HYDROXYZINE
Υδροξυζίνη
Tα αντιισταμινικά ανταγωνίζονται, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τις περισσότερες από τις δράσεις της ισταμίνης καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς της. Oι τελευταίοι διακρίνονται σε H1, H2 και H3. Oι H2 σχετίζονται στενά με την γαστρική έκκριση (βλ. 1.1). Oι H3 ευρίσκονται στον εγκέφαλο. Έτσι …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ATARAX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα, ενδομυικά
- Χορήγηση: ημερησίως, εφάπαξ, 1 έως 2 χορηγήσεις, 3-4 φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 25mg
- Τιτλοποίηση: Εάν κριθεί απαραίτητο, οι δόσεις για συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού σε ενήλικες μπορούν να φτάσουν έως 25mg, 3-4 φορές ημερησίως. Για παιδιά (12 μηνών έως 6 ετών) για κνησμό, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 2,5mg/kg σ.β. ημερησίως. Για παιδιά (άνω των 6 ετών) για κνησμό, η δόση μπορεί να αυξηθεί έως 2mg/kg σ.β. ημερησίως.
-
Ενήλικες - Βραχυχρόνια συμπτωματική αντιμετώπιση αγχωδών εκδηλώσεωνΔόση50mg ημερησίως διηρημένα σε τρεις μεμονωμένες χορηγήσεις των 12,5-12,5-25mgΜέγ. δόση300mg ημερησίως
-
Ενήλικες - Συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμούΔόσηΔόση έναρξης 25mg πριν από την ανάπαυσηΜέγ. δόση25mg, 3-4 φορές ημερησίως (σε διηρημένες δόσεις)
-
Ενήλικες - Ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγήΔόση50-200mg ημερησίως σε 1 έως 2 χορηγήσειςΜέγ. δόση200mg (εφάπαξ), 300mg (ημερήσια)Εφάπαξ χορήγηση 1 ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί μία χορήγηση το βράδυ πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
-
Παιδιά (12 μηνών έως 6 ετών) - Συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμούΔόση1mg/kg σ.β. ημερησίωςΜέγ. δόση2,5mg/kg σ.β. ημερησίωςΣε διηρημένες δόσεις
-
Παιδιά (άνω των 6 ετών) - Συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμούΔόση1mg/kg σ.β. ημερησίωςΜέγ. δόση2mg/kg σ.β. ημερησίωςΣε διηρημένες δόσεις
-
Παιδιά - Ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγήΔόση1mg/kg σ.β. εφάπαξΜία ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί χορήγηση 1mg/kg σ.β. τη νύχτα πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
-
ΗλικιωμένοιΣυνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης.
-
Ασθενείς με δυσλειτουργία του ήπατοςΣυνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης κατά 33%.
-
Ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκειαΗ δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται, λόγω μειωμένης αποβολής του μεταβολίτη σετιριζίνη.
block
SPC-ATARAX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του προϊόντος, στη σετιριζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης, στην αμινοφυλλίνη ή την αιθυλενοδιαμίνη
-
ΠορφυρίαΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Κύηση
-
Τοκετός
-
Γαλουχία
-
Ενδαρτηριακή οδός χορήγησης
-
Υποδόρια οδός χορήγησης
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ανεπάρκεια σουκράσης - ισομαλτάσηςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ανεπάρκεια λακτάσης LappΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-ATARAX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Οργανική βλάβη εγκεφάλου, αυξημένη πιθανότητα για σπασμούς ή επιληψίαΠληθυσμόςΑσθενείςΧορήγηση με προσοχή
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες ΚΝΣ, ΣπασμοίΠληθυσμόςΠαιδιάΠροσοχή, αυξημένος κίνδυνος
-
Αντιχολινεργικές ιδιότητες (γλαύκωμα, υπερτροφία προστάτου, επίσχεση ούρων, μειωμένη κινητικότητα γαστρεντερικού, βαρειά μυασθένεια, άνοια)ΠληθυσμόςΑσθενείςΧορήγηση με προσοχή
-
Συγχορήγηση με κατασταλτικά ΚΝΣ ή αντιχολινεργικάπροσοχήΤροποποίηση δόσης
-
Κατανάλωση οινοπνεύματοςπροσοχήΑποφυγή
-
Καρδιακή αρρυθμία, συγχορήγηση με αρρυθμιογόνα φάρμακαΠληθυσμόςΑσθενείς με προδιαθεσικό παράγοντα για καρδιακή αρρυθμία ή λαμβάνοντες αρρυθμιογόνα φάρμακαΠροσοχή
-
Δοσολογία σε ηλικιωμένουςΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΈναρξη θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης
-
Δυσλειτουργία ήπατος, νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσλειτουργία ήπατος ή μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκειαΕλάττωση της δόσης
-
Ενδομυϊκή χορήγησηΕπαλήθευση θέσης βελόνης (όχι σε αγγείο)
-
Λανθασμένη οδός χορήγησης (υποδόρια, ενδοφλέβια/ενδαρτηριακή)προσοχήΠροσοχή στην οδό χορήγησης (αποφυγή υποδόριας/ενδοφλέβιας/ενδαρτηριακής)
-
Περιεκτικότητα σε σακχαρόζη (πόσιμο διάλυμα)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτηΛήψη υπόψη της περιεκτικότητας σε σακχαρόζη σε δόση άνω των 6,5 ml. Επιβλαβής για τα δόντια.
-
Περιεκτικότητα σε αιθανόλη (πόσιμο διάλυμα)ΠληθυσμόςΑσθενείς που υποφέρουν από αλκοολισμό, εγκυμοσύνη, γαλουχία, παιδιά, ασθενείς με ηπατοπάθειες ή επιληψίαΛήψη υπόψη της περιεκτικότητας σε αιθανόλη
-
Διαγνωστικές δοκιμασίες αλλεργίας και πρόκληση βρογχοσπάσμουΔιακοπή θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν
swap_horiz
SPC-ATARAX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κατασταλτικά του ΚΝΣ και αντιχολινεργικάπροσοχήΕνίσχυση της δράσηςΣύστασηΕπιβάλλει την εξατομίκευση και προσαρμογή της δοσολογίας.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΕνισχύει τη δράση της υδροξυζίνης
-
Βήτα-ιστίνη και αναστολείς της χολινεστεράσηςπροσοχήΑνταγωνίζεται τη δράση
-
Διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και την πρόκληση βρογχοσπάσμου με μεταχολίνηπροσοχήΕπηρέαση των αποτελεσμάτων των δοκιμασιώνΣύστασηΕπιβάλλεται η διακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν.
