Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01DB03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

EPIRUBICIN

Επιρουβικίνη

Τα κυτταροτοξικά αντιβιοτικά είναι συνήθως φυσικά προϊόντα στελεχών του στρεπτομύκητα. Ενσωματώνονται και δρουν βλαπτικά στο DNA και RNA του κυττάρου όπως η ακτινοβολία και γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.

Chemical structure of EPIRUBICIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Kαρκίνος μαστού, ωοθηκών, πνεύμονα,στομάχου, παχέος εντέρου και ορθού, λεμφώματα, σαρκώματα μαλακών μορίων, λευχαιμίες, πολλαπλό μυέλωμα. Kαρκίνος ουροδόχου κύστεως (ενδοκυστικώς).
medication
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
ενδοφλέβια ή ενδοκυστική
Δόση έναρξης:
60 mg/m²
  • Ενήλικες (Μονοθεραπεία)
    Δόση60-90 mg/m²
    Ενδοφλέβια ένεση διάρκειας 3-5 λεπτών. Επαναλαμβάνεται κάθε 21 ημέρες.
  • Ασθενείς με καρκίνωμα μαστού (Υψηλή δόση)
    Δόση100-120 mg/m²
    100 mg/m² ως εφάπαξ δόση την ημέρα 1, ή 120 mg/m² σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8. Κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη, 5-φθοριοουρακίλη και ταμοξιφαίνη. Μπορεί να χορηγηθεί ως ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου εντός 3-5 λεπτών ή ως έγχυση διάρκειας μέχρι 30 λεπτών.
  • Ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών/Ηλικία/Προηγούμενη χημειοθεραπεία/ακτινοθεραπεία
    Χαμηλότερη δόση (60-75 mg/m² για συνήθη θεραπεία και 105-120 mg/m² για υψηλή δόση) ή αναβολή της επόμενης δόσης.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Συνιστάται μείωση της δόσης.
  • Παιδιά
    Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
  • Ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργία
    Μείωση δόσης 50% αν χολερυθρίνη ορού 1,4 - 3 mg/100 ml και AST 2 - 4 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο. Μείωση δόσης 75% αν χολερυθρίνη ορού > 3 mg/100 ml και AST > 4 φορές το φυσιολογικό όριο.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια
    Συνιστάται μείωση της δόσης (κρεατινίνη ορού > 450 µmol/l).
  • Καρκίνος στομάχου (Μονοθεραπεία)
    Δόση60-90 mg/m²
    Γενικά χορηγείται την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 1, 2 και 3 σε διαστήματα των 21 ημερών.
  • Καρκίνος στομάχου (Θεραπεία συνδυασμού)
    Δόση50 mg/m²
    Γενικά χορηγείται την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 1, 2 και 3 σε διαστήματα των 21 ημερών. Η δόση μειώνεται ανάλογα.
  • Επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστης (Ενδοκυστική χρήση)
    Δόση50 mg/50 ml
    Εβδομαδιαία πλύση επί 8 εβδομάδες. Αραίωση με φυσιολογικό ορό ή αποστειρωμένο ύδωρ. Μείωση δόσης στα 30 mg ανά 50 ml σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας (χημική κυστίτιδα).
  • Καρκίνωμα ουροδόχου κύστης in situ (Ενδοκυστική χρήση)
    Δόσηέως 80 mg/50 ml
    Με βάση την ανοχή του ασθενούς.
  • Προφύλαξη υποτροπής μετά διουρηθρική εκτομή του προστάτη (Ενδοκυστική χρήση)
    Δόση50 mg/50 ml
    4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
block
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες
  • Γαλουχία
  • Επίμονη μυελοκαταστολή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Βαριά ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Βαριά μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Ασταθής στηθάγχη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Καρδιομυοπάθεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Σοβαρές αρρυθμίες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Οξείες συστηματικές λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονών
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
  • Ουρολοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
  • Φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
  • Αιματουρία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
  • Διηθητικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει την ουροδόχο κύστη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
  • Προβλήματα καθετηριασμού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
  • Μεγάλος όγκος υπολειπόμενων ούρων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
  • Συσπάσεις της ουροδόχου κύστης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
warning
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικά
    Η επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας.
  • Οδός χορήγησης
    Η επιρουβικίνη δεν πρέπει να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά.
  • Αρχική θεραπεία
    προσοχή
    Απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση των τιμών έναρξης διαφόρων εργαστηριακών παραμέτρων και της καρδιακής λειτουργίας.
  • Συνεχής έγχυση
    Πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
  • Προηγούμενες τοξικότητες
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πρέπει να έχουν αναρρώσει από οξείες τοξικότητες (όπως στοματίτιδα, βλεννογονίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Θεραπεία με υψηλές δόσεις (≥ 90 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες)
    προσοχή
    Απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές εξαιτίας έντονης μυελοκαταστολής. Η σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και της στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να είναι αυξημένη.
  • Καρδιοτοξικότητα
    προσοχή
    Υπάρχει κίνδυνος καρδιοτοξικότητας από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες, η οποία ενδέχεται να εκδηλωθεί με πρώιμα (οξεία) ή όψιμα (καθυστερημένα) συμβάματα. Η καρδιακή παρακολούθηση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
  • Πρώιμη καρδιοτοξικότητα
    Αποτελείται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Οι επιδράσεις αυτές συνήθως δεν αποτελούν πρόβλεψη για μεταγενέστερη ανάπτυξη καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, έχουν σπάνια κλινική σημασία και γενικότερα δεν αποτελούν παράγοντα για διακοπή της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Όψιμη καρδιοτοξικότητα
    προσοχή
    Εκδηλώνεται μέσω της ελάττωσης κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF). Η απειλητική για τη ζωή CHF είναι η πιο σοβαρή μορφή καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες.
  • Κίνδυνος ανάπτυξης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF)
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν ακτινοβολία στην περιοχή του μεσοθωρακίου
    Ο κίνδυνος αυξάνεται ταχέως με αύξηση των ολικών αθροιστικών δόσεων της επιρουβικίνης καθ’ υπέρβαση των 900 mg/m² ή χαμηλότερη αθροιστική δόση. Η αθροιστική αυτή δόση πρέπει να υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
  • Αθροιστική δόση
    προσοχή
    Δεδομένου του κινδύνου εμφάνισης καρδιομυοπάθειας, η αθροιστική δόση των 900 mg/m² επιρουβικίνης δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή.
  • Ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα
    προσοχή
    Για τον προσδιορισμό της μέγιστης αθροιστικής δόσης επιρουβικίνης, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη κάθε ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα. Μία αθροιστική δόση των 900-1000 mg/m² δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή. Πάνω από το επίπεδο αυτό, ο κίνδυνος μη αναστρέψιμης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνει πολύ.
  • Παράγοντες κινδύνου καρδιακής τοξικότητας
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, παιδιά, ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου
    Περιλαμβάνουν ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωράκιου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες και ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Χρήση τραστουζουμάμπης
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν τραστουζουμάμπη
    Η τραστουζουμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, εκτός και αν γίνεται σε καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση. Οι ασθενείς σε θεραπεία τραστουζουμάμπης που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες κινδυνεύουν επίσης από καρδιοτοξικότητα. Οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη θεραπεία που βασίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, εάν είναι δυνατόν. Αν χρησιμοποιηθούν, η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
  • Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια
    Εάν κατά τη διάρκεια θεραπείας τραστουζουμάμπης η οποία ακολουθεί θεραπεία επιρουβικίνης παρουσιαστεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή.
  • Αθροιστική τοξικότητα
    προσοχή
    Είναι πιθανό η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενοδιόνων να είναι αθροιστική.
  • Μυελοκαταστολή
    προσοχή
    Η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Ενδέχεται να εμφανιστούν λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία), θρομβοπενία και αναιμία. Οι κλινικές επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολής συμπεριλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο.
  • Δευτερογενής λευχαιμία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανθρακυκλίνες
    Έχει αναφερθεί δευτερογενής λευχαιμία με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση. Πιο συχνή όταν χορηγείται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA, ακτινοθεραπεία, έντονη προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία, ή κλιμακωτές δόσεις ανθρακυκλινών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
  • Γαστρεντερικές επιδράσεις
    προσοχή
    Η επιρουβικίνη είναι εμετογόνος. Εμφανίζονται βλεννογονιδίτιδα/στοματίτιδα που μπορεί να εξελιχθούν σε εξελκώσεις. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας.
  • Ηπατική λειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή AST
    Η κύρια οδός απομάκρυνσης της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα. Ενδέχεται να εμφανίσουν πιο αργή κάθαρση του φαρμάκου με αποτέλεσμα την αύξηση της συνολικής τοξικότητας. Στους ασθενείς αυτούς συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αντενδείξεις).
  • Νεφρική λειτουργία
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL
    Είναι απαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).
  • Επιδράσεις στο σημείο της έγχυσης
    προσοχή
    Η φλεβοσκλήρυνση ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα έγχυσης σε μικρό αγγείο ή επαναλαμβανόμενων εγχύσεων στην ίδια φλέβα. Ο κίνδυνος φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ακολουθώντας τις συνιστώμενες διαδικασίες χορήγησης (βλ. Δοσολογία).
  • Εξαγγείωση
    προσοχή
    Η εξαγγείωση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης ενδέχεται να προκαλέσει τοπικό άλγος, σοβαρές αλλοιώσεις των ιστών και νέκρωση. Στην περίπτωση που εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης, πρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση. Η ανεπιθύμητη ενέργεια μπορεί να αποφευχθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση ειδικευμένης θεραπείας (π.χ. δεξραζοσάνης). Το άλγος μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής, υαλουρονικό οξύ και DMSO. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για νέκρωση.
  • Θρομβοεμβολικά φαινόμενα
    προσοχή
    Έχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση επιρουβικίνης, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα).
  • Σύνδρομο λύσης όγκου
    προσοχή
    Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη για την πρόληψη της υπεουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές επιπλοκές.
  • Ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις / Αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξεις
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείς
    Η χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων ιών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίων ζώντων ιών πρέπει να αποφεύγεται. Η ανταπόκριση σε εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών ενδέχεται να είναι μειωμένη.
  • Αναπαραγωγικό σύστημα / Γονοτοξικότητα
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΆντρες και γυναίκες σε θεραπεία με επιρουβικίνη
    Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα. Οι ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας πρέπει να συμβουλεύονται για γενετικές συμβουλές (βλ. Κύηση και γαλουχία).
  • Ενδοκυστική οδός χορήγησης
    προσοχή
    Μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας και συστολή ουροδόχου κύστης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για προβλήματα καθετηριασμού.
  • Ενδο-αρτηριακή οδός χορήγησης
    προσοχή
    Ενδέχεται να προκαλέσει τοπικά ή περιφερειακά συμβάματα όπως γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και στένωση των χοληδόχων αγγείων, καθώς και εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου
    Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,5 mg νατρίου ανά ml ενεσίμου διαλύματος ή διαλύματος για έγχυση. Να λαμβάνεται υπ’ όψιν.
swap_horiz
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα
    προσοχή
    Αθροιστική τοξικότητα (μυελό των οστών/αιματολογικές, γαστρεντερικές)
    ΣύστασηΗ δόση μειώνεται ανάλογα.
  • Άλλα δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα / καρδιοδραστικές ενώσεις (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας
    ΣύστασηΑπαιτεί παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Φάρμακα που μεταβάλλουν ηπατική λειτουργία
    προσοχή
    Μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό, τη φαρμακοκινητική, την αποτελεσματικότητα και/ή την τοξικότητα της επιρουβικίνης
  • Άλλοι καρδιοτοξικοί παράγοντες (π.χ. τραστουζουμάμπη)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότητας
    ΣύστασηΝα αποφεύγεται η θεραπεία με ανθρακυκλίνες για έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, όταν είναι δυνατό. Εάν χρησιμοποιηθεί νωρίτερα, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
  • Εμβόλια ζώντων ιών
    αντένδειξη
    Κίνδυνος λοίμωξης
    ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
  • Εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών
    προσοχή
    Μειωμένη ανταπόκριση
  • Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P-450 (ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά)
    προσοχή
    Αύξηση μεταβολισμού της επιρουβικίνης, μείωση αποτελεσματικότητας
  • προσοχή
    Αύξηση AUC της επιρουβικίνης (50%) και της epirubicinol (41%)
    ΣύστασηΗ σιμετιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Πακλιταξέλη (χορηγούμενη πριν την επιρουβικίνη)
    προσοχή
    Αυξημένες συγκεντρώσεις επιρουβικίνης και μεταβολιτών, μεγαλύτερη αιματολογική τοξικότητα
    ΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων.
  • Πακλιταξέλη ή ντοσεταξέλη (επιρουβικίνη χορηγούμενη πριν τις ταξάνες)
    παρακολούθηση
    Δεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης
    ΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων.
  • Δεξοβεραπαμίλη
    προσοχή
    Μεταβολή φαρμακοκινητικής επιρουβικίνης, πιθανή αύξηση κατασταλτικών δράσεων στο μυελό των οστών
  • Ντοσεταξέλη (χορηγούμενη αμέσως μετά την επιρουβικίνη)
    προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα
  • προσοχή
    Επιτάχυνση αρχικής κατανομής επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς, επηρεασμός κατανομής στα ερυθροκύτταρα
  • Ιντερφερόνη α2b
    προσοχή
    Μείωση τελικού χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης και συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης
  • Αγωγές που επηρεάζουν το μυελό των οστών (κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)
    προσοχή
    Πιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης
  • Δεξραζοσάνη (υψηλές δόσεις)
    προσοχή
    Αύξηση συστηματικής κάθαρσης της επιρουβικίνης, μείωση AUC, αυξημένη μυελοκαταστολή
  • Ακτινοθεραπείες, Άλλα παράγωγα ανθρακυκλίνης (μιτομυκίνη-C, δακαρβαζίνη, δακτινομυκίνη, πιθανόν κυκλοφωσφαμίδη), Άλλοι καρδιοτοξικοί παράγοντες (5-φθοριοουρακίλη, κυκλοφωσφαμίδη, σισπλατίνη, ταξάνες)
    προσοχή
    Ενίσχυση καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης
  • προσοχή
    Υπερβολική ανοσοκαταστολή
sick
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοιμώξεις
  • Σηπτική καταπληξία
  • Σηψαιμία
  • Πνευμονία
Νεοπλάσματα
  • Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
Αίμα
  • Οξεία μυελογενής λευχαιμία
  • Μυελοκαταστολή
  • Λευκοπενία
  • Κοκκιοκυτταροπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
  • Θρομβοπενία
  • Αιμορραγία λόγω μυελοκαταστολής
Αναπνευστικό
  • Υποξία ιστών
  • Δύσπνοια
  • Πνευμονικό οίδημα
  • Υπεζωκοτικές συλλογές
  • Πνευμονική εμβολή
Ανοσοποιητικό
  • Αναφυλαξία
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
Γενικές
  • Καταπληξία
  • Πυρετός
  • Ρίγος
  • Οίδημα
  • Βλεννογονιδίτιδα
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Εξασθένιση
  • Ρίγη
  • Υπερπυρεξία
  • Τοπικό άλγος
Δέρμα
  • Δερματικό εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
  • Κνίδωση
  • Τοπική τοξικότητα
  • Εξάνθημα
  • Μεταβολές του δέρματος
  • Ερύθημα
  • Υπέρχρωση ονύχων
  • Φωτοευαισθησία
  • Υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος
  • Ερύθημα του σημείου έγχυσης
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Αφυδάτωση
  • Υπερουριχαιμία
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Κεφαλαλγία
Οφθαλμικές
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Κερατίτιδα
Καρδιά
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Καλπαστικός ρυθμός
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
  • Βραδυκαρδία
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
  • Σκελικός αποκλεισμός
  • Μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
Ήπαρ
  • Διόγκωση ήπατος
Γαστρεντερικό
  • Ασκίτης
  • Οισοφαγίτιδα
  • Στοματίτιδα
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
  • Στοματική εξέλκωση
  • Στοματικό άλγος
  • Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
  • Στοματική αιμορραγία
  • Στοματική μελάγχρωση
Καρδιακές διαταραχές
  • Καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία καρδιομυοπάθεια)
Αγγειακές
  • Εξάψεις
  • Φλεβίτιδα
  • Θρομβοφλεβίτιδα
  • Καταπληξία
  • Θρομβοεμβολή
  • Φλεβοσκλήρυνση
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Διάρροια (μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας που χρησιμοποιήθηκε για την ένεση.
  • Εξάψεις (δέρμα)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Ερυθρός χρωματισμός ούρων
  • Χημική κυστίτιδα
  • Αιμορραγική κυστίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Πρωτεϊνουρία σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση
Αναπαραγωγικό
  • Αμηνόρροια
  • Αζωοσπερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Σοβαρή κυτταρίτιδα μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
  • Νέκρωση ιστού μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
Εργαστηριακές
  • Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ερυθρός χρωματισμός ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ συχνές
  • Κοκκιοκυτταροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Μυελοκαταστολή
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αιμορραγική κυστίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αφυδάτωση
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Βλεννογονιδίτιδα
    Γενικές
    Συχνές
  • Διάρροια (μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Ερύθημα του σημείου έγχυσης
    Δέρμα
    Συχνές
  • Λοιμώξεις
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οισοφαγίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Χημική κυστίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Θρομβοφλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φλεβίτιδα
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Αζωοσπερμία
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Αμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτοειδής αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνιες
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Σπάνιες
  • Ασκίτης
    Γαστρεντερικό
    Σπάνιες
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Δερματικό εξάνθημα
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Διόγκωση ήπατος
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Καλπαστικός ρυθμός
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία καρδιομυοπάθεια)
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Καταπληξία
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Σπάνιες
  • Κοιλιακή ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
    Εργαστηριακές
    Σπάνιες
  • Οίδημα
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
    Νεοπλάσματα
    Σπάνιες
  • Οξεία μυελογενής λευχαιμία
    Αίμα
    Σπάνιες
  • Πνευμονικό οίδημα
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Πυρετός
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ρίγος
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Σκελικός αποκλεισμός
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιά
    Σπάνιες
  • Τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας που χρησιμοποιήθηκε για την ένεση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Υπεζωκοτικές συλλογές
    Αναπνευστικό
    Σπάνιες
  • Υπερουριχαιμία
    Μεταβολισμός
    Σπάνιες
  • Υπερπυρεξία
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Αιμορραγία λόγω μυελοκαταστολής
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Εξάψεις (δέρμα)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Θρομβοεμβολή
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Καταπληξία
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Μεταβολές του δέρματος
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Νέκρωση ιστού μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Πνευμονία
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Πρωτεϊνουρία σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Σηπτική καταπληξία
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Σηψαιμία
    Λοιμώξεις
    Μη γνωστές
  • Σοβαρή κυτταρίτιδα μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Στοματική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Στοματική εξέλκωση
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Στοματική μελάγχρωση
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Στοματικό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Τοπική τοξικότητα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Τοπικό άλγος
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Υπέρχρωση ονύχων
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Υποξία ιστών
    Αναπνευστικό
    Μη γνωστές
  • Φλεβοσκλήρυνση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Φωτοευαισθησία
    Δέρμα
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Γονιμότητα
    Άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέσα αντισύλληψης και, εάν κρίνεται απαραίτητο και είναι δυνατό, πρέπει να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας που προκαλείται από τη θεραπεία. Οι άντρες ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με επιρουβικίνη συνιστάται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε γυναίκες στην προεμμηνόπαυση. Οι άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά από αυτή.
    Η επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια.
  • Κύηση
    Οι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
    Πειραματικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν ότι η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Στην περίπτωση που η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (κυρίως στο πρώτο τρίμηνο) ή στην περίπτωση που η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει το φάρμακο αυτό, η ασθενής πρέπει να πληροφορείται το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο και τα κυτταροστατικά φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο επί αυστηρής ένδειξης και όταν το πιθανό όφελος για τη μητέρα έχει σταθμιστεί κατά των πιθανών κινδύνων των ανεπιθύμητων ενεργειών στην αναπαραγωγή. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
  • Γαλουχία
    Οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό πριν την έναρξη της λήψης του φαρμάκου αυτού.
    Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων ανθρακυκλίνων, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών κατά το θηλασμό των νεογνών από την επιρουβικίνη.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η επιριβουκίνη έχει αντιμιτωτική και κυτταροτοξική δράση. Αναστέλλει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών μέσω ενός αριθμού προτεινόμενων μηχανισμών δράσης: Η επιριβουκίνη μορφοποιεί συμπλέγματα με το DNA δια μέσω εν intercalation…
monitor_heart
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. κωδικός ATC: L01DB03 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες…

