατρική θεραπεία με τοπική αναισθησία χρησιμοποιώντας λιδοκαΐνη χωρίς αδρεναλίνη, μπορεί να συνεχίσει με ασφάλεια τον θηλασμό.
- … Για τον προσδιορισμό του προφίλ χρόνου/συγκέντρωσης της λιδοκαΐνης και των ενεργών μεταβολιτών της γλυκινξυλιδίδης (GX) και μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης (MEGX) κατά τη διάρκεια μιας έγχυσης λιδοκαΐνης 96 ωρών.
- Η λιδοκαΐνη χορηγήθηκε σε 8 ώριμα υγιή άλογα ως έγχυση συνεχούς ρυθμού (0,05 mg/kg σωματικού βάρους/λεπτό) για 96 ώρες.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, GX και MEGX στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή της έγχυσης.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης ορού έφτασαν σε σταθερή κατάσταση εντός 3 ωρών και δεν συσσωρεύτηκαν περαιτέρω.
- Οι συγκεντρώσεις ήταν πάνω από την θεραπευτική συγκέντρωση-στόχο (980 ng/mL) μόνο στις 6 και 48 ώρες, και δεν έφτασαν στο εύρος που περιγράφεται ως δυνητικά τοξικό (>1850 ng/mL) σε καμία χρονική στιγμή.
- Η MEGX δεν συσσωρεύτηκε με την πάροδο του χρόνου, ενώ η GX συσσωρεύτηκε σημαντικά έως τις 48 ώρες και στη συνέχεια παρέμεινε σταθερή.
- Οι συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης, MEGX και GX στον ορό ήταν κάτω από το όριο ανίχνευσης εντός 24 ωρών από τη διακοπή της έγχυσης.
- Κανένα από τα άλογα δεν εμφάνισε σημάδια τοξικότητας λιδοκαΐνης κατά τη διάρκεια της μελέτης.
- Ο μεταβολισμός της λιδοκαΐνης δεν επηρεάστηκε σημαντικά από παρατεταμένη έγχυση και δεν παρατηρήθηκαν δυσμενείς επιδράσεις.
- Οι παρατεταμένες εγχύσεις φαίνεται να είναι ασφαλείς σε φυσιολογικά άλογα, αλλά η συσσώρευση της GX, ενός δυνητικά τοξικού ενεργού μεταβολίτη, αποτελεί ανησυχία.
Η λιδοκαΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 3-Υδροξυλιδοκαΐνη και Μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδη.
- Κυρίως ηπατική.
- Οδός Απέκκρισης: Η λιδοκαΐνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται από τους νεφρούς.
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 109 λεπτά
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λιδοκαΐνης υδροχλωρικής μετά από ενδοφλέβια ένεση bolus είναι συνήθως 1,5 έως 2,0 ώρες.
- Λόγω του γρήγορου ρυθμού με τον οποίο μεταβολίζεται η λιδοκαΐνη υδροχλωρική, οποιαδήποτε κατάσταση επηρεάζει ηπατική λειτουργία μπορεί να τροποποιήσει την κινητική της λιδοκαΐνης HCl.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να παραταθεί διπλάσιο ή και περισσότερο σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
- … Σε 30 ασθενείς (ηλικίας 18-70 ετών) που υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση… μέσος χρόνος ημίσειας ζωής… λιδοκαΐνης ήταν… 94 λεπτά.
- … Σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου (με ή χωρίς καρδιακή ανεπάρκεια), οι χρόνοι ημίσειας ζωής της λιδοκαΐνης και της MEGX έχουν αναφερθεί ότι παρατείνονται· ο χρόνος ημίσειας ζωής της GX αναφέρεται ότι παρατείνεται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια δευτεροπαθή σε έμφραγμα του μυοκαρδίου.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λιδοκαΐνης αναφέρεται επίσης ότι παρατείνεται σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ή ηπατική νόσο και μπορεί να παραταθεί μετά από συνεχείς ενδοφλέβιες εγχύσεις που διαρκούν περισσότερο από 24 ώρες.
- Η λιδοκαΐνη έχει έναν αρχικό χρόνο ημίσειας ζωής 7-30 λεπτών και έναν τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 1,5-2 ώρες.
- Σε υγιή άτομα, οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής των ενεργών μεταβολιτών, μονοαιθυλογλυκινξυλιδίδης (MEGX) και γλυκινξυλιδίδης (GX) είναι 2 ώρες και 10 ώρες, αντίστοιχα…
- Η λιδοκαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ· η ηπατική νόσος και η μειωμένη ηπατική αιματική ροή παρατείνουν τον χρόνο ημίσειας ζωής, ο οποίος είναι συνήθως < 1 ώρα σε σκύλους.
- Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της λιδοκαΐνης στο νεογνό μετά από μητρική επισκληρίδιο αναισθησία ήταν κατά μέσο όρο 3 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που αποκλείουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman's The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.)
- Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των ιοντοεξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού δράσης, τη διεγερσιμότητα ή την ανερεθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των VOLTAGE-GATED SODIUM CHANNELS.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- 98PI200987
- LIDOCAINE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου
- Χημική Δομή [CS] - Αμίδια
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιαρρυθμικό
- Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Τοπική Αναισθησία
Η λιδοκαΐνη είναι ένα τοπικό αναισθητικό αμιδίου και αντιαρρυθμικό. Η φυσιολογική επίδραση της λιδοκαΐνης γίνεται μέσω τοπικής αναισθησίας.
- 4% LIDOCAINE
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- 5% LIDOCAINE
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDICAINE
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAIN 5%
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 0.5%
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 3 PERCENT
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE 4% CREAM
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 4% FABRIC TAPE
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE 4% GEL PATCH
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 5% ANORECTAL
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE 5% TOPICAL ANORECTAL CREAM
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE CREAM
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE PATCH
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE PATCH 4%
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE PATCH 5%
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE, 0.5%
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE, MENTHOL
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCANE
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- TATTOO NUMBING CREAM
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- ANORECTAL LIDOCAINE
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- XYLOCAINE
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE PAIN RELIEF PATCH
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- LIDOCAINE 4% PATCH
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]
- PAIN RELIEVE GEL-PATCH
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE 5% CREAM
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- LIDOCAINE PAIN RELIEF GEL-PATCH
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCARINE
- Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- PAIN RELIEF LIDOCAINE PATCH
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- LIDOCAINE 4% TATTOO NUMBING CREAM SET
- Αντιαρρυθμικό [EPC]; Αμίδια [CS]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
- 5% SIGNATURE
- Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]
- LIDOCAINE 4% PAIN RELIEF GEL PATCH
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]
- RECTAL CARE CREAM
- Αμίδια [CS]; Αντιαρρυθμικό [EPC]; Τοπική Αναισθησία [PE]; Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 4 C01BB01Ηλεκτρική θύελλα στα πλαίσια ΟΣΣ
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
- Φάρμακα που αποκλείουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά στον νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman's The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8η έκδ.)
- Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των ιοντοεξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
- Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-αποπόλωσης του δυναμικού δράσης, τη διεγερσιμότητα ή την ανερεθιστότητά του, ή την αγωγιμότητα των ερεθισμάτων ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες σύμφωνα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης, ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
- Μια κατηγορία φαρμάκων που αναστέλλουν την ενεργοποίηση των VOLTAGE-GATED SODIUM CHANNELS.