-
Αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσηςαντένδειξηΑλληλεπίδραση με πιθανώς ανεπιθύμητες συνέπειεςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
ΑδρεναλίνηπροσοχήΕμποδίζει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης
-
προσοχήΑνταγωνίζεται την αντισπασμωδική δράση (σε αρουραίους)
-
παρακολούθησηΑυξάνει τις συγκεντρώσεις της υδροξυζίνης στον ορό του αίματος κατά 36% και ελαττώνει κατά 20% τις μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη σετιριζίνη.
-
Υποστρώματα του CYP2D6προσοχήΗ υδροξυζίνη είναι αναστολέας του CYP2D6 και μπορεί σε μεγάλες δόσεις να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις.
-
Ισχυροί αναστολείς των ηπατικών ενζύμωνπροσοχήΜπορεί να αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεων της υδροξυζίνης στο αίμα.
sick
SPC-ATARAX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ταχυκαρδία
- Διαταραχές προσαρμογής
- Αϋπνία
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Αποπροσανατολισμός
- Παραισθήσεις
- Θάμβος οράσεως
- Δυσκοιλιότης
- Ξηροστομία
- Ναυτία
- Έμετος
- Κόπωση
- Κακουχία
- Πυρεξία
- Αναφυλακτικό σόκ
- Υπερευαισθησία
- Μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες
- Σπασμοί
- Ζάλη
- Δυσκινησία
- Κεφαλαλγία
- Καταστολή
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Κατακράτηση ούρων
- Βρογχόσπασμος
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Δερματίτιδα
- Κνησμός
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κνίδωση
- Τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα
- Υπόταση
pregnant_woman
SPC-ATARAX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χορηγείταιΔιαπερνά τον πλακούντα, προκαλώντας υψηλότερες συγκεντρώσεις στο έμβρυο. Έχει συσχετιστεί με υποτονία, κινητικές διαταραχές, σπασμούς, καταστολή ΚΝΣ, υποξία, και επίσχεση ούρων σε νεογνά. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική λειτουργία.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ γαλουχία πρέπει να σταματήσει εάν η χορήγηση της υδροξυζίνης κρίνεται απαραίτητη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ATARAX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας. Κωδικός ATC N05BB01 Το δραστικό συστατικό του, η διυδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη…
biotech
SPC-ATARAX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση από το στόμα 25 και 50mg σε ενηλίκους επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70ng/ml,…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ATARAX
expand_more
Δοσολογία
Τα Δισκία επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο και το Πόσιμο Διάλυμα λαμβάνονται από το στόμα. Το ενέσιμο διάλυμα χορηγείται ενδομυικά στο άνω έξω τεταρτημόριο του γλουτού.
Ενήλικες
- Για βραχυχρόνια συμπτωματική αντιμετώπιση αγχωδών εκδηλώσεων: 50mg ημερησίως διηρημένα σε τρεις μεμονωμένες χορηγήσεις των 12,5-12,5-25mg. Σε σοβαρότερα περιστατικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν δόσεις έως το ανώτερο 300mg ημερησίως.
- Για συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού: Δόση έναρξης 25mg πριν από την ανάπαυση. Εάν κριθεί απαραίτητο μπορούν να δοθούν στη συνέχεια δόσεις μέχρι το ανώτερο 25mg, 3-4 φορές ημερησίως.
- Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή: 50-200mg ημερησίως σε 1 έως 2 χορηγήσεις: Εφάπαξ χορήγηση 1 ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί μία χορήγηση το βράδυ πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
Η μέγιστη εφάπαξ δόση σε ενήλικες δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200mg, ενώ η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 300mg.
Παιδιά (από 12 μηνών)
- Για συμπτωματική αντιμετώπιση κνησμού:
- από 12 μηνών έως 6 ετών: 1mg/kg σ.β. ημερησίως, αυξανόμενη αν είναι απαραίτητο μέχρι το ανώτερο 2,5mg/kg σ.β. ημερησίως, σε διηρημένες δόσεις.
- άνω των 6 ετών: 1mg/kg σ.β. ημερησίως, αυξανόμενο αν είναι απαραίτητο μέχρι το ανώτερο 2mg/kg σ.β. ημερησίως, σε διηρημένες δόσεις.
- Ως ηρεμιστικό κατά την προεγχειρητική αγωγή: Εφάπαξ χορήγηση 1mg/kg σ.β. μία ώρα πριν από την επέμβαση. Μπορεί να προηγηθεί χορήγηση 1mg/kg σ.β. τη νύχτα πριν από τη χορήγηση αναισθησίας.
Τροποποιήσεις δοσολογίας
Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται μέσα στα συνιστώμενα όρια δόσεων, ανάλογα με την απάντηση του ασθενούς στην θεραπεία.
- Στους ηλικιωμένους συνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης.
- Σε ασθενείς με δυσλειτουργία του ήπατος συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης κατά 33%.
- Η δοσολογία πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια, λόγω μειωμένης αποβολής του μεταβολίτη σετιριζίνη.
block
Αντενδείξεις
SPC-ATARAX
expand_more
Αντενδείξεις
- Ιστορικό υπερευαισθησίας σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του προϊόντος, στη σετιριζίνη, σε άλλα παράγωγα της πιπεραζίνης, στην αμινοφυλλίνη ή την αιθυλενοδιαμίνη.
- Ασθενείς που πάσχουν από πορφυρία.
- Κύηση, τοκετός και γαλουχία (βλ. Κύηση και γαλουχία).
- Η ενδαρτηριακή και η υποδόρια οδός χορήγησης αντενδείκνυται για το ενέσιμο διάλυμα υδροξυζίνης.
- Δυσανεξία στη φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης - ισομαλτάσης (για το πόσιμο διάλυμα Atarax 10 mg/5 ml).
- Δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης (για τα δισκία Atarax).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ATARAX
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με οργανική βλάβη του εγκεφάλου, αυξημένη πιθανότητα για σπασμούς ή επιληψία.
- Τα παιδιά είναι πιθανότερο να εμφανίσουν ανεπιθύμητες ενέργειες από το ΚΝΣ (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σπασμοί έχουν αναφερθεί συχνότερα σε παιδιά παρά σε ενηλίκους.
- Λόγω αντιχολινεργικών ιδιοτήτων χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα, υπερτροφία του προστάτου, επίσχεση ούρων, μειωμένη κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνος, βαρειά μυασθένεια ή άνοια.
