IPILIMUMAB
Ιπιλιμουμάμπη
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-YERVOY
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Κάθε 3 εβδομάδες (για επαγωγή), μετά κάθε 2, 3, 4 ή 6 εβδομάδες (ανάλογα το σχήμα)
- Δόση έναρξης: 3 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Δεν συνιστάται κλιμάκωση ή μείωση της δόσης.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών)Δόση3 mg/kg ipilimumabΩς μονοθεραπεία για μελάνωμα, κάθε 3 εβδομάδες για 4 δόσεις, ενδοφλεβίως σε 90 λεπτά.
-
ΕνήλικεςΔόση3 mg/kg ipilimumab + 1 mg/kg nivolumabΓια μελάνωμα, κάθε 3 εβδομάδες για 4 δόσεις, ενδοφλεβίως. Ακολουθεί μονοθεραπεία nivolumab (240 mg κάθε 2 εβδομάδες ή 480 mg κάθε 4 εβδομάδες).
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg/kg ipilimumab + 3 mg/kg nivolumabΓια καρκίνωμα νεφρών, κάθε 3 εβδομάδες για 4 δόσεις, ενδοφλεβίως. Ακολουθεί μονοθεραπεία nivolumab (240 mg κάθε 2 εβδομάδες ή 480 mg κάθε 4 εβδομάδες).
-
ΕνήλικεςΔόση1 mg/kg ipilimumab + 360 mg nivolumab + πλατινούχο χημειοθεραπείαΓια μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Ipilimumab κάθε 6 εβδομάδες, nivolumab κάθε 3 εβδομάδες, χημειοθεραπεία κάθε 3 εβδομάδες (για 2 κύκλους). Μετά: Ipilimumab 1 mg/kg κάθε 6 εβδομάδες + Nivolumab 360 mg κάθε 3 εβδομάδες.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<12 ετών)Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Δεν είναι απαραίτητη ειδική αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (Ήπια έως μέτρια)Δεν είναι απαραίτητη ειδική αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (Ήπια)Δεν είναι απαραίτητη καμία ειδική προσαρμογή της δόσης. Με προσοχή σε ασθενείς με AST ≥ 5 x ULN ή χολερυθρίνη > 3 x ULN.
block
SPC-YERVOY
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-YERVOY
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Θεραπεία συνδυασμού με ipilimumab και nivolumabΠληθυσμόςΑσθενείςΝα παρακολουθούνται συνεχώς για καρδιακές και πνευμονικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, καθώς και για κλινικά σημεία, συμπτώματα και μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές που υποδεικνύουν διαταραχή των ηλεκτρολυτών και αφυδάτωση πριν από τη θεραπεία και σε περιοδική βάση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση εμφάνισης απειλητικών για τη ζωή ή υποτροπιαζουσών σοβαρών καρδιακών και πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Δοσολογία).
-
Ανεπιθύμητες αντιδράσεις μετά τη διακοπή θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα παρακολουθούνται συνεχώς (τουλάχιστον για διάστημα 5 μηνών μετά την τελευταία δόση) δεδομένου ότι ανεπιθύμητες αντιδράσεις με το συνδυασμό ipilimumab και nivolumab ενδέχεται να εμφανιστούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
Γενική αντιμετώπιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικόΣοβαρές ή απειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςΑσθενείςΠραγματοποίηση επαρκούς αξιολόγησης για επιβεβαίωση αιτιολογίας ή αποκλεισμό άλλων αιτιών. Αναστολή χορήγησης ipilimumab/συνδυασμού με nivolumab και χορήγηση κορτικοστεροειδών με βάση τη βαρύτητα. Σταδιακή μείωση δόσης κορτικοστεροειδών σε διάστημα τουλάχιστον 1 μηνός μετά τη βελτίωση. Προσθήκη μη κορτικοστεροειδικής ανοσοκατασταλτικής θεραπείας εάν δεν υπάρχει βελτίωση. Δεν πρέπει να ξεκινά εκ νέου η χορήγηση ενόσω ο ασθενής λαμβάνει ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών ή άλλη ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Προφυλακτική χρήση αντιβιοτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Οριστική διακοπή σε περίπτωση επανεμφάνισης σοβαρής ή απειλητικής για τη ζωή σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητης ενέργειας.
-
Κολίτιδα/Διάρροια (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumabΠαρακολούθηση για γαστρεντερικά σημεία και συμπτώματα (διάρροια, αυξημένη συχνότητα εντερικών κινήσεων, κοιλιακό άλγος, αιματοχεσία, πυρετός). Διενέργεια ανάλυσης κοπράνων για λοιμώξεις.
-
Αντιμετώπιση ήπιας έως μέτριας (Βαθμού 1 ή 2) διάρροιας/κολίτιδας (μονοθεραπεία)Ήπια έως μέτρια (Βαθμού 1 ή 2)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπια έως μέτρια (Βαθμού 1 ή 2) διάρροια ή κολίτιδαΣυνιστάται συμπτωματική θεραπεία (π.χ. λοπεραμίδη, υποκατάσταση υγρών) και προσεκτική παρακολούθηση. Εάν τα συμπτώματα υποτροπιάσουν ή επιμείνουν για 5-7 ημέρες, καθυστέρηση προγραμματισμένης δόσης ipilimumab και έναρξη κορτικοστεροειδών (π.χ. πρεδνιζόνη 1 mg/kg από το στόμα άπαξ ημερησίως). Επανέναρξη ipilimumab μετά υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή επιστροφή στην έναρξη (βλ. Δοσολογία).
-
Αντιμετώπιση σοβαρής (Βαθμού 3 ή 4) διάρροιας/κολίτιδας (μονοθεραπεία)Σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) διάρροια ή κολίτιδαΟριστική διακοπή ipilimumab (βλ. Δοσολογία). Άμεση έναρξη υψηλής δόσης ενδοφλέβιας θεραπείας με κορτικοστεροειδή (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg/ημέρα). Σταδιακή μείωση και διακοπή κορτικοστεροειδών με βάση κλινική απόφαση (διάρκεια < 1 μήνα μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή). Αξιολόγηση για στοιχεία διάτρησης γαστρεντερικού σωλήνα ή περιτονίτιδας.
-
Αντιμετώπιση διάρροιας/κολίτιδας ανθεκτικής σε κορτικοστεροειδή (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς με διάρροια ή κολίτιδα ανθεκτική σε κορτικοστεροειδήΕξέταση προσθήκης εναλλακτικού ανοσοκατασταλτικού παράγοντα (π.χ. infliximab 5 mg/kg εφάπαξ δόση εκτός εάν αντενδείκνυται) εάν άλλα αίτια (λοιμώξεις, CMV) έχουν αποκλειστεί. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται infliximab εάν πιθανολογείται διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα ή σηψαιμία.
-
Κολίτιδα/Διάρροια (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΠαρακολούθηση για διάρροια και συμπτώματα κολίτιδας (κοιλιακό άλγος, βλέννη/αίμα στα κόπρανα). Αποκλεισμός λοιμωδών και σχετιζόμενων με τη νόσο αιτιολογιών.
-
Αντιμετώπιση διάρροιας/κολίτιδας Βαθμού 4 (συνδυασμός)Βαθμού 4ΠληθυσμόςΑσθενείς με διάρροια ή κολίτιδα Βαθμού 4Οριστική διακοπή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Αντιμετώπιση διάρροιας/κολίτιδας Βαθμού 3 (συνδυασμός)Βαθμού 3ΠληθυσμόςΑσθενείς με διάρροια ή κολίτιδα Βαθμού 3Οριστική διακοπή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Αντιμετώπιση διάρροιας/κολίτιδας Βαθμού 2 (συνδυασμός)Βαθμού 2ΠληθυσμόςΑσθενείς με διάρροια ή κολίτιδα Βαθμού 2Αναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Εάν εμμένει, χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Εάν επιδείνωση ή μη βελτίωση, αύξηση δόσης σε 1-2 mg/kg/ημέρα και οριστική διακοπή ipilimumab/nivolumab.
-
Πνευμονίτιδα/διάμεση πνευμονοπάθεια (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας (ακτινογραφικές μεταβολές, δύσπνοια, υποξία). Αποκλεισμός λοιμωδών και σχετιζόμενων με τη νόσο αιτιολογιών.
-
Αντιμετώπιση πνευμονίτιδας Βαθμού 3 ή 4 (συνδυασμός)Βαθμού 3 ή 4ΠληθυσμόςΑσθενείς με πνευμονίτιδα Βαθμού 3 ή 4Οριστική διακοπή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 2 έως 4 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Αντιμετώπιση πνευμονίτιδας Βαθμού 2 (συμπτωματικής) (συνδυασμός)Βαθμού 2 (συμπτωματικής)ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική πνευμονίτιδα Βαθμού 2Αναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 1 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Εάν επιδείνωση ή μη βελτίωση, αύξηση δόσης σε 2-4 mg/kg/ημέρα και οριστική διακοπή ipilimumab/nivolumab.
-
Ηπατοτοξικότητα (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab ως μονοθεραπείαΑξιολόγηση ηπατικών τρανσαμινασών και χολερυθρίνης πριν από κάθε δόση ipilimumab. Αξιολόγηση αυξήσεων AST, ALT, ολικής χολερυθρίνης για αποκλεισμό άλλων αιτίων κάκωσης ήπατος (λοιμώξεις, εξέλιξη όγκου, ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή).
-
Αντιμετώπιση αύξησης τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης Βαθμού 2 (μονοθεραπεία)Βαθμού 2ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση τρανσαμινασών ή ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 2Καθυστέρηση προγραμματισμένης δόσης ipilimumab. Παρακολούθηση LFT έως την υποχώρηση. Επανέναρξη ipilimumab μετά βελτίωση (βλ. Δοσολογία).
-
Αντιμετώπιση αύξησης τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης Βαθμού 3 ή 4 (μονοθεραπεία)Βαθμού 3 ή 4ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση τρανσαμινασών ή ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 3 ή 4Οριστική διακοπή θεραπείας (βλ. Δοσολογία). Άμεση έναρξη συστηματικής ενδοφλέβιας θεραπείας με κορτικοστεροειδή υψηλής δόσης (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg ημερησίως). Παρακολούθηση LFT έως ομαλοποίηση. Σταδιακή μείωση και διακοπή κορτικοστεροειδών (διάρκεια τουλάχιστον 1 μήνα). Αντιμετώπιση αυξήσεων LFT κατά τη σταδιακή μείωση με αύξηση δόσης κορτικοστεροειδών και βραδύτερη μείωση.
-
Αντιμετώπιση σημαντικών αυξήσεων LFT ανθεκτικών σε κορτικοστεροειδή (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντικές αυξήσεις LFT ανθεκτικές σε θεραπεία με κορτικοστεροειδήΕξέταση προσθήκης εναλλακτικού ανοσοκατασταλτικού παράγοντα (π.χ. μυκοφαινολική μοφετίλη) στο σχήμα με κορτικοστεροειδή.
-
Ηπατίτιδα (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα ηπατίτιδας (αυξήσεις τρανσαμινασών και ολικής χολερυθρίνης). Αποκλεισμός λοιμωδών και σχετιζόμενων με τη νόσο αιτιολογιών.
-
Αντιμετώπιση αύξησης τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης Βαθμού 3 ή 4 (συνδυασμός)Βαθμού 3 ή 4ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση τρανσαμινασών ή ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 3 ή 4Οριστική διακοπή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Αντιμετώπιση αύξησης τρανσαμινασών ή χολερυθρίνης Βαθμού 2 (συνδυασμός)Βαθμού 2ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση τρανσαμινασών ή ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 2Αναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Αντιμετώπιση εμμενουσών αυξήσεων με χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Εάν επιδείνωση ή μη βελτίωση, αύξηση δόσης σε 1-2 mg/kg/ημέρα και οριστική διακοπή ipilimumab/nivolumab.
-
Προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό σοβαρών δερματικών αντιδράσεωνΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν εκδηλώσει παλαιότερα σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή δερματική ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη λήψη προηγούμενης αντικαρκινικής ανοσοδιεγερτικής θεραπείαςΕπίδειξη προσοχής κατά την εξέταση χρήσης ipilimumab ή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab.
-
Εξάνθημα και κνησμός (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab ως μονοθεραπείαΑντιμετώπιση με βάση τη σοβαρότητα.
-
Αντιμετώπιση ήπιου έως μέτριου (Βαθμού 1 έως 2) εξανθήματος/κνησμού (μονοθεραπεία)Ήπιο έως μέτριο (Βαθμού 1 έως 2)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ήπιο έως μέτριο (Βαθμού 1 έως 2) εξάνθημα ή ήπιο κνησμόΜπορούν να παραμείνουν σε θεραπεία με ipilimumab με συμπτωματική θεραπεία (π.χ. αντισταμινικά). Για επίμονο ήπιο έως μέτριο εξάνθημα/κνησμό (1-2 εβδομάδες) που δεν βελτιώνεται με τοπικά κορτικοστεροειδή, έναρξη από του στόματος θεραπείας με κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζόνη 1 mg/kg άπαξ ημερησίως).
-
Αντιμετώπιση σοβαρού (Βαθμού 3) εξανθήματος (μονοθεραπεία)Σοβαρό (Βαθμού 3)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρό (Βαθμού 3) εξάνθημαΚαθυστέρηση προγραμματισμένης δόσης ipilimumab. Εάν βελτιωθούν τα αρχικά συμπτώματα σε ήπια (Βαθμού 1) ή υποχωρήσουν, συνέχεια θεραπείας με ipilimumab (βλ. Δοσολογία).
-
Αντιμετώπιση πολύ σοβαρού (Βαθμού 4) εξανθήματος ή σοβαρού (Βαθμού 3) κνησμού (μονοθεραπεία)Πολύ σοβαρό (Βαθμού 4) εξάνθημα ή σοβαρός (Βαθμού 3) κνησμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με πολύ σοβαρό (Βαθμού 4) εξάνθημα ή σοβαρό (Βαθμού 3) κνησμόΟριστική διακοπή ipilimumab (βλ. Δοσολογία). Άμεση έναρξη συστηματικής ενδοφλέβιας θεραπείας με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg/ημέρα). Σταδιακή μείωση και διακοπή κορτικοστεροειδών (διάρκεια τουλάχιστον 1 μήνα) με βάση κλινική απόφαση.
-
Εξάνθημα (συνδυασμός)Βαθμού 3 ή 4ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΑναστολή χορήγησης σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος Βαθμού 3. Διακοπή σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος Βαθμού 4. Αντιμετώπιση σοβαρού εξανθήματος με χορήγηση υψηλής δόσης κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΕάν εμφανιστούν συμπτώματα ή σημεία SJS ή TEN, διακοπή θεραπείας ipilimumab/nivolumab και παραπομπή σε εξειδικευμένη μονάδα. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS ή TEN, οριστική διακοπή θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
-
Νευροπάθεια (κινητική ή αισθητική) (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab ως μονοθεραπείαΑξιολόγηση ανεξήγητης κινητικής νευροπάθειας, μυϊκής αδυναμίας ή αισθητικής νευροπάθειας > 4 ημερών. Αποκλεισμός μη φλεγμονωδών αιτίων (εξέλιξη νόσου, λοιμώξεις, μεταβολικά σύνδρομα, ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή).
-
Αντιμετώπιση μέτριας (Βαθμού 2) νευροπάθειας (κινητική με ή χωρίς αισθητική) (μονοθεραπεία)Μέτρια (Βαθμού 2)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια (Βαθμού 2) νευροπάθεια που πιθανόν σχετίζεται με ipilimumabΚαθυστέρηση προγραμματισμένης δόσης. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν, επανέναρξη ipilimumab (βλ. Δοσολογία).
-
Αντιμετώπιση σοβαρής (Βαθμού 3 ή 4) αισθητικής νευροπάθειας (μονοθεραπεία)Σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) αισθητική νευροπάθεια που πιθανολογείται ότι συνδέεται με ipilimumabΟριστική διακοπή ipilimumab (βλ. Δοσολογία). Αντιμετώπιση σύμφωνα με κατευθυντήριες γραμμές. Άμεση έναρξη ενδοφλέβιας θεραπείας με κορτικοστεροειδή (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg/ημέρα).
-
Αντιμετώπιση σοβαρής (Βαθμού 3 ή 4) κινητικής νευροπάθειας (μονοθεραπεία)Σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) κινητική νευροπάθεια ανεξαρτήτως αιτιολογίαςΟριστική διακοπή ipilimumab (βλ. Δοσολογία). Αντιμετώπιση ως σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό.
-
Νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα νεφρίτιδας ή νεφρικής δυσλειτουργίας. Αποκλεισμός σχετιζόμενων με τη νόσο αιτιολογιών.
-
Αντιμετώπιση αύξησης κρεατινίνης ορού Βαθμού 4 (συνδυασμός)Βαθμού 4ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση κρεατινίνης ορού Βαθμού 4Οριστική διακοπή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης.
-
Αντιμετώπιση αύξησης κρεατινίνης ορού Βαθμού 2 ή 3 (συνδυασμός)Βαθμού 2 ή 3ΠληθυσμόςΑσθενείς με αύξηση κρεατινίνης ορού Βαθμού 2 ή 3Αναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη κορτικοστεροειδών σε δόση 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Εάν επιδείνωση ή μη βελτίωση, αύξηση δόσης σε 1-2 mg/kg/ημέρα και οριστική διακοπή ipilimumab/nivolumab.
-
Ενδοκρινοπάθειες (υποφυσίτιδα, υποϋποφυσισμός, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υποθυρεοειδισμός) (μονοθεραπεία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab ως μονοθεραπείαΕάν υπάρχουν σημεία επινεφριδιακής κρίσης (σοβαρή αφυδάτωση, υπόταση, καταπληξία), άμεση χορήγηση ενδοφλέβιων κορτικοστεροειδών με αλατοκορτικοειδική δράση. Αξιολόγηση για σηψαιμία ή λοιμώξεις. Εάν υπάρχουν σημεία επινεφριδιακής ανεπάρκειας (όχι κρίσης), περαιτέρω παρακλινικές εξετάσεις. Αξιολόγηση ενδοκρινούς λειτουργίας πριν κορτικοστεροειδή. Εάν μη φυσιολογικοί απεικονιστικοί έλεγχοι υπόφυσης ή εργαστηριακοί έλεγχοι ενδοκρινούς λειτουργίας, βραχύ σχήμα υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών (π.χ. δεξαμεθαζόνη 4 mg ανά 6 ώρες) και καθυστέρηση προγραμματισμένης δόσης ipilimumab (βλ. Δοσολογία). Έναρξη κατάλληλης υποκατάστασης ορμονών (πιθανώς μακροχρόνια). Όταν τεθούν υπό έλεγχο συμπτώματα/μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές, συνέχιση ipilimumab και σταδιακή μείωση/διακοπή κορτικοστεροειδών (διάρκεια τουλάχιστον 1 μηνός).
-
Ενδοκρινοπάθειες (υποθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υποφυσίτιδα, σακχαρώδης διαβήτης, διαβητική κετοξέωση) (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΠαρακολούθηση για κλινικά σημεία και συμπτώματα ενδοκρινοπαθειών, υπεργλυκαιμία και αλλαγές στη θυρεοειδική λειτουργία. Θεώρηση σημείων/συμπτωμάτων ενδοκρινοπάθειας ως σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό, εκτός αν προσδιοριστεί άλλη αιτιολογία.
-
Αντιμετώπιση συμπτωματικού υποθυρεοειδισμού (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματικό υποθυρεοειδισμόΑναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη θεραπείας υποκατάστασης θυρεοειδικών ορμονών. Συνέχιση παρακολούθησης θυρεοειδικής λειτουργίας. Οριστική διακοπή σε περίπτωση απειλητικού για τη ζωή υποθυρεοειδισμού.
