IMIQUIMOD
Ιμικιμόδη
Aντιμετωπίζονται με κρυοπηξία ή ηλεκτροπηξία και με διάφορα καυστικά φάρμακα (π.χ. τριχλωροξικό οξύ). Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η ποδοφυλλίνη και η 5-φθοριουρακίλη. H κανθαριδίνη παρασκευάζεται σε πυκνότητα 0.7% σε ίσα μέρη ακετόνης και κολλωδίου. H ποδοφυλλίνη …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ALDARA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική
- Χορήγηση: Πριν από τη συνηθισμένη ώρα κατάκλισης (για 6-10 ώρες ή 8 ώρες)
- Δόση έναρξης: 3 φορές την εβδομάδα (για κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων ή ακτινική κεράτωση) ή 5 φορές την εβδομάδα (για καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων)
- Τιτλοποίηση: Για ακτινική κεράτωση: Εάν υπάρχουν ακόμη αλλοιώσεις μετά την αρχική περίοδο θεραπείας και την περίοδο χωρίς θεραπεία, η θεραπεία επαναλαμβάνεται για ακόμη τέσσερις εβδομάδες.
-
Ενήλικες (Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων)Δόση3 φορές την εβδομάδαΗ θεραπεία συνεχίζεται μέχρι την εξάλειψη των κονδυλωμάτων, για μέγιστη περίοδο 16 εβδομάδων ανά επεισόδιο κονδυλωμάτων. Εφαρμογή πριν από τη συνηθισμένη ώρα κατάκλισης, παραμένει στο δέρμα για 6 έως 10 ώρες. Ένας φακελλίσκος της μιας χρήσης είναι αρκετός για να καλύψει ένα κονδύλωμα επιφάνειας 20 cm2. Οι φακελλίσκοι δεν πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται. Τα χέρια πρέπει να πλένονται πριν και μετά την εφαρμογή. Άνδρες χωρίς περιτομή πρέπει να πλένουν την περιοχή κάτω από την ακροποσθία κάθε μέρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες (Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων)Δόση5 φορές την εβδομάδα για 6 εβδομάδεςΕφαρμογή πριν από τις συνηθισμένες ώρες κατάκλισης, παραμένει στο δέρμα για 8 ώρες περίπου. Επαρκής ποσότητα κρέμας για κάλυψη της περιοχής θεραπείας και ένα εκατοστό του δέρματος γύρω από τον όγκο. Να εφαρμόζεται με ελαφρό μασάζ έως ότου απορροφηθεί. Οι φακελλίσκοι δεν θα πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται. Τα χέρια θα πρέπει να πλένονται πριν και μετά την εφαρμογή. Η αντίδραση του όγκου αξιολογείται 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας. Εάν η ανταπόκριση είναι ελλιπής, χρησιμοποιείται διαφορετική θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να ακολουθήσει περίοδος ανάπαυσης αρκετών ημερών σε περίπτωση υπερβολικής δυσφορίας ή μόλυνσης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες (Ακτινική κεράτωση)Δόση3 φορές την εβδομάδα για τέσσερις εβδομάδεςΜέγ. δόσηΈνας φακελλίσκος (μέγιστη συνιστώμενη δόση). Μέγιστη διάρκεια θεραπείας 8 εβδομάδες.Εφαρμογή πριν από τις συνηθισμένες ώρες κατάκλισης, παραμένει στο δέρμα για περίπου 8 ώρες. Μετά από περίοδο 4 εβδομάδων χωρίς θεραπεία, αξιολογείται ο βαθμός κάθαρσης. Εάν υπάρχουν ακόμη αλλοιώσεις, η θεραπεία επαναλαμβάνεται για ακόμη τέσσερις εβδομάδες. Να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας εάν εμφανιστούν έντονες τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) ή μόλυνση. Κάθε περίοδος θεραπείας δεν θα πρέπει να παρατείνεται πέραν των 4 εβδομάδων. Εάν οι αλλοιώσεις εμφανίζουν ανεπαρκή ανταπόκριση στις 4-8 εβδομάδες μετά τη δεύτερη θεραπευτική περίοδο, χρησιμοποιείται διαφορετική θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι φακελλίσκοι δεν θα πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται. Τα χέρια θα πρέπει να πλένονται πριν και μετά την εφαρμογή.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΔε συνιστάται η χρήση. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για χρήση σε παιδιά και εφήβους στις εγκεκριμένες ενδείξεις. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά με μολυσματική τέρμινθο λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
block
SPC-ALDARA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-ALDARA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Επαφή με ευαίσθητες περιοχέςΑποφύγετε την επαφή με τα μάτια, χείλη και ρουθούνια.
-
Φλεγμονώδεις συνθήκες δέρματοςΗ κρέμα imiquimod μπορεί να επιδεινώσει τις φλεγμονώδεις συνθήκες του δέρματος.
-
Μεταμόσχευση οργάνωνΠληθυσμόςασθενείς που έχουν προχωρήσει σε μεταμόσχευση οργάνωνΘα πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Σημασία θα πρέπει να δίνεται στη σχέση οφέλους/κινδύνου με πιθανότητα απόρριψης του μεταμοσχευθέντος οργάνου ή μόσχευμα-έναντι-νόσου του ξενιστή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Εφαρμογή σε τραυματισμένο δέρμαΔεν συνιστάται η χρήση μέχρι να επουλωθεί το δέρμα μετά από οποιαδήποτε προηγούμενη θεραπεία με φάρμακα ή χειρουργική επέμβαση. Η εφαρμογή σε δέρμα με λύση της συνεχείας του μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συστηματική απορρόφηση της imiquimod, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
-
Επίδεση πάσχουσας περιοχήςΔεν συνιστάται η επίδεση της πάσχουσας περιοχής κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κρέμα imiquimod.
-
ΈκδοχαΤα έκδοχα παραϋδροξυβενζοϊκός μεθυλεστέρας (E218), παραϋδροξυβενζοϊκός προπυλεστέρας (E216), κητυλική αλκοόλη και στεατυλική αλκοόλη πιθανόν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
-
Έντονες τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις / Συμπτώματα γρίπηςΣπανίως μετά από λίγες μόνο εφαρμογές της κρέμας imiquimod μπορεί να εμφανισθούν έντονες τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων εφίδρωσης ή ξηρότητας του δέρματος. Οι τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις μπορεί να συνοδεύονται ή να προηγούνται συμπτώματα γρίπης συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως αδιαθεσία, πυρετός, ναυτία, μυαλγία και ρίγη. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της δοσολογίας.
-
Μειωμένο αιματολογικό απόθεμαΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένο αιματολογικό απόθεμαΗ imiquimod θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες δ).
-
Κονδυλώματα ακροποσθίας σε άνδρες χωρίς περιτομήΠληθυσμόςάνδρες που δεν έχουν υποβληθεί σε περιτομήΠεριορισμένη εμπειρία. Η θεραπεία συνιστάται μόνο στους άνδρες που είναι σε θέση ή επιθυμούν να ακολουθήσουν την καθημερινή ρουτίνα υγιεινής της ακροποσθίας. Αν εμφανιστούν πρώιμες ενδείξεις στένωσης (τοπικές αντιδράσεις όπως διάβρωση, εξέλκωση, οίδημα, σκλήρυνση ή αυξανόμενη δυσκολία τραβήγματος της ακροποσθίας προς τα πίσω) η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
-
Εσωτερικά κονδυλώματαΔεν συνιστάται η θεραπεία ουρηθρικών, ενδοκολπικών, τραχηλικών, ορθικών ή ενδοπρωκτικών κονδυλωμάτων.
-
Εφαρμογή σε ανοιχτές πληγές/τραύματα (γεννητικά κονδυλώματα)Η θεραπεία με κρέμα imiquimod δεν θα πρέπει να αρχίζει σε ιστούς όπου υπάρχουν ανοιχτές πληγές ή τραύματα, παρά μόνο μετά την επούλωση της περιοχής.
-
Τοπικές δερματικές αντιδράσεις (γεννητικά κονδυλώματα)Συχνές τοπικές δερματικές αντιδράσεις (ερύθημα, διάβρωση, εκδορά, απολέπιση, οίδημα, σκλήρυνση, εξέλκωση, δημιουργία εφελκίδων και φυσαλίδων). Αν παρουσιαστεί μη ανεκτή αντίδραση, η κρέμα πρέπει να αφαιρεθεί πλένοντας την περιοχή. Η θεραπεία μπορεί να ξαναρχίσει αφού μετριαστεί η δερματική αντίδραση.
-
Σοβαρές τοπικές δερματικές αλλεργίεςΟ κίνδυνος ενδέχεται να αυξηθεί όταν η κρέμα imiquimod χρησιμοποιείται σε υψηλότερες συνιστώμενες δόσεις (βλ. Δοσολογία). Σε αντιδράσεις στο στόμιο της ουρήθρας, ορισμένες γυναίκες παρουσίασαν δυσκολία στην ούρηση, απαιτώντας άμεσο καθετηριασμό και θεραπεία της πάσχουσας περιοχής.
-
Ταυτόχρονη χρήση με άλλα τοπικά φάρμακαΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τη χρήση της κρέμας imiquimod αμέσως μετά από τη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων δερματικής χορήγησης για τη θεραπεία των περιπρωκτικών εξωτερικών κονδυλωμάτων ή αυτών των γεννητικών οργάνων.
-
Σεξουαλική επαφή και αντισύλληψηΗ κρέμα imiquimod πρέπει να ξεπλένεται από το δέρμα πριν τη σεξουαλική επαφή. Μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των προφυλακτικών και των διαφραγμάτων. Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση τους. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εναλλακτικών μορφών αντισύλληψης.
-
Επαναληπτική θεραπεία σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείςΠληθυσμόςασθενείς με διαταραχές του ανοσοποιητικούΗ επαναληπτική θεραπεία με κρέμα imiquimod δεν συνιστάται.
-
Αποτελεσματικότητα σε HIV θετικούς ασθενείςΠληθυσμόςθετικούς για HIV ασθενείςΠεριορισμένα δεδομένα έχουν δείξει αυξημένο βαθμό μείωσης των οξυτενών κονδυλωμάτων, αλλά η κρέμα imiquimod δεν έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματική από την άποψη της εξάλειψης των οξυτενών κονδυλωμάτων σ'αυτή την ομάδα ασθενών.
-
Θέσεις καρκινώματος βασικών κυττάρωνΗ κρέμα imiquimod δεν έχει αξιολογηθεί για τη θεραπεία καρκινώματος βασικών κυττάρων σε απόσταση 1 cm από τα βλέφαρα, τη μύτη, τα χείλη ή τη γραμμή των μαλλιών.
-
Τοπικές δερματικές αντιδράσεις και εμφάνιση δέρματος (sBCCs)Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέχρι την ίαση, η πάσχουσα δερματική περιοχή μπορεί να παρουσιάζει σημαντικά διαφορετική όψη. Τοπικές δερματικές αντιδράσεις είναι συνήθεις. Εάν απαιτείται, μπορεί να ακολουθήσει μια περίοδος ανάπαυσης. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί εφόσον μετριαστεί η δερματική αντίδραση.