- Απαιτείται τροποποίηση της δόσης σε σύγχρονη χορήγηση με άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ ή αντιχολινεργικά φάρμακα (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Η σύγχρονη κατανάλωση οινοπνεύματος πρέπει να αποφεύγεται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
- Χρειάζεται προσοχή σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν γνωστό προδιαθεσικό παράγοντα για καρδιακή αρρυθμία ή λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία με ένα δυνητικά αρρυθμιογόνο φάρμακο.
- Στους ηλικιωμένους συνιστάται έναρξη της θεραπείας με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, λόγω παρατεταμένης δράσης.
- Σε ασθενείς με δυσλειτουργία του ήπατος ή με μέτρια έως βαριά νεφρική ανεπάρκεια συνιστάται ελάττωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
- Πριν από την ενδομυϊκή χορήγηση του ενέσιμου διαλύματος βεβαιωθείτε ότι η βελόνη της σύριγγας δεν βρίσκεται σε αγγείο.
- Η εκ λάθους υποδόρια χορήγηση του ενέσιμου διαλύματος προκαλεί αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, συμπεριλαμβανομένης της νέκρωσης ιστών, θρομβοφλεβίτιδας. Σε σπάνιες περιπτώσεις τοπική νέκρωση ιστών ή μακράς διαρκείας πόνος έχουν αναφερθεί έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση. Η ενδοφλέβια χορήγηση σχετίζεται επίσης με δυνητικό κίνδυνο τυχαίας ενδαρτηριακής ένεσης, η οποία προκαλεί αρτηριακή θρόμβωση και συνεπακόλουθη νέκρωση ιστών.
- Σε δόση άνω των 6,5 ml του πόσιμου διαλύματος Atarax 10 mg/5ml, σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε σακχαρόζη. Η σακχαρόζη μπορεί να είναι επιβλαβής για τα δόντια.
- Το πόσιμο διάλυμα Atarax 10 mg/5ml περιέχει μικρές ποσότητες (0,1% όγκους) αιθανόλης (αλκοόλης). Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που υποφέρουν από αλκοολισμό, σε εγκύους γυναίκες ή γυναίκες που θηλάζουν, σε παιδιά και σε ομάδες υψηλού κινδύνου όπως ασθενείς με ηπατοπάθειες ή επιληψία.
- Επιβάλλεται η διακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και την πρόκληση βρογχοσπάσμου με μεταχολίνη, για να αποφευχθεί ο επηρεασμός των αποτελεσμάτων αυτών των δοκιμασιών.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ATARAX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η σύγχρονη χορήγηση της υδροξυζίνης με κατασταλτικά του ΚΝΣ και αντιχολινεργικά ενισχύει τη δράση των φαρμάκων αυτών και επιβάλλει την εξατομίκευση και προσαρμογή της δοσολογίας.
Το οινόπνευμα ενισχύει τη δράση της.
Η υδροξυζίνη ανταγωνίζεται τη δράση της βήτα-ιστίνης και των αναστολέων της χολινεστεράσης.
Επιβάλλεται η διακοπή της θεραπείας τουλάχιστον 5 ημέρες πριν από τις διαγνωστικές δοκιμασίες για αλλεργία και την πρόκληση βρογχοσπάσμου με μεταχολίνη, για να αποφευχθεί ο επηρεασμός των αποτελεσμάτων αυτών των δοκιμασιών.
Η χορήγηση του Atarax σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινο-οξειδάσης πρέπει να αποφεύγεται.
Το Atarax εμποδίζει την αύξηση της αρτηριακής πίεσης η οποία προκαλείται από την αδρεναλίνη.
Στους αρουραίους ανταγωνίζεται την αντισπασμωδική δράση της φαινυτοΐνης.
Η σιμετιδίνη σε δόση 600mg x 2ημερησίως αυξάνει τις συγκεντρώσεις της υδροξυζίνης στον ορό του αίματος κατά 36%, ενώ ελαττώνει κατά 20% τις μέγιστες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη σετιριζίνη.
Η υδροξυζίνη είναι αναστολέας του κυττοχρώματος CYP2D6 και μπορεί σε μεγάλες δόσεις να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις με τα υποστρώματα του CYP2D6.
Η υδροξυζίνη σε συγκέντρωση 100μΜ δεν αναστέλλει τις ισομορφές 1Α1 και 1Α6 της UDP-γλυκουρονυλτρανσφεράσης στα μικροσώματα του ανθρώπινου ήπατος. Αναστέλλει όμως τις ισομορφές 2C9, 2C19 και 34Α του κυτοχρώματος Ρ450 σε συγκεντρώσεις (IC 50) από 103 μέχρι 140μM, που αντιστοιχούν σε 46 μέχρι 52μg/ml) που υπερβαίνουν κατά πολύ τα ανώτατα στο πλάσμα. Οι τιμές αυτές υπερβαίνουν κατά πολύ τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Η σετιριζίνη, μεταβολίτης της υδροξυζίνης, σε συγκέντρωση 100μΜ, δεν αναστέλλει το κυτόχρωμα Ρ450 (1Α2, 2Α6, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4) του ανθρώπινου ήπατος ή τις ισομορφές της UDP-γλυκουρονυλστρανσφεράσης. Επομένως είναι απίθανο να επηρεάζει η υδροξυζίνη το μεταβολισμό φαρμάκων, τα οποία αποτελούν υπόστρωμα για αυτά τα ένζυμα.
Επειδή η υδροξυζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ, μπορεί να αναμένεται αύξηση των συγκεντρώσεών της στο αίμα, όταν συγχορηγηθεί με άλλα φάρμακα που είναι γνωστό ότι είναι ισχυροί αναστολείς των ηπατικών ενζύμων. Εντούτοις, όταν αναστέλλεται μία μόνο μεταβολική οδός, αυτή μπορεί να αντισταθμίζεται εν μέρει από την άλλη μεταβολική οδό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ATARAX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονται κυρίως με την κατασταλτική δράση της υδροξυζίνης επί του ΚΝΣ ή την παράδοξη διέγερση του ΚΝΣ, με την αντιχολινεργική δράση ή με αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Έχουν αναφερθεί οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες:
- Καρδιακές διαταραχές
- Ταχυκαρδία
- Οφθαλμικές διαταραχές
- Διαταραχές προσαρμογής
- Θάμβος οράσεως
- Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Δυσκοιλιότης
- Ξηροστομία
- Ναυτία
- Έμετος
- Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Κόπωση
- Κακουχία
- Πυρεξία
- Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Αναφυλακτικό σόκ
- Υπερευαισθησία
- Παρακλινικές εξετάσεις
- Μη φυσιολογικές ηπατικές δοκιμασίες
- Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Σπασμοί
- Ζάλη
- Δυσκινησία
- Κεφαλαλγία
- Αϋπνία
- Καταστολή
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Ψυχιατρικές διαταραχές
- Διέγερση
- Σύγχυση
- Αποπροσανατολισμός
- Παραισθήσεις
- Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Κατακράτηση ούρων
- Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Βρογχόσπασμος
- Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Δερματίτις
- Κνησμός
- Ερυθηματώδες ή κηλιδο-βλατιδώδες εξάνθημα
- Αυξημένη εφίδρωση
- Κνίδωση
- Τοπικό φαρμακευτικό εξάνθημα
- Αγγειακές διαταραχές
- Υπόταση
Σε σπάνιες περιπτώσεις η ενδομυϊκή χορήγηση του ενέσιμου διαλύματος έχει προκαλέσει τοπικό άλγος μακράς διαρκείας.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ATARAX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ATARAX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Η υδροξυζίνη είναι ένας αγχολυτικός παράγοντας. Κωδικός ATC N05BB01 Το δραστικό συστατικό του, η διυδροχλωρική υδροξυζίνη, είναι ένα παράγωγο του διφαινυλμεθανίου, που δεν έχει χημική συγγένεια με τις φαινοθειαζίνες, τη ρεσερπίνη, τη μεπροβαμάτη ή τις βενζοδιαζεπίνες.