-
Αντιμετώπιση συμπτωματικού υπερθυρεοειδισμού (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματικό υπερθυρεοειδισμόΑναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη θεραπείας με αντιθυρεοειδικά φάρμακα. Εξέταση χορήγησης κορτικοστεροειδών (1-2 mg/kg/ημέρα) σε περίπτωση υποψίας οξείας φλεγμονής θυρεοειδούς. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Συνέχιση παρακολούθησης θυρεοειδικής λειτουργίας. Οριστική διακοπή σε περίπτωση απειλητικού για τη ζωή υπερθυρεοειδισμού.
-
Αντιμετώπιση συμπτωματικής επινεφριδιακής ανεπάρκειας Βαθμού 2 (συνδυασμός)Βαθμού 2ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική επινεφριδιακή ανεπάρκεια Βαθμού 2Αναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη φυσιολογικής υποκατάστασης κορτικοστεροειδών. Παρακολούθηση λειτουργίας επινεφριδίων και ορμονών. Οριστική διακοπή σε περίπτωση σοβαρής (Βαθμού 3) ή απειλητικής για τη ζωή (Βαθμού 4) ανεπάρκειας των επινεφριδίων.
-
Αντιμετώπιση συμπτωματικής υποφυσίτιδας Βαθμού 2 ή 3 (συνδυασμός)Βαθμού 2 ή 3ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική υποφυσίτιδα Βαθμού 2 ή 3Αναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη ορμονικής υποκατάστασης. Εξέταση χορήγησης κορτικοστεροειδών (1-2 mg/kg/ημέρα) σε περίπτωση υποψίας οξείας φλεγμονής υπόφυσης. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Παρακολούθηση λειτουργίας υπόφυσης και ορμονών. Οριστική διακοπή σε περίπτωση απειλητικής για τη ζωή (Βαθμού 4) υποφυσίτιδας.
-
Αντιμετώπιση συμπτωματικού διαβήτη (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματικό διαβήτηΑναστολή χορήγησης ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Έναρξη υποκατάστασης ινσουλίνης. Παρακολούθηση επιπέδων σακχάρου στο αίμα. Οριστική διακοπή σε περίπτωση απειλητικού για τη ζωή διαβήτη.
-
Σοβαρές αντιδράσεις στην έγχυσηΣοβαρές ή απειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςΑσθενείςΣε περίπτωση σοβερής ή απειλητικής για τη ζωή αντίδρασης, διακοπή έγχυσης ipilimumab/συνδυασμού με nivolumab και χορήγηση κατάλληλης ιατρικής θεραπείας. Για ήπιες/μέτριες αντιδράσεις, μπορούν να λάβουν ipilimumab/συνδυασμό με nivolumab υπό στενή παρακολούθηση και προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή.
-
Σοβαρές (Βαθμού 3 ή 4) άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό αντιδράσειςΣοβαρές (Βαθμού 3 ή 4)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab ως μονοθεραπείαΆμεση θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών συστηματικά και διακοπή του ipilimumab (βλ. Δοσολογία). Για οφθαλμικές φλεγμονές (ραγοειδίτιδα, ιρίτιδα, ορώδη αποκόλληση αμφιβληστροειδούς, επισκληρίτιδα), εξέταση χρήσης τοπικών κορτικοστεροειδών οφθαλμικών σταγόνων.
-
Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνουΠληθυσμόςΛήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνουΗ θεραπεία με ipilimumab μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης. Εξέταση οφέλους έναντι κινδύνου απόρριψης.
-
Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αναστολέα PD-1 ή PD-L1Απαιτείται προσοχή. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης HLH, διακοπή χορήγησης ipilimumab/συνδυασμού και έναρξη θεραπείας για την αντιμετώπιση της HLH.
-
Σπάνιες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες αντιδράσεις (<1%)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΠραγματοποίηση επαρκούς αξιολόγησης για επιβεβαίωση αιτιολογίας ή αποκλεισμό άλλων αιτίων. Αναστολή χορήγησης ipilimumab/nivolumab και χορήγηση κορτικοστεροειδών με βάση τη βαρύτητα. Επανέναρξη ipilimumab/nivolumab μετά βελτίωση και σταδιακή μείωση κορτικοστεροειδών. Οριστική διακοπή σε περίπτωση επανεμφάνισης σοβαρής ή απειλητικής για τη ζωή σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητης ενέργειας.
-
Μυοτοξικότητα (μυοσίτιδα, μυοκαρδίτιδα, ραβδομυόλυση) (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumabΕάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα μυοτοξικότητας, στενή παρακολούθηση και παραπομπή σε ειδικό. Αναστολή ή διακοπή ipilimumab/nivolumab (βλ. Δοσολογία) και έναρξη κατάλληλης αγωγής.
-
Μυοκαρδίτιδα (συνδυασμός)ΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακά ή καρδιοπνευμονικά συμπτώματαΑξιολόγηση για πιθανή μυοκαρδίτιδα. Εάν υποψία, άμεση έναρξη υψηλής δόσης στεροειδών (πρεδνιζόνη 1-2 mg/kg/ημέρα ή μεθυλπρεδνιζολόνη 1-2 mg/kg/ημέρα) και καρδιολογική αξιολόγηση. Όταν επιβεβαιωθεί η διάγνωση, αναστολή ή οριστική διακοπή nivolumab ή nivolumab σε συνδυασμό με ipilimumab (βλ. Δοσολογία).
-
Ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα, πρωτοπαθές μελάνωμα ΚΝΣ, ενεργές μεταστάσεις εγκεφάλου (Μελάνωμα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα, πρωτοπαθές μελάνωμα του ΚΝΣ, ενεργές μεταστάσεις του εγκεφάλουΔεν συμπεριελήφθησαν σε δοκιμές MDX010-20, CA184-169, CA184070, CA184178. Χρήση nivolumab με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης δυνητικού οφέλους-κινδύνου.
-
Ασθενείς με μεταστάσεις στον εγκέφαλο (Μελάνωμα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μεταστάσεις στον εγκέφαλο, ελεύθεροι νευρολογικών συμπτωμάτων, που δεν απαιτούσαν ή δεν λάμβαναν συστηματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή στις 10 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με ipilimumab (στην CA184-169)Συμπεριελήφθησαν στην μελέτη CA184-169.
-
Ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενη νόσο (Μελάνωμα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ταχέως εξελισσόμενη νόσοΟι ιατροί πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την καθυστερημένη εκδήλωση δράσης του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πριν από την έναρξη θεραπείας.
-
Επιλογή θεραπείας μελανώματος βάσει έκφρασης PD-L1ΠληθυσμόςΑσθενείς με μελάνωμαΠριν από την έναρξη της θεραπείας συνδυασμού, συνιστάται οι γιατροί να αξιολογούν προσεκτικά τα ατομικά χαρακτηριστικά του ασθενή και του όγκου, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη και την τοξικότητα που έχουν παρατηρηθεί για το συνδυασμό σε σχέση με τη μονοθεραπεία με nivolumab. Αύξηση της PFS για το συνδυασμό τεκμηριώνεται μόνο σε ασθενείς με χαμηλή έκφραση PD-L1 στον όγκο. Η βελτίωση της OS ήταν παρόμοια ανάμεσα στο ipilimumab με nivolumab και στη μονοθεραπεία με nivolumab σε ασθενείς με υψηλή έκφραση PD-L1 στον όγκο (PD-L1 ≥ 1%).
-
Ασθενείς με ιστορικό μεταστάσεων στον εγκέφαλο, αυτοάνοσο νόσο, ανάγκη για συστηματική ανοσοκαταστολή (Καρκίνωμα νεφρών)ΠληθυσμόςΑσθενείς με οποιοδήποτε ιστορικό μεταστάσεων στον εγκέφαλο ή συνυπάρχουσες μεταστάσεις στον εγκέφαλο, ενεργή αυτοάνοση νόσο ή ιατρικές καταστάσεις που χρήζουν συστηματικής ανοσοκαταστολήςΑποκλείστηκαν από κλινικές μελέτες. Χρήση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab με προσοχή, κατόπιν προσεκτικής εξέτασης δυνητικού οφέλους-κινδύνου (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα, διάμεση πνευμονοπάθεια, ανάγκη για συστηματική ανοσοκαταστολή, εγκεφαλική μετάσταση, προηγούμενη συστηματική θεραπεία, μεταλλάξεις EGFR ή ALK (Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό αυτοάνοσο νόσημα, συμπτωματική διάμεση πνευμονοπάθεια, ιατρικές παθήσεις που χρήζουν συστηματικής ανοσοκαταστολής, ενεργή (μη αντιμετωπισθείσα) εγκεφαλική μετάσταση, οι οποίοι είχαν λάβει προηγούμενη συστηματική θεραπεία για προχωρημένη νόσο, ή οι οποίοι είχαν μεταλλάξεις ευαισθητοποίησης του EGFR ή μεταθέσεις ALKΑποκλείστηκαν από την κύρια μελέτη. Χρήση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία με προσοχή μετά από προσεκτική εξέταση της δυνητικής σχέσης οφέλους/κινδύνου (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές).
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 75 ετών) (Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα)ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείς (ηλικίας ≥ 75 ετών)Δεδομένα περιορισμένα. Χρήση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία με προσοχή.
-
Χρήση σε ασθενείς με ιστορικό αυτοάνοσης νόσουΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αυτοάνοσης νόσου (εκτός από λεύκη και επαρκώς ελεγχόμενη ενδοκρινική ανεπάρκεια)Να αποφεύγεται σε ασθενείς με σοβαρή ενεργό αυτοάνοση νόσο, σε περιπτώσεις στις οποίες περαιτέρω ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού είναι ενδεχομένως άμεσα απειλητική για τη ζωή. Σε άλλους ασθενείς με ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, χρήση με προσοχή μετά από προσεκτική εξέταση του ενδεχόμενου κινδύνου-οφέλους. Το ipilimumab είναι ενισχυτής των Τ κυττάρων και μπορεί να παρέμβει στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία, οδηγώντας σε παροξυσμό της υποκείμενης νόσου ή αυξημένο κίνδυνο απόρριψης του μοσχεύματος.
-
Περιεκτικότητα νατρίουΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 23 mg νατρίου ανά φιαλίδιο 10 ml και 92 mg νατρίου ανά φιαλίδιο 40 ml. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη θεραπεία.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ipilimumab και βεμουραφενίμπηςΑσυμπτωματικές αυξήσεις 3ου βαθμού σε τρανσαμινάσες (ALT/AST > 5 × ULN) και ολικής χολερυθρίνης (ολική χολερυθρίνη > 3 × ULN)ΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν συνιστάται.
-
Διαδοχική χορήγηση ipilimumab μετά βεμουραφενίμπηΥψηλότερη συχνότητα εμφάνισης περιστατικών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 3+ΠληθυσμόςΑσθενείς με μεταστατικό μελάνωμα με μετάλλαξη BRAFΠροσοχή πρέπει να δίνεται όταν το ipilimumab χορηγείται μετά από προηγούμενη χορήγηση βεμουραφενίμπης.
-
Χρήση σε εφήβους (12 ετών και άνω)ΠληθυσμόςΈφηβοι ηλικίας 12 ετών και άνωΔεδομένα ασφάλειας περιορισμένα και μη μακροχρόνια. Συνιστάται προσεκτική αξιολόγηση από ιατρούς λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα δεδομένα, οφέλη και τοξικότητα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
-
Χρήση σε παιδιά (< 12 ετών)ΠληθυσμόςΠαιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετώνΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω πολύ περιορισμένων δεδομένων.
swap_horiz
SPC-YERVOY
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΚορτικοστεροειδήπροσοχήΠιθανή παρεμβολή στη φαρμακοδυναμική δράση και αποτελεσματικότητα του ipilimumab.ΣύστασηΑποφεύγονται στην έναρξη και πριν την έναρξη του ipilimumab. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν μετά την έναρξη για ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό.
-
ΑντιπηκτικάπροσοχήΑύξηση του κινδύνου γαστρεντερικής αιμορραγίας.ΣύστασηΟι ασθενείς για τους οποίους απαιτείται συγχορηγούμενη θεραπεία με αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
sick
SPC-YERVOY
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Σηψαιμία
- Σηπτική καταπληξία
- Ουρολοίμωξη
- Λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Επιπεφυκίτιδα
- Θαμπή όραση
- Ξηροφθαλμία
- Ραγοειδίτιδα
- Πόνος οφθαλμού
- Αιμορραγία υαλοειδούς σώματος
- Ιρίτιδα
- Οίδημα οφθαλμού
- Βλεφαρίτιδα
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Αίσθημα ξένου σώματος στους οφθαλμούς
- Επισκληρίτιδα
- Σύνδρομο Vogt-Koyanagi-Harada
- Ορώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
- Βρογχίτιδα
- Δύσπνοια
- Πνευμονίτιδα
- Βήχας
- Υπεζωκοτική συλλογή
- Πνευμονική εμβολή
- Αναπνευστική ανεπάρκεια
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Διήθηση πνεύμονα
- Πνευμονικό οίδημα
- Αλλεργική ρινίτιδα
- Πόνος όγκου
- Παρανεοπλασματικό σύνδρομο
- Αναιμία
- Λεμφοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία
- Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση
- Λευκοπενία
- Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση
- Υπερευαισθησία
- Σαρκοείδωση
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου
- Σύνδρομο Sjogren
- Υποθυρεοειδισμός
- Υπερθυρεοειδισμός
- Ανεπάρκεια επινεφριδίων
- Υποϋποφυσισμός
- Υποφυσίτιδα
- Θυρεοειδίτιδα
- Διαβητική κετοξέωση
- Δευτεροπαθής ανεπάρκεια φλοιού επινεφριδίων
- Υπογοναδισμός
- Υποπαραθυρεοειδισμός
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Μειωμένη όρεξη
- Αφυδάτωση
- Υπολευκωματιναιμία
- Υποφωσφοραιμία
- Υποκαλιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Αλκάλωση
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υπασβεστιαιμία
- Μεταβολική οξέωση
- Υπεργλυκαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Υποασβεστιαιμία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Υπερασβεστιαιμία
- αυτοάνoση θυρεοειδίτιδα
- Συγχυτική κατάσταση
- Μεταβολές της νοητικής κατάστασης
- Κατάθλιψη
- Μειωμένη γενετήσια ορμή
- Κεφαλαλγία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ζάλη
- Περιφερική αισθητική νευροπάθεια
- Λήθαργος
- Σύνδρομο Guillain-Barré
- Πολυνευροπάθεια
- Άσηπτη μηνιγγίτιδα
- Αυτοάνοση κεντρική νευροπάθεια
- Εγκεφαλίτιδα
- Συγκοπή
- Κρανιακή νευροπάθεια
- Εγκεφαλικό οίδημα
- Νευρίτιδα
- Παράλυση περονιαίου νεύρου
- Αταξία
- Τρόμος
- Μυόκλωνος
- Δυσαρθρία
- Μυασθένεια gravis
- αυτοάνομη νευροπάθεια
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Κοιλιακή αρρυθμία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Μυοκαρδίτιδα
- Βραδυκαρδία
- Περικαρδιακές διαταραχές
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Αγγειοπάθεια
- Περιφερική ισχαιμία
- Ορθοστατική υπόταση
- Κροταφική αρτηρίτιδα
- Διάρροια
- Έμετος
- Ναυτία
- Κολίτιδα
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Στοματίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Ξηροστομία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Φλεγμονή βλεννογόνου
- Διάτρηση εντέρου
- Γαστρίτιδα
- Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
- Διάτρηση παχέος εντέρου
- Περιτονίτιδα
- Εκκολπωματίτιδα
- Εντεροκολίτιδα
- Γαστρικό έλκος
- Έλκος παχέος εντέρου
- Οισοφαγίτιδα
- Ειλεός
- Δωδεκαδακτυλίτιδα
- Πρωκτίτιδα
- Ηπατίτιδα
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Ηπατομεγαλία
- Ίκτερος
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένες τρανσαμινάσες
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Λεύκη
- Ξηροδερμία
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Αλωπεκία
- Ψωρίαση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Δερματίτιδα
- Έκζεμα
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Λευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδα
- Αποφολίδωση δέρματος
- Αλλαγή χρώματος τριχών
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο DRESS
- Πεμφιγοειδές
- Αρθραλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Αρθρίτιδα
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυϊκή αδυναμία
- Μυαλγία
- Ρευματική πολυμυαλγία
- Μυοσίτιδα
- Σπονδυλοαρθροπάθεια
- Ραβδομυόλυση
- Μυοπάθεια
- πολυμυοσίτιδα
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Νεφρίτιδα
- Σπειραματονεφρίτιδα
- Νεφρική σωληναριακή οξέωση
- Αιματουρία
- Πρωτεϊνουρία
- αυτοάνομη νεφρίτιδα
- Αμηνόρροια
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Οίδημα
- Άλγος
- Θωρακικό άλγος
- Ρίγη
- Αντίδραση της θέσης ένεσης
- Γριππώδης συνδρομή
- Πολυοργανική ανεπάρκεια
- Σύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους απάντησης
- Αυξημένη AST
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Υπερμαγνησιαιμία
- Υπερνατριαιμία
- Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Μειωμένη κορτιζόλη αίματος
- Μειωμένη κορτικοτροφίνη αίματος
- Θετικό αντιπυρηνικό αντίσωμα
- Μειωμένη τεστοστερόνη αίματος
- Μειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
- Μειωμένη θυροξίνη
- Μη φυσιολογική προλακτίνη αίματος
- αυξημένες αλκαλικές φωσφατάσες
- αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
- αυξημένη αμυλάση αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑυξημένες τρανσαμινάσεςΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ALTΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ASTΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςαυξημένες αλκαλικές φωσφατάσεςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνεπάρκεια επινεφριδίωνΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣυχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘυρεοειδίτιδαΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΛεύκηΔέρμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΝυκτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟξεία νεφρική βλάβηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική αισθητική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠόνος όγκουΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΡαγοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΣχετιζόμενη με την έγχυση αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπερμαγνησιαιμίαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΥπερνατριαιμίαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΥπολευκωματιναιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποφυσίτιδαΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥποφωσφοραιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποϋποφυσισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Συχνέςυποϋποφυσισμός (συμπεριλαμβάνεται η υποφυσίτιδα)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΈλκος παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑίσθημα ξένου σώματος στους οφθαλμούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑγγειοπάθειαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑλκάλωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑλλαγή χρώματος τριχώνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑλλεργική ρινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑναπνευστική ανεπάρκειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑποφολίδωση δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑταξίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση κεντρική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση νεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΒρογχίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓαστρικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔευτεροπαθής ανεπάρκεια φλοιού επινεφριδίωνΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔιάτρηση γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάτρηση εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιάτρηση παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιήθηση πνεύμοναΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιαβητική κετοξέωσηΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΔυσαρθρίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔωδεκαδακτυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλίτιδαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλικό οίδημαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕκκολπωματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕπινεφριδιακή ανεπάρκειαΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΕπισκληρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατομεγαλίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘετικό αντιπυρηνικό αντίσωμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΙρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚρανιακή νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΛευκοκυτταροκλαστική αγγειίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜειωμένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη κορτιζόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη κορτικοτροφίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη τεστοστερόνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜεταβολές της νοητικής κατάστασηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜυασθένεια gravisΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜυοκαρδίτιδαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυόκλωνοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝευρίτιδαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφρική σωληναριακή οξέωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠαράλυση περονιαίου νεύρουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρανεοπλασματικό σύνδρομοΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΠεριτονίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ισχαιμίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠολυνευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠολυοργανική ανεπάρκειαΓενικές
-
Όχι συχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΡευματική πολυμυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣαρκοείδωσηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣπειραματονεφρίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣπονδυλοαρθροπάθειαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Guillain-BarréΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο SjogrenΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο λύσης όγκουΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους απάντησηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεζωκοτική συλλογήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπογοναδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΥποπαραθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΨωρίασηΔέρμα
-
Όχι συχνέςαυξημένη αμυλάση αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςαυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςαυτοάνοση νευροπάθειαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςμυοσίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της πολυμυοσίτιδας)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςΚροταφική αρτηρίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένη θυροξίνηΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογική προλακτίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΟρώδης αποκόλληση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΠρωκτίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Vogt-Koyanagi-HaradaΟφθαλμικές
-
Σπάνιεςαυτοάνoση θυρεοειδίτιδαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςπολυμυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωσηΑίμα
-
Μη γνωστέςΑπόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνουΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΠεμφιγοειδέςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠερικαρδιακές διαταραχέςΚαρδιά
pregnant_woman
SPC-YERVOY
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του ipilimumab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ανθρώπινη IgG1 διαπερνά το όριο του πλακούντα. Το πιθανό ρίσκο της θεραπείας στο αναπτυσσόμενο έμβρυο δεν είναι γνωστό. Το YERVOY δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης, εκτός εάν το κλινικό όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με YERVOYΤο ipilimumab έχει αποδειχθεί ότι είναι παρόν σε πολύ χαμηλά επίπεδα στο γάλα από κυνομολόγους πιθήκους που έλαβαν θεραπεία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν είναι γνωστό εάν το ipilimumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απέκκριση των IgG στο ανθρώπινο γάλα είναι γενικά περιορισμένη και τα IgG έχουν χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Δεν αναμένεται σημαντική συστηματική έκθεση του βρέφους και δεν αναμένεται επίδραση στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη. Παρόλα αυτά, λόγω της πιθανότητας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με YERVOY λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με YERVOY για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την αξιολόγηση της επίδρασης του ipilimumab στη γονιμότητα. Επομένως, είναι άγνωστη η επίδραση του ipilimumab στην ανδρική και τη γυναικεία γονιμότητα.
