EPIRUBICIN
Επιρουβικίνη
Τα κυτταροτοξικά αντιβιοτικά είναι συνήθως φυσικά προϊόντα στελεχών του στρεπτομύκητα. Ενσωματώνονται και δρουν βλαπτικά στο DNA και RNA του κυττάρου όπως η ακτινοβολία και γι' αυτό και θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια ή ενδοκυστική
- Δόση έναρξης: 60 mg/m²
-
Ενήλικες (Μονοθεραπεία)Δόση60-90 mg/m²Ενδοφλέβια ένεση διάρκειας 3-5 λεπτών. Επαναλαμβάνεται κάθε 21 ημέρες.
-
Ασθενείς με καρκίνωμα μαστού (Υψηλή δόση)Δόση100-120 mg/m²100 mg/m² ως εφάπαξ δόση την ημέρα 1, ή 120 mg/m² σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8. Κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη, 5-φθοριοουρακίλη και ταμοξιφαίνη. Μπορεί να χορηγηθεί ως ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου εντός 3-5 λεπτών ή ως έγχυση διάρκειας μέχρι 30 λεπτών.
-
Ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών/Ηλικία/Προηγούμενη χημειοθεραπεία/ακτινοθεραπείαΧαμηλότερη δόση (60-75 mg/m² για συνήθη θεραπεία και 105-120 mg/m² για υψηλή δόση) ή αναβολή της επόμενης δόσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΣυνιστάται μείωση της δόσης.
-
ΠαιδιάΔεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα.
-
Ασθενείς με διαταραγμένη ηπατική λειτουργίαΜείωση δόσης 50% αν χολερυθρίνη ορού 1,4 - 3 mg/100 ml και AST 2 - 4 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο. Μείωση δόσης 75% αν χολερυθρίνη ορού > 3 mg/100 ml και AST > 4 φορές το φυσιολογικό όριο.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΣυνιστάται μείωση της δόσης (κρεατινίνη ορού > 450 µmol/l).
-
Καρκίνος στομάχου (Μονοθεραπεία)Δόση60-90 mg/m²Γενικά χορηγείται την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 1, 2 και 3 σε διαστήματα των 21 ημερών.
-
Καρκίνος στομάχου (Θεραπεία συνδυασμού)Δόση50 mg/m²Γενικά χορηγείται την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 1, 2 και 3 σε διαστήματα των 21 ημερών. Η δόση μειώνεται ανάλογα.
-
Επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστης (Ενδοκυστική χρήση)Δόση50 mg/50 mlΕβδομαδιαία πλύση επί 8 εβδομάδες. Αραίωση με φυσιολογικό ορό ή αποστειρωμένο ύδωρ. Μείωση δόσης στα 30 mg ανά 50 ml σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας (χημική κυστίτιδα).
-
Καρκίνωμα ουροδόχου κύστης in situ (Ενδοκυστική χρήση)Δόσηέως 80 mg/50 mlΜε βάση την ανοχή του ασθενούς.
-
Προφύλαξη υποτροπής μετά διουρηθρική εκτομή του προστάτη (Ενδοκυστική χρήση)Δόση50 mg/50 ml4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
block
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες
-
Γαλουχία
-
Επίμονη μυελοκαταστολήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Βαριά μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίουΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Ασταθής στηθάγχηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
ΚαρδιομυοπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Σοβαρές αρρυθμίεςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Οξείες συστηματικές λοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
Προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονώνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοφλέβια χρήση
-
ΟυρολοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
-
Φλεγμονή της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
-
ΑιματουρίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
-
Διηθητικοί όγκοι που έχουν διαπεράσει την ουροδόχο κύστηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
-
Προβλήματα καθετηριασμούΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
-
Μεγάλος όγκος υπολειπόμενων ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
-
Συσπάσεις της ουροδόχου κύστηςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ενδοκυστική χρήση
warning
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΓενικάΗ επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας.
-
Οδός χορήγησηςΗ επιρουβικίνη δεν πρέπει να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά.
-
Αρχική θεραπείαπροσοχήΑπαιτεί προσεκτική παρακολούθηση των τιμών έναρξης διαφόρων εργαστηριακών παραμέτρων και της καρδιακής λειτουργίας.
