LEFLUNOMIDE
Λεφλουνομίδη
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-VPRIV
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε δεύτερη εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 60 μονάδες/kg
- Τιτλοποίηση: Ρυθμίσεις της δοσολογίας μπορούν να γίνουν σε εξατομικευμένη βάση, με βάση την επίτευξη και τη διατήρηση των θεραπευτικών στόχων. Κλινικές μελέτες έχουν αξιολογήσει δόσεις που κυμαίνονται από 15 έως 60 μονάδες/kg κάθε δεύτερη εβδομάδα.
-
ΕνήλικεςΔόση60 μονάδες/kgΜέγ. δόση60 μονάδες/kgΗ συνιστώμενη δόση είναι 60 μονάδες/kg χορηγούμενη κάθε δεύτερη εβδομάδα. Δόσεις υψηλότερες από 60 μονάδες/kg δεν έχουν μελετηθεί. Κλινικές μελέτες έχουν αξιολογήσει δόσεις που κυμαίνονται από 15 έως 60 μονάδες/kg κάθε δεύτερη εβδομάδα.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Μπορεί να γίνει χορήγηση εντός του ίδιου εύρους δόσης (15 έως 60 μονάδες/kg) όπως σε άλλους ενήλικες ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας βάσει της τρέχουσας γνώσης για τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της βελαγλουκεράσης άλφα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας βάσει της τρέχουσας γνώσης για τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της βελαγλουκεράσης άλφα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (4 έως 17 ετών)Τα προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια μεταξύ παιδιατρικών και ενήλικων ασθενών (βλ. Φαρμακοδυναμικές για λοιπές πληροφορίες).
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετώνΔεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ασθενείς που μεταπηδούν από ιμιγλουκεράσηΜπορούν να μεταπηδήσουν σε VPRIV, χρησιμοποιώντας την ίδια δόση και συχνότητα.
block
SPC-VPRIV
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σοβαρή αλλεργική αντίδραση στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-VPRIV
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ιχνηλασιμότητατο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου, πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
ΥπερευαισθησίαΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων συμβατών με αναφυλαξία, έχουν αναφερθεί. Στα πιο συχνά αναφερθέντα συμπτώματα υπερευαισθησίας περιλαμβάνονται ναυτία, εξάνθημα, δύσπνοια, οσφυαλγία, θωρακική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένου του αισθήματος σφιξίματος στο θώρακα), κνίδωση, αρθραλγία και κεφαλαλγία.
-
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (IRR)ΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΟρίζεται ως οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου που εμφανίζεται εντός 24 ωρών μετά την έναρξη έγχυσης της βελαγλουκεράσης άλφα. Μια IRR συχνά εμφανίζεται ως αντίδραση υπερευαισθησίας. Εκτός από συμπτώματα που σχετίζονται με αντιδράσεις υπερευαισθησίας, IRRs ενδέχεται να εμφανιστούν όπως κόπωση, ζάλη, πυρεξία, αύξηση στην αρτηριακή πίεση, κνησμός ή θαμπή όραση. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία, η πλειονότητα των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση παρατηρήθηκαν κατά τους πρώτους 6 μήνες θεραπείας.
-
Πρόληψη και αντιμετώπιση αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων υπερευαισθησίας)ΠροσοχήΗ αντιμετώπιση θα πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα της αντίδρασης, και να περιλαμβάνει μείωση του ρυθμού έγχυσης, θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα όπως αντιϊσταμινικά, αντιπυρετικά ή/και κορτικοστεροειδή, ή/και διακοπή και επανέναρξη της θεραπείας με αυξημένο χρόνο έγχυσης.
-
Κίνδυνος αναφυλαξίαςΠροσοχήκατάλληλη ιατρική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένου επαρκώς εκπαιδευμένου σε μέτρα έκτακτης ανάγκης προσωπικού, θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμη όταν χορηγείται η βελαγλουκεράση άλφα.
-
Αντιμετώπιση αναφυλακτικών ή οξέων αντιδράσεωνΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΕάν εμφανιστούν αναφυλακτικές ή άλλες οξείες αντιδράσεις, σε κλινική ή κατ’ οίκον, διακόψτε αμέσως την έγχυση και ξεκινήστε κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Για ασθενείς που αναπτύσσουν αναφυλαξία κατ’ οίκον θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο η θεραπεία να συνεχίζεται σε περιβάλλον κλινικής.
-
Θεραπεία σε ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίαςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που παρουσίασαν συμπτώματα υπερευαισθησίας στη βελαγλουκεράση άλφα ή σε άλλη θεραπεία ενζυμικής αντικατάστασηςΗ θεραπεία θα πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή.
-
Προθεραπεία για πρόληψη αντιδράσεωνΠροσοχήΗ προθεραπεία με αντιϊσταμινικά ή/και κορτικοστεροειδή ενδέχεται να αποτρέψει επακόλουθες αντιδράσεις σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου απαιτήθηκε συμπτωματική θεραπεία.
-
ΑνοσογονικότηταΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείςΤα αντισώματα ενδέχεται να διαδραματίσουν ρόλο σε αντιδράσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία. Σε περιπτώσεις σοβαρών αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση και σε περιπτώσεις έλλειψης ή απώλειας της δράσης, οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για την παρουσία αντισωμάτων και τα αποτελέσματα θα πρέπει να αναφέρονται στην εταιρία.
-
ΝάτριοΠληθυσμόςενήλικεςΤο παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 12,15 mg νατρίου ανά φιαλίδιο, ισοδύναμο με το 0,06% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου 2 g.
swap_horiz
SPC-VPRIV
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-VPRIV
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβάνουν αλλεργική δερματίτιδα και αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Θαμπή όραση
- Ταχυκαρδία
- Δύσπνοια
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Οστικό άλγος
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- ενέργεια που σχετίζεται με την έγχυση
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Θωρακική δυσφορία
- Παρατεταμένος ενεργοποιημένος χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης
- Θετικά εξουδετερωτικά αντισώματα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςενέργεια που σχετίζεται με την έγχυσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟστικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘετικά εξουδετερωτικά αντισώματαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένος ενεργοποιημένος χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςαντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβάνουν αλλεργική δερματίτιδα και αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-VPRIV
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ χορήγηση σε έγκυες γυναίκες πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή.Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βελαγλουκεράσης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Στενή παρακολούθηση της εγκυμοσύνης και των κλινικών εκδηλώσεων της νόσου Gaucher είναι απαραίτητες για την εξατομίκευση της θεραπείας. Οι ασθενείς που έχουν τη νόσο Gaucher και μένουν έγκυες ενδέχεται να παρουσιάσουν ένα διάστημα αυξημένης δραστικότητας της νόσου κατά την εγκυμοσύνη και τη λοχεία. Αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους απαιτείται για γυναίκες με νόσο Gaucher που σκέφτονται να κυοφορήσουν.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με VPRIV, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της βελαγλουκεράσης άλφα ή των μεταβολιτών της στο ανθρώπινο γάλα. Η βελαγλουκεράση είναι συνθετική μορφή της β-γλυκοκερεμπροσιδάσης που αποτελεί φυσιολογικό συστατικό του ανθρώπινου γάλακτος. Μελέτες με άλλες μορφές του ενζύμου έχουν βρει πολύ χαμηλά επίπεδα του ενζύμου στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν παρουσίασαν αποδείξεις διαταραγμένης γονιμότητας.Μελέτες σε ζώα δεν παρουσίασαν αποδείξεις διαταραγμένης γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-VPRIV
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλα προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, ένζυμα, κωδικός ATC: A16AB10. ### Μηχανισμός δράσης Η νόσος Gaucher είναι μια αυτοσωμική υπολειπόμενη διαταραχή που προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο GBA, η οποία καταλήγει…
biotech
SPC-VPRIV
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Παρουσία αντισωμάτων | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | — | Σοβαρές αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση ή απώλεια δράσης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-VPRIV
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με VPRIV θα πρέπει να επιβλέπεται από γιατρό πεπειραμένο στη διαχείριση ασθενών με νόσο Gaucher.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 60 μονάδες/kg χορηγούμενη κάθε δεύτερη εβδομάδα.
Ρυθμίσεις της δοσολογίας μπορούν να γίνουν σε εξατομικευμένη βάση, με βάση την επίτευξη και τη διατήρηση των θεραπευτικών στόχων. Κλινικές μελέτες έχουν αξιολογήσει δόσεις που κυμαίνονται από 15 έως 60 μονάδες/kg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Δόσεις υψηλότερες από 60 μονάδες/kg δεν έχουν μελετηθεί.