neurology
SPC-YERVOY
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός δράσης Το κυτταροτοξικό αντιγόνο-4 των Τ-λεμφοκυττάρων (CTLA-4) είναι ένας ρυθμιστής κλειδί της δραστικότητας των Τ-κυττάρων. Το ipilimumab είναι ένας αναστολέας του σημείου ελέγχου CTLA-4 του ανοσοποιητικού, το οποίο αναστέλλει την…
monitor_heart
SPC-YERVOY
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης Το κυτταροτοξικό αντιγόνο-4 των Τ-λεμφοκυττάρων (CTLA-4) είναι ένας ρυθμιστής κλειδί της δραστικότητας των Τ-κυττάρων. Το ipilimumab είναι ένας αναστολέας του σημείου ελέγχου CTLA-4 του ανοσοποιητικού, το οποίο αναστέλλει την…
biotech
SPC-YERVOY
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ενδοκρινική λειτουργία
· Πριν την έναρξη κορτικοστεροειδών
Σημεία επινεφριδιακής ανεπάρκειας (μονοθεραπεία)
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν από κάθε δόση | Μονοθεραπεία με ipilimumab |
| Ηπατικές τρανσαμινάσες | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Έως την υποχώρηση | Αύξηση τρανσαμινασών ή ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 2 (μονοθεραπεία) |
| Έως την ομαλοποίηση | Αύξηση τρανσαμινασών ή ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 3 ή 4 (μονοθεραπεία) | ||
| Ολική χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν από κάθε δόση | Μονοθεραπεία με ipilimumab |
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Συνεχώς, πριν και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Συνέχιση παρακολούθησης | Συμπτωματικός διαβήτης |
| Υπεργλυκαιμία | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Στην έναρξη θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και όπως ενδείκνυται με βάση την κλινική αξιολόγηση | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Επίπεδα ορμονών | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Συνέχιση παρακολούθησης | Συμπτωματική επινεφριδιακή ανεπάρκεια Βαθμού 2 |
| Συνέχιση παρακολούθησης | Συμπτωματική υποφυσίτιδα Βαθμού 2 ή 3 | ||
| Θυρεοειδική λειτουργία | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Στην έναρξη θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και όπως ενδείκνυται με βάση την κλινική αξιολόγηση | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Συνέχιση παρακολούθησης | Συμπτωματικός υποθυρεοειδισμός ή υπερθυρεοειδισμός | ||
| Κλινική παρακολούθηση (ενδοκρινοπάθειες) | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Στην έναρξη θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και όπως ενδείκνυται με βάση την κλινική αξιολόγηση | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Λειτουργία επινεφριδίων | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Συνέχιση παρακολούθησης | Συμπτωματική επινεφριδιακή ανεπάρκεια Βαθμού 2 |
| Λειτουργία υπόφυσης | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Συνέχιση παρακολούθησης | Συμπτωματική υποφυσίτιδα Βαθμού 2 ή 3 |
| Ανάλυση κοπράνων | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Μετά την παρουσίαση διάρροιας ή κολίτιδας | Μονοθεραπεία με ipilimumab |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | — | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Γαστρεντερικά συμπτώματα | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Μονοθεραπεία με ipilimumab |
| Κλινική παρακολούθηση (διάρροια/κολίτιδα) | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Συνεχώς, πριν και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
| Για τουλάχιστον 5 μήνες μετά την τελευταία δόση | Μετά τη διακοπή συνδυασμού ipilimumab και nivolumab | ||
| — | Θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-YERVOY
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται από ειδικευμένους ιατρούς με εμπειρία στη θεραπεία του καρκίνου.
YERVOY ως μονοθεραπεία
Μελάνωμα
Ενήλικες και έφηβοι ηλικίας 12 ετών και άνω Το συνιστώμενο σχήμα επαγωγής του YERVOY είναι 3 mg/kg που χορηγούνται ενδοφλεβίως μέσα σε διάστημα 90 λεπτών κάθε 3 εβδομάδες για σύνολο 4 δόσεων. Οι ασθενείς πρέπει να λάβουν ολόκληρο το σχήμα επαγωγής (4 δόσεις) όπως είναι ανεκτό, ανεξάρτητα από την εμφάνιση νέων βλαβών ή την περαιτέρω ανάπτυξη ήδη υπαρχουσών βλαβών. Αξιολογήσεις της ανταπόκρισης του όγκου πρέπει να διεξάγονται μόνο μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας επαγωγής.
YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab
Μελάνωμα
Η συνιστώμενη δόση είναι 3 mg/kg ipilimumab σε συνδυασμό με 1 mg/kg nivolumab που χορηγείται ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για τις πρώτες 4 δόσεις. Στη συνέχεια ακολουθεί μια δεύτερη φάση, στην οποία η μονοθεραπεία με nivolumab χορηγείται ενδοφλεβίως σε δόση 240 mg κάθε 2 εβδομάδες ή 480 mg κάθε 4 εβδομάδες, όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 1. Για τη φάση της μονοθεραπείας, η πρώτη δόση nivolumab πρέπει να χορηγείται:
- 3 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του συνδυασμού nivolumab και ipilimumab αν χρησιμοποιείται η δόση 240 mg κάθε 2 εβδομάδες ή
- 6 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του συνδυασμού nivolumab και ipilimumab αν χρησιμοποιείται η δόση 480 mg κάθε 4 εβδομάδες.
Πίνακας 1: Συνιστώμενες δόσεις και διαστήματα έγχυσης για την ενδοφλέβια χορήγηση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
| Nivolumab | Ipilimumab | |
|---|---|---|
| Φάση συνδυασμού, κάθε 3 εβδομάδες για 4 κύκλους | 1 mg/kg σε διάστημα 30 λεπτών | 3 mg/kg σε διάστημα 90 λεπτών |
| Φάση μονοθεραπείας | 240 mg κάθε 2 εβδομάδες σε διάστημα 30 λεπτών ή 480 mg κάθε 4 εβδομάδες σε διάστημα 60 λεπτών | - |
Καρκίνωμα νεφρών
Η συνιστώμενη δόση είναι 1 mg/kg ipilimumab σε συνδυασμό με 3 mg/kg nivolumab με ενδοφλέβια χορήγηση κάθε 3 εβδομάδες για τις πρώτες 4 δόσεις. Στη συνέχεια ακολουθεί μια δεύτερη φάση κατά την οποία η μονοθεραπεία με nivolumab χορηγείται ενδοφλεβίως στη δόση των 240 mg κάθε 2 εβδομάδες ή στη δόση των 480 mg κάθε 4 εβδομάδες, όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 2. Για τη φάση της μονοθεραπείας, η πρώτη δόση του nivolumab θα πρέπει να χορηγείται:
- 3 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του συνδυασμού ipilimumab με nivolumab εάν χρησιμοποιείται η δόση των 240 mg κάθε 2 εβδομάδες, ή
- 6 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση του συνδυασμού ipilimumab με nivolumab αν χρησιμοποιείται η δόση των 480 mg κάθε 4 εβδομάδες.
Πίνακας 2: Συνιστώμενες δόσεις και διαστήματα έγχυσης για την ενδοφλέβια χορήγηση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
| Nivolumab | Ipilimumab | |
|---|---|---|
| Φάση συνδυασμού, κάθε 3 εβδομάδες για 4 κύκλους | 3 mg/kg σε διάστημα 30 λεπτών | 1 mg/kg σε διάστημα 30 λεπτών |
| Φάση μονοθεραπείας | 240 mg κάθε 2 εβδομάδες σε διάστημα 30 λεπτών ή 480 mg κάθε 4 εβδομάδες σε διάστημα 60 λεπτών | - |
YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Η συνιστώμενη δόση είναι 1 mg/kg ipilimumab χορηγούμενο ενδοφλεβίως σε διάστημα 30 λεπτών κάθε 6 εβδομάδες σε συνδυασμό με 360 mg nivolumab χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε διάστημα 30 λεπτών κάθε 3 εβδομάδες, μαζί με πλατινούχο χημειοθεραπεία χορηγούμενη κάθε 3 εβδομάδες. Μετά την ολοκλήρωση των 2 κύκλων χημειοθεραπείας, η θεραπεία συνεχίζεται με 1 mg/kg ipilimumab κάθε 6 εβδομάδες σε συνδυασμό με 360 mg nivolumab χορηγούμενα ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες. Η θεραπεία συνιστάται να χορηγείται έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου, μη αποδεκτής τοξικότητας ή για διάστημα έως 24 μηνών σε ασθενείς χωρίς εξέλιξη της νόσου.
Διάρκεια της θεραπείας
Η θεραπεία με YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab θα πρέπει να συνεχίζεται για όσο διάστημα παρατηρείται κλινικό όφελος ή έως ότου δεν είναι πλέον ανεκτή από τον ασθενή. (και έως τη μέγιστη διάρκεια της θεραπείας εφόσον καθορίζεται για μία ένδειξη). Έχουν παρατηρηθεί άτυπες ανταποκρίσεις (δηλ., μια αρχική παροδική αύξηση στο μέγεθος του όγκου ή μικρές νέες βλάβες εντός των πρώτων μηνών ακολουθούμενες από συρρίκνωση του όγκου). Συνιστάται συνέχιση της θεραπείας με YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab για κλινικά σταθερούς ασθενείς που παρουσιάζουν αρχικές ενδείξεις εξέλιξης της νόσου, μέχρι να επιβεβαιωθεί η εξέλιξη της νόσου. Έλεγχοι της ηπατικής λειτουργίας (LFT) και έλεγχοι της λειτουργίας θυρεοειδούς πρέπει να αξιολογούνται στην έναρξη και πριν από κάθε δόση YERVOY. Επιπροσθέτως, τυχόν σημεία ή συμπτώματα ανεπιθύμητων αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό, συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας και της κολίτιδας, πρέπει να αξιολογούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με YERVOY (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ipilimumab σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Οριστική διακοπή της θεραπείας ή καθυστέρηση δόσεων
Η αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό μπορεί να απαιτεί την καθυστέρηση μιας δόσης ή την οριστική διακοπή της θεραπείας με YERVOY και την εισαγωγή συστηματικής αγωγής με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσθήκη άλλης ανοσοκατασταλτικής θεραπείας μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Δεν συνιστάται κλιμάκωση ή μείωση της δόσης. Ενδέχεται να απαιτείται καθυστέρηση ή οριστική διακοπή των δόσεων με βάση την ασφάλεια και την ανοχή κάθε ασθενούς. Οι κατευθυντήριες οδηγίες για οριστική διακοπή ή καθυστέρηση των δόσεων περιγράφονται στους Πίνακες 3A και 3B για το YERVOY ως μονοθεραπεία και στον Πίνακα 3Γ για το YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab ή για τη δεύτερη φάση χορήγησης θεραπείας (μονοθεραπεία με nivolumab) μετά τη θεραπεία συνδυασμού. Λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό περιγράφονται στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Πίνακας 3Α: Πότε να διακοπεί οριστικά το YERVOY ως μονοθεραπεία (Συνοπτικά: Βαθμού 3 ή 4 γαστρεντερικά, ηπατικά, δερματικά, νευρολογικά, ή άλλα ≥ Βαθμού 3 σχετιζόμενα με το ανοσοποιητικό, ή ≥ Βαθμού 2 οφθαλμικές διαταραχές που δεν ανταποκρίνονται σε τοπική ανοσοκατασταλτική θεραπεία.)
Πίνακας 3Β: Πότε να καθυστερήσει η δόση του YERVOY ως μονοθεραπεία (Συνοπτικά: Μέτρια γαστρεντερικά, ηπατικά, δερματικά, ενδοκρινικά, νευρολογικά ή άλλα μέτριες ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Δράση: καθυστέρηση έως υποχώρηση σε Βαθμό 1/0, επανέναρξη θεραπείας ή διακοπή αν δεν υποχωρήσει.)
Πίνακας 3Γ: Συνιστώμενες τροποποιήσεις της θεραπείας για το YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab ή για τη δεύτερη φάση χορήγησης θεραπείας (μονοθεραπεία με nivolumab) μετά τη θεραπεία συνδυασμού (Συνοπτικά: Περιλαμβάνει οδηγίες διακοπής ή καθυστέρησης για πνευμονίτιδα, κολίτιδα, ηπατίτιδα, νεφρίτιδα, ενδοκρινοπάθειες, δερματικές αντιδράσεις, μυοκαρδίτιδα, και άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες, ανάλογα με τη βαρύτητα [Βαθμός 2, 3, 4]).
Η θεραπεία με YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά για:
- Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσες Βαθμού 3 ανεπιθύμητες αντιδράσεις
- Εμμένουσες Βαθμού 2 ή 3 ανεπιθύμητες αντιδράσεις παρά την αντιμετώπιση
Κατά τη χορήγηση του YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab, εάν ανασταλεί η χορήγηση ενός από τους δύο παράγοντες, τότε θα πρέπει να ανασταλεί η χορήγηση και του άλλου παράγοντα. Αν ξαναρχίσει η χορήγηση των δόσεων μετά από καθυστέρηση, είτε η επανέναρξη της θεραπείας με το συνδυασμό ή η μονοθεραπεία με nivolumab μπορεί να γίνει με βάση την ατομική αξιολόγηση κάθε ασθενούς.
Ειδικοί πληθυσμοί
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του YERVOY σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι πολύ περιορισμένα. Το YERVOY δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
Ηλικιωμένοι
Δεν αναφέρθηκαν γενικές διαφορές στην ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) και νεότερους ασθενείς (< 65 ετών). Τα δεδομένα από ασθενείς με RCC στο πλαίσιο θεραπείας πρώτης γραμμής ηλικίας 75 ετών και άνω είναι πολύ περιορισμένα ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τον πληθυσμό αυτό (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν είναι απαραίτητη ειδική αναπροσαρμογή της δόσης σε αυτόν τον πληθυσμό (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του YERVOY δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση τα φαρμακοκινητικά αποτελέσματα στον πληθυσμό, δεν είναι απαραίτητη ειδική αναπροσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του YERVOY δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Με βάση τα αποτελέσματα φαρμακοκινητικής στον πληθυσμό, δεν είναι απαραίτητη καμία ειδική προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Το YERVOY πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με επίπεδα τρανσαμινάσης ≥ 5 x ULN ή επίπεδα χολερυθρίνης > 3 x ULN στην έναρξη της θεραπείας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Τρόπος χορήγησης
Το YERVOY προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Η συνιστώμενη περίοδος έγχυσης είναι 30 ή 90 λεπτά, ανάλογα με τη δόση. Το YERVOY μπορεί να χρησιμοποιείται για ενδοφλέβια χορήγηση χωρίς αραίωση ή μπορεί να αραιωθεί σε ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) ή ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης 50 mg/ml (5%) σε συγκεντρώσεις από 1 έως 4 mg/ml. Το YERVOY δεν πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια ένεση ή bolus ένεση. Όταν χορηγείται σε συνδυασμό με nivolumab ή σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία, το nivolumab θα πρέπει να χορηγείται πρώτο και να ακολουθεί το YERVOY και στη συνέχεια η χημειοθεραπεία την ίδια ημέρα. Για κάθε έγχυση πρέπει να χρησιμοποιούνται ξεχωριστοί ασκοί έγχυσης και φίλτρα. Για οδηγίες σχετικά με την παρασκευή και το χειρισμό του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-YERVOY
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-YERVOY
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Όταν το ipilimumab χορηγείται σε συνδυασμό, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των άλλων συστατικών της θεραπείας συνδυασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις προειδοποιήσεις και τις προφυλάξεις που συνδέονται με τη θεραπεία με nivolumab, ανατρέξτε στην ΠΧτΠ για το nivolumab. Οι περισσότερες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες αντιδράσεις βελτιώθηκαν ή απέδραμαν με την κατάλληλη αντιμετώπιση, συμπεριλαμβανομένων της έναρξης κορτικοστεροειδών και των τροποποιήσεων της θεραπείας (βλ. Δοσολογία). Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε μεγαλύτερη συχνότητα όταν το nivolumab χορηγήθηκε σε συνδυασμό με ipilimumab, σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με nivolumab. Με τη θεραπεία συνδυασμού έχουν επίσης αναφερθεί καρδιακά και πνευμονικά ανεπιθύμητα συμβάντα, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς για καρδιακές και πνευμονικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις, καθώς και για κλινικά σημεία, συμπτώματα και μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές που υποδεικνύουν διαταραχή των ηλεκτρολυτών και αφυδάτωση πριν από τη θεραπεία και σε περιοδική βάση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση εμφάνισης απειλητικών για τη ζωή ή υποτροπιαζουσών σοβαρών καρδιακών και πνευμονικών ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Δοσολογία). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται συνεχώς (τουλάχιστον για διάστημα 5 μηνών μετά την τελευταία δόση) δεδομένου ότι ανεπιθύμητες αντιδράσεις με το συνδυασμό ipilimumab και nivolumab ενδέχεται να εμφανιστούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια ή μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Το ipilimumab σχετίζεται με φλεγμονώδεις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που προκύπτουν από αυξημένη ή εκτεταμένη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού (ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό) και πιθανόν σχετίζονται με το μηχανισμό δράσης του. Ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό που μπορεί να είναι σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή, είναι πιθανό να συμπεριλαμβάνουν γαστρεντερικές, ηπατικές, δερματικές, νευρολογικές, ενδοκρινολογικές ή άλλων οργανικών συστημάτων. Ενώ οι περισσότερες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό εμφανίστηκαν κατά την περίοδο επαγωγής έχει επίσης αναφερθεί εκδήλωση μήνες μετά από την τελευταία δόση του ipilimumab. Εκτός αν προσδιοριστεί διαφορετική αιτιολογία, η διάρροια, η αυξημένη συχνότητα κενώσεων, το αίμα στα κόπρανα, οι αυξήσεις LFT, το εξάνθημα και η ενδοκρινοπάθεια πρέπει να θεωρηθούν φλεγμονώδεις και να συνδέονται με το ipilimumab. Η πρώιμη διάγνωση και η κατάλληλη διαχείριση είναι απαραίτητες για την ελαχιστοποίηση απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών. Συστηματική εισαγωγή υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών με ή χωρίς επιπρόσθετη ανοσοκατασταλτική θεραπεία είναι πιθανό να απαιτηθεί για την αντιμετώπιση σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό. Ειδικές για το ipilimumab κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με το ανοσοποιητικό περιγράφονται παρακάτω για χρήση στο πλαίσιο μονοθεραπείας και σε συνδυασμό με nivolumab. Για τις πιθανολογούμενες, σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες αντιδράσεις, θα πρέπει να πραγματοποιείται επαρκής αξιολόγηση προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αιτιολογία ή να αποκλειστούν άλλες αιτίες. Με βάση τη βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, η χορήγηση του ipilimumab ή του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και να χορηγούνται κορτικοστεροειδή. Εάν για την αντιμετώπιση μίας ανεπιθύμητης ενέργειας που εμφανίζεται ως συνέπεια της θεραπείας συνδυασμού χρησιμοποιηθεί ανοσοκαταστολή με κορτικοστεροειδή, με την εμφάνιση βελτίωσης θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σταδιακή μείωση της δόσης μέσα σε διάστημα τουλάχιστον 1 μηνός. Η σταδιακή μείωση με ταχείς ρυθμούς μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση ή επανεμφάνιση της ανεπιθύμητης ενέργειας. Εάν, παρά τη χρήση κορτικοστεροειδών, υπάρχει επιδείνωση ή απουσία βελτίωσης, μπορεί να προστεθεί μη κορτικοστεροειδική ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab δεν πρέπει να ξεκινά εκ νέου ενόσω ο ασθενής λαμβάνει ανοσοκατασταλτικές δόσεις κορτικοστεροειδών ή άλλη ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Στους ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική θεραπεία θα πρέπει να γίνεται προφυλακτική χρήση αντιβιοτικών για την πρόληψη ευκαιριακών λοιμώξεων. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση επανεμφάνισης οποιασδήποτε σοβαρής, σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητης ενέργειας, καθώς και σε περίπτωση εμφάνισης οποιασδήποτε σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητης ενέργειας που είναι απειλητική για τη ζωή.