biotech
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE

Φαρμακοκινητική

expand_more
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία το επίπεδο της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτει μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Υποβάλλεται εκτενώς και ταχέως σε μεταβολισμό στο ήπαρ. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται επίσης από άλλα όργανα και κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι τέσσερις κύριες μεταβολικές οδοί είναι: 1. Αναγωγή της κετο-ομάδας…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Κρεατινίνη ορού · πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κρεατινίνη ορού water_dropΝεφρική λειτουργία μετά την αρχική θεραπεία Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου
Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) gastroenterologyΗπατική λειτουργία πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Αλκαλική φωσφατάση (ALP) gastroenterologyΗπατική λειτουργία πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) gastroenterologyΗπατική λειτουργία πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Ολική χολερυθρίνη ορού gastroenterologyΗπατική λειτουργία πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Αιματολογικός έλεγχος bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) με τύπο bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας
Κάλιο ορού (K⁺) scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά μετά την αρχική θεραπεία Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου
Ουρικό οξύ αίματος scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά μετά την αρχική θεραπεία Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου
Φωσφορικό ασβέστιο scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά μετά την αρχική θεραπεία Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) κατά την έναρξη της θεραπείας Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα
Καρδιακή λειτουργία cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας
Κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) τακτικά κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας
επανειλημμένοι προσδιορισμοί Υψηλότερες, αθροιστικές δόσεις ανθρακυκλίνης
Σπινθηρογράφημα καρδιάς (MUGA) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) κατά την έναρξη της θεραπείας Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα
Υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO) cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) κατά την έναρξη της θεραπείας Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

Η επιρουβικίνη προορίζεται μόνο για ενδοφλέβια ή ενδοκυστική χρήση.

