FARICIMAB
Φαρισιμάμπη
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-VABYSMO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοϋαλοειδική
- Δόση έναρξης: 6 mg (0,05 ml διαλύματος) κάθε 4 εβδομάδες για τις πρώτες 4 δόσεις
- Τιτλοποίηση: Για nAMD: Εξατομίκευση με βάση την ενεργότητα της νόσου. Κάθε 16 εβδομάδες (χωρίς ενεργότητα) ή κάθε 8/12 εβδομάδες (με ενεργότητα). Για DME: Προσέγγιση θεραπείας-και-επέκτασης, με δυνατότητα επέκτασης έως κάθε 16 εβδομάδες με προσαυξήσεις 4 εβδομάδων.
-
Ενήλικες (nAMD)Δόση6 mg (0,05 ml διαλύματος)Αρχικά κάθε 4 εβδομάδες για 4 δόσεις. Στη συνέχεια, εξατομικευμένη θεραπεία: κάθε 16 εβδομάδες (χωρίς ενεργότητα νόσου) ή κάθε 8 ή 12 εβδομάδες (με ενεργότητα νόσου).
-
Ενήλικες (DME)Δόση6 mg (0,05 ml διαλύματος)Αρχικά κάθε 4 εβδομάδες για 4 δόσεις. Στη συνέχεια, εξατομικευμένη θεραπεία-και-επέκτασης: μπορεί να επεκταθεί έως κάθε 16 εβδομάδες, με προσαυξήσεις 4 εβδομάδων.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (≥ 65 ετών). Περιορισμένα δεδομένα ασφαλείας σε ασθενείς άνω των 85 ετών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για τις ενδείξεις nAMD και DME.
block
SPC-VABYSMO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις
-
Ενεργή ενδοφθάλμια φλεγμονή
warning
SPC-VABYSMO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ιχνηλασιμότητατο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ενδοϋαλοειδική ένεσηΠρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται οι σωστές άσηπτες τεχνικές ένεσης κατά τη χορήγηση του Vabysmo. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να αναφέρουν κάθε σύμπτωμα, όπως άλγος, απώλεια όρασης, φωτοφοβία, θολή όραση, μυοψίες ή ερυθρότητα που είναι υποδηλωτικά ενδοφθαλμίτιδας ή οποιεσδήποτε από τις προαναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες χωρίς καθυστέρηση, ώστε να είναι εφικτή η έγκαιρη και κατάλληλη αντιμετώπιση.
-
Αυξήσεις ενδοφθάλμιας πίεσηςΠροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γλαύκωμα που δεν ελέγχεται επαρκώςΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή (μην εκτελείτε ένεση με Vabysmo όταν ΕΟΠ είναι ≥ 30 mmHg). Σε όλες τις περιπτώσεις, τόσο η ΕΟΠ όσο και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου πρέπει να παρακολουθούνται και να γίνεται κατάλληλη διαχείρισή τους.
-
Συστηματικές επιδράσειςΠληθυσμόςασθενείς με DME με υψηλή αρτηριακή πίεση (≥ 140/90 mmHg) και αγγειακή νόσο και σε ασθενείς με nAMD ηλικίας ≥ 85 ετώνΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της θεραπείας με φαρισιμάμπη σε αυτές τις ομάδες ασθενών.
-
ΑνοσογονικότηταΟι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να ενημερώνουν το ιατρό τους σχετικά με οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ενδοφθάλμιας φλεγμονής, όπως απώλεια όρασης, άλγος του οφθαλμού, αυξημένη ευαισθησία στο φως, μυοψίες ή επιδεινούμενη ερυθρότητα του οφθαλμού, τα οποία μπορεί να αποτελούν κλινικά σημεία που αποδίδονται σε υπερευαισθησία έναντι της φαρισιμάμπης.
-
Αμφοτερόπλευρη θεραπείαΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης χορηγούμενης και στους δύο οφθαλμούς ταυτόχρονα δεν έχουν μελετηθεί. Η αμφοτερόπλευρη θεραπεία θα μπορούσε να προκαλέσει αμφοτερόπλευρες οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες και/ή δυνητικά να οδηγήσει σε αύξηση της συστηματικής έκθεσης, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγόντων αντι-VEGFΗ φαρισιμάμπη δε θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα αντι-VEGF (συστηματικά ή οφθαλμικά).
-
Προσωρινή διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείςΗ θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά σε ασθενείς με: Ρηγματογενή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, οπές ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4, ρήξη αμφιβληστροειδούς (Η θεραπεία δε θα πρέπει να ξαναρχίζει έως ότου επέλθει επαρκής αποκατάσταση).
-
Προσωρινή διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείςΗ θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά σε ασθενείς με: Μείωση της καλύτερα διορθωμένης οπτικής οξύτητας (Best Corrected Visual Acuity, BCVA) που σχετίζεται με τη θεραπεία ≥ 30 γράμματα συγκριτικά με την τελευταία αξιολόγηση της οπτικής οξύτητας (Η θεραπεία δε θα πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία).
-
Προσωρινή διακοπή της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείςΗ θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά σε ασθενείς με: Ενδοφθάλμια πίεση ≥ 30 mmHg.
swap_horiz
SPC-VABYSMO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα συστηματικά ή οφθαλμικά αντι-VEGF φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχροναΣύστασηΑποφυγή ταυτόχρονης χορήγησης
sick
SPC-VABYSMO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Καταρράκτης
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Εξιδρώματα υαλοειδούς σώματος
- Ρήξη μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς
- Πόνος οφθαλμού
- Αυξημένη δακρύρροια
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος
- Δυσφορία οφθαλμού
- Κνησμός οφθαλμού
- Εκδορά κερατοειδούς
- Υπεραιμία οφθαλμού
- Θάμβος όρασης
- Ιρίτιδα
- Ραγοειδίτιδα
- Ιριδοκυκλίτιδα
- Υαλίτιδα
- Ενδοφθαλμίτιδα
- Ρήξη αμφιβληστροειδούς
- Υπεραιμία επιπεφυκότα
- Μειωμένη οπτική οξύτητα
- Ρηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούς
- Αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση
- Αίσθηση ξένου σώματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ενδοφθάλμια πίεσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΕξιδρώματα υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠόνος οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΡήξη μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑίσθηση ξένου σώματοςΆλλο
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσφορία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕκδορά κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕνδοφθαλμίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΙρίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΙριδοκυκλίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη οπτική οξύτηταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΡήξη αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΡαγοειδίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥαλίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπεραιμία επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπεραιμία οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΡηγματογενής αποκόλληση αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
pregnant_woman
SPC-VABYSMO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΘα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψηΚατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία ενδοϋαλοειδική ένεση της φαρισιμάμπης.
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΕκτός και εάν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα. Λόγω του μηχανισμού δράσης (αναστολή του VEGF), θεωρείται δυνητικά τερατογόνος και εμβρυοτοξική (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χρησιμοποιείταιΔεν είναι γνωστό εάν η φαρισιμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με φαρισιμάμπη.
-
ΓονιμότηταΔεν παρατηρήθηκαν επιδράσειςΣτα αναπαραγωγικά όργανα ή στη γονιμότητα σε μια μελέτη διάρκειας 6 μηνών σε πιθήκους cynomolgus με τη φαρισιμάμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
SPC-VABYSMO
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-VABYSMO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-VABYSMO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμάτωση κεφαλής οπτικού νεύρου | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Μετά την ενδοϋαλοειδική ένεση |
| Ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) | visibilityΟφθαλμολογικός έλεγχος | — | Μετά την ενδοϋαλοειδική ένεση |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-VABYSMO
expand_more
Δοσολογία
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να χορηγείται από έναν εξειδικευμένο ιατρό που διαθέτει εμπειρία σε ενδοϋαλοειδικές ενέσεις. Κάθε φιαλίδιο θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία μόνο ενός οφθαλμού.