Οι ασθενείς που επί του παρόντος λαμβάνουν θεραπεία ενζυμικής αντικατάστασης με ιμιγλουκεράση για τη νόσο Gaucher τύπου 1 μπορούν να μεταπηδήσουν σε VPRIV, χρησιμοποιώντας την ίδια δόση και συχνότητα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών) Σε ηλικιωμένους ασθενείς μπορεί να γίνει χορήγηση εντός του ίδιου εύρους δόσης (15 έως 60 μονάδες/kg) όπως σε άλλους ενήλικες ασθενείς (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία βάσει της τρέχουσας γνώσης για τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της βελαγλουκεράσης άλφα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται ρύθμιση της δοσολογίας για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία βάσει της τρέχουσας γνώσης για τη φαρμακοκινητική και τη φαρμακοδυναμική της βελαγλουκεράσης άλφα (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Είκοσι από τους 94 ασθενείς (21%) που έλαβαν βελαγλουκεράση άλφα κατά τις κλινικές μελέτες ήταν σε εύρος παιδιατρικής και εφηβικής ηλικίας (4 έως 17 ετών). Τα προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια μεταξύ παιδιατρικών και ενήλικων ασθενών (βλ. Φαρμακοδυναμικές για λοιπές πληροφορίες).
Δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της βελαγλουκεράσης άλφα σε παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Για χρήση με ενδοφλέβια έγχυση μόνο.
Πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 60 λεπτών.
Πρέπει να χορηγείται μέσω φίλτρου 0,22 μm.
Η κατ’ οίκον χορήγηση υπό την επίβλεψη ενός επαγγελματία υγείας μπορεί να εξεταστεί μόνο για ασθενείς οι οποίοι έχουν λάβει τουλάχιστον τρεις εγχύσεις και οι οποίοι ανέχονταν καλά τις εγχύσεις που τους έγιναν. Κατάλληλη ιατρική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένου επαρκώς εκπαιδευμένου προσωπικού σε μέτρα έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμη όταν χορηγείται η βελαγλουκεράση άλφα. Εάν εμφανιστούν αναφυλακτικές ή άλλες οξείες αντιδράσεις, διακόψτε αμέσως την έγχυση και ξεκινήστε κατάλληλη ιατρική θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση και την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-VPRIV
expand_more
Αντενδείξεις
- Σοβαρή αλλεργική αντίδραση στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-VPRIV
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου, πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Υπερευαισθησία
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων συμβατών με αναφυλαξία, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς σε κλινικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Η πλειοψηφία των αντιδράσεων υπερευαισθησίας εμφανίζεται συνήθως έως και 12 ώρες μετά την έγχυση. Στα πιο συχνά αναφερθέντα συμπτώματα υπερευαισθησίας περιλαμβάνονται ναυτία, εξάνθημα, δύσπνοια, οσφυαλγία, θωρακική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένου του αισθήματος σφιξίματος στο θώρακα), κνίδωση, αρθραλγία και κεφαλαλγία.
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση
Αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση ορίζεται ως οποιαδήποτε ανεπιθύμητη ενέργεια φαρμάκου που εμφανίζεται εντός 24 ωρών μετά την έναρξη έγχυσης της βελαγλουκεράσης άλφα. Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (IRR) ήταν οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν πιο συχνά σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία σε κλινικές μελέτες. Μια IRR συχνά εμφανίζεται ως αντίδραση υπερευαισθησίας. Τα πιο συχνά αναφερθέντα συμπτώματα υπερευαισθησίας περιλαμβάνουν ναυτία, εξάνθημα, δύσπνοια, οσφυαλγία, θωρακική δυσφορία (συμπεριλαμβανομένου του αισθήματος σφιξίματος στο θώρακα), κνίδωση, αρθραλγία και κεφαλαλγία. Συμπτώματα συμβατά με αναφυλαξία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς σε κλινικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Εκτός από συμπτώματα που σχετίζονται με αντιδράσεις υπερευαισθησίας, IRRs ενδέχεται να εμφανιστούν όπως κόπωση, ζάλη, πυρεξία, αύξηση στην αρτηριακή πίεση, κνησμός ή θαμπή όραση. Σε ασθενείς οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία, η πλειονότητα των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση παρατηρήθηκαν κατά τους πρώτους 6 μήνες θεραπείας.
Πρόληψη και αντιμετώπιση αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση (συμπεριλαμβανομένων αντιδράσεων υπερευαισθησίας)
Η αντιμετώπιση των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση θα πρέπει να βασίζεται στη σοβαρότητα της αντίδρασης, και να περιλαμβάνει μείωση του ρυθμού έγχυσης, θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα όπως αντιϊσταμινικά, αντιπυρετικά ή/και κορτικοστεροειδή, ή/και διακοπή και επανέναρξη της θεραπείας με αυξημένο χρόνο έγχυσης.
Λόγω του κινδύνου αντιδράσεων υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, κατάλληλη ιατρική υποστήριξη, συμπεριλαμβανομένου επαρκώς εκπαιδευμένου σε μέτρα έκτακτης ανάγκης προσωπικού, θα πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμη όταν χορηγείται η βελαγλουκεράση άλφα. Εάν εμφανιστούν αναφυλακτικές ή άλλες οξείες αντιδράσεις, σε κλινική ή κατ’ οίκον, διακόψτε αμέσως την έγχυση και ξεκινήστε κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Για ασθενείς που αναπτύσσουν αναφυλαξία κατ’ οίκον θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο η θεραπεία να συνεχίζεται σε περιβάλλον κλινικής.
Η θεραπεία θα πρέπει να προσεγγιστεί με προσοχή σε ασθενείς που παρουσίασαν συμπτώματα υπερευαισθησίας στη βελαγλουκεράση άλφα ή σε άλλη θεραπεία ενζυμικής αντικατάστασης.
Η προθεραπεία με αντιϊσταμινικά ή/και κορτικοστεροειδή ενδέχεται να αποτρέψει επακόλουθες αντιδράσεις σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου απαιτήθηκε συμπτωματική θεραπεία.
Ανοσογονικότητα
Τα αντισώματα ενδέχεται να διαδραματίσουν ρόλο σε αντιδράσεις που σχετίζονται με τη θεραπεία και οι οποίες παρατηρήθηκαν με τη χρήση της βελαγλουκεράσης άλφα. Προκειμένου να αξιολογηθεί η σχέση, σε περιπτώσεις σοβαρών αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση και σε περιπτώσεις έλλειψης ή απώλειας της δράσης, οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για την παρουσία αντισωμάτων και τα αποτελέσματα θα πρέπει να αναφέρονται στην εταιρία.
Στις κλινικές μελέτες ένας από τους 94 (1%) ασθενείς ανέπτυξε IgG-τάξης αντισώματα στη βελαγλουκεράση άλφα. Σε αυτή τη μία περίπτωση, τα αντισώματα καθορίστηκε ότι είναι εξουδετερωτικά σε έναν in vitro προσδιορισμό. Δεν αναφέρθηκαν αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση για αυτό τον ασθενή. Κανένας ασθενής δεν ανέπτυξε IgE αντισώματα στην βελαγλουκεράση άλφα.
Νάτριο
Το παρόν φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 12,15 mg νατρίου ανά φιαλίδιο. Αυτό ισοδυναμεί με το 0,06% της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης νατρίου 2 g για έναν ενήλικα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-VPRIV
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-VPRIV
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφαλείας
Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς σε κλινικές μελέτες ήταν αντιδράσεις υπερευαισθησίας (2,1%).
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση (39,4%). Τα πιο συχνά παρατηρούμενα συμπτώματα αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση ήταν: κεφαλαλγία, ζάλη, υπόταση, υπέρταση, ναυτία, κόπωση/εξασθένιση, και πυρεξία/αυξημένη θερμοκρασία σώματος (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις για λοιπές πληροφορίες). Η μόνο ανεπιθύμητη ενέργεια που οδήγησε σε διακοπή της θεραπείας ήταν μια αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 1 αναφέρονται στον Πίνακα 1. Οι πληροφορίες παρουσιάζονται κατά κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητα σύμφωνα με τη συνθήκη MedDRA. Η συχνότητα ορίζεται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10) και όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με το VPRIV σε ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 1
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές | Όχι συχνές |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | αντιδράσεις υπερευαισθησίας (περιλαμβάνουν αλλεργική δερματίτιδα και αναφυλακτικές/ αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις) | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | κεφαλαλγία, ζάλη | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | θαμπή όραση | ||
| Καρδιακές διαταραχές | ταχυκαρδία | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | δύσπνοια | ||
| Αγγειακές διαταραχές | υπέρταση, υπόταση, έξαψη | ||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | ναυτία | κοιλιακό άλγος/άλγος άνω κοιλιακής χώρας, έμετος | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | οστικό άλγος, αρθραλγία, οσφυαλγία | ||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | ενέργεια που σχετίζεται με την έγχυση, εξασθένιση/κόπωση, πυρεξία/αυξημένη θερμοκρασία σώματος | θωρακική δυσφορία | |
| Έρευνες | παρατεταμένος ενεργοποιημένος χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης, θετικά εξουδετερωτικό αντίσωμα |
*Ανεπιθύμητες ενέργειες που προέρχονται από αναφορές μετά την κυκλοφορία
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Έμετος Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο έμετος μπορεί να είναι σοβαρής και βαριάς μορφής. Έμετος εκδηλώνεται πιο συχνά κατά τη διάρκεια της έγχυσης και έως και 24 ώρες μετά την έγχυση.
Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένος πληθυσμός (≥65 ετών) Το προφίλ ασφαλείας του VPRIV σε κλινικές μελέτες που περιελάμβαναν ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε άλλους ενήλικες ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός Το προφίλ ασφαλείας του VPRIV σε κλινικές μελέτες που περιελάμβαναν παιδιά και εφήβους ηλικίας 4 έως 17 ετών ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-VPRIV
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Οι ασθενείς που έχουν τη νόσο Gaucher και μένουν έγκυες ενδέχεται να παρουσιάσουν ένα διάστημα αυξημένης δραστικότητας της νόσου κατά την εγκυμοσύνη και τη λοχεία. Αξιολόγηση κινδύνου/οφέλους απαιτείται για γυναίκες με νόσο Gaucher που σκέφτονται να κυοφορήσουν.
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βελαγλουκεράσης σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην εγκυμοσύνη, στην ανάπτυξη του εμβρύου, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Στενή παρακολούθηση της εγκυμοσύνης και των κλινικών εκδηλώσεων της νόσου Gaucher είναι απαραίτητες για την εξατομίκευση της θεραπείας. Η χορήγηση σε έγκυες γυναίκες πρέπει να πραγματοποιείται με προσοχή.
Θηλασμός
Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση της βελαγλουκεράσης άλφα ή των μεταβολιτών της στο ανθρώπινο γάλα. Η βελαγλουκεράση είναι συνθετική μορφή της β-γλυκοκερεμπροσιδάσης που αποτελεί φυσιολογικό συστατικό του ανθρώπινου γάλακτος. Μελέτες με άλλες μορφές του ενζύμου έχουν βρει πολύ χαμηλά επίπεδα του ενζύμου στο μητρικό γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με VPRIV, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Μελέτες σε ζώα δεν παρουσίασαν αποδείξεις διαταραγμένης γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-VPRIV
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλα προϊόντα πεπτικής οδού και μεταβολισμού, ένζυμα, κωδικός ATC: A16AB10.
Μηχανισμός δράσης
Η νόσος Gaucher είναι μια αυτοσωμική υπολειπόμενη διαταραχή που προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο GBA, η οποία καταλήγει σε ανεπάρκεια του λυσοσωμικού ενζύμου β-γλυκοκερεβροσιδάση. Αυτή η ενζυμική ανεπάρκεια προκαλεί συσσώρευση της γλυκοκερεβροσίδης κυρίως στα μακροφάγα, δημιουργώντας αφρώδη κύτταρα ή «κύτταρα Gaucher». Σε αυτή τη διαταραχή λυσοσωμικής αποθήκευσης, τα κλινικά χαρακτηριστικά αντανακλούν την κατανομή των κυττάρων Gaucher στο ήπαρ, τον σπλήνα, τον μυελό των οστών, τον σκελετό και τους πνεύμονες. Η συσσώρευση γλυκοεγκεφαλοσίδης στο ήπαρ και τον σπλήνα οδηγεί σε οργανομεγαλία. Η συμμετοχή των οστών καταλήγει σε σκελετικές ανωμαλίες και δυσμορφίες καθώς και σε κρίσεις οστικού άλγους. Οι εναποθέσεις στο μυελό των οστών και η σπληνική απολυματοποίηση οδηγούν σε κλινικά σημαντική αναιμία και θρομβοπενία.
Η δραστική ουσία του VPRIV είναι η βελαγλουκεράση άλφα, η οποία παράγεται μέσω τεχνολογίας ενεργοποίησης γονιδίων σε μια ανθρώπινη κυτταρική σειρά. Η βελαγλουκεράση άλφα είναι μια γλυκοπρωτεΐνη. Το μονομερές είναι περίπου 63 kDa, έχει 497 αμινοξέα, και την ίδια αμινοξική αλληλουχία με το φυσικά εμφανιζόμενο ανθρώπινο ένζυμο, γλυκοκερεβροσιδάση. Υπάρχουν 5 πιθανά σημεία γλυκοζυλίωσης που συνδέονται στο Ν-τελικό άκρο, τέσσερα από τα οποία καταλαμβάνονται. Η βελαγλουκεράση άλφα παράγεται ώστε να περιέχει κυρίως υψηλής μαννόζης τύπου γλυκάνες ώστε να διευκολύνει την εσωτερίκευση του ενζύμου από τα φαγοκυτταρικά κύτταρα-στόχο μέσω του υποδοχέα μαννόζης.
Η βελαγλουκεράση άλφα συμπληρώνει ή αντικαθιστά τη β-γλυκοκερεβροσιδάση, το ένζυμο που καταλύει την υδρόλυση της γλυκοκερεβροσίδης σε γλυκόζη και κεραμίδιο στο λυσόσωμα, μειώνοντας την ποσότητα της συσσωρευμένης γλυκοκερεβροσίδης και διορθώνοντας την παθοφυσιολογία της νόσου Gaucher.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η βελαγλουκεράση άλφα αυξάνει τη συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης και τον αριθμό των αιμοπεταλίων και μειώνει τον ηπατικό και το σπληνικό όγκο σε ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 1.
Στις μελέτες 025EXT και 034, στους ασθενείς προσφέρθηκε θεραπεία κατ’ οίκον. Στη μελέτη 025EXT, οι 7 από τους 10 ασθενείς έλαβαν θεραπεία κατ’ οίκον τουλάχιστον μια φορά κατά τη διάρκεια των 60 μηνών θεραπείας. Στη μελέτη 034, οι 25 από τους 40 ασθενείς έλαβαν θεραπεία κατ’ οίκον τουλάχιστον μια φορά κατά τη διάρκεια των 12 μηνών θεραπείας.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Μελέτες στη θεραπεία ασθενών οι οποίοι δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία Η μελέτη 025 ήταν μια 9μηνη, ανοικτή μελέτη σε 12 ενήλικες ασθενείς (≥18 ετών) που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε ERT (ορίζεται ως μην έχοντας λάβει θεραπεία με ERT για τουλάχιστον 12 μήνες πριν από την εισαγωγή στη μελέτη). Η βελαγλουκεράση άλφα αρχικά χορηγήθηκε με τρόπο κλιμακωτά αυξανόμενων δόσεων στους 3 πρώτους ασθενείς (15, 30, 60 μονάδες/kg) και οι υπόλοιποι 9 ασθενείς ξεκίνησαν τη θεραπεία με 60 μονάδες/kg.
Κλινικά σημαντικές βελτιώσεις από τη βασική γραμμή παρατηρήθηκαν στη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και στον αριθμό των αιμοπεταλίων μόλις σε 3 μήνες και στον ηπατικό και τον σπληνικό όγκο στους 6 μήνες και στους 9 μήνες έπειτα από την έναρξη της θεραπείας με τη βελαγλουκεράση άλφα.
Δέκα ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη 025 εγγράφηκαν σε μια ανοικτή μελέτη παράτασης (025EXT), 8 εκ των οποίων ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Έπειτα από τουλάχιστον 12 μήνες συνεχούς θεραπείας με τη βελαγλουκεράση άλφα, όλοι οι ασθενείς πληρούσαν τις προϋποθέσεις να τους μειωθεί η δόση της βελαγλουκεράσης άλφα βαθμιαία από 60 σε 30 μονάδες/kg αφότου πέτυχαν τουλάχιστον 2 από τους 4 θεραπευτικούς στόχους ERT του «Έτους 1» για τη νόσο Gaucher τύπου 1. Οι ασθενείς έλαβαν δόσεις που κυμαίνονταν από 30 έως 60 μονάδες/kg (διάμεση δόση 35 μονάδες/kg) κάθε δεύτερη εβδομάδα για έως και 84 μήνες (7 χρόνια). Η διατηρούμενη κλινική δραστικότητα συνέχισε να καταδεικνύεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας όπως παρατηρήθηκε από βελτιώσεις στις συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης και στον αριθμό των αιμοπεταλίων και στον μειωμένο ηπατικό και σπληνικό όγκο.