Ενδοφλέβια χρήση

Συνιστάται το κόκκινο διάλυμα, το οποίο πρέπει να είναι διαυγές και διάφανο, να ενίεται μέσω καθετήρα ενδοφλέβιας έγχυσης ελεύθερης ροής διαλύματος φυσιολογικού ορού ή γλυκόζης 5% για περίοδο διάρκειας μέχρι 30 λεπτά (με βάση τη δόση και τον όγκο της έγχυσης). Η βελόνα πρέπει να τοποθετείται κατάλληλα μέσα στη φλέβα. Η μέθοδος αυτή μειώνει τον κίνδυνο θρόμβωσης και εξαγγείωσης που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή κυτταρίτιδα και νέκρωση. Σε περίπτωση εξαγγείωσης, η χορήγηση πρέπει να σταματήσει αμέσως. Η ένεση σε μικρές φλέβες και η επανειλημμένη ένεση στην ίδια φλέβα μπορεί να οδηγήσει σε φλεβική σκλήρυνση.

Συνήθης δόση Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση στους ενήλικες είναι 60-90 mg/m² επιφάνειας σώματος. Η επιρουβικίνη πρέπει να ενίεται ενδοφλέβια σε διάρκεια 3-5 λεπτών. Η ίδια δόση επαναλαμβάνεται με διάστημα 21 ημερών. Για το δοσολογικό πρόγραμμα θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η αιματολογική-μυελοειδής κατάσταση του ασθενούς. Εάν εμφανιστούν σημεία τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένων ουδετεροπενίας/ουδετεροπενικού πυρετού και θρομβοπενίας (που μπορεί να επιμένουν την ημέρα 21), μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση της δόσης ή αναβολή της χορήγησης επόμενης δόσης.

Υψηλή δόση Η επιρουβικίνη ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία καρκινώματος μαστού με μία υψηλή δόση πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: Για τη θεραπεία με υψηλή δόση η επιρουβικίνη μπορεί να χορηγηθεί ως ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου εντός 3-5 λεπτών ή ως έγχυση διάρκειας μέχρι 30 λεπτών.

Καρκίνωμα μαστού Στη συμπληρωματική θεραπεία ασθενών με πρώιμο καρκίνωμα μαστού με θετικούς λεμφαδένες συνιστώνται ενδοφλέβιες δόσεις της επιρουβικίνης που κυμαίνονται από 100 mg/m² (ως εφάπαξ δόση την ημέρα 1) έως 120 mg/m² (σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8) κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό με ενδοφλέβια κυκλοφωσφαμίδη και 5-φθοριοουρακίλη και από του στόματος ταμοξιφαίνη. Συνιστώνται χαμηλότερη δόση (60-75 mg/m² για τη συνήθη θεραπεία και 105-120 mg/m² για τη θεραπεία με υψηλή δόση) ή αναβολή της επόμενης δόσης για ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας, λόγω ηλικίας ή προηγούμενης νεοπλασματικής διήθησης μυελού των οστών. Η πλήρης δόση ανά κύκλο μπορεί να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες.

Οι ακόλουθες δόσεις επιρουβικίνης χρησιμοποιούνται συχνά στη μονοθεραπεία και στη θεραπεία συνδυασμού για διάφορους όγκους, όπως φαίνεται:

Ένδειξη καρκίνου Δόση επιρουβικίνης (mg/m²)* Μονοθεραπεία Δόση επιρουβικίνης (mg/m²)* Θεραπεία συνδυασμού
Καρκίνος στομάχου 60 - 90 50
Καρκίνος ουροδόχου κύστης 50 mg/50 ml ή 80 mg/50 ml (καρκίνωμα in situ) Προφύλαξη: 50 mg/50 ml εβδομαδιαίως επί 4 εβδομάδες στη συνέχεια μηνιαίως επί 11 μήνες
  • Οι δόσεις γενικά χορηγούνται την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 1, 2 και 3 σε διαστήματα των 21 ημερών

Χημειοθεραπεία συνδυασμού Όταν το Epirubicin Hydrochloride Pharmachemie 2 mg/ml χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα κατά των όγκων, η δόση μειώνεται ανάλογα. Οι συχνά χρησιμοποιούμενες δόσεις φαίνονται στον προηγούμενο πίνακα.

Ειδικές ομάδες ασθενών

Ηλικιωμένοι ασθενείς Συνιστάται η μείωση της δόσης στους ηλικιωμένους ασθενείς.

Παιδιά Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της επιρουβικίνης στα παιδιά.

Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία Η απέκκριση της επιρουβικίνης λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω του ήπατος. Σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας η δόση πρέπει να μειωθεί ως ακολούθως, με σκοπό να αποφευχθεί η αύξηση της γενικής τοξικότητας:

Χολερυθρίνη ορού AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση) Μείωση δόσης
1,4 - 3 mg/100 ml 2 - 4 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο Μείωση δόσης 50%
> 3 mg/100 ml > 4 φορές το φυσιολογικό όριο Μείωση δόσης 75%

Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία Η μέτρια νεφρική ανεπάρκεια δεν αποτελεί λόγο για τη μείωση της δόσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την περιορισμένη ποσότητα επιρουβικίνης που απεκκρίνεται μέσω αυτής της οδού. Ωστόσο, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 450 µmol/l) συνιστάται μείωση της δόσης.

Ενδοκυστική χρήση

Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του προϊόντος πριν τη χορήγηση (βλ. παράγραφο 6.6). Η επιρουβικίνη μπορεί να χορηγηθεί από την ενδοκυστική οδό για τη θεραπεία του επιπολής καρκινώματος ουροδόχου κύστης, του καρκινώματος in situ και προφυλακτικά για την πρόληψη της υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή. Δεν πρέπει να χορηγείται από την ενδοκυστική οδό για τη θεραπεία διηθητικών όγκων που έχουν διεισδύσει στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης, καθώς η συστηματική θεραπεία ή η χειρουργική επέμβαση είναι καταλληλότερες στις καταστάσεις αυτές. Χρησιμοποιούνται διάφορα δοσολογικά σχήματα. Τα ακόλουθα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κατευθυντήρια οδηγία:

  • Επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστης: εβδομαδιαία πλύση της ουροδόχου κύστης με 50 mg/50 ml (αραιωμένη με διάλυμα φυσιολογικού ορού ή αποστειρωμένου ύδατος) επί 8 εβδομάδες. Συνιστάται μείωση της δόσης των 30 mg ανά 50 ml σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας (χημική κυστίτιδα).
  • Καρκίνωμα in situ: Έως 80 mg/50 ml (με βάση την ανοχή του ασθενούς).
  • Προφύλαξη της υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή του προστάτη: 4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση των 50 mg/50 ml ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΑΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ ΕΝΣΤΑΛΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΟΥΡΟΔΟΧΟ ΚΥΣΤΗ

Απαιτούμενη δόση επιρουβικίνης Όγκος ενέσιμης επιρουβικίνης 2 mg/ml Όγκος διαλύτη αποστειρωμένου ενεσίμου ύδατος ή αποστειρωμένου ορού 0,9% Συνολικός όγκος ενστάλαξης της ουροδόχου κύστης
30 mg 15 ml 35 ml 50 ml
50 mg 25 ml 25 ml 50 ml
80 mg 40 ml 10 ml 50 ml