Δοσολογία
Νεοαγγειακή (υγρού τύπου) ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (nAMD) Η συνιστώμενη δόση είναι 6 mg (0,05 ml διαλύματος) χορηγούμενα με ενδοϋαλοειδική ένεση κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως) για τις πρώτες 4 δόσεις.
Στη συνέχεια, συνιστάται μια εκτίμηση της ενεργότητας της νόσου με βάση την οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα 20 και/ή 24 εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας, έτσι ώστε να μπορέσει η θεραπεία να εξατομικευτεί. Σε ασθενείς χωρίς ενεργότητα της νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης φαρισιμάμπης κάθε 16 εβδομάδες (4 μήνες). Σε ασθενείς με ενεργότητα της νόσου, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο θεραπείας κάθε 8 εβδομάδες (2 μήνες) ή 12 εβδομάδες (3 μήνες). Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα ασφάλειας για μεσοδιαστήματα θεραπείας 8 εβδομάδων ή λιγότερο μεταξύ των ενέσεων. Η παρακολούθηση μεταξύ των επισκέψεων για τη χορήγηση δόσης θα πρέπει να προγραμματίζεται με βάση την κατάσταση του ασθενούς και κατά την κρίση του ιατρού, αλλά δεν υπάρχει απαίτηση για μηνιαία παρακολούθηση μεταξύ των ενέσεων.
Διαταραχή της όρασης λόγω διαβητικού οιδήματος της ωχράς κηλίδας (DME) Η συνιστώμενη δόση είναι 6 mg (0,05 ml διαλύματος) χορηγούμενα με ενδοϋαλοειδική ένεση κάθε 4 εβδομάδες (μηνιαίως) για τις πρώτες 4 δόσεις.
Στη συνέχεια, η θεραπεία εξατομικεύεται χρησιμοποιώντας μια προσέγγιση θεραπείας-και-επέκτασης. Με βάση την κρίση του ιατρού σχετικά με την οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα του ασθενούς, τα μεσοδιαστήματα των δόσεων μπορεί να επεκταθούν έως κάθε 16 εβδομάδες (4 μήνες), με προσαυξήσεις μέχρι και 4 εβδομάδων. Εάν η οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα αλλάξουν, το μεσοδιάστημα των δόσεων πρέπει να προσαρμοστεί αναλόγως, και μείωση του μεσοδιαστήματος θεραπείας πρέπει να εφαρμοστεί εάν η οπτική οξύτητα και/ή οι ανατομικές παράμετροι επιδεινωθούν (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Μεσοδιαστήματα θεραπείας μικρότερα από 4 εβδομάδες μεταξύ των ενέσεων δεν έχουν μελετηθεί. Η παρακολούθηση μεταξύ των επισκέψεων για τη χορήγηση δόσης θα πρέπει να προγραμματίζεται με βάση την κατάσταση του ασθενούς και κατά την κρίση του ιατρού, αλλά δεν υπάρχει απαίτηση για μηνιαία παρακολούθηση μεταξύ των ενέσεων.
Διάρκεια θεραπείας Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν προορίζεται για μακροχρόνια θεραπεία. Εάν η οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι ο ασθενής δεν επωφελείται από τη συνέχιση της θεραπείας, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται.
Δόση που καθυστέρησε ή παραλείφθηκε Εάν μια δόση καθυστερήσει ή παραλειφθεί, ο ασθενής θα πρέπει να επιστρέψει για να αξιολογηθεί από ιατρό στην επόμενη διαθέσιμη επίσκεψη και να συνεχίσει τη δοσολόγηση κατά την κρίση του ιατρού.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα δεδομένα ασφαλείας σε ασθενείς με nAMD άνω των 85 ετών είναι περιορισμένα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
- Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση αυτού του φαρμακευτικού προϊόντος στον παιδιατρικό πληθυσμό για τις ενδείξεις nAMD και DME.
Τρόπος χορήγησης
Μόνο για ενδοϋαλοειδική χρήση.
Το Vabysmo θα πρέπει να επιθεωρείται οπτικά για την ύπαρξη σωματιδίων και αποχρωματισμό πριν από τη χορήγηση και, εάν παρατηρηθεί κάτι τέτοιο, το φιαλίδιο δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται. Η διαδικασία της ενδοϋαλοειδικής ένεσης θα πρέπει να διενεργείται υπό άσηπτες συνθήκες, οι οποίες περιλαμβάνουν τη χρήση χειρουργικής αντισηψίας των χεριών, αποστειρωμένου χειρουργικού πεδίου και αποστειρωμένου βλεφαροδιαστολέα (ή ισοδύναμου). Πριν από τη διενέργεια της ενδοϋαλοειδικής διαδικασίας, θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς για αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Θα πρέπει να χορηγείται επαρκής αναισθησία και να χρησιμοποιείται τοπικό μικροβιοκτόνο ευρέος φάσματος για την αντισηψία του περιοφθαλμικού δέρματος, των βλεφάρων και της επιφάνειας του οφθαλμού πριν από την ένεση.
Η βελόνα της ένεσης θα πρέπει να εισάγεται 3,5 έως 4,0 mm πίσω από το σκληροκερατοειδές όριο εντός της υαλοειδικής κοιλότητας, αποφεύγοντας τον οριζόντιο μεσημβρινό και στοχεύοντας προς το κέντρο του βολβού. Στη συνέχεια, ο όγκος 0,05 ml της ένεσης χορηγείται αργά. Για τις επόμενες ενέσεις θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ένα διαφορετικό σημείο στον σκληρό χιτώνα.
Μετά την ένεση, κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα θα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
Αμέσως μετά την ενδοϋαλοειδική ένεση, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Η κατάλληλη παρακολούθηση μπορεί να περιλαμβάνει έλεγχο αιμάτωσης της κεφαλής του οπτικού νεύρου ή τονομέτρηση. Εάν απαιτείται, θα πρέπει να υπάρχει διαθέσιμος αποστειρωμένος εξοπλισμός παρακέντησης.
Μετά την ενδοϋαλοειδική ένεση, οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες ώστε να αναφέρουν χωρίς καθυστέρηση κάθε σύμπτωμα που μπορεί να υποδηλώνει ενδοφθαλμίτιδα (π.χ. απώλεια όρασης, άλγος οφθαλμού, ερυθρότητα οφθαλμού, φωτοφοβία, θάμβος όρασης).
Για οδηγίες σχετικά με τον χειρισμό του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-VABYSMO
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Ενεργές ή πιθανολογούμενες οφθαλμικές ή περιοφθαλμικές λοιμώξεις.
- Ενεργή ενδοφθάλμια φλεγμονή.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-VABYSMO
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την ενδοϋαλοειδική ένεση
Οι ενδοϋαλοειδικές ενέσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών με τη φαρισιμάμπη, έχουν συσχετιστεί με ενδοφθαλμίτιδα, ενδοφθάλμια φλεγμονή, ρηγματογενή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς και ρήξη του αμφιβληστροειδούς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πρέπει πάντοτε να εφαρμόζονται οι σωστές άσηπτες τεχνικές ένεσης κατά τη χορήγηση του Vabysmo. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να αναφέρουν κάθε σύμπτωμα, όπως άλγος, απώλεια όρασης, φωτοφοβία, θολή όραση, μυοψίες ή ερυθρότητα που είναι υποδηλωτικά ενδοφθαλμίτιδας ή οποιεσδήποτε από τις προαναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες χωρίς καθυστέρηση, ώστε να είναι εφικτή η έγκαιρη και κατάλληλη αντιμετώπιση. Οι ασθενείς με αυξημένη συχνότητα ενέσεων μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο επιπλοκών από τη διαδικασία.