-
Συνεχής έγχυσηΠρέπει να γίνεται κατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
-
Προηγούμενες τοξικότητεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να έχουν αναρρώσει από οξείες τοξικότητες (όπως στοματίτιδα, βλεννογονίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Θεραπεία με υψηλές δόσεις (≥ 90 mg/m² κάθε 3-4 εβδομάδες)προσοχήΑπαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές εξαιτίας έντονης μυελοκαταστολής. Η σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και της στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να είναι αυξημένη.
-
ΚαρδιοτοξικότηταπροσοχήΥπάρχει κίνδυνος καρδιοτοξικότητας από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες, η οποία ενδέχεται να εκδηλωθεί με πρώιμα (οξεία) ή όψιμα (καθυστερημένα) συμβάματα. Η καρδιακή παρακολούθηση είναι ιδιαίτερα σημαντική.
-
Πρώιμη καρδιοτοξικότηταΑποτελείται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ). Οι επιδράσεις αυτές συνήθως δεν αποτελούν πρόβλεψη για μεταγενέστερη ανάπτυξη καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, έχουν σπάνια κλινική σημασία και γενικότερα δεν αποτελούν παράγοντα για διακοπή της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Όψιμη καρδιοτοξικότηταπροσοχήΕκδηλώνεται μέσω της ελάττωσης κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF). Η απειλητική για τη ζωή CHF είναι η πιο σοβαρή μορφή καρδιομυοπάθειας που προκαλείται από ανθρακυκλίνες.
-
Κίνδυνος ανάπτυξης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν ακτινοβολία στην περιοχή του μεσοθωρακίουΟ κίνδυνος αυξάνεται ταχέως με αύξηση των ολικών αθροιστικών δόσεων της επιρουβικίνης καθ’ υπέρβαση των 900 mg/m² ή χαμηλότερη αθροιστική δόση. Η αθροιστική αυτή δόση πρέπει να υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Αθροιστική δόσηπροσοχήΔεδομένου του κινδύνου εμφάνισης καρδιομυοπάθειας, η αθροιστική δόση των 900 mg/m² επιρουβικίνης δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή.
-
Ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακαπροσοχήΓια τον προσδιορισμό της μέγιστης αθροιστικής δόσης επιρουβικίνης, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη κάθε ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα. Μία αθροιστική δόση των 900-1000 mg/m² δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή. Πάνω από το επίπεδο αυτό, ο κίνδυνος μη αναστρέψιμης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνει πολύ.
-
Παράγοντες κινδύνου καρδιακής τοξικότηταςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, παιδιά, ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσουΠεριλαμβάνουν ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωράκιου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες και ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη) (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Χρήση τραστουζουμάμπηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν τραστουζουμάμπηΗ τραστουζουμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, εκτός και αν γίνεται σε καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση. Οι ασθενείς σε θεραπεία τραστουζουμάμπης που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες κινδυνεύουν επίσης από καρδιοτοξικότητα. Οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη θεραπεία που βασίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, εάν είναι δυνατόν. Αν χρησιμοποιηθούν, η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΕάν κατά τη διάρκεια θεραπείας τραστουζουμάμπης η οποία ακολουθεί θεραπεία επιρουβικίνης παρουσιαστεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή.
-
Αθροιστική τοξικότηταπροσοχήΕίναι πιθανό η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενοδιόνων να είναι αθροιστική.
-
ΜυελοκαταστολήπροσοχήΗ επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Ενδέχεται να εμφανιστούν λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία), θρομβοπενία και αναιμία. Οι κλινικές επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολής συμπεριλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο.
-
Δευτερογενής λευχαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανθρακυκλίνεςΈχει αναφερθεί δευτερογενής λευχαιμία με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση. Πιο συχνή όταν χορηγείται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA, ακτινοθεραπεία, έντονη προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία, ή κλιμακωτές δόσεις ανθρακυκλινών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
-
Γαστρεντερικές επιδράσειςπροσοχήΗ επιρουβικίνη είναι εμετογόνος. Εμφανίζονται βλεννογονιδίτιδα/στοματίτιδα που μπορεί να εξελιχθούν σε εξελκώσεις. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας.
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή ASTΗ κύρια οδός απομάκρυνσης της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα. Ενδέχεται να εμφανίσουν πιο αργή κάθαρση του φαρμάκου με αποτέλεσμα την αύξηση της συνολικής τοξικότητας. Στους ασθενείς αυτούς συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές). Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αντενδείξεις).