Γαστρεντερικές αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρές γαστρεντερικές αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό. Θανατηφόρα περιστατικά λόγω διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα έχουν αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg σε μια μελέτη προχωρημένου (μη χειρουργήσιμου ή μεταστατικού) μελανώματος Φάσης 3 (MDX010-20, βλέπε Φαρμακοδυναμικές) ο διάμεσος χρόνος έως την εκδήλωση σοβαρών ή θανατηφόρων (Βαθμού 3-5) γαστρεντερικών αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό ήταν 8 εβδομάδες (εύρος 5 έως 13 εβδομάδες) από την αρχή της θεραπείας. Με κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση σχετιζόμενες με το πρωτόκολλο, η υποχώρηση (ορίζεται ως βελτίωση σε ήπια [Βαθμού 1] ή λιγότερο ή στη σοβαρότητα κατά την έναρξη) εμφανίστηκε στις περισσότερες περιπτώσεις (90%) σε διάμεσο χρόνο από την εκδήλωση έως την υποχώρηση 4 εβδομάδες (εύρος 0,6 έως 22 εβδομάδες). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για γαστρεντερικά σημεία και συμπτώματα που είναι πιθανό να υποδεικνύουν κολίτιδα σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ή διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα. Στην κλινική εικόνα είναι πιθανό να συμπεριλαμβάνεται διάρροια, αυξημένη συχνότητα εντερικών κινήσεων, κοιλιακό άλγος ή αιματοχεσία, με ή χωρίς πυρετό. Σε κλινικές δοκιμές, κολίτιδα σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό συσχετίστηκε με στοιχεία φλεγμονής του βλεννογόνου, με ή χωρίς εξελκώσεις και λεμφοκυτταρική και ουδετεροφιλική διήθηση. Μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί περιπτώσεις λοίμωξης/επανενεργοποίησης του κυτταρομεγαλοϊού (CMV) σε ασθενείς με ανθεκτική στα κορτικοστεροειδή κολίτιδα σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό. Θα πρέπει να διενεργείται ανάλυση κοπράνων για λοιμώξεις μετά την παρουσίαση διάρροιας ή κολίτιδας για να αποκλεισθούν λοιμώδεις ή άλλες πιθανές αιτίες. Συστάσεις για την αντιμετώπιση της διάρροιας ή της κολίτιδας βασίζονται στην βαρύτητα των συμπτωμάτων (σύμφωνα με την ταξινόμηση της βαθμολόγησης της βαρύτητας κατά NCI-CTCAE v4). Ασθενείς με ήπια έως μέτρια (Βαθμού 1 ή 2) διάρροια (αύξηση έως 6 κενώσεις την ημέρα) ή πιθανολογούμενη ήπια έως μέτρια κολίτιδα (π.χ. κοιλιακό άλγος ή αίμα στα κόπρανα), είναι πιθανό να παραμείνουν στο ipilimumab. Συνιστάται συμπτωματική θεραπεία (π.χ. λοπεραμίδη, υποκατάσταση υγρών) και προσεκτική παρακολούθηση. Εάν τα ήπια έως μέτρια συμπτώματα υποτροπιάσουν ή επιμείνουν για 5-7 ημέρες, η προγραμματισμένη δόση του ipilimumab θα πρέπει να καθυστερείται και θα πρέπει να ξεκινήσει θεραπεία με κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζόνη 1 mg/kg από το στόμα άπαξ ημερησίως ή ισοδύναμο). Εάν παρουσιαστεί υποχώρηση σε Βαθμό 0-1 ή επιστροφή στην έναρξη, το ipilimumab μπορεί να ξαναχορηγηθεί (βλέπε Δοσολογία). Το ipilimumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς με σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) διάρροια ή κολίτιδα (βλέπε Δοσολογία), και πρέπει να ξεκινήσει αμέσως υψηλής δόσης ενδοφλέβια θεραπεία με κορτικοστεροειδή συστηματικά. (Σε κλινικές δοκιμές έχει χρησιμοποιηθεί μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg/ημέρα). Όταν ελέγχεται η διάρροια και άλλα συμπτώματα, η έναρξη βαθμιαίας μείωσης και διακοπής των κορτικοστεροειδών πρέπει να βασίζεται σε κλινική απόφαση. Σε κλινικές δοκιμές, η ταχεία βαθμιαία μείωση και διακοπή (σε διαστήματα < 1 μήνα) οδήγησε στην υποτροπή της διάρροιας ή της κολίτιδας σε ορισμένους ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται για στοιχεία διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα ή περιτονίτιδας. Η εμπειρία από κλινικές δοκιμές σχετικά με την αντιμετώπιση διάρροιας ανθεκτικής σε κορτικοστεροειδή ή κολίτιδας είναι περιορισμένη. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η προσθήκη ενός εναλλακτικού ανοσοκατασταλτικού παράγοντα στο θεραπευτικό σχήμα των κορτικοστεροειδών στην ανθεκτική στα κορτικοστεροειδή κολίτιδα που συνδέεται με το ανοσοποιητικό εφόσον άλλα αίτια έχουν αποκλεισθεί (συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης/επανενεργοποίησης του Κυτταρομεγαλοϊού (CMV) μετά από αξιολόγηση με τη μέθοδο PCR για ανίχνευση ιικού φορτίου σε βιοψία και άλλης ιογενούς, βακτηριακής και παρασιτικής αιτιολογίας). Σε κλινικές δοκιμές, προστέθηκε εφάπαξ δόση infliximab 5 mg/kg, εκτός εάν ήταν αντένδειξη. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται infliximab εάν πιθανολογείται διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα ή σηψαιμία (βλέπε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το infliximab).
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab έχει παρατηρηθεί σοβαρή διάρροια ή κολίτιδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για την εμφάνιση διάρροιας και πρόσθετων συμπτωμάτων κολίτιδας, όπως κοιλιακό άλγος και παρουσία βλέννης ή αίματος στα κόπρανα. Οι λοιμώδεις αιτιολογίες και οι αιτιολογίες που σχετίζονται με τη νόσο θα πρέπει να αποκλείονται. Σε περίπτωση διάρροιας ή κολίτιδας Βαθμού 4, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά και πρέπει να ξεκινά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Για διάρροια ή κολίτιδα Βαθμού 3 που παρατηρείται με το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab απαιτείται οριστική διακοπή της θεραπείας και έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Σε περίπτωση διάρροιας ή κολίτιδας Βαθμού 2, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται. Σε περίπτωση εμμένουσας διάρροιας ή κολίτιδας, πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή σε δόση 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών, εφόσον χρειαστεί. Σε περίπτωση επιδείνωσης ή μη βελτίωσης παρά την έναρξη κορτικοστεροειδών, η δόση πρέπει να αυξάνεται σε 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης και το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab έχουν παρατηρηθεί σοβαρή πνευμονίτιδα ή διάμεση πνευμονοπάθεια, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας όπως ακτινογραφικές μεταβολές (π.χ., εστιακές περιοχές θολερότητας δίκην θαμβής υάλου, πυκνωτικά διηθήματα), δύσπνοια και υποξία. Οι λοιμώδεις αιτιολογίες και οι αιτιολογίες που σχετίζονται με τη νόσο θα πρέπει να αποκλείονται. Σε περίπτωση πνευμονίτιδας Βαθμού 3 ή 4, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά και πρέπει να ξεκινά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 2 έως 4 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Σε περίπτωση (συμπτωματικής) πνευμονίτιδας Βαθμού 2, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 1 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών. Σε περίπτωση επιδείνωσης ή μη βελτίωσης παρά την έναρξη κορτικοστεροειδών, η δόση πρέπει να αυξάνεται σε 2 έως 4 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης και το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
Ηπατοτοξικότητα που συνδέεται με το ανοσοποιητικό
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρή ηπατοτοξικότητα σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό. Θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg στην MDX010-20, ο χρόνος έως την εκδήλωση μέτριας έως σοβαρής ή θανατηφόρου (Βαθμού 2-5) ηπατοτοξικότητας που συνδέεται με το ανοσοποιητικό κυμάνθηκε από 3 έως 9 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Με κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση σχετιζόμενες με το πρωτόκολλο, ο χρόνος έως την υποχώρηση κυμάνθηκε από 0,7 έως 2 εβδομάδες. Οι ηπατικές τρανσαμινάσες και η χολερυθρίνη πρέπει να αξιολογούνται πριν από κάθε δόση του ipilimumab, καθώς πρόωρες εργαστηριακές μεταβολές μπορεί να υποδεικνύουν ανακύπτουσα ηπατίτιδα σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό (βλέπε Δοσολογία). Αυξήσεις σε LFT είναι πιθανό να αναπτυχθούν απουσία κλινικών συμπτωμάτων. Πρέπει να αξιολογούνται αυξήσεις της AST και της ALT ή της ολικής χολερυθρίνης προς αποκλεισμό λοιπών αιτίων κάκωσης του ήπατος, συμπεριλαμβανομένων λοιμώξεων, εξέλιξης του όγκου ή ταυτόχρονης φαρμακευτικής αγωγής και να παρακολουθούνται έως την υποχώρησή τους. Βιοψίες ήπατος από ασθενείς που είχαν ηπατοτοξικότητα σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό, κατέδειξαν στοιχεία οξείας φλεγμονής (ουδετερόφιλα, λεμφοκύτταρα και μακροφάγα). Για ασθενείς με αύξηση σε τρανσαμινάσες ή ολική χολερυθρίνη Βαθμού 2, πρέπει να καθυστερείται η προγραμματισμένη δόση του ipilimumab και πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα LFT έως την υποχώρηση. Μετά την βελτίωση, το ipilimumab μπορεί να ξαναχορηγηθεί (βλέπε Δοσολογία). Για ασθενείς με αύξηση σε τρανσαμινάσες ή ολική χολερυθρίνη Βαθμού 3 ή 4, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται οριστικά (βλέπε Δοσολογία) και πρέπει να ξεκινήσει αμέσως συστηματική ενδοφλέβια θεραπεία με κορτικοστεροειδή υψηλής δόσης (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg ημερησίως ή ισοδύναμο). Σε αυτούς τους ασθενείς, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα των LFT έως την ομαλοποίηση. Όταν υποχωρούν τα συμπτώματα και τα επίπεδα των LFT παρουσιάζουν σταθερή βελτίωση ή επανέρχονται στα αρχικά επίπεδα, η έναρξη βαθμιαίας μείωσης και διακοπής των κορτικοστεροειδών πρέπει να βασίζεται στην κλινική απόφαση. Η βαθμιαία μείωση και διακοπή πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα τουλάχιστον 1 μήνα. Αυξήσεις των LFT κατά τη βαθμιαία μείωση και διακοπή είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν με αύξηση της δόσης του κορτικοστεροειδούς και βραδύτερη βαθμιαία μείωση και διακοπή. Για ασθενείς με σημαντικές αυξήσεις των LFT που είναι ανθεκτικοί σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή, είναι δυνατόν να εξεταστεί η προσθήκη ενός εναλλακτικού ανοσοκατασταλτικού παράγοντα στο σχήμα με κορτικοστεροειδή. Σε κλινικές δοκιμές, χρησιμοποιήθηκε μυκοφαινολική μοφετίλη σε ασθενείς χωρίς ανταπόκριση σε θεραπεία με κορτικοστεροειδή ή που παρουσίασαν αύξηση του LFT κατά την βαθμιαία μείωση και διακοπή κορτικοστεροειδών που δεν ανταποκρινόταν σε αύξηση της δόσης των κορτικοστεροειδών (βλέπε την Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για τη μυκοφαινολική μοφετίλη).
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab έχει παρατηρηθεί σοβαρή ηπατίτιδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα ηπατίτιδας όπως αυξήσεις των τρανσαμινασών και της ολικής χολερυθρίνης. Οι λοιμώδεις αιτιολογίες και οι αιτιολογίες που σχετίζονται με τη νόσο θα πρέπει να αποκλείονται. Σε περίπτωση αύξησης των τρανσαμινασών ή της ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 3 ή 4, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά και πρέπει να ξεκινά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Σε περίπτωση αύξησης των τρανσαμινασών ή της ολικής χολερυθρίνης Βαθμού 2, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται. Οι εμμένουσες αυξήσεις αυτών των εργαστηριακών τιμών θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών, εφόσον χρειαστεί. Σε περίπτωση επιδείνωσης ή μη βελτίωσης παρά την έναρξη κορτικοστεροειδών, η δόση πρέπει να αυξάνεται σε 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης και το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
Δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Θα πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης του ipilimumab ή του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab σε ασθενείς που έχουν εκδηλώσει παλαιότερα σοβαρή ή απειλητική για τη ζωή δερματική ανεπιθύμητη ενέργεια κατά τη λήψη προηγούμενης αντικαρκινικής ανοσοδιεγερτικής θεραπείας.
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που μπορεί να συνδέονται με το ανοσοποιητικό. Έχουν παρατηρηθεί σπάνιες περιπτώσεις τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (ΤΕΝ) (συμπεριλαμβανομένου του Συνδρόμου Steven Johnson), μερικές με θανατηφόρο έκβαση. Σπάνιες περιπτώσεις Φαρμακευτικής Αντίδρασης με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) έχουν επίσης αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές και κατά τη μετεγκριτική χρήση (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η DRESS παρουσιάζεται ως εξάνθημα με ηωσινοφιλία που συσχετίζεται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: πυρετός, λεμφαδενοπάθεια, οίδημα προσώπου και συμμετοχή εσωτερικών οργάνων (ήπαρ, νεφροί, πνεύμονες). Ανάμεσα στην έκθεση στο φαρμακευτικό προϊόν και στην έναρξη της DRESS ενδέχεται να μεσολαβεί μακρά λανθάνουσα περίοδος (δύο έως οκτώ εβδομάδες). Εξάνθημα και κνησμός επαγόμενα από ipilimumab ήταν κυρίως ήπια ή μέτρια (Βαθμού 1 ή 2) και ανταποκρίνονταν σε συμπτωματική θεραπεία. Σε ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg στην MDX010-20, ο διάμεσος χρόνος έως την εκδήλωση μέτριων έως σοβαρών ή θανατηφόρων (Βαθμού 2-5) δερματικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων ήταν 3 εβδομάδες (εύρος 0,9 έως 16 εβδομάδες) από την έναρξη της θεραπείας. Με ειδικές για το πρωτόκολλο κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση, παρουσιάστηκε υποχώρηση στις περισσότερες περιπτώσεις (87%), σε διάμεσο χρόνο από την εκδήλωση έως την υποχώρηση 5 εβδομάδες (εύρος 0,6 έως 29 εβδομάδες). Εξάνθημα και κνησμός επαγόμενα από ipilimumab πρέπει να αντιμετωπίζεται με βάση τη σοβαρότητα. Ασθενείς με ένα ήπιο έως μέτριο (Βαθμού 1 έως 2) εξάνθημα μπορούν να παραμείνουν σε θεραπεία με ipilimumab με συμπτωματική θεραπεία (π.χ. αντισταμινικά). Για ήπιο έως μέτριο εξάνθημα ή ήπιο κνησμό που εμμένει για 1 έως 2 εβδομάδες και δεν βελτιώνεται με τοπικά κορτικοστεροειδή, πρέπει να ξεκινήσει η από του στόματος θεραπεία με κορτικοστεροειδή (π.χ. πρεδνιζόνη 1 mg/kg άπαξ ημερησίως ή ισοδύναμο). Για ασθενείς με ένα σοβαρό (Βαθμού 3) εξάνθημα, η προγραμματισμένη δόση του ipilimumab θα πρέπει να καθυστερηθεί. Εάν βελτιωθούν τα αρχικά συμπτώματα σε ήπια (Βαθμού 1) ή υποχωρήσουν, η θεραπεία με ipilimumab μπορεί να συνεχιστεί (βλέπε Δοσολογία). Το ipilimumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς με ένα πολύ σοβαρό (Βαθμού 4) εξάνθημα ή σοβαρό (Βαθμού 3) κνησμό (βλέπε Δοσολογία) και θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως συστηματική ενδοφλέβια θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg/ημέρα). Όταν ελεγχθεί το εξάνθημα ή ο κνησμός, η έναρξη της βαθμιαίας μείωσης και διακοπής των κορτικοστεροειδών πρέπει να βασίζεται στην κλινική απόφαση. Η βαθμιαία μείωση και διακοπή πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα τουλάχιστον 1 μήνα.
