Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L02BA03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

FULVESTRANT

Φουλβεστράντη

Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό …

Chemical structure of FULVESTRANT

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Ένδειξη Για τη θεραπεία του ορμονοευαίσθητου μεταστατικού καρκίνου του μαστού σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με επιδείνωση της νόσου μετά από θεραπεία με αντι-οιστρογόνα.
medication
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδομυϊκή ένεση
Χορήγηση:
Μηνιαία, με πρόσθετη δόση δύο εβδομάδες μετά την αρχική
Δόση έναρξης:
500 mg
  • Ενήλικες γυναίκες (συμπεριλαμβανομένων των Ηλικιωμένων)
    Δόση500 mg
    Σε διαστήματα ενός μηνός, με μια πρόσθετη δόση των 500 mg χορηγούμενη δύο εβδομάδες μετά την αρχική δόση. Όταν χρησιμοποιείται με παλμποσικλίμπη, προ/περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με αγωνιστές LHRH.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 ml/min)
    Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
    Συνιστάται προσοχή. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί.
  • Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν προτείνονται προσαρμογές της δόσης. Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν υπάρχουν δεδομένα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (έως 18 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση σχετικά με τη δοσολογία.
block
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Κύηση και γαλουχία
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
warning
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Το Fulvestrant/Innovis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/min)
    Το Fulvestrant/Innovis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Αιμορραγική διάθεση, Θρομβοπενία ή Αντιθρομβωτική αγωγή
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς με αιμορραγική διάθεση, θρομβοπενία ή που λαμβάνουν αντιθρομβωτική αγωγή
    Το Fulvestrant/Innovis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή λόγω της ενδομυϊκής οδού χορήγησης.
  • Θρομβοεμβολικά επεισόδια
    προσοχή
    Πληθυσμόςασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων
    Να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος κατά τη συνταγογράφηση.
  • Συμβάματα που σχετίζονται με τη θέση ένεσης (ισχιαλγία, νευραλγία, νευροπαθητικός πόνος, περιφερική νευροπάθεια)
    προσοχή
    Πληθυσμόςγενικός πληθυσμός, ειδικά όταν η ένεση γίνεται στην οπίσθια γλουτιαία θέση
    Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε περίπτωση που το Fulvestrant/Innovis ενίεται σε οπίσθια γλουτιαία θέση λόγω της εγγύτητας του υποκείμενου ισχιακού νεύρου.
  • Οστεοπόρωση
    Υπάρχει ενδεχόμενος κίνδυνος οστεοπόρωσης λόγω του μηχανισμού δράσης της φουλβεστράντης.
  • Κρίσιμη σπλαγχνική νόσος
    Πληθυσμόςασθενείς με κρίσιμη σπλαγχνική νόσο
    Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Fulvestrant/Innovis (είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη) δεν έχουν μελετηθεί.
  • Συγχορήγηση με παλμποσικλίμπη
    Να ανατρέξετε στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της παλμποσικλίμπης.
  • Παρεμβολή σε δοκιμασίες αντισώματος οιστραδιόλης
    προσοχή
    Η φουλβεστράντη μπορεί να επηρεάσει τις δοκιμασίες αντισώματος οιστραδιόλης και ενδέχεται να οδηγήσει σε ψευδώς αυξημένα επίπεδα οιστραδιόλης.
  • Αιθανόλη (ως έκδοχο)
    προσοχή
    Το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 500 mg αιθανόλης ανά ένεση. Συγχορήγηση με φάρμακα που περιέχουν π.χ. προπυλενογλυκόλη ή αιθανόλη μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση αιθανόλης και να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις.
  • Βενζυλική αλκοόλη (ως έκδοχο)
    προσοχή
    Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Αποφεύγεται
    Πληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι
    Δεν συνιστάται η χρήση του Fulvestrant/Innovis καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε αυτή την ομάδα ασθενών.
swap_horiz
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Μιδαζολάμη (CYP3A4 υπόστρωμα)
    παρακολούθηση
    Η φουλβεστράντη δεν αναστέλλει το CYP3A4.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
  • Ριφαμπικίνη (CYP3A4 επαγωγέας)
    παρακολούθηση
    Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική μεταβολή στην κάθαρση της φουλβεστράντης.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
  • Κετοκοναζόλη (CYP3A4 αναστολέας)
    παρακολούθηση
    Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική μεταβολή στην κάθαρση της φουλβεστράντης.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή δόσης.
sick
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Λοιμώξεις
Αίμα
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Ουδετεροπενία
  • Λευκοπενία
  • Αναιμία
  • Θρομβοπενία
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
Ανοσοποιητικό
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Μειωμένη όρεξη
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Δυσγευσία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Ισχιαλγία
  • Νευραλγία
Αγγειακές
  • Εξάψεις
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Στοματίτιδα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
  • Αυξημένη AST
  • Αυξημένη ALT
Ήπαρ
  • Ηπατική ανεπάρκεια
  • Ηπατίτιδα
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αλωπεκία
  • Ξηροδερμία
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυοσκελετικός πόνος
  • Οσφυαλγία
Αναπαραγωγικό
  • Κολπική αιμορραγία
  • Μονιλίαση κόλπου
  • Λευκόρροια
Γενικές
  • Εξασθένιση
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
  • Αιμορραγία στη θέση ένεσης
  • Αιμάτωμα της θέσης ένεσης
  • Κόπωση
  • Πυρεξία
Οφθαλμικές
  • Αυξημένη δακρύρροια
  • Θαμπή όραση
  • Ξηροφθαλμία
Αναπνευστικό
  • Επίσταξη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη AST
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Λοιμώξεις
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αυξημένη ALT
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη δακρύρροια
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Θαμπή όραση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ισχιαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κολπική αιμορραγία
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ξηροφθαλμία
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Φλεβική θρομβοεμβολή
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αιμάτωμα της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Ηπατική ανεπάρκεια
    Ήπαρ
    Όχι συχνές
  • Λευκόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Μονιλίαση κόλπου
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Νευραλγία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
    Πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη
    Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Fulvestrant/Innovis και 2 χρόνια μετά την τελευταία δόση.
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η φουλβεστράντη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, συμπεριλαμβανομένης αυξημένης συχνότητας εμφάνισης εμβρυϊκών ανωμαλιών και θανάτων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν προκύψει εγκυμοσύνη, η ασθενής πρέπει να ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο και τον πιθανό κίνδυνο αποβολής.
  • Γαλουχία
    Αντενδείκνυται
    Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται. Η φουλβεστράντη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων. Δεν είναι γνωστό αν απεκκρίνεται στο γάλα γυναικών. Λόγω πιθανών σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε θηλάζοντα βρέφη, η χρήση αντενδείκνυται.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχει μελετηθεί
    Η επίδραση του Fulvestrant/Innovis στη γονιμότητα στους ανθρώπους δεν έχει μελετηθεί.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Το Fulvestrant δεσμεύεται ανταγωνιστικά και αναστρέψιμα στους οιστρογονικούς υποδοχείς που υπάρχουν στα καρκινικά κύτταρα και επιτυγχάνει τις αντι-οιστρογονικές του δράσεις μέσω δύο ξεχωριστών μηχανισμών. Πρώτον, το fulvestrant…
monitor_heart
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ορμονική θεραπεία, Αντιοιστρογόνα, κωδικός ATC: L02BA03 ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Το φουλβεστράντη είναι ένας ανταγωνιστής των οιστρογονικών υποδοχέων με συγγένεια συγκρίσιμη με την οιστραδιόλη. Η…

biotech
SPC-FULVESTRANT/INNOVIS

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Μετά από χορήγηση μακράς δράσης ενδομυϊκής ένεσης Fulvestrant/Innovis, η φουλβεστράντη απορροφάται αργά και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται μετά από περίπου 5 ημέρες. Η χορήγηση σχήματος Fulvestrant/Innovis 500 mg…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός του Fulvestrant φαίνεται να περιλαμβάνει συνδυασμούς διαφόρων πιθανών οδών βιομετασχηματισμού, ανάλογων με εκείνες των ενδογενών στεροειδών, συμπεριλαμβανομένης της οξείδωσης, της αρωματικής υδροξυλίωσης, της σύζευξης με…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more

