ERTAPENEM
Ερταπενέμη
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ιμιπενέμη και η μεροπενέμη. H ιμιπενέμη είναι ένα νέο β-λακταμικό παράγωγο που ανήκει στις θειεναμυκίνες (καρβαπενέμη). Eπειδή καταστρέφεται από την δεϋδροπεπτιδάση I της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, για φαρμακοκινητικούς λόγους …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-INVANZ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Ημερησίως ή δύο φορές ημερησίως (ανάλογα με την ηλικία), έγχυση μέσα σε 30 λεπτά, διάρκεια θεραπείας 3-14 ημέρες.
- Δόση έναρξης: 1 g
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 13 έως 17 ετών)Δόση1 gμια φορά την ημέρα με ενδοφλέβια χορήγηση
-
Βρέφη και παιδιά (ηλικίας 3 μηνών έως 12 ετών)Δόση15 mg/kgΜέγ. δόση1 g/ημερησίωςδύο φορές ημερησίως με ενδοφλέβια χορήγηση
-
Ενήλικες (Πρόληψη)Δόση1 gεφάπαξ ενδοφλέβια δόση που πρέπει να ολοκληρώνεται εντός 1 ώρας πριν από την χειρουργική επέμβαση
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 3 μηνών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Ενήλικες με νεφρική δυσλειτουργία (Clcr > 30 ml/min/1,73 m2)δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαδεν πρέπει να χορηγείται. Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιά και έφηβους με νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς σε αιμοδιύλισηδεν πρέπει να χορηγείται
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
-
ΗλικιωμένοιΗ συνιστώμενη δόση του INVANZ θα πρέπει να χορηγείται, εκτός από τις περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας.
block
SPC-INVANZ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα που περιέχει καρβαπενέμη
-
Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή αντίδραση από το δέρμα) σε οποιοδήποτε άλλου τύπου αντιβακτηριακό παράγοντα της κατηγορίας των β-λακταμών (π.χ. πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες)
warning
SPC-INVANZ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Υπερευαισθησίασοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρεςΠληθυσμόςάτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας σε ποικίλα αλλεργιογόναΠροσεκτικός έλεγχος για προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες, ή άλλες λακτάμες και άλλα αλλεργιογόνα πριν την έναρξη της θεραπείας. Αν εμφανιστεί οποιαδήποτε αλλεργική αντίδραση, διακόψτε τη θεραπεία αμέσως. Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση επείγουσα θεραπεία.
-
ΕπιλοίμωξηΕπαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Αν εμφανιστεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
-
Σχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδααπό μέτρια ως απειλητική για τη ζωήΠληθυσμόςασθενείς που εμφανίζουν διάρροια ως επακόλουθο χορήγησης αντιβακτηριακών φαρμάκωνΣημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση. Εξέταση του ενδεχομένου διακοπής της θεραπείας με INVANZ και χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου δεν θα πρέπει να χορηγούνται.
-
ΣπασμοίΠληθυσμόςενήλικες ασθενείς, πιο συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε αυτούς με προϋπάρχουσες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (π.χ. εγκεφαλικές βλάβες ή ιστορικό σπασμών) και/ή κατασταλμένη νεφρική λειτουργία
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με βαλπροϊκό οξύΗ ταυτόχρονη χρήση του ertapenem και του βαλπροϊκού οξέος / βαλπροϊκού νατρίου δεν συνιστάται.
-
Υποβέλτιστη έκθεσηκίνδυνος για ενδεχόμενη αποτυχία της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείς όπου οι χειρουργικές επεμβάσεις υπερβαίνουν τις 4 ώρεςΠρέπει να εφιστάται προσοχή σε τέτοιες ασυνήθεις περιπτώσεις.
-
ΈκδοχοΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΘα πρέπει να ληφθεί υπόψιν η περιεκτικότητα σε νάτριο (περίπου 6,0 mEq / 137 mg ανά 1,0 g δόσης).
-
Εκτιμήσεις για χορήγηση σε ειδικούς πληθυσμούςΠεριορισμένη εμπειρία στη χρήση του ertapenem για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών (π.χ. με βαθμολογία APACHE II ≥ 15, Streptococcus pneumoniae ανθεκτικό στην πενικιλλίνη, λοιμώξεις διαβητικού ποδός με ταυτόχρονη οστεομυελίτιδα).
-
Χρήση σε παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετώνΠληθυσμόςπαιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετώνΠρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, για να πιστοποιηθεί η ευαισθησία του/των λοιμογόνου(ων) στο ertapenem.
-
Έλλειψη δεδομένων σε βρέφηΠληθυσμόςπαιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνώνΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία.
swap_horiz
SPC-INVANZ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
βαλπροϊκό οξύ, βαλπροϊκό νάτριοαντένδειξημειώσεις των επιπέδων του βαλπροϊκού οξέος κάτω από το θεραπευτικό εύρος, ανεπαρκής έλεγχος σπασμώνΣύστασηδεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση, πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο για εναλλακτική αντιβακτηριακή ή αντιεπιληπτική αγωγή
-
φάρμακα που μεταβολίζονται μέσω P-γλυκοπρωτεΐνης ή CYPαμελητέαδεν είναι πιθανές αλληλεπιδράσεις που προκαλούνται από την αναστολή της κάθαρσης
sick
SPC-INVANZ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Στοματική καντιντίαση
- Καντιντίαση
- Μυκητιασική λοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Πνευμονία
- Δερματομυκητίαση
- Μετεγχειρητική λοίμωξη τραύματος
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Πυελική περιτονίτιδα
- Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Παλινδρόμηση οξέος
- Ξηροστομία
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσφαγία
- Ακράτεια κοπράνων
- Χρώση οδόντων
- Αποχρωματισμός κοπράνων
- Μέλαινα
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοκυτοπενία
- Αύξηση αιμοπεταλίων
- Μειωμένα λευκοκύτταρα
- Αύξηση ηωσινοφίλων
- Μειωμένα λεμφοκύτταρα
- Αυξημένα ραβδοπύρηνα
- Μειωμένος αριθμός ουδετερόφιλων
- Αλλεργία
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις
- Ανορεξία
- Υπογλυκαιμία
- Αϋπνία
- Σύγχυση
- Διέγερση
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Μεταβολή στη νοητική κατάσταση
- Επιθετικότητα
- Παραλήρημα
- Αποπροσανατολισμός
- Ψευδαισθήσεις
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Διαταραχή γεύσης
- Σπασμοί
- Τρόμος
- Συγκοπή
- Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης
- Δυσκινησία
- Μυοκλονία
- Διαταραχή βάδισης
- Διαταραχή σκληρού
- Αρρυθμία
- Ταχυκαρδία
- Φλεβοκομβική βραδυκαρδία
- Επιπλοκές κατά την έγχυση στη φλέβα
- Υπόταση
- Αιμορραγία
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Έξαψη
- Υπέρταση
- Φλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδα
- Δύσπνοια
- Δυσφορία φάρυγγα
- Ρινική συμφόρηση
- Βήχας
- Επίσταξη
- Τριγμοί
- Ρόγχοι
- Συριγμός
- Χολοκυστίτιδα
- Ίκτερος
- Διαταραχή ήπατος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Δερματίτιδα
- Απολέπιση
- Σύνδρομο DRESS
- Δερματίτιδα από χρήση πάνας
- Πετέχειες
- Ερύθημα στο σημείο έγχυσης
- Μυϊκή κράμπα
- Πόνος στον ώμο
- Μυϊκή αδυναμία
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αποβολή
- Αιμορραγία γεννητικών οργάνων
- Εξαγγείωση
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Πυρετός
- Οίδημα
- Εξοίδηση
- Θωρακικό άλγος
- Σκλήρυνση της θέσης ένεσης
- Αίσθημα κακουχίας
- Πόνος στο σημείο έγχυσης
- Καύσος στο σημείο έγχυσης
- Κνησμός στο σημείο έγχυσης
- Ερύθημα στο σημείο της ένεσης
- Θερμότητα στο σημείο έγχυσης
- Αυξημένη ALT
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη ορού
- Άμεση χολερυθρίνη ορού
- Έμμεση χολερυθρίνη ορού
- Κρεατινίνη ορού
- Ουρία ορού
- Γλυκόζη ορού
- Μειωμένα διττανθρακικά ορού
- Αύξηση LDH ορού
- Βακτηριουρία
- Ζυμομύκητες στα ούρα
- Αύξηση ουροχολινογόνου
- Θετική τοξίνη Clostridium difficile
- AST
- Αλκαλικής φωσφατάσης
- Κρεατινίνης ορού
- Καλίου ορού
- Φωσφόρου ορού
- Αιμοπεταλίων
- Κατάτμητων ουδετερoφίλων
- Αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη
- Χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Χρόνου προθρομβίνης
- Λευκοκυττάρων
- Λεμφοκύτταρα
- Μεταμυελοκύτταρα
- Μονοκύτταρα
- Μυελοκύτταρα
- Άτυπα λεμφοκύτταρα
- Αυξήσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίων
- Χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης
- Χρόνο προθρομβίνης
- Μειώσεις της αιμοσφαιρίνης
- Λευκοκυττάρων στα ούρα
- Επιθηλιακών κυττάρων στα ούρα
- Ερυθροκυττάρων στα ούρα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςASTΠαρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλκαλικής φωσφατάσηςΠαρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά
-
ΣυχνέςΑυξημένη ALTΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση αιμοπεταλίωνΑίμα
-
ΣυχνέςΔερματίτιδα από χρήση πάναςΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπιπλοκές κατά την έγχυση στη φλέβαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ουδετερόφιλωνΑίμα
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠόνος στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα/θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΆμεση χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΈμμεση χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑιμοπεταλίωνΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι συχνέςΑιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτηΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑύξηση ηωσινοφίλωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΒακτηριουρίαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΓλυκόζη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία φάρυγγαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕξαγγείωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕξοίδησηΓενικές
-
Όχι συχνέςΕπιθηλιακών κυττάρων στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αναλύσεις ούρων
-
Όχι συχνέςΕρυθροκυττάρων στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αναλύσεις ούρων
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα στο σημείο έγχυσηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕρύθημα στο σημείο της ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΖυμομύκητες στα ούραΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΘερμότητα στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚαντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚατάτμητων ουδετερoφίλωνΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι συχνέςΚαύσος στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμός στο σημείο έγχυσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολπίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚρεατινίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωνΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρων στα ούραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αναλύσεις ούρων
-
Όχι συχνέςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένα λευκοκύτταραΑίμα
-
Όχι συχνέςΜυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυρία ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠαλινδρόμηση οξέοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠετέχειεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠυρετόςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣτοματική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβοκομβική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΧρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι συχνέςΧρόνου προθρομβίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι συχνέςΨευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΆτυπα λεμφοκύτταραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑιμορραγίαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑκράτεια κοπράνωνΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΑλλεργίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑποβολήΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑπολέπισηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ραβδοπύρηναΑίμα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση LDH ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση ουροχολινογόνουΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔερματομυκητίασηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή σκληρούΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΘρομβοκυτοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚαλίου ορούΠαρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά
-
ΣπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΚρεατινίνης ορούΠαρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά
-
ΣπάνιεςΛεμφοκύτταραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
ΣπάνιεςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜειωμένα διττανθρακικά ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΜειωμένα λεμφοκύτταραΑίμα
-
ΣπάνιεςΜεταμυελοκύτταραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
ΣπάνιεςΜετεγχειρητική λοίμωξη τραύματοςΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜονοκύτταραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
ΣπάνιεςΜυελοκύτταραΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
ΣπάνιεςΜυϊκή κράμπαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠυελική περιτονίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΠόνος στον ώμοΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΡόγχοιΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣκλήρυνση της θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυριγμόςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤριγμοίΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωσφόρου ορούΠαρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά
-
ΣπάνιεςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΑυξήσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίωνΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή βάδισηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπηρεασμένο επίπεδο συνείδησηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι ΣυχνέςΘετική τοξίνη Clostridium difficileΕργαστηριακές
-
Όχι ΣυχνέςΜειώσεις της αιμοσφαιρίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Μη γνωστέςΜεταβολή στη νοητική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυοκλονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΠαραλήρημαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΧρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Όχι ΣυχνέςΧρόνο προθρομβίνηςΠαρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά
-
Μη γνωστέςΧρώση οδόντωνΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
pregnant_woman
SPC-INVANZ
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.Επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες δεν έχουν διεξαχθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν παρέχουν ενδείξεις άμεσα ή έμμεσα για βλαβερές επιδράσεις όσον αφορά την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή την μετεμβρυϊκή ανάπτυξη.