-
Νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dLΕίναι απαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).
-
Επιδράσεις στο σημείο της έγχυσηςπροσοχήΗ φλεβοσκλήρυνση ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα έγχυσης σε μικρό αγγείο ή επαναλαμβανόμενων εγχύσεων στην ίδια φλέβα. Ο κίνδυνος φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ακολουθώντας τις συνιστώμενες διαδικασίες χορήγησης (βλ. Δοσολογία).
-
ΕξαγγείωσηπροσοχήΗ εξαγγείωση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης ενδέχεται να προκαλέσει τοπικό άλγος, σοβαρές αλλοιώσεις των ιστών και νέκρωση. Στην περίπτωση που εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης, πρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση. Η ανεπιθύμητη ενέργεια μπορεί να αποφευχθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση ειδικευμένης θεραπείας (π.χ. δεξραζοσάνης). Το άλγος μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής, υαλουρονικό οξύ και DMSO. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για νέκρωση.
-
Θρομβοεμβολικά φαινόμεναπροσοχήΈχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση επιρουβικίνης, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα).
-
Σύνδρομο λύσης όγκουπροσοχήΗ επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη για την πρόληψη της υπεουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές επιπλοκές.
-
Ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις / Αυξημένη ευπάθεια σε λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑνοσοκατεσταλμένοι ασθενείςΗ χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων ιών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίων ζώντων ιών πρέπει να αποφεύγεται. Η ανταπόκριση σε εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών ενδέχεται να είναι μειωμένη.
-
Αναπαραγωγικό σύστημα / ΓονοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΆντρες και γυναίκες σε θεραπεία με επιρουβικίνηΗ επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα. Οι ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας πρέπει να συμβουλεύονται για γενετικές συμβουλές (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
Ενδοκυστική οδός χορήγησηςπροσοχήΜπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας και συστολή ουροδόχου κύστης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για προβλήματα καθετηριασμού.
-
Ενδο-αρτηριακή οδός χορήγησηςπροσοχήΕνδέχεται να προκαλέσει τοπικά ή περιφερειακά συμβάματα όπως γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη και στένωση των χοληδόχων αγγείων, καθώς και εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίουΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,5 mg νατρίου ανά ml ενεσίμου διαλύματος ή διαλύματος για έγχυση. Να λαμβάνεται υπ’ όψιν.
swap_horiz
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα κυτταροτοξικά φάρμακαπροσοχήΑθροιστική τοξικότητα (μυελό των οστών/αιματολογικές, γαστρεντερικές)ΣύστασηΗ δόση μειώνεται ανάλογα.
-
Άλλα δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα / καρδιοδραστικές ενώσεις (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)παρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΑπαιτεί παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Φάρμακα που μεταβάλλουν ηπατική λειτουργίαπροσοχήΜπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό, τη φαρμακοκινητική, την αποτελεσματικότητα και/ή την τοξικότητα της επιρουβικίνης
-
Άλλοι καρδιοτοξικοί παράγοντες (π.χ. τραστουζουμάμπη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος καρδιοτοξικότηταςΣύστασηΝα αποφεύγεται η θεραπεία με ανθρακυκλίνες για έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, όταν είναι δυνατό. Εάν χρησιμοποιηθεί νωρίτερα, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας.
-
Εμβόλια ζώντων ιώναντένδειξηΚίνδυνος λοίμωξηςΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιώνπροσοχήΜειωμένη ανταπόκριση
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P-450 (ριφαμπικίνη, βαρβιτουρικά)προσοχήΑύξηση μεταβολισμού της επιρουβικίνης, μείωση αποτελεσματικότητας
-
προσοχήΑύξηση AUC της επιρουβικίνης (50%) και της epirubicinol (41%)ΣύστασηΗ σιμετιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη.
-
Πακλιταξέλη (χορηγούμενη πριν την επιρουβικίνη)προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις επιρουβικίνης και μεταβολιτών, μεγαλύτερη αιματολογική τοξικότηταΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων.
-
Πακλιταξέλη ή ντοσεταξέλη (επιρουβικίνη χορηγούμενη πριν τις ταξάνες)παρακολούθησηΔεν επηρεάζεται η φαρμακοκινητική της επιρουβικίνηςΣύστασηΗ έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων.