Μηχανισμός δράσης
Η υδροχλωρική υδροξυζίνη δεν καταστέλλει τον εγκεφαλικό φλοιό, η δράση της οφείλεται σε καταστολή της δραστηριότητας ορισμένων σημαντικών κέντρων στην υποφλοϊική περιοχή του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Υπάρχουν πειραματικές αποδείξεις και κλινική επιβεβαίωση της αντισταμινικής και βρογχοδιασταλτικής δράσης της υδροξυζίνης. Έχει επίσης αποδειχθεί η αντιεμετική δράση της, τόσο με τη δοκιμασία της απομορφίνης όσο και με το τεστ του veriloid.
Φαρμακολογικές και κλινικές μελέτες δείχνουν ότι η υδροξυζίνη σε θεραπευτική δόση δεν αυξάνει τη γαστρική έκκριση ή την οξύτητα, ενώ στις περισσότερες περιπτώσεις έχει ήπια αντιεκκριτική δραστηριότητα. Έχει αποδειχθεί τόσο σε υγιείς ενηλίκους όσο και σε παιδιά ελάττωση των αντιδράσεων πομφού και ερυθήματος, που προκαλούνται από ενδοδερμική ένεση ισταμίνης ή αντιγόνων. Η υδροξυζίνη έχει επίσης δείξει την αποτελεσματικότητά της στην ανακούφιση από τον κνησμό, που οφείλεται σε διάφορες μορφές κνίδωσης, εκζέματος και δερματίτιδας.
Σε περίπτωση διαταραχής των ηπατικών λειτουργιών, η αντιισταμινική δράση εφάπαξ δόσης υδροξυζίνης μπορεί να παραταθεί μέχρι 96 ώρες από τη λήψη.
Ηλεκτροεγκεφαλικές καταγραφές σε υγιείς εθελοντές τεκμηριώνουν την αγχολυτική-πραϋντική εικόνα της υδροξυζίνης. Η αγχολυτική δράση επιβεβαιώθηκε σε ασθενείς με τη χρήση διάφορων κλασικών ψυχομετρικών δοκιμασιών. Πολλαπλές καταγραφές στο υπνογράφημα ασθενών με άγχος και αϋπνία απέδειξαν αύξηση του ολικού χρόνου ύπνου, ελάττωση του ολικού χρόνου των νυχτερινών αφυπνίσεων και ελάττωση του λανθάνοντος χρόνου επέλευσης του ύπνου, τόσον έπειτα από εφάπαξ δόση όσο και έπειτα από επαναλαμβανόμενες δόσεις 50mg.
Ελάττωση της μυϊκής τάσης διαπιστώθηκε σε αγχώδεις ασθενείς με ημερήσια δόση 3x50mg. Δεν διαπιστώθηκε έκπτωση της μνήμης. Δεν εμφανίστηκαν συμπτώματα και σημεία απόσυρσης σε αγχώδεις ασθενείς έπειτα από θεραπεία 4 εβδομάδων.
Έναρξη δράσης
Η αντισταμινική δράση αρχίζει περίπου έπειτα από 1 ώρα με τις από του στόματος φαρμακοτεχνικές μορφές. Το κατασταλτικό αποτέλεσμα αρχίζει έπειτα από 5-10 λεπτά με τις από του στόματος υγρές μορφές και έπειτα από 30-45 λεπτά με τα δισκία.
Η υδροξυζίνη εμφανίζει επίσης σπασμολυτική και συμπαθολυτική δράση. Εμφανίζει μικρού βαθμού συγγένεια με τους μουσκαρινικούς υποδοχείς και ήπια αναλγητική δραστηριότητα.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ATARAX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχύτατα από το γαστρεντερικό. Το ανώτατο επίπεδο στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται δύο περίπου ώρες μετά τη λήψη από το στόμα. Εφάπαξ δόση από το στόμα 25 και 50mg σε ενηλίκους επιτυγχάνεται Cmax 30 και 70ng/ml, αντιστοίχως. Ο ρυθμός και η έκταση της έκθεσης στην υδροξυζίνη είναι παρόμοια, όταν χορηγείται σε μορφή δισκίου ή πόσιμου διαλύματος. Σε επαναλαμβανόμενη χορήγηση μία φορά την ημέρα οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά 30%. Η βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης σε χορήγηση από το στόμα σε σύγκριση με την ενδομυϊκή χορήγηση είναι περίπου 80%. Έπειτα από εφάπαξ ενδομυϊκή χορήγηση 50mg η Cmax είναι 65ng/ml.
Κατανομή
Η υδροξυζίνη εμφανίζει ευρεία κατανομή στο σώμα και μεγαλύτερες ακόμα γενικά συγκεντρώσεις στους ιστούς από ό,τι στο πλάσμα. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής στους ενηλίκους είναι 7 μέχρι 16Ι/kg. Η υδροξυζίνη εισχωρεί και στο δέρμα έπειτα από χορήγηση από το στόμα, οι δε δερματικές συγκεντρώσεις της είναι ανώτερες εκείνων του πλάσματος, τόσο σε εφάπαξ χορήγηση όσο και σε επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Η υδροξυζίνη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό καθώς και τον πλακούντα, προκαλώντας μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στο κύημα από ό,τι στη μητέρα.