Αυξήσεις ενδοφθάλμιας πίεσης
Έχουν παρατηρηθεί παροδικές αυξήσεις της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) (εντός 60 λεπτών από την ενδοϋαλοειδική ένεση, συμπεριλαμβανομένων και των ενέσεων με φαρισιμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα που δεν ελέγχεται επαρκώς (μην εκτελείτε ένεση με Vabysmo όταν ΕΟΠ είναι ≥ 30 mmHg). Σε όλες τις περιπτώσεις, τόσο η ΕΟΠ όσο και η αιμάτωση της κεφαλής του οπτικού νεύρου πρέπει να παρακολουθούνται και να γίνεται κατάλληλη διαχείρισή τους.
Συστηματικές επιδράσεις
Έχουν αναφερθεί συστηματικά ανεπιθύμητα συμβάντα, στα οποία συγκαταλέγονται αρτηριακά θρομβοεμβολικά συμβάντα, μετά από ενδοϋαλοειδική ένεση αναστολέων αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα (vascular endothelial growth factor, VEGF) και υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος ότι αυτά μπορεί να σχετίζονται με την αναστολή του VEGF. Ένα χαμηλό ποσοστό εμφάνισης αρτηριακών θρομβοεμβολικών συμβάντων παρατηρήθηκε στις κλινικές δοκιμές με φαρισιμάμπη σε ασθενείς με nAMD και DME. Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα σχετικά με την ασφάλεια της θεραπείας με φαρισιμάμπη σε ασθενείς με DME με υψηλή αρτηριακή πίεση (≥ 140/90 mmHg) και αγγειακή νόσο και σε ασθενείς με nAMD ηλικίας ≥ 85 ετών.
Ανοσογονικότητα
Καθώς πρόκειται για μια θεραπευτική πρωτεΐνη, υπάρχει η πιθανότητα ανοσογονικότητας με τη φαρισιμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να ενημερώνουν το ιατρό τους σχετικά με οποιαδήποτε σημεία ή συμπτώματα ενδοφθάλμιας φλεγμονής, όπως απώλεια όρασης, άλγος του οφθαλμού, αυξημένη ευαισθησία στο φως, μυοψίες ή επιδεινούμενη ερυθρότητα του οφθαλμού, τα οποία μπορεί να αποτελούν κλινικά σημεία που αποδίδονται σε υπερευαισθησία έναντι της φαρισιμάμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Αμφοτερόπλευρη θεραπεία
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης χορηγούμενης και στους δύο οφθαλμούς ταυτόχρονα δεν έχουν μελετηθεί. Η αμφοτερόπλευρη θεραπεία θα μπορούσε να προκαλέσει αμφοτερόπλευρες οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες και/ή δυνητικά να οδηγήσει σε αύξηση της συστηματικής έκθεσης, η οποία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Μέχρι να καταστούν διαθέσιμα δεδομένα για αμφοτερόπλευρη χρήση, αυτός είναι ένας θεωρητικός κίνδυνος για τη φαρισιμάμπη.
Ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγόντων αντι-VEGF
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για την ταυτόχρονη χρήση της φαρισιμάμπης με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα αντι-VEGF στον ίδιο οφθαλμό. Η φαρισιμάμπη δε θα πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα αντι-VEGF (συστηματικά ή οφθαλμικά).
Προσωρινή διακοπή της θεραπείας
Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά σε ασθενείς με:
- Ρηγματογενή αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, οπές ωχράς κηλίδας σταδίου 3 ή 4, ρήξη αμφιβληστροειδούς. Η θεραπεία δε θα πρέπει να ξαναρχίζει έως ότου επέλθει επαρκής αποκατάσταση.
- Μείωση της καλύτερα διορθωμένης οπτικής οξύτητας (Best Corrected Visual Acuity, BCVA) που σχετίζεται με τη θεραπεία ≥ 30 γράμματα συγκριτικά με την τελευταία αξιολόγηση της οπτικής οξύτητας. Η θεραπεία δε θα πρέπει να ξαναρχίζει νωρίτερα από την επόμενη προγραμματισμένη θεραπεία.
- Ενδοφθάλμια πίεση ≥ 30 mmHg.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-VABYSMO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-VABYSMO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν καταρράκτης (11%), αιμορραγία του επιπεφυκότα (7%), ΕΟΠ αυξημένη (4%), εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος (4%), πόνος του οφθαλμού (3%) και ρήξη μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (nAMD μόνο) (3%). Οι πιο συχνές σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν ραγοειδίτιδα (0,5%), υαλίτιδα (0,3%), ενδοφθαλμίτιδα (0,3%), ρήξη του αμφιβληστροειδούς (0,2%), και ρηγματογενής αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς (< 0,1%) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε κλινικές μελέτες παρατίθενται σύμφωνα με την κατηγορία/οργανικό σύστημα της βάσης δεδομένων MedDRA και ταξινομούνται ανά συχνότητα με τη χρήση της ακόλουθης σύμβασης: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Συχνότητες ανεπιθύμητων ενεργειών
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA | Κατηγορία συχνότητας |
|---|---|
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Καταρράκτης | Πολύ Συχνές |
| Αιμορραγία του επιπεφυκότα | Συχνές |
| Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος | Συχνές |
| Ρήξη μελάγχρου επιθηλίου του αμφιβληστροειδούς (μόνο για την nAMD) | Συχνές |
| Ενδοφθάλμια πίεση αυξημένη | Συχνές |
| Πόνος του οφθαλμού | Συχνές |
| Δακρύρροια αυξημένη | Όχι συχνές |
| Ερεθισμός του οφθαλμού | Όχι συχνές |
| Αιμορραγία του υαλοειδούς σώματος | Όχι συχνές |
| Δυσφορία του οφθαλμού | Όχι συχνές |
| Κνησμός του οφθαλμού | Όχι συχνές |
| Εκδορά του κερατοειδούς | Όχι συχνές |
| Υπεραιμία του οφθαλμού | Όχι συχνές |
| Θάμβος όρασης | Όχι συχνές |
| Ιρίτιδα | Όχι συχνές |
| Ραγοειδίτιδα | Όχι συχνές |
| Ιριδοκυκλίτιδα | Όχι συχνές |
| Υαλίτιδα | Όχι συχνές |
| Αίσθηση ξένου σώματος | Όχι συχνές |
| Ενδοφθαλμίτιδα | Όχι συχνές |
| Ρήξη αμφιβληστροειδούς | Όχι συχνές |
| Υπεραιμία του επιπεφυκότα | Όχι συχνές |
| Οπτική οξύτητα μειωμένη | Όχι συχνές |
| Οπτική οξύτητα μειωμένη παροδικά | Σπάνιες |
| Ρηγματογενής αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς | Σπάνιες |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
- Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την κατηγορία του προϊόντος Υπάρχει ένας θεωρητικός κίνδυνος αρτηριακών θρομβοεμβολικών συμβάντων, συμπεριλαμβανομένων του εγκεφαλικού και του εμφράγματος του μυοκαρδίου, μετά από ενδοϋαλοειδική χρήση αναστολέων του VEGF. Μία χαμηλή συχνότητα αρτηριακών θρομβοεμβολικών συμβάντων παρατηρήθηκε στις κλινικές δοκιμές της φαρισιμάμπης σε ασθενείς με nAMD και DME (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε όλες τις ενδείξεις, δεν παρατηρήθηκε αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ των ομάδων που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη και με το συγκριτικό παράγοντα.
