IBANDRONIC ACID
Ιβανδρονικό οξύ
Tα διφωσφονικά άλατα (παμιδρονάτη, κλοδρονάτη, ετιδρονάτη, αλεδρονάτη και ιβανδρονικό οξύ) ενσωματώνονται στους κρυστάλλους του υδροξυαπατίτη των οστών και μειώνουν τόσο το ρυθμό οστεοσύνθεσης όσο και οστεόλυσης. Eξαιτίας της ιδιότητάς τους αυτής χρησιμοποιούνται κυρίως για τη …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-BONDRONAT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Δόση έναρξης: 6 mg
-
Ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις (Πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων)Δόση6 mgΕνδοφλέβια έγχυση κάθε 3-4 εβδομάδες. Έγχυση τουλάχιστον 15 λεπτών. Χρόνος έγχυσης μειωμένης διάρκειας (15 λεπτών) μόνο σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με υπερασβεστιαιμία που οφείλεται σε νεοπλασία (σοβαρή)Δόση4 mgΕφάπαξ δόση. Πριν από τη θεραπεία, ο ασθενής πρέπει να έχει επανυδατωθεί επαρκώς με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Χορήγηση ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 2 ωρών.
-
Ασθενείς με υπερασβεστιαιμία που οφείεται σε νεοπλασία (μέτρια)Δόση2 mgΕφάπαξ δόση. Πριν από τη θεραπεία, ο ασθενής πρέπει να έχει επανυδατωθεί επαρκώς με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Χορήγηση ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 2 ωρών.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥50 και <80 mL/min)Δόση6 mgΓια πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων. 100 ml έγχυσης για 15 λεπτά, κάθε 3-4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥30 και <50 mL/min)Δόση4 mgΓια πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων. 500 ml έγχυσης για 1 ώρα, κάθε 3-4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min)Δόση2 mgΓια πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων. 500 ml έγχυσης για 1 ώρα, κάθε 3-4 εβδομάδες.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-BONDRONAT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Υπασβεστιαιμία
warning
SPC-BONDRONAT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Διαταραχές των οστών και του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείωνΠληθυσμόςΑσθενείς με διαταραχές των οστών και του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείωνΗ υπασβεστιαιμία και οι άλλες διαταραχές πρέπει να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά πριν την έναρξη της θεραπείας. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι σημαντική. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν συμπληρωματικά ασβέστιο και/ή βιταμίνη D εάν η πρόσληψη μέσω της τροφής είναι ανεπαρκής.
-
Αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξίαΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με ιβανδρονικό οξύ χορηγούμενο ενδοφλεβίωςΚατάλληλη ιατρική υποστήριξη και μέτρα παρακολούθησης πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα. Εάν συμβεί αναφυλακτική ή άλλες σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας/αλλεργικές αντιδράσεις, πρέπει να διακοπεί αμέσως η ένεση και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.
-
Οστεονέκρωση της γνάθουΠληθυσμόςΑσθενείς που λάμβαναν Bondronat για ογκολογικές ενδείξειςΗ έναρξη της θεραπείας ή μίας νέας φάσης θεραπείας θα πρέπει να καθυστερήσει σε ασθενείς με μη επουλωμένες ανοιχτές βλάβες των μαλακών μορίων στο στόμα. Συνιστάται μία οδοντιατρική εξέταση με προληπτική οδοντιατρική και μία ατομική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου πριν τη θεραπεία σε ασθενείς με συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να διατηρούν καλή στοματική υγιεινή, να κάνουν τακτικούς οδοντιατρικούς ελέγχους και να αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε στοματικά συμπτώματα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται μόνο μετά από προσεκτική θεώρηση και να αποφεύγονται πολύ κοντά στη χορήγηση του Bondronat. Το πλάνο διαχείρισης ασθενών που αναπτύσσουν οστεονέκρωση της γνάθου θα πρέπει να γίνεται σε στενή συνεργασία μεταξύ του θεράποντος γιατρού και του οδοντιάτρου ή του στοματικού χειρουργού. Προσωρινή διακοπή της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζεται.
-
Οστεονέκρωση του εξωτερικού ακουστικού πόρουΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικάΗ πιθανότητα οστεονέκρωσης του εξωτερικού ακουστικού πόρου θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που εμφανίζουν συμπτώματα των ώτων συμπεριλαμβανομένων χρόνιων λοιμώξεων του ωτός.
-
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστούΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία με διφωσφονικά (κυρίως για οστεοπόρωση)Το αντίπλευρο μηριαίο οστούν πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Η διακοπή της θεραπείας με διφωσφονικά σε ασθενείς με υποψία άτυπου κατάγματος μηριαίου θα πρέπει να εκτιμηθεί. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν πόνο στο μηρό, ισχίο ή βουβωνική χώρα και να αξιολογούνται για ατελές κάταγμα του μηριαίου.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους χορηγείται το BondronatΣυνιστάται παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας, του ασβεστίου, των φωσφορικών και του μαγνησίου του ορού.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκειαΔεν μπορούν να δοθούν συστάσεις ως προς τη δόση λόγω έλλειψης κλινικών δεδομένων.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειαςΗ υπερφόρτωση με υγρά πρέπει να αποφεύγεται.
-
Υπερευαισθησία σε άλλα διφωσφονικάπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε άλλα διφωσφονικάΠρέπει να δίνεται προσοχή.
