EXENATIDE
Εξενατίδη
Indicated as adjunctive therapy to improve glycemic control in patients with Type 2 diabetes mellitus who are taking metformin, a sulfonylurea, or a combination of both, but have not achieved adequate glycemic control.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-BYDUREON
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια
- Χορήγηση: Εφάπαξ εβδομαδιαίως, την ίδια ημέρα κάθε εβδομάδα, οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ανεξαρτήτως λήψης γεύματος.
- Δόση έναρξης: 2 mg εξενατίδης εφάπαξ εβδομαδιαίως
-
ΕνήλικεςΔόση2 mgΕφάπαξ εβδομαδιαίως. Όταν προστεθεί σε σουλφονυλουρία ή ινσουλίνη, μπορεί να απαιτείται μείωση της δόσης των συγχορηγούμενων φαρμάκων για τη μείωση του κινδύνου υπογλυκαιμίας.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηλικία. Να λαμβάνεται υπόψη η νεφρική λειτουργία.
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης: 50 έως 80 ml/min)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 50 ml/min)Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη. Δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)Δεν συνιστάται.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις.
block
SPC-BYDUREON
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
SPC-BYDUREON
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 ή διαβητική κετοξέωσηΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσηςΔεν πρέπει να χορηγείται
-
Υποκατάστατο ινσουλίνηςΔεν είναι υποκατάστατο της ινσουλίνης. Κίνδυνος διαβητικής κετοξέωσης σε ινσουλινοεξαρτώμενους ασθενείς μετά από ταχεία διακοπή ή μείωση της ινσουλίνης (βλ. Δοσολογία).
-
Οδός χορήγησηςΔεν πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)Δεν συνιστάται
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας
-
Διαταραχές νεφρικής λειτουργίαςΈχουν αναφερθεί περιστατικά, ιδιαίτερα σε αφυδατωμένους ασθενείς ή με συγχορήγηση φαρμάκων που επηρεάζουν τη νεφρική λειτουργία. Μετά από υποστηρικτική αγωγή και διακοπή, παρατηρήθηκε αναστροφή.
-
Σοβαρή γαστρεντερική νόσοςΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νόσο του γαστρεντερικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της γαστροπάρεσηςΔεν συνιστάται η χρήση
-
Οξεία παγκρεατίτιδαπροσοχήΕάν υπάρχει υποψία, η εξενατίδη πρέπει να διακόπτεται. Εάν επιβεβαιωθεί, δεν πρέπει να επαναρχίζει.
-
Οξεία παγκρεατίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδαςΣυνιστάται προσοχή
-
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόνταΔεν έχει μελετηθεί η συγχορήγηση με παράγωγα D-φαινυλαλανίνης (μεγλιτινίδες), αναστολείς των α-γλυκοσιδασών, αναστολείς της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4 ή άλλων αγωνιστών των υποδοχέων του GLP-1.
-
Συγχορήγηση με άμεσης αποδέσμευσης εξενατίδηΔεν έχει μελετηθεί και δεν συνιστάται
-
Αλληλεπίδραση με βαρφαρίνηπροσοχήΑναφορές αυξημένου INR, μερικές φορές σχετιζόμενες με αιμορραγία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΥπογλυκαιμίαπροσοχήΠρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας
-
Ταχεία απώλεια βάρουςΑπώλεια βάρους άνω του 1,5 kg την εβδομάδα μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες.
-
Διακοπή της θεραπείαςΗ δράση της εξενατίδης μπορεί να συνεχιστεί έως 10 εβδομάδες. Να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων και της δόσης τους.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή είναι "ελεύθερο νατρίου".
swap_horiz
SPC-BYDUREON
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΣουλφονυλουρίεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπογλυκαιμίαςΣύστασηΜπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης της σουλφονυλουρίας.
-
Βαρφαρίνη και/ή κουμαρινικά παράγωγαπαρακολούθησηΚαθυστέρηση του tmax, αύξηση της τιμής του INRΣύστασηΤο INR θα πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της θεραπείας με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης.
-
Αναστολείς της αναγωγάσης του υδροξυ-μεθυλ-γλουταρυλικού-συνενζύμου Α (HMG CoA)παρακολούθησηΜείωση της AUC και Cmax της λοβαστατίνης, καθυστέρηση TmaxΣύστασηΤο λιπιδαιμικό προφίλ θα πρέπει να παρακολουθείται καταλλήλως.
sick
SPC-BYDUREON
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Κηλιδοβλατιδικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης
- Υπεριδρωσία
- Αλωπεκία
- Υπογλυκαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Αφυδάτωση
- Ταχεία απώλεια βάρους
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσγευσία
- Υπνηλία
- Εντερική απόφραξη
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
- Διάταση κοιλίας
- Ερυγή
- Δυσκοιλιότητα
- Μετεωρισμός
- Αποστήματα
- Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Επιδεινούμενη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αυξημένη κρεατινίνη ορού
- Αυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέση
- Κνησμός στη θέση ένεσης
- Ερύθημα θέσης ένεσης
- Εξάνθημα στη θέση ένεσης
- Εξασθένιση
- Αίσθηση εκνευρισμού
- Κόφωση
- Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνήΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΑίσθηση εκνευρισμούΓενικές
-
Μη γνωστήΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνήΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστήΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστήΑποστήματαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστήΑυξημένη διεθνής ομαλοποιημένη σχέσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνήΑυξημένη κρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ συχνήΑυξημένος καρδιακός ρυθμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνήΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΔιαταραγμένη νεφρική λειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνήΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνήΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστήΕντερική απόφραξηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΕξάνθημα στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνήΕξασθένισηΓενικές
-
Όχι συχνήΕπιδεινούμενη χρόνια νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνήΕρυγήΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνήΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνήΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνήΚηλιδοβλατιδικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνήΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνήΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνήΚνησμός στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνήΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστήΚυτταρίτιδα της θέσης ένεσηςΔέρμα
-
ΣυχνήΚόφωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνήΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνήΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνήΝόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησηςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνήΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστήΟξεία παγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΤαχεία απώλεια βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνήΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
Όχι συχνήΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ συχνήΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
pregnant_woman
SPC-BYDUREON
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και συνιστάται εναλλακτικά η χορήγηση ινσουλίνηςΔεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΠρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 3 μήνες πριν από μια προγραμματισμένη εγκυμοσύνη.Λόγω της μακράς περιόδου έκπλυσης της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης.
-
ΘηλασμόςΔεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια του θηλασμούΔεν είναι γνωστό εάν η εξενατίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες γονιμότητας στον άνθρωπο.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BYDUREON
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, παρόμοια με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου 1 (GLP-1) ανάλογα, κωδικός ATC: A10BJ01. ### Μηχανισμός δράσης Η εξενατίδη είναι αγωνιστής του υποδοχέα του παρόμοιου με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου-1…
biotech
SPC-BYDUREON
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Συμπτώματα χολολιθίασης | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ταχεία απώλεια βάρους |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BYDUREON
expand_more
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 2 mg εξενατίδης εφάπαξ εβδομαδιαίως. Οι ασθενείς που αλλάζουν θεραπεία από εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης (Byetta) σε εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης (Bydureon ή Bydureon BCise) μπορεί να εμφανίσουν παροδικές αυξήσεις των συγκεντρώσεων της γλυκόζης στο αίμα, οι οποίες γενικά βελτιώνονται τις πρώτες δύο εβδομάδες από την έναρξη της θεραπείας. Οι ασθενείς που αλλάζουν μεταξύ των προϊόντων εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης (Bydureon ή Bydureon BCise) μπορούν να το κάνουν χωρίς να αναμένεται σχετική επίδραση στις συγκεντρώσεις γλυκόζης αίματος. Όταν η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης προστεθεί στην υπάρχουσα αγωγή με μετφορμίνη και/ή θειαζολιδινεδιόνη, η τρέχουσα δόση της μετφορμίνης και/ή της θειαζολιδινεδιόνης μπορεί να διατηρηθεί. Όταν προστεθεί στην αγωγή με σουλφονυλουρία, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης πρέπει να χορηγείται εφάπαξ εβδομαδιαίως, την ίδια ημέρα κάθε εβδομάδα. Η επιλεγμένη ημέρα της εβδομαδιαίας χορήγησης μπορεί να αλλάξει αν αυτό απαιτείται, υπό την προϋπόθεση ότι η τελευταία δόση χορηγήθηκε τουλάχιστον τρεις ημέρες πριν. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να χορηγηθεί οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, ανεξαρτήτως λήψης γεύματος. Εάν παραλειφθεί μια δόση, αυτή θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό, υπό την προϋπόθεση ότι η επόμενη προγραμματισμένη δόση πρόκειται να ληφθεί σε 3 ημέρες ή περισσότερο. Στη συνέχεια, οι ασθενείς μπορούν να συνεχίσουν το συνηθισμένο δοσολογικό πρόγραμμά τους εφάπαξ εβδομαδιαίως. Εάν παραλειφθεί μια δόση και η επόμενη προγραμματισμένη δόση πρέπει να ληφθεί 1 ή 2 ημέρες αργότερα, ο ασθενής δεν πρέπει να λάβει την παραληφθείσα δόση, αλλά αντ’ αυτής να συνεχίσει την εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης την επόμενη προγραμματισμένη ημέρα χορήγησης της δόσης. Η χρήση εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν απαιτεί συμπληρωματική αυτοπαρακολούθηση. Η αυτοπαρακολούθηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα είναι αναγκαία για τη ρύθμιση της δόσης της σουλφονυλουρίας και της ινσουλίνης, ιδίως όταν ξεκινά η θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης και μειώνεται η δόση της ινσουλίνης. Συνιστάται η μείωση της δόσης της ινσουλίνης βάσει σταδιακής προσέγγισης. Εάν επιλεχθεί άλλη αγωγή μείωσης της γλυκόζης μετά από διακοπή της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η παρατεταμένη απελευθέρωση του φαρμακευτικού προϊόντος (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
Ειδικές κατηγορίες ασθενών
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης με βάση την ηλικία. Ωστόσο, επειδή η νεφρική λειτουργία γενικά φθίνει με την ηλικία, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η νεφρική λειτουργία του ασθενούς (βλέπε Νεφρική δυσλειτουργία) (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης: 50 έως 80 ml/min). Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 50 ml/min) είναι περιορισμένη (βλέπε Φαρμακοκινητικές). Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται σε αυτούς τους ασθενείς. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλέπε Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν έχει τεκμηριωθεί σε παιδιά και έφηβους ηλικίας κάτω των 18 ετών. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στην Φαρμακοκινητικές, ωστόσο δεν μπορούν να γίνουν δοσολογικές συστάσεις.