-
ΘηλασμόςΟι μητέρες δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη, όταν λαμβάνουν ertapenem.Το ertapenem εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών για το βρέφος.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες. Προκλινικές μελέτες δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις.Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με την επίδραση της χρήσης του ertapenem στην γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες. Προκλινικές μελέτες δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις όσον αφορά την γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-INVANZ
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01DH03 ### Μηχανισμός δράσης Το Ertapenem αναστέλλει την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από δέσμευση με τις πρωτεΐνες…
biotech
SPC-INVANZ
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Συγκεντρώσεις στο πλάσμα Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα μετά από μια εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών με δόση 1 g σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) ήταν 155 micrograms/ml (Cmax) στη μισή (0,5 h) ώρα μετά τη δόση (τέλος…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | επαναλαμβανόμενη | Παρατεταμένη χρήση ertapenem (για επιμόλυνση) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-INVANZ
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Θεραπεία
- Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 13 έως 17 ετών): Η δόση του INVANZ είναι 1 γραμμάριο (g) μια φορά την ημέρα με ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 6.6).
- Βρέφη και παιδιά (ηλικίας 3 μηνών έως 12 ετών): Η δόση του INVANZ είναι 15 mg/kg χορηγούμενο δύο φορές ημερησίως (να μην υπερβαίνει το 1 g/ημερησίως) με ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. παράγραφο 6.6).
Πρόληψη
- Ενήλικες: Για την πρόληψη λοιμώξεων χειρουργικού πεδίου μετά από ορθοκολική χειρουργική επέμβαση, η συνιστώμενη δοσολογία είναι 1 g χορηγούμενο ως εφάπαξ ενδοφλέβια δόση που πρέπει να ολοκληρώνεται εντός 1 ώρας πριν από την χειρουργική επέμβαση.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του INVANZ σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Νεφρική δυσλειτουργία
Το INVANZ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία λοιμώξεων σε ενήλικες ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Σε ασθενείς στους οποίους η κάθαρση της κρεατινίνης είναι > 30 ml/min/1,73 m2, δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του ertapenem σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία που να υποστηρίζουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο το ertapenem δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιά και έφηβους με νεφρική δυσλειτουργία.
Αιμοδιύλιση
Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του ertapenem στους ασθενείς σε αιμοδιύλιση που να υποστηρίζουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο το ertapenem δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με επηρεασμένη ηπατική λειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηλικιωμένοι
Η συνιστώμενη δόση του INVANZ θα πρέπει να χορηγείται, εκτός από τις περιπτώσεις σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Nεφρική δυσλειτουργία).
Τρόπος χορήγησης
- Ενδοφλέβια χορήγηση: Το INVANZ πρέπει να χορηγείται με έγχυση μέσα σε χρονικό διάστημα 30 λεπτών.
- Η συνήθης διάρκεια της θεραπείας με INVANZ είναι 3 έως 14 ημέρες αλλά μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον τύπο και την σοβαρότητα της λοίμωξης και το/τα παθογόνο(α) αίτιο(α). Εάν ενδείκνυται κλινικά μπορεί να γίνει εναλλαγή σε ένα κατάλληλο από του στόματος χορηγούμενο αντιβακτηριακό παράγοντα, εφόσον έχει παρατηρηθεί κλινική βελτίωση.
- Για οδηγίες σχετικά με την παρασκευή του φαρμακευτικού προϊόντος πριν την χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-INVANZ
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε άλλο αντιβακτηριακό παράγοντα που περιέχει καρβαπενέμη.
- Σοβαρή υπερευαισθησία (π.χ αναφυλακτική αντίδραση, σοβαρή αντίδραση από το δέρμα) σε οποιοδήποτε άλλου τύπου αντιβακτηριακό παράγοντα της κατηγορίας των β-λακταμών (π.χ. πενικιλλίνες ή κεφαλοσπορίνες).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-INVANZ
expand_more
Προειδοποιήσεις
Υπερευαισθησία
Έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλακτικές) σε ασθενείς που ελάμβαναν θεραπεία με β-λακτάμες. Αυτές οι αντιδράσεις είναι περισσότερο πιθανόν να εμφανιστούν σε άτομα με ιστορικό υπερευαισθησίας σε ποικίλα αλλεργιογόνα. Προτού αρχίσει η θεραπεία με ertapenem θα πρέπει να γίνει προσεκτικός έλεγχος, όσον αφορά προηγούμενες αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε πενικιλλίνες, κεφαλοσπορίνες, ή άλλες λακτάμες και άλλα αλλεργιογόνα (βλ. Αντενδείξεις). Αν εμφανιστεί οποιαδήποτε αλλεργική αντίδραση από το ertapenem (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), διακόψτε την θεραπεία αμέσως. Σοβαρές αναφυλακτικές αντιδράσεις απαιτούν άμεση επείγουσα θεραπεία.
Επιλοίμωξη
Παρατεταμένη χρήση του ertapenem μπορεί να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Είναι ουσιώδης η επαναλαμβανόμενη αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς. Αν εμφανιστεί επιμόλυνση κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα.
Σχετιζόμενη με αντιβιοτικά κολίτιδα
Έχει αναφερθεί κολίτιδα που σχετίζεται με τα αντιβιοτικά και ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα με ertapenem, και αυτή μπορεί να ποικίλλει ως προς τη σοβαρότητα από μέτρια ως απειλητική για τη ζωή. Γι αυτό, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη αυτή η διάγνωση σε ασθενείς, οι οποίοι εμφανίζουν διάρροια, ως επακόλουθο χορήγησης αντιβακτηριακών φαρμάκων. Θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με το INVANZ και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridium difficile. Φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία αναστέλλουν τον περισταλτισμό του εντέρου δεν θα πρέπει να χορηγούνται.
Σπασμοί
Έχουν αναφερθεί σπασμοί κατά την διάρκεια κλινικής έρευνας σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ertapenem (1g μία φορά ημερησίως), κατά την διάρκεια θεραπείας ή κατά την περίοδο παρακολούθησης 14 ημερών. Οι σπασμοί παρουσιάσθηκαν πιο συχνά σε ηλικιωμένους ασθενείς και σ΄αυτούς με προϋπάρχουσες διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (π.χ. εγκεφαλικές βλάβες ή ιστορικό σπασμών) και/ή κατασταλμένη νεφρική λειτουργία. Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου.
Ταυτόχρονη χορήγηση με βαλπροϊκό οξύ
Η ταυτόχρονη χρήση του ertapenem και του βαλπροϊκού οξέος / βαλπροϊκού νατρίου δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Υποβέλτιστη έκθεση
Βάσει των διαθέσιμων στοιχείων δεν μπορεί να αποκλεισθεί ότι σε λίγες περιπτώσεις όπου οι χειρουργικές επεμβάσεις υπερβαίνουν τις 4 ώρες, οι ασθενείς μπορεί να εκτίθενται σε υποβέλτιστες συγκεντρώσεις του ertapenem και συνεπώς σε κίνδυνο για ενδεχόμενη αποτυχία της θεραπείας. Γι΄αυτό, πρέπει να εφιστάται προσοχή σε τέτοιες ασυνήθεις περιπτώσεις.
