Αντιβιοτικά

ATC CODE C03CA01

FUROSEMIDE

Φουροσεμίδη

Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η …

Chemical structure of FUROSEMIDE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες. Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό οίδημα. Επίσης οιδήματα που δεν ανταποκρίνονται σε ηπιότερα διουρητικά. Χορηγούνται συνήθως διαλειπόντως. Η διούρηση που προκαλούν είναι συνάρτηση της δόσης τους. Σε νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να απαιτηθούν δόσεις ως και 10πλάσιες από τις συνηθισμένες. Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες των διουρητικών της αγκύλης είναι όμοιες με των θειαζιδικών: αφυδάτωση, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, ουραιμία, υπερουριχαιμία, υπεργλυκαιμία. Είναι δυνατόν να προκαλέσουν επίσχεση ούρων σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτου. Τούτο είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί όταν χορηγούνται λιγότερο δραστικά διουρητικά.

Κύρια Ένδειξη

For the treatment of edema associated with congestive heart failure, cirrhosis of the liver, and renal disease, including the nephrotic syndrome. Also for the treatment of hypertension alone or in combination with other antihypertensive agents.

Χρόνος Ημιζωής

2h

2 hours

Σύνδεση Πρωτεϊνών

95% bound to plasma proteins

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Furosemide, a loop diuretic, inhibits water reabsorption in the nephron by blocking the sodium-potassium-chloride cotransporter (NKCC2) in the thick …

Οδός Αποβολής

Furosemide is excreted in urine. Significantly more furosemide is excreted in urine following the I.V. injection than after the tablet or oral …

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

1 κεφάλαια
2.2.2 EOΦ therapeutic chapter

Διουρητικά της αγκύλης

Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί...