swap_horiz
SPC-BONDRONAT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΑμινογλυκοσίδεςπροσοχήΕλάττωση των επιπέδων του ασβεστίου του ορού για παρατεταμένα διαστήματα. Πιθανή παρουσία ταυτόχρονης υπομαγνησιαιμίας.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
sick
SPC-BONDRONAT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Κυστίτιδα
- Κολπίτιδα
- Καντιντίαση του στόματος
- Φαρυγγίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Καλόηθες νεόπλασμα δέρματος
- Αναιμία
- Δυσκρασία αίματος
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Παρόξυνση βρογχικού άσθματος
- Πνευμονικό οίδημα
- Συριγμός
- Αγγειοοίδημα
- Χειλίτιδα
- Διαταραχή δέρματος
- Εκχύμωση
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Πομφολυγώδης δερματίτιδα
- Διαταραχή παραθυρεοειδών αδένων
- Υπασβεστιαιμία
- Υποφωσφοραιμία
- Απώλεια βάρους
- Διαταραχή ύπνου
- Άγχος
- Συναισθηματική αστάθεια
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Βλάβη ρίζας νεύρου
- Αμνησία
- Ημικρανία
- Νευραλγία
- Υπερτονία
- Υπεραισθησία
- Περιστοματική παραισθησία
- Παροσμία
- Δυσγευσία (αλλοίωση της γεύσης)
- Διαταραχή αγγείων εγκεφάλου
- Καταρράκτης
- Φλεγμονή οφθαλμών
- Κώφωση
- Οστεονέκρωση έξω ακουστικού πόρου
- Σκελικός αποκλεισμός
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Καρδιαγγειακή διαταραχή
- Αίσθημα παλμών
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Γαστρεντερικός πόνος
- Οδοντικές διαταραχές
- Γαστρίτιδα
- Εξέλκωση στόματος
- Δυσφαγία
- Χολολιθίαση
- Οστεοαρθρίτιδα
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Αρθροπάθεια
- Οστικός πόνος
- Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα
- Κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου
- Οστεονέκρωση γνάθου
- Κατακράτηση ούρων
- Κύστη νεφρού
- Άλγος πυέλου
- Υποθερμία
- Πυρεξία
- Γριππώδης συνδρομή
- Περιφερικό οίδημα
- Εξασθένιση
- Δίψα
- Άλγος θέσης ένεσης
- Αυξημένη γάμμα-GT
- Αυξημένη κρεατινίνη
- Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματος
- Κάκωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑρθροπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΓαστρεντερικός πόνοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔίψαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσία (αλλοίωση της γεύσης)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟδοντικές διαταραχέςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟστεοαρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΆλγος πυέλουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑμνησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γάμμα-GTΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση αλκαλικής φωσφατάσης αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒλάβη ρίζας νεύρουΝευρικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή αγγείων εγκεφάλουΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή παραθυρεοειδών αδένωνΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή ύπνουΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔυσκρασία αίματοςΑίμα
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚάκωσηΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΚαλόηθες νεόπλασμα δέρματοςΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚαρδιαγγειακή διαταραχήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚύστη νεφρούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΝευραλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαροσμίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠεριστοματική παραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυναισθηματική αστάθειαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΥποφωσφοραιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΧειλίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΆτυπα υποτροχαντήρια κατάγματαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚατάγματα της διάφυσης του μηριαίουΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠαρόξυνση βρογχικού άσθματοςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΦλεγμονή οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟστεονέκρωση γνάθουΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟστεονέκρωση έξω ακουστικού πόρουΑυτί
pregnant_woman
SPC-BONDRONAT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του ιβανδρονικού οξέος σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε επίμυες κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν είναι γνωστό εάν το ιβανδρονικό οξύ απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε θηλάζοντες επίμυες, κατέδειξαν παρουσία χαμηλών επιπέδων ιβανδρονικού οξέος στο γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του ιβανδρονικού οξέος στους ανθρώπους. Σε αναπαραγωγικές μελέτες σε αρουραίους με από του στόματος χορήγηση το ιβανδρονικό οξύ μείωσε την γονιμότητα. Σε μελέτες με αρουραίους με ενδοφλέβια χορήγηση, το ιβανδρονικό οξύ μείωσε τη γονιμότητα σε υψηλές ημερήσιες δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BONDRONAT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-BONDRONAT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | σύμφωνα με την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση | Ασθενείς που λαμβάνουν Bondronat |
| Ασβέστιο ορού (Ca) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | σύμφωνα με την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση | Ασθενείς που λαμβάνουν Bondronat |
| Μαγνήσιο ορού (Mg) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | σύμφωνα με την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση | Ασθενείς που λαμβάνουν Bondronat |
| Φωσφόρος ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | σύμφωνα με την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση | Ασθενείς που λαμβάνουν Bondronat |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BONDRONAT
expand_more
Δοσολογία
Οι ασθενείς υπό θεραπεία με Bondronat θα πρέπει να λάβουν το φύλλο οδηγιών για το χρήστη και την κάρτα υπενθύμισης ασθενούς. Η έναρξη της αγωγής με Bondronat πρέπει να πραγματοποιείται μόνον από ιατρούς έμπειρους στην αντιμετώπιση του καρκίνου.
Δοσολογία
Πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις Η συνιστώμενη δόση για την πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις είναι 6 mg με ενδοφλέβια έγχυση, χορηγούμενα κάθε 3-4 εβδομάδες. Η δόση πρέπει να χορηγείται με έγχυση σε διάστημα τουλάχιστον 15 λεπτών. Χρόνος έγχυσης μειωμένης διάρκειας (π.χ. 15 λεπτών) θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή με ήπια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα που να χαρακτηρίζουν τη χρήση χρόνου έγχυσης μειωμένης διάρκειας σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης κάτω από 50 ml/min. Οι συνταγογράφοι θα πρέπει να συμβουλεύονται την παράγραφο Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) για συστάσεις σχετικά με τη δοσολογία και τη χορήγηση σε αυτή την ομάδα των ασθενών.