Έκδοχο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει περίπου 6,0 mEq (περίπου 137 mg) νατρίου ανά 1,0 g δόσης, που θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν σε ασθενείς, οι οποίοι βρίσκονται σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
Εκτιμήσεις για χορήγηση σε ειδικούς πληθυσμούς
Yπάρχει περιορισμένη εμπειρία στη χρήση του ertapenem για τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Σε κλινικές μελέτες για την θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας, σε ενήλικες, το 25% των αξιολογήσιμων ασθενών, που έλαβαν θεραπεία με ertapenem είχαν σοβαρή νόσο (οριζόμενη ως δείκτης σοβαρότητας πνευμονίας > III). Σε μία κλινική μελέτη για την θεραπεία οξέων γυναικολογικών λοιμώξεων σε ενήλικες, το 26% των αξιολογήσιμων ασθενών, που έλαβαν θεραπεία με ertapenem είχαν σοβαρή νόσο (οριζόμενη ως θερμοκρασία 39°C και /ή βακτηραιμία), δέκα ασθενείς έπασχαν από βακτηραιμία. Από αξιολογήσιμους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ertapenem σε μία κλινική μελέτη για την θεραπεία ενδοκοιλιακών λοιμώξεων σε ενήλικες, το 30% είχε γενικευμένη περιτονίτιδα και το 39% είχε λοιμώξεις, που ενέχουν σημεία εκτός της σκωληκοειδούς απόφυσης, συμπεριλαμβανομένων του στομάχου, του δωδεκαδάκτυλου, του λεπτού εντέρου, του παχέος εντέρου και της χοληδόχου κύστης. Yπήρξε περιορισμένος αριθμός αξιολογήσιμων ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν με βαθμολογία APACHE II 15 και η αποτελεσματικότητα σε αυτούς τους ασθενείς δεν έχει τεκμηριωθεί.
Η αποτελεσματικότητα του INVANZ στη θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας, που οφείλεται σε Streptococcus pneumoniae ανθεκτικό στην πενικιλλίνη, δεν έχει τεκμηριωθεί. Η αποτελεσματικότητα του ertapenem στη θεραπεία των λοιμώξεων διαβητικού ποδός με ταυτόχρονη οστεομυελίτιδα δεν έχει τεκμηριωθεί.
Υπάρχει σχετικά μικρή εμπειρία με το ertapenem σε παιδιά ηλικίας κάτω των δύο ετών. Σ’ αυτή την ηλικιακή ομάδα, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, για να πιστοποιηθεί η ευαισθησία του/των λοιμογόνου(ων) στο ertapenem. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-INVANZ
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις που προκαλούνται από την αναστολή της κάθαρσης φαρμάκου μέσω της P-γλυκοπρωτεΐνης ή της κάθαρσης των φαρμακευτικών προϊόντων μέσω του συστήματος CYP, δεν είναι πιθανές (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Έχουν αναφερθεί μειώσεις των επιπέδων του βαλπροϊκού οξέος που μπορεί να πέσουν κάτω από το θεραπευτικό εύρος όταν συγχορηγηθεί το βαλπροϊκό οξύ με παράγοντες καρβαπενέμης. Τα μειωμένα επίπεδα του βαλπροϊκού οξέος μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπαρκή έλεγχο σπασμών. Γι’ αυτό, δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση του ertapenem και του βαλπροϊκού οξέος / βαλπροϊκού νατρίου και πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο για εναλλακτική αντιβακτηριακή ή αντιεπιληπτική αγωγή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-INVANZ
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Ενήλικες
Ο συνολικός αριθμός των ασθενών που θεραπεύθηκαν με ertapenem σε κλινικές μελέτες, ήταν πάνω από 2.200, από τους οποίους πάνω από 2.150 έλαβαν μία δόση 1 g ertapenem. Έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. που θεωρήθηκαν από τον ερευνητή ως ενδεχομένως, πιθανόν ή σαφώς σχετιζόμενες με το φάρμακο) περίπου στο 20% των ασθενών που θεραπεύθηκαν με ertapenem. Η θεραπεία διεκόπη, λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών, στο 1,3% των ασθενών. Επιπλέον, 476 ασθενείς έλαβαν ertapenem ως εφάπαξ δόση του 1 g πριν από την χειρουργική επέμβαση σε μία κλινική μελέτη για προφύλαξη λοιμώξεων στο σημείο της χειρουργικής επέμβασης, μετά από ορθοκολική χειρουργική επέμβαση.
Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον INVANZ οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες, που έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας καθώς και σε διάστημα παρακολούθησης 14 ημερών αφού η θεραπεία διεκόπη ήταν: διάρροια (4,8%), επιπλοκές της φλέβας στο σημείο έγχυσης (4,5%), και ναυτία (2,8%).
Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον INVANZ, οι πιο συχνά αναφερθείσες ανωμαλίες στα εργαστηριακά ευρήματα και το εύρος της συχνότητάς τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας και στην περίοδο παρακολούθησης 14 ημερών μετά την διακοπή της θεραπείας ήταν: αυξήσεις ALT (4,6%), AST (4,6%), αλκαλικής φωσφατάσης (3,8%) και του αριθμού των αιμοπεταλίων (3,0%).
Παιδιατρικός πληθυσμός (ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών):
Ο συνολικός αριθμός των ασθενών που έλαβε ertapenem σε κλινικές μελέτες ήταν 384. Το συνολικό προφίλ ασφάλειας είναι συγκρίσιμο με αυτό Η των ενηλίκων ασθενών. Έχουν αναφερθεί ανεπιθύμητες ενέργειες (δηλ. που θεωρούνται από τον ερευνητή ως πιθανές, ενδεχόμενες, ή σίγουρα σχετιζόμενες με το φαρμακευτικό προϊόν) περίπου στο 20,8% των ασθενών, που έλαβε ertapenem. Η θεραπεία διεκόπη λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών στο 0,5% των ασθενών.
Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνο INVANZ, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες, που αναφέρθηκαν κατά την θεραπεία και κατά το διάστημα παρακολούθησης 14 ημερών μετά την διακοπή της θεραπείας, ήταν: διάρροια (5,2%) και πόνος στο σημείο της έγχυσης (6,1%).
Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον INVANZ, οι πιο συχνά αναφερθείσες ανωμαλίες στα εργαστηριακά ευρήματα και το εύρος της συχνότητάς τους κατά τη διάρκεια της θεραπείας και κατά την περίοδο παρακολούθησης 14 ημερών, μετά την διακοπή της θεραπείας ήταν: μειώσεις του αριθμού των ουδετερόφιλων (3,0%) και αυξήσεις ALT (2,9%), και AST (2,8%).
Συνοπτικός πίνακας ανεπιθύμητων αντιδράσεων
Για τους ασθενείς που έλαβαν μόνον INVANZ οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν κατά την διάρκεια της θεραπείας καθώς και σε διάστημα παρακολούθησης 14 ημερών μετά την διακοπή της θεραπείας:
- Συχνές: (≥ 1/100 ως < 1/10)
- Όχι συχνές: (≥1/1.000 ως < 1/100)
- Σπάνιες: (≥ 1/10.000 ως < 1/1.000)
- Πολύ σπάνιες: (< 1/10.000)
- Μη γνωστές: (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Ενήλικες 18 ετών και άνω
| Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Όχι συχνές | Στοματική καντιντίαση, καντιντίαση, μυκητιασική λοίμωξη, ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα, κολπίτιδα |
| Σπάνιες | Πνευμονία, δερματομυκητίαση, μετεγχειρητική λοίμωξη τραύματος, λοίμωξη του ουροποιητικού συστήματος | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Σπάνιες | Ουδετεροπενία, θρομβοκυτοπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αλλεργία |
| Μη γνωστές | Αναφυλαξία συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Όχι συχνές | Ανορεξία |
| Σπάνιες | Υπογλυκαιμία | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Αϋπνία, σύγχυση |
| Σπάνιες | Διέγερση, άγχος, κατάθλιψη | |
| Μη γνωστές | Μεταβολή στη νοητική κατάσταση (συμπεριλαμβανομένων επιθετικότητας, παραληρήματος, αποπροσανατολισμού, μεταβολών της νοητικής κατάστασης) | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Συχνές | Πονοκέφαλος |
| Όχι συχνές | Ζάλη, υπνηλία, διαταραχή της γεύσης, σπασμοί | |
| Σπάνιες | Τρόμος, συγκοπή | |
| Μη γνωστές | Ψευδαισθήσεις, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης, δυσκινησία, μυοκλονία, διαταραχή της βάδισης | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Σπάνιες | Διαταραχή του σκληρού |
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες | Αρρυθμία, ταχυκαρδία |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Επιπλοκές κατά την έγχυση στη φλέβα, φλεβίτιδα/ θρομβοφλεβίτιδα |
| Όχι συχνές | Υπόταση | |
| Σπάνιες | Αιμορραγία, αυξημένη αρτηριακή πίεση | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου | Όχι συχνές | Δύσπνοια, δυσφορία φάρυγγα |
| Σπάνιες | Ρινική συμφόρηση, βήχας, επίσταξη, τριγμοί/ρόγχοι, συριγμός | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | Διάρροια, ναυτία, έμετος |
| Όχι συχνές | Δυσκοιλιότητα, παλινδρόμηση οξέος, ξηροστομία, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος | |
| Σπάνιες | Δυσφαγία, ακράτεια κοπράνων, πυελική περιτονίτιδα | |
| Μη γνωστές | Χρώση οδόντων | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Σπάνιες | Χολοκυστίτιδα, ίκτερος, διαταραχή ήπατος |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Εξάνθημα, κνησμός |
| Όχι συχνές | Ερύθημα, κνίδωση | |
| Σπάνιες | Δερματίτιδα, απολέπιση | |
| Μη γνωστές | Σχετιζόμενο με φάρμακο Εξάνθημα με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Σπάνιες | Μυϊκή κράμπα, πόνος στον ώμο |
| Μη γνωστές | Μυϊκή αδυναμία | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Σπάνιες | Νεφρική ανεπάρκεια, οξεία νεφρική ανεπάρκεια |
| Καταστάσεις της κύησης, της λοχείας και της περιγεννητικής περιόδου | Σπάνιες | Αποβολή |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σπάνιες | Αιμορραγία των γεννητικών οργάνων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Όχι συχνές | Εξαγγείωση, εξασθένηση /κόπωση, πυρετός, οίδημα/εξοίδηση, θωρακικό άλγος |
| Σπάνιες | Σκλήρυνση της θέσης ένεσης, αίσθημα κακουχίας | |
| Παρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά | Συχνές | Αυξήσεις ALT, AST, αλκαλικής φωσφατάσης |
| Όχι συχνές | Αυξήσεις στην ολική χολερυθρίνη ορού, άμεση χολερυθρίνη ορού, έμμεση χολερυθρίνη ορού, κρεατινίνη ορού, ουρία ορού, γλυκόζη ορού | |
| Σπάνιες | Μειώσεις των διττανθρακικών του ορού, της κρεατινίνης ορού, και του καλίου ορού, αυξήσεις της LDH ορού, του φωσφόρου ορού και του καλίου ορού | |
| Παρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά | Συχνές | Αύξηση του αριθμού των αιμοπεταλίων |
| Όχι συχνές | Μειώσεις των λευκοκυττάρων, αιμοπεταλίων, κατάτμητων ουδετερoφίλων, αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη, αυξήσεις των ηωσινοφίλων, του χρόνου ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης, του χρόνου προθρομβίνης, κατάτμητων ουδετερoφίλων και των λευκοκυττάρων | |
| Σπάνιες | Μειώσεις στα λεμφοκύτταρα, αυξήσεις στα ραβδοπύρηνα, λεμφοκύτταρα, μεταμυελοκύτταρα, μονοκύτταρα, μυελοκύτταρα, άτυπα λεμφοκύτταρα | |
| Παρακλινικές εξετάσεις - Αναλύσεις ούρων | Όχι συχνές | Αυξήσεις των βακτηρίων στα ούρα, των λευκοκυττάρων στα ούρα, των επιθηλιακών κυττάρων στα ούρα, και των ερυθροκυττάρων στα ούρα, παρουσία ζυμομυκήτων στα ούρα |
| Σπάνιες | Αύξηση στο ουροχολινογόνο | |
| Διάφορα | Όχι Συχνές | Θετική τοξίνη Clostridium difficile |
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών)
| Οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Μη γνωστές | Μεταβολή στη νοητική κατάσταση (συμπεριλαμβανομένης επιθετικότητας) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Όχι συχνές | Πονοκέφαλος |
| Μη γνωστές | Ψευδαισθήσεις | |
| Καρδιακές διαταραχές | Όχι συχνές | Φλεβοκομβική βραδυκαρδία |
| Αγγειακές διαταραχές | Όχι συχνές | Έξαψη, υπέρταση |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Συχνές | Διάρροια |
| Όχι συχνές | Αποχρωματισμός κοπράνων, μέλαινα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | Δερματίτιδα από χρήση πάνας |
| Όχι συχνές | Ερύθημα, εξάνθημα, πετέχειες | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Πόνος στο σημείο έγχυσης |
| Όχι συχνές | Καύσος στο σημείο έγχυσης, κνησμός στο σημείο έγχυσης, ερύθημα στο σημείο έγχυσης, ερύθημα στο σημείο της ένεσης, θερμότητα στο σημείο έγχυσης | |
| Παρακλινικές εξετάσεις - Βιοχημικά | Συχνές | Αυξήσεις ALT, και AST |
| Παρακλινικές εξετάσεις - Αιματολογικά | Συχνές | Μειώσεις του αριθμού ουδετερόφιλων |
| Όχι Συχνές | Αυξήσεις στον αριθμό των αιμοπεταλίων, στον χρόνο ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης, στο χρόνο προθρομβίνης, μειώσεις της αιμοσφαιρίνης |
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-INVANZ
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες δεν έχουν διεξαχθεί σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν παρέχουν ενδείξεις άμεσα ή έμμεσα για βλαβερές επιδράσεις όσον αφορά την κύηση, την εμβρυϊκή ανάπτυξη, τον τοκετό ή την μετεμβρυϊκή ανάπτυξη. Ωστόσο, το ertapenem δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την διάρκεια της κύησης εκτός εάν το πιθανό όφελος υπερτερεί του πιθανού κινδύνου για το έμβρυο.
Θηλασμός
Το ertapenem εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Λόγω της πιθανότητας ανεπιθύμητων ενεργειών για το βρέφος, οι μητέρες δεν θα πρέπει να θηλάζουν τα βρέφη, όταν λαμβάνουν ertapenem.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με την επίδραση της χρήσης του ertapenem στην γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες. Προκλινικές μελέτες δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς δράσεις όσον αφορά την γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-INVANZ
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Γενικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, καρβαπενέμες, κωδικός ATC: J01DH03
Μηχανισμός δράσης
Το Ertapenem αναστέλλει την σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από δέσμευση με τις πρωτεΐνες που δεσμεύουν πενικιλλίνη (PBPs). Για το Escherichia coli, η συγγένεια με τα PBPs 2 και 3 είναι πιο ισχυρή.
Φαρμακοκινητική/Φαρμακοδυναμική (PK/PD) συσχέτιση
Όπως και με άλλους β-λακταμικούς αντιμικροβιακούς παράγοντες, ο χρόνος κατά τον οποίο η συγκέντρωση του ertapenem στο πλάσμα υπερβαίνει το MIC του παθογόνου οργανισμού συσχετίζεται καλύτερα με την αποτελεσματικότητα των προκλινικών μελετών PK/PD.
Μηχανισμός ανθεκτικότητας
Για είδη που θεωρείται ότι είναι ευαίσθητα στο ertapenem, η ανθεκτικότητα δεν ήταν συχνή σε μελέτες παρακολούθησης στην Ευρώπη. Μεταξύ των ανθεκτικών στελεχών που απομονώθηκαν, η ανθεκτικότητα σε άλλους αντιβακτηριακούς παράγοντες της κατηγορίας των καρβαπενεμών έχει παρατηρηθεί σε ορισμένα αλλά όχι σε όλα τα στελέχη. Το ertapenem είναι αποτελεσματικά σταθερό στην υδρόλυση από τις περισσότερες κατηγορίες β-λακταμασών, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινασών, κεφαλοσπορινασών και μεγάλου φάσματος β-λακταμασών, αλλά όχι των μεταλλο-β-λακταμασών. Ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι και εντερόκοκκοι, είναι ανθεκτικοί στο ertapenem, που οφείλεται στη μη ευαισθησία του στόχου PBP. Η P.aeruginosa και άλλα βακτήρια που δεν κάνουν ζύμωση είναι γενικά ανθεκτικά, γεγονός που οφείλεται προφανώς σε περιορισμένη διαπερατότητα και σε ενεργό εκροή. Η ανθεκτικότητα των Enterobacteriaceae δεν είναι συχνή και το ertapenem είναι γενικά ενεργό έναντι των β- λακταμασών (ESBLs) ευρέος-φάσματος. Ωστόσο, μπορεί να παρατηρηθεί αντοχή όταν οι ESBLs ή άλλες ισχυρές β-λακταμάσες (π.χ. τύπου AmpC) είναι παρούσες σε συνδυασμό με μειωμένη διαπερατότητα, που προέρχεται από την απώλεια ενός ή περισσοτέρων πορινών της εξωτερικής μεμβράνης, ή με ανοδικής ρύθμισης εκροή. Η αντοχή μπορεί επίσης να προέλθει από την παρουσία β-λακταμασών με σημαντική δραστηριότητα υδρόλυσης των καρβαπενεμών (π.χ. IMP και VIM μεταλλο-β-λακταμάσες ή τύπου KPC) αν και αυτές είναι σπάνιες. Ο μηχανισμός δράσης του ertapenem διαφέρει από τις άλλες κατηγορίες αντιβιοτικών, όπως κινολόνες, αμινογλυκοσίδες, μακρολίδια και τετρακυκλίνες. Δεν υπάρχει διασταυρούμενη αντοχή βάσει στόχου μεταξύ του ertapenem και αυτών των ουσιών. Ωστόσο, οι μικροοργανισμοί μπορεί να παρουσιάσουν αντοχή σε περισσότερες από μία κατηγορίες αντιβακτηριακών παραγόντων, εάν ο μηχανισμός οφείλεται σε, ή περιλαμβάνει μη διαπερατότητα σε ορισμένα συστατικά και/ή μία αντλία εκροής.
Όρια ευαισθησίας
Τα EUCAST MIC όρια ευαισθησίας είναι ως εξής:
- Enterobacteriaceae: S ≤ 0,5 mg/l και R > 1 mg/l
- Streptococcus A, B, C, G: S ≤ 0,5 mg/l και R > 0,5 mg/l
- Streptococcus pneumoniae: S ≤ 0,5 mg/l και R > 0,5 mg/l
- Haemophilus influencae: S ≤ 0,5 mg/l και R > 0,5 mg/l
- M.catarrhalis: S ≤ 0,5 mg/l και R > 0,5 mg/l
- Αρνητικά κατά Gram αναερόβια: S ≤ 1 mg/l και R > 1 mg/l
- Όρια ευαισθησίας που δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένο είδος: S ≤ 0,5 mg/l και R > 1 mg/l
(Σημ: Η ευαισθησία των ειδών staphylococci στο ertapenem συνάγεται από την ευαισθησία στην μεθικιλλίνη).
Οι συνταγογράφοι ενημερώνονται, ότι μπορούν να συμβουλευθούν τα τοπικά MIC όρια ευαισθησίας, εφόσον υπάρχουν.