Δοσολογία

Ενήλικες γυναίκες (συμπεριλαμβανομένων των Ηλικιωμένων) Η συνιστώμενη δόση είναι 500 mg σε διαστήματα ενός μηνός, με μια πρόσθετη δόση των 500 mg χορηγούμενη δύο εβδομάδες μετά την αρχική δόση. Όταν το Fulvestrant/Innovis χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη, παρακαλείσθε να ανατρέξετε επίσης στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της παλμποσικλίμπης. Πριν από την έναρξη της θεραπείας με τον συνδυασμό Fulvestrant/Innovis και παλμποσικλίμπης και καθ’ όλη τη διάρκειά της, οι προ/περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία με αγωνιστές LHRH σύμφωνα με την τοπική κλινική πρακτική.

Ειδικοί πληθυσμοί

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν συνιστάται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 30 ml/min). Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν αξιολογηθεί σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min), και ως εκ τούτου, συνιστάται προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν προτείνονται προσαρμογές της δόσης για ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Εντούτοις, καθώς η έκθεση στη φουλβεστράντη μπορεί να αυξηθεί, το Fulvestrant/Innovis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή στους ασθενείς αυτούς. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).

Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Fulvestrant/Innovis σε παιδιά ηλικίας έως 18 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Τα επί του παρόντος διαθέσιμα δεδομένα περιλαμβάνονται στις παραγράφους Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές, αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση σχετικά με τη δοσολογία.

Τρόπος χορήγησης

Το Fulvestrant/Innovis πρέπει να χορηγείται ως δύο διαδοχικές ενέσεις των 5 ml με αργή ενδομυϊκή ένεση (1-2 λεπτά/ένεση), μία σε κάθε γλουτό (γλουτιαία περιοχή). Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε περίπτωση που το Fulvestrant/Innovis ενίεται σε οπίσθια γλουτιαία θέση λόγω της εγγύτητας του υποκείμενου ισχιακού νεύρου. Για λεπτομερείς οδηγίες για την χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

block

Αντενδείξεις

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Κύηση και γαλουχία (βλέπε Κύηση και γαλουχία).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more

Το Fulvestrant/Innovis πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε:

  • ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία, Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
  • ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης κάτω των 30 ml/min).
  • ασθενείς με αιμορραγική διάθεση, θρομβοπενία ή που λαμβάνουν αντιθρομβωτική αγωγή, λόγω της ενδομυϊκής οδού χορήγησης.

Θρομβοεμβολικά επεισόδια παρατηρούνται συχνά σε γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού και έχουν αναφερθεί σε κλινικές μελέτες με το Fulvestrant/Innovis (βλέπε Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν το Fulvestrant/Innovis συνταγογραφείται σε ασθενείς που διατρέχουν αυτόν τον κίνδυνο.

Συμβάματα που σχετίζονται με τη θέση ένεσης, συμπεριλαμβανομένων ισχιαλγίας, νευραλγίας, νευροπαθητικού πόνου και περιφερικής νευροπάθειας, έχουν αναφερθεί με την ένεση Fulvestrant/Innovis. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή σε περίπτωση που το Fulvestrant/Innovis ενίεται σε οπίσθια γλουτιαία θέση λόγω της εγγύτητας του υποκείμενου ισχιακού νεύρου (βλέπε Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Δεν υπάρχουν δεδομένα μακροχρόνιας χορήγησης για την επίδραση της φουλβεστράντης στα οστά. Εξαιτίας του μηχανισμού δράσης της φουλβεστράντης υπάρχει ενδεχόμενος κίνδυνος οστεοπόρωσης.

Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του Fulvestrant/Innovis (είτε ως μονοθεραπεία είτε σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη) δεν έχουν μελετηθεί σε ασθενείς με κρίσιμη σπλαγχνική νόσο.

Όταν το Fulvestrant/Innovis συνδυάζεται με παλμποσικλίμπη, παρακαλείσθε να ανατρέξετε επίσης στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος της παλμποσικλίμπης.

Παρεμβολή σε δοκιμασίες αντισώματος οιστραδιόλης

Λόγω της δομικής ομοιότητας της φουλβεστράντης και της οιστραδιόλης, η φουλβεστράντη μπορεί να επηρεάσει τις δοκιμασίες αντισώματος οιστραδιόλης και ενδέχεται να οδηγήσει σε ψευδώς αυξημένα επίπεδα οιστραδιόλης.

Έκδοχα

Αιθανόλη

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 500 mg αλκοόλης (αιθανόλη) σε κάθε ένεση που ισοδυναμεί με 100 mg/ml (10% w/v). Η ποσότητα σε κάθε ένεση αυτού του φαρμάκου ισοδυναμεί με 13 ml μπύρας ή 5 ml κρασιού. Μια δόση 500 mg αυτού του φαρμάκου (δύο σύριγγες) χορηγούμενη σε ενήλικες γυναίκες που ζυγίζουν 70 κιλά θα οδηγούσε σε έκθεση σε 14,3 mg/kg αιθανόλης, η οποία μπορεί να προκαλέσει αύξηση της συγκέντρωσης αλκοόλης στο αίμα (BAC) περίπου 2,4 mg/100 ml (βλ. Παράρτημα I της έκθεσης EMA/CHMP/43486/2018). Για σύγκριση, για έναν ενήλικα που πίνει ένα ποτήρι κρασί ή 500 ml μπύρας, το BAC είναι πιθανό να είναι περίπου 50 mg/100 ml. Συγχορήγηση με φάρμακα που περιέχουν π.χ. προπυλενογλυκόλη ή αιθανόλη μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση αιθανόλης και να προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις.

Βενζυλική αλκοόλη

Το Fulvestrant/Innovis περιέχει βενζυλική αλκοόλη ως έκδοχο η οποία μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.