Βιομετατροπή
Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό. Η κύρια μεταβολική οδός παράγει σετιριζίνη, ένα καρβοξυλικό μεταβολίτη (45% της από του στόματος δόσης). Ο μεταβολίτης αυτός διαθέτει σημαντικές περιφερικές Η1 ανταγωνιστικές ιδιότητες. Έχουν ταυτοποιηθεί πολλοί άλλοι μεταβολίτες, μεταξύ των οποίων ένας Ν-dealkylated μεταβολίτης και ένας Ο-dealkylated μεταβολίτης με ημιπερίοδο ζωής στο πλάσμα 59 ώρες.
Αποβολή
Ο χρόνος υποδιπλασιασμού της υδροξυζίνης στους ενηλίκους είναι περίπου 14 ώρες (όρια: 7 μέχρι 20 ώρες). Η φαινομενική ολική κάθαρση, υπολογιζόμενη από τα αποτελέσματα πολλών μελετών, είναι 13ml/min/kg. Μόνο το 0,8% της δόσης αποβάλλεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο μείζων μεταβολίτης σετιριζίνη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητος στα ούρα (25% και 16% της δόσης της υδροξυζίνης από το στόμα ή ενδομυϊκώς, αντιστοίχως).
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι ασθενείς Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε 9 υγιείς ηλικιωμένους (69,5 ± 3,7 έτη) έπειτα από εφάπαξ δόση 0,7mg/kg από το στόμα. Η ημιπερίοδος αποβολής της υδροξυζίνης παρατάθηκε σε 29 ώρες και ο όγκος κατανομής αυξήθηκε σε 22,5Ι/kg. Επομένως συνιστάται η ελάττωση της ημερήσιας δόσης της υδροξυζίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Δοσολογία).
- Παιδιά Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης εκτιμήθηκε σε 12 παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6,1 ± 4,6 ετών, με σωματικό βάρος 22,0 ± 12,0kg, έπειτα από εφάπαξ δόση 0,7mg/kg από το στόμα. Η φαινομενική πλασματική κάθαρση ήταν περίπου 2,5 φορές μεγαλύτερη από εκείνη των ενηλίκων. Η ημιπερίοδος ζωής είναι βραχύτερη από ό,τι στους ενηλίκους: περίπου 4 ώρες σε ασθενείς 1 έτους και περίπου 11 ώρες σε ασθενείς 14 ετών. Γι’ αυτό επιβάλλεται ανάλογη προσαρμογή της δοσολογίας στον παιδιατρικό πληθυσμό (βλ. Δοσολογία).
- Ηπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δευτεροπαθώς λόγω πρωτοπαθούς χολικής κίρρωσης, η ολική κάθαρση υδροξυζίνης ήταν περίπου 66% εκείνης των υγιών ατόμων. Η ημιπερίοδος ζωής ήταν αυξημένη σε 37 ώρες και τα επίπεδα του καρβοξυλικού μεταβολίτη σετιριζίνη στον ορό του αίματος ήταν υψηλότερα από εκείνα υγιών ασθενών, με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η ημερήσια δόση ή η συχνότητα λήψης της υδροξυζίνης πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
- Νεφρική ανεπάρκεια Η φαρμακοκινητική της υδροξυζίνης μελετήθηκε σε 8 ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης 24 ± 7ml/min). Η έκταση της έκθεσης (AUC) στην υδροξυζίνη δεν εμφάνισε ουσιώδη μεταβολή, ενώ εκείνη στον καρβοξυλικό μεταβολίτη σετιριζίνη αυξήθηκε. Η αιμοκάθαρση δεν απομακρύνει επαρκώς αυτόν τον μεταβολίτη. Για την αποφυγή σημαντικής συσσώρευσης του μεταβολίτη σετιριζίνη έπειτα από χορήγηση πολλαπλών δόσεων υδροξυζίνης, η ημερήσια δόση της υδροξυζίνης επιβάλλεται να ελαττώνεται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
ΕΟΦ · 3.5
Αντιισταμινικά
expand_more
Αντιισταμινικά
Tα αντιισταμινικά ανταγωνίζονται, σε άλλοτε άλλο βαθμό, τις περισσότερες από τις δράσεις της ισταμίνης καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς της. Oι τελευταίοι διακρίνονται σε H1, H2 και H3. Oι H2 σχετίζονται στενά με την γαστρική έκκριση (βλ. 1.1). Oι H3 ευρίσκονται στον εγκέφαλο. Έτσι με τον όρο “αντιισταμινικά φάρμακα” νοούνται στην πράξη οι ανταγωνιστές των H1 υποδοχέων.
Aπό άποψη χημικής δομής διακρίνονται σε αιθανολαμίνες, αιθυλενοδιαμίνες, αλκυλαμίνες, πιπεραζίνες, πιπεριδίνες και φαινοθειαζίνες. Mερικά δεν υπάγονται σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες (βλ. Πίνακα 3.2).
t3.2.jpg:
Eκτός της αντιισταμινικής έχουν και άλλες φαρμακολογικές δράσεις, όπως αντιχολινεργική, αντιεμετική, αντισεροτονινική, αδρενεργική ή αντιαδρενεργική, καθώς και τοπική αναισθητική, που είναι ανεξάρτητες της αντιισταμινικής. Oι σημαντικότερες από αυτές φαίνονται στον Πίνακα 3.2. Oι δράσεις αυτές (πλην της αντιεμετικής και ενδεχομένως της αντισεροτονινικής) δεν έχουν ευνοϊκή κλινική σημασία και θα πρέπει να θεωρούνται ως ανεπιθύμητες ενέργειες. Tα νεώτερα αντιισταμινικά λοραταδίνη, σετιριζίνη και μιζολαστίνη ουσιαστικώς στερούνται κατασταλτικής επί του KNΣ δράσης λόγω της πιό εκλεκτικής δράσης τους στους Η1 υποδοχείς.
H χρήση των αντιισταμινικών προορίζεται για την ανακούφιση αλλεργικών εκδηλώσεων που οφείλονται στην έκλυση ισταμίνης και όχι άλλων μεσολαβητών (π.χ. ακετυλχολίνης, βραδυκινίνης κλπ.). Σαφής απόδειξη ότι ένα αντιισταμινικό υπερέχει σε δραστικότητα ενός άλλου δεν υπάρχει γιατί η αποτελεσματικότητά τους ποικίλλει ευρέως από ατόμου σε άτομο εξαρτώμενη από πολλούς παράγοντες. Διαφοροποιείται όμως η πιθανότητα πρόκλησης ανεπιθύμητων ενεργειών ανάλογα με την εκλεκτικότητα δράσης τους στους Η1 υποδοχείς.