Μικροβιολογική ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και με το χρόνο, για επιλεγμένα είδη, γι’ αυτό και οι τοπικές πληροφορίες ως προς την αντοχή είναι χρήσιμες, ιδιαίτερα κατά την θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Έχουν αναφερθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση τοπικές ομάδες λοιμώξεων που οφείλονται σε οργανισμούς ανθεκτικούς στις καρβαπενέμες. Οι κατωτέρω πληροφορίες δίνουν κατά προσέγγιση καθοδήγηση ως προς την πιθανότητα ευαισθησίας του μικροοργανισμού στο ertapenem ή όχι.
Συνήθη ευαίσθητα είδη
- Θετικά κατά Gram αερόβια: Ευαίσθητοι στην μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι (συμπεριλαμβανομένου του Staphylococcus aureus), Streptococcus agalactiae, Streptococcus pneumoniae*†, Streptococcus pyogenes*
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια: Citrobacter freundii, Enterobacter aerogenes, Enterobacter cloacae, Escherichia coli*, Haemophilus influenzae , Haemophilus parainfluenzae, Klebsiella oxytoca, Klebsiella pneumoniae, Moraxella catarrhalis*, Morganella morganii, Proteus mirabilis*, Proteus vulgaris, Serratia marcescens
- Αναερόβια: Είδη Clostridium (εξαιρουμένου του C.difficile), Είδη Eubacterium, Είδη Fusobacterium*, Είδη Peptostreptococcus*, Porphyromonas asaccharolytica*, Είδη Prevotella*
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να είναι πρόβλημα
- Θετικά κατά Gram αερόβια: Σταφυλόκοκκοι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη+
- Αναερόβια: Bacteroides fragilis και είδη της Ομάδας B. fragilis*
Οργανισμοί με κληρονομική αντοχή
- Θετικά κατά Gram αερόβια: Corynebacterium jeikeium, Enterococci συμπεριλαμβανομένου Enterococcus faecalis και του Entrerococcus faecium
- Αρνητικά κατά Gram αερόβια: Είδη Aeromonas, Είδη Acinetobacter, Burkholderia cepacia, Pseudomonas aeruginosa, Stenotrophomonas maltophilia
- Αναερόβια: Είδη Lactobacillus
Άλλα: Είδη Chlamydia, Είδη Mycoplasma, Είδη Rickettsia, Είδη Legionella
*Η δραστικότητα έχει δειχθεί ικανοποιητικά στις κλινικές μελέτες. †Η αποτελεσματικότητα του INVANZ στην θεραπεία της επίκτητης πνευμονίας της κοινότητας που οφείλεται στον ανθεκτικό στην πενικιλλίνη Streptococcus pneumoniae δεν έχει τεκμηριωθεί. +συχνότητα της επίκτητης αντοχής > 50% σε ορισμένα Κράτη Μέλη. Οι ανθεκτικοί στην μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι (συμπεριλαμβανομένου MRSA) είναι πάντοτε ανθεκτικοί στις β- λακτάμες.
Πληροφορίες από κλινικές μελέτες
Αποτελεσματικότητα σε παιδιατρικές μελέτες
Το ertapenem αξιολογήθηκε κατά πρώτον για παιδιατρική ασφάλεια και κατά δεύτερον για την αποτελεσματικότητα σε τυχαιοποιημένες, συγκριτικές, πολυκεντρικές μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 17 ετών. Το ποσοστό των ασθενών με ευνοϊκή κλινική ανταπόκριση κατά την επίσκεψη μετά τη θεραπεία, από το σύνολο των ασθενών με πρόθεση για θεραπεία, παρατίθεται ακολούθως:
| Κατηγορία ασθένειας† | Κατηγορία ηλικίας | Ertapenem n/m | % | Ceftriaxone n/m | % | | :——————- | :————— | :———— | : | :————– | : | | Επίκτητη πνευμονία της κοινότητας (ΠΚ) | 3 έως 23 μήνες | 31/35 | 88,6 | 13/13 | 100,0 | | | 2 έως 12 έτη | 55/57 | 96,5 | 16/17 | 94,1 | | | 13 έως 17 έτη | 3/3 | 100,0 | 3/3 | 100,0 |
| Κατηγορία ασθένειας | Κατηγορία ηλικίας | Ertapenem n/m | % | Ticarcillin/clavulanate n/m | % | | :——————- | :————— | :———— | : | :————————– | : | | Ενδοκοιλιακές λοιμώξεις (ΕΚΛ) | 2 έως 12 έτη | 28/34 | 82,4 | 7/9 | 77,8 | | | 13 έως 17 έτη | 15/16 | 93,8 | 4/6 | 66,7 | | Οξείες λοιμώξεις της πυέλου (ΟΛΠ) | 13 έως 17 έτη | 25/25 | 100,0 | 8/8 | 100,0 |
Συμπεριλαμβάνονται 9 ασθενείς στην ομάδα του ertapenem (7 ΠΚ, και 2 ΕΚΛ), 2 ασθενείς στην ομάδα του ceftriaxone (2 ΠΚ) και 1 ασθενής με ΕΚΛ στην ομάδα ticarcillin/clavulanate με δευτερογενή βακτηραιμία κατά την εισαγωγή στην μελέτη.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-INVANZ
expand_more
Φαρμακοκινητική
Συγκεντρώσεις στο πλάσμα
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα μετά από μια εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 30 λεπτών με δόση 1 g σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) ήταν 155 micrograms/ml (Cmax) στη μισή (0,5 h) ώρα μετά τη δόση (τέλος της έγχυσης), 9 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη δόση, και 1 microgram/ml στις 24 ώρες μετά τη δόση. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα (AUC) του ertapenem σε ενήλικες αυξάνει σε αναλογία με τη δόση στο εύρος της δοσολογίας από 0,5 ως 2 g. Δεν υπάρχει συσσώρευση του ertapenem σε ενήλικες κατόπιν πολλαπλών ενδοφλεβίων δόσεων από 0,5 ως 2 g ημερησίως.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 15 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1 g), σε ασθενείς ηλικίας 3 ως 23 μηνών, ήταν 103,8 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 13,5 micrograms/ml στις 6 ώρες μετά την χορήγηση, και 2,5 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 15 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1 g) σε ασθενείς ηλικίας 2 ως 12 ετών, ήταν 113,2 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 12,8 micrograms/ml στις 6 ώρες μετά τη χορήγηση, και 3,0 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών των 20 mg/kg (έως τη μέγιστη δόση του 1 g) σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, ήταν 170,4 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), 7,0 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση, και 1,1 microgram/ml στις 24 ώρες μετά τη χορήγηση.
Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα, μετά από μία εφάπαξ δόση ενδοφλέβιας έγχυσης 30 λεπτών του 1 g σε τρεις ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, ήταν 155,9 micrograms/ml (Cmax) μισή ώρα μετά τη χορήγηση (τέλος της έγχυσης), και 6,2 micrograms/ml στις 12 ώρες μετά τη χορήγηση.
Κατανομή
Το ertapenem δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος. Σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 25 έως 45 ετών) η δέσμευση των πρωτεϊνών με το ertapenem μειώνεται, όσο η συγκέντρωση στο πλάσμα αυξάνεται από περίπου 95% δέσμευση, σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου της τάξης < 50 micrograms/ml έως 92% περίπου δέσμευση σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 155 micrograms/ml (μέση συγκέντρωση που επιτυγχάνεται στο τέλος της έγχυσης μετά από 1 g ενδοφλεβίως). Ο όγκος κατανομής (Vdss) του ertapenem σε ενήλικες είναι περίπου 8 λίτρα (0,11 liter/kg) και περίπου 0,2 liter/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών και περίπου 0,16 liter/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών. Οι συγκεντρώσεις του ertapenem που επιτεύχθηκαν, στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος ενηλίκων σε κάθε σημείο λήψης δείγματος κατά την τρίτη ημέρα με 1 g ημερησίως ενδοφλέβιας δοσολογίας, έδειξαν λόγο συγκέντρωσης AUC στο υγρό των φυσαλίδων του δέρματος: AUC στο πλάσμα, της τάξης του 0,61. In-vitro μελέτες δείχνουν ότι η επίδραση του ertapenem στη σύνδεση με πρωτεΐνες του πλάσματος φαρμακευτικών προϊόντων με υψηλή συγγένεια σύνδεσης στις πρωτεΐνες (βαρφαρίνη, αιθινυλοιστραδιόλη, και νορεθινδρόνη) ήταν χαμηλή. Η αλλαγή στην πρόσδεση ήταν < 12% στην μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα του ertapenem που μετά από δόση του 1 g. In vivo η προβενεσίδη (500 mg κάθε 6 ώρες) μείωσε το κλάσμα πρόσδεσης του ertapenem στο πλάσμα στο τέλος της έγχυσης σε άτομα που τους χορηγούνταν εφάπαξ δόση 1 g ενδοφλεβίως, από περίπου 91% σε περίπου 87%. Η επίδραση αυτής της αλλαγής αναμένεται να είναι παροδική. Είναι απίθανη μια σημαντική κλινικά αλληλεπίδραση λόγω αντικατάστασης κάποιου άλλου φαρμακευτικού προϊόντος από το ertapenem ή αντικατάστασης του ertapenem από κάποιο άλλο φαρμακευτικό προϊόντος. In-vitro μελέτες δείχνουν ότι το ertapenem δεν αναστέλλει τη μεταφορά του digoxin και του vinblastine μέσω της γλυκοπρωτεϊνης P και ότι το ertapenem δεν είναι υπόστρωμα για την μεταφορά μέσω της γλυκοπρωτεϊνης P.