Παιδιατρικός πληθυσμός

Δεν συνιστάται η χρήση του Fulvestrant/Innovis σε παιδιά και εφήβους καθώς η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί σε αυτή την ομάδα ασθενών (βλέπε Φαρμακοδυναμικές).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more
Μια κλινική μελέτη αλληλεπίδρασης με μιδαζολάμη (υπόστρωμα του CYP3A4) έδειξε ότι η φουλβεστράντη δεν αναστέλλει το CYP3A4. Κλινικές μελέτες αλληλεπίδρασης με ριφαμπικίνη (επαγωγέας του CYP3A4) και κετοκοναζόλη (αναστολέας του CYP3A4) δεν έδειξαν κλινικά σημαντική μεταβολή στην κάθαρση της φουλβεστράντης. Προσαρμογή της δόσης δεν είναι συνεπώς απαραίτητη στους ασθενείς στους οποίους η φουλβεστράντη συνταγογραφείται παράλληλα με αναστολείς ή επαγωγείς του CYP 3A4.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Μονοθεραπεία Αυτή η παράγραφος σας δίδει πληροφορίες βασισμένες σε όλες τις ανεπιθύμητες ενέργειες από τις κλινικές μελέτες, τις μελέτες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος ή αυθόρμητες αναφορές. Στο συγκεντρωτικό σύνολο δεδομένων της μονοθεραπείας με φουλβεστράντη, οι συχνότερα αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, εξασθένιση, ναυτία, και αυξημένα ηπατικά ένζυμα (ALT, AST, ALP). Στον Πίνακα 1, οι ακόλουθες κατηγορίες συχνότητας για ανεπιθύμητες αντιδράσεις φαρμάκου (ADRs) υπολογίστηκαν με βάση την ομάδα θεραπείας του Fulvestrant/Innovis 500 mg σε συγκεντρωτικές αναλύσεις ασφάλειας των μελετών που συνέκριναν το Fulvestrant/Innovis 500 mg με το Fulvestrant/Innovis 250 mg [CONFIRM (Μελέτη D6997C00002), FINDER 1 (Μελέτη D6997C00004), FINDER 2 (Μελέτη D6997C00006), και NEWEST (Μελέτη D6997C00003)], ή από τη FALCON (Μελέτη D699BC00001) μόνο που συνέκρινε το Fulvestrant/Innovis 500 mg με αναστροζόλη 1 mg. Όπου οι συχνότητες μεταξύ των συγκεντρωτικών αναλύσεων ασφάλειας και της FALCON διαφέρουν, αναγράφεται η μεγαλύτερη συχνότητα. Οι συχνότητες στον Πίνακα 1 βασίστηκαν σε όλα τα αναφερθέντα συμβάματα, ανεξάρτητα από την αξιολόγηση του ερευνητή για την αιτιότητα. Η διάμεση διάρκεια της θεραπείας με φουλβεστράντη 500 mg στο συγκεντρωτικό σύνολο δεδομένων (συμπεριλαμβανομένων των μελετών που αναφέρθηκαν παραπάνω και της FALCON) ήταν 6,5 μήνες.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών υπό μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται παρακάτω κατατάσσονται σύμφωνα με τη συχνότητα και την Κατάταξη του Οργανικού Συστήματος (SOC). Οι κατηγορίες των συχνοτήτων ορίζονται σύμφωνα με τον παρακάτω κανόνα: Πολύ συχνές (≥1/10), Συχνές (≥1/100, <1/10), Όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες Ενέργειες Φαρμάκου που αναφέρθηκαν σε ασθενείς υπό μονοθεραπεία με Fulvestrant/Innovis

Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Ουρολοιμώξεις
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Συχνές Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Πολύ συχνές Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
Όχι συχνές Αναφυλακτικές αντιδράσεις
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Ανορεξία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Κεφαλαλγία
Αγγειακές διαταραχές Πολύ συχνές Εξάψεις
Συχνές Φλεβική θρομβοεμβολή
Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές Ναυτία
Συχνές Έμετος, Διάρροια
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Πολύ συχνές Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (ALT, AST, ALP)
Συχνές Αυξημένη χολερυθρίνη
Όχι συχνές Ηπατική ανεπάρκεια, Ηπατίτιδα, Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές Εξάνθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές Αρθραλγία και μυοσκελετικός πόνος
Συχνές Οσφυαλγία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Συχνές Κολπική αιμορραγία
Όχι συχνές Μονιλίαση του κόλπου, Λευκόρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές Εξασθένιση, Αντίδραση της θέσης ένεσης
Συχνές Περιφερική νευροπάθεια, Ισχιαλγία
Όχι συχνές Αιμορραγία της θέσης ένεσης, Αιμάτωμα της θέσης ένεσης, Νευραλγία

α Περιλαμβάνονται ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκου για τις οποίες ο ακριβής βαθμός συμμετοχής του Fulvestrant/Innovis δεν μπορεί να καθοριστεί λόγω της υποκείμενης νόσου. β Ο όρος αντίδραση της θέσης ένεσης δεν περιλαμβάνει τους όρους αιμορραγία της θέσης ένεσης, αιμάτωμα της θέσης ένεσης, ισχιαλγία, νευραλγία και περιφερική νευροπάθεια. γ Το συμβάν δεν παρατηρήθηκε σε μείζονες κλινικές μελέτες (CONFIRM, FINDER 1, FINDER 2, NEWEST). Η συχνότητα υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας το άνω όριο του διαστήματος εμπιστοσύνης 95% για τη σημειακή εκτίμηση. Αυτό υπολογίζεται ως 3/560 (όπου 560 είναι ο αριθμός των ασθενών στις μείζονες κλινικές μελέτες), που ισοδυναμεί με κατηγορία συχνότητας “όχι συχνή”. δ Περιλαμβάνονται: αρθραλγία και λιγότερο συχνά μυοσκελετικός πόνος, μυαλγία και πόνος άκρου. ε Η κατηγορία συχνότητας διαφέρει μεταξύ του συνόλου δεδομένων συγκεντρωτικών αναλύσεων ασφάλειας και της FALCON. στ Ανεπιθύμητη αντίδραση φαρμάκου που δεν παρατηρήθηκε στη FALCON.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι περιγραφές που περιλαμβάνονται παρακάτω βασίζονται στο σύνολο αναλύσεων ασφάλειας 228 ασθενών που έλαβαν τουλάχιστον μία (1) δόση φουλβεστράντη και 232 ασθενών που έλαβαν τουλάχιστον μία (1) δόση αναστροζόλης, αντίστοιχα στη μελέτη FALCON Φάσης 3.

Αρθραλγία και μυοσκελετικός πόνος Στη μελέτη FALCON, ο αριθμός των ασθενών που ανέφεραν ανεπιθύμητη ενέργεια αρθραλγίας και μυοσκελετικού πόνου ήταν 65 (31,2%) και 48 (24,1%) για τα σκέλη φουλβεστράντης και αναστροζόλης αντίστοιχα. Από τις 65 ασθενείς στο σκέλος Fulvestrant/Innovis, το 40% (26/65) των ασθενών ανέφερε αρθραλγία και μυοσκελετικό πόνο μέσα στον πρώτο μήνα θεραπείας και το 66,2% (43/65) των ασθενών μέσα στους πρώτους 3 μήνες της θεραπείας. Καμία ασθενής δεν ανέφερε συμβάματα που ήταν Βαθμού CTCAE (Συνήθη Κριτήρια Ορολογίας Ανεπιθύμητων Συμβάντων) ≥ 3 ή που απαιτούσαν μείωση της δόσης, διακοπή της δόσης ή διακοπή της θεραπείας εξαιτίας αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών.

Θεραπεία συνδυασμού με παλμποσικλίμπη Το συνολικό προφίλ ασφάλειας της φουλβεστράντης όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με το παλμποσικλίμπη βασίζεται σε δεδομένα από 517 ασθενείς με HR-θετικό, HER2-αρνητικό προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού στην τυχαιοποιημένη μελέτη PALOMA3 (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες (≥20%) οποιουδήποτε βαθμού που αναφέρθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν φουλβεστράντη σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη ήταν ουδετεροπενία, λευκοπενία, λοιμώξεις, κόπωση, ναυτία, αναιμία, στοματίτιδα, διάρροια, θρομβοπενία και έμετος. Οι πιο συχνές (≥2%) ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού ≥3 ήταν ουδετεροπενία, λευκοπενία, λοιμώξεις, αναιμία, αυξημένη AST, θρομβοπενία και κόπωση. Στον Πίνακα 2 αναφέρονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες από την PALOMA3. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης σε φουλβεστράντη ήταν 11,2 μήνες στο σκέλος φουλβεστράντη + παλμποσικλίμπη και 4,8 μήνες στο σκέλος φουλβεστράντη + εικονικό φάρμακο. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης σε παλμποσικλίμπη στο σκέλος φουλβεστράντη + παλμποσικλίμπη ήταν 10,8 μήνες.