+
Περιγραφή
Ισχυρά διουρητικά που εμποδίζουν την επαναρρόφηση χλωριούχου νατρίου και ύδατος στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle. Δρουν ταχέως (σε μια ώρα περίπου από το στόμα, και μισή ώρα ενδοφλεβίως) και η δράση τους διαρκεί περί τις 6 ώρες. Κυριότερη ένδειξη είναι το οξύ πνευμονικό οίδημα. Επίσης οιδήματα που δεν ανταποκρίνονται σε ηπιότερα διουρητικά. Χορηγούνται συνήθως διαλειπόντως. Η διούρηση που προκαλούν είναι συνάρτηση της δόσης τους. Σε νεφρική ανεπάρκεια ενδέχεται να απαιτηθούν δόσεις ως και 10πλάσιες από τις συνηθισμένες. Οι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες των διουρητικών της αγκύλης είναι όμοιες με των θειαζιδικών: αφυδάτωση, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, ουραιμία, υπερουριχαιμία, υπεργλυκαιμία. Είναι δυνατόν να προκαλέσουν επίσχεση ούρων σε ασθενείς με υπερτροφία προστάτου. Τούτο είναι λιγότερο πιθανό να συμβεί όταν χορηγούνται λιγότερο δραστικά διουρητικά.
Ενδείξεις
Οξύ πνευμονικό οίδημα, οιδήματα καρδιακής ανεπάρκειας ή νεφρωσικού συνδρόμου, υπέρταση, κίρρωση με ασκίτη. Υπερασβεστιαιμία, σε συνδυασμό με ισότονα χλωριονατριούχα διαλύματα. Οίδημα ή ολιγουρία σε ορισμένες περιπτώσεις οξείας ή χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας.
Αντενδείξεις
Γνωστή υπερευαισθησία στο φάρμακο και γενικά τις θειαζίδες και σουλφονυλουρίες, ανουρία, δυσρύθμιστος σακχαρώδης διαβήτης, ουρική αρθρίτιδα, κύηση (ιδίως 1ο τρίμηνο), γαλουχία. Προκωματώδης κατάσταση από ηπατική εγκεφαλοπάθεια. Πορφυρία. Βαριάς μορφής υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία. Υποογκαιμία, αφυδάτωση.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Υποκαλιαιμία, υποχλωραιμική αλκάλωση, υπονατριαιμία, υπασβεστιαιμία και λιγότερο συχνά ναυτία και γαστρεντερικές διαταραχές. Αυξάνει τα επίπεδα στο αίμα του σακχάρου, λιπιδίων, ουρίας και ουρικού οξέος. Χορήγηση μεγάλων δόσεων μπορεί να προκαλέσει μείωση του όγκου του πλάσματος και υπόταση. Έχουν περιγραφεί κνίδωση, πολύμορφο ερύθημα, φωτοευαισθησία, αναιμία, ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοπενία, διάμεση νεφρίτιδα και οξεία παγκρεατίτιδα. Ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση μεγάλων δόσεων μπορεί να προκαλέσει παροδική κώφωση, που σπάνια εμφανίζεται με μικρές δόσεις ή κατά την από του στόματος χορήγηση. Μόνιμη κώφωση παρατηρείται ακόμη σπανιότερα.
Αλληλεπιδράσεις
Με καρβενοξολόνη, ακεταζολαμίδη, ινδαπαμίδη, κορτικοστεροειδή και ACTH αυξάνει ο κίνδυνος της υποκαλιαιμίας, με αμινογλυκοσίδες ο κίνδυνος της νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας, με κεφαλοσπορίνες της νεφροτοξικότητας, με διαζοξείδη της υπεργλυκαιμίας, με καρδιακούς γλυκοσίδες, δισοπυραμίδη και κινιδίνη ο κίνδυνος ανεπιθυμήτων ενεργειών. Τα αντιεπιληπτικά και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη μειώνουν τη νατριουρητική της δράση. Αυξάνει τα επίπεδα του λιθίου στο αίμα και ενισχύει τη δράση της σουκκινυλοχολίνης και τουβοκουραρίνης. Μειώνει τη δράση των από του στόματος αντιπηκτικών. Λόγω της υποκαλιαιμίας ανταγωνίζεται τη δράση της λιδοκαΐνης, μεξιλετίνης και τοκαϊνίδης.
Προσοχή στη χορήγηση
Επιβάλλεται τακτικός προσδιορισμός των ηλεκτρολυτών του ορού. Να χορηγείται μαζί με καλιοσυντηρητικά διουρητικά (ή σκευάσματα καλίου) σε ασθενείς που λαμβάνουν καρδιακούς γλυκοσίδες ή πάσχουν από κίρρωση. Ευαισθησία στις σουλφοναμίδες. Επί νεφρικής βλάβης η επιδείνωση της ουραιμίας ή της ολιγουρίας επιβάλλει τη διακοπή χορήγησής της. Ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος μπορεί να ενεργοποιηθεί ή να παρουσιάσει έξαρση. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται κατά τη χορήγησή της σε ηλικιωμένα άτομα, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, οπότε μπορεί να προκληθεί έντονη αφυδάτωση, υπόταση και κυκλοφορική κατέρειψη. Σε κύηση να χορηγείται μετά το 1ο τρίμηνο μόνον εάν είναι απολύτως απαραίτητη. Στη γαλουχία θα πρέπει να διακόπτεται.
Δοσολογία
Από το στόμα: Οιδήματα: Αρχικώς 20-80 mg κάθε πρωί. Η δόση αυξάνεται σταδιακά ανάλογα με την ανταπόκριση. Μέγιστη συνιστώμενη δόση 500 mg την ημέρα. Υπέρταση: 40 mg δύο φορές την ημέρα. Παιδιά: Αρχικώς 2 mg/kg/24ωρο εφάπαξ και σε ανάγκη σταδιακή αύξηση μέχρι 6 mg/kg/24ωρο. Ενδοφλεβίως: Οξύ πνευμονικό οίδημα 40 mg που μπορεί να επαναληφθούν μετά 60-90 λεπτά. Σε οίδημα όταν η χορήγηση από του στόματος δεν είναι δυνατή: 20-40 mg ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς. Αύξηση κατά 20 mg ανά 2 ώρες. Παιδιά <15 ετών μόνο για επικίνδυνες για τη ζωή περιπτώσεις: 1 mg/kg επαναλαμβανόμενο μετά 2 ώρες. Σε οξεία νεφρική ανεπάρκεια η συνολική δόση μπορεί να φθάσει τα 500 mg/24ωρο ανάλογα με την επιτυγχανόμενη διούρηση. Η ενδοφλέβια έγχυση μεγάλων δόσεων να γίνεται με ρυθμό μέχρι 4 mg/min.
Φαρμακευτικά προϊόντα
HYDROFLUX/Uni-Pharma: tab 40mg x 12 LASIX/Aventis: tab 40mg x 12- inj.sol 20mg /2ml-amp x 5 * ή Φρουσεμίδη (Frusemide) 2.2.3 Προστατευτικά της απώλειας καλίου Περιλαμβάνονται η αμιλορίδη και η τριαμτερένη (η τελευταία δεν κυκλοφορεί). Πρόκειται για φάρμακα με ασθενή διουρητική και αντιυπερτασική δράση. Χαρακτηρίζονται από κατακράτηση καλίου. Χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά σε συνδυασμούς με άλλα διουρητικά κυρίως θειαζίδες. Σκοπός του συνδυασμού είναι η προστασία από την απώλεια καλίου που προκαλούν τα άλλα διουρητικά και η ενίσχυση της διουρητικής τους δράσης. Η χορήγηση των δύο διουρητικών είναι προτιμότερο να γίνεται χωριστά. Εντούτοις, οι σταθεροί συνδυασμοί παρουσιάζουν το πλεονέκτημα της καλύτερης συμμόρφωσης του ασθενή, ιδιαιτέρως σε ανάγκη μακροχρόνιας χορήγησης. Σημειώνεται ότι η χρήση των σταθερών συνδυασμών δεν αίρει την ανάγκη για τακτικούς προσδιορισμούς των ηλεκτρολυτών του ορού.

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν FUROSEMIDE.

Φόρτωση σκευασμάτων...