Βιομετασχηματισμός
Σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 23 έως 49 ετών) μετά από ενδοφλέβια έγχυση ραδιενεργά σεσημασμένου 1 g ertapenem, η ραδιενέργεια στο πλάσμα εντοπίζεται κατά το πλείστον (94%) στο ertapenem. Ο κυριότερος μεταβολίτης του ertapenem είναι το παράγωγο με ανοιχτό δακτύλιο που δημιουργείται δια της υδρόλυσης του β-λακταμικού δακτυλίου με μεσολάβηση διϋδροπεπτιδάσης Ι. In vitro μελέτες σε ανθρώπινα ηπατικά μικροσώματα δείχνουν ότι το ertapenem δεν αναστέλλει τον μεταβολισμό που μεσολαβείται από τα έξι μεγαλύτερα CYP ισόμορφα: 1A2, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4.
Αποβολή
Μετά από χορήγηση ενδοφλέβιας δόσης 1 g ραδιενεργά σεσημασμένου ertapenem σε υγιείς νέους ενήλικες (ηλικίας 23 έως 49 ετών), περίπου 80% ανακτάται στα ούρα και 10% στα κόπρανα. Από το 80% του ανακτηθέντος στα ούρα, περίπου 38% απεκκρίνεται ως αναλλοίωτο ertapenem και περίπου 37% ως ο μεταβολίτης με ανοιχτό δακτύλιο. Σε υγιή νεαρά ενήλικα άτομα (ηλικίας 18 έως 49 ετών) και σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών, που έλαβαν 1 g ενδοφλέβιας δοσολογίας, η μέση ημίσεια ζωή στο πλάσμα είναι περίπου 4 ώρες. Η μέση ημίσεια ζωή στο πλάσμα σε παιδιά ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών είναι περίπου 2,5 ώρες. Οι μέσες συγκεντρώσεις του ertapenem στα ούρα υπερέβησαν τα 984 μg/ml, κατά τη διάρκεια της περιόδου από 0 ως 2 ώρες μετά τη χορήγηση και υπερέβησαν τα 52 μg/ml κατά την περίοδο από 12 ως 24 ώρες μετά την χορήγηση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Φύλο
Οι συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες στους άνδρες και στις γυναίκες.
Ηλικιωμένοι
Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα κατόπιν ενδοφλέβιας δόσης 1 g και δόσης 2 g του ertapenem είναι ελαφρώς υψηλότερες (περίπου 39% και 22%, αντίστοιχα) στους υγιείς ηλικιωμένους (≥ 65 ετών) σε σύγκριση με νέους ενήλικες (< 65 ετών). Κατά την απουσία σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι συγκεντρώσεις του ertapenem στο πλάσμα είναι συγκρίσιμες σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών και σε ενήλικες μετά από μία ενδοφλέβια δόση 1 g ημερησίως. Μετά από δόση των 20 mg/kg (έως μέγιστη δόση του 1 g), οι τιμές των παραμέτρων φαρμακοκινητικής σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών ήταν γενικά συγκρίσιμες με αυτές των υγιών νέων ενηλίκων. Για να μπορεί να γίνει εκτίμηση των φαρμακοκινητικών στοιχείων, εάν όλοι οι ασθενείς αυτής της ηλικιακής ομάδας επρόκειτο να λάβουν δόση του 1 g, τα στοιχεία φαρμακοκινητικής υπολογίσθηκαν με προσαρμογή σε δόση 1 g, υποθέτοντας ότι υπάρχει γραμμικότητα. Η σύγκριση των αποτελεσμάτων έδειξε ότι η ημερήσια δοσολογία 1 g του ertapenem επιτυγχάνει φαρμακοκινητικό προφίλ σε ασθενείς ηλικίας 13 ως 17 ετών συγκρίσιμο με αυτό των ενηλίκων. Οι αναλογίες (13 ως 17 ετών /ενήλικες) στην AUC, η συγκέντρωση στο τέλος της έγχυσης και η συγκέντρωση στο μέσον της χορήγησης ήταν 0,99, 1,20, και 0,84, αντίστοιχα. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του διαστήματος χορήγησης μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση ertapenem των 15 mg/kg σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών, είναι συγκρίσιμες με τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του διαστήματος χορήγησης μετά από μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση 1 g μία φορά ημερησίως σε ενήλικες (βλ. Συγκεντρώσεις στο πλάσμα). Η κάθαρση στο πλάσμα (ml/min/kg) του ertapenem σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών είναι περίπου κατά το διπλάσιο μεγαλύτερη σε σύγκριση με αυτή των ενηλίκων. Κατά την χορήγηση της δόσης των 15 mg/kg, η τιμή στην AUC και οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα στο μέσον του δοσολογικού διαστήματος σε ασθενείς ηλικίας 3 μηνών ως 12 ετών, ήταν συγκρίσιμες με αυτές των νέων υγιών ενηλίκων που έλαβαν μία ενδοφλέβια δόση ertapenem 1 g.
Ηπατική δυσλειτουργία
Τα στοιχεία της φαρμακοκινητικής του ertapenem σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία δεν έχουν τεκμηριωθεί. Λόγω της περιορισμένης έκτασης του ηπατικού μεταβολισμού του ertapenem, οι φαρμακοκινητικές του ιδιότητες δεν αναμένεται να επηρεάζονται από την ηπατική δυσλειτουργία. Γι αυτό δεν συνιστάται αναπροσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική βλάβη.
Νεφρική δυσλειτουργία
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση μιας δόσης 1 g ertapenem σε ενήλικες η καμπύλη AUC του συνολικού ertapenem (συνδεδεμένου και μη) και του μη συνδεδεμένου ertapenem είναι παρόμοια σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία (Clcr60 έως 90 ml/min/1,73 m2) σε σύγκριση με υγιή άτομα (ηλικίας 25 ως 82 ετών). Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC του συνολικού ertapenem και του μη συνδεδεμένου ertapenem αυξήθηκε σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Clcr31 έως 59 ml/min/1,73 m2) περίπου κατά 1,5 φορά και κατά 1,8 φορές, αντίστοιχα σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC του συνολικού ertapenem και του μη συνδεδεμένου ertapenem αυξάνεται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (Clcr5 έως 30 ml/min/1,73 m2) περίπου κατά 2,6 φορές και 3,4 φορές, αντίστοιχα, σε σύγκριση με υγιή άτομα. Η συγκέντρωση σύμφωνα με τις καμπύλες AUC του συνολικού ertapenem και του συνδεδεμένου ertapenem αυξήθηκε σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση περίπου κατά 2,9 φορές και κατά 6,0 φορές αντίστοιχα, μεταξύ των συνεδριών της αιμοδιύλισης σε σύγκριση με υγιή άτομα. Μετά από ενδοφλέβια εφάπαξ δόση 1 g που χορηγήθηκε αμέσως πριν από την διαδικασία της αιμοδιύλισης, περίπου 30% της δόσης ανακτήθηκε στο διήθημα μετά την αιμοδιύλιση. Δεν υπάρχουν στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του ertapenem σε ασθενείς με προχωρημένη νεφρική δυσλειτουργία και σε ασθενείς που χρειάζονται αιμοδιύλιση που να υποστηρίζουν μια συνιστώμενη δόση. Για αυτό το λόγο, το ertapenem δεν πρέπει να χορηγείται σε αυτούς τους ασθενείς.
ΕΟΦ · 5.1.5
Kαρμπαπενέμες
expand_more
Kαρμπαπενέμες
Στην ομάδα αυτή ανήκουν η ιμιπενέμη και η μεροπενέμη.
H ιμιπενέμη είναι ένα νέο β-λακταμικό παράγωγο που ανήκει στις θειεναμυκίνες (καρβαπενέμη). Eπειδή καταστρέφεται από την δεϋδροπεπτιδάση I της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, για φαρμακοκινητικούς λόγους (διατήρηση υψηλών επιπέδων στον ορό, ικανοποιητικά επίπεδα στα ούρα, πρόληψη νεφροτοξικότητας) φέρεται στο εμπόριο σε συνδυασμό 1:1 με το φάρμακο σιλαστατίνη, που είναι αναστολέας της νεφρικής δεϋδροπεπτιδάσης I και έχει παρόμοιες φαρμακοκινητικές ιδιότητες.
Tο φάσμα της ιμιπενέμης αφορά όλα σχεδόν τα συνήθη παθογόνα αερόβια και αναερόβια gram θετικά και gram αρνητικά βακτήρια. Στο φάσμα της περιλαμβάνονται στελέχη Pseudomonas aeruginosa ανθεκτικά στις κεφαλοσπορίνες της γ’ γενιάς, και τις αμινογλυκοσίδες όπως και πολυανθεκτικά στελέχη Acinetobacter anitratus, αλλά η εμφάνιση αντοχής στη διάρκεια της θεραπευτικής αγωγής δεν είναι σπάνια.
Eξ ορισμού ανθεκτικοί στην ιμιπενέμη είναι οι μικροοργανισμοί Pseudomonas cepacia, Stenotrophomonas maltophilia, οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη σταφυλόκοκκοι, όπως και μερικοί από τους ανθεκτικούς στην αμπικιλλίνη εντεροκόκκους, τα κορυνοβακτηρίδια JK και το Clostridium difficile.
H μεροπενέμη είναι μια νεα καρμπαπενέμη η οποία σε αντίθεση με την ιμιπενέμη δεν καταστρέφεται κατ’ ουσίαν από την δεϋδροπεπτιδάση της ψυκτροειδούς παρυφής του σπειράματος των νεφρών, και επομένως δεν έχει ανάγκη προσθήκης ανασταλτού (όπως η σιλαστατίνη για την ιμιπενέμη). O T½ της μεροπενέμης είναι περίπου 1.5h, η πρωτεϊνοσύνδεση 2% ενώ 70% απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα. Όπως η ιμιπενέμη διεισδύει ικανοποιητικά στα σωματικά υγρά περιλαμβανομένου και του ENY, αλλά αντιθέτως με την ιμιπενέμη δεν προκαλεί σπασμούς. Tο αντιμικροβιακό φάσμα της μεροπενέμης είναι παρόμοιο με εκείνο της ιμιπενέμης παρ’ όλο ότι η ενδογενής δραστικότης της ιμιπενέμης έναντι των Gram θετικών είναι μεγαλύτερη συγκρινόμενη με την μεροπενέμη, ενώ αντιθέτως η μεροπενέμη είναι δραστικότερη έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων. Eν τούτοις η αντοχή είναι διασταυρούμενη σχεδόν για όλα τα στελέχη.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
- Το ertapenem είναι αντιβιοτικό της ομάδας των καρβαπενέμεων, το οποίο διατίθεται από τη Merck με την εμπορική ονομασία Invanz®.