Tα αντιισταμινικά είναι περισσότερο αποτελεσματικά όταν χορηγούνται για την πρόληψη παρά για τη θεραπεία των αλλεργικών εκδηλώσεων. Aπό τις τελευταίες αυτές οι ήπιες και πρόσφατης εμφάνισης ανταποκρίνονται καλύτερα, ενώ σημαντικές διαφορές παρατηρούνται ανάλογα με το είδος τους, το πάσχον όργανο, την ηλικία του ατόμου, το δοσολογικό σχήμα και τη διάρκεια χορήγησης του φαρμάκου.
Προληπτική χορήγηση αντιισταμινικών σε μεταγγίσεις αίματος ή πλάσματος δεν πρέπει να θεωρείται συνήθης πρακτική. Xρήση δικαιολογείται μόνο σε βάσιμη υποψία εμφάνισης αλλεργικών αντιδράσεων.
Σε τυχόν εμφάνιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας από ένα αντιισταμινικό φάρμακο συνιστάται η αντικατάστασή του με άλλο άλλης ομάδας.
Xρήση αντιισταμινικών για αύξηση της όρεξης δεν συνιστάται.
ΕΟΦ · 3.5.5
Πιπεριδίνες
expand_more
Πιπεριδίνες
ΕΟΦ · 4.1.1.2
Υπνωτικά
expand_more
Υπνωτικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η υδροξυζίνη αναστέλλει τη δράση της ισταμίνης για την ανακούφιση αλλεργικών συμπτωμάτων όπως ο κνησμός. Η δράση σε μη-στοχευόμενους υποδοχείς (off-targets) επιτρέπει επίσης τη χρήση της ως ηρεμιστικό, αγχολυτικό και αντιεμετικό σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις. Η υδροξυζίνη έχει σχετικά ταχεία δράση, με έναρξη που κυμαίνεται μεταξύ 15 και 60 λεπτών και διάρκεια δράσης 4-6 ώρες.
Η υδροξυζίνη μπορεί να ενισχύσει τις επιδράσεις των κεντρικών κατασταλτικών ουσιών (CNS depressants) μετά από γενική αναισθησία - οι ασθενείς που λαμβάνουν υδροξυζίνη θα πρέπει να λαμβάνουν μειωμένες δόσεις οποιωνδήποτε κεντρικών κατασταλτικών ουσιών.
Αναφέρεται ότι η υδροξυζίνη παρατείνει το διάστημα QT/QTc, βάσει αναφορών μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου για σπάνιες περιπτώσεις Torsade de Pointes, καρδιακής ανακοπής και αιφνίδιου θανάτου, και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο παράτασης του QTc.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο H1 υποδοχέας της ισταμίνης είναι υπεύθυνος για τη διαμεσολάβηση αντιδράσεων υπερευαισθησίας και αλλεργιών. Η έκθεση σε ένα αλλεργιογόνο οδηγεί σε αποκοκκίωση των μαστοκυττάρων και των βασιόφιλων, τα οποία στη συνέχεια απελευθερώνουν ισταμίνη και άλλους φλεγμονώδεις μεσολαβητές. Η ισταμίνη συνδέεται και ενεργοποιεί τους H1 υποδοχείς, οδηγώντας σε περαιτέρω απελευθέρωση προ-φλεγμονωδών κυτοκινών, όπως οι ιντερλευκίνες, από τα βασιόφιλα και τα μαστοκύτταρα. Αυτές οι μεταγενέστερες επιδράσεις της σύνδεσης της ισταμίνης είναι υπεύθυνες για μια ευρεία ποικιλία αλλεργικών συμπτωμάτων, όπως κνησμός, ρινόρροια και υγρά μάτια.
Η υδροξυζίνη είναι ένας ισχυρός αντίστροφος αγωνιστής των H1 υποδοχέων της ισταμίνης - οι αντίστροφοι αγωνιστές είναι παράγοντες που θεωρούνται ότι έχουν “αρνητική αποτελεσματικότητα”, οπότε αντί απλώς να μπλοκάρουν τη δράση σε έναν υποδοχέα, την μειώνουν ενεργά. Η αντίστροφη αγωνιστική δράση σε αυτούς τους υποδοχείς είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματικότητα της υδροξυζίνης στη θεραπεία οιδήματος, ερυθρότητας και κνησμού που οφείλονται σε ισταμίνη. Η υδροξυζίνη δεν είναι κατασταλτικό του φλοιού, οπότε οι ηρεμιστικές της ιδιότητες πιθανότατα οφείλονται στο υποφλοιώδες επίπεδο του ΚΝΣ. Αυτές οι ηρεμιστικές ιδιότητες επιτρέπουν τη δράση της ως αγχολυτικό. Η αντιεμετική αποτελεσματικότητα είναι πιθανότατα δευτερεύουσα της δράσης σε μη-στοχευόμενους υποδοχείς.
Η υδροξυζίνη δεν φαίνεται να αυξάνει τις γαστρικές εκκρίσεις ή την οξύτητα, και συνήθως έχει ήπιες αντιεκκριτικές επιδράσεις. Η αντισπασμωδική δράση της υδροξυζίνης μεσολαβείται προφανώς μέσω παρεμβολής στον μηχανισμό που ανταποκρίνεται σε σπασμογόνα όπως η ακετυλοχολίνη, η ισταμίνη και η σεροτονίνη.
Η υδροξυζίνη έχει κατασταλτική δράση στο ΚΝΣ, αντιχολινεργική, αντισπασμωδική και τοπική αναισθητική δράση, εκτός από τις αντιισταμινικές επιδράσεις. Το φάρμακο έχει επίσης ηρεμιστική και αντιεμετική δράση. Πιστεύεται ότι οι ηρεμιστικές και ηρεμιστικές επιδράσεις της υδροξυζίνης οφείλονται κυρίως στην καταστολή της δραστηριότητας στα υποφλοιώδη επίπεδα του ΚΝΣ. Το φάρμακο δεν έχει κατασταλτική δράση στον φλοιό. Ο ακριβής μηχανισμός της αντιεμετικής δράσης και της δράσης κατά της ναυτίας από κίνηση της υδροξυζίνης δεν είναι σαφής, αλλά φαίνεται να οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις κεντρικές αντιχολινεργικές και κατασταλτικές του ΚΝΣ ιδιότητές της.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις του φαρμάκου υδροξυζίνη στις δραστηριότητες των μονοαμινοξειδασών (MAO) του ήπατος αρουραίου (EC 1.4.3.6) και των συνδεδεμένων με τη μεμβράνη και διαλυτών μορφών της αμινοξειδάσης ευαίσθητης σε σεμικάρβαζίδη (EC 1.4.3.6; SSAO) βοοειδών. Η υδροξυζίνη βρέθηκε να είναι ανταγωνιστικός αναστολέας της MAO-B (Ki - 38 μM), ενώ είχε χαμηλή ισχύ έναντι της MAO-A (IC50 > 630 μM). Παρόλο που ήταν ένας σχετικά ισχυρός ανταγωνιστικός αναστολέας της SSAO πλάσματος βοοειδών (Ki περίπου 1.5 μM), ήταν ασθενής αναστολέας της μεμβρανικής μορφής του ενζύμου από πνεύμονα βοοειδών (IC50 περίπου 1 mM). Αυτά τα ευρήματα διευρύνουν τη γνώση μας για τις δυνατότητες σύνδεσης του φαρμάκου με τις αμινοξειδάσες και υποδηλώνουν ότι αυτές οι αλληλεπιδράσεις ενδέχεται να συμβάλλουν στις πολύπλοκες δράσεις αυτού του φαρμάκου.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της υδροξυζίνης δεν έχει προσδιοριστεί, καθώς οι ενδοφλέβιες μορφές δεν είναι διαθέσιμες λόγω κινδύνου αιμόλυσης.