Τρόπος χορήγησης
Υποδόρια χρήση Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης προορίζεται για αυτοχορήγηση από τον ασθενή. Κάθε συσκευασία του συστήματος χορήγησης είναι ατομική και εφάπαξ χρήσης. Πριν από την έναρξη της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, συνιστάται ιδιαίτερα η εκπαίδευση των ασθενών και των φροντιστών τους από τον επαγγελματία υγειονομικής περίθαλψης που περιθάλπει τους ασθενείς. Οι «Οδηγίες Χρήσης» που παρέχονται εντός της συσκευασίας θα πρέπει να ακολουθούνται προσεκτικά. Κάθε δόση πρέπει να χορηγείται στην κοιλιά, στον μηρό ή στην πίσω πλευρά του άνω μέρους του βραχίονα, ως υποδόρια ένεση, αμέσως μετά την εναιώρηση της κόνεως στον διαλύτη. Όταν χρησιμοποιείται με ινσουλίνη, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης και η ινσουλίνη πρέπει να χορηγούνται ως δύο ξεχωριστές ενέσεις. Για οδηγίες σχετικά με την εναιώρηση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν τη χορήγηση, βλέπε Οδηγίες χρήσης και τις «Οδηγίες Χρήσης».
block
Αντενδείξεις
SPC-BYDUREON
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BYDUREON
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 ή για τη θεραπεία της διαβητικής κετοξέωσης.
- Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν είναι υποκατάστατο της ινσουλίνης. Έχει αναφερθεί η εμφάνιση διαβητικής κετοξέωσης σε ινσουλινοεξαρτώμενους ασθενείς μετά από ταχεία διακοπή ή μείωση της ινσουλίνης (βλ. Δοσολογία).
- Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή ένεση.
Νεφρική δυσλειτουργία
- Σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που υποβάλλονται σε αιμοδιύλιση, οι εφάπαξ δόσεις εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης αύξησαν τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών στο γαστρεντερικό σύστημα. Για το λόγο αυτό, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min).
- Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη και η χρήση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται.
- Έχουν αναφερθεί όχι συχνά περιστατικά διαταραχών της νεφρικής λειτουργίας με την εξενατίδη, που περιλαμβάνουν αύξηση της κρεατινίνης του ορού, νεφρική δυσλειτουργία, επιδείνωση χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας και οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, που μερικές φορές απαιτεί αιμοδιύλιση. Μερικά από αυτά τα περιστατικά εμφανίστηκαν σε ασθενείς που παρουσίαζαν διαταραχές οι οποίες πιθανώς να έχουν επίδραση στην ενυδάτωση του οργανισμού, περιλαμβανομένων ναυτίας, εμέτου και/ή διάρροιας και/ή έκαναν χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που είναι γνωστό ότι επιδρούν στην νεφρική λειτουργία/ κατάσταση ενυδάτωσης. Τα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα περιελάμβαναν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, ανταγωνιστές της αγγειοτενσίνης-ΙΙ, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα και διουρητικά. Μετά από υποστηρικτική αγωγή και διακοπή των αιτιογενών φαρμακευτικών προϊόντων που πιθανά τις προκάλεσαν, περιλαμβανομένης της εξενατίδης, παρατηρήθηκε αναστροφή της διαταραγμένης νεφρικής λειτουργίας.
Σοβαρή γαστρεντερική νόσος
- Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή νόσο του γαστρεντερικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της γαστροπάρεσης. Η χορήγηση του φαρμάκου συνήθως συσχετίζεται με γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, περιλαμβανομένης της ναυτίας, του έμετου και της διάρροιας. Για το λόγο αυτό, η χρήση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νόσο του γαστρεντερικού συστήματος.
Οξεία παγκρεατίτιδα
- H χρήση αγωνιστών των υποδοχέων του GLP-1 έχει συσχετισθεί με ένα κίνδυνο εμφάνισης οξείας παγκρεατίτιδας. Σε κλινικές μελέτες εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, οξεία παγκρεατίτιδα ανέκυψε στο 0,3% των ασθενών. Αυθόρμητες αναφορές περιστατικών οξείας παγκρεατίτιδας έχουν υπάρξει με την εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης. Αποδρομή της παγκρεατίτιδας παρατηρήθηκε μετά από υποστηρικτική αγωγή, αλλά πολύ σπάνια παρατηρήθηκαν περιπτώσεις νεκρωτικής ή αιμορραγικής παγκρεατίτιδας και/η θανάτου. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τη χαρακτηριστική συμπτωματολογία της οξείας παγκρεατίτιδας που είναι το παρατεταμένο σοβαρό κοιλιακό άλγος.
- Εάν υπάρχει υποψία παγκρεατίτιδας, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης πρέπει να διακόπτεται. Εάν η οξεία παγκρεατίτιδα επιβεβαιωθεί, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να επαναρχίζει.
- Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό παγκρεατίτιδας.
Συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα
- Η συγχορήγηση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης με παράγωγα D-φαινυλαλανίνης (μεγλιτινίδες), αναστολείς των α-γλυκοσιδασών, αναστολείς της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης-4 ή άλλων αγωνιστών των υποδοχέων του GLP-1 δεν έχει μελετηθεί.
- Η συγχορήγηση της παρατεταμένης αποδέσμευσης με άμεσης αποδέσμευσης εξενατίδη δεν έχει μελετηθεί και δεν συνιστάται.
Αλληλεπίδραση με τη βαρφαρίνη
- Με τη συγχορήγηση βαρφαρίνης και εξενατίδης έχουν αναφερθεί αυθόρμητα περιστατικά αυξημένου INR (Διεθνής Ομαλοποιημένη Σχέση), τα οποία ορισμένες φορές σχετίζονταν με αιμορραγία (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Υπογλυκαιμία
- Όταν η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης συγχορηγήθηκε με σουλφονυλουρία σε κλινικές μελέτες, ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας αυξήθηκε. Επιπλέον, στις κλινικές μελέτες, οι ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία που λάμβαναν συνδυασμένη αγωγή με σουλφονυλουρία, παρουσίασαν αυξημένη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμίας συγκριτικά με τους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Για να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης υπογλυκαιμίας που σχετίζεται με τη χρήση σουλφονυλουρίας, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας.
Ταχεία απώλεια βάρους
- Ταχεία απώλεια βάρους με ρυθμό άνω του 1,5 kg την εβδομάδα έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λάμβαναν εξενατίδη. Απώλεια βάρους, υπό αυτόν το ρυθμό, μπορεί να έχει επιβλαβείς συνέπειες.
Διακοπή της θεραπείας
- Μετά τη διακοπή της θεραπείας, η δράση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να συνεχιστεί καθώς τα επίπεδα της εξενατίδης στο πλάσμα μειώνονται σε διάστημα 10 εβδομάδων. Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή άλλων φαρμακευτικών προϊόντων και την επιλογή της δόσης τους, καθώς οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να συνεχιστούν και η αποτελεσματικότητα μπορεί, τουλάχιστον εν μέρει, να υπάρχει έως ότου μειωθούν τα επίπεδα εξενατίδης.
Έκδοχα
- Περιεκτικότητα σε νάτριο: Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλ. ουσιαστικά είναι “ελεύθερο νατρίου”.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BYDUREON
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Σουλφονυλουρίες
Μπορεί να απαιτείται προσαρμογή της δόσης της σουλφονυλουρίας λόγω του αυξημένου κινδύνου υπογλυκαιμίας που σχετίζεται με τη θεραπεία με σουλφονυλουρία (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γαστρική κένωση
Τα αποτελέσματα μιας μελέτης στην οποία χρησιμοποιήθηκε παρακεταμόλη ως δείκτης γαστρικής κένωσης δείχνουν ότι η επιβράδυνση της γαστρικής κένωσης από την εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης είναι μικρή και δεν αναμένεται να προκαλέσει κλινικά σημαντικές μειώσεις στο ποσοστό και στην έκταση της απορρόφησης των φαρμακευτικών προϊόντων που συγχορηγούνται από το στόμα. Έτσι, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζονται από την καθυστερημένη γαστρική κένωση. Όταν χορηγήθηκαν δισκία παρακεταμόλης 1.000 mg, είτε με γεύμα είτε χωρίς γεύμα, μετά από 14 εβδομάδες θεραπείας με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές μεταβολές στην AUC της παρακεταμόλης, σε σύγκριση με την περίοδο ελέγχου. Η Cmax της παρακεταμόλης μειώθηκε κατά 16% (σε νηστεία) και κατά 5% (με γεύμα) και ο tmax αυξήθηκε από περίπου 1 ώρα κατά την περίοδο ελέγχου σε 1,4 ώρες (σε νηστεία) και 1,3 ώρες (με γεύμα). Έχουν πραγματοποιηθεί οι ακόλουθες μελέτες αλληλεπίδρασης με χρήση 10 μg εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης, αλλά όχι με χρήση εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης:
-
Βαρφαρίνη Όταν χορηγήθηκε βαρφαρίνη 35 λεπτά μετά την εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης, παρατηρήθηκε καθυστέρηση του tmax κατά 2 ώρες περίπου. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές επιδράσεις στις τιμές Cmax ή AUC. Αναφέρθηκε αυθόρμητα αύξηση της τιμής του ΙΝR κατά τη συγχορήγηση βαρφαρίνης και εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Το INR θα πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της θεραπείας με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη και/ή κουμαρινικά παράγωγα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Αναστολείς της αναγωγάσης του υδροξυ-μεθυλ-γλουταρυλικού-συνενζύμου Α (HMG CoA) Όταν η εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης συγχορηγήθηκε με εφάπαξ δόση λοβαστατίνης (40 mg), παρατηρήθηκε μείωση της AUC και Cmax της λοβαστατίνης κατά περίπου 40% και 28% αντίστοιχα, ενώ παρατηρήθηκε καθυστέρηση 4 ωρών στην τιμή Tmax, σε σχέση με τη χορήγηση μόνο λοβαστατίνης. Σε κλινικές μελέτες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο διάρκειας 30 εβδομάδων με εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης, η συγχορήγηση εξενατίδης και αναστολέα της αναγωγάσης του HMG CoA δεν συσχετίσθηκε με σταθερές αλλαγές του λιπιδαιμικού προφίλ (βλέπε Φαρμακοδυναμικές). Αν και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, το λιπιδαιμικό προφίλ θα πρέπει να παρακολουθείται καταλλήλως.
-
Διγοξίνη και λισινοπρίλη Σε μελέτες αλληλεπίδρασης αναφορικά με την επίδραση της εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης στη διγοξίνη και τη λισινοπρίλη δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές επιδράσεις στη Cmax ή την AUC, ωστόσο, παρατηρήθηκε καθυστέρηση του tmax κατά περίπου 2 ώρες.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη και λεβονοργεστρέλη Η χορήγηση συνδυασμού αντισυλληπτικής αγωγής από το στόμα (30 μg αιθινυλοιστραδιόλης και 150 μg λεβονοργεστρέλης) μία ώρα πριν από τη λήψη της εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης δεν διαφοροποίησε τις τιμές AUC, Cmax ή Cmin της αιθινυλοιστραδιόλης ή της λεβονοργεστρέλης. Η χορήγηση αντισυλληπτικής αγωγής από το στόμα, 35 λεπτά μετά τη λήψη της εξενατίδης, δεν επηρέασε την τιμή AUC, αλλά οδήγησε σε μείωση της Cmax της αιθινυλοιστραδιόλης κατά 45% και της Cmax της λεβονοργεστρέλης κατά 27-41% ενώ παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην tmax κατά 2-4 ώρες λόγω καθυστερημένης γαστρικής κένωσης. Η μείωση της Cmax έχει περιορισμένη κλινική σημασία και έτσι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι μελέτες αλληλεπίδρασης της εξενατίδης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BYDUREON
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη των χαρακτηριστικών ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σχετίζονταν κυρίως με το γαστρεντερικό σύστημα (ναυτία που ήταν η συχνότερη αντίδραση και σχετίστηκε με την έναρξη της θεραπείας και μειωνόταν με τον χρόνο και διάρροια). Επίσης παρατηρήθηκαν αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (κνησμός, οζίδια, ερύθημα), υπογλυκαιμία (με σουλφονυλουρία) και κεφαλαλγία. Οι περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίστηκαν με την εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης.
Κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης που διαπιστώθηκαν από κλινικές μελέτες και αυθόρμητες αναφορές (δεν παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες, η συχνότητα θεωρείται μη γνωστή) συνοψίζεται στον Πίνακα 1 παρακάτω. Στις κλινικές μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι υπάρχουσες θεραπείες περιελάμβαναν δίαιτα και άσκηση, μετφορμίνη, σουλφονυλουρία, θειαζολιδινεδιόνη, συνδυασμό από του στόματος φαρμακευτικών προϊόντων μείωσης της γλυκόζης ή βασική ινσουλίνη. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σύμφωνα με τους ορισμούς κατά MedDRA ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και απόλυτη συχνότητα. Η συχνότητα με την οποία εκδηλώνονται οι ανεπιθύμητες ενέργειες ορίζεται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης που διαπιστώθηκαν από κλινικές μελέτες και αυθόρμητες αναφορές
| Κατηγορία οργανικού συστήματος /όροι ανεπιθύμητων ενεργειών | Συχνότητα εμφάνισης |
|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Αναφυλακτική αντίδραση | Μη γνωστή |
| Αγγειονευρωτικό οίδημα | Μη γνωστή |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Υπογλυκαιμία (με σουλφονυλουρία) | Πολύ συχνή |
| Υπογλυκαιμία (με ινσουλίνη) | Συχνή |
| Μειωμένη όρεξη | Πολύ συχνή |
| Αφυδάτωση | Όχι συχνή |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Κεφαλαλγία | Πολύ συχνή |
| Ζάλη | Συχνή |
| Δυσγευσία | Συχνή |
| Υπνηλία | Όχι συχνή |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Εντερική απόφραξη | Μη γνωστή |
| Οξεία παγκρεατίτιδα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | Μη γνωστή |
| Ναυτία | Πολύ συχνή |
| Έμετος | Συχνή |
| Διάρροια | Συχνή |
| Δυσπεψία | Συχνή |
| Κοιλιακό άλγος | Συχνή |
| Νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης | Συχνή |
| Διάταση της κοιλίας | Συχνή |
| Ερυγή | Συχνή |
| Δυσκοιλιότητα | Συχνή |
| Μετεωρισμός | Συχνή |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Κηλιδώδες και βλατιδώδες εξάνθημα | Όχι συχνή |
| Κνησμός και/ή κνίδωση | Συχνή |
| Αποστήματα και κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης | Μη γνωστή |
| Υπεριδρωσία | Όχι συχνή |
| Αλωπεκία | Όχι συχνή |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, περιλαμβανομένων οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, επιδεινούμενης χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας, νεφρικής δυσλειτουργίας, αυξημένης κρεατινίνης ορού (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | Όχι συχνή |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Κνησμός της θέσης ένεσης | Πολύ συχνή |
| Κόπωση | Συχνή |
| Ερύθημα της θέσης ένεσης | Συχνή |
| Εξάνθημα της θέσης ένεσης | Όχι συχνή |
| Εξασθένιση | Όχι συχνή |
| Αίσθηση εκνευρισμού | Όχι συχνή |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| Διεθνής ομαλοποιημένη σχέση αυξημένη (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις) | Μη γνωστή |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπογλυκαιμία Η συχνότητα εμφάνισης της υπογλυκαιμίας αυξήθηκε όταν η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης συγχορηγήθηκε με σουλφονυλουρία (24,0% έναντι 5,4%) (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Για να μειωθεί ο κίνδυνος εμφάνισης της σχετιζόμενης με τη χρήση σουλφονυλουρίας, υπογλυκαιμίας, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης της σουλφονυλουρίας (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης σχετίστηκε με σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης επεισοδίων υπογλυκαιμίας από ό,τι η βασική ινσουλίνη σε ασθενείς που λάμβαναν επίσης θεραπεία με μετφορμίνη (3% έναντι 19%) και σε ασθενείς που λάμβαναν επίσης θεραπεία με μετφορμίνη και σουλφονυλουρία (20% έναντι 42%). Στις 12 μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, τα περισσότερα επεισόδια (99,9% n=649) υπογλυκαιμίας ήταν ήπια και απέδραμαν με από του στόματος χορήγηση υδατανθράκων. Αναφέρθηκε ένας ασθενής με μείζονα υπογλυκαιμία, καθώς είχε χαμηλή τιμή γλυκόζης στο αίμα (2,2 mmol/l) και χρειάστηκε υποστήριξη με από του στόματος θεραπεία με υδατάνθρακες, η οποία οδήγησε σε αποδρομή του επεισοδίου. Όταν η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης προστέθηκε στη βασική ινσουλίνη, δεν απαιτήθηκε προσαρμογή της αρχική δόσης της ινσουλίνης. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης σε συνδυασμό με τη βασική ινσουλίνη δεν έδειξε κλινικά σημαντικές διαφορές στη συχνότητα εμφάνισης υπογλυκαιμικών επεισοδίων σε σύγκριση με την ινσουλίνη. Δεν υπήρξαν επεισόδια μείζονος υπογλυκαιμίας στην ομάδα εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης με ινσουλίνη.
Ναυτία Η πιο συχνά αναφερόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν η ναυτία. Στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, γενικά το 20% ανέφερε τουλάχιστον ένα επεισόδιο ναυτίας, έναντι του 34% των ασθενών που λάμβαναν εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης. Τα περισσότερα επεισόδια ναυτίας ήταν ήπιας έως μέτριας έντασης. Με τη συνέχιση της θεραπείας, η συχνότητα μειώθηκε στους περισσότερους ασθενείς που αρχικά εμφάνισαν ναυτία. Το ποσοστό διακοπής του φαρμάκου λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών ανήλθε σε 6% για τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, και σε 5% για τους ασθενείς που έλαβαν εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης σε ελεγχόμενη μελέτη διάρκειας 30 εβδομάδων. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν τους ασθενείς στη διακοπή της θεραπείας σε οποιαδήποτε ομάδα θεραπείας ήταν η ναυτία και ο έμετος. Διακοπή λόγω ναυτίας ή εμέτου συνέβη σε ποσοστό < 1% για τους ασθενείς που λάμβαναν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης και 1% για τους ασθενείς που λάμβαναν εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης.
Αντιδράσεις της θέσης ένεσης Στην ελεγχόμενη φάση των μελετών διάρκειας 6 μηνών, παρατηρήθηκαν πιο συχνά αντιδράσεις της θέσης ένεσης στους ασθενείς που λάμβαναν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι των ασθενών που λάμβαναν συγκριτικό παράγοντα (16% έναντι εύρους 2-7%). Αυτές οι αντιδράσεις της θέσης ένεσης ήταν γενικά ήπιες και συνήθως δεν οδήγησαν σε απόσυρση από τις μελέτες. Οι ασθενείς μπορεί να λαμβάνουν μέτρα για την ανακούφιση των συμπτωμάτων, ενώ συνεχίζουν τη θεραπεία. Κατά τις επόμενες ενέσεις, θα πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετικό σημείο ένεσης κάθε εβδομάδα. Κατά τη διάρκεια της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία, αναφέρθηκαν περιστατικά αποστήματος και κυτταρίτιδας της θέσης ένεσης. Μικρά υποδόρια οζίδια της θέσης ένεσης παρατηρήθηκαν πολύ συχνά στις κλινικές μελέτες, σύμφωνα με τις γνωστές ιδιότητες των σκευασμάτων από πολυμερή μικροσφαιρίδια (D,L-lactide co-glycolide). Τα περισσότερα μεμονωμένα οζίδια ήταν ασυμπτωματικά, δεν επηρέασαν τη συμμετοχή στη μελέτη και απέδραμαν σε 4 έως 8 εβδομάδες.
Ανοσογονικότητα Ως αναμένεται από τις δυνητικά ανοσογονικές ιδιότητες των πρωτεϊνικών και πεπτιδικών φαρμακευτικών προϊόντων, οι ασθενείς μετά από θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης ενδέχεται να αναπτύξουν αντισώματα έναντι της εξενατίδης. Στους περισσότερους ασθενείς που αναπτύχθηκαν αντισώματα, οι τίτλοι των αντισωμάτων μειώθηκαν προοδευτικά. Η παρουσία αντισωμάτων (υψηλοί ή χαμηλοί τίτλοι) δεν αποτελεί προγνωστικό παράγοντα του γλυκαιμικού ελέγχου σε κάθε μεμονωμένο ασθενή. Στις κλινικές μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, περίπου το 45% των ασθενών είχαν χαμηλούς τίτλους αντισωμάτων έναντι της εξενατίδης στο καταληκτικό σημείο της μελέτης. Συνολικά, το ποσοστό των θετικών σε αντισώματα ασθενών ήταν σταθερό σε όλες τις κλινικές μελέτες. Συνολικά, το επίπεδο του γλυκαιμικού ελέγχου (HbA1c) ήταν συγκρίσιμο με αυτό που παρατηρήθηκε στους ασθενείς χωρίς αντισωματικούς τίτλους. Κατά μέσο όρο, στις μελέτες φάσης 3, το 12% των ασθενών είχαν υψηλότερο τίτλο αντισωμάτων. Σε ένα ποσοστό αυτών, η γλυκαιμική ανταπόκριση στην εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν απούσα στο τέλος της ελεγχόμενης περιόδου των μελετών. Το 2,6% των ασθενών με τον υψηλότερο τίτλο αντισωμάτων δεν εμφάνισε καμία βελτίωση της γλυκόζης, ενώ το 1,6% δεν εμφάνισε καμία βελτίωση ενώ ήταν αρνητικό σε αντισώματα. Οι ασθενείς που ανέπτυξαν αντισώματα στην εξενατίδη έτειναν να έχουν περισσότερες αντιδράσεις της θέσης ένεσης (για παράδειγμα: ερυθρότητα και κνησμό του δέρματος), αλλά κατά τα άλλα έτειναν να έχουν παρόμοια ποσοστά και τύπους ανεπιθύμητων ενεργειών με τους ασθενείς χωρίς αντισώματα στην εξενατίδη. Για τους ασθενείς υπό θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, η συχνότητα εμφάνισης δυνητικών ανοσογονικών αντιδράσεων της θέσης ένεσης (συχνότερα κνησμό, με ή χωρίς ερύθημα) στη μελέτη διάρκειας 30 εβδομάδων και στις δύο μελέτες διάρκειας 26 εβδομάδων ήταν 9%. Οι αντιδράσεις αυτές παρατηρήθηκαν λιγότερο συχνά σε ασθενείς αρνητικούς σε αντισώματα (4%) σε σύγκριση με ασθενείς θετικούς σε αντισώματα (13%), με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στους ασθενείς με υψηλότερους τίτλους αντισωμάτων. Η εξέταση δειγμάτων θετικών σε αντισώματα δεν αποκάλυψε καμία σημαντική διασταυρούμενη αντιδραστικότητα με παρόμοια ενδογενή πεπτίδια (γλυκαγόνη ή GLP-1).