-
Αξιολόγηση κλινικής έκβασης (sBCCs)Η κλινική έκβαση της θεραπείας μπορεί να προσδιοριστεί μετά την αναγέννηση του δέρματος που έχει υποβληθεί σε θεραπεία, περίπου 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας.
-
Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς (sBCCs)Πληθυσμόςασθενείς με διαταραχές του ανοσοποιητικούΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τη χρήση της κρέμας imiquimod.
-
Υποτροπιάζοντα/προηγούμενα αντιμετωπισμένα καρκινώματα βασικών κυττάρωνΠληθυσμόςασθενείς με υποτροπιάζοντα καρκινώματα βασικών κυττάρων καθώς και καρκινώματα που είχαν προηγουμένως αντιμετωπιστείΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία, και συνεπώς δεν συνιστάται η χρήση για όγκους που έχουν ήδη αντιμετωπιστεί.
-
Μέγεθος όγκου (sBCCs)Οι μεγάλοι όγκοι (>7,25 cm2) είναι λιγότερο πιθανόν να ανταποκριθούν στη θεραπεία με imiquimod.
-
Ηλιακή ακτινοβολία (sBCCs)Η υποβαλλόμενη σε θεραπεία περιοχή της επιφάνειας του δέρματος πρέπει να προστατεύεται από την έκθεση σε ηλιακή ακτινοβολία.
-
Άτυπες/ύποπτες βλάβες AKΟι κλινικά άτυπες βλάβες για AK ή οι ύποπτες βλάβες για κακοήθεια θα πρέπει να υποβάλλονται σε βιοψία για τον καθορισμό της κατάλληλης θεραπείας.
-
Θέσεις ακτινικών κερατώσεωνΗ κρέμα imiquimod δεν έχει αξιολογηθεί για τη θεραπεία ακτινικών κερατώσεων στα βλέφαρα, στο εσωτερικό των ρωθώνων ή των αυτιών ή στην περιοχή εσωτερικά της γραμμής των χειλιών.
-
Θεραπεία AK σε περιοχές εκτός προσώπου/κεφαλήςΤα διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της imiquimod για τη θεραπεία ακτινικών κερατώσεων σε ανατομικές περιοχές εκτός του προσώπου και του τριχωτού της κεφαλής είναι πολύ περιορισμένα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ακτινική κεράτωση στους βραχίονες και τα χέρια δεν υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα της imiquimod για τη συγκεκριμένη ένδειξη και συνεπώς δεν συνιστάται η χρήση της.
-
AK με έντονη υπερκεράτωση/υπερτροφίαΗ imiquimod δεν συνιστάται για τη θεραπεία των βλαβών AK με έντονη υπερκεράτωση ή υπερτροφία όπως συναντάται στα δερματικά «κέρατα».
-
Τοπικές δερματικές αντιδράσεις και εμφάνιση δέρματος (ΑΚ)Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέχρι την ίαση, η πάσχουσα δερματική περιοχή μπορεί να παρουσιάζει σημαντικά διαφορετική όψη. Τοπικές δερματικές αντιδράσεις είναι συνήθεις. Εάν απαιτείται, μπορεί να ακολουθήσει μια περίοδος ανάπαυσης. Η θεραπεία μπορεί να συνεχιστεί εφόσον μετριαστεί η δερματική αντίδραση.
-
Διάρκεια περιόδου θεραπείας (ΑΚ)Κάθε περίοδος θεραπείας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 4 εβδομάδες λόγω παράλειψης δόσεων ή περιόδων ανάπαυσης.
-
Αξιολόγηση κλινικής έκβασης (ΑΚ)Η κλινική έκβαση της θεραπείας μπορεί να προσδιοριστεί μετά την αναγέννηση του δέρματος που έχει υποβληθεί σε θεραπεία, περίπου 4-8 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας.
-
Ανοσοκατεσταλμένοι ασθενείς (ΑΚ)Πληθυσμόςασθενείς με διαταραχές του ανοσοποιητικούΔεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τη χρήση της κρέμας imiquimod.
-
Εκ νέου θεραπεία AKΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την εκ νέου θεραπεία ακτινικών κερατώσεων που έχουν εξαλειφθεί μετά από έναν ή δύο κύκλους θεραπείας και επομένως δεν συνιστάται αυτή η χρήση.
-
Αριθμός βλαβών AKΠληθυσμόςασθενείς με περισσότερες από 8 βλάβες AKΕμφάνισαν μειωμένο βαθμό πλήρους εξάλειψης σε σύγκριση με ασθενείς με λιγότερες από 8 βλάβες.
-
Ηλιακή ακτινοβολία (ΑΚ)Η υποβαλλόμενη σε θεραπεία περιοχή της επιφάνειας του δέρματος πρέπει να προστατεύεται από την έκθεση σε ηλιακή ακτινοβολία.
swap_horiz
SPC-ALDARA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ανοσοκατασταλτικά φάρμακαπροσοχήΗ imiquimod, λόγω των ανοσοδιεγερτικών ιδιοτήτων της, θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή.ΣύστασηΘα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά φάρμακα.
sick
SPC-ALDARA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Έρπης απλός
- Καντιντίαση γεννητικών οργάνων
- Κολπίτιδα
- Βακτηριακή λοίμωξη
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Λοίμωξη άνω αναπνευστικής οδού
- Αιδοιίτιδα
- Γρίπη
- Φαρυγγίτιδα
- Θυλακίτιδα
- Φλύκταινες
- Κνησμός
- Δερματίτιδα
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Έκζεμα
- Εξάνθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κνίδωση
- Ακτινική κεράτωση
- Ερύθημα
- Δερματικό έλκος
- Ερύθημα στην περιοχή εφαρμογής
- Βλατίδες στην περιοχή εφαρμογής
- Δερματίτιδα στην περιοχή εφαρμογής
- Εφελκιδοποίηση στην περιοχή εφαρμογής
- Πτώση δέρματος στην περιοχή εφαρμογής
- Δημιουργία φυσαλίδων στην περιοχή εφαρμογής
- Ρινίτιδα
- Ρινική συμφόρηση
- Φαρυγγολαρυγγικό άλγος
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ανορεξία
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Ευερεθιστότητα
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Υπνηλία
- Λήθαργος
- Ερεθισμός επιπεφυκότα
- Οίδημα βλεφάρου
- Εμβοή
- Ερυθρίαση
- Ναυτία
- Κοιλιακός πόνος
- Διάρροια
- Έμετος
- Διαταραχή ορθού
- Τεινεσμός ορθού
- Ξηροστομία
- Οίδημα προσώπου
- Κνησμός στην περιοχή εφαρμογής
- Άλγος στην περιοχή εφαρμογής
- Κάψιμο στην περιοχή εφαρμογής
- Ερεθισμός στην περιοχή εφαρμογής
- Αντίδραση στην περιοχή εφαρμογής
- Αιμορραγία στην περιοχή εφαρμογής
- Παραισθησία στην περιοχή εφαρμογής
- Εξάνθημα στην περιοχή εφαρμογής
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Συμπτώματα γρίπης
- Άλγος
- Αδυναμία
- Κακουχία
- Ρίγη
- Έκχυση στην περιοχή εφαρμογής
- Υπεραισθησία στην περιοχή εφαρμογής
- Φλεγμονή στην περιοχή εφαρμογής
- Οίδημα στην περιοχή εφαρμογής
- Ουλή στην περιοχή εφαρμογής
- Πρήξιμο στην περιοχή εφαρμογής
- Έλκος στην περιοχή εφαρμογής
- Αίσθημα θερμότητας στην περιοχή εφαρμογής
- Δυσφορία
- Φλεγμονή
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Άλγος στα άκρα
- Δυσουρία
- Άλγος αρσενικών γεννητικών οργάνων
- Διαταραχές πέους
- Δυσπαρεύνια
- Δυσλειτουργία στύσης
- Μητροκολπική πρόπτωση
- Κολπικός πόνος
- Ατροφική κολπίτιδα
- Διαταραχές αιδοίου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΑντίδραση στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΒλατίδες στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημα στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΕρύθημα στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
-
ΣυχνέςΘυλακίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησία στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΣυμπτώματα γρίπηςΓενικές
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΦλύκταινεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΆλγος αρσενικών γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈκχυση στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈλκος στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΈρπης απλόςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑίσθημα θερμότητας στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑιδοιίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑκτινική κεράτωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΑτροφική κολπίτιδαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒακτηριακή λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδα στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματικό έλκοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔημιουργία φυσαλίδων στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές αιδοίουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές πέουςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ορθούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσλειτουργία στύσηςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσπαρεύνιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΕμβοήΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρυθρίασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΕφελκιδοποίηση στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση γεννητικών οργάνωνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚολπικός πόνοςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη άνω αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜητροκολπική πρόπτωσηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα βλεφάρουΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟίδημα στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΟυλή στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠρήξιμο στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΠτώση δέρματος στην περιοχή εφαρμογήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤεινεσμός ορθούΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησία στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦαρυγγολαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦλεγμονήΓενικές
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ ΣυχνέςΆλγος στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ ΣυχνέςΕρεθισμός στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ ΣυχνέςΚάψιμο στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ ΣυχνέςΚνησμός στην περιοχή εφαρμογήςΓενικές
pregnant_woman
SPC-ALDARA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΗ χορήγηση σε έγκυες γυναίκες πρέπει να πραγματοποιείται µε ιδιαίτερη προσοχή.Δεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα για τη δράση της imiquimod κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Οι μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη ανάπτυξη του νεογνού (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν μπορεί να δοθεί συγκεκριμένη συμβουλή για το εάν θα πρέπει να χρησιμοποιείται από θηλάζουσες μητέρες ή όχι.Καθώς δεν έχει ανευρεθεί σημαντικά υψηλό ποσοστό (> 5 ng/ml) imiquimod στον ορό του αίματος μετά από χορήγηση εφ’ άπαξ και πολλαπλών τοπικών δόσεων.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ALDARA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Χημειοθεραπευτικό για τοπική χρήση, αντιϊική δράση: ATC Κώδικας: D06BB10 ### Μηχανισμός δράσης Η δραστική ουσία imiquimod είναι ένας τροποποιητής της ανοσοποιητικής ανταπόκρισης. Μελέτες κορεσμού δέσμευσης συνηγορούν για την…
biotech
SPC-ALDARA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων, καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων και ακτινική κεράτωση: Λιγότερο από το 0,9% μιας τοπικά χορηγηθείσης εφάπαξ δόσης ραδιοσημασμένης imiquimod απορροφήθηκε διαμέσου του δέρματος ανθρώπων. Η μικρή ποσότητα…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ALDARA
expand_more
Δοσολογία
Η συχνότητα εφαρμογής καθώς και η διάρκεια της θεραπείας με κρέμα imiquimod διαφέρουν ανάλογα με την ένδειξη.