- Ανοσογονικότητα Υπάρχει πιθανότητα ανοσοαπόκρισης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με φαρισιμάμπη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μετά από δοσολόγηση με φαρισιμάμπη για έως και 48 (nAMD) και 100 (DME) εβδομάδες, αντισώματα κατά της φαρισιμάμπης που εμφανίστηκαν με τη θεραπεία ανιχνεύθηκαν σε περίπου 10,4% και 9,6% των ασθενών με nAMD και DME αντίστοιχα. Η κλινική σημασία των αντισωμάτων κατά της φαρισιμάμπης για την ασφάλεια δεν είναι σαφής επί του παρόντος. Η συχνότητα της ενδοφθάλμιας φλεγμονής σε θετικούς για αντισώματα κατά της φαρισιμάμπης ασθενείς ήταν 5/75 (6,7%, nAMD) και 15/128 (11,7%, DME), και σε αρνητικούς για αντισώματα έναντι της φαρισιμάμπης ασθενείς ήταν 7/582 (1,2%, nAMD) και 5/1124 (0,4%, DME). Η συχνότητα των σοβαρών οφθαλμικών ανεπιθύμητων ενεργειών σε θετικούς για αντισώματα κατά της φαρισιμάμπης ασθενείς ήταν 3/75 (4,0%, nAMD) και 14/128 (10,9%, DME) και σε αρνητικούς για αντισώματα έναντι της φαρισιμάμπης ασθενείς ήταν 8/582 (1,4%, nAMD) και 45/1124 (4,0%, DME). Τα αντισώματα κατά της φαρισιμάμπης δε συσχετίστηκαν με επίδραση στην κλινική αποτελεσματικότητα ή στη συστηματική φαρμακοκινητική.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-VABYSMO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Οι γυναίκες ασθενείς σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία ενδοϋαλοειδική ένεση της φαρισιμάμπης.
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της φαρισιμάμπης σε έγκυο γυναίκα. Η συστηματική έκθεση στη φαρισιμάμπη μετά από οφθαλμική χορήγηση είναι χαμηλή, αλλά λόγω του μηχανισμού δράσης της (δηλ. αναστολή του VEGF), η φαρισιμάμπη πρέπει να θεωρείται δυνητικά τερατογόνος και εμβρυοτοξική (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η φαρισιμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός και εάν το πιθανό όφελος αντισταθμίζει τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η φαρισιμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη που θηλάζουν δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το Vabysmo δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με φαρισιμάμπη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στα αναπαραγωγικά όργανα ή στη γονιμότητα σε μια μελέτη διάρκειας 6 μηνών σε πιθήκους cynomolgus με τη φαρισιμάμπη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-VABYSMO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Οφθαλμολογικά, αντινεοαγγειωτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: S01LA09
Μηχανισμός δράσης
Η φαρισιμάμπη είναι ένα εξανθρωπισμένο αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) διπλής ειδικότητας, το οποίο δρα μέσω αναστολής δύο διακριτών οδών, με εξουδετέρωση τόσο της αγγειοποιητίνης-2 (Ang-2), όσο και του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα A (VEGF-A). Η Ang-2 προκαλεί αγγειακή αστάθεια, επάγοντας την αποσταθεροποίηση του ενδοθηλίου, την απώλεια των περικυττάρων και την παθολογική αγγειογένεση, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την αγγειακή διαρροή και τη φλεγμονή. Ευαισθητοποιεί επίσης τα αιμοφόρα αγγεία στη δράση του VEGF-A, οδηγώντας σε περαιτέρω αγγειακή αποσταθεροποίηση. Η Ang-2 και ο VEGF-A δρουν συνεργικά στην αύξηση της αγγειακής διαπερατότητας και τη διέγερση της νεοαγγείωσης. Μέσω της διπλής αναστολής της Ang-2 και του VEGF-A, η φαρισιμάμπη μειώνει την αγγειακή διαπερατότητα και τη φλεγμονή, αναστέλλει την παθολογική αγγειογένεση και αποκαθιστά την αγγειακή σταθερότητα.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Παρατηρήθηκε μια μείωση συγκριτικά με την αρχική αξιολόγηση στις διάμεσες συγκεντρώσεις της ελεύθερης οφθαλμικής Ang-2 και του ελεύθερου VEGF-A από την ημέρα 7 και στη συνέχεια στις τέσσερις μελέτες Φάσης III που περιγράφονται παρακάτω.
-
nAMD Στις μελέτες TENAYA και LUCERNE, χρησιμοποιήθηκαν αντικειμενικά, προκαθορισμένα οπτικά και ανατομικά κριτήρια, καθώς και κλινική αξιολόγηση από τον θεράποντα ιατρό, για την καθοδήγηση των θεραπευτικών αποφάσεων στα χρονικά σημεία αξιολόγησης της ενεργότητας της νόσου (εβδομάδα 20 και εβδομάδα 24). Παρατηρήθηκαν μειώσεις στο μέσο πάχος κεντρικού υποπεδίου (central subfield thickness, CST) από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 48 με τη φαρισιμάμπη, οι οποίες ήταν συγκρίσιμες με αυτές που παρατηρήθηκαν με το aflibercept. Η μέση μείωση του CST από την αρχική αξιολόγηση έως τις επισκέψεις του κύριου καταληκτικού σημείου (κατά μέσο όρο στις εβδομάδες 40-48) ήταν 137 µm και -137 µm για τη φαρισιμάμπη, η οποία χορηγούνταν κάθε 16 εβδομάδες (Q16W), έναντι 129 µm και -131 µm με το aflibercept, στις μελέτες TENAYA και LUCERNE, αντίστοιχα. Την εβδομάδα 48, και στις δύο μελέτες υπήρχε συγκρίσιμη επίδραση της φαρισιμάμπης και του aflibercept στη μείωση του IRF, του SRF και της αποκόλλησης του μελάγχρου επιθηλίου (PED). Υπήρξαν επίσης συγκρίσιμες αλλαγές στην έκταση της συνολικής βλάβης CNV και στον περιορισμό της διαρροής στις CNV περιοχές συγκριτικά με την αρχική τιμή για ασθενείς στα σκέλη θεραπείας της φαρισιμάμπης και του aflibercept.