Θεραπεία της υπερασβεστιαιμίας που οφείλεται σε νεοπλασία Πριν από τη θεραπεία με Bondronat, ο ασθενής πρέπει να έχει επανυδατωθεί επαρκώς με διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Πρέπει να εξετάζεται η βαρύτητα της υπερασβεστιαιμίας καθώς επίσης και το είδος της νεοπλασίας. Γενικώς, απαιτούνται χαμηλότερες δόσεις για τους ασθενείς με οστεολυτικές μεταστάσεις συγκριτικά με τους ασθενείς με υπερασβεστιαιμία χυμικού είδους. Στους περισσότερους ασθενείς με σοβαρή υπερασβεστιαιμία (ασβέστιο ορού διορθωμένο ως προς τη λευκωματίνη∗ ≥3 mmol/l ή ≥12 mg/dl) τα 4 mg είναι επαρκής εφάπαξ δόση. Σε ασθενείς με μέτριου βαθμού υπερασβεστιαιμία (ασβέστιο ορού διορθωμένο ως προς τη λευκωματίνη <3 mmol/l ή <12 mg/dl) τα 2 mg είναι μία αποτελεσματική δόση. Η υψηλότερη δόση που χορηγήθηκε κατά τις κλινικές δοκιμές ήταν 6 mg, αν και η δόση αυτή δεν προσθέτει κανένα επιπλέον όφελος όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα. *Σημειώστε ότι οι συγκεντρώσεις του ασβεστίου του ορού, διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη, υπολογίζονται ως εξής: Ασβέστιο ορού, διορθωμένο ως προς τη λευκωματίνη (mmol/l) = ασβέστιο ορού (mmol/l) - [0,02 x λευκωματίνη (g/l)] + 0,8 Ή Aσβέστιο ορού, διορθωμένο ως προς τη λευκωματίνη (mg/dl) = ασβέστιο ορού (mg/dl) + 0,8 x [4-λευκωματίνη (g/dl)] Για τη μετατροπή της τιμής του διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη ασβεστίου του ορού από mmol/l σε mg/dl, πολλαπλασιάζουμε με το 4. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αυξημένα επίπεδα ασβεστίου του ορού μπορούν να ελαττωθούν στα φυσιολογικά επίπεδα μέσα σε 7 ημέρες. Ο διάμεσος χρόνος υποτροπής (επιστροφή του διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη ασβεστίου ορού σε επίπεδα άνω των 3 mmol/l) ήταν 18-19 ημέρες για τις δόσεις των 2 mg και 4 mg. Ο διάμεσος χρόνος υποτροπής για τη δόση των 6 mg ήταν 26 ημέρες. Ένας περιορισμένος αριθμός ασθενών (50 ασθενείς) έχει λάβει μία δεύτερη έγχυση για την υπερασβεστιαιμία. Η επανάληψη της θεραπείας μπορεί να εξετασθεί σε περίπτωση υποτροπιάζουσας υπερασβεστιαιμίας ή ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας. Το πυκνό διάλυμα Bondronat για την παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας 2 ωρών.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Για τους ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥50 και <80 mL/min) δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Για τους ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥30 και <50 mL/min) ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min), οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία για την πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις, θα πρέπει να ακολουθούνται οι παρακάτω δοσολογικές συστάσεις (βλ. Φαρμακοκινητικές):
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Δοσολογία | Όγκος έγχυσης 1 και Χρόνος 2 |
|---|---|---|
| ≥50 CLcr<80 | 6 mg (6 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση) | 100 ml για 15 λεπτά |
| ≥30 CLcr <50 | 4 mg (4 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση) | 500 ml για 1 ώρα |
| <30 | 2 mg (2 ml πυκνού διαλύματος για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση) | 500 ml για 1 ώρα |
1 διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,9% ή διάλυμα γλυκόζης 5% 2 Χορήγηση κάθε 3 με 4 εβδομάδες Ο χρόνος έγχυσης διάρκειας 15 λεπτών δεν έχει μελετηθεί σε καρκινοπαθείς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης CLcr <50 ml/min.
Ηλικιωμένος πληθυσμός (>65 ετών) Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bondronat σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Τρόπος χορήγησης
Για ενδοφλέβια χορήγηση. Το περιεχόμενο του φιαλιδίου πρέπει να χρησιμοποιείται ως ακολούθως:
- Πρόληψη Σκελετικών Συμβαμάτων - προστίθεται σε 100 ml ισότονου διαλύματος χλωριούχου νατρίου ή 100 ml διαλύματος δεξτρόζης 5% και χορηγείται με έγχυση για τουλάχιστον 15 λεπτά. Βλέπε επίσης την παράγραφο δοσολογίας παραπάνω για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
- Θεραπεία της υπερασβαιστιαιμία που οφείλεται σε όγκο - προστίθεται σε 500 ml ισότονου διαλύματος χλωριούχου νατρίου ή 500 ml διαλύματος δεξτρόζης 5% και χορηγείται με έγχυση σε διάστημα δύο ωρών
Για εφάπαξ χρήση μόνο. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο διαυγή διαλύματα, ελεύθερα σωματιδίων. Το Bondronat πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση. Πρέπει να δίδεται προσοχή ώστε να μη χορηγείται το Bondronat πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση μέσω ενδο-αρτηριακής ή παραφλεβικής χορήγησης, καθώς αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε καταστροφή των ιστών.
block
Αντενδείξεις
SPC-BONDRONAT
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Υπασβεστιαιμία.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BONDRONAT
expand_more
Προειδοποιήσεις
Διαταραχές των οστών και του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείων
Η υπασβεστιαιμία και οι άλλες διαταραχές των οστών και του μεταβολισμού των ανόργανων στοιχείων πρέπει να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά πριν την έναρξη της θεραπείας της μεταστατικής οστικής νόσου με Bondronat. Η επαρκής πρόσληψη ασβεστίου και βιταμίνης D είναι σημαντική για όλες τις ασθενείς. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν συμπληρωματικά ασβέστιο και/ή βιταμίνη D εάν η πρόσληψη μέσω της τροφής είναι ανεπαρκής.
Αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία
Περιπτώσεις αναφυλακτικής αντίδρασης/καταπληξίας, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων συμβάντων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ιβανδρονικό οξύ χορηγούμενο ενδοφλεβίως. Κατάλληλη ιατρική υποστήριξη και μέτρα παρακολούθησης πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα όταν χορηγείται ενδοφλέβια ένεση Bondronat. Εάν συμβεί αναφυλακτική ή άλλες σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας/αλλεργικές αντιδράσεις, πρέπει να διακοπεί αμέσως η ένεση και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.
Οστεονέκρωση της γνάθου
Έχει αναφερθεί πολύ σπάνια οστεονέκρωση της γνάθου μετά την κυκλοφορία σε ασθενείς που λάμβαναν Bondronat για ογκολογικές ενδείξεις (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η έναρξη της θεραπείας ή μίας νέας φάσης θεραπείας θα πρέπει να καθυστερήσει σε ασθενείς με μη επουλωμένες ανοιχτές βλάβες των μαλακών μορίων στο στόμα. Συνιστάται μία οδοντιατρική εξέταση με προληπτική οδοντιατρική και μία ατομική αξιολόγηση οφέλους-κινδύνου πριν τη θεραπεία με Bondronat σε ασθενείς με συνυπάρχοντες παράγοντες κινδύνου. Οι ακόλουθοι παράγοντες κινδύνου θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν όταν εκτιμάται ο κίνδυνος ασθενούς να αναπτύξει οστεονέκρωση της γνάθου:
- Δραστικότητα φαρμακευτικού προϊόντος η οποία αναστέλλει την απορρόφηση του οστού (υψηλότερος κίνδυνος για εξαιρετικά δραστικές ενώσεις), οδός χορήγησης (υψηλότερος κίνδυνος για παρεντερική χορήγηση) και αθροιστική δόση της θεραπείας για την απορρόφηση του οστού.