Το διάλυμα πρέπει να παραμείνει ενδοκυστικά επί 1-2 ώρες. Για την αποφυγή της υπερβολικής αραίωσης με τα ούρα, ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται να μην πιει καθόλου υγρά μέσα σε 12 ώρες από την ενστάλαξη. Κατά τη διάρκεια της ενστάλαξης ο ασθενής πρέπει να αλλάζει θέση περιοδικά καθώς και να καθοδηγείται να ουρήσει στο τέλος της περιόδου ενστάλαξης.

block

Αντενδείξεις

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
  • Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες.
  • Γαλουχία

Ενδοφλέβια χρήση

  • επίμονη μυελοκαταστολή
  • βαριά ηπατική δυσλειτουργία
  • βαριά μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)·
  • πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • ασταθής στηθάγχη
  • καρδιομυοπάθεια
  • σοβαρές αρρυθμίες
  • ασθενείς με οξείες συστηματικές λοιμώξεις
  • προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)

Ενδοκυστική χρήση

  • ουρολοιμώξεις
  • φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
  • αιματουρία
  • διηθητικούς όγκους που έχουν διαπεράσει την ουροδόχο κύστη
  • προβλήματα καθετηριασμού
  • μεγάλο όγκο υπολειπόμενων ούρων
  • συσπάσεις της ουροδόχου κύστης.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

Γενικά

  • Η επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας.
  • Η επιρουβικίνη δεν πρέπει να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά.
  • Η αρχική θεραπεία απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση των τιμών έναρξης διαφόρων εργαστηριακών παραμέτρων και της καρδιακής λειτουργίας.
  • Εάν η επιρουβικίνη χορηγείται ως συνεχής έγχυση, αυτή πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
  • Οι ασθενείς πρέπει να έχουν αναρρώσει από οξείες τοξικότητες (όπως στοματίτιδα, βλεννογονίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Μολονότι η θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης (π.χ. ≥ 90 mg/m² κάθε 3 έως 4 εβδομάδες) προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες γενικά παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στις κανονικές δόσεις (< 90 mg/m² κάθε 3 έως 4 εβδομάδες), η σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και της στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να είναι αυξημένη. Η θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές εξαιτίας έντονης μυελοκαταστολής.

Καρδιακή λειτουργία

  • Υπάρχει κίνδυνος καρδιοτοξικότητας από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες η οποία ενδέχεται να εκδηλωθεί με πρώιμα (δηλαδή οξεία) ή όψιμα (δηλαδή καθυστερημένα) συμβάματα.
  • Περιλαμβάνει μόνιμη μείωση του δυναμικού QRS, παράταση εκτός των φυσιολογικών ορίων του συστολικού χρονικού διαστήματος (PEP/LVET) και μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας. Η πρώιμη κλινική διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας που επάγεται από κυτταροστατικούς παράγοντες φαίνεται να είναι σημαντική στην επιτυχή θεραπεία με δακτυλίτιδα, διουρητικά, περιφερικά αγγειοδιασταλτικά, δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο και επαρκή ανάπαυση. Συνεπώς, η καρδιακή παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με επιρουβικίνη είναι ιδιαίτερα σημαντική και συνιστάται να αξιολογείται η καρδιακή λειτουργία με μη-επεμβατικές τεχνικές.
  • Πρώιμα (δηλαδή οξεία) συμβάματα. Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης αποτελείται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) όπως είναι μη ειδικές μεταβολές κύματος ST-T. Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, συμπεριλαμβανομένων πρόωρων κοιλιακών συσπάσεων, κοιλιακής ταχυκαρδίας, βραδυκαρδίας, καθώς και κολποκοιλιακός και σκελικός αποκλεισμός. Οι επιδράσεις αυτές συνήθως δεν αποτελούν πρόβλεψη για μεταγενέστερη ανάπτυξη καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, έχουν σπάνια κλινική σημασία, και γενικότερα δεν αποτελούν παράγοντα για διακοπή της θεραπείας με επιρουβικίνη.
  • Όψιμα (δηλαδή καθυστερημένα) συμβάματα. Όψιμη καρδιοτοξικότητα συνήθως αναπτύσσεται καθυστερημένα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη ή μέσα σε 2 με 3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας, έχουν όμως επίσης αναφερθεί μεταγενέστερα συμβάματα (αρκετούς μήνες έως χρόνια μετά από ολοκλήρωση της θεραπείας). Όψιμη καρδιομυοπάθεια εκδηλώνεται μέσω της ελάττωσης κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) όπως είναι δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτης, υπεζωκοτική συλλογή και καλπαστικός ρυθμός. Η απειλητική για τη ζωή CHF είναι η πιο σοβαρή μορφή καρδιομυοπάθειας η οποία προκαλείται από ανθρακυκλίνες και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου.
  • Ο κίνδυνος ανάπτυξης CHF αυξάνεται ταχέως με αύξηση των ολικών αθροιστικών δόσεων της επιρουβικίνης καθ’ υπέρβαση των 900 mg/m² ή χαμηλότερη αθροιστική δόση σε ασθενείς που έλαβαν ακτινοβολία στην περιοχή του μεσοθωρακίου· η αθροιστική αυτή δόση πρέπει να υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
  • Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να εξετάζεται πριν από την υποβολή των ασθενών σε θεραπεία με επιρουβικίνη και πρέπει να παρακολουθείται (μέσω ΗΚΓ, υπερηχοκαρδιογραφήματος ή πυρηνικής μέτρησης του κλάσματος εξώθησης (μέσω αγγειογραφίας ραδιονουκλεϊδίων)) καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος αθεράπευτης σοβαρής καρδιακής διαταραχής. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί μέσω της τακτικής παρακολούθησης του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας με άμεση διακοπή της επιρουβικίνης μετά τα πρώτα σημεία διαταραγμένης λειτουργίας. Η κατάλληλη ποσοτική μέθοδος για την επανειλημμένη εκτίμηση της καρδιακής λειτουργίας (αύξηση του LVEF) περιλαμβάνει με αγγειογραφία ραδιονουκλεϊδίων πολλαπλής εισόδου (MUGA) ή υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO).
  • Συνιστάται καρδιακή αξιολόγηση κατά την έναρξη της θεραπείας με ΗΚΓ και MUGA ή ECHO, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα. Πρέπει να διεξάγονται επανειλημμένοι προσδιορισμοί του LVEF με MUGA ή ECHO, ιδιαίτερα με υψηλότερες, αθροιστικές δόσεις ανθρακυκλίνης. Η τεχνική που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση πρέπει να είναι σταθερή σε όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης.
  • Δεδομένου του κινδύνου εμφάνισης καρδιομυοπάθειας, η αθροιστική δόση των 900 mg/m² επιρουβικίνης δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή.
  • Για τον προσδιορισμό της μέγιστης αθροιστικής δόσης επιρουβικίνης, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη κάθε ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα. Μία αθροιστική δόση των 900-1000 mg/m² δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή με αμφότερες τη συνήθη και υψηλή δόση επιρουβικίνης. Πάνω από το επίπεδο αυτό, ο κίνδυνος μη αναστρέψιμης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνει πολύ.
  • Παράγοντες κινδύνου καρδιακής τοξικότητας περιλαμβάνουν ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωράκιου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες και ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη) με αυξημένο κίνδυνο στους ηλικιωμένους (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία τραστουζουμάμπης μόνη ή σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, έχει παρατηρηθεί καρδιακή ανεπάρκεια (New York Heart Association [NYHA] class II-IV). Ενδέχεται να είναι μέτρια έως σοβαρή και έχει συσχετισθεί με θάνατο.
  • Επί του παρόντος η τραστουζουμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, εκτός και αν γίνεται σε καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση. Οι ασθενείς σε θεραπεία τραστουζουμάμπης που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες κινδυνεύουν επίσης από καρδιοτοξικότητα, μολονότι ο κίνδυνος είναι χαμηλότερος από ότι με την ταυτόχρονη χρήση τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών.
  • Λόγω του ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 4 - 5 εβδομάδες, η τραστουζουμάμπη ενδέχεται να παραμείνει στην κυκλοφορία για έως 20-25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με τραστουζουμάμπη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη μετά τη διακοπή της θεραπείας με τραστουζουμάμπη ενδέχεται να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για καρδιοτοξικότητα. Εάν είναι δυνατόν, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη θεραπεία που βασίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
  • Εάν κατά τη διάρκεια θεραπείας τραστουζουμάμπης η οποία ακολουθεί θεραπεία επιρουβικίνης παρουσιαστεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή για αυτές τις περιστάσεις.
  • Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αυστηρή σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς με παράγοντες κινδύνου. Ηλικιωμένοι ασθενείς, παιδιά και ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου βρίσκονται επίσης σε υψηλότερο κίνδυνο καρδιοτοξικότητας.
  • Ωστόσο, ενδέχεται να εμφανιστεί καρδιοτοξικότητα με επιρουβικίνη και σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις, είτε υφίστανται είτε όχι παράγοντες καρδιακού κινδύνου.
  • Είναι πιθανό η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενοδιόνων να είναι αθροιστική.