-
DME Στις μελέτες YOSEMITE και RHINE, οι ανατομικές παράμετροι που σχετίζονταν με το οίδημα της ωχράς κηλίδας αποτελούσαν μέρος των αξιολογήσεων της ενεργότητας της νόσου που καθοδηγούσαν τις θεραπευτικές αποφάσεις. Η μέση μείωση της CST από την έναρξη στις επισκέψεις αξιολόγησης του κύριου καταληκτικού σημείου (κατά μέσο όρο στις εβδομάδες 48-56) ήταν αριθμητικά μεγαλύτερη από εκείνες που παρατηρήθηκαν με το aflibercept, με -207 μm και -197 μm σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη Q8W και φαρισιμάμπη με προσαρμοζόμενη δοσολόγηση μέχρι και Q16W σε σύγκριση με -170 μm σε ασθενείς με aflibercept Q8W στη YOSEMITE. Τα αποτελέσματα ήταν 196 μm, 188 μm και 170 μm, αντίστοιχα στη RHINE. Σταθερές μειώσεις της CST παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια του Έτους 2. Μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών και στα δύο σκέλη φαρισιμάμπης πέτυχαν απουσία IRF και απουσία DME (που ορίζεται ως επίτευξη CST κάτω από 325 μm) με την πάροδο του χρόνου μέχρι το έτος 2 σε σύγκριση με το aflibercept και στις δύο μελέτες.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
-
nAMD Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές μελέτες μη κατωτερότητας, διάρκειας 2 ετών, ελεγχόμενες με δραστικό συγκριτικό παράγοντα σε ασθενείς με nAMD, την TENAYA και τη LUCERNE. Στις μελέτες αυτές εντάχθηκαν συνολικά 1329 ασθενείς και 1326 ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον μία δόση φαρμάκου (664 με φαρισιμάμπη). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 50 έως 99 έτη με μέση τιμή [τυπική απόκλιση; SD] τα 75,9 [8,6] έτη. Και στις δύο μελέτες οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία αναλογία 1:1 σε ένα από τα δύο σκέλη θεραπείας:
- Φαρισιμάμπη 6 mg έως και Q16W μετά από τέσσερις αρχικές μηνιαίες δόσεις
- Aflibercept 2 mg Q8W μετά από τρεις αρχικές μηνιαίες δόσεις Μετά από τις πρώτες τέσσερις μηνιαίες δόσεις (εβδομάδες 0, 4, 8 και 12), οι ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο σκέλος της φαρισιμάμπης έλαβαν θεραπεία κάθε 16 εβδομάδες (Q16W), κάθε 12 εβδομάδες (Q12W) ή κάθε 8 εβδομάδες (Q8W) με βάση την αξιολόγηση της ενεργότητας της νόσου στις εβδομάδες 20 και 24, με χρήση αντικειμενικών προκαθορισμένων κριτηρίων όρασης και ανατομικών κριτηρίων, καθώς και με βάση την κλινική αξιολόγηση του θεράποντος ιατρού. Οι ασθενείς παρέμειναν σε αυτά τα καθορισμένα μεσοδιαστήματα χορήγησης δόσης έως την εβδομάδα 60 χωρίς συμπληρωματική θεραπεία.
Αποτελέσματα Και οι δύο μελέτες κατέδειξαν αποτελεσματικότητα στο κύριο καταληκτικό σημείο, το οποίο ορίζεται ως η μέση μεταβολή της BCVA από την αρχική αξιολόγηση έως την μέση τιμή που υπολογίζεται από τις μετρήσεις στις επισκέψεις των εβδομάδων 40, 44 και 48 με βάση τη βαθμολογία γραμμάτων της Μελέτης Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας (Early Treatment Diabetic Retinopathy Study, ETDRS) (Πίνακας 2). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη έως Q16W είχαν μη-κατώτερη μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA, σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με aflibercept Q8W. Οι βελτιώσεις της BCVA κατά την εβδομάδα 48 συγκριτικά με την αρχική τιμή παρουσιάζονται στην Εικόνα 1. Το ποσοστό ασθενών σε κάθε ένα από τα διαφορετικά μεσοδιαστήματα θεραπείας κατά την εβδομάδα 48 στις μελέτες TENAYA και LUCERNE ήταν αντίστοιχα:
- Q16W, 46% και 45%
- Q12W, 34% και 33%
- Q8W, 20% και 22%
Πίνακας 2: Εκβάσεις αποτελεσματικότητας στις επισκέψεις του κύριου καταληκτικού σημείουα στις μελέτες TENAYA και LUCERNE
Εκβάσεις αποτελεσματικότητας TENAYA LUCERNE Φαρισιμάμπη έως Q16W (N = 334) Aflibercept Q8W (N = 337) Μέση μεταβολή στην BCVA, όπως μετριέται με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS από την αρχική αξιολόγηση (95% CI) 5,8 (4,6, 7,1) 5,1 (3,9, 6,4) Διαφορά στη μέση τιμή LS (95% CI) 0,7 (-1,1, 2,5) Ποσοστό ασθενών με αύξηση ≥ 15 γράμματα σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI) 20,0% (15,6%, 24,4%) 15,7% (11,9%, 19,6%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI) 4,3% (-1,6%, 10,1%) Ποσοστό ασθενών που αποφεύγουν απώλεια ≥ 15 γράμματα σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI) 95,4% (93,0%, 97,7%) 94,1% (91,5%, 96,7%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI) 1,3% (-2,2%, 4,8%) Φαρισιμάμπη έως Q16W (N = 331) Aflibercept Q8W (N = 327) Μέση μεταβολή στην BCVA, όπως μετριέται με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS από την αρχική αξιολόγηση (95% CI) 6,6 (5,3, 7,8) 6,6 (5,3, 7,8) Διαφορά στη μέση τιμή LS (95% CI) 0,0 (-1,7, 1,8) Ποσοστό ασθενών με αύξηση ≥ 15 γράμματα σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI) 20,2% (15,9%, 24,6%) 22,2% (17,7%, 26,8%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI) -2,0% (-8,3%, 4,3%) Ποσοστό ασθενών που αποφεύγουν απώλεια ≥ 15 γράμματα σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI) 95,8% (93,6%, 98,0%) 97,3% (95,5%, 99,1%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI) -1,5% (-4,4%, 1,3%) αΜέση τιμή των εβδομάδων 40, 44 και 48. BVCA: Καλύτερα διορθωμένη οπτική οξύτητα. ETDRS: Μελέτη Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας. CI: Διάστημα εμπιστοσύνης. LS: Ελάχιστα τετράγωνα. CMH: Μέθοδος Cochran-Mantel-Haenszel. Μια στατιστική δοκιμασία που δημιουργεί μια εκτίμηση της σχέσης με δυαδική έκβαση και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κατηγορικών μεταβλητών.
Εικόνα 1: Μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 48. Συνδυασμένα δεδομένα από τις μελέτες TENAYA και LUCERNE [Αδύνατη ανάγνωση της εικόνας]
Τόσο στη μελέτη TENAYA όσο και στη LUCERNE, οι βελτιώσεις της BCVA και του CST από την αρχική αξιολόγηση κατά την εβδομάδα 60 ήταν συγκρίσιμες μεταξύ των δύο σκελών θεραπείας και σύμφωνες με αυτές που παρατηρήθηκαν στην εβδομάδα 48. Οι εκβάσεις αποτελεσματικότητας σε όλες τις υποομάδες που αξιολογήθηκαν (π.χ. ηλικία, φύλο, φυλή, αρχική οπτική οξύτητα, τύπος βλάβης, μέγεθος βλάβης) σε κάθε μελέτη και στη συγκεντρωτική ανάλυση ήταν συνεπείς με τα αποτελέσματα στους συνολικούς πληθυσμούς. Σε όλες τις μελέτες, η φαρισιμάμπη έως Q16W κατέδειξε βελτίωση στα προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μέσης αλλαγής από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 48 στη συνολική βαθμολογία 25 στοιχείων του Ερωτηματολογίου Οφθαλμικής Λειτουργίας του Εθνικού Οφθαλμολογικού Ινστιτούτου (NEI VFQ-25), η οποία ήταν συγκρίσιμη με το aflibercept Q8W και ξεπέρασε το όριο των 4 βαθμών. Το μέγεθος αυτών των αλλαγών αντιστοιχεί σε κέρδος 15 γραμμάτων στην BCVA. Η συχνότητα των οφθαλμικών ανεπιθύμητων συμβάντων στον υπό μελέτη οφθαλμό ήταν 38,3% και 37,2% και τα μη οφθαλμικά ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν 52,1% και 54,8%, έως την Εβδομάδα 48 στα σκέλη της φαρισιμάμπης και του aflibercept, αντίστοιχα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
DME Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της φαρισιμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές, διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με δραστικό συγκριτικό φάρμακο, διετείς μελέτες μη κατωτερότητας (YOSEMITE και RHINE) σε ασθενείς με DME. Στις δύο μελέτες εντάχθηκαν συνολικά 1891 ασθενείς, ενώ 1622 (86%) των ασθενών ολοκλήρωσαν τις μελέτες έως την εβδομάδα 100. Συνολικά 1887 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με τουλάχιστον μία δόση έως την εβδομάδα 56 (1262 έλαβαν φαρισιμάμπη). Οι ηλικίες των ασθενών κυμαίνονταν από 24 έως 91 έτη με μέση τιμή [SD] τα 62,2 [9,9] έτη. Ο συνολικός πληθυσμός περιλάμβανε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν αντιVEGF (78%) και ασθενείς που είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα VEGF πριν από τη συμμετοχή στη μελέτη (22%). Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν με αναλογία 1:1:1 σε ένα από τα τρία σχήματα θεραπείας:
- Φαρισιμάμπη 6 mg Q8W μετά τις πρώτες 6 μηνιαίες δόσεις.