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων σε ενήλικες
Η κρέμα imiquimod θα πρέπει να εφαρμόζεται 3 φορές την εβδομάδα (παράδειγμα: κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή ή κάθε Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο) πριν από τη συνηθισμένη ώρα κατάκλισης και θα πρέπει να παραμένει στο δέρμα για 6 έως 10 ώρες. Η θεραπευτική αγωγή με κρέμα imiquimod θα πρέπει να συνεχιστεί μέχρι την εξάλειψη των περιπρωκτικών οξυτενών κονδυλωμάτων, ή αυτών των γεννητικών οργάνων, για μια μέγιστη περίοδο 16 εβδομάδων ανά επεισόδιο κονδυλωμάτων. Για την ποσότητα που πρέπει να εφαρμοστεί, (βλ. Τρόπος χορήγησης).
Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων σε ενήλικες
Εφαρμόστε κρέμα imiquimod για 6 εβδομάδες, 5 φορές την εβδομάδα (παράδειγμα: Δευτέρα έως Παρασκευή) πριν από τις συνηθισμένες ώρες κατάκλισης και αφήστε την να παραμείνει στο δέρμα για 8 ώρες περίπου. Για την ποσότητα που πρέπει να εφαρμοστεί, (βλ. Τρόπος χορήγησης).
Ακτινική κεράτωση σε ενήλικες
Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινήσει και να ελέγχεται από ιατρό. Η κρέμα imiquimod θα πρέπει να εφαρμόζεται 3 φορές την εβδομάδα (παράδειγμα: Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή) για τέσσερις εβδομάδες, πριν από τις συνηθισμένες ώρες κατάκλισης και να παραμένει στο δέρμα για περίπου 8 ώρες. Επαρκής ποσότητα κρέμας θα πρέπει να εφαρμόζεται για την κάλυψη της υπό θεραπεία περιοχής. Μετά από περίοδο 4 εβδομάδων χωρίς θεραπεία θα πρέπει να αξιολογείται ο βαθμός κάθαρσης των ακτινικών κερατώσεων. Εάν υπάρχουν ακόμη αλλοιώσεις στην περιοχή, η θεραπεία θα πρέπει να επαναληφθεί για ακόμη τέσσερις εβδομάδες. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση είναι ένας φακελλίσκος. Η μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια θεραπείας είναι 8 εβδομάδες. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η διακοπή της θεραπείας εάν εμφανιστούν έντονες τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) ή εάν εμφανιστεί μόλυνση στην υπό θεραπεία περιοχή. Στη δεύτερη περίπτωση θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπισή της. Κάθε περίοδος θεραπείας δεν θα πρέπει να παρατείνεται πέραν των 4 εβδομάδων λόγω παράλειψης κάποιων εφαρμογών ή περιόδων ανάπαυλας. Εάν οι υπό θεραπεία αλλοιώσεις εμφανίζουν ανεπαρκή ανταπόκριση κατά την επαναληπτική εξέταση στις 4-8 εβδομάδες μετά τη δεύτερη θεραπευτική περίοδο, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί διαφορετική θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Πληροφορίες που ισχύουν για όλες τις ενδείξεις
Αν μια δόση παραληφθεί, ο ασθενής θα πρέπει να εφαρμόσει την κρέμα όσο πιο σύντομα το θυμηθεί και στη συνέχεια πρέπει να συνεχίσει το τακτικό του πρόγραμμα δοσολογίας. Εντούτοις, η κρέμα δεν πρέπει να εφαρμόζεται περισσότερες από μία φορά τη μέρα.
Παιδιατρικοί ασθενείς
Δε συνιστάται η χρήση στους παιδιατρικούς ασθενείς. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της imiquimod σε παιδιά και εφήβους στις εγκεκριμένες ενδείξεις. Το Aldara δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά με μολυσματική τέρμινθο (molluscum contagiosum) λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας στην ένδειξη αυτή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Τρόπος χορήγησης
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων: Πρέπει να εφαρμόζεται ένα λεπτό στρώμα κρέμας imiquimod και να γίνεται επάλειψη στην καθαρή επιφάνεια του κονδυλώματος μέχρι να απορροφηθεί εντελώς η κρέμα. Εφαρμόστε μόνο σε περιοχές που έχουν μολυνθεί και αποφύγετε την εφαρμογή της σε εσωτερικές επιφάνειες. Η κρέμα imiquimod πρέπει να εφαρμόζεται πριν από τις συνηθισμένες ώρες κατάκλισης. Κατά τη διάρκεια των 6 έως 10 ωρών θεραπείας, πρέπει να αποφεύγεται το ντους ή το μπάνιο. Μετά το πέρας του διαστήματος αυτού, είναι απαραίτητο να αφαιρείται η κρέμα imiquimod με ουδέτερο σαπούνι και νερό. Η χρήση υπερβολικής ποσότητας κρέμας ή η παρατεταμένη εφαρμογή στο δέρμα ενδέχεται να προκαλέσει σοβαρό ερεθισμό στην περιοχή εφαρμογής (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία). Ένας φακελλίσκος της μιας χρήσης είναι αρκετός για να καλύψει ένα κονδύλωμα επιφάνειας 20 cm2 (περίπου 3 τετραγωνικών ιντσών). Οι φακελλίσκοι δεν πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται εφόσον έχουν ανοιχθεί. Τα χέρια πρέπει να πλένονται προσεκτικά πριν και μετά την εφαρμογή της κρέμας. Οι άνδρες που δεν έχουν υποβληθεί σε περιτομή και υποβάλλονται σε θεραπεία για κονδυλώματα κάτω από την ακροποσθία πρέπει να τραβούν την ακροποσθία προς τα πίσω και να πλένουν την περιοχή κάτω απ’ αυτή κάθε μέρα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων: Πριν την εφαρμογή κρέμας imiquimod, οι ασθενείς θα πρέπει να πλένουν την υπό θεραπεία περιοχή με ουδέτερο σαπούνι και νερό και να τη στεγνώνουν προσεκτικά. Για την κάλυψη της υπό θεραπεία περιοχής θα πρέπει να εφαρμόζεται επαρκής ποσότητα κρέμας, η οποία πρέπει να καλύπτει ένα εκατοστό του δέρματος γύρω από τον όγκο. Η κρέμα θα πρέπει να εφαρμόζεται με ελαφρό μασάζ στην υπό θεραπεία περιοχή έως ότου απορροφηθεί. Η κρέμα θα πρέπει να εφαρμόζεται πριν από τις συνηθισμένες ώρες κατάκλισης και να παραμένει στο δέρμα για 8 ώρες περίπου. Κατά το διάστημα αυτό, θα πρέπει να αποφεύγονται το ντους και το μπάνιο. Μετά το πέρας του διαστήματος αυτού, είναι απαραίτητο να αφαιρείται η κρέμα imiquimod με ουδέτερο σαπούνι και νερό. Οι φακελλίσκοι δεν θα πρέπει να επαναχρησιμοποιούνται εφόσον έχουν ανοιχτεί. Τα χέρια θα πρέπει να πλένονται προσεκτικά πριν και μετά την εφαρμογή της κρέμας. Η αντίδραση του υποβαλλόμενου σε θεραπεία όγκου στην κρέμα imiquimod θα πρέπει να αξιολογείται 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας. Αν ο υποβαλλόμενος σε θεραπεία όγκος παρουσιάσει ελλιπή ανταπόκριση, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί διαφορετική θεραπεία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να ακολουθήσει περίοδος ανάπαυσης αρκετών ημερών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) σε περίπτωση που η τοπική δερματική αντίδραση στην κρέμα imiquimod προκαλέσει υπερβολική δυσφορία στον ασθενή ή σε περίπτωση που παρατηρηθεί μόλυνση στην υπό θεραπεία περιοχή. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να ληφθούν άλλα κατάλληλα μέτρα.
Ακτινική κεράτωση: Πριν την εφαρµογή της κρέµας imiquimod, οι ασθενείς θα πρέπει να πλένουν την υπό θεραπεία περιοχή µε ουδέτερο σαπούνι και νερό και να τη στεγνώνουν προσεκτικά. Επαρκής ποσότητα κρέμας θα πρέπει να εφαρµόζεται για την κάλυψη της υπό θεραπεία περιοχής. Η κρέµα θα πρέπει να εφαρµόζεται με ελαφρό µασάζ στην υπό θεραπεία περιοχή έως ότου απορροφηθεί. Η κρέµα θα πρέπει να εφαρµόζεται πριν από τις συνηθισµένες ώρες κατάκλισης και να παραµένει στο δέρµα για 8 ώρες περίπου. Κατά το διάστηµα αυτό, θα πρέπει να αποφεύγονται το ντους και το µπάνιο. Μετά το πέρας του διαστήµατος αυτού, είναι απαραίτητο να αφαιρείται η κρέµα imiquimod µε ουδέτερο σαπούνι και νερό. Οι φακελλίσκοι δεν θα πρέπει να επαναχρησιµοποιούνται εφόσον έχουν ανοιχτεί. Τα χέρια θα πρέπει να πλένονται προσεκτικά πριν και µετά την εφαρµογή της κρέµας.
block
Αντενδείξεις
SPC-ALDARA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ALDARA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικές προειδοποιήσεις
- Αποφυγή επαφής με τα μάτια, χείλη και ρουθούνια.
- Η κρέμα imiquimod μπορεί να επιδεινώσει τις φλεγμονώδεις συνθήκες του δέρματος.
- Η κρέμα imiquimod θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν προχωρήσει σε μεταμόσχευση οργάνων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σημασία θα πρέπει να δίνεται στη σχέση οφέλους από τη θεραπεία με κρέμα imiquimod / κινδύνου με πιθανότητα απόρριψης του μεταμοσχευθέντος οργάνου ή μόσχευμα-έναντι-νόσου του ξενιστή.
- Δεν συνιστάται η χρήση της κρέμας imiquimod μέχρι να επουλωθεί το δέρμα μετά από οποιαδήποτε προηγούμενη θεραπεία με φάρμακα ή χειρουργική επέμβαση. Η εφαρμογή σε δέρμα με λύση της συνεχείας του μπορεί να προκαλέσει αυξημένη συστηματική απορρόφηση της imiquimod, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Υπερδοσολογία).
- Δεν συνιστάται η επίδεση της πάσχουσας περιοχής κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κρέμα imiquimod.
- Τα έκδοχα παραϋδροξυβενζοϊκός μεθυλεστέρας (E218), παραϋδροξυβενζοϊκός προπυλεστέρας (E216), κητυλική αλκοόλη και στεατυλική αλκοόλη πιθανόν να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις.
- Σπανίως μετά από λίγες μόνο εφαρμογές της κρέμας imiquimod μπορεί να εμφανισθούν έντονες τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις συμπεριλαμβανομένων εφίδρωσης ή ξηρότητας του δέρματος. Οι τοπικές φλεγμονώδεις αντιδράσεις μπορεί να συνοδεύονται ή να προηγούνται συμπτώματα γρίπης συμπεριλαμβανομένων συμπτωμάτων όπως αδιαθεσία, πυρετός, ναυτία, μυαλγία και ρίγη. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της δοσολογίας.