Ταχεία απώλεια βάρους Στη μελέτη των 30 εβδομάδων, περίπου το 3% (n=4/148) των ασθενών υπό θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης εμφάνισαν τουλάχιστον μία χρονική περίοδο ταχείας απώλειας βάρους (καταγεγραμμένη απώλεια βάρους σώματος μεταξύ δύο διαδοχικών επισκέψεων της μελέτης μεγαλύτερη από 1,5 kg/εβδομάδα).
Αυξημένος καρδιακός ρυθμός Σε ομαδοποιημένες κλινικές μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, παρατηρήθηκε μέση αύξηση του καρδιακού ρυθμού (ΚΡ) κατά 2,6 παλμούς το λεπτό (bpm, beats per minute) από την αρχική τιμή (74 bpm). Δεκαπέντε επί τοις εκατό των ασθενών που έλαβαν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης είχαν μέσες αυξήσεις του ΚΡ ≥ 10 bpm. Περίπου 5% έως 10% των ασθενών των άλλων θεραπευτικών ομάδων είχαν μέσες αυξήσεις του ΚΡ ≥ 10 bpm.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BYDUREON
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Λόγω της μακράς περιόδου έκπλυσης της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης. Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να διακόπτεται τουλάχιστον 3 μήνες πριν από μια προγραμματισμένη εγκυμοσύνη.
Κύηση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τη χρήση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και συνιστάται εναλλακτικά η χορήγηση ινσουλίνης.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η εξενατίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες γονιμότητας στον άνθρωπο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BYDUREON
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, παρόμοια με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου 1 (GLP-1) ανάλογα, κωδικός ATC: A10BJ01.
Μηχανισμός δράσης
Η εξενατίδη είναι αγωνιστής του υποδοχέα του παρόμοιου με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου-1 (GLP-1) που παρουσιάζει αρκετές από τις αντιυπεργλυκαιμικές δράσεις του παρόμοιου με τη γλυκαγόνη πεπτιδίου-1 (GLP-1). Η αλληλουχία αμινοξέων της εξενατίδης ταυτίζεται μερικώς με την αλληλουχία του ανθρώπινου GLP-1. Έχει αποδειχθεί in vitro, ότι η εξενατίδη συνδέεται στον υποδοχέα του γνωστού ανθρώπινου GLP-1 και τον ενεργοποιεί ενώ ο μηχανισμός δράσης της συντελείται μέσω της κυκλικής μονοφωσφορικής αδενοσίνης (AMP) ή/και άλλων ενδοκυττάριων οδών μετάδοσης μηνυμάτων. Η εξενατίδη αυξάνει την γλυκοζοεξαρτώμενη έκκριση ινσουλίνης από τα β-κύτταρα του παγκρέατος. Όσο η συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα μειώνεται, η έκκριση ινσουλίνης φθίνει. Όταν η εξενατίδη συγχορηγήθηκε με μετφορμίνη και/ή θειαζολιδινεδιόνη, δεν παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας εμφάνισης υπογλυκαιμίας συγκριτικά με τη συγχορήγηση εικονικού φαρμάκου με μετφορμίνη και/ή θειαζολιδινεδιόνη, το οποίο πιθανώς οφείλεται σε αυτόν τον γλυκοζοεξαρτώμενο ινσουλινοτρόπο μηχανισμό (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Η εξενατίδη καταστέλλει την έκκριση γλυκαγόνης, η οποία είναι γνωστό ότι στο διαβήτη τύπου 2 κυμαίνεται σε δυσανάλογα υψηλά επίπεδα. Η μείωση της συγκέντρωσης της γλυκαγόνης οδηγεί σε ελάττωση της ηπατικής παραγωγής γλυκόζης. Ωστόσο, η εξενατίδη δεν εμποδίζει τη φυσιολογική απάντηση της γλυκαγόνης και άλλων ορμονών στην υπογλυκαιμία. Η εξενατίδη επιβραδύνει τη γαστρική κένωση, μειώνοντας συνεπώς τον ρυθμό με τον οποίο η γλυκόζη που προσλαμβάνεται με την τροφή εμφανίζεται στην κυκλοφορία. Έχει αποδειχθεί ότι η χορήγηση εξενατίδης μειώνει την πρόσληψη τροφής, λόγω μειωμένης όρεξης και αυξημένης αίσθησης κορεσμού.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η εξενατίδη βελτιώνει το γλυκαιμικό έλεγχο μειώνοντας άμεσα και παρατεταμένα τις συγκεντρώσεις τόσο της μεταγευματικής γλυκόζης όσο και της γλυκόζης νηστείας σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Στους ανθρώπους αντίθετα με το φυσικό GLP-1, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης έχει φαρμακοκινητικά και φαρμακοδυναμικά χαρακτηριστικά που την καθιστούν κατάλληλη για χορήγηση εφάπαξ εβδομαδιαίως. Μια φαρμακοδυναμική μελέτη της εξενατίδης σε ασθενείς με διαβήτη Tύπου 2 (n=13) έδειξε αποκατάσταση της πρώτης φάσης έκκρισης ινσουλίνης και βελτίωση της δεύτερης φάσης έκκρισης ινσουλίνης σε απάντηση μιας bolus ενδοφλέβιας χορήγησης γλυκόζης.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Τα αποτελέσματα των μακροχρόνιων κλινικών μελετών της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρουσιάζονται παρακάτω. Οι μελέτες αυτές περιέλαβαν 1.356 άτομα υπό θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, τα οποία ήταν σε ποσοστό 52% άνδρες και 48% γυναίκες, ενώ 230 άτομα (17%) είχαν ηλικία ≥ 65 ετών. Επιπλέον, μια διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη καρδιαγγειακής έκβασης (EXSCEL) περιελάμβανε 14.752 άτομα με διαβήτη τύπου 2 και οποιοδήποτε επίπεδο καρδιαγγειακού κινδύνου όταν προστέθηκε στην τρέχουσα συνηθισμένη περίθαλψη.
Γλυκαιμικός έλεγχος
Σε δύο μελέτες, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg εφάπαξ εβδομαδιαίως συγκρίθηκε με την εξενατίδη 5 µg άμεσης αποδέσμευσης χορηγούμενη δις ημερησίως επί 4 εβδομάδες ακολουθούμενη από εξενατίδη 10 µg άμεσης αποδέσμευσης χορηγούμενη δις ημερησίως. Μία μελέτη είχε διάρκεια 24 εβδομάδων (n=252) και η άλλη 30 εβδομάδων (n=295), ακολουθούμενη από μια ανοιχτού σχεδιασμού επέκταση κατά την οποία όλοι οι ασθενείς έλαβαν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg εφάπαξ εβδομαδιαίως, για περαιτέρω 7 έτη (n=258). Και στις δύο μελέτες, ήταν εμφανείς οι μειώσεις της HbA1c και στις δύο ομάδες θεραπείας, ήδη από την πρώτη μετά τη θεραπεία μέτρηση της HbA1c (Εβδομάδες 4 ή 6). Οι ασθενείς που έλαβαν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης παρουσίασαν στατιστικά σημαντική μείωση της HbA1c σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης (Πίνακας 2). Στις δύο μελέτες παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και της εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης στην HbA1c, ανεξάρτητα από την υπάρχουσα αντιδιαβητική αγωγή. Κλινικά και στατιστικά σημαντικά περισσότερα άτομα υπό εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, σε σύγκριση με τους ασθενείς υπό εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης, πέτυχαν μείωση της HbA1c ≤ 7% ή < 7% στις δύο μελέτες (p <0,05 και p ≤0,0001, αντίστοιχα). Τόσο οι ασθενείς που έλαβαν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης όσο και οι ασθενείς που έλαβαν εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης πέτυχαν μείωση του βάρους σε σύγκριση με το αρχικό σημείο αναφοράς, αν και η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας δεν ήταν σημαντική. Στη μη ελεγχόμενη μελέτη επέκτασης, οι αξιολογήσιμοι ασθενείς που άλλαξαν από εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης σε εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης στην Εβδομάδα 30 (n=121), πέτυχαν την ίδια βελτίωση στην HbA1c της τάξεως του -2,0% στην Εβδομάδα 52 συγκριτικά με την αρχική εκτίμηση με τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης. Για όλους τους ασθενείς που ολοκλήρωσαν την επέκταση της μη ελεγχόμενης μελέτης διάρκειας 7 ετών (n=122 από τους 258 ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στη φάση επέκτασης), η HbA1c αυξήθηκε σταδιακά στην πάροδο του χρόνου από την Εβδομάδα 52 και μετά, αλλά εξακολουθούσε να είναι μειωμένη συγκριτικά με την αρχική εκτίμηση μετά από 7 έτη (-1,5%). Η απώλεια βάρους διατηρήθηκε στα 7 χρόνια σε αυτούς τους ασθενείς.
| Μελέτη 24 εβδομάδων | Εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg | Εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης 10 µg δις ημερησίως |
|---|---|---|
| N | 129 | 123 |
| Μέση HbA1c (%) | ||
| Σημείο αναφοράς | 8,5 | 8,4 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -1,6 (±0,1)** | -0,9 (±0,1) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -0,67 (-0,94 έως -0,39)** | |
| Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c <7% | 58 | 30 |
| Μεταβολή στη γλυκόζη πλάσματος νηστείας (mmol/l) (± SE) | -1,4 (±0,2) | -0,3 (±0,2) |
| Μέσο βάρος σώματος (kg) | ||
| Σημείο αναφοράς | 97 | 94 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -2,3 (±0,4) | -1,4 (±0,4) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -0,95 (-1,91 έως 0,01) |
| Μελέτη 30 εβδομάδων | Εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg | Εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης 10 µg δις ημερησίως |
|---|---|---|
| N | 148 | 147 |
| Μέση HbA1c (%) | ||
| Σημείο αναφοράς | 8,3 | 8,3 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -1,9 (±0,1)* | -1,5 (±0,1) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -0,33 (-0,54 έως -0,12)* | |
| Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c <7% | 73 | 57 |
| Μεταβολή στη γλυκόζη πλάσματος νηστείας (mmol/l) (± SE) | -2,3 (±0,2) | -1,4 (±0,2) |
| Μέσο βάρος σώματος (kg) | ||
| Σημείο αναφοράς | 102 | 102 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -3,7 (±0,5) | -3,6 (±0,5) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -0,08 (-1,29 έως 1,12) | |
| SE = τυπικό σφάλμα, CI= διάστημα εμπιστοσύνης, * p < 0,05, **p < 0,0001 |
Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg, συγκρίθηκε με την γλαργινική ινσουλίνη χορηγούμενη μια φορά ημερησίως, σε μελέτη διάρκειας 26 εβδομάδων. Σε σύγκριση με τη θεραπεία με γλαργινική ινσουλίνη, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε σημαντικότερη μεταβολή της HbA1c, μείωσε σημαντικά το μέσο βάρος σώματος και σχετίστηκε με λιγότερα υπογλυκαιμικά επεισόδια (Πίνακας 3).