Αιματολογική τοξικότητα

  • Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Τα αιματολογικά χαρακτηριστικά πρέπει να εξετάζονται πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας με επιρουβικίνη συμπεριλαμβανομένου διαφορικού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC). Μία δοσοεξαρτώμενη, αντιστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) αποτελούν την επικρατούσα εκδήλωση της αιματολογικής τοξικότητας με επιρουβικίνη και είναι η πιο κοινή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου αυτού. Η λευκοπενία και η ουδετεροπενία είναι γενικώς πιο σοβαρές με σχήματα υψηλών δόσεων, φθάνοντας το ναδίρ, στις περισσότερες περιπτώσεις μεταξύ 10 και 14 ημερών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου· αυτό είναι συνήθως παροδικό με τον αριθμό των λευκοκυττάρων/ ουδετεροφίλων να επανέρχεται στις φυσιολογικές τιμές στις περισσότερες περιπτώσεις μέχρι την ημέρα 21.
  • Ενδέχεται επίσης να εμφανιστούν θρομβοπενία και αναιμία. Οι κλινικές επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολής συμπεριλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο.

Δευτερογενής λευχαιμία

  • Δευτερογενής λευχαιμία με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση, έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανθρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης. Η δευτερογενής λευχαιμία είναι πιο συχνή όταν τέτοιου είδους φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA, σε συνδυασμό με θεραπεία ακτινοβολίας, όταν οι ασθενείς έχουν υποστεί έντονη προηγούμενη θεραπεία με κυτταροτοξικά φάρμακα, ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλινών έχουν κλιμακωθεί. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν περίοδο αφάνειας από 1 - έως 3 - χρόνια (βλ. Φαρμακοδυναμικές)

Γαστρεντερικές

  • Η επιρουβικίνη είναι εμετογόνος. Γενικότερα, εμφανίζονται βλεννογονιδίτιδα/ στοματίτιδα σύντομα μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, σε περίπτωση που είναι σοβαρές, ενδέχεται να εξελιχθούν μέσα σε μερικές ημέρες σε εξελκώσεις του βλεννογόνου. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν από αυτό το ανεπιθύμητο συμβάν μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας.

Ηπατική λειτουργία

  • Η κύρια οδός απομάκρυνσης της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα. Η ολική χολερυθρίνη του ορού, η αλκαλική φωσφατάση, τα επίπεδα ALT και AST πρέπει να αξιολογούνται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη. Ασθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή AST ενδέχεται να εμφανίσουν πιο αργή κάθαρση του φαρμάκου με αποτέλεσμα την αύξηση της συνολικής τοξικότητας. Στους ασθενείς αυτούς συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
  • Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αντενδείξεις)

Νεφρική λειτουργία

  • Πρέπει να παρακολουθείται το επίπεδο της κρεατινίνης ορού πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Είναι απαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL (βλ. Δοσολογία)

Επιδράσεις στο σημείο της έγχυσης

  • Η φλεβοσκλήρυνση ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα έγχυσης σε μικρό αγγείο ή επαναλαμβανόμενων εγχύσεων στην ίδια φλέβα. Ακολουθώντας τις συνιστώμενες διαδικασίες χορήγησης, ενδέχεται να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας στο σημείο της έγχυσης (βλ. Δοσολογία).

Εξαγγείωση

  • Η εξαγγείωση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης ενδέχεται να προκαλέσει τοπικό άλγος, σοβαρές αλλοιώσεις των ιστών (σχηματισμό φλυκταινών, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Στην περίπτωση που εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης της επιρουβικίνης, πρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση του φαρμάκου. Η ανεπιθύμητη ενέργεια της εξαγγείωσης των ανθρακυκλινών μπορεί να αποφευχθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση ειδικευμένης θεραπείας π.χ. δεξραζοσάνης (παρακαλούμε ανατρέξατε στις σχετικές οδηγίες για τη χρήση). Το άλγος του ασθενούς μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής και διατήρηση της ψύξης, χρήση υαλουρονικού οξέος και DMSO. Η τοπική διαπότιση με κορτικοστεροειδή με ή χωρίς συνδυασμό διαλύματος διττανθρακικού νατρίου (8,4%), υαλουρονικό οξύ και η τοπική εφαρμογή διμεθυλικού σουλφοξειδίου (DMSO) και ψυχρών επιθεμάτων έχουν χρησιμοποιηθεί με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης χρονικής περιόδου, καθώς η νέκρωση ενδέχεται να εμφανιστεί αρκετές εβδομάδες μετά την εμφάνιση της εξαγγείωσης, πρέπει να συμβουλευτείτε πλαστικό χειρουργό ενόψει πιθανής εκτομής.

Άλλα

  • Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, έχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση επιρουβικίνης, θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα).

Σύνδρομο λύσης όγκου

  • Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία λόγω του υπερβολικού καταβολισμού πουρινών, ο οποίος συνοδεύει την ταχεία, προκαλούμενη από το φάρμακο, λύση νεοπλασματικών κυττάρων (σύνδρομο λύσης όγκου). Τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα, του καλίου, του φωσφορικού ασβεστίου και της κρεατινίνης πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη για την πρόληψη της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης όγκου.

Ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις/Αυξημένη ευπάθεια σε Λοιμώξεις

  • Η χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων ιών σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς μέσω χημειοθεραπευτικών παραγόντων συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίων ζώντων ιών πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορούν να χορηγηθούν εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών· ωστόσο, η ανταπόκριση σε τέτοιου είδους εμβόλια ενδέχεται να είναι μειωμένη.