- Η imiquimod θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή από ασθενείς με μειωμένο αιματολογικό απόθεμα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες δ).
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων
- Η εμπειρία από τη χρήση της κρέμας imiquimod για τη θεραπεία ανδρών με κονδυλώματα ακροποσθίας είναι περιορισμένη. Η θεραπεία σ’αυτόν τον πληθυσμό ασθενών συνιστάται μόνο στους άνδρες που είναι σε θέση ή επιθυμούν να ακολουθήσουν την καθημερινή ρουτίνα υγιεινής της ακροποσθίας. Οι πρώιμες ενδείξεις στένωσης μπορεί να περιλαμβάνουν τοπικές αντιδράσεις (π.χ. διάβρωση, εξέλκωση, οίδημα, σκλήρυνση) ή αυξανόμενη δυσκολία τραβήγματος της ακροποσθίας προς τα πίσω. Αν εμφανιστούν αυτά τα συμπτώματα η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
- Με βάση τα στοιχεία που διαθέτουμε δεν συνιστάται η θεραπεία ουρηθρικών, ενδοκολπικών, τραχηλικών, ορθικών ή ενδοπρωκτικών κονδυλωμάτων.
- Η θεραπεία με κρέμα imiquimod δεν θα πρέπει να αρχίζει σε ιστούς όπου υπάρχουν ανοιχτές πληγές ή τραύματα, παρά μόνο μετά την επούλωση της περιοχής.
- Παρατηρούνται συχνά τοπικές δερματικές αντιδράσεις όπως για παράδειγμα ερύθημα, διάβρωση, εκδορά, απολέπιση και οίδημα. Έχουν επίσης αναφερθεί και άλλες τοπικές αντιδράσεις όπως σκλήρυνση, εξέλκωση, δημιουργία εφελκίδων και φυσαλίδων. Αν παρουσιαστεί κάποια μη ανεκτή δερματική αντίδραση, τότε η κρέμα πρέπει να αφαιρεθεί πλένοντας την περιοχή με ουδέτερο σαπούνι και νερό. Η θεραπεία με κρέμα imiquimod μπορεί να ξαναρχίσει αφού μετριαστεί η δερματική αντίδραση.
- Ο κίνδυνος σοβαρών τοπικών δερματικών αλλεργιών ενδέχεται να αυξηθεί όταν η κρέμα imiquimod χρησιμοποιείται σε υψηλότερες συνιστώμενες δόσεις (βλ. Δοσολογία). Σε κάθε περίπτωση στην οποία παρατηρήθηκαν παρόμοιες αντιδράσεις στο στόμιο της ουρήθρας, ορισμένες γυναίκες παρουσίασαν δυσκολία στην ούρηση, περίπτωση για την οποία ορισμένες φορές απαιτείται άμεσος καθετηριασμός και θεραπεία της πάσχουσας περιοχής.
- Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τη χρήση της κρέμας imiquimod αμέσως μετά από τη χρήση άλλων φαρμακευτικών προϊόντων δερματικής χορήγησης για τη θεραπεία των περιπρωκτικών εξωτερικών κονδυλωμάτων ή αυτών των γεννητικών οργάνων.
- Η κρέμα imiquimod πρέπει να ξεπλένεται από το δέρμα πριν τη σεξουαλική επαφή. Επίσης, μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των προφυλακτικών και των διαφραγμάτων. Συνεπώς, η ταυτόχρονη χρήση τους με κρέμα imiquimod δεν συνιστάται. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εναλλακτικών μορφών αντισύλληψης.
- Σε ασθενείς με διαταραχές του ανοσοποιητικού, η επαναληπτική θεραπεία με κρέμα imiquimod δεν συνιστάται.
- Αν και περιορισμένα δεδομένα έχουν δείξει αυξημένο βαθμό μείωσης των οξυτενών κονδυλωμάτων σε θετικούς για HIV ασθενείς, η κρέμα imiquimod δεν έχει αποδειχθεί εξίσου αποτελεσματική από την άποψη της εξάλειψης των οξυτενών κονδυλωμάτων σ’αυτή την ομάδα ασθενών.
Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων
- Η κρέμα imiquimod δεν έχει αξιολογηθεί για τη θεραπεία καρκινώματος βασικών κυττάρων σε απόσταση 1 cm από τα βλέφαρα, τη μύτη τα χείλη ή τη γραμμή των μαλλιών.
- Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μέχρι την ίαση, η πάσχουσα δερματική περιοχή μπορεί να παρουσιάζει σημαντικά διαφορετική όψη από το υπόλοιπο δέρμα. Οι τοπικές δερματικές αντιδράσεις είναι συνήθεις. Εάν απαιτείται, ανάλογα με την ενόχληση του ασθενούς ή της σοβαρότητας της τοπικής δερματικής αντίδρασης, μπορεί να ακολουθήσει μια περίοδος ανάπαυσης αρκετών ημερών. Η θεραπεία με κρέμα imiquimod μπορεί να συνεχιστεί εφόσον μετριαστεί η δερματική αντίδραση.
- Η κλινική έκβαση της θεραπείας μπορεί να προσδιοριστεί μετά την αναγέννηση του δέρματος που έχει υποβληθεί σε θεραπεία, περίπου 12 εβδομάδες μετά το τέλος της θεραπείας.
- Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία για τη χρήση της κρέμας imiquimod σε ασθενείς με διαταραχές του ανοσοποιητικού.
- Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία για ασθενείς με υποτροπιάζοντα καρκινώματα βασικών κυττάρων καθώς και καρκινώματα που είχαν προηγουμένως αντιμετωπιστεί, και συνεπώς δεν συνιστάται η χρήση για όγκους που έχουν ήδη αντιμετωπιστεί.
- Σύμφωνα με τα δεδομένα ανοικτής κλινικής δοκιμής, οι μεγάλοι όγκοι (>7,25 cm2) είναι λιγότερο πιθανόν να ανταποκριθούν στη θεραπεία με imiquimod.
- Η υποβαλλόμενη σε θεραπεία περιοχή της επιφάνειας του δέρματος πρέπει να προστατεύεται από την έκθεση σε ηλιακή ακτινοβολία.
Ακτινική κεράτωση
- Οι κλινικά άτυπες βλάβες για AK ή οι ύποπτες βλάβες για κακοήθεια θα πρέπει να υποβάλλονται σε βιοψία για τον καθορισμό της κατάλληλης θεραπείας.
- Η κρέµα imiquimod δεν έχει αξιολογηθεί για τη θεραπεία ακτινικών κερατώσεων στα βλέφαρα, στο εσωτερικό των ρωθώνων ή των αυτιών ή στην περιοχή εσωτερικά της γραμμής των χειλιών.
- Τα διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση της imiquimod για τη θεραπεία ακτινικών κερατώσεων σε ανατομικές περιοχές εκτός του προσώπου και του τριχωτού της κεφαλής είναι πολύ περιορισμένα. Τα διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ακτινική κεράτωση στους βραχίονες και τα χέρια δεν υποστηρίζουν την αποτελεσματικότητα της imiquimod για τη συγκεκριμένη ένδειξη και συνεπώς δεν συνιστάται η χρήση της.
- Η imiquimod δεν συνιστάται για τη θεραπεία των βλαβών AK με έντονη υπερκεράτωση ή υπερτροφία όπως συναντάται στα δερματικά «κέρατα».
- Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και µέχρι την ίαση, η πάσχουσα δερµατική περιοχή µπορεί να παρουσιάζει σηµαντικά διαφορετική όψη από το υπόλοιπο δέρµα. Οι τοπικές δερµατικές αντιδράσεις είναι συνήθεις. Εάν απαιτείται, ανάλογα µε την ενόχληση του ασθενούς ή της έντασης της τοπικής δερµατικής αντίδρασης, µπορεί να ακολουθήσει µια περίοδος ανάπαυσης αρκετών ηµερών. Η θεραπεία µε κρέµα imiquimod µπορεί να συνεχιστεί εφόσον µετριαστεί η δερµατική αντίδραση.
- Κάθε περίοδος θεραπείας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις 4 εβδομάδες λόγω παράλειψης δόσεων ή περιόδων ανάπαυσης.
- Η κλινική έκβαση της θεραπείας µπορεί να προσδιοριστεί µετά την αναγέννηση του δέρµατος που έχει υποβληθεί σε θεραπεία, περίπου 4-8 εβδοµάδες µετά το τέλος της θεραπείας.
- Δεν υπάρχει κλινική εµπειρία για τη χρήση της κρέµας imiquimod σε ασθενείς µε διαταραχές του ανοσοποιητικού.
- Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την εκ νέου θεραπεία ακτινικών κερατώσεων που έχουν εξαλειφθεί μετά από έναν ή δύο κύκλους θεραπείας και επομένως δεν συνιστάται αυτή η χρήση.
- Σύµφωνα µε τα δεδοµένα μιας ανοικτής κλινικής δοκιµής, οι ασθενείς με περισσότερες από 8 βλάβες AK εμφάνισαν μειωμένο βαθμό πλήρους εξάλειψης σε σύγκριση με ασθενείς με λιγότερες από 8 βλάβες.
- Η υποβαλλόµενη σε θεραπεία περιοχή της επιφάνειας του δέρµατος πρέπει να προστατεύεται από την έκθεση σε ηλιακή ακτινοβολία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ALDARA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ALDARA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Γενική περιγραφή:
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων: Σε βασικές μελέτες με χορήγηση 3 φορές την εβδομάδα, οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις στο φάρμακο που κρίθηκε ότι ήταν πιθανό ή δυνατόν να σχετίζονται με τη θεραπεία με κρέμα imiquimod ήταν αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής της υπό θεραπεία περιοχής των κονδυλωμάτων (33,7% των ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με imiquimod). Ορισμένες συστηματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που περιλαμβάνουν κεφαλαλγία (3,7%), συμπτώματα γρίπης (1,1%), καθώς και μυαλγία (1,5%) έχουν επίσης αναφερθεί. Παρακάτω παρουσιάζονται οι αναφερόμενες ανεπιθύμητες αντιδράσεις από 2292 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με κρέμα imiquimod σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες και ανοιχτές κλινικές μελέτες. Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις θεωρείται ότι τουλάχιστον αιτιολογικά είναι πιθανώς σχετιζόμενες με τη θεραπεία με imiquimod.
Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων: Σε δοκιμές με χορήγηση 5 φορές την εβδομάδα 58% των ασθενών παρουσίασαν τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη ενέργεια. Οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες από δοκιμές, που κρίθηκαν ότι ήταν δυνατό ή πιθανό να σχετίζονται με θεραπεία με κρέμα imiquimod, ήταν διαταραχές στο σημείο εφαρμογής, με συχνότητα 28,1%. Ορισμένες συστηματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που περιλαμβάνουν οσφυαλγία (1,1%) και συμπτώματα τύπου γρίπης (0,5%) αναφέρθηκαν από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με κρέμα imiquimod. Παρακάτω παρουσιάζονται οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις από 185 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με κρέμα imiquimod σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες φάσης III για καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες θεωρείται ότι τουλάχιστον αιτιολογικά είναι πιθανώς σχετιζόμενες με τη θεραπεία με imiquimod.