Μέχρι το μήνα 57, 8 από τους 8 ασθενείς είχαν επιτύχει μείωση τουλάχιστον 2 βαθμών στη βαθμολογία επιβάρυνσης του μυελού των οστών (BMB) στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης όπως αξιολογήθηκε από μαγνητική τομογραφία. Βελτίωση από τη βασική γραμμή στα Z-scores της μέσης οστικής πυκνότητας (BMD) της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και του αυχένα του μηριαίου οστού το μήνα 24 (0,4, 95% Δ.Ε. 0,1, 0,7) και το μήνα 33 (0,4, 95% Δ.Ε. 0,2, 0,6), αντιστοίχως. Μετά από επτά χρόνια θεραπείας, η μέση αύξηση από τη βασική γραμμή στα Z-scores ήταν 0,7 (95% Δ.Ε. 0,4, 1,0) για την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και 0,5 (95% Δ.Ε. 0,2, 0,7) για τον αυχένα του μηριαίου οστού. Κανένας ασθενής δεν παρουσίασε επιδείνωση σύμφωνα με την ταξινόμηση του Π.Ο.Υ. για την οστική πυκνότητα σε σύγκριση με τη βασική γραμμή.
Η μελέτη 032 ήταν μια 12μηνη, τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, με παράλληλες ομάδες μελέτη αποτελεσματικότητας σε 25 ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε ERT (ορίζεται ως μην έχοντας λάβει θεραπεία με ERT για τουλάχιστον 30 μήνες πριν από την εισαγωγή στη μελέτη). Οι ασθενείς απαιτήθηκε να έχουν αναιμία που σχετίζεται με τη νόσο Gaucher και είτε θρομβοπενία είτε οργανομεγαλία. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν για να λάβουν τη βελαγλουκεράση άλφα σε δόση είτε 45 μονάδες/kg (N=13) ή 60 μονάδες/kg (N=12) κάθε δεύτερη εβδομάδα.
Η βελαγλουκεράση άλφα 60 μονάδες/kg χορηγούμενη ενδοφλεβίως κάθε δεύτερη εβδομάδα κατέδειξε κλινικά σημαντικές αυξήσεις από τη βασική γραμμή στη μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης (+2,4 g/dl) και στον αριθμό των αιμοπεταλίων (+50,9 x 109/l), ο ηπατικός όγκος μειώθηκε από 1,46 σε 1,22 φορές το φυσιολογικό (μέση μείωση 17%) και ο σπληνικός όγκος μειώθηκε από 14,0 σε 5,75 φορές το φυσιολογικό (μέση μείωση 50%). Σημαντικές αυξήσεις από τη βασική γραμμή παρατηρήθηκαν στην ομάδα δόσης 45 μονάδων/kg σε συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης (+2,4 g/dl) και στον αριθμό των αιμοπεταλίων (+40,9 x 109/l), ο ηπατικός όγκος μειώθηκε από 1,40 σε 1,24 φορές το φυσιολογικό (μέση μείωση 6%) και ο σπληνικός όγκος μειώθηκε από 14,5 σε 9,50 φορές το φυσιολογικό (μέση μείωση 40%).
Η μελέτη 039 ήταν μια 9μηνη, τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, μη κατωτερότητας, ελεγχόμενη με ενεργό συγκριτικό παράγοντα (ιμιγλουκεράση), με παράλληλες ομάδες μελέτη αποτελεσματικότητας σε 34 ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε ERT (ορίζεται ως μην έχοντας λάβει θεραπεία με ERT για τουλάχιστον 12 μήνες πριν από την εισαγωγή στη μελέτη). Οι ασθενείς απαιτήθηκε να έχουν αναιμία που σχετίζεται με τη νόσο Gaucher και είτε θρομβοπενία είτε οργανομεγαλία. Οι ασθενείς έλαβαν είτε 60 μονάδες/kg βελαγλουκεράσης άλφα (N=17) ή 60 μονάδες/kg ιμιγλουκεράση (N=17) κάθε δεύτερη εβδομάδα.
Η μέση απόλυτη αύξηση από τη βασική γραμμή στις συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης ήταν 1,624 g/dl (±0,223 Τ.Σ.) έπειτα από 9 μήνες θεραπείας με βελαγλουκεράση άλφα. Αυτή η αύξηση στη συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης φάνηκε ότι είναι κλινικά και στατιστικά μη κατώτερη της ιμιγλουκεράσης (μέση διαφορά αλλαγής μεταξύ θεραπειών από τη βασική γραμμή έως τους 9 μήνες [βελαγλουκεράση άλφα - ιμιγλουκεράση]: 0,135 g/dl). Δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ βελαγλουκεράσης άλφα και ιμιγλουκεράσης στις αλλαγές στον αριθμό των αιμοπεταλίων και στον ηπατικό και σπληνικό όγκο μετά από 9 μήνες θεραπείας με βελαγλουκεράση άλφα, και μέχρι την πρώτη απάντηση αιμοσφαιρίνης (ορίζεται ως 1 g/dl αύξηση από τη βασική γραμμή).
Μελέτη σε ασθενείς που μεταπηδούν από θεραπεία με ιμιγλουκεράση σε VPRIV Η μελέτη 034 ήταν μια 12μηνη, ανοικτή μελέτη ασφαλείας σε 40 ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω οι οποίοι είχαν λάβει θεραπεία με ιμιγλουκεράση σε δόσεις που κυμαίνονται από 15 έως 60 μονάδες/kg για τουλάχιστον 30 συνεχόμενους μήνες. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν μια σταθερή δόση ιμιγλουκεράσης για τουλάχιστον 6 μήνες πριν από την εγγραφή στη μελέτη. Η θεραπεία με τη βελαγλουκεράση άλφα χορηγήθηκε με τον ίδιο αριθμό μονάδων και σχήματος όπως και με τη δόση ιμιγλουκεράσης τους.
Η συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων εκτιμήθηκαν ως αλλαγές από τη βασική γραμμή, που ορίστηκε ως η λήξη της θεραπείας του ασθενούς με ιμιγλουκεράση.
Σε ασθενείς που μεταπήδησαν από την ιμιγλουκεράση σε βελαγλουκεράση άλφα, οι συγκεντρώσεις αιμοσφαιρίνης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων παρέμειναν σε θεραπευτικά επίπεδα κατά τη διάρκεια 12 μηνών θεραπείας.
Η μελέτη 058 ήταν μια ανοικτή μελέτη κλινικής ασφαλείας σε 211 ασθενείς συμπεριλαμβάνοντας 205 ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ιμιγλουκεράση, 6 ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία και 57 ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή άνω (56/57 είχαν μεταπηδήσει από ιμιγλουκεράση σε βελαγλουκεράση άλφα). Σε ασθενείς που μεταπήδησαν από ιμιγλουκεράση χορηγήθηκαν εγχύσεις βελαγλουκεράσης άλφα κάθε δεύτερη εβδομάδα στον ίδιο αριθμό μονάδων όπως με την ιμιγλουκεράση εντός του εύρους των 15 έως 60 μονάδων/kg. Σε ασθενείς που μεταπήδησαν από δόση <15 μονάδων/kg ιμιγλουκεράση χορηγήθηκε δόση βελαγλουκεράσης άλφα των 15 μονάδων/kg.
Οι ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ιμιγλουκεράση έλαβαν διάμεσο αριθμό 8 εγχύσεων με βελαγλουκεράση άλφα με διάμεση διάρκεια θεραπείας 15,1 εβδομάδες. Το προφίλ ασφαλείας σε αυτούς τους ασθενείς ήταν παρόμοιο με εκείνο που παρατηρήθηκε σε άλλες κλινικές μελέτες. Μόνο 1 από τους 163 ασθενείς που αξιολογήθηκαν ανέπτυξε αντισώματα αντι-βελαγλουκεράσης άλφα κατά τη διάρκεια της μελέτης.
Η μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης και ο αριθμός των αιμοπεταλίων των ασθενών που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ιμιγλουκεράση διατηρήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης και παρέμειναν εντός των διαστημάτων αναφοράς.