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab έχει παρατηρηθεί σοβαρό εξάνθημα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab θα πρέπει να αναστέλλεται σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος Βαθμού 3 και να διακόπτεται σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος Βαθμού 4. Το σοβαρό εξάνθημα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση υψηλής δόσης κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Έχουν παρατηρηθεί σπάνια περιστατικά συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), ορισμένα από τα οποία είχαν θανατηφόρο έκβαση. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα ή σημεία SJS ή TEN, η θεραπεία με το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab θα πρέπει να διακόπτεται και ο ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε εξειδικευμένη μονάδα για αξιολόγηση και θεραπεία. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS ή TEN με τη χρήση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab, συνιστάται η οριστική διακοπή της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).
Νευρολογικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρές νευρολογικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό. Θανατηφόρο σύνδρομο Guillain-Barré έχει αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές. Έχουν επίσης αναφερθεί συμπτώματα ομοιάζοντα με μυασθένεια gravis (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν μυϊκή αδυναμία. Μπορεί ακόμη να παρουσιαστεί αισθητική νευροπάθεια. Ανεξήγητη κινητική νευροπάθεια, μυϊκή αδυναμία ή αισθητική νευροπάθεια που διαρκεί > 4 ημέρες πρέπει να αξιολογείται και θα πρέπει να αποκλειστούν μη φλεγμονώδη αίτια, όπως εξέλιξη της νόσου, λοιμώξεις, μεταβολικά σύνδρομα και ταυτόχρονη φαρμακευτική αγωγή. Για ασθενείς με μέτρια (Βαθμού 2) νευροπάθεια (κινητική με ή χωρίς αισθητική) που πιθανόν σχετίζεται με το ipilimumab, θα πρέπει να καθυστερείται η προγραμματισμένη δόση. Εάν τα νευρολογικά συμπτώματα υποχωρήσουν στην έναρξη, το ipilimumab μπορεί να ξαναχορηγηθεί στον ασθενή (βλέπε Δοσολογία). Το ipilimumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς με σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) αισθητική νευροπάθεια που πιθανολογείται ότι συνδέεται με το ipilimumab (βλέπε Δοσολογία). Οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ιδρύματος για την διαχείριση αισθητικής νευροπάθειας και πρέπει να ξεκινήσουν αμέσως ενδοφλέβια θεραπεία με κορτικοστεροειδή (π.χ. μεθυλπρεδνιζολόνη 2 mg/kg/ημέρα). Προοδευτικά σημάδια κινητικής νευροπάθειας θα πρέπει να θεωρείται ότι σχετίζονται με το ανοσοποιητικό και να αντιμετωπίζονται ανάλογα. Το ipilimumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς με σοβαρή (Βαθμού 3 ή 4) κινητική νευροπάθεια ανεξαρτήτως αιτιολογίας (βλέπε Δοσολογία).
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab έχουν παρατηρηθεί σοβαρή νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα νεφρίτιδας ή νεφρικής δυσλειτουργίας. Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν ασυμπτωματικές αυξήσεις της κρεατινίνης ορού. Οι αιτιολογίες που σχετίζονται με τη νόσο θα πρέπει να αποκλείονται. Σε περίπτωση αύξησης της κρεατινίνης ορού Βαθμού 4, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά και πρέπει να ξεκινά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Σε περίπτωση αύξησης της κρεατινίνης ορού Βαθμού 2 ή 3, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά χορήγηση κορτικοστεροειδών σε δόση 0,5 έως 1 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών. Σε περίπτωση επιδείνωσης ή μη βελτίωσης παρά την έναρξη κορτικοστεροειδών, η δόση πρέπει να αυξάνεται σε 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης και το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά.
Ενδοκρινοπάθεια που συνδέεται με το ανοσοποιητικό
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Το ipilimumab μπορεί να προκαλέσει φλεγμονή των οργάνων του ενδοκρινικού συστήματος, που εκδηλώνεται ως υποφυσίτιδα, υποϋποφυσισμό, επινεφριδιακή ανεπάρκεια και υποθυρεοειδισμό (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες) και οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν μη ειδικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να μοιάζουν με άλλα αίτια, όπως μετάσταση στον εγκέφαλο ή υποκείμενη νόσο. Στη συχνότερη κλινική εικόνα συμπεριλαμβάνεται η κεφαλαλγία και η κόπωση. Στα συμπτώματα μπορεί να συμπεριλαμβάνονται ελλείμματα του οπτικού πεδίου, αλλαγές της συμπεριφοράς, διαταραχές των ηλεκτρολυτών και υπόταση. Επινεφριδιακή κρίση ως αίτιο των συμπτωμάτων του ασθενούς πρέπει να αποκλείεται. Η κλινική εμπειρία με ενδοκρινοπάθεια σχετιζόμενη με το ipilimumab είναι περιορισμένη. Για ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg στην MDX010-20, ο χρόνος έως την εκδήλωση μέτριας έως πολύ σοβαρής (Βαθμού 2-4) ενδοκρινοπάθειας σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό κυμάνθηκε από 7 έως περίπου 20 εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Ενδοκρινοπάθεια που συνδέεται με το ανοσοποιητικό που παρατηρήθηκε σε κλινικές δοκιμές, ήταν γενικώς ελεγχόμενη με ανοσοκατασταλτική θεραπεία και θεραπεία υποκατάστασης ορμονών. Εάν υπάρχουν οποιαδήποτε σημεία επινεφριδιακής κρίσης, όπως σοβαρή αφυδάτωση, υπόταση ή καταπληξία, συνιστάται άμεση χορήγηση ενδοφλέβιων κορτικοστεροειδών με αλατοκορτικοειδική δράση και ο ασθενής θα πρέπει να αξιολογηθεί για την παρουσία σηψαιμίας ή λοιμώξεων. Εάν υπάρχουν σημεία επινεφριδιακής ανεπάρκειας, αλλά ο ασθενής δεν βρίσκεται σε επινεφριδιακή κρίση, πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω παρακλινικές εξετάσεις στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η αξιολόγηση εργαστηριακών και απεικονιστικών ελέγχων. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των εργαστηριακών ελέγχων για την έλεγχο της ενδοκρινούς λειτουργίας πρέπει να πραγματοποιείται πριν από την έναρξη θεραπείας με κορτικοστεροειδή. Εάν οι απεικονιστικοί έλεγχοι της υπόφυσης ή εργαστηριακοί έλεγχοι της ενδοκρινούς λειτουργίας είναι μη φυσιολογικοί, συνιστάται βραχύ σχήμα θεραπείας με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών (π.χ. δεξαμεθαζόνη 4 mg ανά 6 ώρες ή ισοδύναμο) ώστε να αντιμετωπιστεί η φλεγμονή του προσβεβλημένου αδένα και η προγραμματισμένη δόση του ipilimumab θα πρέπει να καθυστερηθεί (βλέπε Δοσολογία). Αυτή τη στιγμή είναι άγνωστο εάν η θεραπεία με κορτικοστεροειδή αναστρέφει την αδενική δυσλειτουργία. Θα πρέπει επίσης να ξεκινήσει κατάλληλη υποκατάσταση ορμονών. Είναι πιθανό να είναι απαραίτητη μακροχρόνια θεραπεία με υποκατάσταση ορμονών. Όταν τεθούν υπό έλεγχο τα συμπτώματα ή οι μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές και είναι εμφανής η βελτίωση του ασθενούς συνολικά, μπορεί να συνεχιστεί η θεραπεία με ipilimumab και η έναρξη της βαθμιαίας μείωσης και διακοπής των κορτικοστεροειδών πρέπει να βασίζεται στην κλινική απόφαση. Η βαθμιαία μείωση και διακοπή πρέπει να γίνεται μέσα σε διάστημα τουλάχιστον 1 μηνός.
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab έχουν παρατηρηθεί σοβαρές ενδοκρινοπάθειες, περιλαμβανομένων του υποθυρεοειδισμού, του υπερθυρεοειδισμού, της επινεφριδικής ανεπάρκειας (και δευτερογενούς επινεφριδικής ανεπάρκειας), της υποφυσίτιδας (και υποϋποφυσισμού), του σακχαρώδους διαβήτη και της διαβητικής κετοξέωσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα ενδοκρινοπαθειών και για υπεργλυκαιμία και αλλαγές στη θυρεοειδική λειτουργία (στην έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και όπως ενδείκνυται με βάση την κλινική αξιολόγηση). Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν κόπωση, κεφαλαλγία, μεταβολές της νοητικής κατάστασης, κοιλιακό άλγος, ασυνήθεις εντερικές συνήθειες και υπόταση ή μη ειδικά συμπτώματα τα οποία μπορεί να παραπέμπουν σε άλλα αίτια, όπως εγκεφαλικές μεταστάσεις ή υποκείμενη νόσο. Εκτός αν έχει προσδιοριστεί άλλη αιτιολογία, τα σημεία ή συμπτώματα ενδοκρινοπάθειας θα πρέπει να θεωρούνται ως σχετιζόμενα με το ανοσοποιητικό. Σε περίπτωση συμπτωματικού υποθυρεοειδισμού, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά θεραπεία υποκατάστασης των θυρεοειδικών ορμονών, όπως απαιτείται. Σε περίπτωση συμπτωματικού υπερθυρεοειδισμού, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά θεραπεία με αντιθυρεοειδικά φάρμακα, όπως απαιτείται. Θα πρέπει, επίσης, να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης σε περίπτωση που πιθανολογείται οξεία φλεγμονή του θυρεοειδούς. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών, εφόσον χρειαστεί. Η παρακολούθηση της θυρεοειδικής λειτουργίας θα πρέπει να συνεχιστεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η κατάλληλη ορμονική υποκατάσταση. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση απειλητικού για τη ζωή υπερθυρεοειδισμού ή υποθυρεοειδισμού. Σε περίπτωση συμπτωματικής ανεπάρκειας των επινεφριδίων Βαθμού 2, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά φυσιολογική υποκατάσταση των κορτικοστεροειδών, όπως απαιτείται. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση σοβαρής (Βαθμού 3) ή απειλητικής για τη ζωή (Βαθμού 4) ανεπάρκειας των επινεφριδίων. Η παρακολούθηση της λειτουργίας των επινεφριδίων και των επιπέδων των ορμονών θα πρέπει να συνεχιστεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η κατάλληλη υποκατάσταση κορτικοστεροειδών. Σε περίπτωση συμπτωματικής υποφυσίτιδας Βαθμού 2 ή 3, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά ορμονική υποκατάσταση, όπως απαιτείται. Θα πρέπει επίσης να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης κορτικοστεροειδών σε δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ισοδυνάμων μεθυλπρεδνιζολόνης σε περίπτωση που πιθανολογείται οξεία φλεγμονή της υπόφυσης. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών, εφόσον χρειαστεί. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση απειλητικής για τη ζωή (Βαθμού 4) υποφυσίτιδας. Η παρακολούθηση της λειτουργίας της υπόφυσης και των επιπέδων των ορμονών θα πρέπει να συνεχιστεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η κατάλληλη ορμονική υποκατάσταση. Σε περίπτωση συμπτωματικού διαβήτη, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και πρέπει να ξεκινά υποκατάσταση ινσουλίνης, όπως απαιτείται. Η παρακολούθηση των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα θα πρέπει να συνεχιστεί προκειμένου να διασφαλιστεί ότι χρησιμοποιείται η κατάλληλη υποκατάσταση ινσουλίνης. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση απειλητικού για τη ζωή διαβήτη.
Αντίδραση στην έγχυση
Ipilimumab ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με nivolumab
Σοβαρές αντιδράσεις στην έγχυση έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες του ipilimumab ή του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε περίπτωση σοβαρής ή απειλητικής για τη ζωή αντίδρασης στην έγχυση, η έγχυση του ipilimumab ή του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται και να χορηγείται κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Οι ασθενείς με ήπια ή μέτρια αντίδραση στην έγχυση μπορούν να λάβουν ipilimumab ή ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab υπό στενή παρακολούθηση και υπό προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή σύμφωνα με τις τοπικές κατευθυντήριες οδηγίες θεραπείας για την προφύλαξη έναντι αντιδράσεων στην έγχυση.
Άλλες ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις που πιθανολογείται ότι συνδέονται με το ανοσοποιητικό, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg στην MDX010-20: ραγοειδίτιδα, ηωσινοφιλία, αύξηση λιπάσης και σπειραματονεφρίτιδα. Επιπροσθέτως, ιρίτιδα, αιμολυτική αναιμία, αυξήσεις αμυλάσης, πολυοργανική ανεπάρκεια και πνευμονίτιδα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν πεπτιδικό εμβόλιο με ipilimumab 3 mg/kg + gp100 στην MDX010-20. Μετεγκριτικά έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συνδρόμου Vogt Koyanagi Harada και ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αν οι αντιδράσεις είναι σοβαρές (Βαθμού 3 ή 4) είναι πιθανό να απαιτηθεί άμεσα θεραπεία με υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών συστηματικά και διακοπή του ipilimumab (βλέπε Δοσολογία). Για ραγοειδίτιδα, ιρίτιδα, ορώδη αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς ή επισκληρίτιδα που συνδέεται με το ipilimumab, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών στη μορφή των οφθαλμικών σταγόνων όπως ενδείκνυται ιατρικά. Παροδική απώλεια της όρασης έχει αναφερθεί σε ασθενείς με σχετιζόμενες με το ipilimumab οφθαλμικές φλεγμονές.
Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου
Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου έχει αναφερθεί στο μετεγκριτικό πλαίσιο σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ipilimumab. Η θεραπεία με ipilimumab μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης σε λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται το όφελος από τη θεραπεία με ipilimumab έναντι του κινδύνου πιθανής απόρριψης του οργάνου.
Ipilimumab ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με αναστολέα PD-1 ή PD-L1
Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH) έχει παρατηρηθεί με το ipilimumab ως μονοθεραπεία και με το ipilimumab σε συνδυασμό με έναν αναστολέα των PD-1 ή PD-L1 (συμπεριλαμβανομένου του nivolumab). Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση του ipilimumab ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με έναν αναστολέα των PD-1 ή PD-L1. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης HLH, η χορήγηση του ipilimumab ή του ipilimumab σε συνδυασμό με έναν αναστολέα των PD-1 ή PD-L1 θα πρέπει να διακόπτεται και να ξεκινά θεραπεία για την αντιμετώπιση της HLH.
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Οι ακόλουθες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναφέρθηκαν σε λιγότερο από το 1% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με θεραπεία με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab σε κλινικές μελέτες σε όλες τις δόσεις και τους τύπους όγκων: παγκρεατίτιδα, ραγοειδίτιδα, απομυελίνωση, αυτοάνομη νευροπάθεια (συμπεριλαμβανομένης της πάρεσης του προσωπικού και απαγωγού νεύρου), σύνδρομο Guillain Barré, μυασθένεια gravis, μυασθενικό σύνδρομο, άσηπτη μηνιγγίτιδα, εγκεφαλίτιδα, γαστρίτιδα, σαρκοείδωση, δωδεκαδακτυλίτιδα, μυοσίτιδα, μυοκαρδίτιδα και ραβδομυόλυση. Μετεγκριτικά έχουν αναφερθεί περιπτώσεις συνδρόμου Vogt-Koyanagi-Harada και ορώδους αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Παροδική απώλεια της όρασης έχει αναφερθεί σε ασθενείς με σχετιζόμενες με το ipilimumab οφθαλμικές φλεγμονές. Για τις πιθανολογούμενες, σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες αντιδράσεις, θα πρέπει να πραγματοποιείται επαρκής αξιολόγηση προκειμένου να επιβεβαιωθεί η αιτιολογία ή να αποκλειστούν άλλες αιτίες. Με βάση τη βαρύτητα των ανεπιθύμητων ενεργειών, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται και να χορηγούνται κορτικοστεροειδή. Με την εμφάνιση βελτίωσης, η χορήγηση του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου ύστερα από σταδιακή μείωση των κορτικοστεροειδών. Το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε περίπτωση επανεμφάνισης οποιασδήποτε σοβαρής, σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητης ενέργειας, καθώς και σε περίπτωση εμφάνισης οποιασδήποτε σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητης ενέργειας που είναι απειλητική για τη ζωή. Κατά τη χορήγηση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοτοξικότητας (μυοσίτιδα, μυοκαρδίτιδα και ραβδομυόλυση), ορισμένες με θανατηφόρο έκβαση. Αν ένας ασθενής εμφανίσει σημεία και συμπτώματα μυοτοξικότητας, πρέπει να γίνεται στενή παρακολούθηση και ο ασθενής πρέπει να παραπέμπεται σε ειδικό για αξιολόγηση και θεραπεία χωρίς καθυστέρηση. Με βάση τη βαρύτητα της μυοτοξικότητας η χορήγηση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πρέπει να αναστέλλεται ή να διακόπτεται (βλ. Δοσολογία) και πρέπει να ξεκινά κατάλληλη αγωγή. Η διάγνωση της μυοκαρδίτιδας απαιτεί υψηλό δείκτη υποψίας. Οι ασθενείς με καρδιακά ή καρδιοπνευμονικά συμπτώματα πρέπει να αξιολογούνται για πιθανή μυοκαρδίτιδα. Εάν υπάρχει υποψία μυοκαρδίτιδας, θα πρέπει να ξεκινήσει άμεσα η χορήγηση μιας υψηλής δόσης στεροειδών (πρεδνιζόνη 1 έως 2 mg/kg/ημέρα ή μεθυλπρεδνιζολόνη 1 έως 2 mg/kg/ημέρα) και η καρδιολογική αξιολόγηση με διαγνωστική επεξεργασία σύμφωνα με τις τρέχουσες κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες. Όταν επιβεβαιωθεί η διάγνωση μυοκαρδίτιδας, η θεραπεία με το nivolumab ή το nivolumab σε συνδυασμό με ipilimumab θα πρέπει να αναστέλλεται ή να διακόπτεται οριστικά (βλ. Δοσολογία).
Προφυλάξεις ειδικές ως προς τη νόσο
Μελάνωμα
Ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα, πρωτοπαθές μελάνωμα του ΚΝΣ και ενεργές μεταστάσεις του εγκεφάλου δεν συμπεριελήφθησαν στη δοκιμή MDX010-20 (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα δεν συμπεριελήφθησαν στην κλινική δοκιμή CA184-169. Εν τούτοις, ασθενείς με μεταστάσεις στον εγκέφαλο συμπεριελήφθησαν σε αυτήν την μελέτη, εφόσον ήταν ελεύθεροι νευρολογικών συμπτωμάτων σχετιζόμενων με μεταστατικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου που δεν απαιτούσαν ή δεν λάμβαναν συστηματική θεραπεία με κορτικοστεροειδή στις 10 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με ipilimumab (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Στην παιδιατρική μελέτη CA184070 δεν συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα, ενεργές μεταστάσεις στον εγκέφαλο και προηγούμενη θεραπεία με ipilimumab (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Στην παιδιατρική μελέτη CA184178 δεν συμπεριλήφθηκαν ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα, ενεργές μεταστάσεις στον εγκέφαλο και προηγούμενη θεραπεία με παράγοντες που στοχεύουν τα CTLA-4, PD-1, PD-L1 ή CD137 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι ασθενείς με αρχική βαθμολογία λειτουργικότητας ≥ 2, ενεργές μεταστάσεις στον εγκέφαλο ή αυτοάνοση νόσο και οι ασθενείς που είχαν λάβει συστηματικά ανοσοκατασταλτικά πριν από την ένταξη στη μελέτη αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab. Οι ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα /μελάνωμα του ραγοειδούς χιτώνα αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες του μελανώματος. Ελλείψει δεδομένων, το nivolumab θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς κατόπιν προσεκτικής εξέτασης του δυνητικού οφέλους-κινδύνου σε ατομική βάση. Σε σχέση με τη μονοθεραπεία με nivolumab, αύξηση της PFS για το συνδυασμό του ipilimumab με nivolumab τεκμηριώνεται μόνο σε ασθενείς με χαμηλή έκφραση PD-L1 στον όγκο. Η βελτίωση της OS ήταν παρόμοια ανάμεσα στο ipilimumab με nivolumab και στη μονοθεραπεία με nivolumab σε ασθενείς με υψηλή έκφραση PD-L1 στον όγκο (PD-L1 ≥ 1%). Πριν από την έναρξη της θεραπείας συνδυασμού, συνιστάται οι γιατροί να αξιολογούν προσεκτικά τα ατομικά χαρακτηριστικά του ασθενή και του όγκου, λαμβάνοντας υπόψη τα οφέλη και την τοξικότητα που έχουν παρατηρηθεί για το συνδυασμό σε σχέση με τη μονοθεραπεία με nivolumab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
Χρήση ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab σε ασθενείς με μελάνωμα που έχουν ταχέως εξελισσόμενη νόσο.
