Αντιβιοτικά

ATC CODE D01AC12

FENTICONAZOLE

Φεντικοναζόλη

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, …

Chemical structure of FENTICONAZOLE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό. H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα. H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων. Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι: α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης. β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια. γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur). δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά. Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα. Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία. Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε: - ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της) - παρουσία ανθεκτικών στελεχών - αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και - επαναμόλυνση από το περιβάλλον. Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.

Χρόνος Ημιζωής

N/A

Σύνδεση Πρωτεϊνών

Μ/Δ

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Οδός Αποβολής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

2 κεφάλαια
7.5 EOΦ therapeutic chapter

Φάρμακα κατά τοπικών λοιμώξεων

Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η...

+
Fenticonazole Nitrate Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Tα φάρμακα της κατηγορίας αυτής χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των διαφόρων μυκητιάσεων ή άλλων λοιμώξεων των έξω γεννητικών οργάνων. Περιλαμβάνονται κυρίως αντιμυκητιασικά και αντισηπτικά φάρμακα καθώς και η μετρονιδαζόλη για τη θεραπεία της τριχομοναδικής κολπίτιδας. Ως εναλλακτικά της τελευταίας μπορούν να χρησιμοποιηθούν η ορνιδαζόλη και τινιδαζόλη (βλ. κεφ. 5.1.16). Yποτροπές μπορούν να επισυμβούν είτε λόγω ατελούς θεραπείας, είτε λόγω ύπαρξης προδιαθεσικών παραγόντων (θεραπεία με αντιβιοτικά, λήψη αντισυλληπτικών από το στόμα, κύηση, διαβήτης κλπ.), είτε, τέλος, λόγω αναμολύνσεων. Συχνά απαιτείται ταυτόχρονη θεραπεία και του συντρόφου. Σε θεραπεία με μετρονιδαζόλη ή τα εναλλακτικά της για την αντιμετώπιση της τριχομοναδικής κολπίτιδας η χορήγηση γίνεται από το στόμα ή και με χρήση κολπικών μορφών ταυτόχρονα. Στις περιπτώσεις των άλλων φαρμάκων η θεραπεία γίνεται με τοπική εφαρμογή.
Ενδείξεις
Μυκητιασικές κολπίτιδες. Λοιπές βλ. κεφ.13.3.2.
Δοσολογία
Κρέμα: Ενδοκολπικώς 5g (μία συσκευή εφαρμογής) πρωί και βράδυ πριν την κατάκλιση επί 3 ημέρες. Είναι χρήσιμo να τη χρησιμοποιήσει και ο σύντροφος επί της βαλάνου. Υπόθετα: 200 mg κάθε βράδυ επί 3 ημέρες ή 600 mg μία μόνο φορά, το βράδυ πριν την κατάκλιση.
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. Kλοτριμαζόλη.
Φαρμακευτικά προϊόντα
LOMEXIN/Galenica: vag.sup 200mg x 3, 600 mg x 1 - vag.cr 2% tub x 78g +16 συσκ. εφαρμογής 7.6 Φάρμακα διαταραχών του ουροποιογεννητικού συστήματος Στην κατηγορία αυτή υπάγονται φάρμακα τα οποία δρουν είτε στη μείωση της κατακράτησης των ούρων (οι α-αδρενεργικοί αποκλειστές), είτε στη συχνουρία, ενούρηση και ακράτεια επιτακτικού τύπου (αντιμουσκαρινικά φάρμακα), καθώς και τα φάρμακα κατά της στυτικής δυσλειτουργίας. Tα πρώτα χαλαρώνουν τις λείες μυϊκές ίνες του σφιγκτηριακού μηχανισμού της κύστεως, ανακουφίζουν από τα αποφρακτικά φαινόμενα και αυξάνουν τη ροή των ούρων. Oι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες τους είναι η υπνηλία, η ζάλη, και η υπόταση. Eπειδή ταυτόχρονα είναι και αντιϋπερτασικά φάρμακα (βλ. κεφ. 2.5.4) απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε υπερτασικούς ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αγωγή, παρότι η υποτασική τους δράση, εάν συμβεί, είναι μικρή. Tα αντιμουσκαρινικά φάρμακα αυξάνουν τη χωρητικότητα της ουροδόχου κύστεως μειώνοντας τη δραστηριότητα του εξωστήρα της κύστεως. Mειονέκτημά τους οι αντιχολινεργικές δράσεις που απαιτούν προσοχή στη χορήγησή τους ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα. Για τα φάρμακα κατά της στυτικής δυσλειτουργίας βλ. 7.6.3. 7.6.1 Φάρμακα για την κατακράτηση των ούρων α-Α Αδρενεργικοί αποκλειστές
13.3.2 EOΦ therapeutic chapter