Πίνακας 2. Ανεπιθύμητες ενέργειες που βασίζονται στη Μελέτη PALOMA3 (N=517)

Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνότητα Προτιμώμενος Όροςα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Πολύ συχνές Λοιμώξειςβ
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές Ουδετεροπενίαγ
Πολύ συχνές Λευκοπενίαδ
Πολύ συχνές Αναιμίαε
Πολύ συχνές Θρομβοπενίαστ
Όχι συχνές Εμπύρετη ουδετεροπενία
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Πολύ συχνές Μειωμένη όρεξη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Δυσγευσία
Οφθαλμικές διαταραχές Συχνές Δακρύρροια αυξημένη
Συχνές Όραση θαμπή
Συχνές Ξηροφθαλμία
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Συχνές Επίσταξη
Διαταραχές του γαστρεντερικού Πολύ συχνές Ναυτία
Πολύ συχνές Στοματίτιδαζ
Πολύ συχνές Διάρροια
Πολύ συχνές Έμετος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές Αλωπεκία
Πολύ συχνές Εξάνθημαη
Συχνές Ξηροδερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Πολύ συχνές Κόπωση
Συχνές Πυρεξία
Συχνές Εξασθένιση
Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές AST αυξημένη
Συχνές ALT αυξημένη

α Οι Προτιμώμενοι Όροι (PTs, Preferred Terms) αναγράφονται σύμφωνα με το MedDRA 17.1. β Οι λοιμώξεις περιλαμβάνουν όλους τους PTs που αποτελούν μέρος της Κατηγορίας Οργανικού Συστήματος Λοιμώξεις και παρασιτώσεις. γ Η ουδετεροπενία περιλαμβάνει τους ακόλουθους PTs: Ουδετεροπενία, Αριθμός ουδετεροφίλων μειωμένος. δ Η λευκοπενία περιλαμβάνει τους ακόλουθους PTs: Λευκοπενία, Αριθμός λευκοκυττάρων μειωμένος. ε Η αναιμία περιλαμβάνει τους ακόλουθους PTs: Αναιμία, Αιμοσφαιρίνη μειωμένη, Αιματοκρίτης μειωμένος. στ Η θρομβοπενία περιλαμβάνει τους ακόλουθους PTs: Θρομβοπενία, Αριθμός αιμοπεταλίων μειωμένος. ζ Η στοματίτιδα περιλαμβάνει τους ακόλουθους PTs: Αφθώδης στοματίτιδα, Χειλίτιδα, Γλωσσίτιδα, Γλωσσοδυνία, Εξέλκωση του στόματος, Φλεγμονή βλεννογόνου, Άλγος του στόματος, Στοματοφαρυγγική δυσφορία, Στοματοφαρυγγικό άλγος, Στοματίτιδα. η Το εξάνθημα περιλαμβάνει τους ακόλουθους PTs: Εξάνθημα, Εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, Εξάνθημα κνησμώδες, Εξάνθημα ερυθηματώδες, Εξάνθημα βλατιδώδες, Δερματίτιδα, Δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή, Τοξικό εξάνθημα δέρματος.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Ουδετεροπενία Σε ασθενείς που έλαβαν φουλβεστράντη σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη στη μελέτη PALOMA3, αναφέρθηκε ουδετεροπενία οποιουδήποτε βαθμού σε 290 (84,1%) ασθενείς, με ουδετεροπενία Βαθμού 3 να έχει αναφερθεί σε 200 (58,0%) ασθενείς και ουδετεροπενία Βαθμού 4 να έχει αναφερθεί σε 40 (11,6%). Στο σκέλος φουλβεστράντη + εικονικό φάρμακο (n=172), αναφέρθηκε ουδετεροπενία οποιουδήποτε βαθμού σε 6 (3,5%) ασθενείς. Δεν υπήρξαν αναφορές ουδετεροπενίας Βαθμού 3 και 4 στο σκέλος φουλβεστράντη + εικονικό φάρμακο. Σε ασθενείς που έλαβαν φουλβεστράντη σε συνδυασμό με παμπλοσικλίμπη, ο διάμεσος χρόνος έως το πρώτο επεισόδιο ουδετεροπενίας οποιουδήποτε βαθμού ήταν 15 ημέρες (εύρος: 13-512 ημέρες) και η διάμεση διάρκεια της ουδετεροπενίας Βαθμού ≥3 ήταν 16 ημέρες. Εμπύρετη ουδετεροπενία αναφέρθηκε σε 3 (0,9%) ασθενείς που έλαβαν φουλβεστράντη σε συνδυασμό με παλμποσικλίμπη.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Οι ασθενείς με αναπαραγωγική ικανότητα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Fulvestrant/Innovis και 2 χρόνια μετά την τελευταία δόση.

Κύηση

Το Fulvestrant/Innovis αντενδείκνυται κατά την κύηση (βλ. Αντενδείξεις). Η φουλβεστράντη έχει αποδειχθεί ότι διαπερνά τον πλακούντα μετά από εφάπαξ ενδομυϊκή χορήγηση σε αρουραίους και κουνέλια. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα, συμπεριλαμβανομένης αυξημένης συχνότητας εμφάνισης εμβρυϊκών ανωμαλιών και θανάτων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Εάν προκύψει εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Fulvestrant/Innovis, η ασθενής θα πρέπει να ενημερωθεί για τους πιθανούς κινδύνους για το έμβρυο και τον πιθανό κίνδυνο αποβολής.

Θηλασμός

Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Fulvestrant/Innovis. Η φουλβεστράντη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων σε γαλουχία. Δεν είναι γνωστό αν η φουλβεστράντη απεκκρίνεται στο γάλα γυναικών. Λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε θηλάζοντα βρέφη που οφείλονται στη φουλβεστράντη, η χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).

Γονιμότητα

Η επίδραση του Fulvestrant/Innovis στη γονιμότητα στους ανθρώπους δεν έχει μελετηθεί.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Ορμονική θεραπεία, Αντιοιστρογόνα, κωδικός ATC: L02BA03

Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Το φουλβεστράντη είναι ένας ανταγωνιστής των οιστρογονικών υποδοχέων με συγγένεια συγκρίσιμη με την οιστραδιόλη. Η φουλβεστράντη αναστέλλει τις τροφικές δράσεις των οιστρογόνων, χωρίς καμία μερικώς αγωνιστική (οιστρογονική) δράση. Ο μηχανισμός δράσης συσχετίζεται με την «υποέκφραση» των επιπέδων της πρωτεΐνης των οιστρογονικών υποδοχέων. Κλινικές μελέτες σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με πρωτοπαθή καρκίνο του μαστού έδειξαν ότι η φουλβεστράντη ελαττώνει σημαντικά την έκφραση της πρωτεΐνης του οιστρογονικού υποδοχέα σε όγκους με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Υπήρξε επίσης σημαντική μείωση της έκφρασης των υποδοχέων της προγεστερόνης, γεγονός που είναι σε συμφωνία με την έλλειψη εγγενούς οιστρογονικής αγωνιστικής δράσης. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι τα 500 mg φουλβεστράντης ελαττώνουν την έκφραση του οιστρογονικού υποδοχέα και του δείκτη πολλαπλασιασμού Ki67, σε μεγαλύτερο βαθμό από τα 250 mg φουλβεστράντης σε νεοεπικουρική χορήγηση σε μετεμμηνοπαυσιακούς καρκίνους του μαστού.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια στον προχωρημένο καρκίνο του μαστού