- Δομικά είναι πολύ παρόμοιο με το meropenem στο ότι διαθέτει ομάδα 1-βήτα-μεθυλίου. [Wikipedia]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις Για τη θεραπεία των ακόλουθων λοιμώξεων μέτριας έως σοβαρής βαρύτητας που οφείλονται σε ευαίσθητους απομονώσεων των κατά περίπτωση οργάνων:
- περίπλοκες κοιλιακές λοιμώξεις λόγω Escherichia coli, Clostridium clostridioforme, Eubacterium lentum, Peptostreptococcus spp., Bacteroides fragilis, Bacteroides distasonis, Bacteroides ovatus, Bacteroides thetaiotaomicron, ή Bacteroides uniformis.
- περίπλοκες λοιμώξεις του δέρματος και δερματικής δομής, συμπεριλαμβανομένων διαβητικών λοιμώξεων του ποδιού χωρίς οστεομυελίτιδα λόγω Staphylococcus aureus (μόνο απομονώσεις με ευαισθησία στη μεθικιλλίνη), Streptococcus agalactiae, Streptococcus pyogenes, Escherichia coli, Klebsiella pneumoniae, Proteus mirabilis, Bacteroides fragilis, spp. Peptostreptococcus, Porphyromonas asaccharolytica, ή Prevotella bivia.
- Κοινώς κτηθείσα πνευμονία λόγω Streptococcus pneumoniae (μόνο απομονώσεις ευαίσθητες στην πενικιλλίνη) περιλαμβανομένων και περιπτώσεων με συνεχή βακτηριαιμία, Haemophilus influenzae (μόνο απομονώσεις αρνητικές στη β-λακταμάση), ή Moraxella catarrhalis.
- Περίπλοκες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης πυελονεφρίτιδας λόγω Escherichia coli, περιλαμβανομένων περιπτώσεων με συνεχή βακτηριαιμία, ή Klebsiella pneumoniae.
- Οξείς πυελικές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένης της μετα-τοκετικής ενδομητρίτιδας, σηπτικής αποβολής και γυναικολογικών λοιμώξεων μετά χειρουργείο λόγω Streptococcus agalactiae, Escherichia coli, Bacteroides fragilis, Porphyromonas asaccharolytica, Peptostreptococcus spp., ή Prevotella bivia.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 0.12 λίτρα/kg [ενηλίκοι]
- 0.2 λίτρα/kg [παιδιά, 3 μηνών έως 12 ετών]
- 0.16 λίτρα/kg [παιδιά 13 έως 17 ετών]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Εκκαθάριση
- 1.8 L/h
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ερταπενέμη είναι ένα αντιβιοτικό καρβαπενέμης με βακτηριοκτόνο δράση εξαρτώμενη από τον χρόνο. Η βέλτιστη βακτηριοκτόνος δράση της επιτυγχάνεται όταν οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου υπερβαίνουν τις ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις (MIC) για ένα συγκεκριμένο τμήμα του διαστήματος δοσολογίας. Δρα έναντι Gram-θετικών και Gram-αρνητικών αερόβιων και αναερόβιων βακτηρίων. Είναι σταθερή στην υδρόλυση από διάφορες βήτα-λακταμάσες, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινασών, των κεφαλοσπορινασών και των βήτα-λακταμασών ευρέος φάσματος, αλλά όχι των μεταλλο-βήτα-λακταμασών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ερταπενέμη παρουσιάζει βακτηριοκτόνο τρόπο δράσης. Λειτουργεί δεσμευόμενη και αναστέλλοντας τις βακτηριακές πρωτεΐνες που δεσμεύουν την πενικιλλίνη (PBPs). Στο Escherichia coli, έχει ισχυρή συγγένεια προς τις PBP 1a, 1b, 2, 3, 4 και 5, με προτιμησιακή δέσμευση στις PBP 2 και 3. Μετά τη δέσμευση στις PBP, η ερταπενέμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος παρεμβαίνοντας στην επιμήκυνση και ενίσχυση του πεπτιδογλυκανικού τμήματος του κυτταρικού τοιχώματος, αναστέλλοντας έτσι τη σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος.
Η ερταπενέμη είναι ένα συνθετικό καρβαπενεμικό αντιβιοτικό βήτα-λακτάμης, το οποίο είναι δομικά και φαρμακολογικά συγγενές με την ιμιπενέμη και τη μεροπενέμη. Όπως η μεροπενέμη αλλά σε αντίθεση με την ιμιπενέμη, η ερταπενέμη έχει μια μεθυλομάδα στη θέση 1 του δακτυλίου 5 μελών, η οποία προσδίδει σταθερότητα έναντι υδρόλυσης από τη δεϋδροπεπτιδάση 1 (DHP 1) που υπάρχει στο εντερικό χείλος των εγγύς νεφρικών σωληναριακών κυττάρων, και επομένως δεν απαιτεί ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολέα DHP-1 όπως η σιλαστατίνη.
Η ερταπενέμη έχει in vitro δραστηριότητα έναντι Gram-θετικών και Gram-αρνητικών αερόβιων και αναερόβιων βακτηρίων. Η βακτηριοκτόνος δράση της ερταπενέμης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος και μεσολαβείται μέσω της δέσμευσης της ερταπενέμης στις πρωτεΐνες δέσμευσης πενικιλλίνης (PBPs). Στο Escherichia coli, έχει ισχυρή συγγένεια προς τις PBP 1a, 1b, 2, 3, 4 και 5 με προτίμηση για τις PBP 2 και 3.
Τα αντιμικροβιακά είναι η πιο συχνά εμπλεκόμενη κατηγορία φαρμάκων σε φαρμακευτικά προκαλούμενες επιληπτικές κρίσεις, με τις βήτα-λακτάμες να είναι η κατηγορία αντιμικροβιακών που εμπλέκεται συχνότερα. Το επιληπτογόνο δυναμικό της υποκατηγορίας των καρβαπενεμών μπορεί να σχετίζεται άμεσα με τη δομή του δακτυλίου βήτα-λακτάμης. Τα δεδομένα για μεμονωμένες καρβαπενέμες και επιληπτική δραστηριότητα είναι ελάχιστα. Για να αξιολογηθεί η διαθέσιμη βιβλιογραφία σχετικά με τη συσχέτιση μεταξύ παραγόντων καρβαπενέμης και επιληπτικής δραστηριότητας, /ερευνητές/ διεξήγαγαν αναζήτηση βιβλιογραφίας στις βάσεις δεδομένων MEDLINE (1966-Μάιος 2010), EMBASE (1974-Μάιος 2010) και International Pharmaceutical Abstracts (1970-Μάιος 2010). Αναθεωρήθηκαν επίσης οι παραπομπές από τα άρθρα που ανακτήθηκαν. Μηχανιστικά, η προδιάθεση για επιληπτικές κρίσεις των βήτα-λακταμών σχετίζεται με τη δέσμευσή τους στους υποδοχείς γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA). Υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές επιληπτικής δραστηριότητας που σχετίζεται με την ιμιπενέμη-σιλαστατίνη, με ποσοστά επιληπτικών κρίσεων που κυμαίνονται από 3-33%. Για τη μεροπενέμη, τη δοριπενέμη και την ερταπενέμη, το ποσοστό επιληπτικών κρίσεων για κάθε παράγοντα αναφέρεται ως λιγότερο από 1%. Ωστόσο, καθώς η χρήση τους αυξάνεται και επεκτείνεται σε νέους πληθυσμούς ασθενών, το ποσοστό των επιληπτικών κρίσεων με αυτούς τους παράγοντες μπορεί να αυξηθεί. Η θεραπεία υψηλής δόσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, προϋπάρχουσες ανωμαλίες του κεντρικού νευρικού συστήματος ή ιστορικό επιληπτικών κρίσεων, αυξάνει την πιθανότητα επιληπτικής δραστηριότητας. …
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η ερταπενέμη απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, με μέση βιοδιαθεσιμότητα περίπου 90%. Οι συγκεντρώσεις της ερταπενέμης στο πλάσμα είναι παρόμοιες είτε χορηγείται ενδομυϊκά είτε ενδοφλεβίως· ωστόσο, οι μέγιστες συγκεντρώσεις είναι χαμηλότερες όταν χορηγείται μέσω της ενδομυϊκής οδού. Ο χρόνος για την επίτευξη της Cmax (Tmax) είναι ελαφρώς μεγαλύτερος όταν χορηγείται μέσω της ενδομυϊκής οδού. Μετά από καθημερινή ενδομυϊκή χορήγηση ενός γραμμαρίου ερταπενέμης, το Tmax ήταν περίπου 2,3 ώρες. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες που έλαβαν μία εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση ενός γραμμαρίου ερταπενέμης διάρκειας 30 λεπτών, η Cmax ήταν 155 µg/mL στα 0,5 ώρες μετά τη δόση.