Ακτινική κεράτωση: Σε βασικές µελέτες µε χορήγηση 3 φορές την εβδοµάδα για έως και δύο κύκλους κάθε 4 εβδομάδες, αναφέρθηκε τουλάχιστον μία ανεπιθύμητη αντίδραση στο 56% ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία µε κρέµα imiquimod. Η συχνότερα αναφερόμενη ανεπιθύμητη αντίδραση στο πλαίσιο των δοκιμών αυτών που θεωρήθηκε ότι είναι πιθανό ή δυνατό να σχετίζεται με την κρέμα imiquimod ήταν αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής (22% ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία µε imiquimod). Ορισμένες συστηματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που περιλαμβάνουν μυαλγία (2%) αναφέρθηκαν από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία µε κρέµα imiquimod. Παρακάτω παρουσιάζονται οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις από 252 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία µε κρέµα imiquimod σε ελεγχόµενες κλινικές µελέτες φάσης ΙΙΙ για ακτινική κεράτωση. Αυτές οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις θεωρείται ότι τουλάχιστον αιτιολογικά είναι πιθανώς σχετιζόµενες µε τη θεραπεία µε imiquimod.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα:
Οι συχνότητες καθορίζονται ως Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100 έως <1/10) και Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100). Οι χαμηλότερες συχνότητες από κλινικές δοκιμές δεν αναφέρονται στο σημείο αυτό.
Συχνά εμφανιζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες:
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων: Οι ερευνητές ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο δοκιμών έπρεπε να αξιολογήσουν τις κλινικές ενδείξεις που καθορίζονται από το πρωτόκολλο (δερματικές αντιδράσεις). Αυτές οι αξιολογήσεις κλινικών ενδείξεων που καθορίζονται από το πρωτόκολλο υποδεικνύουν ότι οι τοπικές δερματικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν ερύθημα (61%), διάβρωση (30%), εκδορά/απολέπιση (23%) και οίδημα (14%) ήταν συχνές σε αυτές τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές με εφαρμογή κρέμας imiquimod τρεις φορές την εβδομάδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι τοπικές δερματικές αντιδράσεις, όπως ερύθημα, αποτελούν πιθανό επακόλουθο της φαρμακολογικής επίδρασης της κρέμας imiquimod. Σε αυτές τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές, παρατηρήθηκαν επίσης δερματικές αντιδράσεις, κυρίως ερύθημα (44%), σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτές οι αντιδράσεις εμφανίζονται σε περιοχές χωρίς κονδυλώματα που μπορεί να είχαν έρθει σε επαφή με την κρέμα imiquimod. Οι περισσότερες δερματικές αντιδράσεις ήταν ήπιας έως μετρίας βαρύτητας και εξαφανίζονταν εντός 2 εβδομάδων από τη διακοπή της θεραπείας. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις όπου οι αντιδράσεις αυτές ήταν σοβαρές απαιτήθηκε θεραπεία και/ή προκλήθηκε ανικανότητα. Σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις, σοβαρές αντιδράσεις στο στόμιο της ουρήθρας προκάλεσαν δυσουρία σε γυναίκες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων: Οι ερευνητές των ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο δοκιμών έπρεπε να αξιολογήσουν τις κλινικές ενδείξεις που καθορίζονται από το πρωτόκολλο (δερματικές αντιδράσεις). Αυτές οι αξιολογήσεις κλινικών ενδείξεων που καθορίζονται από το πρωτόκολλο υποδεικνύουν ότι το σοβαρό ερύθημα (31%), η σοβαρή διάβρωση (13%), η σοβαρή απολέπιση και ο σχηματισμός κρούστας (19%) ήταν πολύ συχνές αντιδράσεις στις δοκιμές αυτές με εφαρμογή της κρέμας imiquimod 5 φορές την εβδομάδα. Οι τοπικές δερματικές αντιδράσεις, όπως το ερύθημα, αποτελούν πιθανόν επακόλουθο της φαρμακολογικής επίδρασης της κρέμας imiquimod. Έχουν παρατηρηθεί δερματικές λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με imiquimod. Μολονότι δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές επιπτώσεις, πρέπει να εξεταστεί η πιθανότητα λοίμωξης σε τραυματισμένο δέρμα.
Ακτινική κεράτωση: Σε κλινικές μελέτες με κρέμα imiquimod 3 φορές την εβδομάδα για 4 ή 8 εβδομάδες, οι πιο συχνές τοπικές αντιδράσεις που εμφανίζονται είναι κνησμός στην περιοχή εφαρμογής (14%) και αίσθημα καύσου στην περιοχή εφαρμογής (5%). Πολύ συχνά, σοβαρό ερύθημα (24%) και σοβαρή εσχαροποίηση και εφελκιδοποίηση (20%). Τοπικές δερματικές αντιδράσεις, όπως ερύθημα, ήταν πιθανόν επακόλουθο της φαρμακολογικής δράσης της κρέμας imiquimod. (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις) για πληροφορίες σε περιόδους ανάπαυσης. Έχουν παρατηρηθεί δερματικές λοιμώξεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας με imiquimod. Μολονότι δεν έχουν προκύψει σοβαρές επιπτώσεις, η πιθανότητα λοίμωξης δέρματος που παρουσιάζει λύση της συνεχείας του θα πρέπει πάντα να λαμβάνεται υπόψη.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που ισχύουν για όλες τις ενδείξεις:
Έχουν ληφθεί αναφορές εντοπισμένου υποχρωματισμού και υπέρχρωσης του δέρματος μετά τη χρήση της κρέμας imiquimod. Σύμφωνα με στοιχεία που προέκυψαν μετά από συνεχή παρακολούθηση οι μεταβολές στο χρώμα του δέρματος ενδέχεται σε ορισμένους ασθενείς να καταστούν μόνιμες. Kατά την παρακολούθηση 162 ασθενών πέντε χρόνια μετά τη θεραπεία μικρών καρκινωμάτων των επιφανειακών βασικών κυττάρων (sBCCs) παρατηρήθηκε ήπιος υποχρωματισμός στο 37% των ασθενών και μέτριος υποχρωματισμός στο 6% των ασθενών. Το 56% των ασθενών ήταν ελεύθεροι υποχρωματισμού. Δεν αναφέρθηκε υπερχρωματισμός. Κλινικές μελέτες που διερευνούν τη χρήση της imiquimod για τη θεραπεία της ακτινικής κεράτωσης έχουν ανιχνεύσει συχνότητα αλωπεκίας 0,4% (5/1214) στο σημείο θεραπείας ή στην περιβάλλουσα περιοχή. Ελήφθησαν αναφορές μετά την κυκλοφορία της imiquimod στην αγορά για ύποπτη αλωπεκία που εμφανίστηκε κατά τη θεραπεία µικρών καρκινωµάτων επιφανειακών βασικών κυττάρων (sBCC) και κονδυλωµάτων εξωτερικών γεννητικών οργάνων (EGW). Μειωμένα επίπεδα αιμοσφαιρίνης, λευκών αιμοσφαιρίων, απόλυτων ουδετερόφιλων και αιμοπεταλίων έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές μελέτες. Αυτά τα μειωμένα επίπεδα δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικά σε ασθενείς με φυσιολογικό όγκο αίματος. Ασθενείς με μειωμένο όγκο αίματος δεν συμπεριλήφθηκαν σε κλινικές μελέτες. Κατά την περίοδο μετά την κυκλοφορία στην αγορά έχουν αναφερθεί μειώσεις στις αιματολογικές παραμέτρους που απαιτούν κλινική παρέμβαση. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου υπήρξαν αναφορές αυξημένων ηπατικών ενζύμων. Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά έξαρσης των αυτοάνοσων νοσημάτων. Σπάνιες περιπτώσεις δερματολογικών αντιδράσεων στο φάρμακο ευρύτερα της υπό θεραπεία περιοχής, συμπεριλαμβανομένου πολύμορφου ερυθήματος, έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες. Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος περιλαμβάνουν πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens Johnson και δερματικό ερυθηματώδη λύκο.
Παιδιατρικοί ασθενείς:
Το imiquimod μελετήθηκε σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες με παιδιατρικούς ασθενείς (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές). Δεν υπήρξαν ενδείξεις συστηματικών αντιδράσεων. Αντιδράσεις στην περιοχή εφαρμογής παρουσιάστηκαν συχνότερα με το imiquimod από ότι με το έκδοχο, εντούτοις η συχνότητα εμφάνισης και η ένταση αυτών των αντιδράσεων δεν διέφεραν από αυτές που παρατηρούνται στις εγκεκριμένες ενδείξεις στους ενήλικες. Δεν υπήρξαν ενδείξεις σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων που προκλήθηκαν από το imiquimod σε παιδιατρικούς ασθενείς.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ALDARA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ALDARA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Χημειοθεραπευτικό για τοπική χρήση, αντιϊική δράση: ATC Κώδικας: D06BB10
Μηχανισμός δράσης
Η δραστική ουσία imiquimod είναι ένας τροποποιητής της ανοσοποιητικής ανταπόκρισης. Μελέτες κορεσμού δέσμευσης συνηγορούν για την ύπαρξη ενός υποδοχέα της imiquimod στην κυτταρική μεμβράνη των ανοσοκυττάρων που ενεργοποιούνται. Η imiquimod δεν έχει άμεση αντιϊική δράση. Σε πειραματόζωα, η imiquimod είναι αποτελεσματική κατά των ιογενών λοιμώξεων και ανταγωνίζεται το σχηματισμό όγκων, κυρίως με επαγωγή της άλφα-ιντερφερόνης και άλλων κυτοκινών. Η επαγωγή άλφα-ιντερφερόνης και άλλων κυτοκινών μετά από εφαρμογή κρέμας imiquimod σε ιστό οξυτενών κονδυλωμάτων των γεννητικών οργάνων έχει αποδειχθεί και σε κλινικές μελέτες. Αυξημένες τιμές σε συστηματικά επίπεδα της άλφα ιντερφερόνης και άλλων κυτοκινών μετά την τοπική εφαρμογή της κρέμας imiquimod παρουσιάστηκαν σε φαρμακοκινητική μελέτη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων - Κλινικές μελέτες: Τα αποτελέσματα από τρεις βασικές κλινικές μελέτες αποτελεσματικότητας φάσης ΙΙΙ έδειξαν ότι η θεραπεία 16 εβδομάδων με imiquimod ήταν σημαντικά πιο αποτελεσματική συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, όπως αποδείχθηκε από τη συνολική αποδρομή των κονδυλωμάτων στα οποία εφαρμόστηκε η imiquimod. Σε 119 γυναίκες ασθενείς στην ομάδα της imiquimod, ο συνδυασμένος ρυθμός συνολικής αποδρομής των κονδυλωμάτων ήταν 60% συγκριτικά με 20% στις 105 ασθενείς της ομάδας του εικονικού φαρμάκου (95% CI για τη διαφορά ρυθμού: 20%-61%, p<0,001). Στις ασθενείς εκείνες της ομάδας της imiquimod που πέτυχαν πλήρη αποδρομή των κονδυλωμάτων τους, ο μέσος χρόνος κάθαρσης ήταν 8 εβδομάδες. Σε 157 άνδρες ασθενείς στην ομάδα της imiquimod ο συνδυασμένος ρυθμός συνολικής αποδρομής ήταν 23% συγκριτικά με 5% στους 161 ασθενείς της ομάδας του εκδόχου (95% CI για τη διαφορά ρυθμού: 3%-36%, p<0,001). Στους ασθενείς εκείνους της ομάδας της imiquimod που πέτυχαν πλήρη αποδρομή των κονδυλωμάτων τους, ο μέσος χρόνος κάθαρσης ήταν 12 εβδομάδες.
Καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων - Κλινικές μελέτες: Η αποτελεσματικότητα της χορήγησης imiquimod 5 φορές την εβδομάδα επί 6 εβδομάδες μελετήθηκε σε δύο διπλές, τυφλές και ελεγχόμενες με έκδοχο κλινικές δοκιμές. Οι όγκοι-στόχοι επιβεβαιώθηκαν ιστολογικά ως απλά πρωτοπαθή καρκινώματα επιφανειακών βασικών κυττάρων με ελάχιστο μέγεθος 0,5 cm2 και μέγιστη διάμετρο 2 cm. Οι όγκοι που βρίσκονταν σε απόσταση 1 cm από τα μάτια, τη μύτη, το στόμα, τα αυτιά ή τη γραμμή των μαλλιών δεν συμπεριλήφθηκαν. Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση των δύο αυτών μελετών, παρατηρήθηκε ιστολογική κάθαρση σε 82% (152/185) των ασθενών. Όταν συμπεριλήφθηκε και η κλινική αξιολόγηση, η κάθαρση που κρίθηκε από αυτό το σύνθετο τελικό σημείο παρατηρήθηκε στο 75% (139/185) των ασθενών. Τα αποτελέσματα αυτά ήταν στατιστικά σημαντικά (p<0,001) σε σύγκριση με την ομάδα του εκδόχου, 3% (6/179) και 2% (3/179) αντιστοίχως. Υπήρξε σημαντικός συσχετισμός μεταξύ της έντασης των τοπικών δερματικών αντιδράσεων (π.χ. ερύθημα) κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας και της πλήρους κάθαρσης του καρκινώματος βασικών κυττάρων. Δεδομένα πέντε ετών από μια μακροχρόνια, ανοικτής-επισήμανσης, μη ελεγχόμενη μελέτη υποδεικνύουν ότι ένα κατ’ εκτίμηση ποσοστό 77,9% [95%CI (71,9%, 83,8%)] όλων των ατόμων που έλαβαν αρχικά θεραπεία παρατηρήθηκε κλινική ίαση, η οποία διατηρήθηκε για 60 μήνες.
Ακτινική κεράτωση - Κλινικές μελέτες: Η αποτελεσματικότητα της χορήγησης imiquimod 3 φορές την εβδομάδα για έναν ή δύο κύκλους των 4 εβδομάδων με ενδιάμεση περίοδο ανάπαυσης 4 εβδομάδων μελετήθηκε σε δύο διπλές, τυφλές και ελεγχόμενες με έκδοχο κλινικές δοκιμές. Και στις δύο μελέτες οι ασθενείς εμφάνισαν κλινικά τυπικές, ορατές, ευδιάκριτες βλάβες AK, χωρίς υπερκεράτωση και χωρίς υπερτροφία, σε περιοχή του τριχωτού της κεφαλής με τριχόπτωση ή στο πρόσωπο, σε ακτίνα 25 cm2 από την υπό θεραπεία περιοχή. Επιτεύχθηκε θεραπεία σε 4-8 AK αλλοιώσεις. Ο βαθμός πλήρους κάθαρσης (imiquimod - placebo) για τις συνδυαζόμενες μελέτες ήταν 46,1% (CI 39,0%, 53,1%). Δεδομένα ενός έτους από δύο συνδυασμένες μελέτες παρατήρησης υπέδειξαν ρυθμό υποτροπής 27% (35/128 ασθενείς) στους ασθενείς που παρουσίασαν κλινική ίαση μετά από έναν ή δύο κύκλους θεραπείας. Ο ρυθμός υποτροπής για μεμονωμένες βλάβες ήταν 5,6% (41/737). Οι αντίστοιχοι ρυθμοί υποτροπής για τους ασθενείς που έλαβαν έκδοχο ήταν 47% (8/17 ασθενείς) και 7,5% (6/80 βλάβες). Ο βαθμός προόδου σε καρκίνωμα επιθηλιακών κυττάρων (SCC) αναφέρθηκε στο 1,6% (2/128 ασθενείς). Δεν υπάρχουν δεδομένα για τον βαθμό υποτροπής και ακολουθίας μετά το 1 έτος.
Παιδιατρικοί ασθενείς: Οι εγκεκριμένες ενδείξεις, κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων, ακτινική κεράτωση και καρκίνωμα των επιφανειακών βασικών κυττάρων είναι καταστάσεις που γενικά δεν εμφανίζονται στον παιδιατρικό πληθυσμό και δεν μελετήθηκαν. Η κρέμα Aldara αξιολογήθηκε σε τέσσερις τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με έκδοχο, διπλές-τυφλές μελέτες σε παιδιά ηλικίας 2 έως 15 ετών με μολυσματική τέρμινθο (n=576 έλαβαν imiquimod, n=313 έλαβαν έκδοχο). Οι μελέτες αυτές δεν έδειξαν αποτελεσματικότητα της imiquimod σε κανένα από τα δοσολογικά σχήματα που δοκιμάστηκαν (3x/εβδομαδιαίως για ≤ 16 εβδομάδες και 7x/εβδομαδιαίως για ≤ 8 εβδομάδες).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ALDARA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κονδυλώματα εξωτερικών γεννητικών οργάνων, καρκίνωμα επιφανειακών βασικών κυττάρων και ακτινική κεράτωση:
Λιγότερο από το 0,9% μιας τοπικά χορηγηθείσης εφάπαξ δόσης ραδιοσημασμένης imiquimod απορροφήθηκε διαμέσου του δέρματος ανθρώπων. Η μικρή ποσότητα φαρμάκου που απορροφήθηκε στη συστηματική κυκλοφορία αποβλήθηκε ταχέως μέσω των ούρων και των κοπράνων σε μέση αναλογία περίπου 3 προς 1. Δεν ανιχνεύθηκαν ποσοτικά προσδιορίσιμα επίπεδα φαρμάκου (> 5 ng/ml) στον ορό αίματος μετά από μία ή πολλές τοπικές δόσεις. Η συστηματική έκθεση (διαδερμική διείσδυση) υπολογίστηκε από την ανεύρεση imiquimod σημασμένης με άνθρακα 14 [14C] στα ούρα και τα κόπρανα. Η ελάχιστη συστηματική απορρόφηση 5% της κρέμας imiquimod από το δέρμα 58 ασθενών με ακτινική κεράτωση παρατηρήθηκε σε χορήγηση 3 φορές την εβδομάδα επί 16 εβδομάδες. Η έκταση της διαδερμικής απορρόφησης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά μεταξύ της πρώτης και των τελευταίων δόσεων της μελέτης αυτής. Οι μέγιστες ορολογικές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο τέλος της εβδομάδας 16 παρατηρήθηκαν μεταξύ 9 και 12 η ώρα και ήταν 0,1, 0,2 και 1,6 ng/mL για τις εφαρμογές στο πρόσωπο (12,5 mg, ένας φακελλίσκος μιας χρήσης), στο τριχωτό της κεφαλής (25 mg, 2 φακελλίσκοι) στα χέρια/βραχίονες (75 mg, 6 φακελλίσκοι), αντιστοίχως. Η περιοχή της επιφάνειας εφαρμογής δεν ήταν ελεγχόμενη στις ομάδες του τριχωτού της κεφαλής και των χεριών/ βραχιόνων. Δεν παρατηρήθηκε αναλογικότητα της δόσης. Η εμφανής ημίσεια ζωή υπολογίστηκε ότι ήταν περίπου 10 φορές μεγαλύτερη από την ημίσεια ζωή 2 ωρών που παρατηρήθηκε μετά από υποδόρια δόση σε προηγούμενη μελέτη, υποδηλώνοντας παρατεταμένη κατακράτηση του φαρμάκου στο δέρμα. Η ανάκτηση στα ούρα ήταν λιγότερο από 0,6% της εφαρμοζόμενης δόσης την εβδομάδα 16 σε αυτούς τους ασθενείς.
Παιδιατρικοί ασθενείς:
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της imiquimod μετά από εφάπαξ και πολλαπλή τοπική εφαρμογή έχουν μελετηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με μολυσματική τέρμινθο (molluscum contagiosum, MC). Τα δεδομένα από την συστηματική έκθεση έδειξαν ότι η έκταση της απορρόφησης της imiquimod μετά από τοπική εφαρμογή σε δέρμα παιδιατρικών ασθενών ηλικίας 6 έως 12 ετών με MC αλλοιώσεις ήταν χαμηλή και συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρείται σε υγιείς ενήλικες και σε ενήλικες με ακτινική κεράτωση ή καρκίνωμα των επιφανειακών βασικών κυττάρων. Σε νεαρότερους ασθενείς ηλικίας 2 έως 5 ετών, η απορρόφηση ήταν υψηλότερη απ’ ότι στους ενήλικες, με βάση τις τιμές της Cmax.
ΕΟΦ · 13.3.3.2
Φάρμακα κατά μυρμηκιών και οξυτενών κονδυλωμάτων
expand_more
Φάρμακα κατά μυρμηκιών και οξυτενών κονδυλωμάτων
Aντιμετωπίζονται με κρυοπηξία ή ηλεκτροπηξία και με διάφορα καυστικά φάρμακα (π.χ. τριχλωροξικό οξύ). Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η ποδοφυλλίνη και η 5-φθοριουρακίλη.
H κανθαριδίνη παρασκευάζεται σε πυκνότητα 0.7% σε ίσα μέρη ακετόνης και κολλωδίου.
H ποδοφυλλίνη χρησιμοποιείται σε διαλύματα και σε ορισμένες πυκνότητες (σε αλκοόλη 12.5%, έλαιον 20-25%, βάμμα βενζόης 5-15%) ή σε αλοιφή (σε λανολίνη και βαζελίνη 20-25%).