- Καρκίνος, καταστάσεις συνοσηρότητας (π.χ. αναιμία, διαταραχές της πηκτικότητας, λοίμωξη), κάπνισμα.
- Ταυτόχρονες θεραπείες: κορτικοστεροειδή, χημειοθεραπεία, αναστολείς αγγειογένεσης, ακτινοθεραπεία στο κεφάλι και το λαιμό.
- Ανεπαρκής στοματική υγιεινή, περιοδοντική νόσος, ανεπαρκώς τοποθετημένη οδοντοστοιχία, ιστορικό οδοντικής νόσου, επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες π.χ. εξαγωγή δοντιού.
Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να προτρέπονται να διατηρούν καλή στοματική υγειινή, να κάνουν τακτικούς οδοντιατρικούς ελέγχους και να αναφέρουν αμέσως οποιαδήποτε στοματικά συμπτώματα όπως οδοντική κινητικότητα, πόνο ή πρήξιμο, ή μη επούλωση των ελκών ή έκκριση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Bondronat. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, επεμβατικές οδοντιατρικές διαδικασίες θα πρέπει να γίνονται μόνο μετά από προσεκτική θεώρηση και θα πρέπει να αποφεύγονται πολύ κοντά στη χορήγηση του Bondronat. Το πλάνο διαχείρισης ασθενών οι οποίοι αναπτύσσουν οστεονέκρωση της γνάθου θα πρέπει να γίνεται σε στενή συνεργασία μεταξύ του θεράποντος γιατρού και του οδοντιάτρου ή του στοματικού χειρουργού με ειδίκευση στην οστεονέκρωση της γνάθου. Προσωρινή διακοπή της θεραπείας με Bondronat θα πρέπει να εξετάζεται μέχρι την υποχώρηση της κατάστασης και μέχρι οι συνεισφέροντες παράγοντες κινδύνου να μετριασθούν, όπου είναι δυνατόν.
Οστεονέκρωση του εξωτερικού ακουστικού πόρου
Η οστεονέκρωση του εξωτερικού ακουστικού πόρου έχει αναφερθεί με διφωσφονικά, κυρίως σε συσχέτιση με μακροχρόνια θεραπεία. Πιθανοί παράγοντες κινδύνου για την οστεονέκρωση του εξωτερικού ακουστικού πόρου περιλαμβάνουν τη χρήση στεροειδών και τη χημειοθεραπεία και/ή τοπικούς παράγοντες κινδύνου όπως λοίμωξη ή τραύμα. Η πιθανότητα οστεονέκρωσης του εξωτερικού ακουστικού πόρου θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν διφωσφονικά οι οποίοι εμφανίζουν συμπτώματα των ώτων συμπεριλαμβανομένων χρόνιων λοιμώξεων του ωτός.
Άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού
Άτυπα υποτροχαντήρια κατάγματα και κατάγματα της διάφυσης του μηριαίου έχουν αναφερθεί με θεραπεία με διφωσφονικά, κυρίως σε ασθενείς που λαμβάνουν μακροχρόνια θεραπεία για την οστεοπόρωση. Αυτά τα εγκάρσια ή μικρά λοξά κατάγματα μπορούν να συμβούν οπουδήποτε κατά μήκος του μηριαίου οστού, από ακριβώς κάτω από τον ελάσσονα τροχαντήρα μέχρι και ακριβώς επάνω από το υπερκονδύλιο κύρτωμα. Αυτά τα κατάγματα συμβαίνουν μετά από μικρό ή καθόλου τραυματισμό και μερικοί ασθενείς βιώνουν πόνο στο μηρό ή στη βουβωνική χώρα, που συνδέεται συχνά με απεικονιστικά ευρήματα των καταγμάτων κόπωσης, εβδομάδες ή και μήνες πριν παρουσιάσουν πλήρες κάταγμα μηριαίου. Τα κατάγματα είναι συχνά αμφοτερόπλευρα, ως εκ τούτου το αντίπλευρο μηριαίο οστούν πρέπει να εξεταστεί σε ασθενείς που έλαβαν διφωσφωνικά και που έχουν υποστεί κάταγμα του μηριαίου άξονα. Πτωχή επούλωση των καταγμάτων αυτών έχει επίσης αναφερθεί. Η διακοπή της θεραπείας με διφωσφονικά σε ασθενείς που υπάρχει υποψία ότι έχουν άτυπο κάταγμα μηριαίου θα πρέπει να εκτιμηθεί εν αναμονή της αξιολόγησης του ασθενούς, με βάση την εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου οφέλους. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με διφωσφονικά οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται ώστε να αναφέρουν οποιοδήποτε πόνο στο μηρό, στο ισχίο ή στη βουβωνική χώρα και κάθε ασθενής που παρουσιάζει αυτά τα συμπτώματα πρέπει να αξιολογείται για ατελές κάταγμα του μηριαίου.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Οι κλινικές μελέτες δεν έδειξαν οποιαδήποτε ένδειξη επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας με μακροχρόνια θεραπεία με Bondronat. Ωστόσο, σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται το Bondronat, συνιστάται όπως παρακολουθούνται, σύμφωνα με την εξατομικευμένη κλινική αξιολόγηση, η νεφρική λειτουργία, το ασβέστιο, τα φωσφορικά και το μαγνήσιο του ορού (βλ. Δοσολογία).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Λόγω έλλειψης κλινικών δεδομένων, δεν μπορούν να δοθούν συστάσεις ως προς τη δόση για ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια
Η υπερφόρτωση με υγρά πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς με κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας.
Ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε άλλα διφωσφονικά
Πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε άλλα διφωσφονικά.
Έκδοχα με γνωστή δράση
Το Bondronat είναι πρακτικά ελεύθερο νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BONDRONAT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BONDRONAT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη προφίλ ασφαλείας
Οι πιο σοβαρές ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν είναι αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία, άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού, οστεονέκρωση της γνάθου, και οφθαλμική φλεγμονή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η θεραπεία της υπερασβεστιαιμίας που οφείλεται σε όγκο, συνδέεται τις περισσότερες φορές με την αύξηση της θερμοκρασίας σώματος. Λιγότερο συχνά, αναφέρεται μείωση του ασβεστίου ορού κάτω του φυσιολογικού εύρους τιμών (υπασβεστιαιμία). Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν απαιτείται συγκεκριμένη θεραπεία και τα συμπτώματα υποχωρούν μετά από μερικές ώρες/ημέρες. Κατά την πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και οστικές μεταστάσεις, η θεραπεία συνδέεται συχνότερα με εξασθένιση ακολουθούμενη από αύξηση της θερμοκρασίας σώματος και κεφαλαλγία.