Η ερταπενέμη υφίσταται κυρίως νεφρική απέκκριση, όπου υφίσταται σπειραματική διήθηση και καθαρή σωληναριακή έκκριση. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες που έλαβαν ένα γραμμάριο IV ραδιοσημασμένης ερταπενέμης, περίπου το 80% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 10% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα. Το μέσο ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που απεκκρίθηκε στα ούρα ήταν 17,4% κατά τη διάρκεια 0-2 ωρών μετά τη δόση, 5,4% κατά τη διάρκεια 4-6 ωρών μετά τη δόση και 2,4% κατά τη διάρκεια 12-24 ωρών μετά τη δόση. Από το 80% της ραδιενέργειας στα ούρα, περίπου το 38% ήταν αμετάβλητη ερταπενέμη και το 37% ήταν ο μεταβολίτης της με ανοιχτό δακτύλιο.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss) της ερταπενέμης είναι περίπου 0,12 L/kg σε ενήλικες, 0,2 L/kg σε παιδιά από τριών μηνών έως 12 ετών και 0,16 L/kg σε εφήβους 13 έως 17 ετών. Η ερταπενέμη δεν συσσωρεύεται.
Η μέση κάθαρση πλάσματος σε υγιείς νεαρούς ενήλικες ήταν περίπου 1,8 L/ώρα. Η μέση νεφρική κάθαρση της ακέραιας ερταπενέμης ήταν 12,8 mL/min σε σύγκριση με συνολική κάθαρση 28,4 mL/min.
Η ερταπενέμη, που ανασυστήνεται με διάλυμα υδροχλωρικής λιδοκαΐνης 1% USP (σε φυσιολογικό ορό χωρίς επινεφρίνη), απορροφάται σχεδόν πλήρως μετά από ενδομυϊκή (IM) χορήγηση στη συνιστώμενη δόση του 1 g. Η μέση βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 90%. Μετά από καθημερινή IM χορήγηση 1 g, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) επιτυγχάνονται σε περίπου 2,3 ώρες (Tmax).
Η ερταπενέμη δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, η δέσμευση της ερταπενέμης στις πρωτεΐνες μειώνεται καθώς αυξάνονται οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα, από περίπου 95% δέσμευση σε συγκέντρωση πλάσματος <100 μικρογραμμάρια (ug)/mL έως περίπου 85% δέσμευση σε συγκέντρωση πλάσματος 300 ug/mL.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας (Vss) της ερταπενέμης σε ενήλικες είναι περίπου 0,12 λίτρα/kg, περίπου 0,2 λίτρα/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς 3 μηνών έως 12 ετών και περίπου 0,16 λίτρα/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς 13 έως 17 ετών.
Η συγκέντρωση της ερταπενέμης στο μητρικό γάλα από 5 θηλάζουσες γυναίκες με πυελικές λοιμώξεις (5 έως 14 ημέρες μετά τον τοκετό) μετρήθηκε σε τυχαία χρονικά σημεία καθημερινά για 5 συνεχόμενες ημέρες μετά την τελευταία δόση 1 g ενδοφλέβιας θεραπείας (3-10 ημέρες θεραπείας). Η συγκέντρωση της ερταπενέμης στο μητρικό γάλα εντός 24 ωρών από την τελευταία δόση θεραπείας και στις 5 γυναίκες κυμάνθηκε από <0,13 (κατώτατο όριο ποσοτικοποίησης) έως 0,38 ug/mL· οι μέγιστες συγκεντρώσεις δεν αξιολογήθηκαν. Την 5η ημέρα μετά τη διακοπή της θεραπείας, το επίπεδο της ερταπενέμης ήταν μη ανιχνεύσιμο στο μητρικό γάλα 4 γυναικών και κάτω από το κατώτατο όριο ποσοτικοποίησης (<0,13 ug/mL) σε 1 γυναίκα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Ολοκληρωμένα) για την Ερταπενέμη (18 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση στις Πρωτεΐνες
Η ερταπενέμη δεσμεύεται στις πρωτεΐνες του πλάσματος με τρόπο εξαρτώμενο από τη συγκέντρωση. Δεσμεύεται σε μεγάλο βαθμό στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως στην αλβουμίνη. Η δέσμευση στις πρωτεΐνες είναι κορεσμένη σε υψηλότερες δόσεις, όπου το ελεύθερο κλάσμα του φαρμάκου αυξάνεται δυσανάλογα. Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, η δέσμευση της ερταπενέμης στις πρωτεΐνες μειώθηκε καθώς αυξάνονταν οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα. Σε συγκέντρωση πλάσματος <100 μικρογραμμάρια (mcg)/mL, η ερταπενέμη ήταν 95% δεσμευμένη, και αυτό το ποσοστό μειώθηκε στο 85% όταν η συγκέντρωση στο πλάσμα αυξήθηκε σε 300 mcg/mL.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, η αμετάβλητη ερταπενέμη αντιπροσώπευε την πλειονότητα της ραδιενέργειας στο πλάσμα. Ο κύριος μεταβολίτης της ερταπενέμης είναι το παράγωγο με ανοιχτό δακτύλιο που σχηματίζεται από την υδρόλυση του δακτυλίου βήτα-λακτάμης που διαμεσολαβείται από τη δεϋδροπεπτιδάση Ι. Αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά ανενεργός. Η δεϋδροπεπτιδάση Ι (DHP-I) βρίσκεται κυρίως στα νεφρά. Ο ηπατικός μεταβολισμός είναι αμελητέος.
Η διάταξη και ο μεταβολισμός της ερταπενέμης, ενός αντιβιοτικού καρβαπενέμης, εξετάστηκαν σε αρουραίο, πίθηκο και άνθρωπο. Αρουραίοι Sprague-Dawley και πίθηκοι Rhesus έλαβαν, με ενδοφλέβια χορήγηση, ραδιοσημασμένες δόσεις ερταπενέμης (60 και 30 mg kg(-1), αντίστοιχα), και υγιείς φυσιολογικοί εθελοντές έλαβαν μία εφάπαξ σταθερή δόση 1000 mg. Συλλέχθηκαν ούρα και κόπρανα για τον προσδιορισμό της συνολικής ραδιενέργειας. Σε υγιείς εθελοντές, η (14)C-ερταπενέμη απεκκρίθηκε με συνδυασμό υδρολυτικού μεταβολισμού σε ένα παράγωγο με ανοιχτό δακτύλιο βήτα-λακτάμης και νεφρικής απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου. Περίπου ίσες ποσότητες απεκκρίθηκαν ως μεταβολίτης με ανοιχτό δακτύλιο βήτα-λακτάμης και αμετάβλητο φάρμακο (36,7% και 37,5% της δόσης, αντίστοιχα). Ένα δευτερεύον προϊόν υδρόλυσης αμιδίου αντιπροσώπευε περίπου το 1% της δόσης σε ανθρώπους. Περίπου το 10% της χορηγούμενης ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα κόπρανα, γεγονός που υποδηλώνει ότι ένα μικρό κλάσμα υπέστη χολική ή/και εντερική απέκκριση. Σε ζώα, μεγαλύτερο κλάσμα της δόσης αποβλήθηκε μέσω μεταβολισμού· η απέκκριση αμετάβλητου φαρμάκου αντιπροσώπευε 17% και 5% της δόσης σε αρουραίους και πιθήκους, αντίστοιχα. Σε πιθήκους, οι μεταβολίτες με ανοιχτό δακτύλιο βήτα-λακτάμης και υδρόλυσης αμιδίου αντιπροσώπευαν 74,8% και 7,59% της δόσης, αντίστοιχα, ενώ σε αρουραίους, αυτοί οι μεταβολίτες αντιπροσώπευαν 31,9% και 20% της δόσης, αντίστοιχα. Μελέτες in vitro με ομογενοποιήματα φρέσκων ιστών αρουραίου έδειξαν ότι ο πνεύμονας και ο νεφρός ήταν τα κύρια όργανα που εμπλέκονταν στη δημιουργία του μεταβολίτη με ανοιχτό δακτύλιο βήτα-λακτάμης. Ο ειδικός αναστολέας της δεϋδροπεπτιδάσης-Ι, η σιλαστατίνη, ανέστειλε τον in vivo και in vitro μεταβολισμό της ερταπενέμης σε αρουραίους, υποδηλώνοντας έντονα ότι η υδρόλυση της ερταπενέμης στον πνεύμονα και τον νεφρό διαμεσολαβούνταν από αυτό το ένζυμο.
Η ερταπενέμη είναι σταθερή στην υδρόλυση από ποικίλες βήτα-λακταμάσες, συμπεριλαμβανομένων των πενικιλλινασών, των κεφαλοσπορινασών και των βήτα-λακταμασών ευρέος φάσματος. Η ερταπενέμη υδρολύεται από μεταλλο-βήτα-λακταμάσες.
Σε υγιείς νεαρούς ενήλικες, μετά από έγχυση 1 g IV ραδιοσημασμένης ερταπενέμης, η ραδιενέργεια στο πλάσμα αποτελείται κυρίως (94%) από ερταπενέμη. Ο κύριος μεταβολίτης της ερταπενέμης είναι το ανενεργό παράγωγο με ανοιχτό δακτύλιο που σχηματίζεται από την υδρόλυση του δακτυλίου βήτα-λακτάμης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα ήταν περίπου τέσσερις ώρες σε υγιείς νεαρούς ενήλικες και εφήβους και περίπου 2,5 ώρες σε παιδιά 3 έως 12 ετών. Ο μακρύς χρόνος ημιζωής της ερταπενέμης μπορεί να εξηγηθεί από την υψηλή δέσμευσή της στις πρωτεΐνες.
Το φάρμακο έχει μέσο χρόνο ημιζωής στο πλάσμα περίπου 4 ώρες και μπορεί να χορηγείται μία φορά ημερησίως.
Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα σε παιδιατρικούς ασθενείς 13 έως 17 ετών είναι περίπου 4 ώρες και περίπου 2,5 ώρες σε παιδιατρικούς ασθενείς 3 μηνών έως 12 ετών.
Ο μέσος t(1/2) στο πλάσμα κυμάνθηκε από 3,8 έως 4,4 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
G32F6EID2H
ERTAPENEM
Χημική Δομή [CS] - Καρβαπενέμες
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Πενέμη Αντιβακτηριακό
Η ερταπενέμη είναι ένα Πενέμη Αντιβακτηριακό.
ERTAPENEM
Καρβαπενέμες [CS]; Πενέμη Αντιβακτηριακό [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή των ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.