- Φαρισιμάμπη 6 mg με προσαρμοζόμενη δοσολόγηση έως και κάθε Q16W, χορηγούμενη σε διαστήματα 4, 8, 12 ή 16 εβδομάδων μετά τις πρώτες 4 μηνιαίες δόσεις.
- Aflibercept 2 mg Q8W μετά τις πρώτες 5 μηνιαίες δόσεις. Στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης μέχρι Q16W, η δοσολόγηση ακολούθησε μια τυποποιημένη προσέγγιση θεραπείας-και-επέκτασης. Το μεσοδιάστημα μπορούσε να αυξηθεί σε στάδια των 4 εβδομάδων ή να μειωθεί σε στάδια των 4 ή των 8 εβδομάδων, με βάση την οπτική οξύτητα και/ή τα ανατομικά αποτελέσματα, χρησιμοποιώντας δεδομένα που ελήφθησαν μόνο σε επισκέψεις χορήγησης δόσης του φαρμάκου της μελέτης.
Αποτελέσματα Και οι δύο μελέτες κατέδειξαν αποτελεσματικότητα στο κύριο καταληκτικό σημείο, το οποίο ορίζεται ως η μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA στο έτος 1 (μέση τιμή κατά τις επισκέψεις στις εβδομάδες 48, 52 και 56), μετρούμενη με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με φαρισιμάμπη έως Q16W είχαν μη κατώτερη μέση μεταβολή από την αρχική αξιολόγηση στην BCVA, σε σχέση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με aflibercept Q8W στο έτος 1, και αυτή η βελτίωση στην όραση διατηρήθηκε και κατά το έτος 2. Λεπτομερή αποτελέσματα και των δύο μελετών παρουσιάζονται στον Πίνακα 3, τον Πίνακα 4 και την Εικόνα 2 παρακάτω. Μετά από 4 αρχικές μηνιαίες δόσεις, οι ασθενείς στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης έως και Q16W θα μπορούσαν να έχουν λάβει συνολικά μεταξύ του ελάχιστου 6 και του μέγιστου 21 συνολικών ενέσεων έως την εβδομάδα 96. Κατά την εβδομάδα 52, το 74% και το 71% των ασθενών στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης έως και Q16W πέτυχαν μεσοδιάστημα χορήγησης δόσης Q16W ή Q12W στις μελέτες YOSEMITE και RHINE, αντίστοιχα, (53% και 51% σε Q16W, 21% και 20% σε Q12W). Από αυτούς τους ασθενείς, το 75% και το 84% διατήρησαν τη δόση ≥ Q12W χωρίς μείωση του μεσοδιαστήματος κάτω από Q12W έως την εβδομάδα 96. Από τους ασθενείς στο Q16W την εβδομάδα 52, το 70% και το 82% των ασθενών διατήρησαν τη δόση του Q16W χωρίς μείωση του μεσοδιαστήματος έως την εβδομάδα 96 στη YOSEMITE και στη RHINE, αντίστοιχα. Κατά την εβδομάδα 96, το 78% των ασθενών στο σκέλος της προσαρμοζόμενης δοσολόγησης φαρισιμάμπης έως και Q16W πέτυχε ένα μεσοδιάστημα δοσολόγησης Q16W ή Q12W και στις δύο μελέτες (60% και 64% στο Q16W, 18% και 14% στο Q12W). Το 4% και το 6% των ασθενών χρειάστηκαν μεσοδιάστημα Q8W και παρέμειναν σε δοσολόγηση ≤ Q8W έως την εβδομάδα 96. Το 3% και το 5% έλαβαν μόνο δοσολόγηση Q4W στη YOSEMITE και στη RHINE, αντίστοιχα. Λεπτομερή αποτελέσματα από τις αναλύσεις των μελετών YOSEMITE και RHINE παρατίθενται στον Πίνακα 3, τον Πίνακα 4 και στην Εικόνα 2 παρακάτω.
Πίνακας 3: Εκβάσεις αποτελεσματικότητας στις επισκέψεις του κύριου καταληκτικού σημείου στο έτος 1α και στο έτος 2β στη μελέτη YOSEMITE
Εκβάσεις αποτελεσματικότητας YOSEMITE Έτος 1 Φαρισιμάμπη Q8W (N = 315) Μέση μεταβολή στην BCVA, όπως μετριέται με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS, από την αρχική αξιολόγηση (97,5% CI στο έτος 1 και 95% CI στο έτος 2) 10,7 (9,4, 12,0) Διαφορά στις μέσες τιμές LS (97,5% CI στο έτος 1 και 95% CI στο έτος 2) -0,2 (-2,0, 1,6) Ποσοστό ασθενών που είχαν αύξηση τουλάχιστον 15 γραμμάτων στην BCVA σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI στα έτη 1 και 2) 29,2% (23,9%, 34,5%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI στα έτη 1 και 2) -2,6% (-10,0%, 4,9%) Ποσοστό ασθενών που απέφυγαν μείωση τουλάχιστον 15 γραμμάτων στην BCVA σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI στα έτη 1 και 2) 98,1% (96,5%, 99,7%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI στα έτη 1 και 2) -0,8% (-2,8%, 1,3%) αΜέση τιμή των εβδομάδων 48, 52, 56. βΜέση τιμή των εβδομάδων 92, 96, 100. BVCA: Καλύτερα Διορθωμένη Οπτική Οξύτητα. ETDRS: Μελέτη Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας. LS: Ελάχιστα τετράγωνα. CI: Διάστημα εμπιστοσύνης. CMH: Μέθοδος Cochran-Mantel-Haenszel. Μια στατιστική δοκιμασία που δημιουργεί μια εκτίμηση της σχέσης με δυαδική έκβαση και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κατηγορικών μεταβλητών. Σημείωση: Σταθμισμένο CMH% για το σκέλος του aflibercept παρουσιασμένο για τη σύγκριση με φαρισιμάμπη Q8W έναντι aflibercept. Ωστόσο, το αντίστοιχο σταθμισμένο CMH% για την προσαρμοζόμενη δοσολόγηση της φαρισιμάμπης έναντι aflibercept είναι παρόμοιο με αυτό που παρουσιάζεται πιο πάνω.