-
ΔεξοβεραπαμίληπροσοχήΜεταβολή φαρμακοκινητικής επιρουβικίνης, πιθανή αύξηση κατασταλτικών δράσεων στο μυελό των οστών
-
Ντοσεταξέλη (χορηγούμενη αμέσως μετά την επιρουβικίνη)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα
-
προσοχήΕπιτάχυνση αρχικής κατανομής επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς, επηρεασμός κατανομής στα ερυθροκύτταρα
-
Ιντερφερόνη α2bπροσοχήΜείωση τελικού χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης και συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης
-
Αγωγές που επηρεάζουν το μυελό των οστών (κυτταροστατικοί παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκοί παράγοντες)προσοχήΠιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης
-
Δεξραζοσάνη (υψηλές δόσεις)προσοχήΑύξηση συστηματικής κάθαρσης της επιρουβικίνης, μείωση AUC, αυξημένη μυελοκαταστολή
-
Ακτινοθεραπείες, Άλλα παράγωγα ανθρακυκλίνης (μιτομυκίνη-C, δακαρβαζίνη, δακτινομυκίνη, πιθανόν κυκλοφωσφαμίδη), Άλλοι καρδιοτοξικοί παράγοντες (5-φθοριοουρακίλη, κυκλοφωσφαμίδη, σισπλατίνη, ταξάνες)προσοχήΕνίσχυση καρδιοτοξικότητας της επιρουβικίνης
-
προσοχήΥπερβολική ανοσοκαταστολή
sick
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις
- Σηπτική καταπληξία
- Σηψαιμία
- Πνευμονία
- Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία
- Οξεία μυελογενής λευχαιμία
- Μυελοκαταστολή
- Λευκοπενία
- Κοκκιοκυτταροπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αιμορραγία λόγω μυελοκαταστολής
- Υποξία ιστών
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Υπεζωκοτικές συλλογές
- Πνευμονική εμβολή
- Αναφυλαξία
- Αναφυλακτοειδής αντίδραση
- Καταπληξία
- Πυρετός
- Ρίγος
- Οίδημα
- Βλεννογονιδίτιδα
- Αίσθημα κακουχίας
- Εξασθένιση
- Ρίγη
- Υπερπυρεξία
- Τοπικό άλγος
- Δερματικό εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Κνίδωση
- Τοπική τοξικότητα
- Εξάνθημα
- Μεταβολές του δέρματος
- Ερύθημα
- Υπέρχρωση ονύχων
- Φωτοευαισθησία
- Υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος
- Ερύθημα του σημείου έγχυσης
- Ανορεξία
- Αφυδάτωση
- Υπερουριχαιμία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Επιπεφυκίτιδα
- Κερατίτιδα
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Καλπαστικός ρυθμός
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας
- Διόγκωση ήπατος
- Ασκίτης
- Οισοφαγίτιδα
- Στοματίτιδα
- Έμετος
- Ναυτία
- Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου
- Στοματική εξέλκωση
- Στοματικό άλγος
- Αίσθημα καύσου του βλεννογόνου
- Στοματική αιμορραγία
- Στοματική μελάγχρωση
- Καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία καρδιομυοπάθεια)
- Εξάψεις
- Φλεβίτιδα
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Καταπληξία
- Θρομβοεμβολή
- Φλεβοσκλήρυνση
- Διάρροια (μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση)
- Τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας που χρησιμοποιήθηκε για την ένεση.