Αναπαραγωγικό σύστημα

  • Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Άντρες και γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα. Οι ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας πρέπει να συμβουλεύονται να εξασφαλίζουν γενετικές συμβουλές, εφόσον είναι απαραίτητες και διαθέσιμες (βλ. Κύηση και γαλουχία)

Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης

  • Ενδοκυστική οδός
    • Η χορήγηση επιρουβικίνης μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας (όπως δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, δυσχέρεια ουροδόχου κύστης, νέκρωση των τοιχωμάτων της ουροδόχου κύστης) και συστολή ουροδόχου κύστης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. ουρική απόφραξη λόγω συμπαγών ενδοκυστικών όγκων).
  • Ενδο-αρτηριακή οδός
    • Η ενδοαρτηριακή χορήγηση επιρουβικίνης (εμβολισμός που εκτελείται δια του αυλού ενός καθετήρα για τις εντοπισμένες ή περιφερειακές θεραπείες του πρωτεύοντος ηπατοκυτταρικού καρκινώματος ή ηπατικών μεταστάσεων) ενδέχεται να προκαλέσει (επιπλέον της συστηματικής τοξικότητας ποιοτικά παρόμοιας με εκείνη που παρατηρήθηκε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της επιρουβικίνης) εντοπισμένα ή περιφερειακά συμβάματα τα οποία περιλαμβάνουν γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη (πιθανώς λόγω παλινδρόμησης των φαρμάκων στην γαστρική αρτηρία) και στένωση των χοληδόχων αγγείων λόγω της από το φάρμακο επαγόμενης σκληρυντικής χολαγγειϊτιδας. Αυτή η οδός χορήγησης μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού.

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,5 mg νατρίου ανά ml ενεσίμου διαλύματος ή διαλύματος για έγχυση. Να λαμβάνεται υπ’ όψιν από ασθενείς σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

Η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κυρίως σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα. Ενδέχεται να εμφανιστεί αθροιστική τοξικότητα κυρίως σε σχέση με μυελό των οστών/αιματολογικές και γαστρεντερικές επιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση της επιρουβικίνης σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με άλλα δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα, καθώς και με ταυτόχρονη χρήση άλλων καρδιοδραστικών ενώσεων (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου), απαιτεί παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Οι μεταβολές στην ηπατική λειτουργία που προκαλούνται από ταυτόχρονες θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό της επιρουβικίνης, την φαρμακοκινητική, τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα και/ή την τοξικότητα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι ανθρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες εκτός εάν η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς παρακολουθείται προσεκτικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες μετά τη διακοπή θεραπείας με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, ιδιαιτέρως εκείνους με μακρύ χρόνο ημίσειας ζωής όπως είναι η τραστουζουμάμπη, μπορεί επίσης να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοτοξικότητας. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 28,5 ημέρες και ενδέχεται να εξακολουθήσει να παραμένει στην κυκλοφορία για έως και 24 εβδομάδες. Συνεπώς, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν μία θεραπεία που στηρίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, όταν αυτό είναι δυνατό. Στην περίπτωση που οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιηθούν πριν από αυτό το διάστημα, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίων ζώντων ιών πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορούν να χορηγηθούν εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών· ωστόσο, η ανταπόκριση σε τέτοιου είδους εμβόλια ενδέχεται να είναι μειωμένη. Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P-450 (όπως η ριφαμπικίνη και τα βαρβιτουρικά) μπορούν να αυξήσουν το μεταβολισμό της επιρουβικίνης με αποτέλεσμα μείωση της αποτελεσματικότητας. Η σιμετιδίνη 400 mg δύο φορές ημερησίως χορηγούμενη πριν την επιρουβικίνη 100 mg/m² κάθε 3 εβδομάδες οδήγησε σε αύξηση 50% στην AUC της επιρουβικίνης και σε αύξηση 41% της AUC της epirubicinol (p<0,05 τελευταίο). Η AUC του άγλυκου 7-deoxy-doxorubicinol και η ροή αίματος στο ήπαρ δεν μειώθηκαν, έτσι τα αποτελέσματα δεν επεξηγούνται από τη μειωμένη δραστηριότητα του κυτοχρώματος P-450. Η σιμετιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη. Εάν χορηγηθεί πριν από την επιρουβικίνη, η πακλιταξέλη μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις αμετάβλητης επιρουβικίνης και των μεταβολιτών της στο πλάσμα, οι οποίοι ωστόσο, δεν είναι ούτε τοξικοί ούτε ενεργοί. Σε μία μελέτη η αιματολογική τοξικότητα ήταν μεγαλύτερη, όταν η πακλιταξέλη χορηγήθηκε πριν την επιρουβικίνη σε σύγκριση με τη χορήγηση μετά την επιρουβικίνη. Η συγχορήγηση πακλιταξέλης ή ντοσεταξέλης δεν επηρέασαν τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης όταν η επιρουβικίνη χορηγήθηκε πριν από ταξάνες. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην χρήση κλιμακωτής χορήγησης μεταξύ δύο παραγόντων. Η έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων. Η δεξοβεραπαμίλη μπορεί να μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και να αυξήσει πιθανόν τις κατασταλτικές δράσεις της επί του μυελού των οστών. Σε μία μελέτη βρέθηκε ότι η ντοσεταξέλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα, όταν χορηγείται αμέσως μετά την επιρουβικίνη. Η κινίνη μπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και μπορεί να επηρεάσει την κατανομή της επιρουβικίνης στα ερυθροκύτταρα. Η συγχορήγηση ιντερφερόνης α2b μπορεί να επιφέρει μείωση τόσο του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης όσο και της συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης. Η πιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν με την (προ-) θεραπεία με αγωγές που επηρεάζουν το μυελό των οστών (δηλαδή κυτταροστατικούς παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκούς παράγοντες). Προηγούμενη χορήγηση υψηλών δόσεων (900 mg/m² και 1200 mg/m²) δεξραζοσάνης μπορεί να αυξήσει τη συστηματική κάθαρση της επιρουβικίνης με αποτέλεσμα τη μείωση της AUC. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού με ανθρακυκλίνες και δεξραζοσάνη ενδέχεται να παρουσιάσουν αυξημένη μυελοκαταστολή. Η καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης ενισχύεται από συγκεκριμένες ακτινοθεραπείες και από προηγούμενη ή ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγώγων ανθρακυκλίνης (π.χ. μιτομυκίνη-C, δακαρβαζίνη, δακτινομυκίνη και πιθανόν κυκλοφωσφαμίδη) ή άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες (π.χ. 5-φθοριοουρακίλη, κυκλοφωσφαμίδη, σισπλατίνη, ταξάνες). Η επιρουβικίνη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της ακτινοβολίας στην περιοχή του μεσοθωρακίου. Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν καρδιακή ανεπάρκεια, π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, τότε η καρδιακή λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χρήση με κυκλοσπορίνη μπορεί να προκαλέσει υπερβολική ανοσοκαταστολή.

Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Περισσότεροι από 10% των ασθενών μπορεί να αναμένεται ότι θα παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι μυελοκαταστολή, γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ανορεξία, αλωπεκία, λοίμωξη.