| Μελέτη 26 εβδομάδων | Εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg | Γλαργινική ινσουλίνη |
|---|---|---|
| N | 233 | 223 |
| Μέση HbA1c (%) | ||
| Σημείο αναφοράς | 8,3 | 8,3 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -1,5 (±0,1)* | -1,3 (±0,1)* |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -0,16 (-0,29 έως -0,03)* | |
| Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c <7% | 62 | 54 |
| Μεταβολή στη γλυκόζη ορού νηστείας (mmol/l) (± SE) | -2,1 (±0,2) | -2,8 (±0,2) |
| Μέσο βάρος σώματος (kg) | ||
| Σημείο αναφοράς | 91 | 91 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -2,6 (±0,2) | +1,4 (±0,2) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -4,05 (-4,57 έως -3,52)* | |
| SE = τυπικό σφάλμα, CI= διάστημα εμπιστοσύνης, * p < 0,05 | ||
| 1 Η γλαργινική ινσουλίνη χορηγήθηκε έως συγκέντρωση γλυκόζης-στόχο 4,0 έως 5,5 mmol/l (72 έως 100 mg/dl). Η μέση δόση γλαργινικής ινσουλίνης στην έναρξη της θεραπείας ήταν 10,1 IU/ημέρα και αυξήθηκε σε 31,1 IU/ημέρα για τους ασθενείς υπό θεραπεία με γλαργινική ινσουλίνη. |
Τα αποτελέσματα στις 156 εβδομάδες ήταν σύμφωνα με εκείνα που είχαν αναφερθεί προγενέστερα στην ενδιάμεση αναφορά των 26 εβδομάδων. Η θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης βελτίωσε επίμονα σε σημαντικό βαθμό το γλυκαιμικό έλεγχο και τον έλεγχο του βάρους, σε σύγκριση με τη θεραπεία γλαργινικής ινσουλίνης. Τα ευρήματα ασφάλειας στις 156 εβδομάδες ήταν σύμφωνα με εκείνα που αναφέρθηκαν στις 26 εβδομάδες. Σε μία διπλά τυφλή μελέτη 26 εβδομάδων η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης συγκρίθηκε με τις μέγιστες ημερήσιες δόσεις σιταγλιπτίνης και πιογλιταζόνης σε άτομα που χρησιμοποιούσαν επίσης μετφορμίνη. Όλες οι ομάδες θεραπείας είχαν σημαντική μείωση της HbA1c σε σύγκριση με το σημείο αναφοράς. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε ανωτερότητα έναντι τόσο της σιταγλιπτίνης όσο και της πιογλιταζόνης όσον αφορά τη μεταβολή της HbA1c από το σημείο αναφοράς. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης έδειξε σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις του βάρους σε σύγκριση με τη σιταγλιπτίνη. Οι ασθενείς που λάμβαναν πιογλιταζόνη παρουσίασαν αύξηση βάρους (Πίνακας 4).
| Μελέτη 26 εβδομάδων | Εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg | Σιταγλιπτίνη 100 mg | Πιογλιταζόνη 45 mg |
|---|---|---|---|
| N | 160 | 166 | 165 |
| Μέση HbA1c (%) | |||
| Σημείο αναφοράς | 8,6 | 8,5 | 8,5 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -1,6 (±0,1)* | -0,9 (±0,1)* | -1,2 (±0,1)* |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) έναντι της σιταγλιπτίνης | -0,63 (-0,89 έως -0,37)** | ||
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) έναντι της πιογλιταζόνης | -0,32 (-0,57 έως -0,06)* | ||
| Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c ≤ 7% | 62 | 36 | 49 |
| Μεταβολή στη γλυκόζη ορού νηστείας (mmol/l) (± SE) | -1,8 (±0,2) | -0,9 (±0,2) | -1,5 (±0,2) |
| Μέσο βάρος σώματος (kg) | |||
| Σημείο αναφοράς | 89 | 87 | 88 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE) | -2,3 (±0,3) | -0,8 (±0,3) | +2,8 (±0,3) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) έναντι της σιταγλιπτίνης | -1,54 (-2,35 έως -0,72)* | ||
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) έναντι της πιογλιταζόνης | -5,10 (-5,91 έως -4,28)** | ||
| SE = τυπικό σφάλμα, CI= διάστημα εμπιστοσύνης, *p <0,05, **p <0,0001 |
Σε μία 28 εβδομάδων διπλά τυφλή μελέτη, ο συνδυασμός εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και δαπαγλιφλοζίνης συγκρίθηκε με μονοθεραπεία εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και μονοθεραπεία δαπαγλιφλοζίνης σε ασθενείς που χρησιμοποιούσαν επίσης μετφορμίνη. Όλες οι ομάδες θεραπείας είχαν μείωση στην HbA1c συγκριτικά με την αρχική εκτίμηση. Η ομάδα εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και δαπαγλιφλοζίνης έδειξε μεγαλύτερη μείωση στην HbA1c συγκριτικά με την αρχική εκτίμηση συγκρινόμενη με την μονοθεραπεία εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και τη μονοθεραπεία δαπαγλιφλοζίνης (Πίνακας 5). Ο συνδυασμός εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και δαπαγλιφλοζίνης έδειξε σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις βάρους συγκριτικά με κάθε φαρμακευτικό προϊόν μόνο του (Πίνακας 5).
| Μελέτη 28 εβδομάδων | Παρατεταμένης αποδέσμευσης εξενατίδη 2 mg + Δαπαγλιφλοζίνη 10 mg QD | Παρατεταμένης αποδέσμευσης εξενατίδη 2 mg QW + Εικονικό φάρμακο QD | Δαπαγλιφλοζίνη 10 mg QD + Εικονικό φάρμακο QW |
|---|---|---|---|
| N | 228 | 227 | 230 |
| Μέση τιμή HbA1c (%) | |||
| Σημείο αναφοράς | 9,3 | 9,3 | 9,3 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (±SE)α | -2,0 (±0,1) | -1,6 (±0,1) | -1,4 (±0,1) |
| Μέση διαφορά στη μεταβολή από το σημείο αναφοράς μεταξύ του συνδυασμού και του μονού δραστικού φαρμακευτικού προϊόντος (95% CI) | -0,38* (-0,63, -0,13) | -0,59** (-0,84, -0,34) | |
| Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c 7% | 45 | 27 | 19 |
| Μέση μεταβολή από το σημείο αναφοράς στην γλυκόζη πλάσματος νηστείας (mmol/l) (±SE)α | -3,7 (±0,2) | -2,5 (±0,2) | -2,7 (±0,2) |
| Μέση διαφορά στη μεταβολή από το σημείο αναφοράς μεταξύ του συνδυασμού και του μονού δραστικού φαρμακευτικού προϊόντος (95% CI) | -1,12** (-1,55, -0,68) | -0,92** (-1,36, -0,49) | |
| Μέση μεταβολή από το σημείο αναφοράς στην μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος 2 ωρών (mmol/l) (SE)α | -4,9 (±0,2) | -3,3 (±0,2) | -3,4 (±0,2) |
| Μέση διαφορά στη μεταβολή από το σημείο αναφοράς μεταξύ του συνδυασμού και του μονού δραστικού φαρμακευτικού προϊόντος (95% CI) | -1,54** (-2,10, -0,98) | -1,49** (-2,04, -0,93) | |
| Μέσο βάρος σώματος (kg) | |||
| Σημείο αναφοράς | 92 | 89 | 91 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (±SE)α | -3,6 (±0,3) | -1,6 (±0.3) | -2,2 (±0,3) |
| Μέση διαφορά στη μεταβολή από το σημείο αναφοράς μεταξύ του συνδυασμού και του μονού δραστικού φαρμακευτικού προϊόντος (95% CI) | -2,00** (-2,79, -1,20) | -1,33** (-2,12, -0,55) | |
| QW=μία φορά εβδομαδιαίως, QD=μία φορά ημερησίως, SE = τυπικό σφάλμα, CI= διάστημα εμπιστοσύνης, N=αριθμός ασθενών. | |||
| α Η προσαρμοσμένη μέση τιμή ελαχίστων τετραγώνων (LS Means) και η(οι) διαφορά(ές) της ομάδας θεραπείας στη μεταβολή από τις αρχικές τιμές την Εβδομάδα 28 προσομοιώνονται χρησιμοποιώντας ένα μικτό μοντέλο με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις (MMRM), συμπεριλαμβανομένων της θεραπείας, της περιοχής, της διαστρωμάτωσης της αρχικής HbA1c (<9,0% ή ≥9,0%), των εβδομάδων και τη θεραπεία ανά εβδομάδα αλληλεπίδρασης ως σταθεροί παράγοντες και της αρχικής τιμής ως συμμεταβλητή. | |||
| *p <0,01, **p <0,001. | |||
| Οι p-τιμές είναι όλες προσαρμοσμένες p-τιμές για πολλαπλότητα. | |||
| Οι αναλύσεις εξαιρούν τις μετρήσεις μετά τη θεραπεία διάσωσης και μετά την πρόωρη διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτης. |
Σε μία 28-εβδομάδων διπλά-τυφλή μελέτη, η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης που προστέθηκε στη γλαργινική ινσουλίνη ως μονοθεραπεία ή με μετφορμίνη συγκρίθηκε με εικονικό φάρμακο που προστέθηκε στη γλαργινική ινσουλίνη ως μονοθεραπεία ή με μετφορμίνη. Η δοσολογία της γλαργινικής ινσουλίνης είχε στόχο γλυκόζη πλάσματος νηστείας από 4,0 έως 5,5 mmol/l (72 έως 99 mg/dl). Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης κατέδειξε ανωτερότητα έναντι του εικονικού φαρμάκου στη μείωση της HbA1c από τo σημείο αναφοράς έως την Εβδομάδα 28 (Πίνακας 6). Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν ανώτερη από το εικονικό φάρμακο στη μείωση του βάρους σώματος την Εβδομάδα 28 (Πίνακας 6).