Λίστα ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα
Ο Πίνακας 1 παραθέτει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου από τις πιλοτικές μελέτες φάσης ΙΙΙ (Θεραπεία υπερασβεστιαιμίας που προκαλείται από τον όγκο: 311 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν Bondronat 2 mg ή 4 mg. Πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού και οστικές μεταστάσεις: 152 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν Bondronat 6 mg), και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται σύμφωνα με την κατηγορία οργανικού συστήματος κατά MedDRA και κατηγορία συχνότητας εμφάνισης. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως ακολούθως: πολύ συχνές (>1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν είναι δυνατή η αξιολόγησή τους από τα διαθέσιμα στοιχεία). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπασβεστιαιμία Η μειωμένη απέκκριση του ασβεστίου από τους νεφρούς μπορεί να συνοδεύεται από μια μείωση των επιπέδων των φωσφορικών στον ορό, η οποία δεν απαιτεί τη λήψη θεραπευτικών μέτρων. Τα επίπεδα του ασβεστίου στον ορό μπορεί να μειωθούν σε τιμές υπασβεστιαιμίας.
Γριππώδης συνδρομή Έχει παρατηρηθεί γριππώδες σύνδρομο που περιλαμβάνει πυρετό, ρίγη, πόνους ομοιάζοντες με οστικούς και/ή μυικούς. Στα περισσότερα περιστατικά δεν απαιτήθηκε ειδική θεραπεία και τα συμπτώματα υποχώρησαν μετά από μερικές ώρες/ημέρες.
Οστεονέκρωση της γνάθου Περιπτώσεις οστεονέκρωσης της γνάθου έχουν αναφερθεί, κυρίως σε καρκινικούς ασθενείς υπό θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν την απορρόφηση του οστού, όπως ιβανδρονικό οξύ (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Περιπτώσεις οστεονέκρωσης της γνάθου έχουν αναφερθεί για το ιβανδρονικό οξύ μετά την κυκλοφορία.
Οφθαλμική φλεγμονή Περιστατικά οφθαλμικής φλεγμονής, όπως η ραγοειδίτιδα, η επισκληρίτιδα και η σκληρίτιδα έχουν αναφερθεί με διφωσφονικά, συμπεριλαμβανομένου του ιβανδρονικού οξέος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμβάντα αυτά δεν υποχώρησαν μέχρι τη διακοπή των διφωσφονικών.
Αναφυλακτική αντίδραση/καταπληξία Περιπτώσεις αναφυλακτικής αντίδρασης/καταπληξίας, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων συμβάντων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με ιβανδρονικό οξύ χορηγούμενο ενδοφλεβίως.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BONDRONAT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση του ιβανδρονικού οξέος σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε επίμυες κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Ως εκ τούτου, το Bondronat δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την κύηση.
Γαλουχία
Δεν είναι γνωστό εάν το ιβανδρονικό οξύ απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Μελέτες, μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε θηλάζοντες επίμυες, κατέδειξαν παρουσία χαμηλών επιπέδων ιβανδρονικού οξέος στο γάλα. Το Bondronat δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τον θηλασμό.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του ιβανδρονικού οξέος στους ανθρώπους. Σε αναπαραγωγικές μελέτες σε αρουραίους με από του στόματος χορήγηση το ιβανδρονικό οξύ μείωσε την γονιμότητα. Σε μελέτες με αρουραίους με ενδοφλέβια χορήγηση, το ιβανδρονικό οξύ μείωσε τη γονιμότητα σε υψηλές ημερήσιες δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BONDRONAT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φαρμακευτικά προϊόντα για τη θεραπεία παθήσεων των οστών, διφωσφονικό, κωδικός ATC: Μ05Β Α 06.
Μηχανισμός δράσης
Το ιβανδρονικό οξύ ανήκει στην ομάδα των διφωσφονικών ενώσεων, οι οποίες δρουν ειδικά στα οστά. Η εκλεκτική δράση τους στον οστίτη ιστό βασίζεται στην υψηλή συγγένεια των διφωσφονικών προς τα ανόργανα άλατα των οστών. Τα διφωσφονικά δρουν αναστέλλοντας την οστεοκλαστική δραστηριότητα, αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης τους δεν είναι ακόμη σαφής. In vivo, το ιβανδρονικό οξύ προλαμβάνει την πειραματικά προκαλούμενη καταστροφή των οστών από τη διακοπή της λειτουργίας των γονάδων, τα ρετινοειδή, τους όγκους ή τα εκχυλίσματα όγκων. Η αναστολή της ενδογενούς οστικής απορρόφησης έχει επίσης τεκμηριωθεί μέσω κινητικών μελετών με 45Ca και με την απελευθέρωση ραδιενεργού τετρακυκλίνης, ενσωματωθείσης προηγουμένως στο σκελετό. Σε δόσεις σημαντικά υψηλότερες από τις φαρμακολογικά δραστικές, το ιβανδρονικό οξύ δεν είχε καμία επίδραση στην εναπόθεση ασβεστίου στα οστά. Η οστική απορρόφηση που οφείλεται σε κακοήγη νόσο χαρακτηρίζεται από υπερβολική οστική απορρόφηση που δεν αντιρροπείται από τον αντίστοιχο σχηματισμό οστών. Το ιβανδρονικό οξύ αναστέλλει εκλεκτικά την οστεοκλαστική δραστηριότητα, περιορίζοντας την οστική απορρόφηση και περιορίζοντας κατ’αυτόν τον τρόπο τις επιπλοκές της κακοήθους νόσου από το σκελετό.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κλινικές μελέτες στη θεραπεία της υπερασβεστιαιμίας που οφείλεται σε νεοπλασία Κλινικές μελέτες στην υπερασβεστιαιμία της κακοήθειας κατέδειξαν ότι η ανασταλτική ενέργεια του ιβανδρονικού οξέος στην οστεόλυση λόγω νεοπλασίας και ιδιαίτερα στην υπερασβεστιαιμία λόγω νεοπλασίας, χαρακτηρίζεται από την ελάττωση του ασβεστίου του ορού καθώς και της νεφρικής αποβολής ασβεστίου. Σε ασθενείς με τιμή διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη ασβεστίου ορού ≥3,0 mmol/l πριν την έναρξη της θεραπείας και μετά από επαρκή επανυδάτωσή τους, έχουν παρατηρηθεί σε κλινικές δοκιμές με τα συνιστώμενα θεραπευτικά δοσολογικά πλαίσια, οι ακόλουθοι βαθμοί ανταπόκρισης με τα αντίστοιχα διαστήματα εμπιστοσύνης.