Κατηγορία Οργάνου Συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητες ενέργειες
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Συχνές Λοιμώξεις
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Μη γνωστές Σηπτική καταπληξία (μπορεί να εμφανιστεί και ως αποτέλεσμα της μυελοκαταστολής), σηψαιμία, πνευμονία
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) Σπάνιες Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία μυελογενής λευχαιμία με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση σε ασθενείς υπό θεραπεία με επιρουβικίνη σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν βραχεία λανθάνουσα περίοδο (1-3 έτη)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Πολύ συχνές Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία, εμπύρετη ουδετεροπενία)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Όχι συχνές Θρομβοπενία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Μη γνωστές Αιμορραγία και υποξία ιστών ως αποτέλεσμα της μυελοκαταστολής
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σπάνιες Αναφυλαξία (αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις με ή χωρίς καταπληξία συμπεριλαμβανομένων δερματικού εξανθήματος, κνησμού, πυρετού και ρίγους)
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Συχνές Ανορεξία, αφυδάτωση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Σπάνιες Υπερουριχαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Σπάνιες Ζάλη
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Μη γνωστές Περιφερική νευροπάθεια (με υψηλές δόσεις), κεφαλαλγία
Οφθαλμικές διαταραχές Μη γνωστές Επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα
Καρδιακές διαταραχές Σπάνιες Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), (δύσπνοια, οίδημα, διόγκωση του ήπατος, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, υπεζωκοτικές συλλογές, καλπαστικός ρυθμός) καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία καρδιομυοπάθεια), κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός
Αγγειακές διαταραχές Συχνές Εξάψεις
Αγγειακές διαταραχές Όχι συχνές Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα
Αγγειακές διαταραχές Μη γνωστές Καταπληξία, θρομβοεμβολή, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε μεμονωμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο έκβαση)
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Συχνές Βλεννογονιδίτιδα (μπορεί να εμφανιστεί 5 έως 10 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας), οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα, έμετος, διάρροια η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αφυδάτωση, ναυτία (εμφανίζονται ναυτία και έμετος μέσα στις πρώτες 24 ώρες (σε όλους σχεδόν τους ασθενείς))
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Μη γνωστές Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου, στοματική εξέλκωση, στοματικό άλγος, αίσθημα καύσου του βλεννογόνου, στοματική αιμορραγία και στοματική μελάγχρωση
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές Αλωπεκία (στο 60-90% των περιπτώσεων θεραπείας. Στους άνδρες περιλαμβάνει πτωχή ανάπτυξη της γενειάδας. Η αλωπεκία είναι δοσεξαρτώμενη και στις περισσότερες περιπτώσεις αναστρέψιμη)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Σπάνιες Κνίδωση, κνησμός, τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας που χρησιμοποιήθηκε για την ένεση.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Μη γνωστές Τοπική τοξικότητα, εξάνθημα, κνησμός, μεταβολές του δέρματος, ερύθημα, εξάψεις, μεταβολές του δέρματος και των ονύχων (υπέρχρωση), φωτοευαισθησία, υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος (αντίδραση ανάκλησης της ακτινοβολίας)
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Πολύ συχνές Ερυθρός χρωματισμός των ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Μη γνωστές Πρωτεϊνουρία σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Σπάνιες Αμηνόρροια, αζωοσπερμία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Ερύθημα του σημείου έγχυσης
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Σπάνιες Αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, πυρετός, ρίγη, υπερπυρεξία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Μη γνωστές Τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστού, φλεβοσκλήρυνση μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
Έρευνες Σπάνιες Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
Έρευνες Μη γνωστές Ασυμπτωματικές πτώσεις στο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Συχνές Χημική κυστίτιδα, ορισμένες φορές αιμορραγική, με την ενδοκυστική χορήγηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)

Ενδοκυστική χορήγηση: Καθώς μόνο ένα πολύ μικρό ποσό του δραστικού συστατικού επαναπορροφάται μετά από ενδοκυστική ενστάλαξη, οι σοβαρές συστηματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου καθώς και αλλεργικές αντιδράσεις είναι σπάνιες. Πιο συχνά αναφερόμενες είναι τοπικές αντιδράσεις όπως η αίσθηση καύσου και συχνή ούρηση (συχνοουρία). Περιστασιακά έχουν αναφερθεί βακτηριακή ή χημική κυστίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου είναι συνήθως αναστρέψιμες.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

(βλ. Προκλινικά δεδομένα)

Γονιμότητα

Η επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέσα αντισύλληψης και, εάν κρίνεται απαραίτητο και είναι δυνατό, πρέπει να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας που προκαλείται από τη θεραπεία. Οι άντρες ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με επιρουβικίνη συνιστάται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε γυναίκες στην προεμμηνόπαυση. Οι άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά από αυτή.

Κύηση

Οι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Πειραματικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν ότι η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Στην περίπτωση που η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (κυρίως στο πρώτο τρίμηνο) ή στην περίπτωση που η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει το φάρμακο αυτό, η ασθενής πρέπει να πληροφορείται το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο και τα κυτταροστατικά φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο επί αυστηρής ένδειξης και όταν το πιθανό όφελος για τη μητέρα έχει σταθμιστεί κατά των πιθανών κινδύνων των ανεπιθύμητων ενεργειών στην αναπαραγωγή. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων ανθρακυκλίνων, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών κατά το θηλασμό των νεογνών από την επιρουβικίνη, οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό πριν την έναρξη της λήψης του φαρμάκου αυτού.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. κωδικός ATC: L01DB03

Μηχανισμός δράσης

Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει γρήγορα στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα, όπου αναστέλλει τη σύνθεση του νουκλεϊκού οξέος και τη μίτωση. Η δραστηριότητα της επιρουβικίνης επαληθεύτηκε σε πολλούς πειραματικούς όγκους, μεταξύ των οποίων λευχαιμίες L1210 και P388, σάρκωμα SA 180 (συμπαγής και ασκιτική μορφή), μελάνωμα B16, καρκίνωμα μαστού, καρκίνωμα πνεύμονα του Lewis και καρκίνωμα παχέος εντέρου 38, επιπλέον δείχτηκε δράση επί των ανθρώπινων όγκων που μεταμοσχεύτηκαν σε αθυμικά γυμνά ποντίκια (μελάνωμα και καρκίνωμα μαστού, πνεύμονα, προστάτη και ωοθηκών).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more

Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία το επίπεδο της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτει μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40 ωρών. Οι δόσεις αυτές είναι μεταξύ των ορίων της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας που αφορούν τόσο στις τιμές κάθαρσης πλάσματος όσο και στο μεταβολισμό. Οι μελέτες κατανομής σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι υψηλές τιμές κάθαρσης πλάσματος της επιρουβικίνης (0,9 l/min) και οι μέθοδοι βραδείας απομάκρυνσης καταδεικνύουν μεγάλο όγκο κατανομής.

Βιομετατροπή

Οι πιο σημαντικοί μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν είναι η epirubicinol (13-OH epirubicin), τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της epirubicinol. Η 4’-O-γλυκουρονιδίωση διαχωρίζει την επιρουβικίνη από τη δοξορουβικίνη και μπορεί να επεξηγήσει την ταχύτερη απομάκρυνση της επιρουβικίνης και τη μειωμένη τοξικότητά της. Τα επίπεδα πλάσματος του πιο σημαντικού μεταβολίτη, της epirubicinol, είναι πάντα χαμηλότερα από αυτά του αναλλοίωτου προϊόντος και πρακτικά κινούνται παράλληλα.

Απέκκριση

Περίπου 9-10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων μέσα σε 48 ώρες. Η επιρουβικίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ήπατος· περίπου 40% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στη χολή μέσα σε 72 ώρες. Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιφέρει υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και απαιτεί μείωση της δόσης.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

3 λεπτά; 2,5 ώρες; 33 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

77%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
41867
Μοριακός τύπος
C27H29NO11
Μοριακό βάρος
543.5
IUPAC
(7S,9S)-7-[(2R,4S,5R,6S)-4-amino-5-hydroxy-6-methyloxan-2-yl]oxy-6,9,11-trihydroxy-9-(2-hydroxyacetyl)-4-methoxy-8,10-dihydro-7H-tetracene-5,12-dione
InChIKey
AOJJSUZBOXZQNB-VTZDEGQISA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)

  • Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
  • Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.