Πίνακας 4: Εκβάσεις αποτελεσματικότητας στις επισκέψεις του κύριου καταληκτικού σημείου στο έτος 1α και στο έτος 2β στη μελέτη RHINE
Εκβάσεις αποτελεσματικότητας RHINE Έτος 1 Φαρισιμάμπη Q8W (N = 317) Μέση μεταβολή στην BCVA, όπως μετριέται με τη βαθμολογία γραμμάτων ETDRS από την αρχική αξιολόγηση (97,5% CI στο έτος 1 και 95% CI στο έτος 2) 11,8 (10,6, 13,0) Διαφορά στις μέσες τιμές LS (97,5% CI στο έτος 1 και 95% CI στο έτος 2) 1,5 (-0,1, 3,2) Ποσοστό ασθενών που είχαν αύξηση τουλάχιστον 15 γραμμάτων στην BCVA σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI στα έτη 1 και 2) 33,8% (28,4%, 39,2%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI στα έτη 1 και 2) 3,5% (-4,0%, 11,1%) Ποσοστό ασθενών που απέφυγαν μείωση τουλάχιστον 15 γραμμάτων στην BCVA σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH, 95% CI στα έτη 1 και 2) 98,9% (97,6%, 100,0%) Διαφορά στις τιμές σταθμισμένου CMH% (95% CI στα έτη 1 και 2) 0,3% (-1,6%, 2,1%) αΜέση τιμή των εβδομάδων 48, 52, 56. βΜέση τιμή των εβδομάδων 92, 96, 100. BVCA: Καλύτερα Διορθωμένη Οπτική Οξύτητα. ETDRS: Μελέτη Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας. LS: Ελάχιστα τετράγωνα. CI: Διάστημα εμπιστοσύνης. CMH: Μέθοδος Cochran-Mantel-Haenszel. Μια στατιστική δοκιμασία που δημιουργεί μια εκτίμηση της σχέσης με δυαδική έκβαση και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κατηγορικών μεταβλητών. Σημείωση: Σταθμισμένο CMH% για το σκέλος aflibercept παρουσιασμένο για τη σύγκριση με φαρισιμάμπη Q8W έναντι aflibercept. Ωστόσο, το αντίστοιχο σταθμισμένο CMH% για την προσαρμοσμένη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έναντι aflibercept είναι παρόμοιο με αυτό που παρουσιάζεται πιο πάνω.
Εικόνα 2: Μέση μεταβολή της οπτικής οξύτητας από την αρχική αξιολόγηση έως το έτος 2 (εβδομάδα 100). Συνδυασμένα αποτελέσματα από τις μελέτες YOSEMITE και RHINE [Αδύνατη ανάγνωση της εικόνας]
Οι εκβάσεις αποτελεσματικότητας σε ασθενείς που δεν είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με αντιVEGF παράγοντες πριν από τη συμμετοχή στη μελέτη και σε όλες τις άλλες υποομάδες που αξιολογήθηκαν (π.χ. ανά ηλικία, φύλο, φυλή, αρχική τιμή HbA1c, αρχική οπτική οξύτητα) σε κάθε μελέτη ήταν συνεπή με τα αποτελέσματα των συνολικών πληθυσμών. Σε όλες τις μελέτες, η φαρισιμάμπη Q8W και η προσαρμοζόμενη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έως και Q16W κατέδειξαν βελτιώσεις στα προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μέσης μεταβολής από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 52 στη συνολική βαθμολογία NEI VFQ-25, που ήταν συγκρίσιμες με το aflibercept Q8W και ξεπέρασαν το όριο των 4 βαθμών. Η φαρισιμάμπη Q8W και η προσαρμοζόμενη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έως και Q16W έδειξαν επίσης κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στα προκαθορισμένα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας της μεταβολής από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 52 στις βαθμολογίες NEI VFQ-25 για τις κοντινές δραστηριότητες, τις δραστηριότητες απόστασης και τις δραστηριότητες οδήγησης οι οποίες ήταν συγκρίσιμες με το aflibercept Q8W. Το μέγεθος αυτών των αλλαγών αντιστοιχεί σε κέρδος 15 γραμμάτων στην BCVA. Συγκρίσιμα ποσοστά ασθενών που έλαβαν φαρισιμάμπη Q8W, φαρισιμάμπη σε προσαρμοζόμενη δοσολόγηση έως Q16W και aflibercept Q8W παρουσίασαν μία κλινικά σημαντική βελτίωση ≥ 4 βαθμών στη συνολική βαθμολογία NEI VFQ -25 σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση, κατά την εβδομάδα 52, ένα προκαθορισμένο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας. Αυτά τα αποτελέσματα είχαν διατηρηθεί στην εβδομάδα 100. Μια πρόσθετη βασική έκβαση αποτελεσματικότητας στις μελέτες DME ήταν η μεταβολή στην Κλίμακα Βαρύτητας της Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας της Μελέτης Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας (Early Treatment Diabetic Retinopathy Study Diabetic Retinopathy Severity Scale, ETDRS-DRSS) από την αρχική αξιολόγηση έως την εβδομάδα 52. Από τους 1891 ασθενείς που εντάχθηκαν στις μελέτες YOSEMITE και RHINE, 708 και 720 ασθενείς ήταν αξιολογήσιμοι για τα καταληκτικά σημεία DR. Οι βαθμολογίες ETDRS-DRSS κατά την αρχική αξιολόγηση κυμαίνονταν από 10 έως 71. Η πλειονότητα των ασθενών, περίπου 60%, είχαν μέτριας έως βαριάς μορφής μη παραγωγική DR (DRSS 43/47/53) κατά την αρχική αξιολόγηση. Το ποσοστό ασθενών που παρουσίασαν βελτίωση κατά ≥ 2 βαθμίδες και ≥ 3 βαθμίδες από την αρχική αξιολόγηση στην ETDRS-DRSS κατά την εβδομάδα 52 και την εβδομάδα 96 παρουσιάζονται στον Πίνακα 5 και στον Πίνακα 6 παρακάτω.
Πίνακας 5: Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν βελτίωση κατά ≥ 2 βαθμίδες και ≥ 3 βαθμίδες στη βαθμολογία ETDRS-DRSS κατά την εβδομάδα 52 και την εβδομάδα 96 σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση στη μελέτη YOSEMITE (αξιολογήσιμος πληθυσμός DR)
YOSEMITE 52 Εβδομάδες Φαρισιμάμπη Q8W (n = 237) Ποσοστό ασθενών με βελτίωση κατά ≥ 2 βαθμίδες στην ETDRS-DRSS από την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH) 46,0% Σταθμισμένη διαφορά (97,5% CI στο έτος 1, 95% στο έτος 2) 10,2% (1,6%, 18,7%) Ποσοστό ασθενών με βελτίωση κατά ≥ 3 βαθμίδες στην ETDRS-DRSS από την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH) 16,8% Σταθμισμένη διαφορά (95% CI στο έτος 1 και στο έτος 2) 2,1% (-4,3%, 8,6%) ETDRS-DRSS: Κλίμακα Βαρύτητας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας της Μελέτης Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας. CI: Διάστημα Εμπιστοσύνης. CMH: Μέθοδος Cochran-Mantel-Haenszel. Μια στατιστική δοκιμασία που δημιουργεί μια εκτίμηση της σχέσης με δυαδική έκβαση και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κατηγορικών μεταβλητών. Σημείωση: Σταθμισμένο CMH% για το σκέλος aflibercept παρουσιασμένο για τη σύγκριση με φαρισιμάμπη Q8W έναντι aflibercept. Ωστόσο, το αντίστοιχο σταθμισμένο CMH% για την προσαρμοσμένη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έναντι aflibercept είναι παρόμοιο με αυτό που παρουσιάζεται πιο πάνω.