Η ιμικιμόδη είναι “ανοσοτροποποιητική” ουσία που δρα πιθανώς με την παραγωγή κυτοκινών στα σημεία της βλάβης. Δεν έχει άμεση αντιιική δράση.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Το Imiquimod είναι τροποποιητής της ανοσοαπόκρισης που δρα ως αγωνιστής του υποδοχέα τύπου Toll 7 (TLR7). Χρησιμοποιείται συνήθως τοπικά για τη θεραπεία κονδυλωμάτων στις περιοχές των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού. Το Imiquimod δεν θεραπεύει τα κονδυλώματα και νέα κονδυλώματα μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν καταπολεμά άμεσα τους ιούς που προκαλούν τα κονδυλώματα, ωστόσο, βοηθά στην ανακούφιση και τον έλεγχο της παραγωγής κονδυλωμάτων. Χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία μιας δερματικής πάθησης του προσώπου και του τριχωτού της κεφαλής που ονομάζεται ακτινική κεράτωση και ορισμένων τύπων καρκίνου του δέρματος που ονομάζεται επιφανειακό βασικοκυτταρικό καρκίνωμα.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για την τοπική θεραπεία κλινικά τυπικών, μη υπερκερατωσικών, μη υπερτροφικών ακτινικών κερατώσεων στο πρόσωπο ή στο τριχωτό της κεφαλής σε ανοσοκατασταλθέντες ενήλικες. Επίσης ενδείκνυται για τη θεραπεία εξωτερικών γεννητικών και περιπρωκτικών κονδυλωμάτων/οξυτενών κονδυλωμάτων σε άτομα ηλικίας 12 ετών και άνω.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Το Imiquimod είναι τροποποιητής της ανοσοαπόκρισης που δρα ως αγωνιστής του υποδοχέα τύπου Toll 7 (TLR7). Χρησιμοποιείται συνήθως τοπικά για τη θεραπεία κονδυλωμάτων στις περιοχές των γεννητικών οργάνων και του πρωκτού. Το Imiquimod δεν θεραπεύει τα κονδυλώματα και νέα κονδυλώματα μπορεί να εμφανιστούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Δεν καταπολεμά άμεσα τους ιούς που προκαλούν τα κονδυλώματα, ωστόσο, βοηθά στην ανακούφιση και τον έλεγχο της παραγωγής κονδυλωμάτων. Δεν χρησιμοποιείται σε κονδυλώματα εντός του κόλπου, του πέους ή του ορθού. Το Imiquimod χρησιμοποιείται επίσης για τη θεραπεία μιας δερματικής πάθησης του προσώπου και του τριχωτού της κεφαλής που ονομάζεται ακτινική κεράτωση. Το Imiquimod μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία ορισμένων τύπων καρκίνου του δέρματος που ονομάζεται επιφανειακό βασικοκυτταρικό καρκίνωμα. Το Imiquimod είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε περιοχές όπου η χειρουργική επέμβαση ή άλλες θεραπείες μπορεί να είναι δύσκολες, περίπλοκες ή αλλιώς ανεπιθύμητες, ειδικά στο πρόσωπο και στα κάτω άκρα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Ο μηχανισμός δράσης του Imiquimod είναι μέσω της διέγερσης της έμφυτης και επίκτητης ανοσοαπόκρισης, η οποία τελικά οδηγεί σε διήθηση φλεγμονωδών κυττάρων εντός του πεδίου εφαρμογής του φαρμάκου, ακολουθούμενη από απόπτωση του πάσχοντος ιστού. Το Imiquimod δεν έχει άμεση αντι-ιική δράση. Μελέτες σε ποντίκια δείχνουν ότι το imiquimod μπορεί να προκαλέσει κυτοκίνες, συμπεριλαμβανομένης της ιντερφερόνης-άλφα (IFNA) καθώς και πολλών γονιδίων IFNA (IFNA1, IFNA2, IFNA5, IFNA6 και IFNA8) καθώς και του γονιδίου IFNB. Το imiquimod προκάλεσε επίσης την έκφραση των γονιδίων ιντερλευκίνης (IL)-6, IL-8 και παράγοντα νέκρωσης όγκου άλφα. Στη θεραπεία του βασικοκυτταρικού καρκινώματος, το Imiquimod φαίνεται να δρα ως αγωνιστής του υποδοχέα τύπου Toll-7 και πιστεύεται ότι ασκεί την αντικαρκινική του δράση μέσω της τροποποίησης της ανοσοαπόκρισης και της διέγερσης της απόπτωσης στα κύτταρα BCC. Κατά τη θεραπεία του βασικοκυτταρικού καρκινώματος, μπορεί να αυξήσει τη διήθηση λεμφοκυττάρων, δενδριτικών κυττάρων και μακροφάγων στην περιοχή του όγκου.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται καλά μέσω του δέρματος (ως κρέμα).
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
20 ώρες (τοπική δόση), 2 ώρες (υποδόρια δόση)
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν συμπτώματα που μοιάζουν με γρίπη, όπως πυρετό, κόπωση, πονοκέφαλο, ναυτία, διάρροια και μυϊκό πόνο.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης του ιμικιμόδη περιλαμβάνει την διέγερση της έμφυτης και επίκτητης ανοσολογικής απόκρισης, η οποία τελικά οδηγεί σε φλεγμονώδη κυτταρική διήθηση εντός του πεδίου εφαρμογής του φαρμάκου, ακολουθούμενη από απόπτωση του νοσούντος ιστού. Το ιμικιμόδη δεν έχει άμεση αντι-ιική δράση. Μελέτες σε ποντίκια δείχνουν ότι το ιμικιμόδη μπορεί να επάγει κυτταροκίνες, συμπεριλαμβανομένης της ιντερφερόνης-άλφα (IFNA), καθώς και διάφορα γονίδια IFNA (IFNA1, IFNA2, IFNA5, IFNA6 και IFNA8), καθώς και το γονίδιο IFNB. Το ιμικιμόδη επάγει επίσης την έκφραση των γονιδίων ιντερλευκίνης (IL)-6, IL-8 και παράγοντα νέκρωσης όγκου άλφα.
Στη θεραπεία του βασικοκυτταρικού καρκινώματος, το ιμικιμόδη φαίνεται να δρα ως αγωνιστής του υποδοχέα τύπου Toll-7 (TLR7) και θεωρείται ότι ασκεί την αντικαρκινική του δράση μέσω της τροποποίησης της ανοσολογικής απόκρισης και της διέγερσης της απόπτωσης στα κύτταρα BCC. Στη θεραπεία του βασικοκυτταρικού καρκινώματος, μπορεί να αυξήσει τη διήθηση λεμφοκυττάρων, δενδριτικών κυττάρων και μακροφάγων στο εντόπισμα του όγκου.
Το ιμικιμόδη και το ρεσικιμόδη αντιπροσωπεύουν αγωνιστές των υποδοχέων τύπου Toll (TLR) 7 και 8, οι οποίοι αναδείχθηκαν ως ελκυστικοί υποψήφιοι για αντικαρκινική θεραπεία. Για να διευκρινιστούν τα ανοσοκύτταρα που συμβάλλουν κυρίως στη μεσολαβούμενη από TLR7/8 αντικαρκινική δράση, ερευνήθηκε ο αντίκτυπος του ιμικιμόδη και του ρεσικιμόδη σε φυσικά ανθρώπινα δενδριτικά κύτταρα (DCs) 6-sulfo LacNAc (slan). Διαπιστώθηκε ότι και οι δύο αγωνιστές TLR7/8 βελτιώνουν σημαντικά την απελευθέρωση διαφόρων προφλεγμονωδών κυτταροκινών από τα slanDCs και προάγουν την αντικαρκινική τους κυτταροτοξική δράση. Επιπλέον, το ρεσικιμόδη αύξησε αποτελεσματικά την ικανότητα των slanDCs να διεγείρουν τα Τ-κύτταρα και τα κύτταρα φυσικούς φονείς (NK). Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το ιμικιμόδη και το ρεσικιμόδη ενεργοποιούν διάφορες ανοσοδιεγερτικές ιδιότητες των slanDCs, οι οποίες μπορεί να συμβάλλουν στις αντικαρκινικές τους δράσεις.
Η αλντάρα (Aldara) είναι μια κρέμα που χρησιμοποιείται για την τοπική θεραπεία μη μελανωμικών καρκίνων του δέρματος και θεωρείται ότι δρα μέσω της διέγερσης της αντικαρκινικής ανοσίας. Το δραστικό συστατικό, ιμικιμόδη, έχει αποδειχθεί ότι διεγείρει τον υποδοχέα τύπου Toll 7. Η αλντάρα προκαλεί επίσης βλάβες τύπου ψωρίασης όταν εφαρμόζεται σε φυσιολογικό δέρμα ποντικών και ως εκ τούτου χρησιμοποιείται ως μοντέλο ποντικών για την ψωρίαση. Εδώ διαπιστώνουμε ότι σε φυσιολογικό δέρμα ποντικών, η αλντάρα προκαλεί φλεγμονή σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τον υποδοχέα τύπου Toll 7. Παραδόξως, ενεργοποίηση του φλεγμονοσώματος, θάνατος κερατινοκυττάρων και απελευθέρωση ιντερλευκίνης 1 συμβαίνουν επίσης ως απόκριση στην κρέμα φορέα απουσία ιμικιμόδη. Δείχνουμε ότι το ισοστεαρινικό οξύ, ένα κύριο συστατικό του φορέα, προάγει την ενεργοποίηση του φλεγμονοσώματος σε καλλιεργημένα κερατινοκύτταρα και έτσι μπορεί να συμβάλλει στις παρατηρούμενες επιδράσεις της αλντάρα στο δέρμα ποντικών. Η αλντάρα επομένως διεγείρει τουλάχιστον δύο ανοσολογικές οδούς ανεξάρτητα, και τόσο το ιμικιμόδη όσο και ο φορέας απαιτούνται για μια πλήρη φλεγμονώδη απόκριση. Αν και πρέπει ακόμη να δοκιμαστεί, είναι πιθανό ότι οι ανεξάρτητες από ιμικιμόδη επιδράσεις συμβάλλουν επίσης στη θεραπευτική αποτελεσματικότητα της αλντάρα.