Μονοθεραπεία Μια κλινική μελέτη Φάσης 3 ολοκληρώθηκε σε 736 μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, οι οποίες εμφάνισαν υποτροπή της νόσου κατά τη διάρκεια ή μετά από επικουρική ορμονοθεραπεία ή παρουσίασαν επιδείνωση μετά από την ορμονική θεραπεία για προχωρημένη νόσο. Στη μελέτη πήραν μέρος 423 ασθενείς οι οποίες υποτροπίασαν ή επιδεινώθηκαν κατά τη διάρκεια αντι-οιστρογονικής θεραπείας (υποομάδα ΑΕ) και 313 ασθενείς οι οποίες υποτροπίασαν ή επιδεινώθηκαν κατά τη διάρκεια θεραπείας με αναστολέα αρωματάσης (υποομάδα ΑΙ). Η μελέτη αυτή συνέκρινε την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του Fulvestrant/Innovis 500 mg (n=362) με του Fulvestrant/Innovis 250 mg (n=374). Η επιβίωση-χωρίς εξέλιξη (PFS) ήταν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο, τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR), το ποσοστό κλινικού οφέλους (CBR) και τη συνολική επιβίωση (OS). Τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας για τη μελέτη CONFIRM συνοψίζονται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3. Σύνοψη των αποτελεσμάτων του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου αποτελεσματικότητας (PFS) και των κύριων δευτερευόντων καταληκτικών σημείων αποτελεσματικότητας στη μελέτη CONFIRM

Μεταβλητή Τύπος υπολογισμού; Σύγκριση θεραπείας Fulvestrant/Innovis 500 mg (N=362) Fulvestrant/Innovis 250 mg (N=374) Σύγκριση μεταξύ των ομάδων (Fulvestrant/Innovis 500 mg/Fulvestrant/Innovis 250 mg) Πηλίκο κινδύνου 95% CI τιμή p
PFS Διάμεση Κ-Μ σε μήνες; αναλογία κινδύνου
Όλοι οι ασθενείς 6,5 5,5 0,80 0,68, 0,94 0,006
-Υποομάδα ΑΕ (n=423) 8,6 5,8 0,76 0,62, 0,94 0,013
-Υποομάδα ΑI (n=313)α 5,4 4,1 0,85 0,67, 1,08 0,195
OSβ Διάμεση Κ-Μ σε μήνες; αναλογία κινδύνου
Όλοι οι ασθενείς 26,4 22,3 0,81 0,69, 0,96 0,016γ
-Υποομάδα ΑΕ (n=423) 30,6 23,9 0,79 0,63, 0,99 0,038 γ
-Υποομάδα ΑI (n=313)α 24,1 20,8 0,86 0,67, 1,11 0,241 γ
ΟRRδ % ασθενών με OR; απόλυτη διαφορά%
Όλοι οι ασθενείς 13,8 14,6 Απόλυτη διαφορά% -0,8 -5,8, 6,3
-Υποομάδα ΑΕ (n=296) 18,1 19,1 Απόλυτη διαφορά% -1,0 -8,2, 9,3
-Υποομάδα ΑI (n=205)α 7,3 8,3 Απόλυτη διαφορά% -1,0 -5,5, 9,8
CBRε % ασθενών με CB; Απόλυτη διαφορά%
Όλοι οι ασθενείς 45,6 39,6 Απόλυτη διαφορά% 6,0 -1,1, 13,3
-Υποομάδα ΑΕ (n=423) 52,4 45,1 Απόλυτη διαφορά% 7,3 -2,2, 16,6
-Υποομάδα ΑI (n=313)α 36,2 32,3 Απόλυτη διαφορά% 3,9 -6,1, 15,2

α Το Fulvestrant/Innovis ενδείκνυται σε ασθενείς των οποίων η ασθένεια είχε υποτροπιάσει ή επιδεινωθεί με αντι-οιστρογονική θεραπεία. Τα αποτελέσματα της υποομάδας ΑΙ δεν οδηγούν σε συμπέρασμα. β Η συνολική επιβίωση παρουσιάζεται για τις τελικές αναλύσεις επιβίωσης στο 75% ωρίμανσης των δεδομένων. γ Ονομαστική τιμή p χωρίς προσαρμογές έγινε για πολλαπλότητα μεταξύ των αρχικών συνολικών αναλύσεων επιβίωσης στο 50% ωρίμανσης των δεδομένων και οι επικαιροποιημένες αναλύσεις επιβίωσης στο 75% ωρίμανσης των δεδομένων. δ To ORR προσδιορίστηκε στους ασθενείς οι οποίοι ήταν αξιολογήσιμοι για ανταπόκριση κατά την έναρξη (δηλ. αυτοί με μετρήσιμη νόσο κατά την έναρξη: 240 ασθενείς στην ομάδα του Fulvestrant/Innovis 500 mg και 261 ασθενείς στην ομάδα του Fulvestrant/Innovis 250 mg). ε Ασθενείς με βέλτιστη αντικειμενική ανταπόκριση πλήρους ανταπόκρισης, μερική ανταπόκριση ή σταθερή νόσο>24 εβδομάδων. PFS: Επιβίωση -χωρίς εξέλιξη: ORR: Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης: OR: Aντικειμενική ανταπόκριση, CBR: Ποσοστό κλινικού οφέλους, CB: Κλινικό όφελος, OS: Συνολική επιβίωση, K-M:Kaplan-Meier, CI:Διάστημα εμπιστοσύνης, ΑΙ: Αναστολέας αρωματάσης, ΑΕ: Αντι-οιστρογόνο.

Μία Φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, διπλά-εικονική, πολυκεντρική μελέτη του Fulvestrant/Innovis 500 mg έναντι αναστροζόλης 1 mg διεξήχθη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς (ER) και/ή θετικούς υποδοχείς προγεστερόνης(PgR) με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού που δεν είχαν λάβει προηγουμένως οποιαδήποτε ορμονική θεραπεία. Συνολικά 462 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 διαδοχικά για να λάβουν είτε φουλβεστράντη 500 mg είτε αναστροζόλη 1 mg. Η τυχαιοποίηση στρωματοποιήθηκε με βάση την κατάσταση της νόσου (τοπικά προχωρημένη ή μεταστατική), την προηγούμενη χημειοθεραπεία για προχωρημένη νόσο και τη μετρήσιμη ή όχι νόσο. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη (PFS) όπως εκτιμήθηκε από τον ερευνητή με αξιολόγηση σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST (Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους) 1.1. Τα κύρια δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν τη συνολική επιβίωση (OS) και το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR). Οι ασθενείς που εντάχθηκαν σε αυτή τη μελέτη είχαν διάμεση ηλικία 63 χρονών (εύρος 36-90). Η πλειονότητα των ασθενών (87,0%) είχε μεταστατική νόσο κατά την έναρξη. Πενήντα πέντε τοις εκατό (55,0%) των ασθενών είχαν σπλαχνικές μεταστάσεις κατά την έναρξη. Συνολικά το 17,1% των ασθενών έλαβε προηγούμενο σχήμα χημειοθεραπείας για προχωρημένη νόσο, το 84,2% των ασθενών είχε μετρήσιμη νόσο. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν στην πλειονότητα των προκαθορισμένων υποομάδων ασθενών. Για την υποομάδα ασθενών με νόσο που περιορίστηκε σε μη σπλαγχνικές μεταστάσεις (n=208), το πηλίκο κινδύνου (HR) ήταν 0,592 (95% CI: 0,419, 0,837) για το σκέλος Fulvestrant/Innovis σε σύγκριση με το σκέλος αναστροζόλης. Για την υποομάδα των ασθενών με σπλαχνικές μεταστάσεις (n=254), το πηλίκο κινδύνου (HR) ήταν 0,993 (95% CI: 0,740, 1,331) για το σκέλος Fulvestrant/Innovis σε σύγκριση με το σκέλος αναστροζόλης. Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας της μελέτης FALCON παρουσιάζονται στον Πίνακα 4 και στην Εικόνα 1.