Οι ιατροί πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την καθυστερημένη εκδήλωση δράσης του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab πριν από την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενη νόσο (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Καρκίνωμα νεφρών
Οι ασθενείς με οποιοδήποτε ιστορικό μεταστάσεων στον εγκέφαλο ή συνυπάρχουσες μεταστάσεις στον εγκέφαλο, ενεργή αυτοάνοση νόσο ή ιατρικές καταστάσεις που χρήζουν συστηματικής ανοσοκαταστολής αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Ελλείψει δεδομένων, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς κατόπιν προσεκτικής εξέτασης του δυνητικού οφέλους-κινδύνου σε ατομική βάση.
Μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα
Οι ασθενείς με ενεργό αυτοάνοσο νόσημα, συμπτωματική διάμεση πνευμονοπάθεια, ιατρικές παθήσεις που χρήζουν συστηματικής ανοσοκαταστολής, ενεργή (μη αντιμετωπισθείσα) εγκεφαλική μετάσταση, οι οποίοι είχαν λάβει προηγούμενη συστηματική θεραπεία για προχωρημένη νόσο, ή οι οποίοι είχαν μεταλλάξεις ευαισθητοποίησης του EGFR ή μεταθέσεις ALK αποκλείστηκαν από την κύρια μελέτη στην πρώτης γραμμής θεραπεία του NSCLC (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Φαρμακοδυναμικές). Τα διαθέσιμα δεδομένα σε ηλικιωμένους ασθενείς (ηλικίας ≥ 75 ετών) είναι περιορισμένα (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σε αυτούς τους ασθενείς, το ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή μετά από προσεκτική εξέταση της δυνητικής σχέσης οφέλους/κινδύνου σε ατομική βάση.
Ασθενείς με αυτοάνοση νόσο
Ασθενείς με ιστορικό αυτοάνοσης νόσου (εκτός από λεύκη και επαρκώς ελεγχόμενη ενδοκρινική ανεπάρκεια, όπως υποθυρεοειδισμός), συμπεριλαμβανομένων αυτών για τους οποίους απαιτείται συστηματική ανοσοκατασταλτική θεραπεία για προϋπάρχουσα ενεργό αυτοάνοση νόσο ή για διατήρηση μοσχεύματος μετά από μεταμόσχευση οργάνου, δεν αξιολογήθηκαν σε κλινικές δοκιμές. Το ipilimumab είναι ενισχυτής των Τ κυττάρων που καθιστά δυνατή την ανοσολογική ανταπόκριση (βλέπε Φαρμακοδυναμικές) και είναι πιθανό να παρέμβει στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία, γεγονός που οδηγεί σε παροξυσμό της υποκείμενης νόμου ή αυξημένο κίνδυνο απόρριψης του μοσχεύματος. Το ipilimumab πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με σοβαρή ενεργό αυτοάνοση νόσο, σε περιπτώσεις στις οποίες περαιτέρω ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού είναι ενδεχομένως άμεσα απειλητική για τη ζωή. Σε άλλους ασθενείς με ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, το ipilimumab θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή μετά από προσεκτική εξέταση του ενδεχόμενου κινδύνου-οφέλους σε ατομική βάση.
Ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 23 mg νατρίου ανά φιαλίδιο των 10 ml και 92 mg νατρίου ανά φιαλίδιο των 40 ml, που ισοδυναμούν με το 1,15% και 4,60% αντίστοιχα, της συνιστώμενης από τον ΠΟΥ μέγιστης ημερήσιας πρόσληψης των 2 g νατρίου για έναν ενήλικα. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την θεραπεία ασθενών που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενη περιεκτικότητα σε νάτριο.
Ταυτόχρονη χορήγηση με βεμουραφενίμπη
Σε μια μελέτη Φάσης 1, αναφέρθηκαν ασυμπτωματικές αυξήσεις 3ου βαθμού σε τρανσαμινάσες (ALT/AST > 5 × ULN) και ολικής χολερυθρίνης (ολική χολερυθρίνη > 3 × ULN) με τη ταυτόχρονη χορήγηση του ipilimumab (3 mg/kg) και της βεμουραφενίμπης (960 mg BID ή 720 mg BID). Με βάση αυτών των προκαταρκτικών δεδομένων, η ταυτόχρονη χορήγηση του ipilimumab και της βεμουραφενίμπης δεν συνιστάται.
Διαδοχική χορήγηση με βεμουραφενίμπη
Σε μια δοκιμή Φάσης 2, η διαδοχική θεραπεία με βεμουραφενίμπη ακολουθούμενη από 10 mg/kg ipilimumab σε ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα με μετάλλαξη BRAF έδειξε υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης περιστατικών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 3+ απ’ ότι μόνο με το ipilimumab. Θα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν το ipilimumab χορηγείται μετά από προηγούμενη χορήγηση βεμουραφενίμπης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα δεδομένα ασφάλειας που διατίθενται αναφορικά με τη χρήση του ipilimumab σε εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω είναι περιορισμένα και μη μακροχρόνια. Πριν την έναρξη της μονοθεραπείας με ipilimumab σε εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω, συνιστάται οι ιατροί να αξιολογούν προσεκτικά τον ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη τα περιορισμένα διαθέσιμα δεδομένα, τα παρατηρούμενα οφέλη και την τοξικότητα της μονοθεραπείας με ipilimumab στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές). Τα δεδομένα που διατίθενται για παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών είναι πολύ περιορισμένα. Ως εκ τούτου, το ipilimumab δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-YERVOY
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Το ipilimumab είναι ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα το οποίο δεν μεταβολίζεται από ένζυμα του κυτοχρώματος P450 (CYP) ή λοιπά ένζυμα που μεταβολίζουν φάρμακα.
Σε φαρμακευτική μελέτη αλληλεπίδρασης με χορήγηση του ipilimumab σε ενήλικες ως μονοθεραπεία και σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία (dacarbazine ή paclitaxel/carboplatin) διεξήχθη αξιολόγηση αλληλεπίδρασης με CYP ισοένζυμα (ιδιαίτερα CYP1A2, CYP2E1, CYP2C8 και CYP3A4) σε ασθενείς με προχωρημένο μελάνωμα που δεν έχουν λάβει θεραπεία. Δεν παρατηρήθηκε καμία κλινικώς σχετική φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση τύπου φαρμάκου προς φαρμάκου ανάμεσα στο ipilimumab και σε paclitaxel/carboplatin, dacarbazine ή τον μεταβολίτη του, 5-aminoimidazole-4-carboxamide (AIC).
Άλλες μορφές αλληλεπίδρασης
-
Κορτικοστεροειδή Η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών στην έναρξη και πριν από την έναρξη του ipilimumab, θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω της πιθανής παρεμβολής τους στη φαρμακοδυναμική δράση και αποτελεσματικότητα του ipilimumab. Ωστόσο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν συστηματικά κορτικοστεροειδή ή λοιπά ανοσοκατασταλτικά μετά από την έναρξη του ipilimumab για την θεραπεία ανεπιθύμητων αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό. Η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών μετά από την έναρξη θεραπείας με ipilimumab δεν φαίνεται να επιδρά στην αποτελεσματικότητα του ipilimumab.
-
Αντιπηκτικά Η χρήση αντιπηκτικών είναι γνωστό ότι αυξάνει τον κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας. Επειδή η γαστρεντερική αιμορραγία είναι μια ανεπιθύμητη αντίδραση με το ipilimumab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), οι ασθενείς για τους οποίους απαιτείται συγχορηγούμενη θεραπεία με αντιπηκτικά θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-YERVOY
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ipilimumab ως μονοθεραπεία
Το ipilimumab έχει χορηγηθεί περίπου σε 10.000 ασθενείς σε ένα κλινικό πρόγραμμα. Τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν έκθεση σε ipilimumab στα 3 mg/kg σε κλινικές δοκιμές μελανώματος. Το ipilimumab σχετίζεται πολύ συχνά με ανεπιθύμητες ενέργειες που προκύπτουν από αυξημένη ή εντεταμένη δράση του ανοσοποιητικού. Οι περισσότερες ήταν ήπιες έως μέτριες (Βαθμού 1 ή 2) και υποχώρησαν μετά από κατάλληλη ιατρική θεραπεία ή διακοπή του ipilimumab. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν συχνότερα (≥ 10% των ασθενών) ήταν διάρροια, εξάνθημα, κνησμός, κόπωση, ναυτία, έμετος, μειωμένη όρεξη και κοιλιακό άλγος. Η θεραπεία διακόπηκε λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών στο 10% των ασθενών.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με προχωρημένο μελάνωμα, οι οποίοι έλαβαν ipilimumab 3 mg/kg σε κλινικές δοκιμές (n = 767) και από τη μετεγκριτική παρακολούθηση, παρουσιάζονται στον Πίνακα 4. Τα ποσοστά ανεπιθύμητων αντιδράσεων που συνδέονται με το ανοσοποιητικό ήταν παρόμοια με αυτά που παρατηρήθηκαν συνολικά.
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Όταν το ipilimumab χορηγείται σε συνδυασμό με nivolumab, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος για το nivolumab πριν από την έναρξη της θεραπείας.
Μελάνωμα (ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg, n=448)
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥ 10%) ήταν εξάνθημα (52%), κόπωση (46%), διάρροια (43%), κνησμός (36%), ναυτία (26%), πυρεξία (19%), μειωμένη όρεξη (16%), υποθυρεοειδισμός (16%), κολίτιδα (15%), έμετος (14%), αρθραλγία (13%), κοιλιακό άλγος (13%), κεφαλαλγία (11%) και δύσπνοια (10%). Η πλειοψηφία ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας (Βαθμού 1 ή 2). Το 49% παρουσίασαν Βαθμού 3 ή 4 ανεπιθύμητες ενέργειες κατά την αρχική φάση συνδυασμού.
RCC (ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg, n=547)
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥ 10%) ήταν κόπωση (48%), εξάνθημα (34%), κνησμός (28%), διάρροια (27%), ναυτία (20%), υποθυρεοειδισμός (16%), μυοσκελετικό άλγος (15%), αρθραλγία (14%), μειωμένη όρεξη (14%), πυρεξία (14%), έμετος (11%) και υπερθυρεοειδισμός (11%). Η πλειοψηφία ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας (Βαθμού 1 ή 2). Το 31% παρουσίασαν Βαθμού 3 ή 4 ανεπιθύμητες ενέργειες κατά την αρχική φάση συνδυασμού.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στη συγκεντρωτική ομάδα δεδομένων για τους ασθενείς που έλαβαν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab παρουσιάζονται στον Πίνακα 5.
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία
Όταν το ipilimumab χορηγείται σε συνδυασμό, ανατρέξτε στην Περίληψη Χαρακτηριστικών του Προϊόντος των αντίστοιχων συστατικών της θεραπείας συνδυασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας.
NSCLC (ipilimumab 1 mg/kg κάθε 6 εβδομάδες + nivolumab 360 mg κάθε 3 εβδομάδες + 2 κύκλους χημειοθεραπείας, n=358)
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν κόπωση (36%), ναυτία (26%), εξάνθημα (25%), διάρροια (20%), κνησμός (18%), μειωμένη όρεξη (16%), υποθυρεοειδισμός (15%) και έμετος (13%). Η πλειοψηφία ήταν ήπιας έως μέτριας βαρύτητας (Βαθμού 1 ή 2).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε αυτή την ομάδα δεδομένων παρουσιάζονται στον Πίνακα 6.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Με εξαίρεση τις περιπτώσεις στις οποίες επισημαίνεται, τα δεδομένα για τη μονοθεραπεία με ipilimumab βασίζονται σε ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg (n = 131) ή ipilimumab 3 mg/kg σε συνδυασμό με gp100 (n = 380) σε μια μελέτη Φάσης 3 του προχωρημένου (μη χειρουργήσιμου ή μεταστατικού) μελανώματος (MDX010-20, βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Το ipilimumab σε συνδυασμό συνδέεται με σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες απέδραμαν με την κατάλληλη ιατρική θεραπεία. Οριστική διακοπή της θεραπείας απαιτήθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με nivolumab.
Πίνακας 7: Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε οριστική διακοπή της θεραπείας ή απαίτησαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών με βάση το δοσολογικό σχήμα (Παρουσιάζει ποσοστά για πνευμονίτιδα, κολίτιδα, ηπατίτιδα, νεφρίτιδα, ενδοκρινοπάθειες, δερματικές, υπερευαισθησία/αντίδραση στην έγχυση για διαφορετικούς συνδυασμούς ipilimumab και nivolumab).
Γαστρεντερικές αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρές γαστρεντερικές αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό. Θανατηφόρα περιστατικά λόγω διάτρησης του γαστρεντερικού σωλήνα έχουν αναφερθεί σε < 1% των ασθενών που έλαβαν ipilimumab 3 mg/kg σε συνδυασμό με gp100. Στην ομάδα με μονοθεραπεία ipilimumab 3 mg/kg, αναφέρθηκε διάρροια και κολίτιδα οποιασδήποτε βαρύτητας στο 27% και 8% αντίστοιχα. Η συχνότητα σοβαρής (Βαθμού 3 ή 4) διάρροιας και κολίτιδας ήταν 5% για το καθένα. Ο διάμεσος χρόνος έως την εκδήλωση σοβαρών ή θανατηφόρων γαστρεντερικών αντιδράσεων ήταν 8 εβδομάδες. Υποχώρηση παρουσιάστηκε στο 90% με διάμεσο χρόνο 4 εβδομάδες.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα:
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg (μελάνωμα): επίπτωση διάρροιας ή κολίτιδας 46,7%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 13,6%, 15,8%, 0,4%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 1,2 μήνες. Υποχώρηση σε 89,4% (διάμεσος χρόνος 3,0 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg (RCC): επίπτωση διάρροιας ή κολίτιδας 28,2%. Βαθμού 2, 3 αναφέρθηκαν σε 10,4%, 4,9%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 1,2 μήνες. Υποχώρηση σε 91,5% (διάμεσος χρόνος 2,4 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία (NSCLC): επίπτωση διάρροιας ή κολίτιδας 22,3%. Βαθμού 2, 3, 4, 5 αναφέρθηκαν σε 7%, 5%, 0,3%, 0,3%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 5,1 εβδομάδες. Υποχώρηση σε 87,5% (διάμεσος χρόνος 1,4 εβδομάδες).
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg (μελάνωμα): επίπτωση πνευμονίτιδας 7,8%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 4,7%, 1,1%, 0,2%. Ένα θανατηφόρο περιστατικό Βαθμού 3. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 2,6 μήνες. Υποχώρηση σε 94,3% (διάμεσος χρόνος 6,1 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg (RCC): επίπτωση πνευμονίτιδας 6,2%. Βαθμού 2, 3 αναφέρθηκαν σε 3,1%, 1,1%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 2,6 μήνες. Υποχώρηση σε 91,2% (διάμεσος χρόνος 6,1 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία (NSCLC): επίπτωση πνευμονίτιδας 5,3%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 2,2%, 1,1%, 0,6%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 18,1 εβδομάδες. Υποχώρηση σε 74% (διάμεσος χρόνος 4,3 εβδομάδες).
Ηπατοτοξικότητα που συνδέεται με το ανοσοποιητικό
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρή ηπατοτοξικότητα που συνδέεται με το ανοσοποιητικό. Θανατηφόρος ηπατική ανεπάρκεια έχει αναφερθεί σε < 1% των ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία ipilimumab 3 mg/kg. Αυξήσεις AST και ALT οποιασδήποτε βαρύτητας αναφέρθηκαν στο 1% και 2% αντίστοιχα. Δεν υπήρχαν αναφορές σοβαρής (Βαθμού 3 ή 4) αύξησης AST ή ALT. Ο χρόνος έως την εκδήλωση μέτριας έως σοβαρής ηπατοτοξικότητας κυμάνθηκε από 3 έως 9 εβδομάδες. Ο χρόνος έως την υποχώρηση κυμάνθηκε από 0,7 έως 2 εβδομάδες.
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg: επίπτωση μη φυσιολογικών δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας 29,5%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 6,7%, 15,4%, 1,8%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 1,5 μήνες. Υποχώρηση σε 93,9% (διάμεσος χρόνος 5,1 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg (RCC): επίπτωση μη φυσιολογικών δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας 18,5%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 4,8%, 6,6%, 1,6%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 2,0 μήνες. Υποχώρηση σε 85,1% (διάμεσος χρόνος 6,1 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία (NSCLC): επίπτωση μη φυσιολογικών δοκιμασιών ηπατικής λειτουργίας 13,4%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 3,1%, 3,4%, 1,1%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 10,6 εβδομάδες. Υποχώρηση σε 80,4% (διάμεσος χρόνος 5 εβδομάδες).
Δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Θανατηφόρος τοξική επιδερμική νεκρόλυση (συμπεριλαμβανομένου του SJS) έχει αναφερθεί σε < 1% των ασθενών. DRESS έχει αναφερθεί σπάνια. Πεμφιγοειδές περιστασιακά. Στην ομάδα με μονοθεραπεία ipilimumab 3 mg/kg, αναφέρθηκε εξάνθημα και κνησμός στο 26% των ασθενών. Κυρίως ήπια (Βαθμού 1) ή μέτρια (Βαθμού 2). Ο διάμεσος χρόνος έως την εκδήλωση μέτριων έως σοβαρών δερματικών αντιδράσεων ήταν 3 εβδομάδες. Υποχώρηση στο 87% (διάμεσος χρόνος 5 εβδομάδες).
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg (μελάνωμα): επίπτωση εξανθήματος 65,0%. Βαθμού 2, 3 αναφέρθηκαν σε 20,3%, 7,6%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 0,5 μήνες. Υποχώρηση σε 65,9% (διάμεσος χρόνος 11,4 εβδομάδες). Σπάνια SJS και TEN, ορισμένα θανατηφόρα.
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg (RCC): επίπτωση εξανθήματος 48,8%. Βαθμού 2, 3 αναφέρθηκαν σε 13,7%, 3,7%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 0,9 μήνες. Υποχώρηση σε 72,2% (διάμεσος χρόνος 11,6 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία (NSCLC): επίπτωση εξανθήματος 37,7%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 11,5%, 4,2%, 0,3%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 3,3 εβδομάδες. Υποχώρηση σε 71,6% (διάμεσος χρόνος 9,4 εβδομάδες).
Νευρολογικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που συνδέονται με το ανοσοποιητικό
Το ipilimumab σχετίζεται με σοβαρές νευρολογικές αντιδράσεις. Θανατηφόρο σύνδρομο Guillain-Barré έχει αναφερθεί σε < 1%. Συμπτώματα ομοιάζοντα με μυασθένεια gravis έχουν επίσης αναφερθεί σε <1% σε υψηλότερες δόσεις.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg (μελάνωμα): επίπτωση νεφρίτιδας ή νεφρικής δυσλειτουργίας 5,1%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 1,6%, 0,9%, 0,7%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 2,6 μήνες. Υποχώρηση σε 91,3% (διάμεσος χρόνος 2,1 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg (RCC): επίπτωση νεφρίτιδας ή νεφρικής δυσλειτουργίας 8,8%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 4,4%, 0,7%, 0,5%. Διάμεσος χρόνος έως εκδήλωση 2,1 μήνες. Υποχώρηση σε 77,1% (διάμεσος χρόνος 13,2 εβδομάδες).
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία (NSCLC): επίπτωση νεφρίτιδας ή νεφρικής δυσλειτουργίας 7%. Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 2,2%, 1,7%, 0,6%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 10,6 εβδομάδες. Υποχώρηση σε 56% (διάμεσος χρόνος 6,3 εβδομάδες).
Ενδοκρινοπάθεια που συνδέεται με το ανοσοποιητικό
Στην ομάδα με μονοθεραπεία ipilimumab 3 mg/kg, υποϋποφυσισμός οποιασδήποτε βαρύτητας αναφέρθηκε στο 4%. Επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υπερθυρεοειδισμός και υποθυρεοειδισμός στο 2% το καθένα. Σοβαρός (Βαθμού 3 ή 4) υποϋποφυσισμός στο 3%. Ο χρόνος έως την εκδήλωση ενδοκρινοπάθειας κυμάνθηκε από 7 έως περίπου 20 εβδομάδες. Ενδοκρινοπάθεια ήταν γενικώς ελεγχόμενη με θεραπεία υποκατάστασης ορμονών.
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg (μελάνωμα): επίπτωση διαταραχών θυρεοειδούς 25,2%. Υποφυσίτιδα 5,8%. Υποϋποφυσισμός 0,4%. Επινεφριδιακή ανεπάρκεια 1,6%. Σακχαρώδης διαβήτης/διαβητική κετοξέωση 0,2%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 1,9 μήνες. Υποχώρηση σε 45,4%.
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg (RCC): επίπτωση διαταραχών θυρεοειδούς 27,2%. Υποφυσίτιδα 4,0%. Υποϋποφυσισμός 0,4%. Επινεφριδιακή ανεπάρκεια 2,9%. Σακχαρώδης διαβήτης/διαβητική κετοξέωση. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 1,9 μήνες. Υποχώρηση σε 42,7%.
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία (NSCLC): επίπτωση θυρεοειδικών διαταραχών 24%. Υποφυσίτιδα 1,4%. Υποϋποφυσισμός 0,3%. Επινεφριδιακή ανεπάρκεια 1,7%. Διάμεσος χρόνος έως εμφάνιση 12,1 εβδομάδες. Υποχώρηση σε 35,3%.
Αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση
- ipilimumab 3 mg/kg + nivolumab 1 mg/kg: επίπτωση υπερευαισθησίας/σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων 3,8%. Όλες Βαθμού 1 ή 2.
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 3 mg/kg: επίπτωση υπερευαισθησίας/σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων 4,0%. Όλες Βαθμού 1 ή 2.
- ipilimumab 1 mg/kg + nivolumab 360 mg + χημειοθεραπεία: επίπτωση υπερευαισθησίας/αντίδρασης στην έγχυση 4,7%. Περιστατικά Βαθμού 2, 3, 4 αναφέρθηκαν σε 2,2%, 0,3%, 0,3%.
Ανοσογονικότητα
Λιγότερο από το 2% των ασθενών με προχωρημένο μελάνωμα που έλαβαν ipilimumab μονοθεραπεία ανέπτυξαν αντισώματα έναντι του ipilimumab. Δεν εντοπίστηκαν αντισώματα εξουδετέρωσης. Κατά τη χορήγηση σε συνδυασμό με nivolumab, η επίπτωση αντισωμάτων έναντι του ipilimumab κυμάνθηκε από 6,3 έως 8,4%. Με nivolumab και χημειοθεραπεία, η επίπτωση αντισωμάτων έναντι του ipilimumab ήταν 7,5% και εξουδετερωτικών 1,6%. Η επίπτωση αντισωμάτων έναντι του nivolumab κυμάνθηκε από 26% έως 37,8%. Η επίπτωση εξουδετερωτικών αντισωμάτων έναντι του nivolumab κυμάνθηκε από 0,5% έως 4,6%. Οι μεταβολές στην CL δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
Μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές με το συνδυασμό ipilimumab και nivolumab
(Παρουσιάζονται ποσοστά Βαθμού 3 ή 4 για διάφορες αιματολογικές και βιοχημικές παραμέτρους για όλους τους συνδυασμούς ipilimumab και nivolumab με ή χωρίς χημειοθεραπεία.)
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεν αναφέρθηκαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες σε εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω. Στη μελέτη CA184070, δεν αναφέρθηκαν Βαθμού ≥3 ανεπιθύμητες ενέργειες που συνδέονται με το ανοσοποιητικό (irAR) για τον ασθενή ηλικίας 12 ετών και άνω που έλαβε ipilimumab 3 mg/kg. Δύο (25,0%) από τους 8 ασθενείς που έλαβαν 5 mg/kg και 1 (11,1%) από τους 9 ασθενείς που έλαβαν 10 mg/kg ανέφεραν συμβάντα Βαθμού 3-4. Οι τύποι των irAR ήταν σε συμφωνία με αυτά που έχουν παρατηρηθεί σε ενήλικες (γαστρεντερικά, ηπατική λειτουργία, δερματικά). Στη μελέτη CA184178, δεν παρατηρήθηκαν νέα ή μη αναμενόμενα irAR. Δύο ασθενείς στην ομάδα των 10 mg/kg εμφάνισαν Βαθμού 1 και Βαθμού 3 ενδοκρινικά irAR υπεργλυκαιμίας. Ο Πίνακας 8 συνοψίζει τα ανεπιθύμητα συμβάντα σε εφήβους και ενήλικες.
Πίνακας 8: Σύνοψη των ανεπιθύμητων συμβάντων μετά από έως και τέσσερις δόσεις 3, 5 και 10 mg/kg, Όλοι οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία (συγκρίνει % θανάτων, SAE, SAE σχετιζόμενων με φάρμακο, διακοπής θεραπείας, irAE, AE, AE σχετιζόμενων με φάρμακο σε εφήβους [3, 5, 10 mg/kg] και ενήλικες [3, 10 mg/kg]).
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-YERVOY
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση του ipilimumab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η ανθρώπινη IgG1 διαπερνά το όριο του πλακούντα. Το πιθανό ρίσκο της θεραπείας στο αναπτυσσόμενο έμβρυο δεν είναι γνωστό. Το YERVOY δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης, εκτός εάν το κλινικό όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου.
Θηλασμός
Το ipilimumab έχει αποδειχθεί ότι είναι παρόν σε πολύ χαμηλά επίπεδα στο γάλα από κυνομολόγους πιθήκους που έλαβαν θεραπεία κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν είναι γνωστό εάν το ipilimumab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η απέκκριση των IgG στο ανθρώπινο γάλα είναι γενικά περιορισμένη και τα IgG έχουν χαμηλή από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα. Δεν αναμένεται σημαντική συστηματική έκθεση του βρέφους και δεν αναμένεται επίδραση στα θηλάζοντα νεογέννητα/βρέφη. Παρόλα αυτά, λόγω της πιθανότητας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων σε θηλάζοντα βρέφη, πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με YERVOY λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με YERVOY για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την αξιολόγηση της επίδρασης του ipilimumab στη γονιμότητα. Επομένως, είναι άγνωστη η επίδραση του ipilimumab στην ανδρική και τη γυναικεία γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-YERVOY
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Μηχανισμός δράσης
Το κυτταροτοξικό αντιγόνο-4 των Τ-λεμφοκυττάρων (CTLA-4) είναι ένας ρυθμιστής κλειδί της δραστικότητας των Τ-κυττάρων. Το ipilimumab είναι ένας αναστολέας του σημείου ελέγχου CTLA-4 του ανοσοποιητικού, το οποίο αναστέλλει την σηματοδότηση των Τ-κυττάρων που επάγεται μέσω της οδού CTLA-4, αυξάνοντας τον αριθμό των αντιδραστικών κυττάρων Τ-τελεστών τα οποία κινητοποιούν την εξαπόλυση μίας άμεσης επίθεσης των Τ-κυττάρων του ανοσοποιητικού εναντίον των καρκινικών κυττάρων. Το CTLA-4 μπορεί επιπρόσθετα να μειώσει την λειτουργία των Τ-ρυθμιστικών κυττάρων, η οποία μπορεί να συμβάλει στην απόκριση του ανοσοποιητικού κατά του όγκου. Το ipilimumab μπορεί να καταστρέφει επιλεκτικά τα Τ-ρυθμιστικά κύτταρα στο περιβάλλον του όγκου, με αποτέλεσμα την αύξηση της αναλογίας των Τ-τελεστών προς αυτή των Τ-ρυθμιστικών κυττάρων εντός του όγκου, το οποίο οδηγεί στο θάνατο των κυττάρων του όγκου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ασθενείς με μελάνωμα που έλαβαν ipilimumab, οι μέσοι απόλυτοι αριθμοί λεμφοκυττάρων στην περιφερική κυκλοφορία (ALC) αυξήθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου χορήγησης της δόσης επαγωγής. Σε μελέτες Φάσης 2, αυτή η αύξηση ήταν εξαρτώμενη από τη δόση. Στην MDX010-20 (βλ. Φαρμακοδυναμικές), το ipilimumab στα 3 mg/kg με ή χωρίς gp100 αύξησε τους ALC καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου χορήγησης της δόσης επαγωγής, αλλά δεν παρατηρήθηκε ουσιαστική μεταβολή των ALC στην ομάδα ελέγχου των ασθενών που έλαβαν ερευνητικό πεπτιδικό εμβόλιο gp100 μεμονωμένα. Στην περιφερική κυκλοφορία αίματος ασθενών με μελάνωμα, παρατηρήθηκε μέση αύξηση του ποσοστού ενεργοποιημένων HLA-DR+ CD4+ και CD8+ T κυττάρων μετά από θεραπεία με ipilimumab, σύμφωνα με το μηχανισμό δράσης του. Μια μέση αύξηση του ποσοστού της κεντρικής μνήμης (CCR7+ CD45RA-) CD4+ και CD8+ T κυττάρων καθώς και μια μικρότερη, αλλά σημαντική, μέση αύξηση του ποσοστού της δραστικής μνήμης (CCR7-CD45RA-) CD8+ T κυττάρων παρατηρήθηκε επίσης μετά από τη θεραπεία με ipilimumab.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Για πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια που συνδέονται με τις δοσολογικές συστάσεις του nivolumab όταν χορηγείται ως μονοθεραπεία κατόπιν θεραπείας συνδυασμού με ipilimumab, ανατρέξτε στην ΠΧτΠ για το nivolumab. Βάσει μοντέλων δόσης/έκθεσης για την αποτελεσματικότητα και συσχετίσεων της ασφάλειας, δεν παρατηρούνται κλινικά σημαντικές διαφορές ως προς την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια ανάμεσα στη δόση nivolumab 240 mg κάθε 2 εβδομάδες και τη δόση 3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Επιπλέον, με βάση αυτές τις σχέσεις, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη δόση nivolumab των 480 mg κάθε 4 εβδομάδες και τη δόση των 3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες στο προχωρημένο μελάνωμα και στο RCC.
Κλινικές δοκιμές με μονοθεραπεία με ipilimumab
Μελάνωμα Το πλεονέκτημα της Συνολικής Επιβίωσης (OS) του ipilimumab στη συνιστώμενη δόση των 3 mg/kg σε ασθενείς με προχωρημένο (μη χειρουργήσιμο ή μεταστατικό) μελάνωμα που είχαν λάβει θεραπεία στο παρελθόν, αποδείχτηκε σε μια μελέτη Φάσης 3 (MDX010-20). Ασθενείς με οφθαλμικό μελάνωμα, πρωτοπαθές μελάνωμα του ΚΝΣ, ενεργές μεταστάσεις του εγκεφάλου, ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ηπατίτιδα B και ηπατίτιδα C δεν συμπεριελήφθησαν στην κλινική δοκιμή MDX010-20. Στις κλινικές δοκιμές αποκλείστηκαν ασθενείς με κατάσταση λειτουργικότητας κατά ECOG >1 και μελάνωμα του βλεννογόνου. Επίσης, αποκλείστηκαν ασθενείς χωρίς μετάσταση στο ήπαρ, οι οποίοι είχαν αρχική AST > 2,5 x ULN, ασθενείς με μετάσταση στο ήπαρ που είχαν αρχική AST > 5 x ULN και ασθενείς με αρχική ολική χολερυθρίνη ≥ 3 x ULN. Για ασθενείς με ιστορικό αυτοάνοσης νόσου, βλέπε επίσης την (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
MDX010-20 Μια διπλά-τυφλή μελέτη Φάσης 3 εισήγαγε ασθενείς με προχωρημένο (μη χειρουργήσιμο ή μεταστατικό) μελάνωμα που είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με σχήματα που περιείχαν ένα ή περισσότερα από τα εξής: IL-2, δακαρβαζίνη, τεμοζολομίδη, φοτεμουστίνη ή καρβοπλατίνη. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 3:1:1 για να λάβουν ipilimumab 3 mg/kg + ερευνητικό πεπτιδικό εμβόλιο gp100 (gp100), μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg ή gp100 μεμονωμένα. Όλοι οι ασθενείς ήταν τύπου HLA-A2*0201. Αυτός ο τύπος HLA υποστηρίζει την ανοσολογική εικόνα του gp100. Οι ασθενείς συμμετείχαν ανεξάρτητα από την κατάσταση μετάλλαξης BRAF κατά την έναρξη της μελέτης. Οι ασθενείς έλαβαν ipilimumab κάθε 3 εβδομάδες για 4 δόσεις, όπως ήταν ανεκτό (θεραπεία επαγωγής). Ασθενείς με εμφανή αύξηση του φορτίου του όγκου πριν από την ολοκλήρωση της περιόδου επαγωγής, συνέχισαν τη θεραπεία επαγωγής, όπως ήταν ανεκτή, εάν παρουσίαζαν επαρκή κατάσταση λειτουργικότητας. Αξιολόγηση της ανταπόκρισης του όγκου στο ipilimumab διεξήχθη περίπου στην Εβδομάδα 12, μετά από την ολοκλήρωση της θεραπείας επαγωγής. Πρόσθετη θεραπεία με ipilimumab (επανα-θεραπεία) χορηγήθηκε σε εκείνους που ανέπτυξαν PD μετά από αρχική κλινική ανταπόκριση (PR ή CR) ή μετά από SD (σύμφωνα με τα τροποποιημένα κριτήρια του ΠΟΥ) > 3 μήνες από την πρώτη αξιολόγηση του όγκου. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η OS στην ομάδα με ipilimumab+ gp100 έναντι της ομάδας με gp100. Τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία ήταν η OS στην ομάδα με ipilimumab+ gp100 έναντι της ομάδας με μονοθεραπεία με ipilimumab και στην ομάδα με μονοθεραπεία με ipilimumab έναντι της ομάδας με gp100. Τυχαιοποιήθηκαν συνολικά 676 ασθενείς: 137 στην ομάδα με μονοθεραπεία με ipilimumab, 403 στην ομάδα με ipilimumab + gp100 και 136 στην ομάδα με gp100 μεμονωμένα. Η πλειονότητα είχε λάβει και τις 4 δόσεις κατά την επαγωγή. Τριάντα δύο ασθενείς έλαβαν επανα-θεραπεία: 8 στην ομάδα με μονοθεραπεία με ipilimumab, 23 στην ομάδα με ipilimumab + gp100 και 1 στην ομάδα με gp100. Η διάρκεια της παρακολούθησης κυμάνθηκε έως τους 55 μήνες. Τα αρχικά χαρακτηριστικά ήταν καλά ισορροπημένα ανάμεσα στις ομάδες. Η διάμεση ηλικία ήταν 57 έτη. Η πλειονότητα (71-73%) των ασθενών παρουσίαζε νόσο σταδίου M1c και το 37-40% των ασθενών παρουσίαζε αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) στην έναρξη. Συνολικά 77 ασθενείς παρουσίαζαν ιστορικό μεταστάσεων στον εγκέφαλο που είχαν υποβληθεί στο παρελθόν σε θεραπεία. Τα σχήματα που περιείχαν ipilimumab κατέδειξαν στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα έναντι της ομάδας ελέγχου με gp100 στην OS. Η αναλογία κινδύνου (HR) για τη σύγκριση της OS ανάμεσα στη μονοθεραπεία με ipilimumab και το gp100 ήταν 0,66 (95% CI: 0,51, 0,87, p = 0,0026). Με την ανάλυση υποομάδας, το παρατηρούμενο όφελος στην OS ήταν σταθερό στις περισσότερες από τις υποομάδες ασθενών (M [μεταστάσεις]-στάδια, πριν από την χορήγηση ιντερλευκίνης-2, την αρχική τιμή LDH, την ηλικία, το φύλο, και το είδος και τον αριθμό της προηγούμενης θεραπείας). Ωστόσο, για τις γυναίκες άνω των 50 ετών, τα δεδομένα που υποστηρίζουν ένα OS επιβίωσης της θεραπείας ipilimumab ήταν περιορισμένα. Καθώς η ανάλυση υποομάδων περιλαμβάνει μόνο μικρό αριθμό ασθενών, δεν μπορούν να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα από αυτά τα δεδομένα. Τα διάμεσα και τα εκτιμώμενα ποσοστά OS στο 1 έτος και τα 2 έτη παρουσιάζονται στον Πίνακα 9.
Πίνακας 9: Συνολική επιβίωση στην MDX010-20 (Ipilimumab 3 mg/kg έναντι gp100. Διάμεση OS, OS στο 1 έτος και 2 έτη).
Στην ομάδα με μονοθεραπεία με ipilimumab 3 mg/kg, η διάμεση OS ήταν 22 μήνες και 8 μήνες για ασθενείς με SD και εκείνους με PD, αντίστοιχα. Τη στιγμή αυτής της ανάλυσης, οι διάμεσες τιμές δεν επιτεύχθηκαν για ασθενείς με CR ή PR. Για ασθενείς για τους οποίους απαιτήθηκε επανα-θεραπεία, το BORR ήταν 38% (3/8 ασθενείς) στην ομάδα μονοθεραπείας με ipilimumab και 0% στην ομάδα με gp100. Το ποσοστό ελέγχου της νόσου (DCR) (ορίζεται ως CR+PR+SD) ήταν 75% (6/8 ασθενείς) και 0% αντίστοιχα. Λόγω του περιορισμένου αριθμού των ασθενών σε αυτές τις αναλύσεις, δεν είναι δυνατόν να βγει οριστικό συμπέρασμα σχετικά με την αποτελεσματικότητα της επανα-θεραπείας του ipilimumab. Η ανάπτυξη ή η διατήρηση της κλινικής δραστηριότητας μετά από θεραπεία με ipilimumab ήταν παρόμοια με ή χωρίς τη χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών.