Μελέτη παράτασης 044 Συνολικά 95 ασθενείς (73 ενήλικες και 22 παιδιατρικοί) που συμμετείχαν στις μελέτες 032, 034, και 039 εγγράφηκαν στην ανοικτή μελέτη παράτασης και τους χορηγήθηκε η βελαγλουκεράση άλφα. Οι 57 ασθενείς δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν για τουλάχιστον 2 χρόνια ERT και παρακολουθήθηκαν για κατά μέσο όρο 4,5 έτη (ελάχιστο 2,3 έτη, μέγιστο 5,8 έτη).
Σε αυτή τη μελέτη, αξιολογήθηκε η συγκέντρωση της αιμοσφαιρίνης, ο αριθμός των αιμοπεταλίων, ο ηπατικός όγκος και ο σπληνικός όγκος σε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία μετά από 24 μήνες από τη θεραπεία. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2: Αποτελέσματα στους 24 μήνες - αλλαγή από τη βασική γραμμή - πληθυσμός ΙΤΤ μελέτης 044
| Κλινικές παράμετροι | Συνολική ομάδα βελαγλουκεράσης άλφα (N=39) Μέση αλλαγή από τη βασική γραμμή (95% Δ.Ε.) | Ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ιμιγλουκεράση για 9 μήνες και κατόπιν βελαγλουκεράση άλφα για 15 μήνες (Ν=16) Μέση αλλαγή από τη βασική γραμμή (95% Δ.Ε.) | Ασθενείς που μεταπήδησαν από μακροχρόνια θεραπεία με ιμιγλουκεράση σε βελαγλουκεράση άλφα (Ν=38) Μέση αλλαγή από τη βασική γραμμή (95% Δ.Ε.) |
|---|---|---|---|
| Συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης (g/dL) | 2,75 (2,28, 3,22) | 2,00 (1,25, 2,75) | -0,05 (-0,34, 0,25) |
| Αριθμός αιμοπεταλίων (x 109/L) | 87,85 (72,69, 103,00) | 160,94 (117,22, 204,66) | 9,03 (-2,60, 20,66) |
| Κανονικοποιημένος ηπατικός όγκος* (% του σωματικού βάρους) | -1,21 (-1,50, -0,91) | -1,69 (-2,16, -1,21) | -0,03 (-0,10, 0,05) |
| Κανονικοποιημένος σπληνικός όγκος* (% του σωματικού βάρους)§ | -2,66 (-3,50, -1,82) | -3,63 (-7,25, - 0,02) | -0,11 (-0,19, -0,03) |
§Αποκλείει ασθενείς με σπληνεκτομή. N=30, 6 και 34 για τις 3 παραπάνω ομάδες. *Ο ηπατικός και ο σπληνικός όγκος είναι κανονικοποιημένοι ως ποσοστό του σωματικού βάρους. Ο φυσιολογικός σπλήνας ορίζεται ως το 0,2% του σωματικού βάρους. Το φυσιολογικό ήπαρ ορίζεται ως το 2,5% του σωματικού βάρους Σημείωση: Καταλογισμός εφαρμόστηκε σε διακοπτόμενα ελλιπή δεδομένα.
Σε αυτή τη μελέτη, η BMD αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας απορροφησιομετρία ακτίνων Χ διπλής ενέργειας της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και του αυχένα του μηριαίου οστού. Μεταξύ 31 ενηλίκων ασθενών που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία με βελαγλουκεράση άλφα, η μέση βαθμολογία BMD Z της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης στη βασική γραμμή ήταν -1,820 (95% Δ.Ε.: -2,21, -1,43) και αυξήθηκε κατά 0,62 (95% Δ.Ε.: 0,39, 0,84) από τη βασική γραμμή έπειτα από 24 μήνες θεραπείας με βελαγλουκεράση άλφα. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία, οι οποίοι έλαβαν ιμιγλουκεράση για 9 μήνες και κατόπιν βελαγλουκεράση άλφα για 15 μήνες. Σε ασθενείς οι οποίοι μεταπήδησαν από μακροχρόνια ιμιγλουκεράση σε βελαγλουκεράση άλφα, η BMD της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης διατηρήθηκε στους 24 μήνες. Σε αντίθεση, καμία σημαντική αλλαγή δεν παρατηρήθηκε στη BMD του αυχένα του μηριαίου οστού.
Στον παιδιατρικό πληθυσμό (μελετήθηκαν ηλικίες μεταξύ 4 έως 17 ετών), αυξήσεις στη μέση βαθμολογία Ζ για ύψος παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια 60 μηνών θεραπείας στο συνολικό πληθυσμό που δεν είχε υποβληθεί προηγουμένως σε θεραπεία, υποδηλώνοντας ευεργετική επίδραση θεραπείας με τη βελαγλουκεράση άλφα σε γραμμική ανάπτυξη. Παρόμοιες επιδράσεις θεραπείας παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια 48 μηνών στον παιδιατρικό πληθυσμό που έλαβε ιμιγλουκεράση για 9 μήνες και κατόπιν βελαγλουκεράση άλφα. Παιδιατρικά υποκείμενα που μεταπήδησαν από μακροχρόνια ιμιγλουκεράση σε βελαγλουκεράση άλφα στη μελέτη 034 είχαν υψηλότερες μέσες βαθμολογίες Ζ για ύψος στη βασική γραμμή και αυτές οι μέσες βαθμολογίες Ζ για ύψος παρέμειναν σταθερές με την πάροδο του χρόνου.
Αυτές οι επιδράσεις θεραπείας στην αιμοσφαιρίνη, στον αριθμό των αιμοπεταλίων, τους όγκους οργάνων, στη μέση οστική πυκνότητα και στο ύψος διατηρήθηκαν μέχρι τη λήξη της μελέτης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η χρήση στην ηλικιακή ομάδα 4 έως 17 υποστηρίζεται από αποδείξεις προερχόμενες από μελέτες σε ενήλικες και παιδιατρικούς [20 από 94 (21%)] ασθενείς. Τα προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας ήταν παρόμοια μεταξύ παιδιατρικών και ενήλικων ασθενών. Οι μελέτες επέτρεψαν την ένταξη ασθενών 2 ετών και μεγαλύτερων και τα προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας αναμένεται να είναι παρόμοια μέχρι την ηλικία των 2 ετών. Ωστόσο, δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών. Η επίδραση στο ύψος αξιολογήθηκε στη μελέτη 044 (βλ. Φαρμακοδυναμικές, μελέτη παράτασης 044).
Η μελέτη HGT-GCB-068 φάσης I/II διεξήχθη για τη διερεύνηση της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας της ERT με βελαγλουκεράση άλφα σε παιδιατρικούς ασθενείς και εφήβους ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 3 οι οποίοι δεν έχουν λάβει προηγούμενη θεραπευτική αγωγή. Αυτή ήταν μια πολυκεντρική, ανοιχτή μελέτη στην οποία χορηγήθηκαν 60 U/kg βελαγλουκεράσης άλφα με ενδοφλέβια έγχυση κάθε δεύτερη εβδομάδα (EOW) για χρονικό διάστημα 12 μηνών σε 6 ασθενείς (ηλικίας 2 έως 17 ετών κατά την ένταξη) με επιβεβαιωμένη διάγνωση νόσου Gaucher τύπου 3.
Σε αυτή τη μικρή, διερευνητική μελέτη, τα μη νευρολογικά ευρήματα αποτελεσματικότητας και το προφίλ ασφάλειας της ενδοφλέβιας βελαγλουκεράσης άλφα σε ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 3 ήταν σύμφωνα με εκείνα που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με νόσο Gaucher τύπου 1. Δεν υπήρξε καμία ένδειξη σημαντικών βελτιώσεων των νευρολογικών εκδηλώσεων της νόσου Gaucher τύπου 3, εκτός από έναν ασθενή στην παρούσα μελέτη.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το VPRIV σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού με τη νόσο Gaucher τύπου 2 (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-VPRIV
expand_more
Φαρμακοκινητική
Δεν υπήρχαν εμφανείς φαρμακοκινητικές διαφορές μεταξύ αντρών και γυναικών ασθενών με νόσο Gaucher τύπου 1. Κανένα από τα άτομα στις φαρμακοκινητικές μελέτες δεν ήταν θετικό για αντισώματα αντι-βελαγλουκεράσης άλφα τις ημέρες της φαρμακοκινητικής αξιολόγησης. Επομένως, δεν ήταν δυνατόν να αξιολογηθεί η επίδραση της αντισωμικής απόκρισης στο φαρμακοκινητικό προφίλ της βελαγλουκεράσης άλφα.