| Δόση ιβανδρονικού οξέος | % Ασθενείς με ανταπόκριση | 90% Διάστημα εμπιστοσύνης |
|---|---|---|
| 2 mg | 54 | 44-63 |
| 4 mg | 76 | 62-86 |
| 6 mg | 78 | 64-88 |
Για τους ασθενείς αυτούς και με τις ως άνω δόσεις, ο διάμεσος χρόνος για την επίτευξη φυσιολογικών τιμών ασβεστίου ήταν 4 έως 7 ημέρες. Ο διάμεσος χρόνος έως την υποτροπή (επιστροφή του διορθωμένου ως προς τη λευκωματίνη ασβεστίου ορού σε επίπεδα άνω των 3,0 mmol/l) ήταν 18 έως 26 ημέρες.
Κλινικές μελέτες στην πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις Οι κλινικές μελέτες σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις κατέδειξαν την ύπαρξη μίας δοσοεξαρτώμενης ανασταλτικής δράσης επί της οστεόλυσης, η οποία εκφράζεται από δείκτες της οστικής απορρόφησης και μίας δοσοεξαρτώμενης δράσης στα σκελετικά συμβάματα. Η πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις, με Bondronat 6 mg χορηγούμενο ενδοφλεβίως, αξιολογήθηκε σε μία τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο δοκιμή φάσης III, διάρκειας 96 εβδομάδων. Οι γυναίκες ασθενείς με καρκίνο μαστού και ακτινολογικώς επιβεβαιωμένες οστικές μεταστάσεις τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν εικονικό φάρμακο (158 ασθενείς) ή 6 mg Bondronat (154 ασθενείς). Τα αποτελέσματα από τη δοκιμή αυτή συνοψίζονται παρακάτω.
Κύρια καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας Το κύριο καταληκτικό σημείο της δοκιμής ήταν ο δείκτης σκελετικής νοσηρότητας εντός μίας περιόδου (skeletal morbidity period rate, SMPR). Αυτός ήταν ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο που απαρτίζετο από τα ακόλουθα, σχετιζόμενα με το σκελετό, συμβάματα (skeletal related events, SREs) ως επί μέρους στόχους:
- ακτινοθεραπεία σε οστό για τη θεραπεία καταγμάτων/επαπειλούμενων καταγμάτων
- χειρουργική επέμβαση σε οστό για τη θεραπεία καταγμάτων
- κατάγματα σπονδυλικής στήλης
- κατάγματα εκτός σπονδυλικής στήλης Η ανάλυση του SMPR ήταν προσαρμοσμένη ως προς το χρόνο και θεωρήθηκε ότι ένα ή περισσότερα συμβάματα που παρατηρούνταν σε μία περίοδο 12 εβδομάδων θα μπορούσαν, δυνητικά, να σχετίζονται. Ως εκ τούτου, για τους σκοπούς της ανάλυσης, τα πολλαπλά συμβάματα καταμετρούνταν μόνο μία φορά. Τα στοιχεία από τη μελέτη αυτή κατέδειξαν σημαντικό πλεονέκτημα για το Bondronat 6 mg ενδοφλεβίως έναντι του εικονικού φαρμάκου, όσον αφορά στη μείωση των SREs μετρηθέντων με τον προσαρμοσμένο ως προς το χρόνο SMPR (p=0,004). Ο αριθμός των SREs μειώθηκε επίσης σημαντικά με το Bondronat 6 mg και παρατηρήθηκε μείωση 40% στον κίνδυνο για κάποιο SRE έναντι του εικονικού φαρμάκου (σχετικός κίνδυνος 0,6, p = 0,003). Τα στοιχεία αποτελεσματικότητας συνοψίζονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2 Στοιχεία αποτελεσματικότητας (Ασθενείς με Καρκίνο Μαστού με Μεταστατική Οστική Νόσο)
| Εικονικό φάρμακο n=158 | Bondronat 6 mg n=154 | p-τιμή | |
|---|---|---|---|
| SMPR (ανά ασθενή-έτος) | 1,48 | 1,19 | p=0,004 |
| Αριθμός συμβαμάτων (ανά ασθενή) | 3,64 | 2,65 | p=0,025 |
| Σχετικός κίνδυνος SRE | - | 0,60 | p=0,003 |
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας Κατεδείχθη στατιστικώς σημαντική βελτίωση όσον αφορά στη βαθμολογία οστικού πόνου για το Bondronat 6 mg χορηγούμενου ενδοφλεβίως συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η μείωση του πόνου ήταν σταθερά κάτω από τις τιμές πριν την έναρξη της θεραπείας καθόλη τη διάρκεια της μελέτης και συνοδευόταν από σημαντικά μειωμένη χρήση αναλγητικών. Η επιδείνωση της Ποιότητας Ζωής ήταν σημαντικά μικρότερη στους ασθενείς υπό Bondronat συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Στον Πίνακα 3 παρουσιάζεται περίληψη, υπό μορφή πίνακα, αυτών των δευτερευόντων στοιχείων αποτελεσματικότητας.
Πίνακας 3 Δευτερεύοντα στοιχεία αποτελεσματικότητας (ασθενείς με καρκίνο μαστού με μεταστατική οστική νόσο)
| Εικονικό φάρμακο n=158 | Bondronat 6 mg n=154 | p-τιμή | |
|---|---|---|---|
| Οστικός πόνος * | 0,21 | -0,28 | p<0,001 |
| Χρήση αναλγητικών * | 0,90 | 0,51 | p=0,083 |
| Ποιότητα ζωής * | -45,4 | -10,3 | p=0,004 |
- Μέση μεταβολή από την τιμή πριν την έναρξη της αγωγής έως την τελευταία αξιολόγηση. Σε ασθενείς υπό Bondronat, υπήρξε σημαντική μείωση των δεικτών οστικής απορρόφησης στα ούρα (πυριδινολίνη και δεοξυπυριδινολίνη), η οποία ήταν στατιστικώς σημαντική συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Σε μία μελέτη σε 130 ασθενείς με μεταστατικό καρκίνο του μαστού συγκρίθηκε η ασφάλεια του Bondronat χορηγούμενου με έγχυση διάρκειας 1 ώρας ή 15 λεπτών. Δεν παρατηρήθηκε διαφορά στους δείκτες της νεφρικής λειτουργίας. Το συνολικό προφίλ των ανεπιθύμητων ενεργειών του ιβανδρονικού οξέος μετά την έγχυση διάρκειας 15 λεπτών ήταν σύμφωνο με το γνωστό προφίλ ασφάλειας εγχύσεων μεγαλύτερης διάρκειας και δεν προέκυψαν νέα θέματα ασφάλειας σχετικά με τη χρήση έγχυσης διάρκειας 15 λεπτών. Χρόνος έγχυσης διάρκειας 15 λεπτών δεν έχει μελετηθεί σε καρκινοπαθείς ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης CLcr<50 ml/min. Παιδιατρικός πληθυσμός (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα του Bondronat σε παιδιά και εφήβους κάτω από την ηλικία των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BONDRONAT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά από χορήγηση 2, 4, και 6 mg ιβανδρονικού οξέος με έγχυση επί 2 ώρες, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του ιβανδρονικού οξέος είναι δοσοεξαρτώμενες.