Το ιμικιμόδη αναγνωρίζεται ως αγωνιστής για τον υποδοχέα τύπου Toll 7 (TLR7) σε ανοσοεπαρκή κύτταρα. Ο TLR7, καθώς και οι TLR3 και TLR8, ενεργοποιεί τις ανοσολογικές αποκρίσεις, όπως η παραγωγή ιντερφερονών τύπου Ι (IFNs) και προφλεγμονωδών κυτταροκινών μέσω της αναγνώρισης ιογενών νουκλεϊκών οξέων στα μολυσμένα κύτταρα. Σε αυτή τη μελέτη, προτάθηκε ότι το ιμικιμόδη έχει μια ανεξάρτητη από ιντερφερόνη αντι-ιική δράση σε μη ανοσοκύτταρα. Το ιμικιμόδη, αλλά όχι το ρεσικιμόδη, καταστέλλει την αναπαραγωγή του ιού του απλού έρπητα ανθρώπου 1 (HSV-1) σε κύτταρα FL. Αναλύσαμε εναλλαγές στην έκφραση γονιδίων με θεραπεία ιμικιμόδη χρησιμοποιώντας μικροσυστοιχίες. Ούτε οι ιντερφερόνες τύπου Ι, ούτε οι TLRs, ούτε οι επάγόμενες από ιντερφερόνη αντι-ιικές γονιδιακές εκφράσεις επάχθησαν σε κύτταρα FL που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ιμικιμόδη. Η κυστατίνη Α, ένας αναστολέας πρωτεάσης κυστεΐνης του ξενιστή, υπερεκφράστηκε έντονα από το ιμικιμόδη και έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αντι-HSV-1 δράση, όπως υποδεικνύεται από το πείραμα καταστολής χρησιμοποιώντας μικρό παρεμβαλλόμενο RNA. Η υπερέκφραση της κυστατίνης Α προτάθηκε ότι μεσολαβείται από την ανταγωνιστική δέσμευση με τον υποδοχέα αδενοσίνης A(1) και την ενεργοποίηση της οδού της πρωτεϊνικής κινάσης Α. Το ιμικιμόδη, αλλά όχι το ρεσικιμόδη, έδειξε ότι αλληλεπιδρά με τον υποδοχέα αδενοσίνης A(1). Η επάγουσα από ιμικιμόδη αντι-HSV-1 δράση παρατηρήθηκε σε άλλα κύτταρα, όπως κύτταρα HeLa, SiHa και CaSki, με τρόπο συμβατό με την επαγωγή κυστατίνης Α από το ιμικιμόδη. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι το ιμικιμόδη δρα ως ανταγωνιστής του υποδοχέα αδενοσίνης A(1) και επάγει μια πρωτεΐνη του ξενιστή με αντι-ιική δράση, την κυστατίνη Α. Η διαδικασία συνέβη ανεξάρτητα από τον TLR7 και τις ιντερφερόνες τύπου Ι.
Οι αγωνιστές των υποδοχέων τύπου Toll (TLR) έχουν αντικαρκινική δράση προκαλώντας απόπτωση ή ενεργοποιώντας ανοσοκύτταρα. Σε αυτή τη μελέτη, διερευνήθηκε εάν το ιμικιμόδη, αγωνιστής του TLR7, αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων του στόματος. Η έκφραση του TLR7 και η παραγωγή IL-6/8 από το ιμικιμόδη εξετάστηκαν χρησιμοποιώντας RT-PCR και ELISA, αντίστοιχα. Η βιωσιμότητα των κυττάρων εξετάστηκε με δοκιμή MTT. Για την εξέταση του κυτταρικού θανάτου μέσω απόπτωσης, πραγματοποιήθηκε χρώση Annexin V/PI για κυτταρομετρία ροής και ανάλυση Western blot. Ο κυτταρικός θάνατος μέσω νέκρωσης προσδιορίστηκε από τη διαρροή γαλακτικού αφυδρογονάση (LDH), HMGB1 και χρώση PI σε καρκινικά κύτταρα του στόματος (OSCC) που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ιμικιμόδη.
Εκφράστηκε mRNA του TLR7 σε κύτταρα OSCC. Το ιμικιμόδη επάγαγε παραγωγή IL-6 και IL-8 σε κύτταρα OSCC, υποδεικνύοντας λειτουργική έκφραση του TLR7. Το ιμικιμόδη ανέστειλε τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων κατά δοσοεξαρτώμενο τρόπο. Ο λόγος των θετικών σε Annexin V κυττάρων και η καθαρισμένη κασπάση-3/7 αυξήθηκαν με τη θεραπεία ιμικιμόδη σε κύτταρα OSCC, υποδεικνύοντας ότι ο κυτταρικός θάνατος που προκλήθηκε από ιμικιμόδη σε κύτταρα OSCC οφείλεται πιθανώς σε απόπτωση. Επιπλέον, ανιχνεύθηκε έκκριση LDH και χρώση PI σε κύτταρα OSCC που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ιμικιμόδη, δείχνοντας ότι το ιμικιμόδη προκάλεσε επίσης νεκρωτικό κυτταρικό θάνατο στα κύτταρα OSCC. Το ιμικιμόδη ανέστειλε αποτελεσματικά την ανάπτυξη κυττάρων OSCC προκαλώντας απόπτωση και νέκρωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορροφάται καλά μέσω του δέρματος (ως κρέμα).
Μετά από τοπική εφαρμογή σε ενήλικες με ακτινική κεράτωση (δόσεις 75 mg 3 φορές την εβδομάδα για 16 εβδομάδες), το 0,08-0,15% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο και μεταβολίτες. Μετά από τοπική εφαρμογή σε ασθενείς με κονδυλώματα HPV, το 0,11% ή 2,41% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο και μεταβολίτες σε άνδρες ή γυναίκες, αντίστοιχα.
Το ιμικιμόδη απορροφάται συστηματικά μετά από τοπική εφαρμογή στο δέρμα. Σε ενήλικες με ακτινική κεράτωση που έλαβαν τοπικό ιμικιμόδη κρέμα 5% 3 φορές την εβδομάδα για 16 εβδομάδες, οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό στο τέλος της εβδομάδας 16 ήταν περίπου 0,1, 0,2 ή 3,5 ng/mL σε αυτούς που έλαβαν θεραπεία στο πρόσωπο (δόσεις 12,5 mg), το τριχωτό της κεφαλής (δόσεις 25 mg) ή τα χέρια/βραχίονες (δόσεις 75 mg), αντίστοιχα. Η συστηματική έκθεση φάνηκε να εξαρτάται περισσότερο από την επιφάνεια της περιοχής εφαρμογής παρά από τη συνολική χορηγούμενη δόση. Σε ασθενείς με εξωτερικά γεννητικά και περιπρωκτικά κονδυλώματα ανθρώπινου θηλώματος (HPV) που έλαβαν τοπικό ιμικιμόδη κρέμα 5% (μέση δόση 4,6 mg), οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό ήταν 0,4 ng/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
20 ώρες (τοπική δόση), 2 ώρες (υποδόρια δόση).
Μελέτες που χρησιμοποιούν υποδόριο ιμικιμόδη υποδεικνύουν ότι το φάρμακο έχει εμφανή ημιζωή 2 ωρών. Μετά από τοπική εφαρμογή, το ιμικιμόδη φαίνεται να διατηρείται στο δέρμα για παρατεταμένες περιόδους, καθώς η ημιζωή είναι περίπου 10 φορές μεγαλύτερη από αυτή που αναφέρεται μετά από υποδόρια χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Ουσίες που ενισχύουν, διεγείρουν, ενεργοποιούν, δυναμώνουν ή τροποποιούν την ανοσολογική απόκριση σε κυτταρικό ή χυμικό επίπεδο. Οι κλασικοί παράγοντες (ανοσοενισχυτικό Freund, BCG, Corynebacterium parvum, κ.λπ.) περιέχουν βακτηριακά αντιγόνα. Ορισμένοι είναι ενδογενείς (π.χ., ισταμίνη, ιντερφερόνη, μεταφερόμενος παράγοντας, τυφτσίμη, ιντερλευκίνη-1). Η δράση τους είναι είτε μη ειδική, οδηγώντας σε αυξημένη ανοσολογική απόκριση σε ευρύ φάσμα αντιγόνων, είτε ειδική για το αντιγόνο, δηλαδή επηρεάζει έναν περιορισμένο τύπο ανοσολογικής απόκρισης σε μια στενή ομάδα αντιγόνων. Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα πολλών βιολογικών τροποποιητών της απόκρισης σχετίζεται με την ειδική για το αντιγόνο ανοσοδιεγερτική τους δράση.
- Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που διεγείρουν τη σηματοδότηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΤΥΠΟΥ TOLL και τη δραστηριότητα τόσο της ΕΜΦΥΤΗΣ ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΚΡΙΣΗΣ όσο και της ΕΠΙΚΤΗΤΗΣ ΑΝΟΣΙΑΣ.
- Παράγοντες που προάγουν την παραγωγή και απελευθέρωση ιντερφερονών. Περιλαμβάνουν μιτογόνα, λιποπολυσακχαρίτες και τα συνθετικά πολυμερή Poly A-U και Poly I-C. Οι ιοί, τα βακτήρια και τα πρωτόζωα είναι επίσης γνωστό ότι επάγουν ιντερφερόνες.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
- P1QW714R7M IMIQUIMOD Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Δραστηριότητα Κυτταροκινών Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Παραγωγή Κυτταροκινών Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Ιντερφερόνης
Ο μηχανισμός δράσης του ιμικιμόδη είναι ως Επαγωγέας Ιντερφερόνης. Η φυσιολογική επίδραση του ιμικιμόδη είναι μέσω Αυξημένης Δραστηριότητας Κυτταροκινών και Αυξημένης Παραγωγής Κυτταροκινών.
IMIQUIMOD Αυξημένη Παραγωγή Κυτταροκινών [PE]; Επαγωγείς Ιντερφερόνης [MoA]; Αυξημένη Δραστηριότητα Κυτταροκινών [PE]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Ουσίες που ενισχύουν, διεγείρουν, ενεργοποιούν, δυναμώνουν ή τροποποιούν την ανοσολογική απόκριση σε κυτταρικό ή χυμικό επίπεδο. Οι κλασικοί παράγοντες (ανοσοενισχυτικό Freund, BCG, Corynebacterium parvum, κ.λπ.) περιέχουν βακτηριακά αντιγόνα. Ορισμένοι είναι ενδογενείς (π.χ., ισταμίνη, ιντερφερόνη, μεταφερόμενος παράγοντας, τυφτσίμη, ιντερλευκίνη-1). Η δράση τους είναι είτε μη ειδική, οδηγώντας σε αυξημένη ανοσολογική απόκριση σε ευρύ φάσμα αντιγόνων, είτε ειδική για το αντιγόνο, δηλαδή επηρεάζει έναν περιορισμένο τύπο ανοσολογικής απόκρισης σε μια στενή ομάδα αντιγόνων. Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα πολλών βιολογικών τροποποιητών της απόκρισης σχετίζεται με την ειδική για το αντιγόνο ανοσοδιεγερτική τους δράση.
- Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
- Παράγοντες που διεγείρουν τη σηματοδότηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΤΥΠΟΥ TOLL και τη δραστηριότητα τόσο της ΕΜΦΥΤΗΣ ΑΝΟΣΟΛΟΓΙΚΗΣ ΑΠΟΚΡΙΣΗΣ όσο και της ΕΠΙΚΤΗΤΗΣ ΑΝΟΣΙΑΣ.
- Παράγοντες που προάγουν την παραγωγή και απελευθέρωση ιντερφερονών. Περιλαμβάνουν μιτογόνα, λιποπολυσακχαρίτες και τα συνθετικά πολυμερή Poly A-U και Poly I-C. Οι ιοί, τα βακτήρια και τα πρωτόζωα είναι επίσης γνωστό ότι επάγουν ιντερφερόνες.