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα μετά από από του στόματος χορήγηση, φτάνοντας στη μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Tmax) περίπου 2 ώρες μετά τη χορήγηση.
Περίπου το 70% του ενεργού μεταβολίτη της υδροξυζίνης, της σετιριζίνης, απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Ο ακριβής βαθμός νεφρικής και κοπρανώδους απέκκρισης σε ανθρώπους δεν έχει προσδιοριστεί.
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι 16.0 ± 3.0 L/kg. Βρίσκονται υψηλότερες συγκεντρώσεις στο δέρμα παρά στο πλάσμα.
Η κάθαρση της υδροξυζίνης έχει αναφερθεί ότι είναι 31.1 ± 11.1 mL/min/kg σε παιδιά και 9.8 ± 3.3 mL/min/kg σε ενήλικες.
Δεν είναι γνωστό εάν η υδροξυζίνη διαπερνά τον πλακούντα ή κατανέμεται στο γάλα.
Η κατανομή της υδροξυζίνης σε ανθρώπινους ιστούς και σωματικά υγρά δεν έχει χαρακτηριστεί πλήρως. Μετά τη χορήγηση υδροξυζίνης σε ζώα, το φάρμακο κατανέμεται ευρέως στους περισσότερους ιστούς και υγρά του σώματος με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ, τους πνεύμονες, τη σπλήνα, τα νεφρά και τον λιπώδη ιστό. Το φάρμακο επίσης κατανέμεται στη χολή σε ζώα.
Η υδροξυζίνη απορροφάται ταχέως από το ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση.
Μελετήθηκε η κατανομή σε εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) 4 δομικά παρόμοιων αντιισταμινικών, χλωρκυκλιζίνης υδροχλωρίδιο, χλωρφεναμίνης μαλεϊκή, υδροξυζίνης υδροχλωρίδιο (υδροξυζίνης διυδροχλωρίδιο), και τριπρολιδίνης υδροχλωρίδιο, σε αρουραίους Sprague-Dawley μετά από χορήγηση δια-ρινικών διαλυμάτων ή ενδοαρτηριακών εγχύσεων διαλυμάτων καθενός από τα αντιισταμινικά. Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα και το ΕΝΥ. Δόσεις 15.4, 13.3, 8.7, και 16.5 μmol/kg χλωρκυκλιζίνης, χλωρφεναμίνης, υδροξυζίνης, και τριπρολιδίνης, αντίστοιχα, χορηγήθηκαν. Οι συγκεντρώσεις υδροξυζίνης στο πλάσμα και το ΕΝΥ ήταν σημαντικά υψηλότερες από τα περισσότερα άλλα αντιισταμινικά. Επίσης, η υδροξυζίνη έδειξε την ταχύτερη απορρόφηση στο πλάσμα μετά από δια-ρινική χορήγηση, και οι τιμές Cmax του ΕΝΥ ήταν σημαντικά υψηλότερες μετά από δια-ρινική χορήγηση σε σύγκριση με την ενδοαρτηριακή χορήγηση. Οι λόγοι των τιμών AUC (0-180 λεπτά) για δια-ρινική:ενδοαρτηριακή χορήγηση στο ΕΝΥ και στο πλάσμα για την υδροξυζίνη ήταν 4 και 0.42, και για την τριπρολιδίνη, το μόνο άλλο αντιισταμινικό με μετρήσιμες συγκεντρώσεις στο ΕΝΥ, ήταν 0.54 και 0.66, αντίστοιχα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η υδροξυζίνη έχει αποδειχθεί in vitro ότι συνδέεται με την ανθρώπινη αλβουμίνη, αλλά ο βαθμός σύνδεσης με πρωτεΐνες στο πλάσμα δεν έχει αξιολογηθεί.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η υδροξυζίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ από τα ένζυμα CYP3A4 και CYP3A5. Ενώ η ακριβής μεταβολική πορεία της υδροξυζίνης είναι ασαφής, ο κύριος και ενεργός μεταβολίτης της (~45 έως 60% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης), που παράγεται από την οξείδωση της αλκοολικής της ομάδας σε καρβοξυλικό οξύ, είναι το αντιισταμινικό δεύτερης γενιάς [σετιριζίνη]. Η υδροξυζίνη πιθανότατα διασπάται σε διάφορους άλλους μεταβολίτες, αν και οι συγκεκριμένες δομές και οι οδοί δεν έχουν διευκρινιστεί σε ανθρώπους.