Κατανομή
Μετά την αρχική συστηματική έκθεση, το ιβανδρονικό οξύ συνδέεται ταχέως με τα οστά ή απεκκρίνεται στα ούρα. Στους ανθρώπους, ο φαινομενικός τελικός όγκος κατανομής είναι τουλάχιστον 90 l και η ποσότητα της δόσης που φθάνει στα οστά υπολογίζεται σε 40-50% της δόσης που ευρίσκεται στην κυκλοφορία. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι 87% περίπου στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις και έτσι η αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα λόγω εκτόπισης θεωρείται απίθανη.
Βιομετατροπή
Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολισμού του ιβανδρονικού οξέος σε πειραματόζωα ή σε ανθρώπους.
Αποβολή
Το εύρος των παρατηρούμενων φαινομενικών χρόνων ημίσειας ζωής είναι μεγάλο και εξαρτάται από τη δόση και την ευαισθησία της μεθόδου προσδιορισμού, αλλά ο φαινομενικός τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται γενικώς μεταξύ 10-60 ωρών. Ωστόσο, τα αρχικά επίπεδα στο πλάσμα μειώνονται ταχέως, φθάνοντας το 10% των μέγιστων τιμών εντός 3 και 8 ωρών μετά την ενδοφλέβια ή την από στόματος χορήγηση αντίστοιχα. Δεν παρατηρήθηκε συστηματική συσσώρευση κατά την ενδοφλέβια χορήγηση ιβανδρονικού οξέος μία φορά κάθε 4 εβδομάδες επί 48 εβδομάδες σε ασθενείς με μεταστατική οστική νόσο. Η ολική κάθαρση του ιβανδρονικού οξέος είναι χαμηλή, με μέσες τιμές κυμαινόμενες μεταξύ 84-160 ml/min. Η νεφρική κάθαρση (περίπου 60 ml/min σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες) αντιστοιχεί σε 50-60% της ολικής κάθαρσης και σχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης. Η διαφορά μεταξύ φαινομενικής ολικής και νεφρικής κάθαρσης θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει την απορρόφηση από τα οστά. Η οδός απέκκρισης από τους νεφρούς δεν φαίνεται να περιλαμβάνει γνωστά οξεϊκά ή βασικά συστήματα μεταφοράς τα οποία συμμετέχουν στην απέκκριση άλλων δραστικών ουσιών. Επιπλέον, το ιβανδρονικό οξύ δεν αναστέλλει τα μείζονα ηπατικά ισοένζυμα Ρ450 στους ανθρώπους και δεν επάγει το σύστημα του ηπατικού κυτοχρώματος Ρ450 στους επίμυες.
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε ειδικούς πληθυσμούς
Φύλο Η βιοδιαθεσιμότητα και οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ιβανδρονικού οξέος είναι παρόμοιες σε άνδρες και γυναίκες.
Φυλή Όσον αφορά στην κατανομή του ιβανδρονικού οξέος, δεν υπάρχουν ενδείξεις κλινικώς σημαντικών διαφορών μεταξύ Ασιατών και Καυκάσιων. Τα διαθέσιμα στοιχεία για ασθενείς Αφρικανικής καταγωγής είναι λίγα.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Η έκθεση των ασθενών με διάφορους βαθμούς νεφρικής δυσλειτουργίας στο ιβανδρονικό οξύ σχετίζεται με την κάθαρση της κρεατινίνης (CLcr). Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (μέση εκτιμηθείσα CLcr = 21,2 mL/min), η μέση διορθωμένη ως προς τη δόση AUC0-24h αυξήθηκε κατά 110% συγκριτικά με υγιείς εθελοντές. Στην κλινική φαρμακολογική μελέτη WP18551, μετά την εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση 6 mg (έγχυση 15 λεπτών), η μέση ΑUC 0-24 αυξήθηκε κατά 14% και 86% αντίστοιχα, σε άτομα με ήπια (μέση εκτιμηθείσα CLcr=68,1 ml/min) και μέτρια (μέση εκτιμηθείσα CLcr=41,2 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία συγκρινόμενη με υγιείς εθελοντές (μέση εκτιμηθείσα CLcr=120 ml/min). Η μέση Cmax δεν αυξήθηκε σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία και αυξήθηκε κατά 12% σε ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία. Για τους ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥50 και <80 mL/min) δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Για τους ασθενείς με μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥30 και <50 mL/min) ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <30 mL/min), οι οποίοι υποβάλλονται σε θεραπεία για την πρόληψη σκελετικών συμβαμάτων σε ασθενείς με καρκίνο μαστού και οστικές μεταστάσεις, συνιστάται προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία) Δεν υπάρχουν φαρμακοκινητικά δεδομένα για το ιβανδρονικό οξύ σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Το ήπαρ δε διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην κάθαρση του ιβανδρονικού οξέος δεδομένου ότι δε μεταβολίζεται, αλλά απομακρύνεται μέσω νεφρικής απέκκρισης και απορρόφησης από τα οστά. Ως εκ τούτου, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Περαιτέρω, δεδομένου ότι στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις, η σύνδεση με τις πρωτεΐνες είναι 87% περίπου, η πρόκληση κλινικώς σημαντικών αυξήσεων των ελεύθερων συγκεντρώσεων στο πλάσμα εξαιτίας της υποπρωτεϊναιμίας της σοβαρής ηπατικής δυσλειτουργίας, δε θεωρείται πιθανή.