| Μελέτη 28 εβδομάδων | Εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg + Γλαργινική ινσουλίνηα | Εικονικό φάρμακο + Γλαργινική ινσουλίνηα |
|---|---|---|
| N | 230 | 228 |
| Μέση τιμή HbA1c (%) | ||
| Σημείο αναφοράς | 8,5 | 8,5 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE)β | -1,0 (±0,1) | -0,2 (±0,1) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -0,74* (-0,94, -0,54) | |
| Ασθενείς (%) που πέτυχαν HbA1c ≤ 7%γ | 33* | 7 |
| Μέσο βάρος σώματος (kg) | ||
| Σημείο αναφοράς | 94 | 94 |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς (± SE)β | -1,0 (±0,3) | 0,5 (±0,3) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -1,52* (-2,19, -0,85) | |
| Μεταβολή από το σημείο αναφοράς στη μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος 2 ωρών (mmol/l) (± SE)β,δ | -1,6 (±0,3) | -0,1 (±0,3) |
| Μέση διαφορά μεταβολής από το σημείο αναφοράς μεταξύ των θεραπειών (95% CI) | -1,54* (-2,17, -0,91) | |
| N=αριθμός ασθενών σε κάθε ομάδα θεραπείας, SE = τυπικό σφάλμα, CI= διάστημα εμπιστοσύνης, *p-τιμή <0,001 (προσαρμοσμένη για πολλαπλότητα). | ||
| α Η μεταβολή της μέσης τιμής ελαχίστων τετραγώνων στη μέση ημερήσια δόση ινσουλίνης ήταν 1,6 μονάδες για την ομάδα εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και 3,5 μονάδες για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. | ||
| β Η προσαρμοσμένη μέση τιμή ελαχίστων τετραγώνων και η(οι) διαφορά(ές) της ομάδας θεραπείας στη μεταβολή από τις αρχικές τιμές την Εβδομάδα 28 προσομοιώνονται χρησιμοποιώντας ένα μικτό μοντέλο με επαναλαμβανόμενες μετρήσεις (MMRM), συμπεριλαμβανομένων της θεραπείας, της περιοχής, της διαστρωμάτωσης της αρχικής HbA1c (< 9,0% ή ≥ 9,0%), της διαστρωμάτωσης της αρχικής χρήσης σουλφονυλουρίας (ναι έναντι όχι), των εβδομάδων και τη θεραπεία ανά εβδομάδα αλληλεπίδρασης ως σταθεροί παράγοντες και της αρχικής τιμής ως συμμεταβλητή. Η απόλυτη μεταβολή στη μεταγευματική γλυκόζη πλάσματος 2 ωρών την Εβδομάδα 28 προσομοιώνεται παρομοίως χρησιμοποιώντας την ανάλυση της συνδιακύµανσης (ANCOVA). | ||
| γ Όλοι οι ασθενείς με ελλείποντα δεδομένα καταληκτικού σημείου καταλογίζονται ως μη ανταποκριθέντες. | ||
| δ Μετά από δοκιμή ανοχής τυπικού γεύματος. | ||
| Οι αναλύσεις εξαιρούν τις μετρήσεις μετά τη θεραπεία διάσωσης και μετά την πρόωρη διακοπή του φαρμακευτικού προϊόντος της μελέτας. |
Καρδιαγγειακή εκτίμηση
Η EXSCEL ήταν μια πραγματική καρδιαγγειακή (CV) μελέτη έκβασης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και οποιοδήποτε επίπεδο καρδιαγγειακού κινδύνου. Συνολικά 14.752 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 είτε σε εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης 2 mg μία φορά την εβδομάδα είτε σε εικονικό φάρμακο, που προστέθηκαν στην τρέχουσα συνηθισμένη θεραπεία, η οποία μπορούσε να περιλαμβάνει αναστολείς SGLT2. Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν, όπως στη συνήθη κλινική πρακτική, για διάμεσο διάστημα 38,7 μηνών με διάμεση διάρκεια θεραπείας 27,8 μηνών. Η ζωτική κατάσταση ήταν γνωστή στο τέλος της μελέτης για το 98,9% και το 98,8% των ασθενών στην ομάδα της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα. Η μέση ηλικία κατά την είσοδο στη μελέτη ήταν 62 έτη (με το 8,5% των ασθενών ≥75 ετών). Περίπου το 62% των ασθενών ήταν άνδρες. Ο μέσος ΔΜΣ ήταν 32,7 kg/m2 και η μέση διάρκεια του διαβήτη ήταν 13,1 έτη. Η μέση τιμή HbA1c ήταν 8,1%. Περίπου το 49,3% είχε ήπια νεφρική δυσλειτουργία (εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης [eGFR] ≥60 έως ≤89 ml/min/1,73 m2) και το 21,6% είχε μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (eGFR ≥30 έως ≤59 ml/min/1,73 m2). Συνολικά, το 26,9% των ασθενών δεν είχε προηγούμενο καρδιαγγειακό συμβάν, ενώ το 73,1% είχε τουλάχιστον ένα προηγούμενο καρδιαγγειακό συμβάν. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ασφάλειας (μη κατωτερότητα) και αποτελεσματικότητας (ανωτερότητα) στην EXSCEL ήταν ο χρόνος έως το πρώτο επιβεβαιωμένο Μείζων Ανεπιθύμητο Καρδιακό Συμβάν (MACE): θανάτος σχετιζόμενος με καρδιαγγειακά (CV), μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου (MI) ή μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο. Η θνησιμότητα όλων των αιτιών ήταν το αρχικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο που εκτιμήθηκε. Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν αύξησε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, όταν προστέθηκε στην τρέχουσα συνηθισμένη περίθαλψη (HR: 0,91, 95% CI: 0,832, 1,004, P<0,001 για μη κατωτερότητα), βλέπε Εικόνα 1. Τα αποτελέσματα των πρωτευόντων σύνθετων και δευτερευόντων καρδιαγγειακών καταληκτικών σημείων φαίνονται στην Εικόνα 2.
Εικόνα 1: Χρόνος έως το Πρώτο Κατακυρωμένο Μείζων Ανεπιθύμητο Καρδιακό Συμβάν (ασθενείς με πρόθεση θεραπείας)
| Εξενατίδη | Εικονικό φάρμακο |
|---|---|
| [Γράφημα επιβίωσης] | [Γράφημα επιβίωσης] |
| Χρόνος από την Τυχαιοποίηση | |
| Αριθμός σε Κίνδυνο | |
| Εξενατίδη | [Αριθμοί] |
| Εικονικό φάρμακο | [Αριθμοί] |
| HR (95% CI) | 0,91 (0,832, 1,004) |
| Εξενατίδη έναντι Εικονικού φαρμάκου: | |
| HR=αναλογία κινδύνου, CI=διάστημα εμπιστοσύνης |
Εικόνα 2: Δενδρόγραμμα: Ανάλυση των Πρωτευόντων και Δευτερευόντων Καταληκτικών Σημείων (ασθενείς με πρόθεση θεραπείας)
| Εξενατίδη n (%) Ποσοστό Συμβάντων | Εικονικό φάρμακο n (%) Ποσοστό Συμβάντων | HR (95% CI)1 | |
|---|---|---|---|
| MACE | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| Θάνατος όλων των αιτιών | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| Θάνατος σχετιζόμενος με CV | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| Έμφραγμα του Μυοκαρδίου | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| Εγκεφαλικό επεισόδιο | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| Νοσηλεία για ACS | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| Νοσηλεία για HF | [Αριθμοί] | [Αριθμοί] | [Τιμή] |
| <-Ευνοεί την εξενατίδη- - Ευνοεί το εικονικό φάρμακο-> | |||
| ACS=οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, CI=διάστημα εμπιστοσύνης, CV=καρδιαγγειακά, HF=καρδιακή ανεπάρκεια, | |||
| HR=αναλογία κινδύνου, MACE=μείζων ανεπιθύμητο καρδιακό συμβάν, MI=έμφραγμα του μυοκαρδίου, | |||
| n=αριθμός των ασθενών με κάποιο συμβάν, N= αριθμός των ασθενών στην ομάδα θεραπείας. | |||
| 1 Η Αναλογία Κινδύνου (δραστικό/εικονικό φάρμακο) και το Διάστημα Εμπιστοσύνης βασίζονται στο μοντέλο παλινδρόμησης αναλογικών κινδύνων Cox, στρωματοποιημένο κατά προηγούμενο καρδιαγγειακό συμβάν, με την ομάδα θεραπείας μόνο ως επεξηγηματική μεταβλητή. |
Η ανάγκη για επιπρόσθετη αντιυπεργλυκαιμική φαρμακευτική αγωγή μειώθηκε κατά 33% με την ομάδα εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης (επίπτωση προσαρμοσμένη ως προς την έκθεση 10,5 ανά 100 ανθρωπο-έτη) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (επίπτωση προσαρμοσμένη ως προς την έκθεση 15,7 ανά 100 ανθρωπο-έτη). Παρατηρήθηκε μείωση της HbA1c κατά τη διάρκεια της δοκιμής με συνολική διαφορά θεραπείας -0,53% (εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης έναντι εικονικού φαρμάκου).
Βάρος σώματος
Μείωση του σωματικού βάρους σε σύγκριση με το αρχικό σημείο αναφοράς παρατηρήθηκε σε όλες τις μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Στις 4 συγκριτικές ελεγχόμενες μελέτες, αυτή η μείωση του σωματικού βάρους παρατηρήθηκε στους ασθενείς που έλαβαν εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης ανεξάρτητα από την εμφάνιση ναυτίας, αν και η μείωση ήταν μεγαλύτερη στην ομάδα με ναυτία (μέση μείωση των -2,9 kg έως -5,2 kg με ναυτία, έναντι -2,2 kg έως -2,9 kg χωρίς ναυτία). Στις 4 συγκριτικές ελεγχόμενες μελέτες, το ποσοστό των ασθενών που είχαν μείωση τόσο του βάρους όσο και της HbA1c κυμαινόταν από 70 έως 79% (το ποσοστό των ασθενών που είχαν μείωση της HbA1c κυμαινόταν από 88 έως 96%).
Γλυκόζη πλάσματος/ορού
Η θεραπεία με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης οδήγησε σε σημαντική μείωση της συγκέντρωσης γλυκόζης νηστείας στο πλάσμα/τον ορό. Η μείωση αυτή παρατηρήθηκε ήδη από τις πρώτες 4 εβδομάδες. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με γλαργινική ινσουλίνη, η μεταβολή από το σημείο αναφοράς έως την Εβδομάδα 28 στη γλυκόζη πλάσματος νηστείας ήταν -0,7 mmol/l για την ομάδα εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και -0,1 mmol/l για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Παρατηρήθηκε επίσης πρόσθετη μείωση των μεταγευματικών συγκεντρώσεων γλυκόζης. Η βελτίωση της συγκέντρωσης γλυκόζης πλάσματος νηστείας διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 52 εβδομάδων.
Λειτουργία των β-κυττάρων
Οι κλινικές μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης έχουν δείξει βελτίωση της λειτουργίας των β-κυττάρων, με χρήση παραμέτρων όπως είναι η εκτίμηση του μοντέλου ομοιόστασης (HOMA-B). Η επίδραση στη λειτουργία των β-κυττάρων διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 52 εβδομάδων.
Αρτηριακή πίεση
Στις 4 συγκριτικές ελεγχόμενες μελέτες της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης παρατηρήθηκε μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης (2,9 mmHg έως 4,7 mmHg). Στη συγκριτική μελέτη διάρκειας 30 εβδομάδων έναντι της εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης, τόσο η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης όσο και η εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης μείωσαν σημαντικά τη συστολική αρτηριακή πίεση σε σύγκριση με το αρχικό σημείο αναφοράς (4,7±1,1 mmHg και 3,4±1,1 mmHg, αντίστοιχα), αν και η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων θεραπείας δεν ήταν σημαντική. Η βελτίωση της αρτηριακής πίεσης διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια των 52 εβδομάδων. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη με γλαργινική ινσουλίνη, η μεταβολή από το σημείο αναφοράς έως την Εβδομάδα 28 στη συστολική αρτηριακή πίεση ήταν -2,6 mmHg για την ομάδα εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης και -0,7 mmHg για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Η θεραπεία συνδυασμού με δαπαγλιφλοζίνη και εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης οδήγησε σε σημαντική μέση μείωση της συστολικής αρτηριακής πίεσης την Εβδομάδα 28 κατά -4,3±0,8 mmHg σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης κατά -1,2±0,8 mmHg, (p < 0,01) ή τη μονοθεραπεία δαπαγλιφλοζίνης κατά -1,8±0,8 mmHg, (p < 0,05).