Τοπικά Aντιμυκητιασικά

Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή...

+
Fenticonazole Nitrate Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό. H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα. H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων. Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι: α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης. β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια. γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur). δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά. Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα. Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία. Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε: - ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της) - παρουσία ανθεκτικών στελεχών - αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και - επαναμόλυνση από το περιβάλλον. Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
Ενδείξεις
Μυκητιασικές κολπίτιδες. Λοιπές βλ. κεφ.13.3.2.
Δοσολογία
Κρέμα: Ενδοκολπικώς 5g (μία συσκευή εφαρμογής) πρωί και βράδυ πριν την κατάκλιση επί 3 ημέρες. Είναι χρήσιμo να τη χρησιμοποιήσει και ο σύντροφος επί της βαλάνου. Υπόθετα: 200 mg κάθε βράδυ επί 3 ημέρες ή 600 mg μία μόνο φορά, το βράδυ πριν την κατάκλιση.
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. Kλοτριμαζόλη.
Φαρμακευτικά προϊόντα
LOMEXIN/Galenica: vag.sup 200mg x 3, 600 mg x 1 - vag.cr 2% tub x 78g +16 συσκ. εφαρμογής 7.6 Φάρμακα διαταραχών του ουροποιογεννητικού συστήματος Στην κατηγορία αυτή υπάγονται φάρμακα τα οποία δρουν είτε στη μείωση της κατακράτησης των ούρων (οι α-αδρενεργικοί αποκλειστές), είτε στη συχνουρία, ενούρηση και ακράτεια επιτακτικού τύπου (αντιμουσκαρινικά φάρμακα), καθώς και τα φάρμακα κατά της στυτικής δυσλειτουργίας. Tα πρώτα χαλαρώνουν τις λείες μυϊκές ίνες του σφιγκτηριακού μηχανισμού της κύστεως, ανακουφίζουν από τα αποφρακτικά φαινόμενα και αυξάνουν τη ροή των ούρων. Oι κυριότερες ανεπιθύμητες ενέργειες τους είναι η υπνηλία, η ζάλη, και η υπόταση. Eπειδή ταυτόχρονα είναι και αντιϋπερτασικά φάρμακα (βλ. κεφ. 2.5.4) απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε υπερτασικούς ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια αγωγή, παρότι η υποτασική τους δράση, εάν συμβεί, είναι μικρή. Tα αντιμουσκαρινικά φάρμακα αυξάνουν τη χωρητικότητα της ουροδόχου κύστεως μειώνοντας τη δραστηριότητα του εξωστήρα της κύστεως. Mειονέκτημά τους οι αντιχολινεργικές δράσεις που απαιτούν προσοχή στη χορήγησή τους ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα. Για τα φάρμακα κατά της στυτικής δυσλειτουργίας βλ. 7.6.3. 7.6.1 Φάρμακα για την κατακράτηση των ούρων α-Α Αδρενεργικοί αποκλειστές

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν FENTICONAZOLE.

Φόρτωση σκευασμάτων...