Ηλικιωμένοι (βλ. Δοσολογία) Σε μία ανάλυση πολλαπλών μεταβλητών, η ηλικία δε βρέθηκε να αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα για οποιαδήποτε από τις φαρμακοκινητικές παραμέτρους που μελετήθηκαν. Ο μόνος παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας με την πάροδο της ηλικίας (βλ. κεφάλαιο για τη νεφρική δυσλειτουργία).
Παιδιατρικός πληθυσμός (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές) Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη χρήση του Bondronat σε ασθενείς κάτω των 18 ετών.
ΕΟΦ · 10.7.2
Διφωσφονικά
expand_more
Διφωσφονικά
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ιμπανδρονάτη είναι μια δισφωσφονική ένωση που περιέχει άζωτο, η οποία χρησιμοποιείται για τη θεραπεία και την πρόληψη της οστεοπόρωσης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Ο θεραπευτικός δείκτης είναι ευρύς, καθώς οι υπερδοσολογίες δεν είναι ιδιαίτερα τοξικές και η διάρκεια δράσης είναι μεγάλη, με τον χρόνο ημίσειας ζωής να φτάνει έως και τις 157 ώρες. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών από το ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα, την υποκαλιαιμία, τον μυοσκελετικό πόνο, την οστεονέκρωση της γνάθου, τα άτυπα κατάγματα του μηριαίου οστού και τη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Οι διφωσφονικές ενώσεις εισέρχονται στα οστά όπου δεσμεύονται στην υδροξυαπατίτη. Η οστική απορρόφηση από τους οστεοκλάστες προκαλεί τοπική οξίνιση, απελευθερώνοντας τη διφωσφονική ένωση, η οποία εισέρχεται στον οστεοκλάστη μέσω ενδοκυττάρωσης με ρεύμα ρευστού. Τα ενδοκυτταρικά κυστίδια οξινίζονται, απελευθερώνοντας τις διφωσφονικές ενώσεις στον κυτταρόπλασμα των οστεοκλαστών, όπου δρουν. Οι οστεοκλάστες μεσολαβούν στην απορρόφηση των οστών. Όταν οι οστεοκλάστες δεσμεύονται στα οστά, σχηματίζουν ποδοσώματα, δακτυλιοειδείς δομές F-ακτίνης. Η διαταραχή των ποδοσωμάτων προκαλεί την αποκόλληση των οστεοκλαστών από τα οστά, εμποδίζοντας την οστική απορρόφηση. Οι διφωσφονικές ενώσεις που περιέχουν άζωτο, όπως η ιμπανδρονάτη, είναι γνωστό ότι προκαλούν απόπτωση στα αιμοποιητικά κυτταρικά καρκινώματα, αναστέλλοντας τα συστατικά της μεβαλονικής οδού: φαρνεζυλ διφωσφορική συνθάση, φαρνεζυλ διφωσφορική και γερανυλ-γερανυλ διφωσφορική. Αυτά τα συστατικά είναι απαραίτητα για την μετα-μεταφραστική πρεnυλίωση των πρωτεϊνών που συνδέονται με GTP, όπως η Rap1. Η έλλειψη πρεnυλίωσης αυτών των πρωτεϊνών παρεμβαίνει στη λειτουργία τους και, στην περίπτωση της Rap1, οδηγεί σε απόπτωση. Η ιμπανδρονάτη ενεργοποιεί επίσης την κασπάση-3, η οποία συμβάλλει στην απόπτωση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος ιμπανδρονάτη έχει βιοδιαθεσιμότητα 0.63%. Σε μελέτη σε υγιείς άνδρες, μια από του στόματος δόση 10mg είχε Tmax 1.1±0.6h και Cmax 4.1±2.6ng/mL. Ο Tmax είναι περίπου 1 ώρα, ενώ ο Cmax ποικίλλει ανάλογα με τη δόση. Μια ενδοφλέβια δόση 2mg ιμπανδρονάτης έχει AUC 316ngh/mL, μια ενδοφλέβια δόση 4mg ιμπανδρονάτης έχει AUC 581ngh/mL και μια ενδοφλέβια δόση 6mg ιμπανδρονάτης έχει AUC 908ng*h/mL.
Η ιμπανδρονάτη αποβάλλεται κυρίως μέσω των νεφρών και το μη απορροφηθέν φάρμακο αποβάλλεται αμετάβλητο στα κόπρανα.
Ο φαινομενικός τελικός όγκος κατανομής της ιμπανδρονάτης είναι 90-368L σε υγιείς υποκείμενους και 103L σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με οστεοπενία.
Η συνολική κάθαρση της ιμπανδρονάτης είναι 84-160mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια Πρωτεϊνών
Η συγγένεια της ιμπανδρονάτης με τις πρωτεΐνες του ορού ποικίλλει από 85.7-99.5% σε συγκέντρωση 0.5-10ng/mL, αλλά είναι γενικά 86% σε εύρος συγκεντρώσεων 20-2000ng/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ιμπανδρονάτη δεν μεταβολίζεται σε ανθρώπους.
Δεν υπάρχουν ενδείξεις μεταβολισμού της ιμπανδρονάτης σε ανθρώπους.
Οδός Απέκκρισης: Η ιμπανδρονάτη αποβάλλεται μέσω νεφρικής απέκκρισης. Η μη απορροφηθείσα ιμπανδρονάτη αποβάλλεται αμετάβλητη στα κόπρανα.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 10-60 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ιμπανδρονάτης σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κυμαίνεται από 37-157 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΓΑΝΟΠΟΙΗΣΗ και την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ των Οστών. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ των Οστών και για τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ, όπως η Οστεοπόρωση.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
UMD7G2653W
IBANDRONIC ACID
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Διφωσφονική
Χημική Δομή [CS] - Διφωσφονικά
Το ιβαδρονικό οξύ είναι ένα Διφωσφονικό.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Pharm-Postmenopausal M05BA06Φαρμακευτική αγωγή — Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκεςΜετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με ένδειξη θεραπείαςΔοσολογία: 150 mg PO/μήνα ή 3 mg IV/3 μήνες · Πενταετία
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες που αναστέλλουν την ΟΣΤΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ ή/και ευνοούν την ΟΓΑΝΟΠΟΙΗΣΗ και την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ των Οστών. Χρησιμοποιούνται για την επούλωση ΚΑΤΑΓΜΑΤΩΝ των Οστών και για τη θεραπεία ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΩΝ ΟΣΤΙΚΩΝ ΝΟΣΩΝ, όπως η Οστεοπόρωση.