Απορρόφηση
Οι συγκεντρώσεις βελαγλουκεράσης άλφα στον ορό αυξήθηκαν ταχέως για τα πρώτα 20 λεπτά της 60λεπτης έγχυσης πριν από την οριζοντίωση, και η Cmax επιτεύχθηκε τυπικά μεταξύ 40 και 60 λεπτών μετά την έναρξη της έγχυσης. Μετά τη λήξη της έγχυσης, οι συγκεντρώσεις βελαγλουκεράσης άλφα στον ορό έπεσαν ταχέως σε μία ή δύο φάσεις με μέση t1/2 να κυμαίνεται από 5 έως 12 λεπτά στις δόσεις των 15, 30, 45, και 60 μονάδων/kg.
Κατανομή
Η βελαγλουκεράση άλφα παρουσίασε ένα κατά προσέγγιση γραμμικό (δηλ. πρώτης τάξης) φαρμακοκινητικό προφίλ, και Cmax και AUC αυξημένες κατά προσέγγιση ανάλογα με τη δόση σε εύρος δόσης 15 έως 60 μονάδες/kg. Ο όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης ήταν περίπου 10% του σωματικού βάρους. Η υψηλή κάθαρση της βελαγλουκεράσης άλφα από τον ορό (μέση 6,7 έως 7,6 ml/min/kg) είναι σύμφωνη με την ταχεία πρόσληψη της βελαγλουκεράσης άλφα εντός των μακροφάγων μέσω υποδοχέων μαννόζης.
Αποβολή
Το εύρος της κάθαρσης της βελαγλουκεράσης άλφα σε παιδιατρικούς ασθενείς (Ν=7, εύρος ηλικίας 4 έως 17 ετών) περιεχόταν εντός του εύρους των τιμών κάθαρσης σε ενήλικες ασθενείς (Ν=15, εύρος ηλικίας 19 έως 62 ετών).
ΕΟΦ · 10.5
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
expand_more
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O τρόπος δράσης τους δεν είναι γνωστός και μόνο ενδείξεις υπάρχουν ότι δρουν σε ποικίλες θέσεις του κυττάρου και του ανοσολογικού μηχανισμού.
H δράση του χρυσού (αουρανοφίνη) στη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αινιγματική, ενώ έχουν διαπιστωθεί αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα και επιδράσεις στο ανοσολογικό σύστημα και τη βιολογία του κυττάρου. Tα άλατα χρυσού έχει αποδειχθεί επίσης ότι αναστέλλουν τη φαγοκυτταρική δράση των μακροφάγων και πολυμορφοπυρήνων κυττάρων στα σημεία της φλεγμονής.
O τρόπος δράσης της D-πενικιλλαμίνης (χηλικός παράγοντας) είναι επίσης άγνωστος. Ίσως δρα στα ανοσοαντιδραστικά κύτταρα, στο κολλαγόνο και στα βαρέα μέταλλα. Δεν είναι κυτταροτοξικό ούτε και αντιφλεγμονώδες. Ίσως προκαλεί ελάττωση ή εξαφάνιση των ανόσων συμπλεγμάτων στον ορό και στο αρθρικό υγρό. Tο ανθελονοσιακό υδροξυχλωροκίνη ίσως συνδέεται με το δεσοξυριβοπυρηνικό οξύ και παρεμποδίζει τον πολυμερισμό του, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ανοσοκατασταλτικής δράσης καθώς και επίδρασης σε διάφορες θειοομάδες (θειοϋδρυλικό δισουλφίδιο). Tο φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι σταθεροποιεί επίσης τη μεμβράνη των λυσοσωματίων και έτσι μειώνεται η απελευθέρωση των κινινών (ισταμίνη, σεροτονίνη).
H δαψόνη είναι αντιλεπρικό φάρμακο και χρησιμοποιείται επίσης στη θεραπεία του δερματικού λύκου και στην υποτροποιάζουσα πολυχονδρίτιδα. Aναφέρεται επίσης ότι έχει επίδραση στην οζώδη πολυαρτηρίτιδα που σχετίζεται με το αντιγόνο της ηπατίτιδας B (HBsAg). Δρα μέσω σταθεροποιήσεως των λυσοσωματίων και έχει ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες. Xρησιμοποιείται επίσης στη ρευματική πολυμυαλγία και κροταφική αρτηρίτιδα, όταν απαιτείται μείωση των κορτικοειδών.
H λεβαμιζόλη ασκεί ανοσοδιεγερτικό αποτέλεσμα. Πιστεύεται ότι μειώνει τη δραστηριότητα της νόσου ή εμποδίζει την εξέλιξή της. Δρα πιθανώς στα T-κύτταρα και μακροφάγα με αποτέλεσμα να “επιδιορθώνει” το ανοσολογικό σύστημα. H μεγάλη ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ της λεβαμιζόλης και των ορμονών του θύμου ενισχύει την άποψη ότι το φάρμακο μιμείται τους φυσιολογικούς ρυθμιστές της ανοσολογικής απάντησης.
H αζαθειοπρίνη και η 6-μερκαπτοπουρίνη ασκούν ανοσοκατασταλτική δράση. Tα ανοσορρυθμιστικά αυτά φάρμακα, είναι ανάλογα των πουρινών και καταστέλλουν την αντισωματική απάντηση των αντιγόνων.
H μεθοτρεξάτη είναι αντιμεταβολίτης με ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
H κυκλοφωσφαμίδ είναι ένας αλκυλιούντας παράγοντας, δρα στη φάση S του κυτταρικού κύκλου και αδρανοποιεί ταχέως τα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται. Tο φάρμακο ελαττώνει την παραγωγή των αντισωμάτων. Kαταστέλλει την κυτταρική και χυμική ανοσία και έχει επίσης μερικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Παρόμοιες κυτταροτοξικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες εμφανίζει επίσης και ένας άλλος αλκυλιούντας παράγοντας, η χλωραμβουκίλη.
H δράση των παραπάνω φαρμάκων δεν περιορίζεται μόνο σε μια νόσο (π.χ. τη ρευματοειδή αρθρίτιδα), αλλά σε πολλά άλλα νοσήματα: π.χ. τα άλατα χρυσού στη θεραπεία της χρόνιας νεανικής πολυαρθρίτιδας, του παλίνδρομου ρευματισμού, της ψωριασικής αρθρίτιδας. Η υδροξυχλωροκίνη στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, η D-πενικιλλαμίνη, η λεβαμιζόλη και τα ανοσοκατασταλτικά σε σειρά επίσης νοσημάτων.
Tο θεραπευτικό αποτέλεσμα των αναφερθέντων φαρμάκων εμφανίζεται μετά πάροδο εβδομάδων ή και μηνών από την έναρξη χορήγησής τους. Eκτός από τα αρθρικά συμπτώματα βελτιώνουν και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα επηρεάζουν βασικές ανοσολογικές παραμέτρους, όπως τον ρευματοειδή παράγοντα και τις οστικές βλάβες.
H χορήγηση των φαρμάκων αυτών ενδείκνυται όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή παρουσιάζει σαφή σημεία επιδείνωσης. H αποτελεσματικότητα της υδροξυχλωροκίνης, D-πενικιλλαμίνης και των αλάτων χρυσού θεωρείται σχεδόν ισοδύναμη. Σε περιπτώσεις που τα τελευταία αυτά φάρμακα αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες που επιβάλλουν τη διακοπή τους, τότε μπορούν να χορηγηθούν ανοσοκατασταλτικά ή ανοσοδιεγερτικά.
H αζαθειοπρίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, η χλωραμβουκίλη και η μεθοτρεξάτη χορηγούνται και σε σειρά άλλων νοσημάτων. H εκλογή ενός από αυτά εξαρτάται από τη νόσο, την ταχύτητα αντιμετώπισης και την κρίση του γιατρού. Για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα η εκλογή είναι δύσκολη, ενώ για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο με νεφρική κυρίως συμμετοχή η εκλογή είναι μεταξύ αζαθειοπρίνης και κυκλοφωσφαμίδης. Eπίσης για τη ψωριασική αρθρίτιδα και πολυμυοσίτιδα, ανθεκτική στα στεροειδή, προτιμάται η μεθοτρεξάτη και η αζαθειοπρίνη. Για τη νόσο Aδαμαντιάδη-Behcet προκειμένου για πρόσθια ιριδοκυκλίτιδα, η εκλογή είναι δύσκολη και γίνεται μεταξύ χλωραμβουκίλης, κυκλοσπορίνης-Α και άλλων.
H χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων επιβάλλεται, εκτός από τις ειδικές ενδείξεις, και για τη μείωση της δόσης των κορτικοστεροειδών, εκεί που η χορήγησή τους είναι επιβεβλημένη. Eίναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε την προσοχή που απαιτείται μετά τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών εξαιτίας των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το αίμα, τους οφθαλμούς και άλλα όργανα. Tο είδος, η συχνότητα και η σοβαρότητά τους επιβάλλουν συχνή κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση των αρρώστων. Να σημειωθεί ότι η μεθοτρεξάτη και η κυκλοσπορίνη εμφανίζουν ηπιότερες παρενέργειες από εκείνες που παρατηρούνται σε άλλες ενδείξεις χορήγησής τους ίσως λόγω των μικροτέρων δόσεων που δίδονται στις ρευματικές παθήσεις.
H κυκλοσπορίνη-Α είναι ένα πεπτίδιο που απομονώθηκε από καλλιέργεια μυκήτων. Tο φάρμακο έχει πολύ ισχυρές ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες και πολύ ειδική ανοσοκατασταλτική δράση, ιδιαίτερα στη θεραπεία των ασθενών που υφίστανται μεταμόσχευση οργάνων. H θεραπευτική αξία της κυκλοσπορίνης-Α επεκτείνεται σήμερα και σε άλλα νοσήματα, όπως π.χ. είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση, το νεφρωσικό σύνδρομο και τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Oι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της δεν είναι πλήρως διευκρινισμένοι. O κύριος τρόπος δράσης της κυκλοσπορίνης-Α είναι η αναστολή της παραγωγής των κυτταροκινών που εμπλέκονται στη ρύθμιση της ενεργοποίησης των T-λεμφοκυττάρων.
H λεφλουνομίδη είναι εκλεκτικός ανοσοκατασταλτικός παράγοντας, τροποποιητικός της πορείας της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με ιδιότητες ανασταλτικές του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της φλεγμονής. Ο κυριότερος μεταβολίτης της είναι ο A77 1726 που αναστέλλει το ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση και το κυτόχρωμα CYP 2C9. Εξαιτίας των κινδύνων της χορήγησης του φαρμάκου, αυτή θα πρέπει να γίνεται από γιατρούς έμπειρους στη θεραπευτική αγωγή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ύστερα από στάθμιση του αναμενόμενου οφέλους με τους κινδύνους.
H ινφλιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα που στρέφεται έναντι του παράγοντα νεκρώσεως του όγκου. Έχει εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της νόσου Crohn σε άτομα ανθεκτικά στη συμβατική θεραπεία των παθήσεων αυτών. Η χρήση του συνιστάται να γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό.
H σουλφασαλαζίνη και το ένα από τα συστατικά του μορίου του, το 5-αμινοσαλικυλικό οξύ, έχουν μερικές φαρμακολογικές δράσεις που ομοιάζουν με τα MΣAΦ, καθώς και με τα τροποποιητικά της νόσου φάρμακα. Ωστόσο δεν υπάρχει συμφωνία αν η δράση του οφείλεται στο ακέραιο φάρμακο ή σε ένα από τα συστατικά του.
Oι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συχνές κυρίως από το δέρμα, ήπαρ, πεπτικό και αίμα. Xορηγείται κυρίως στις εντεροπαθητικές, στις οροαρνητικές σπονδυλαρθροπάθειες και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η λεφλουναμίδη είναι ένας αναστολέας σύνθεσης πυριμιδίνης που ενδείκνυται σε ενήλικες για τη θεραπεία της ενεργού ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ΡΑ). Η ΡΑ είναι μια αυτοάνοση νόσος που χαρακτηρίζεται από υψηλή δραστηριότητα Τ-κυττάρων. Τα Τ-κύτταρα έχουν δύο μονοπάτια για τη σύνθεση πυριμιδινών: τα μονοπάτια διάσωσης και τη σύνθεση de novo. Σε ηρεμία, οι Τ-λεμφοκύτταροι καλύπτουν τις μεταβολικές τους ανάγκες μέσω του μονοπατιού διάσωσης. Τα ενεργοποιημένα λεμφοκύτταρα χρειάζεται να αυξήσουν την πυριμιδινική τους δεξαμενή 7- έως 8-πλάσια, ενώ η δεξαμενή πουρινών αυξάνεται μόνο 2- έως 3-πλάσια. Για να καλυφθεί η ανάγκη για περισσότερες πυριμιδίνες, τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα χρησιμοποιούν το μονοπάτι de novo για τη σύνθεση πυριμιδινών. Επομένως, τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα, τα οποία εξαρτώνται από τη σύνθεση πυριμιδινών de novo, θα επηρεαστούν περισσότερο από την αναστολή της διυδροοροτικός δεϋδρογονάσης από τη λεφλουναμίδη σε σύγκριση με άλλους τύπους κυττάρων που χρησιμοποιούν το μονοπάτι διάσωσης της σύνθεσης πυριμιδινών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η λεφλουναμίδη είναι ένα προφάρμακο που μεταβολίζεται ταχέως και σχεδόν πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση στον φαρμακολογικά ενεργό μεταβολίτη της, A77 1726. Αυτός ο μεταβολίτης είναι υπεύθυνος για ουσιαστικά όλη τη δράση του φαρμάκου in vivo. Ο μηχανισμός δράσης της λεφλουναμίδης δεν έχει προσδιοριστεί πλήρως, αλλά φαίνεται να περιλαμβάνει κυρίως τη ρύθμιση των αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων. Έχει προταθεί ότι η λεφλουναμίδη ασκεί τις ανοσορυθμιστικές της επιδράσεις αποτρέποντας την επέκταση των ενεργοποιημένων αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων μέσω παρεμβολών στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου. Δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι η λεφλουναμίδη παρεμβαίνει στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου αναστέλλοντας τη διυδροοροτικός δεϋδρογονάση (ένα μιτοχονδριακό ένζυμο που εμπλέκεται στη σύνθεση ριβονουκλεοτιδίου ουριδίνης μονοφωσφορικής (rUMP) de novo) και έχει αντι-πολλαπλασιαστική δραστηριότητα. Η ανθρώπινη διυδροοροτικός δεϋδρογονάση αποτελείται από 2 τομείς: έναν τομέα α/β-barrel που περιέχει την ενεργό θέση και έναν τομέα α-ελικοειδή που σχηματίζει μια σήραγγα που οδηγεί στην ενεργό θέση. Το A77 1726 συνδέεται στην υδρόφοβη σήραγγα σε μια θέση κοντά στη φλαβίνη μονονουκλεοτιδίου. Η αναστολή της διυδροοροτικός δεϋδρογονάσης από το A77 1726 αποτρέπει την παραγωγή rUMP μέσω του μονοπατιού de novo· τέτοια αναστολή οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα rUMP, μειωμένη σύνθεση DNA και RNA, αναστολή του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και κυτταρική διακοπή φάσης G1. Μέσω αυτής της δράσης, η λεφλουναμίδη αναστέλλει τον αυτοάνοσο πολλαπλασιασμό Τ-κυττάρων και την παραγωγή αυτοαντισωμάτων από Β-κύτταρα. Δεδομένου ότι τα μονοπάτια διάσωσης αναμένεται να υποστηρίζουν τα κύτταρα που έχουν σταματήσει στη φάση G1, η δράση της λεφλουναμίδης είναι κυτταροστατική παρά κυτταροτοξική. Άλλες επιδράσεις που προκύπτουν από τα μειωμένα επίπεδα rUMP περιλαμβάνουν παρεμβολές στην πρόσφυση των ενεργοποιημένων λεμφοκυττάρων στα κυτταρικά ενδοθηλιακά αγγεία του αρθρικού υμένα και αυξημένη σύνθεση ανοσοκατασταλτικών κυτοκινών όπως ο μετασχηματιστικός αυξητικός παράγοντας-β (TGF-β). Η λεφλουναμίδη είναι επίσης αναστολέας τυροσινικής κινάσης. Οι τυροσινικές κινάσες ενεργοποιούν οδούς σηματοδότησης που οδηγούν σε επιδιόρθωση DNA, απόπτωση και κυτταρικό πολλαπλασιασμό. Η αναστολή των τυροσινικών κινασών μπορεί να βοηθήσει στη θεραπεία του καρκίνου αποτρέποντας την επιδιόρθωση των καρκινικών κυττάρων.
Η λεφλουναμίδη εμφανίζει αντιφλεγμονώδη δράση αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση-2 (COX-2).