CA184-169 Μία φάσης 3, διπλά τυφλή μελέτη εισήγαγε ασθενείς που είχαν λάβει ή δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία για μη χειρουργήσιμο μελάνωμα Σταδίου ΙΙΙ ή Σταδίου ΙV. Τυχαιοποιήθηκαν συνολικά 727 ασθενείς, 362 για να λάβουν ipilimumab 3 mg/kg και 365 για να λάβουν ipilimumab 10 mg/kg κάθε 3 εβδομάδες για 4 δόσεις. Στην ομάδα ipilimumab 10 mg/kg, η διάμεση Συνολική Επιβίωση OS (95% CI) ήταν 16 μήνες (11,63, 17,84) και στην ομάδα ipilimumab 3 mg/kg, η διάμεση OS (95% CI) ήταν 12 μήνες (9,86, 13,27). Η συνολική επιβίωση συγκρίθηκε μεταξύ των ομάδων Ipilimumab 10 mg/kg και 3 mg/kg και έδειξε αναλογία κινδύνου HR = 0,84 (95% CI: 0,70, 0,99; τιμή-P = 0,04). Δεν παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόμου (PFS) ανάμεσα στις ομάδες των 10 mg/kg και 3 mg/kg. (HR 0,89 με 95% CI: 0,76, 1,04 και τιμή-P = 0,1548 μέσω ελέγχου log-rank). Η τιμή του BORR ήταν παρόμοια στις ομάδες των 10 mg/kg και 3 mg/kg. Η τιμή του BORR στην ομάδα 10 mg/kg ήταν 15,3% (95% CI: 11,8, 19,5) και στην ομάδα 3 mg/kg ήταν 12,2% (95% CI: 9,0, 16,0). Το ipilimumab 10 mg/kg ήταν σχετιζόμενο με υψηλότερα ποσοστά ανεπιθύμητων ενεργειών συγκρινόμενο με τη δόση 3 mg/kg. Οι συχνότητες των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στις ομάδες 10 mg/kg και 3 mg/kg ήταν 37% και 18%, με τις 3 πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες να είναι διάρροια (10,7% έναντι 5,5%), κολίτιδα (8,0% έναντι 3,0%), και υποφυσίτιδα (4,4% έναντι 1,9%). Ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή στις ομάδες 10 mg/kg και 3 mg/kg συνέβησαν στο 31% και 19% των ασθενών, με ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε θάνατο σε 4 και 2 ασθενείς, αντίστοιχα. Στη συνιστώμενη δόση των 3 mg/kg η διάμεση τιμή OS ήταν παρόμοια στην υποομάδα των γυναικών ηλικίας > 50 ετών σε σύγκριση με το σύνολο του πληθυσμού: (11,40 έναντι 11,53 μήνες). Η διάμεση τιμή OS στην υποομάδα με εγκεφαλικές μεταστάσεις στην αρχή ήταν 5,67 μήνες στη συνιστώμενη δόση των 3 mg/kg.
Άλλες μελέτες με ipilimumab ως μονοθεραπεία
Μελάνωμα CA184332 και CA184338 Η Συνολική Επιβίωση της μονοθεραπείας ipilimumab 3 mg/kg σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει χημειοθεραπεία συγκεντρώθηκαν από κλινικές μελέτες Φάσης 2 και 3 (N= 78 τυχαιοποιημένοι) και σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει θεραπεία από δύο αναδρομικές μελέτες παρατήρησης (N= 273 και N= 157) ήταν γενικά σταθερή. Στις δύο μελέτες παρατήρησης, το 12,1% και 33,1% των ασθενών είχαν μετάσταση στον εγκέφαλο τη χρονική περίοδο διάγνωσης του προχωρημένου μελανώματος. Η διάμεση OS και τα εκτιμώμενα ποσοστά επιβίωσης στο 1 έτος, στα 2 έτη, στα 3 έτη και στα 4 έτη παρουσιάζονται στον Πίνακα 10. Τα εκτιμώμενα ποσοστά επιβίωσης μετά από 1 χρόνο, 2 χρόνια και 3 χρόνια σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει χημειοθεραπεία (Ν=78) συγκεντρώθηκαν από κλινικές μελέτες Φάσης 2 και 3, ήταν 54,1% (95% CI: 42,5 - 65,6), 31,6% (95% CI: 20,7 - 42,9) και 23,7% (95% CI: 14,3 - 34,4) αντίστοιχα.
Πίνακας 10: Συνολική επιβίωση σε μελέτες παρατήρησης (CA184338 και CA184332. Διάμεση OS, OS στο 1, 2, 3, 4 έτη).
Οι ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις στη μελέτη CA184332 είχαν διάμεση OS 7 μήνες (95% CI: 5,06 - 12,81) και οι ασθενείς χωρίς εγκεφαλικές μεταστάσεις είχαν διάμεση OS 14,1 μήνες (95% CI: 9,96-Δεν εκτιμήθηκε). Οι ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις στη μελέτη CA184338 είχαν διάμεση OS 6,3 μήνες (95% CI: 3,2 - 12,0) και οι ασθενείς χωρίς εγκεφαλικές μεταστάσεις είχαν διάμεση OS 17,7 μήνες (95% CI: 13,6 - 12,1). Το μακροχρόνιο όφελος της θεραπείας με ipilimumab ως προς την επιβίωση (στη δόση των 3 mg/kg) καταδεικνύεται μέσω μίας συγκεντρωτικής ανάλυσης των δεδομένων για την OS από κλινικές μελέτες σε ασθενείς με αντιμετωπισμένο στο παρελθόν προχωρημένο μελάνωμα και σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει ξανά θεραπεία για μελάνωμα (N = 965). Η καμπύλη Kaplan Meier για την OS παρουσίαζε επιπέδωση, η οποία ξεκινούσε περίπου στο έτος 3 (ποσοστό OS = 21% [95% CI: 17-24]) και εκτεινόταν έως και για 10 έτη σε ορισμένους ασθενείς (βλέπε Εικόνα 1).
Εικόνα 1: Συνολική επιβίωση με ipilimumab στη δόση των 3 mg/kg στη συγκεντρωτική ανάλυση (Διάγραμμα Kaplan-Meier).
Κλινικές μελέτες με ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab
Μελάνωμα Τυχαιοποιημένη φάσης 3 μελέτη του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab ή του nivolumab ως μονοθεραπεία έναντι του ipilimumab ως μονοθεραπεία (CA209067) Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του ipilimumab 3 mg/kg σε συνδυασμό με nivolumab 1 mg/kg nivolumab 3 mg/kg έναντι της μονοθεραπείας με ipilimumab 3 mg/kg για την αντιμετώπιση του προχωρημένου (μη χειρουργήσιμου ή μεταστατικού) μελανώματος αξιολογήθηκαν σε μία φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή μελέτη (CA209067). Οι διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων που περιελάμβαναν το nivolumab αξιολογήθηκαν περιγραφικά. Στη μελέτη εντάχθηκαν ενήλικες ασθενείς με επιβεβαιωμένο, μη χειρουργήσιμο μελάνωμα Σταδίου III ή Σταδίου IV. Οι ασθενείς έπρεπε να έχουν βαθμολογία κατάστασης λειτουργικότητας 0 ή 1 κατά ECOG. Στη μελέτη εντάχθηκαν ασθενείς που δεν είχαν λάβει προηγούμενη συστηματική αντινεοπλασματική θεραπεία για μη χειρουργήσιμο ή μεταστατικό μελάνωμα. Επιτρεπόταν προηγούμενη επικουρική ή νέο επικουρική θεραπεία εάν είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον 6 εβδομάδες πριν από την τυχαιοποίηση. Οι ασθενείς με ενεργή αυτοάνοση νόσο, μελάνωμα του οφθαλμού/του ραγοειδούς χιτώνα ή ενεργές μεταστάσεις στον εγκέφαλο ή την αραχνοειδή μήνιγγα αποκλείστηκαν από τη μελέτη. Συνολικά 945 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν προκειμένου να λάβουν ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab (n = 314), μονοθεραπεία με nivolumab (n = 316) ή μονοθεραπεία με ipilimumab (n = 315). Οι ασθενείς στο σκέλος συνδυασμού έλαβαν nivolumab 1 mg/kg σε διάστημα 60 λεπτών και ipilimumab 3 mg/kg σε διάστημα 90 λεπτών χορηγούμενο ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για τις πρώτες 4 δόσεις, και ακολούθως nivolumab 3 mg/kg ως μονοθεραπεία κάθε 2 εβδομάδες. Στο σκέλος μονοθεραπείας με nivolumab, οι ασθενείς έλαβαν nivolumab 3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες. Στο σκέλος ελέγχου, οι ασθενείς έλαβαν ipilimumab 3 mg/kg και πανομοιότυπο με το nivolumab εικονικό φάρμακο ενδοφλεβίως κάθε 3 εβδομάδες για 4 δόσεις και ακολούθως εικονικό φάρμακο κάθε 2 εβδομάδες. Η διαστρωμάτωση στην τυχαιοποίηση έγινε με βάση την έκφραση του PD-L1 (≥ 5% έναντι < 5% έκφραση του PD-L1 στη μεμβράνη των καρκινικών κυττάρων), την κατάσταση ως προς το BRAF και το στάδιο M σύμφωνα με το σύστημα σταδιοποίησης της Αμερικανικής Κοινής Επιτροπής για τον Καρκίνο (AJCC). Η θεραπεία συνεχίστηκε για όσο διάστημα παρατηρείτο κλινικό όφελος ή έως ότου δεν ήταν πλέον ανεκτή. Οι αξιολογήσεις του όγκου διεξήχθησαν 12 εβδομάδες μετά την τυχαιοποίηση και εν συνεχεία κάθε 6 εβδομάδες για το πρώτο έτος και κάθε 12 εβδομάδες, μετέπειτα. Τα πρωτεύοντα μέτρα έκβασης ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου και η OS. Αξιολογήθηκαν επίσης το ORR και η διάρκεια της ανταπόκρισης. Τα χαρακτηριστικά αναφοράς ήταν ομοιόμορφα διαμοιρασμένα μεταξύ των τριών ομάδων θεραπείας. Η διάμεση ηλικία ήταν 61 έτη (εύρος: 18 έως 90 έτη), το 65% των ασθενών ήταν άνδρες και το 97% ήταν λευκοί. Η βαθμολογία της κατάστασης λειτουργικότητας κατά ECOG ήταν 0 (73%) ή 1 (27%). Η πλειοψηφία των ασθενών είχαν νόσο Σταδίου IV κατά AJCC (93%). Το 58% είχαν νόσο M1c κατά την ένταξη στη μελέτη. Το 22% των ασθενών είχαν λάβει προηγούμενη επικουρική θεραπεία. Το 32% των ασθενών είχαν θετικό για τη μετάλλαξη BRAF μελάνωμα. Το 26,5% των ασθενών είχαν ≥5% έκφραση του PD-L1 στη μεμβράνη των καρκινικών κυττάρων. Το 4% των ασθενών είχαν ιστορικό μεταστάσεων στον εγκέφαλο και το 36% των ασθενών είχαν αρχικό επίπεδο LDH μεγαλύτερο από το ULN κατά την ένταξη στη μελέτη. Μεταξύ των ασθενών με ποσοτικοποιήσιμη έκφραση του PD-L1 στον όγκο, η κατανομή των ασθενών ήταν ομοιόμορφη και στις τρεις ομάδες θεραπείας. Η έκφραση του PD-L1 στον όγκο προσδιορίστηκε με τη δοκιμασία PD-L1 IHC 288 pharmDx. Στην κύρια ανάλυση (ελάχιστο διάστημα παρακολούθησης 9 μηνών) η διάμεση PFS ήταν 6,9 μήνες στην ομάδα του nivolumab σε σύγκριση με 2,9 μήνες στην ομάδα του ipilimumab (HR = 0,57, 99,5% CI: 0,43, 0,76, p < 0,0001). Η διάμεση PFS ήταν 11,5 μήνες στην ομάδα του ipilimumab σε συνδυασμό με nivolumab σε σύγκριση με 2,9 μήνες στην ομάδα του ipilimumab (HR = 0,42, 99,5% CI: 0,31, 0,57, p < 0,0001). Τα αποτελέσματα για την PFS από την περιγραφική ανάλυση (με ελάχιστο διάστημα παρακολούθησης 60 μηνών) παρουσιάζονται στην Εικόνα 2 (όλος ο τυχαιοποιημένος πληθυσμός), στην Εικόνα 3 (οριακή τιμή 5% για το PD-L1 στον όγκο) και στην Εικόνα 4 (οριακή τιμή 1% για το PD-L1 στον όγκο).
Εικόνα 2: Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (CA209067) (Διάγραμμα Kaplan-Meier για Nivolumab + ipilimumab, Nivolumab και Ipilimumab).
Εικόνα 3: Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την έκφραση του PD-L1: οριακή τιμή 5% (CA209067) (Διάγραμμα Kaplan-Meier για Nivolumab + ipilimumab, Nivolumab και Ipilimumab σε υποομάδες PD-L1 < 5% και ≥ 5%).
Εικόνα 4: Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την έκφραση του PD-L1: οριακή τιμή 1% (CA209067) (Διάγραμμα Kaplan-Meier για Nivolumab + ipilimumab, Nivolumab και Ipilimumab σε υποομάδες PD-L1 < 1% και ≥ 1%).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-YERVOY
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική του ipilimumab μελετήθηκε σε 785 ασθενείς με προχωρημένο μελάνωμα που έλαβαν δόσεις επαγωγής που κυμάνθηκαν από 0,3 έως 10 mg/kg και χορηγούνταν μια φορά ανά 3 εβδομάδες για 4 δόσεις. Διαπιστώθηκε ότι η Cmax, η Cmin και η AUC του ipilimumab ήταν ανάλογες της δόσης μέσα στο δοσολογικό εύρος που εξετάστηκε. Με επανειλημμένη χορήγηση της δόσης του ipilimumab που χορηγούνταν ανά 3 εβδομάδες, διαπιστώθηκε ότι η CL δεν μεταβάλλεται με το χρόνο και παρατηρήθηκε ελάχιστη συστηματική συσσώρευση, όπως φαίνεται σύμφωνα με δείκτη συσσώρευσης 1,5 φορά ή λιγότερο. Σταθερή κατάσταση με το ipilimumab επιτεύχθηκε με την τρίτη δόση. Με βάση την ανάλυση φαρμακοκινητικής του πληθυσμού, ελήφθησαν οι εξής μέσοι (ποσοστιαίος συντελεστής απόκλισης) παράμετροι του ipilimumab: τελικός χρόνος ημιζωής ίσος με 15,4 ημέρες (34,4%), συστηματική CL ίση με 16,8 ml/h (38,1%) και όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση ίσος με 7,47 l (10,1%). Η μέση (ποσοστιαίος συντελεστής απόκλισης) τιμή Cmin του ipilimumab επιτεύχθηκε σε σταθερή κατάσταση με σχήμα επαγωγής 3 mg/kg και ήταν 19,4 μg/ml (74,6%).
Η CL του ipilimumab αυξανόταν με την αύξηση του σωματικού βάρους και την αύξηση της LDH στην έναρξη. Ωστόσο, δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης για αυξημένη LDH ή αυξημένο σωματικό βάρος μετά από χορήγηση με βάση τα mg/kg. Η CL δεν επηρεάστηκε από την ηλικία (εύρος 23-88 ετών), το φύλο, την παράλληλη χρήση βουδεσονίδης ή ντακαρμπαζίνης, την κατάσταση λειτουργικότητας (PS), την κατάσταση HLA-A2*0201, την ήπια ηπατική δυσλειτουργία, τη νεφρική δυσλειτουργία, την ανοσογονικότητα και την προηγούμενη αντικαρκινική θεραπεία. Η επίδραση της φυλής δεν εξετάστηκε, καθώς υπήρχαν ανεπαρκή δεδομένα σε μη Καυκάσιες εθνοτικές ομά. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες μελέτες για την αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής του ipilimumab στον παιδιατρικό πληθυσμό ή σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση την ανάλυση της έκθεσης ανταπόκρισης σε 497 ασθενείς με προχωρημένο μελάνωμα, η OS ήταν ανεξάρτητη από προηγούμενη χρήση συστηματικής αντικαρκινικής θεραπείας και αυξήθηκε με υψηλότερες συγκεντρώσεις Cmin του ipilimumab στο πλάσμα.
Yervoy σε συνδυασμό με nivolumab
Κατά τη χορήγηση ipilimumab 1 mg/kg σε συνδυασμό με nivolumab 3 mg/kg, η CL του ipilimumab μειώθηκε κατά 1,5% και η CL του nivolumab αυξήθηκε κατά 1%, ωστόσο, οι μεταβολές αυτές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές. Κατά τη χορήγηση ipilimumab 3 mg/kg σε συνδυασμό με nivolumab 1 mg/kg, η CL του ipilimumab αυξήθηκε κατά 9% και η CL του nivolumab αυξήθηκε κατά 29%, αλλά οι μεταβολές αυτές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές. Κατά τη χορήγηση σε συνδυασμό με nivolumab, η CL του ipilimumab αυξήθηκε κατά 5,7% παρουσία αντισωμάτων έναντι του ipilimumab και η CL του nivolumab αυξήθηκε κατά 20% παρουσία αντισωμάτων έναντι του nivolumab. Αυτές οι μεταβολές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
YERVOY σε συνδυασμό με nivolumab και χημειοθεραπεία
Κατά τη χορήγηση ipilimumab 1 mg/kg κάθε 6 εβδομάδες σε συνδυασμό με nivolumab 360 mg κάθε 3 εβδομάδες μαζί με 2 κύκλους χημειοθεραπείας, η CL του ipilimumab αυξήθηκε περίπου κατά 22% και η CL του nivolumab μειώθηκε περίπου κατά 10%, αλλά οι μεταβολές αυτές δεν θεωρήθηκαν κλινικά σημαντικές.
Νεφρική δυσλειτουργία
Στην ανάλυση των δεδομένων φαρμακοκινητικής του πληθυσμού από κλινικές μελέτες σε ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα, προϋπάρχουσα ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρέσαε την CL του ipilimumab. Τα κλινικά και φαρμακοκινητικά δεδομένα με προϋπάρχουσα σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα: Η πιθανή ανάγκη για προσαρμογή της δόσης δεν μπορεί να καθοριστεί.
Ηπατική δυσλειτουργία
Στην ανάλυση των δεδομένων φαρμακοκινητικής του πληθυσμού από κλινικές μελέτες σε ασθενείς με μεταστατικό μελάνωμα, προϋπάρχουσα ήπια ηπατική δυσλειτουργία δεν επηρέσαε την CL του ipilimumab. Τα κλινικά και φαρμακοκινητικά δεδομένα με προϋπάρχουσα μέτρια ηπατική δυσλειτουργία είναι περιορισμένα: Η πιθανή ανάγκη για προσαρμογή της δόσης δεν μπορεί να καθοριστεί. Κανείς ασθενής με προϋπάρχουσα σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν εντοπίστηκε στις κλινικές μελέτες.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Με βάση μία ανάλυση πληθυσμιακής PK χρησιμοποιώντας διαθέσιμα συγκεντρωτικά δεδομένα από 565 ασθενείς από 4 φάσης 2 μελέτες σε ενήλικες (N=521) και 2 παιδιατρικές μελέτες (N=44), η CL του ipilimumab αυξήθηκε με την αύξηση του αρχικού σωματικού βάρους. Η ηλικία (2-87 ετών) δεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στην CL του ipilimumab. Η εκτιμώμενη γεωμετρική μέση CL είναι 8,72 mL/h σε εφήβους ασθενείς ηλικίας ≥12 έως <18 ετών. Οι εκθέσεις σε εφήβους είναι συγκρίσιμες με εκείνες σε ενήλικες που λαμβάνουν την ίδια δόση σε mg/kg. Με βάση την προσομοίωση σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς, επιτυγχάνεται συγκρίσιμη έκθεση σε ενήλικες και παιδιατρικούς ασθενείς με τη συνιστώμενη δόση των 3 mg/kg χορηγούμενη κάθε 3 εβδομάδες.