Λιπίδια νηστείας
Η εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης δεν έχει επιδείξει αρνητικές επιδράσεις στις λιπιδαιμικές παραμέτρους.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BYDUREON
expand_more
Φαρμακοκινητική
Οι ιδιότητες απορρόφησης της εξενατίδης αντικατοπτρίζουν τις ιδιότητες παρατεταμένης απελευθέρωσης της φαρμακοτεχνικής μορφής της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης. Μόλις απορροφηθεί στην κυκλοφορία, η εξενατίδη κατανέμεται και αποβάλλεται σύμφωνα με τις γνωστές της συστηματικές φαρμακοκινητικές ιδιότητες (όπως περιγράφεται σε αυτή την παράγραφο).
Απορρόφηση
Μετά από εβδομαδιαία χορήγηση 2 mg εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης, η μέση συγκέντρωση της εξενατίδης υπερέβη την ελάχιστη αποτελεσματική συγκέντρωση (~ 50 pg/ml) εντός 2 εβδομάδων, με σταδιακή αύξηση του μέσου όρου της συγκέντρωσης εξενατίδης στο πλάσμα σε διάστημα 6 έως 7 εβδομάδων. Στη συνέχεια, η συγκέντρωση της εξενατίδης διατηρήθηκε στα 151-265 pg/ml περίπου, υποδεικνύοντας ότι είχε επιτευχθεί σταθερή κατάσταση. Η συγκέντρωση εξενατίδης σταθερής κατάστασης διατηρείται στη διάρκεια του μεσοδιαστήματος μίας εβδομάδας μεταξύ των δόσεων, με ελάχιστη διακύμανση γύρω από αυτή τη μέση θεραπευτική συγκέντρωση.
Κατανομή
Ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής της εξενατίδης μετά από υποδόρια χορήγηση εφάπαξ δόσης εξενατίδης είναι 28 l.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή
Μη κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η εξενατίδη αποβάλλεται κυρίως μέσω της σπειραματικής διήθησης με συνακόλουθη πρωτεολυτική αποδόμηση. Η μέση φαινομενική κάθαρση της εξενατίδης είναι 9 l/h. Αυτά τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά της εξενατίδης δεν είναι δοσοεξαρτώμενα. Περίπου 10 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με εξενατίδη παρατεταμένης αποδέσμευσης, οι μέσες συγκεντρώσεις της εξενατίδης στο πλάσμα μειώθηκαν κάτω από τις ελάχιστες ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία που λάμβαναν 2 mg εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης δείχνει ότι μπορεί να υπάρχει αύξηση της συστηματικής έκθεσης περίπου 74% και 23% (διάμεση τιμή πρόβλεψης σε κάθε ομάδα) σε ασθενείς με μέτρια (N=10) και ήπια (N=56) νεφρική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, σε σύγκριση με τους ασθενείς με φυσιολογική (N=84) νεφρική λειτουργία.
Ηπατική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία φαρμακοκινητική μελέτη. Η εξενατίδη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς˙ συνεπώς τυχόν ηπατική δυσλειτουργία δεν αναμένεται να επηρεάσει τις συγκεντρώσεις της εξενατίδης στο αίμα.
Φύλο, φυλή και βάρος σώματος
Το φύλο, η φυλή και το σωματικό βάρος δεν έχουν καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της εξενατίδης.
Ηλικιωμένοι
Παρόλο που τα δεδομένα σε ηλικιωμένους είναι περιορισμένα, δεν υπάρχουν αξιοσημείωτες αλλαγές στην έκθεση σε εξενατίδη στην προχωρημένη ηλικία έως τα 75 έτη. Σε φαρμακοκινητική μελέτη της εξενατίδης άμεσης αποδέσμευσης σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, η χορήγηση της εξενατίδης (10 μg) είχε ως αποτέλεσμα τη μέση αύξηση στην AUC της εξενατίδης κατά 36% σε 15 ηλικιωμένα άτομα, 75 έως 85 ετών, σε σύγκριση με 15 άτομα 45 έως 65 ετών, γεγονός που πιθανόν να σχετίζεται με τη μειωμένη νεφρική λειτουργία στην ομάδα των ηλικιωμένων ασθενών (βλέπε Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε φαρμακοκινητική μελέτη εφάπαξ δόσης με εξενατίδη άμεσης αποδέσμευσης σε 13 ασθενείς με διαβήτη τύπου 2 και ηλικίας από 12 έως και 16 ετών, η χορήγηση της εξενατίδης (5 μg) είχε ως αποτέλεσμα ελαφρώς χαμηλότερη μέση AUC (16% χαμηλότερη) και Cmax (25% χαμηλότερη) σε σύγκριση με τις τιμές που παρατηρήθηκαν σε ενήλικες ασθενείς. Δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία φαρμακοκινητική μελέτη της εξενατίδης παρατεταμένης αποδέσμευσης σε παιδιατρικό πληθυσμό.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 28.3 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- Apparent cl=9.1 L/hr
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Το εξενatide είναι αγωνιστής του υποδοχέα του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1) στον άνθρωπο. Ενεργοποιώντας αυτόν τον υποδοχέα, αυξάνεται η έκκριση ινσουλίνης και μειώνεται η έκκριση γλυκαγόνης με τρόπο εξαρτώμενο από τη γλυκόζη. Το εξενatide επιβραδύνει επίσης την κένωση του στομάχου και μειώνει την πρόσληψη τροφής. Αυτές οι επιδράσεις δρουν συνεργιστικά για τη βελτίωση του γλυκαιμικού ελέγχου, μειώνοντας την πιθανότητα υπεργλυκαιμίας και υπογλυκαιμίας.
Η νησιδιακή αμυλοειδής ουσία, που σχηματίζεται από τη συσσωμάτωση του ανθρώπινου πολυπεπτιδίου αμυλίνης των νησιδίων (hIAPP), συνδέεται με τον θάνατο των β-κυττάρων στον διαβήτη τύπου 2, καθώς και σε καλλιεργημένα και μεταμοσχευμένα ανθρώπινα νησίδια. Η δυσλειτουργία στην επεξεργασία της προ-hIAPP λόγω δυσλειτουργίας των β-κυττάρων εμπλέκεται στη συσσωμάτωση της hIAPP. Εξετάσαμε εάν ο αγωνιστής του υποδοχέα του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1R) εξενatide μπορεί να αποκαταστήσει τη δυσλειτουργική επεξεργασία της προ-hIAPP και να μειώσει τη συσσωμάτωση της hIAPP σε καλλιεργημένα ανθρώπινα νησίδια και να διατηρήσει τη λειτουργία/μάζα των β-κυττάρων υπό τις συνθήκες καλλιέργειας που χρησιμοποιούνται στην κλινική μεταμόσχευση νησιδίων. ΜΕΘΟΔΟΙ: Απομονωμένα ανθρώπινα νησίδια (n = 10 δότες) καλλιεργήθηκαν με ή χωρίς εξενatide σε φυσιολογική ή αυξημένη γλυκόζη για 2 ή 7 ημέρες. Αξιολογήθηκαν η απόπτωση, ο πολλαπλασιασμός, η μάζα, η λειτουργία των β-κυττάρων, η ενεργοποίηση της κινάσης cJUN N-τερματικού (JNK) και της πρωτεϊνικής κινάσης Β (PKB) και ο σχηματισμός αμυλοειδούς. Ανιχνεύθηκαν η προ-hIAPP, τα ενδιάμεσα προϊόντα της και η ώριμη hIAPP. Τα νησίδια που υποβλήθηκαν σε επεξεργασία με εξενatide είχαν σημαντικά χαμηλότερη ενεργοποίηση JNK και κασπάσης-3 και απόπτωση β-κυττάρων, οδηγώντας σε υψηλότερη αναλογία β/α κυττάρων και περιοχή β-κυττάρων σε σύγκριση με τα μη επεξεργασμένα καλλιεργημένα νησίδια. Το εξενatide βελτίωσε τη λειτουργία των β-κυττάρων, εκδηλώθηκε ως υψηλότερη απόκριση ινσουλίνης στη γλυκόζη και περιεκτικότητα σε ινσουλίνη, σε σύγκριση με τα μη επεξεργασμένα καλλιεργημένα νησίδια. Η ανοσοδιέγερση phospho-PKB ήταν ανιχνεύσιμη στα επεξεργασμένα με εξενatide αλλά όχι στα μη επεξεργασμένα καλλιεργημένα νησίδια. Η καλλιέργεια νησιδίων προκάλεσε δυσλειτουργική επεξεργασία της προ-hIAPP με μειωμένα επίπεδα ώριμης hIAPP και αυξημένα επίπεδα μη επεξεργασμένης εκ Ν-αμινοτελικού άκρου προ-hIAPP, οδηγώντας σε αυξημένη απελευθέρωση ανώριμης hIAPP. Το εξενatide αποκατέστησε την επεξεργασία της προ-hIAPP και μείωσε τη συσσωμάτωση της hIAPP σε καλλιεργημένα νησίδια. Η θεραπεία με εξενatide ενισχύει την επιβίωση και τη λειτουργία καλλιεργημένων ανθρώπινων νησιδίων και αποκαθιστά τη δυσλειτουργική επεξεργασία της προ-hIAPP σε φυσιολογικές και αυξημένες συνθήκες γλυκόζης, μειώνοντας έτσι τη συσσωμάτωση της hIAPP. Οι αγωνιστές του GLP-1R μπορεί να διατηρήσουν τα β-κύτταρα σε καταστάσεις που σχετίζονται με τον σχηματισμό νησιδιακής αμυλοειδούς ουσίας.
Οι ινκρετίνες, όπως το πεπτίδιο-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1), ενισχύουν την εξαρτώμενη από τη γλυκόζη έκκριση ινσουλίνης και παρουσιάζουν άλλες αντιυπεργλυκαιμικές δράσεις μετά την απελευθέρωσή τους στην κυκλοφορία από το έντερο. Το Byetta είναι ένας αγωνιστής του υποδοχέα GLP-1 που ενισχύει την εξαρτώμενη από τη γλυκόζη έκκριση ινσουλίνης από τα παγκρεατικά β-κύτταρα, καταστέλλει την ακατάλληλα αυξημένη έκκριση γλυκαγόνης και επιβραδύνει την κένωση του στομάχου. Η αλληλουχία αμινοξέων του εξενatide επικαλύπτεται εν μέρει με αυτήν του ανθρώπινου GLP-1. Έχει αποδειχθεί ότι το εξενatide συνδέεται και ενεργοποιεί τον ανθρώπινο υποδοχέα GLP-1 in vitro. Αυτό οδηγεί σε αύξηση τόσο της εξαρτώμενης από τη γλυκόζη σύνθεσης ινσουλίνης, όσο και της in vivo έκκρισης ινσουλίνης από τα παγκρεατικά β-κύτταρα, μέσω μηχανισμών που περιλαμβάνουν κυκλική AMP και/ή άλλα ενδοκυτταρικά μονοπάτια σηματοδότησης.