Έχει προταθεί ότι η λεφλουναμίδη ασκεί τις ανοσορυθμιστικές της επιδράσεις αποτρέποντας την επέκταση των ενεργοποιημένων αυτοάνοσων λεμφοκυττάρων μέσω παρεμβολών στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου. … Δεδομένα in vitro υποδεικνύουν ότι η λεφλουναμίδη παρεμβαίνει στην πρόοδο του κυτταρικού κύκλου αναστέλλοντας το μιτοχονδριακό ένζυμο διυδροοροτικός δεϋδρογονάση· υπάρχουν επίσης ενδείξεις in vitro ότι το φάρμακο αναστέλλει τη δραστηριότητα της πρωτεϊνικής τυροσινικής κινάσης σε διαιρούμενα κύτταρα και εμφανίζει άλλες επιδράσεις που μπορεί να συμβάλλουν στην ανοσορυθμιστική της δράση.
… Σε αυτή τη μελέτη, εξετάσαμε την επίδραση του A771726 /ενεργός μεταβολίτης της λεφλουναμίδης/ στον σχηματισμό οστεοκλαστικών κυττάρων και στη δραστηριότητα απορρόφησης οστών in vitro, χρησιμοποιώντας καλλιέργειες προγονικών οστεοκλαστικών κυττάρων που προέρχονται από μυελό και καθαρισμένα λειτουργικά ώριμα οστεοκλαστικά κύτταρα, και στη συνέχεια αποσαφηνίσαμε τον μοριακό μηχανισμό δράσης της επίδρασης του A771726 στα οστεοκλαστικά κύτταρα. Το A771726 ανέστειλε τον σχηματισμό οστεοκλαστικών κυττάρων από προγονικά οστεοκλαστικά κύτταρα εξαρτώμενα από τον παράγοντα διέγερσης αποικιών μακροφάγων (M-CSF) παρουσία του υποδοχέα ενεργοποιητή του πυρηνικού παράγοντα κ-B (NF-kappaB) ligand (RANKL), χωρίς παρουσία άλλων τύπων κυττάρων, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, παρόμοια με την αναστολή σε καλλιέργειες μη ταξινομημένων κυττάρων μυελού των οστών. Επιπλέον, το A771726 κατέστειλε την οστική απορρόφηση από απομονωμένα ώριμα οστεοκλαστικά κύτταρα. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το A771726 ανέστειλε άμεσα και εγγενώς τη διαφοροποίηση και τη λειτουργία των κυτταρικών σειρών των οστεοκλαστικών κυττάρων χωρίς καμία διαμεσολάβηση από άλλα κύτταρα. Η αναστολή από το A771726 δεν αποκαταστάθηκε με την ταυτόχρονη προσθήκη ουριδίνης και μπορεί να είναι ανεξάρτητη από την αναστολή της ενεργοποίησης του NF-kappaB και τη φωσφορυλίωση τυροσίνης των πρωτεϊνών. Έτσι, η λεφλουναμίδη, μέσω του ενεργού μεταβολίτη της, έχει τη δυνατότητα να αποτρέψει την απώλεια οστικής μάζας αναστέλλοντας άμεσα την οστεοκλαστογένεση και τη λειτουργία των οστεοκλαστικών κυττάρων. Αυτή η αναστολή υποδηλώνει έναν νέο μηχανισμό για τη λεφλουναμίδη στην επιβράδυνση της καταστροφής των αρθρώσεων που παρατηρείται σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: Καλά απορροφάται, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα εμφανίζονται 6-12 ώρες μετά τη χορήγηση.
- Μεταβολισμός: Ο ενεργός μεταβολίτης (A77 1726) σχηματίζεται ταχέως στον γαστρεντερικό βλεννογόνο και στο ήπαρ μετά από από του στόματος χορήγηση.
- Κατανομή: Ο μεταβολίτης M1 έχει χαμηλό όγκο κατανομής (Vss = 0.13 L/kg) και δεσμεύεται εκτενώς (>99.3%) στην αλβουμίνη σε υγιείς εθελοντές. Η δέσμευση πρωτεϊνών έχει αποδειχθεί γραμμική σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις. Το ελεύθερο κλάσμα του M1 είναι ελαφρώς υψηλότερο σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα και διπλασιάζεται περίπου σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
- Απέκκριση: Ο ενεργός μεταβολίτης απεκκρίνεται μέσω περαιτέρω μεταβολισμού και επακόλουθης νεφρικής απέκκρισης, καθώς και μέσω άμεσης χολικής απέκκρισης. Σε μια μελέτη απέκκρισης φαρμάκου 28 ημερών (n=3) με μία δόση σημασμένης ραδιοισοτόπου ουσίας, περίπου το 43% της συνολικής ραδιοδραστικότητας απεκκρίθηκε στα ούρα και το 48% στα κόπρανα.
- Γαλακτοπαραγωγή: Δεν είναι γνωστό εάν η λεφλουναμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα και υπάρχει πιθανότητα σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη από τη λεφλουναμίδη.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για τη LEFLUNOMIDE (8 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα καταχώρησης HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
99.3%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
- Κύριος τόπος: Κυρίως ηπατικός. Η λεφλουναμίδη μετατρέπεται στην ενεργό της μορφή μετά από λήψη από το στόμα.
- Μεταβολίτες: Η λεφλουναμίδη μεταβολίζεται σε M1 και άλλους μικρότερους ενεργούς μεταβολίτες. Ένας ενεργός μεταβολίτης, η 4-τριφθορομεθυλανιλίνη, ανιχνεύεται στο πλάσμα σε χαμηλές συγκεντρώσεις.
- Μηχανισμός: Αν και η ακριβής θέση του μεταβολισμού της λεφλουναμίδης είναι άγνωστη, έχει προταθεί ότι το γαστρεντερικό τοίχωμα και το ήπαρ παίζουν ρόλο στον μεταβολισμό.
Ο 3-μη υποκατεστημένος ισοξαζολικός δακτύλιος στο αντιφλεγμονώδες φάρμακο λεφλουναμίδη υφίσταται μια μοναδική διάσπαση δεσμού N-O στον ενεργό α-κυανοενολικό μεταβολίτη A771726, ο οποίος βρίσκεται στην ίδια κατάσταση οξείδωσης με το μητρικό μόριο. Μελέτες in vitro διεξήχθησαν για να χαρακτηριστούν τα ένζυμα που είναι υπεύθυνα για το άνοιγμα του δακτυλίου και για να αποκτηθεί κατανόηση του μηχανισμού του ανοίγματος του δακτυλίου. … Παρόλο που ο σχηματισμός A771726 σε μικροσωμάτια ανθρώπινου ήπατος ή ανασυνδυασμένο p4501A2 απαιτούσε NADPH, ο σχηματισμός του μειώθηκε σημαντικά από οξυγόνο ή μονοξείδιο του άνθρακα, υποδεικνύοντας ότι το άνοιγμα του ισοξαζολικού δακτυλίου καταλυόταν από τη μορφή p450Fe(II) του ενζύμου. Προτείνεται ένας μηχανισμός για τη διάσπαση του δακτυλίου που μεσολαβείται από p450, στον οποίο το άζωτο ή το οξυγόνο του ισοξαζολικού δακτυλίου συντονίζεται με την αναγμένη μορφή του αίματος ακολουθούμενη από μεταφορά φορτίου από το p450Fe(II) στον δεσμό C=N ή αποπρωτονίωση του C3-H, η οποία οδηγεί σε διάσπαση του δεσμού N-O.
Η λεφλουναμίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την (E)-3-Υδροξυ-2-μεθανιμιδοϋλ-N-[4-(τριφθορομεθυλ)φαινυλ]βουτ-2-εναμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 2 εβδομάδες
- Χρόνος Ημίσειας Ζωής (Μεταβολίτης M1): 2 εβδομάδες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς Ενζύμων: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Ανοσοκατασταλτικά: Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω διαφόρων μηχανισμών δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
- Κωδικός FDA: G162GK9U4W
- Όνομα Φαρμάκου: LEFLUNOMIDE
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC]: Αντιρρευματικό Φάρμακο
- Περιγραφή: Η λεφλουναμίδη είναι ένα αντιρρευματικό φάρμακο.
- Συντομογραφία: LEFLUNOMIDE
- Κατηγορία: Αντιρρευματικό Φάρμακο [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 L04AA13ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
- Διαγνωσμένη ΨΑ — έναρξη θεραπείας
- Χωρίς προηγούμενη αποτυχία csDMARD
Δοσολογία: 10–20 mg/ημέρα PO · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 L04AA13ΒΗΜΑ 1 — Αρχική αγωγή με csDMARD ως μονοθεραπεία
- Διαγνωσμένη ΡΑ — έναρξη θεραπείας
Δοσολογία: 20 mg/ημέρα PO · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς Ενζύμων: Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Ανοσοκατασταλτικά: Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω διαφόρων μηχανισμών δράσης. Τα κλασικά κυτταροτοξικά ανοσοκατασταλτικά δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλα μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που αφορούν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.