Πίνακας 4. Περίληψη των αποτελεσμάτων του πρωτεύοντος καταληκτικού σημείου (PFS) και των κύριων δευτερευόντων καταληκτικών σημείων (Αξιολόγηση Ερευνητή, Πληθυσμός με Πρόθεση για Θεραπεία) - μελέτη FALCON

Μεταβλητή Fulvestrant /Innovis 500 mg (N=230) Αναστροζόλη 1 mg (N=232) Πηλίκο κινδύνου (95% CI) και p-τιμή Διάμεση τιμή [μήνες (95% CI)]
Επιβίωση Χωρίς Εξέλιξη
Αριθμός Συμβαμάτων PFS (%) 143 (62,2%) 166 (71,6%) HR 0,797 (0,637 - 0,999) p = 0,0486 16,6 (13,8, 21,0)
13,8 (12,0, 16,6)
Αριθμός Συμβαμάτων OS* 67 (29,1%) 75 (32.3%) HR 0,875 (0,629 - 1,217) p = 0,4277
Ποσοστό Αντικειμενικής ανταπόκρισης** 89 (46,1%) 88 (44,9%) OR 1,074 (0,716 - 1,614) p = 0,7290 20,0
13,2
Ποσοστό κλινικού οφέλους (CBR) 180 (78,3%) 172 (74,1%) OR 1,253 (0,815 - 1,932) p = 0,3045

*(31% ολοκλήρωση)-μη τελική ανάλυση συνολικής επιβίωσης (OS) **για ασθενείς με μετρήσιμη νόσο

Εικόνα 1. Σχεδιάγραμμα Kaplan-Meier της Επιβίωσης Χωρίς Εξέλιξη (Αξιολόγηση Ερευνητή, Πληθυσμός με Πρόθεση για Θεραπεία) - μελέτη FALCON [Αδύνατη ανάγνωση γραφήματος]

Δύο κλινικές μελέτες Φάσης 3 ολοκληρώθηκαν σε σύνολο 851 μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, οι οποίες επανεμφάνισαν τη νόσο κατά τη διάρκεια ή μετά από επικουρική ορμονοθεραπεία ή παρουσίασαν επιδείνωση μετά από την ορμονική θεραπεία για προχωρημένη νόσο. Το εβδομήντα επτά τοις εκατό (77%) του πληθυσμού της μελέτης είχε καρκίνο του μαστού με θετικούς οιστρογονικούς υποδοχείς. Οι μελέτες αυτές συνέκριναν την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα μηνιαίας χορήγησης Fulvestrant/Innovis 250 mg έναντι της ημερήσιας χορήγησης του 1 mg αναστροζόλης, (αναστολέας της αρωματάσης). Συνολικά, το Fulvestrant/Innovis σε μηνιαία δοσολογία 250 mg ήταν τουλάχιστον τόσο αποτελεσματικό όσο η αναστροζόλη όσον αφορά την επιβίωση-χωρίς εξέλιξη, την αντικειμενική ανταπόκριση και το χρόνο μέχρι τον θάνατο. Δεν υπήρξαν στατιστικά σημαντικές διαφορές για οποιοδήποτε από τα καταληκτικά αυτά σημεία ανάμεσα στις δύο θεραπευτικές ομάδες. Η επιβίωση-χωρίς εξέλιξη ήταν το πρωτεύον καταληκτικό σημείο. Η συνδυασμένη ανάλυση των δύο μελετών έδειξε ότι 83% των ασθενών που έλαβε Fulvestrant/Innovis παρουσίασε επιδείνωση, σε σύγκριση με το 85% των ασθενών που έλαβε αναστροζόλη. Η συνδυασμένη ανάλυση των δύο μελετών έδειξε ότι το πηλίκο κινδύνου του Fulvestrant/Innovis 250 mg ως προς την αναστροζόλη για την επιβίωση-χωρίς εξέλιξη ήταν 0,95 (95% CΙ 0,82 έως 1,10). Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης για το Fulvestrant/Innovis 250 mg ήταν 19,2% σε σύγκριση με 16,5% για την αναστροζόλη. Ο μέσος χρόνος μέχρι το θάνατο ήταν 27,4 μήνες για τις ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Fulvestrant/Innovis και 27,6 μήνες για τις ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστροζόλη. Το πηλίκο κινδύνου για το Fulvestrant/Innovis 250 mg ως προς την αναστροζόλη για τον χρόνο μέχρι το θάνατο ήταν 1,01 (95% CΙ 0,86 έως 1,19).