Έχει αναφερθεί ότι ο αγωνιστής GLP-1 εξενatide (exendin-4) μειώνει την αρτηριακή πίεση. Η δοσοεξαρτώμενη αγγειοδιασταλτική δράση του exendin-4 έχει προηγουμένως αποδειχθεί, αν και ο ακριβής μηχανισμός δεν έχει περιγραφεί διεξοδικά. /Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι/ να παράσχει in vitro στοιχεία για την υπόθεση ότι το εξενatide μπορεί να μειώσει την κεντρική (αορτική) αρτηριακή πίεση, εμπλέκοντας τρεις αεριομεταβιβαστές, συγκεκριμένα το μονοξείδιο του αζώτου (NO), το μονοξείδιο του άνθρακα (CO) και το υδρόθειο (H2S). … Η αγγειοδραστική δράση του εξενatide σε απομονωμένους θωρακικούς αορτικούς δακτυλίους αρουραίων /καθορίστηκε/. Τμήματα αγγείων μήκους 2 mm τοποθετήθηκαν σε μυογράφο σύρματος και προ-επωάστηκαν με αναστολείς των ενζύμων που παράγουν τους τρεις αεριομεταβιβαστές, με αναστολείς της παραγωγής αντιδραστικών ειδών οξυγόνου, της σύνθεσης προσταγλανδινών, αναστολείς των πρωτεϊνικών κινασών, των καναλιών καλίου ή με αναστολέα του Na+/Ca2+-ανταλλάκτη. Το εξενatide προκάλεσε δοσοεξαρτώμενη χαλάρωση της θωρακικής αορτής αρουραίων, η οποία προκλήθηκε μέσω του υποδοχέα GLP-1 και μεσολαβήθηκε κυρίως από H2S, αλλά και από NO και CO. Οι προσταγλανδίνες και οι ελεύθερες ρίζες υπεροξειδίου παίζουν επίσης ρόλο στη χαλάρωση. Η αναστολή της διαλυτής γουανυλικής κυκλάσης μείωσε σημαντικά την αγγειοχαλάρωση. Διαπιστώσαμε ότι τα κανάλια καλίου ευαίσθητα στην ATP, τα ρυθμιζόμενα από τάση και τα μεγάλης αγωγιμότητας ενεργοποιούμενα από ασβέστιο εμπλέκονται επίσης στην αγγειοδιαστολή, αλλά η αναστολή των ρυθμιζόμενων από τάση καναλιών καλίου τύπου KCNQ οδήγησε στην πιο αξιοσημείωτη μείωση του ρυθμού αγγειοχαλάρωσης. Η αναστολή του Na+/Ca2+-ανταλλάκτη εξάλειψε το μεγαλύτερο μέρος της αγγειοδιαστολής. Το εξενatide προκαλεί αγγειοδιαστολή στην θωρακική αορτή αρουραίων με τη συμβολή και των τριών αεριομεταβιβαστών. /Αυτό παρέχει/ in vitro στοιχεία για την πιθανή ικανότητα του εξενatide να μειώσει την κεντρική (αορτική) αρτηριακή πίεση, κάτι που θα μπορούσε να έχει κλινική σημασία.
Η ενεργοποίηση του υποδοχέα του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης (GLP-1R) στον πυρήνα του nucleus accumbens (NAc) είναι φαρμακολογικά και φυσιολογικά σχετική για τη ρύθμιση της πρόσληψης εύγευστων τροφών. /Έγινε μια εκτίμηση/ εάν η σηματοδότηση του GLP-1R στον πυρήνα του NAc αρουραίων τροποποιεί τους GABAεργικούς μεσαίους αστεροειδείς νευρώνες (MSNs) μέσω προ-συναπτικής γλουταμινεργικής και/ή προ-συναπτικής ντοπαμινεργικής σηματοδότησης για τον έλεγχο της σίτισης. Πρώτον, η ex vivo ταχεία κυκλική βολτομετρία έδειξε ότι ο αγωνιστής του GLP-1R exendin-4 (Ex-4) δεν μεταβάλλει την απελευθέρωση ντοπαμίνης στον πυρήνα του NAc. Αντ’ αυτού, υποστήριξη για έναν γλουταμινεργικό μηχανισμό παρείχαν οι ex vivo ηλεκτροφυσιολογικές αναλύσεις που έδειξαν ότι το Ex-4 ενεργοποιεί προ-συναπτικούς GLP-1Rs στον πυρήνα του NAc για να αυξήσει τη δραστηριότητα των MSNs μέσω ενός γλουταμινεργικού μηχανισμού που μεσολαβείται από υποδοχείς AMPA/kainate, υποδεικνυόμενου από αυξημένη συχνότητα mEPSC και μειωμένη αναλογία διπλής παλμικής απόκρισης στους MSNs του πυρήνα. Παρατηρήθηκε μόνο μια μικρή, άμεση διεγερτική επίδραση στα MSNs από το Ex-4, υποδηλώνοντας ότι η συμβολή του μετα-συναπτικού GLP-1R στη δραστηριότητα των MSNs είναι ελάχιστη. Η συμπεριφορική σημασία των ηλεκτροφυσιολογικών δεδομένων επιβεβαιώθηκε από το εύρημα ότι η ενδοπυρηνική έγχυση του ανταγωνιστή υποδοχέα AMPA/kainate CNQX εξασθένισε την ικανότητα της ενεργοποίησης του NAc core GLP-1R με μικροέγχυση Ex-4 να καταστέλλει την πρόσληψη τροφής και την αύξηση σωματικού βάρους· αντιθέτως, η ενδοπυρηνική αναστολή του υποδοχέα NMDA με AP-5 δεν ανέστειλε τις επιδράσεις ενεργειακής ισορροπίας του NAc core Ex-4. Συνολικά, αυτά τα δεδομένα παρέχουν στοιχεία για έναν νέο γλουταμινεργικό, αλλά όχι ντοπαμινεργικό, μηχανισμό με τον οποίο οι NAc core GLP-1Rs προάγουν αρνητικό ενεργειακό ισοζύγιο.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Το εξενatide φτάνει σε μέγιστη πλασματική συγκέντρωση σε 2,1 ώρες. Επειδή το εξενatide χορηγείται υποδόρια, η βιοδιαθεσιμότητα είναι 1.
Το εξενatide αποβάλλεται κυρίως μέσω της σπειραματικής διήθησης, ακολουθούμενης από πρωτεόλυση, πριν τελικά αποβληθεί στα ούρα.
28,3 L.
9,1 L/ώρα.
Μετά από μία εφάπαξ δόση Bydureon, το εξενatide απελευθερώνεται από τις μικροσφαιρίδια για περίπου 10 εβδομάδες. Υπάρχει μια αρχική περίοδος απελευθέρωσης του εξενatide που είναι συνδεδεμένο στην επιφάνεια, ακολουθούμενη από μια σταδιακή απελευθέρωση του εξενatide από τις μικροσφαιρίδια, η οποία οδηγεί σε δύο επακόλουθες κορυφές εξενatide στο πλάσμα, περίπου την εβδομάδα 2 και την εβδομάδα 6 έως 7, αντίστοιχα, αντιπροσωπεύοντας την ενυδάτωση και τη διάβρωση των μικροσφαιριδίων. Μετά την έναρξη χορήγησης μία φορά κάθε 7 ημέρες (εβδομαδιαίως) 2 mg Bydureon, παρατηρείται σταδιακή αύξηση της πλασματικής συγκέντρωσης εξενatide κατά τη διάρκεια 6 έως 7 εβδομάδων. Μετά από 6 έως 7 εβδομάδες, οι μέσες συγκεντρώσεις εξενatide περίπου 300 pg/mL διατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαστημάτων χορήγησης μία φορά κάθε 7 ημέρες (εβδομαδιαίως), υποδεικνύοντας ότι επετεύχθη σταθερή κατάσταση.
Μη κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι το εξενatide αποβάλλεται κυρίως μέσω της σπειραματικής διήθησης με επακόλουθη πρωτεολυτική διάσπαση. Η μέση εμφανής κάθαρση του εξενatide σε ανθρώπους είναι 9,1 L/ώρα και ο μέσος τερματικός χρόνος ημιζωής είναι 2,4 ώρες. Αυτά τα φαρμακοκινητικά χαρακτηριστικά του εξενatide είναι ανεξάρτητα από τη δόση. Στους περισσότερους ανθρώπους, οι συγκεντρώσεις εξενatide είναι μετρήσιμες για περίπου 10 ώρες μετά τη δόση.
Ο μέσος εμφανής όγκος κατανομής του εξενatide μετά από υποδόρια χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης Byetta είναι 28,3 L.
Μετά από υποδόρια χορήγηση σε ασθενείς με διαβήτη τύπου 2, το εξενatide φτάνει σε διάμεσες μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις σε 2,1 ώρες. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση εξενatide (Cmax) ήταν 211 pg/mL και η συνολική μέση περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου-συγκέντρωσης (AUC0-inf) ήταν 1036 pg hr/mL μετά από υποδόρια χορήγηση δόσης 10 μg Byetta. Οι τιμές Cmax αυξήθηκαν λιγότερο από αναλογικά στο ίδιο εύρος. Παρόμοια έκθεση επιτυγχάνεται με υποδόρια χορήγηση Byetta στην κοιλιά, τον μηρό ή το άνω τμήμα του βραχίονα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για το εξενatide (6 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ενώσεις που διεγείρουν τη δραστηριότητα του ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΟΥ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ-1 ΤΥΠΟΥ ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ (GLP-1). Οι αγωνιστές του υποδοχέα του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 και της ΠΑΧΕΣΑΡΚΙΑΣ.
Παράγοντες που αυξάνουν την ενεργειακή δαπάνη και την απώλεια βάρους μέσω νευρικής και μεταβολικής ρύθμισης.
Πεπτίδια που διεγείρουν την έκκριση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΑ Β-ΚΥΤΤΑΡΑ μετά την από του στόματος λήψη θρεπτικών ουσιών ή μετά τα γεύματα.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
9P1872D4OL
EXENATIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1
Χημική Δομή [CS] - Πεπτίδιο-1 Τύπου Γλυκαγόνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Πεπτιδίου-1 Τύπου Γλυκαγόνης (GLP-1)
Το εξενatide είναι ένας Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1. Ο μηχανισμός δράσης του εξενatide είναι ως Αγωνιστής Πεπτιδίου-1 Τύπου Γλυκαγόνης (GLP-1).
EXENATIDE
Πεπτίδιο-1 Τύπου Γλυκαγόνης [CS]· Αγωνιστές Πεπτιδίου-1 Τύπου Γλυκαγόνης (GLP-1) [MoA]· Αγωνιστής Υποδοχέα GLP-1 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ενώσεις που διεγείρουν τη δραστηριότητα του ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΤΟΥ ΠΕΠΤΙΔΙΟΥ-1 ΤΥΠΟΥ ΓΛΥΚΑΓΟΝΗΣ (GLP-1). Οι αγωνιστές του υποδοχέα του πεπτιδίου-1 τύπου γλυκαγόνης χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του ΔΙΑΒΗΤΗ ΤΥΠΟΥ 2 και της ΠΑΧΕΣΑΡΚΙΑΣ.
Παράγοντες που αυξάνουν την ενεργειακή δαπάνη και την απώλεια βάρους μέσω νευρικής και μεταβολικής ρύθμισης.
Πεπτίδια που διεγείρουν την έκκριση ΙΝΣΟΥΛΙΝΗΣ από τα ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΑ Β-ΚΥΤΤΑΡΑ μετά την από του στόματος λήψη θρεπτικών ουσιών ή μετά τα γεύματα.