Μελετήθηκαν φαρμακοκινητικές παράμετροι της υδροξυζίνης και του ενεργού μεταβολίτη της σετιριζίνης μετά από από του στόματος και ενδοφλέβια χορήγηση 2 mg/kg υδροξυζίνης σε έξι υγιείς σκύλους. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα προσδιορίστηκαν με χρωματογραφία υγρών υψηλής απόδοσης. Φαρμακοδυναμικές μελέτες αξιολόγησαν την κατασταλτική επίδραση στον σχηματισμό φλυκταινών του δέρματος που προκαλείται από ισταμίνη και IgE κατά σκύλου. Προσδιορίστηκαν φαρμακοκινητικές και φαρμακοδυναμικές συσχετίσεις με υπολογιστική μοντελοποίηση. Η μέση συστημική διαθεσιμότητα της από του στόματος υδροξυζίνης ήταν 72%. Η υδροξυζίνη μετατράπηκε ταχέως σε σετιριζίνη ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης. Η μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη ήταν οκτώ και δέκα φορές υψηλότερη για τη σετιριζίνη από την υδροξυζίνη μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση, αντίστοιχα. Μετά από από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης, η μέση μέγιστη συγκέντρωση της σετιριζίνης ήταν περίπου 2.2 μg/mL και της υδροξυζίνης 0.16 μg/mL. Ο τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής για τη σετιριζίνη κυμάνθηκε μεταξύ 10 και 11 ωρών μετά από ενδοφλέβια και από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης. Προσαρμόστηκε μια σιγμοειδής σχέση στα δεδομένα που συνέκριναν τη συγκέντρωση σετιριζίνης στο πλάσμα με την καταστολή φλυκταινών. Η μέγιστη αναστολή (82% και 69% για τις δερματικές αντιδράσεις που προκαλούνται από ισταμίνη και IgE κατά σκύλου, αντίστοιχα) παρατηρήθηκε κατά τις πρώτες 8 ώρες, η οποία συσχετίστηκε με συγκέντρωση σετιριζίνης στο πλάσμα μεγαλύτερη από 1.5 μg/mL. Η φαρμακοδυναμική μοντελοποίηση υπέδειξε ότι η αύξηση είτε των δόσεων υδροξυζίνης είτε των συχνοτήτων χορήγησης δεν θα οδηγούσε σε αναστολή ισταμίνης ανώτερη από αυτήν που επιτεύχθηκε με υδροξυζίνη δύο φορές την ημέρα σε δόση 2 mg/kg. Συμπερασματικά, υπήρξε ταχεία μετατροπή της υδροξυζίνης σε σετιριζίνη. Η μείωση του σχηματισμού φλυκταινών φάνηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου να οφείλεται στη σετιριζίνη. Η φαρμακοδυναμική μοντελοποίηση προέβλεψε ότι η μέγιστη αντιισταμινική δράση θα επιτυγχανόταν με από του στόματος χορήγηση υδροξυζίνης δύο φορές την ημέρα σε δόση 2 mg/kg.
Αν και η ακριβής μεταβολική πορεία της υδροξυζίνης δεν έχει αποσαφηνιστεί πλήρως, φαίνεται ότι το φάρμακο μεταβολίζεται πλήρως, κυρίως στο ήπαρ. Σε ζώα, η υδροξυζίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στα κόπρανα μέσω χολικής απέκκρισης. Ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ της υδροξυζίνης, η σετιριζίνη, είναι ένα μακράς δράσης αντιισταμινικό.
Ήπαρ Χρόνος ημίσειας ζωής: 20 έως 25 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της υδροξυζίνης αναφέρεται σε 14-25 ώρες, και φαίνεται να είναι, κατά μέσο όρο, μικρότερος σε παιδιά (~7.1 ώρες) παρά σε ενήλικες (~20 ώρες). Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται στους ηλικιωμένους, με μέσο όρο περίπου 29 ώρες, και πιθανότατα θα παραταθεί ομοίως σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Η υδροξυζίνη, ένας ισχυρός ανταγωνιστής H1-υποδοχέων που χρησιμοποιείται συχνά για την ανακούφιση του κνησμού σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, μελετήθηκε σε οκτώ ασθενείς, μέσης ηλικίας 53.4 ± 11.2 έτη, με πρωτοπαθή χολική κιρρόζη. Οι ασθενείς έλαβαν μία εφάπαξ δόση υδροξυζίνης, 0.7 mg/kg (μέση δόση 43.9 ± 6.6 mg). Πριν τη δόση, στη συνέχεια ωριαίως για 6 ώρες, ανά 2 ώρες από 6-12 ώρες, στις 24 ώρες, και ανά 24 ώρες για 6 ημέρες, μετρήθηκαν ο υδροξυζίνη και η σετιριζίνη στον ορό και έγινε ενδοδερμική ένεση 0.01 mL διαλύματος φωσφορικής ισταμίνης 0.1 mg/mL. … Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής υδροξυζίνης στον ορό ήταν 36.6 ± 13.1 ώρες, και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σετιριζίνης στον ορό ήταν 25.0 ± 8.2 ώρες.
… Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και οι αντι-κνησμώδεις επιδράσεις της υδροξυζίνης υδροχλωρίδιο σε 12 παιδιά, μέσης ηλικίας 6.1 ± 4.6 ετών, με σοβαρή ατοπική δερματίτιδα. Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος χορηγούμενη δόση 0.7 mg/kg του φαρμάκου, … . Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 7.1 ± 2.3 ώρες, … .
… Μελετήθηκαν οι αλλαγές στις τιμές του χρόνου ημίσειας ζωής στον ορό και στους ρυθμούς κάθαρσης σε σκύλους που τους χορηγήθηκε υδροξυζίνη, 0.7 mg/kg, ενδομυϊκά, καθημερινά, για 150 ημέρες. Πραγματοποιήθηκαν φαρμακοκινητικές μελέτες την πρώτη ημέρα χορήγησης του φαρμάκου, και τις ημέρες 30, 60, 90, 120, και 150. Η μέση τιμή του χρόνου ημίσειας ζωής στον ορό την 30η, 60η, και 120η ημέρα ήταν σημαντικά μεγαλύτερη (p < 0.05) από αυτήν των 2.4 ± 0.3 ωρών που λήφθηκε την 1η ημέρα. …
… Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές και η καταστολή των επαγόμενων από ισταμίνη φλυκταινών, ερυθροτήτων και κνησμού στο δέρμα μετά από χορήγηση του ανταγωνιστή H1 ισταμίνης υδροξυζίνη σε επτά υγιείς ενήλικες. Μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση υδροξυζίνης, 0.7 mg/kg (μέση δόση 39.0 ± 5.4 mg), … Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής που υπολογίστηκε από το τερματικό γραμμικό τμήμα της καμπύλης συγκέντρωσης υδροξυζίνης στον ορό έναντι του χρόνου ήταν 20.0 ± 4.1 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στις άμεσες υπερευαισθησίες. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας από κίνηση, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
30S50YM8OG
ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιισταμινικό
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης
Η υδροξυζίνη είναι Αντιισταμινικό. Ο μηχανισμός δράσης της υδροξυζίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης.
ΥΔΡΟΞΥΖΙΝΗ
Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης [MoA]; Αντιισταμινικό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν από τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που δεσμεύονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Περιλαμβάνονται εδώ τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στις άμεσες υπερευαισθησίες. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μυς, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας από κίνηση, της εποχικής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού των H1 υποδοχέων του κεντρικού νευρικού συστήματος δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.