Θεραπεία συνδυασμού με παλμποσικλίμπη Μία Φάσης 3, διεθνής, τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, παράλληλων ομάδων, πολυκεντρική μελέτη του Fulvestrant/Innovis 500 mg και παλμποσικλίμπη 125 mg έναντι του Fulvestrant/Innovis 500 mg και εικονικού φαρμάκου πραγματοποιήθηκε σε γυναίκες με HR-θετικό, HER-2 αρνητικό τοπικά προχωρημένο καρκίνο του μαστού που δεν επιδέχεται εκτομή ή ακτινοθεραπεία με θεραπευτική πρόθεση ή μεταστατικό καρκίνο του μαστού, ανεξαρτήτως της εμμηνοπαυσιακής τους κατάστασης, των οποίων η νόσος εξελίχθηκε μετά από προηγούμενη ενδοκρινική θεραπεία σε (νεο)επικουρικό ή μεταστατικό πλαίσιο. Συνολικά, 521 προ/περι- και μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες των οποίων η νόσος είχε εξελιχθεί κατά τη διάρκεια ή εντός 12 μηνών από την ολοκλήρωση της επικουρικής ενδοκρινικής θεραπείας ή κατά τη διάρκεια ή εντός 1 μηνός από προηγούμενη ενδοκρινική θεραπεία για προχωρημένη νόσο, τυχαιοποιήθηκαν 2: 1 σε Fulvestrant/Innovis και παλμποσικλίμπη ή Fulvestrant/Innovis και εικονικό φάρμακο και στρωματοποιήθηκαν με βάση την τεκμηριωμένη ευαισθησία σε προηγούμενη ορμονοθεραπεία, την εμμηνοπαυσιακή κατάσταση κατά την εισαγωγή στη μελέτη (προ/περι- έναντι μετεμμηνοπαυσιακών) και την παρουσία σπλαγχνικών μεταστάσεων. Οι προ/περιεμμηνοπαυσιακές γυναίκες έλαβαν τον αγωνιστή LHRH γοσερελίνη. Οι ασθενείς με προχωρημένη/μεταστατική, συμπτωματική, επεκταμένη σπλαγχνική νόσο, οι οποίες βρίσκονταν σε κίνδυνο απειλητικών για τη ζωή επιπλοκών βραχυπρόθεσμα (συμπεριλαμβανομένων ασθενών με μαζικές μη ελεγχόμενες συλλογές [υπεζωκοτική, περικαρδιακή, περιτοναιϊκή], με πνευμονική λεμφαγγειίτιδα και με πάνω από 50% εμπλοκής του ήπατος), δεν ήταν κατάλληλες για ένταξη στη μελέτη. Οι ασθενείς συνέχισαν να λαμβάνουν την καθορισμένη θεραπεία μέχρι την αντικειμενική εξέλιξη της νόσου, τη συμπτωματική επιδείνωση, τη μη αποδεκτή τοξικότητα, τον θάνατο ή την απόσυρση της συγκατάθεσης, οποιοδήποτε από αυτά συνέβη πρώτο. Η μετάταξη μεταξύ θεραπευτικών σκελών δεν επιτρεπόταν. Οι ασθενείς είχαν καλή αντιστοίχιση αρχικών δημογραφικών και προγνωστικών χαρακτηριστικών μεταξύ του σκέλους του Fulvestrant/Innovis και παλμποσικλίμπη και του σκέλους Fulvestrant/Innovis και εικονικού φαρμάκου. Η διάμεση ηλικία των ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη αυτή ήταν τα 57 χρόνια (εύρος 29, 88). Σε κάθε σκέλος θεραπείας οι ασθενείς στην πλειοψηρία τους ήταν Λευκές, είχαν τεκμηριωμένη ευαισθησία σε προηγούμενη ορμονοθεραπεία, και ήταν μετεμμηνοπαυσιακές. Περίπου το 20% των ασθενών ήταν προ/περιεμμηνοπαυσιακές. Όλες οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως συστηματική θεραπεία και οι περισσότερες ασθενείς σε κάθε σκέλος θεραπείας είχαν λάβει προηγούμενο σχήμα χημειοθεραπείας για την πρωτοβάθμια διάγνωσή τους. Περισσότερες από τις μισές (62%) είχαν κατάσταση απόδοσης (PS) κατά ECOG 0, 60%, είχαν σπλαγχνικές μεταστάσεις, και 60% είχαν λάβει προηγουμένως περισσότερα από 1 ορμονικά σχήματα θεραπείας για την πρωτοβάθμια διάγνωσή τους. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν η επιβίωση χωρίς εξέλιξη (PFS) όπως εκτιμήθηκε από τον ερευνητή με αξιολόγηση σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST (Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους) 1.1. Υποστηρικτικές αναλύσεις της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη βασίστηκαν σε Ανεξάρτητη Κεντρική Ακτινολογική Αξιολόγηση. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιλάμβαναν την Aντικειμενική ανταπόκριση (OR), το Ποσοστό κλινικού οφέλους (CBR), τη συνολική επιβίωση (OS), την ασφάλεια και το σύνθετο καταληκτικό σημείο του χρόνου μέχρι την επιδείνωση του πόνου (TTD). Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον καταληκτικό σημείο της παράτασης της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη (PFS) όπως εκτιμήθηκε από τον ερευνητή κατά την ενδιάμεση ανάλυση που διεξήχθη στο 82% των προγραμματισμένων συμβάντων επιβίωσης χωρίς εξέλιξη (PFS). Τα αποτελέσματα ξεπέρασαν το προκαθορισμένο όριο αποτελεσματικότητας κατά Haybittle-Peto (α=0,00135), καταδεικνύοντας μία στατιστικά σημαντική παράταση στην επιβίωση χωρίς εξέλιξη (PFS) και ένα κλινικά σημαντικό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Πιο ώριμα επικαιροποιημένα δεδομένα αποτελεσματικότητας αναφέρονται στον Πίνακα 5. Μετά από διάμεσο χρόνο παρακολούθησης 45 μηνών, η τελική ανάλυση της OS πραγματοποιήθηκε με βάση 310 συμβάντα (60% τυχαιοποιημένων ασθενών). Παρατηρήθηκε διαφορά 6,9 μηνών στη διάμεση OS στο σκέλος της παλμποσικλίμπης μαζί με φουλβεστράντη σε σύγκριση με το σκέλος του εικονικού φαρμάκου μαζί με φουλβεστράντη. Αυτό το αποτέλεσμα δεν ήταν στατιστικά σημαντικό βάσει του προκαθορισμένου επιπέδου σημαντικότητας 0,0235 (μονόπλευρο). Στο σκέλος εικονικού φαρμάκου μαζί με φουλβεστράντη, το 15,5% των τυχαιοποιημένων ασθενών έλαβε παλμποσικλίμπη και άλλους αναστολείς CDK ως μετέπειτα θεραπεία μετά την εξέλιξη της νόσου. Τα αποτελέσματα από την PFS όπως εκτιμήθηκε από τον ερευνητή και τα δεδομένα τελικής OS από τη μελέτη PALOMA3 παρουσιάζονται στον Πίνακα 5. Τα σχετικά σχεδιαγράμματα Kaplan-Meier παρουσιάζονται στις Εικόνες 2 και 3, αντίστοιχα.

Πίνακας 5. Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας - μελέτη PALOMA3 (Αξιολόγηση ερευνητή, πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία)

Μεταβλητή Fulvestrant/Innovis και παλμποσικλίμπη (N=347) Fulvestrant/Innovis και εικονικό φάρμακο (N=174) Πηλίκο κινδύνου (95% CI) και τιμή p†
Επικαιροποιημένη Ανάλυση (Αποκοπή 23 Οκτωβρίου 2015)
Επιβίωση Χωρίς Εξέλιξη
Διάμεση διάρκεια [μήνες (95% CI)] 11,2 (9,5, 12,9) 4,6 (3,5, 5.6) 0,497 (0,398, 0,620), p <0,000001
Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία
OR [% (95% CI)] 26,2 (21,7, 31,2) 13,8 (9,0, 19,8)
OR (μετρήσιμη νόσος) [% (95% CI)] 33,7 (28,1, 39,7) 17,4 (11,5, 24,8)
CBR [% (95% CI)] 68,0 (62,8, 72,9) 39,7 (32,3, 47,3)
Τελική συνολική επιβίωση (OS) (Αποκοπή 13 Απριλίου 2018)
Αριθμός συμβάντων (%) 201 (57,9) 109 (62,6)
Διάμεση διάρκεια [μήνες (95% CI)] 34,9 (28,8, 40,0) 28,0 (23,6, 34,6) 0,814 (0,644, 1,029) p=0,0429†*

CBR=ποσοστό κλινικού οφέλους, CI=διάστημα εμπιστοσύνης, N=αριθμός ασθενών, OR=αντικειμενική ανταπόκριση Τα αποτελέσματα για το δευτερεύον καταληκτικό σημείο βασίστηκαν σε επιβεβαιωμένες και μη επιβεβαιωμένες ανταποκρίσεις σύμφωνα με τα κριτήρια RECIST 1.1.

  • Μη στατιστικά σημαντικό. † Μονόπλευρη τιμή p από τη διαδικασία ελέγχου log-rank στρωματοποιημένη με βάση την παρουσία σπλαγχνικών μεταστάσεων και την ευαισθησία σε προηγούμενη ενδοκρινική θεραπεία ανά τυχαιοποίηση.

Εικόνα 2. Σχεδιάγραμμα Kaplan-Meier της επιβίωσης χωρίς εξέλιξη (αξιολόγηση ερευνητή, πληθυσμός με πρόθεση για θεραπεία) - μελέτη PALOMA3 (αποκοπή 23 Οκτωβρίου 2015) [Αδύνατη ανάγνωση γραφήματος]

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-FULVESTRANT/INNOVIS
expand_more

Απορρόφηση

Μετά από χορήγηση μακράς δράσης ενδομυϊκής ένεσης Fulvestrant/Innovis, η φουλβεστράντη απορροφάται αργά και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνονται μετά από περίπου 5 ημέρες. Η χορήγηση σχήματος Fulvestrant/Innovis 500 mg επιτυγχάνει επίπεδα έκθεσης ίσα, ή κοντά στη σταθεροποιημένη κατάσταση εντός ενός μηνός από τη χορήγηση (μέση [CV]: AUC 475 [33,4%] ng.ημέρες/ml, Cmax 25,1 [35,3%] ng/ml, Cmin 16,3 [25,9%] ng/ml, αντίστοιχα). Στη σταθεροποιημένη κατάσταση, οι συγκεντρώσεις πλάσματος της φουλβεστράντης διατηρούνται εντός σχετικά μικρού εύρους με τις μέγιστες συγκεντρώσεις έως περίπου στο τριπλάσιο των συγκεντρώσεων κατά την έναρξη. Μετά από την ενδομυϊκή χορήγηση, η έκθεση είναι περίπου ανάλογη της δόσης για το εύρος των δόσεων από 50 έως 500 mg.