Πίνακας 6: Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν βελτίωση κατά ≥ 2 βαθμίδες και ≥ 3 βαθμίδες στη βαθμολογία ETDRS-DRSS κατά την εβδομάδα 52 και την εβδομάδα 96 σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση στη μελέτη RHINE (αξιολογήσιμος πληθυσμός DR)
RHINE 52 Εβδομάδες Φαρισιμάμπη Q8W (n = 231) Ποσοστό ασθενών με βελτίωση κατά ≥ 2 βαθμίδες στην ETDRS-DRSS από την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH) 44,2% Σταθμισμένη διαφορά (97,5% CI στο έτος 1, 95% στο έτος 2) -2,6% (-11,3%, 6,2%) Ποσοστό ασθενών με βελτίωση κατά ≥ 3 βαθμίδες στην ETDRS-DRSS από την αρχική αξιολόγηση (σταθμισμένο ποσοστό CMH) 16,7% Σταθμισμένη διαφορά (95% CI στο έτος 1 και στο έτος 2) -0,2% (-5,8%, 5,3%) ETDRS-DRSS: Κλίμακα Βαρύτητας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας της Μελέτης Πρώιμης Θεραπείας Διαβητικής Αμφιβληστροειδοπάθειας. CI: Διάστημα Εμπιστοσύνης. CMH: Μέθοδος Cochran-Mantel-Haenszel. Μια στατιστική δοκιμασία που δημιουργεί μια εκτίμηση της σχέσης με δυαδική έκβαση και χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση των κατηγορικών μεταβλητών. Σημείωση: Σταθμισμένο CMH% για το σκέλος aflibercept παρουσιασμένο για τη σύγκριση με φαρισιμάμπη Q8W έναντι aflibercept. Ωστόσο, το αντίστοιχο σταθμισμένο CMH% για την προσαρμοσμένη δοσολόγηση φαρισιμάμπης έναντι aflibercept είναι παρόμοιο με αυτό που παρουσιάζεται πιο πάνω.
Οι επιδράσεις της θεραπείας στις αξιολογήσιμες υποομάδες (πχ ανά προηγούμενη αντί-VEGF θεραπεία, ηλικία, φύλο, φυλή, HbA1c κατά την αρχική αξιολόγηση και οπτική οξύτητα κατά την αρχική αξιολόγηση) σε κάθε μελέτη ήταν γενικά συνεπείς με τα αποτελέσματα στο συνολικό πληθυσμό. Οι επιδράσεις της θεραπείας στις υποομάδες ανά βαρύτητα DR κατά την αρχική αξιολόγηση ήταν διαφορετικές και παρουσίασαν τις μεγαλύτερες βελτιώσεις κατά ≥ 2 βαθμίδες στην DRSS μεταξύ των ασθενών με μέτριας βαρύτητας και βαριάς μορφής μη παραγωγική DR, με περίπου 90% των ασθενών να επιτυγχάνουν βελτίωση σταθερά σε όλα τα σκέλη θεραπείας και στις δύο μελέτες. Η συχνότητα των οφθαλμικών ανεπιθύμητων συμβάντων στη μελέτη ήταν 49,7%, 49,2% και 45,4% και τα μη οφθαλμικά ανεπιθύμητα συμβάντα ήταν 73,0%, 74,2% και 75,7% έως την Εβδομάδα 100, στα σκέλη φαρισιμάμπης Q8W, φαρισιμάμπης έως Q16W και aflibercept Q8W, αντίστοιχα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με τη φαρισιμάμπη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην nAMD και την DME (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-VABYSMO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρισιμάμπη χορηγείται ενδοϋαλοειδικά ώστε να ασκήσει τοπικές επιδράσεις στον οφθαλμό.
Απορρόφηση και κατανομή
Με βάση μια ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού (που περιλάμβανε nAMD και DME, N = 2.246), οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης (μη δεσμευμένης στον VEGF-A και στην Ang-2) φαρισιμάμπης στο πλάσμα (Cmax) εκτιμάται ότι παρουσιάζονται περίπου 2 ημέρες μετά τη δόση. Η μέση (±SD [τυπική απόκλιση]) Cmax στο πλάσμα εκτιμάται ότι είναι 0,23 (0,07) µg/ml και 0,22 (0,07) µg/ml σε ασθενείς με nAMD και DME, αντίστοιχα. Μετά από επαναλαμβανόμενες χορηγήσεις, οι χαμηλότερες μέσες συγκεντρώσεις ελεύθερης φαρισιμάμπης στο πλάσμα προβλέπεται να είναι 0,002-0,003 µg/ml για τη χορήγηση δόσης Q8W.
Η φαρισιμάμπη παρουσίασε δοσοεξαρτώμενη φαρμακοκινητική (με βάση τη Cmax και το AUC) στο εύρος δόσης από 0,5 mg έως 6 mg. Δεν υπήρξε εμφανής συσσώρευση της φαρισιμάμπης στο υαλοειδές ή στο πλάσμα μετά από μηνιαία χορήγηση δόσης.
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ελεύθερης φαρισιμάμπης στο πλάσμα προβλέπεται να είναι περίπου 600 και 6000 φορές χαμηλότερες από ό,τι στο υδατοειδές υγρό και στο υαλοειδές σώμα, αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, είναι απίθανη η εκδήλωση συστηματικών φαρμακοδυναμικών επιδράσεων, γεγονός το οποίο υποστηρίζεται περαιτέρω από την απουσία σημαντικών αλλαγών στις συγκεντρώσεις του ελεύθερου VEGF και Ang-2 στο πλάσμα μετά από θεραπεία με φαρισιμάμπη στις κλινικές μελέτες.
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού έχει καταδείξει μια επίδραση της ηλικίας και του σωματικού βάρους στην οφθαλμική και τη συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης αντίστοιχα. Η επίδραση και στις δύο περιπτώσεις θεωρείται ότι δεν έχει κλινική σημασία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Η φαρισιμάμπη είναι ένας θεραπευτικός παράγοντας που βασίζεται σε πρωτεΐνη και συνεπώς ο μεταβολισμός και η αποβολή της δεν έχουν πλήρως χαρακτηριστεί. Η φαρισιμάμπη αναμένεται να καταβολίζεται στα λυσοσώματα σε μικρά πεπτίδια και αμινοξέα, τα οποία μπορεί να αποβάλλονται από τους νεφρούς, με τρόπο παρόμοιο με αυτόν της αποβολής της ενδογενούς IgG. Το προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου φαρισιμάμπης στο πλάσμα μειώθηκε παράλληλα με το προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου στο υαλοειδές και στο υδατοειδές. Ο εκτιμώμενος μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στον οφθαλμό και ο φαινομενικός συστηματικός χρόνος ημίσειας ζωής της φαρισιμάμπης είναι 7,5 ημέρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι Στις τέσσερις κλινικές μελέτες Φάσης III, περίπου το 60% (1.149/1.929) των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν ώστε να λάβουν θεραπεία με φαρισιμάμπη ήταν ηλικίας ≥ 65 ετών. Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε κάποια επίδραση της ηλικίας στην οφθαλμική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης στον οφθαλμό. Η επίδραση θεωρήθηκε μη κλινικά σημαντική. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλέπε Δοσολογία).
- Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες με τη φαρισιμάμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική ανάλυση των ασθενών στις τέσσερις κλινικές μελέτες Φάσης III, εκ των οποίων το 64% είχε νεφρική δυσλειτουργία (ήπιου βαθμού 38%, μέτριου βαθμού 24% και σοβαρού βαθμού 2%), δεν ανέδειξε διαφορές αναφορικά με τη συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης μετά από ενδοϋαλοειδική χορήγηση της φαρισιμάμπης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία).
- Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν διενεργηθεί ειδικές μελέτες με τη φαρισιμάμπη σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Ωστόσο, δεν απαιτούνται ειδικές εκτιμήσεις σε αυτόν τον πληθυσμό, επειδή ο μεταβολισμός πραγματοποιείται μέσω πρωτεόλυσης και δεν εξαρτάται από την ηπατική λειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Δοσολογία).
- Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί. Η συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης δεν επηρεάζεται από τη φυλή. Το φύλο δεν έχει καταδειχθεί ότι έχει σχετική κλινική επίδραση στη συστηματική φαρμακοκινητική της φαρισιμάμπης. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.