Κατανομή

Η φουλβεστράντη υπόκειται σε εκτενή και ταχεία κατανομή. Ο μεγάλος φαινομενικός όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vdss) περίπου 3 έως 5 l/kg, υποδηλώνει ότι η κατανομή είναι σε μεγάλο βαθμό εξω-αγγειακή. Το fulvestrant συνδέεται εκτενώς (99%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Τα πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL), χαμηλής πυκνότητας (LDL) και υψηλής πυκνότητας (HDL) λιποπρωτεϊνικά κλάσματα είναι τα κύρια συστατικά σύνδεσης. Δεν διεξήχθησαν μελέτες αλληλεπίδρασης που να αφορούν ανταγωνιστική σύνδεση με τις πρωτεΐνες. Ο ρόλος της σφαιρίνης που συνδέεται με τις ορμόνες φύλου δεν έχει διευκρινισθεί.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός της φουλβεστράντης δεν έχει πλήρως διερευνηθεί, αλλά περιλαμβάνει συνδυασμούς ενός αριθμού πιθανών οδών βιομετατροπής ανάλογων με αυτών των ενδογενών στεροειδών. Οι μεταβολίτες που έχουν ταυτοποιηθεί (περιλαμβάνει 17-κετονικούς, σουλφονικούς, 3-θειϊκούς και 3-και 17-γλυκουρονικούς μεταβολίτες) είναι είτε λιγότερο δραστικοί ή παρουσιάζουν παρόμοια δραστικότητα με τη φουλβεστράντη σε αντιοιστρογονικά μοντέλα. Μελέτες που χρησιμοποίησαν ανθρώπινα ηπατικά παρασκευάσματα και ανασυνδυασμένα ανθρώπινα ένζυμα έδειξαν ότι το CYP3A4 είναι το μόνο P450 ισοένζυμο που ενέχεται στην οξείδωση της φουλβεστράντης, ωστόσο επικρατέστεροι in vivo εμφανίζονται οι οδοί που δεν σχετίζονται με το P450. Δεδομένα in-vitro υποδηλώνουν ότι η φουλβεστράντη δεν αναστέλλει τα ισοένζυμα του CYP450.

Αποβολή

Το fulvestrant απομακρύνεται κυρίως με μεταβολισμένη μορφή. Η κύρια οδός απέκκρισης είναι μέσω των κοπράνων, με κάτω του 1% να απεκκρίνεται στα ούρα. Η φουλβεστράντη έχει υψηλή κάθαρση, 11±1,7 ml/min/kg, γεγονός που υποδηλώνει υψηλή αναλογία ηπατικής απέκκρισης. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t1/2) μετά την ενδομυϊκή χορήγηση εξαρτάται από το ρυθμό απορρόφησης και υπολογίζεται στις 50 ημέρες.

Ειδικοί πληθυσμοί

Σε πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση των δεδομένων από μελέτες Φάσης 3, δεν παρατηρήθηκε διαφορά στο φαρμακοκινητικό προφίλ της φουλβεστράντης με βάση την ηλικία (εύρος 33 έως 89 έτη), το βάρος (40-127 kg) ή τη φυλή.

Νεφρική δυσλειτουργία Ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία δεν επηρέασε κλινικά σημαντικά την φαρμακοκινητική της φουλβεστράντης.

Ηπατική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της φουλβεστράντης αξιολογήθηκε σε μία κλινική μελέτη εφάπαξ δόσης σε γυναίκες με ήπια έως μέτρια διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας (σταδίου Α και Β κατά Child - Pugh). Χρησιμοποιήθηκε μία υψηλή δόση βραχύτερης διάρκειας σε μορφή ενδομυϊκής ένεσης. Σημειώθηκε μία αύξηση κατά περίπου 2,5 φορές της AUC στις γυναίκες με ηπατική διαταραχή σε σχέση με τους υγιείς. Στους ασθενείς που χορηγείται Fulvestrant/Innovis, μία αύξηση στην έκθεση αυτού του μεγέθους αναμένεται να είναι καλά ανεκτή. Δεν αξιολογήθηκαν γυναίκες με σοβαρή ηπατική διαταραχή (σταδίου C κατά Child - Pugh).

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι φαρμακοκινητικές της φουλβεστράντης έχουν αξιολογηθεί σε μια κλινική μελέτη που διεξήχθη σε 30 κορίτσια με Προοδευτικά Πρώιμη Ήβη που συνδεόταν με Σύνδρομο McCune Albright (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι παιδιατρικοί ασθενείς ήταν ηλικίας 1 έως 8 ετών και έλαβαν μηνιαίες ενδομυϊκές δόσεις φουλβεστράντης των 4 mg/kg. Η γεωμετρική μέση συγκέντρωση (σταθερή απόκλιση) σε σταθεροποιημένη κατάσταση ύφεσης (Cmin, ss) και η AUCss ήταν 4,2 (0,9) ng/ml και 3680 (1020) ng hr*/ml, αντίστοιχα. Αν και τα στοιχεία που συλλέχθηκαν ήταν περιορισμένα, οι συγκεντρώσεις της φουλβεστράντης σε σταθεροποιημένη κατάσταση στα παιδιά φαίνονται να είναι σύμφωνες με εκείνες των ενηλίκων.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

40 ημέρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

99%
DrugBank

Απέκκριση

Κόπρανα
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
104741
Μοριακός τύπος
C32H47F5O3S
Μοριακό βάρος
606.8
IUPAC
(7R,8R,9S,13S,14S,17S)-13-methyl-7-[9-(4,4,5,5,5-pentafluoropentylsulfinyl)nonyl]-6,7,8,9,11,12,14,15,16,17-decahydrocyclopenta[a]phenanthrene-3,17-diol
InChIKey
VWUXBMIQPBEWFH-WCCTWKNTSA-N
Κατάταξη MeSH

Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH

Αντινεοπλασματικοί παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ορμονοευαίσθητων όγκων. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να είναι ορμονοεξαρτώμενοι, ορμονοευαίσθητοι ή και τα δύο. Ένας ορμονοεξαρτώμενος όγκος υποχωρεί με την αφαίρεση του ορμονικού ερεθίσματος, μέσω χειρουργικής επέμβασης ή φαρμακολογικού αποκλεισμού. Οι ορμονοευαίσθητοι όγκοι μπορεί να υποχωρήσουν όταν χορηγούνται φαρμακολογικές ποσότητες ορμονών, ανεξάρτητα από το αν έχουν παρατηρηθεί προηγουμένως σημάδια ορμονοευαισθησίας. Τα κύρια ορμονοευαίσθητα καρκινώματα περιλαμβάνουν καρκινώματα του μαστού, του προστάτη και της μήτρας, λεμφώματα και ορισμένες λευχαιμίες. (Από AMA Drug Evaluations Annual 1994, σ.2079)

Ενώσεις και φάρμακα που συνδέονται και μπλοκάρουν ή αναστέλλουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΟΙΣΤΡΟΓΟΝΩΝ.