- Εξάψεις (δέρμα)
- Ερυθρός χρωματισμός ούρων
- Χημική κυστίτιδα
- Αιμορραγική κυστίτιδα
- Πρωτεϊνουρία σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση
- Αμηνόρροια
- Αζωοσπερμία
- Σοβαρή κυτταρίτιδα μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
- Νέκρωση ιστού μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση
- Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕμπύρετη ουδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΕρυθρός χρωματισμός ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ συχνέςΚοκκιοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΜυελοκαταστολήΑίμα
-
Πολύ συχνέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑιμορραγική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒλεννογονιδίτιδαΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροια (μπορεί να οδηγήσει σε αφυδάτωση)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕρύθημα του σημείου έγχυσηςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΧημική κυστίτιδαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
ΣπάνιεςΑζωοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτοειδής αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑσκίτηςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΔερματικό εξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιόγκωση ήπατοςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚαλπαστικός ρυθμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚαρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία καρδιομυοπάθεια)Καρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαταπληξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασώνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΟξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΟξεία μυελογενής λευχαιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγηΓενικές
-
ΣπάνιεςΡίγοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας που χρησιμοποιήθηκε για την ένεσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΥπεζωκοτικές συλλογέςΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπερπυρεξίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσου του βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑιμορραγία λόγω μυελοκαταστολήςΑίμα
-
Μη γνωστέςΔιάβρωση του στοματικού βλεννογόνουΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξάψεις (δέρμα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΘρομβοεμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚερατίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜειωμένο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίαςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜεταβολές του δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΝέκρωση ιστού μετά από τυχαία παραφλεβική ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΠρωτεϊνουρία σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόσηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Μη γνωστέςΣηπτική καταπληξίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΣοβαρή κυτταρίτιδα μετά από τυχαία παραφλεβική ένεσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΣτοματική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματική εξέλκωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματική μελάγχρωσηΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣτοματικό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΤοπική τοξικότηταΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοπικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΥπέρχρωση ονύχωνΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥποξία ιστώνΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΦλεβοσκλήρυνσηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
pregnant_woman
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέσα αντισύλληψης και, εάν κρίνεται απαραίτητο και είναι δυνατό, πρέπει να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας που προκαλείται από τη θεραπεία. Οι άντρες ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με επιρουβικίνη συνιστάται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε γυναίκες στην προεμμηνόπαυση. Οι άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά από αυτή.Η επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια.
-
ΚύησηΟι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.Πειραματικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν ότι η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Στην περίπτωση που η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (κυρίως στο πρώτο τρίμηνο) ή στην περίπτωση που η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει το φάρμακο αυτό, η ασθενής πρέπει να πληροφορείται το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο και τα κυτταροστατικά φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο επί αυστηρής ένδειξης και όταν το πιθανό όφελος για τη μητέρα έχει σταθμιστεί κατά των πιθανών κινδύνων των ανεπιθύμητων ενεργειών στην αναπαραγωγή. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΟι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό πριν την έναρξη της λήψης του φαρμάκου αυτού.Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων ανθρακυκλίνων, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών κατά το θηλασμό των νεογνών από την επιρουβικίνη.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. κωδικός ATC: L01DB03 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες…
biotech
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Κρεατινίνη ορού · πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | μετά την αρχική θεραπεία | Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου |
| Αλανινική αμινοτρανσφεράση (ALT) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Αλκαλική φωσφατάση (ALP) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ολική χολερυθρίνη ορού | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Αιματολογικός έλεγχος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας | — |
| Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) με τύπο | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας | — |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | μετά την αρχική θεραπεία | Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου |
| Ουρικό οξύ αίματος | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | μετά την αρχική θεραπεία | Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου |
| Φωσφορικό ασβέστιο | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | μετά την αρχική θεραπεία | Πρόληψη συνδρόμου λύσης όγκου |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | κατά την έναρξη της θεραπείας | Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα |
| Καρδιακή λειτουργία | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | τακτικά κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας | — |
| επανειλημμένοι προσδιορισμοί | Υψηλότερες, αθροιστικές δόσεις ανθρακυκλίνης | ||
| Σπινθηρογράφημα καρδιάς (MUGA) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | κατά την έναρξη της θεραπείας | Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα |
| Υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | κατά την έναρξη της θεραπείας | Παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Δοσολογία
Η επιρουβικίνη προορίζεται μόνο για ενδοφλέβια ή ενδοκυστική χρήση.
Ενδοφλέβια χρήση
Συνιστάται το κόκκινο διάλυμα, το οποίο πρέπει να είναι διαυγές και διάφανο, να ενίεται μέσω καθετήρα ενδοφλέβιας έγχυσης ελεύθερης ροής διαλύματος φυσιολογικού ορού ή γλυκόζης 5% για περίοδο διάρκειας μέχρι 30 λεπτά (με βάση τη δόση και τον όγκο της έγχυσης). Η βελόνα πρέπει να τοποθετείται κατάλληλα μέσα στη φλέβα. Η μέθοδος αυτή μειώνει τον κίνδυνο θρόμβωσης και εξαγγείωσης που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή κυτταρίτιδα και νέκρωση. Σε περίπτωση εξαγγείωσης, η χορήγηση πρέπει να σταματήσει αμέσως. Η ένεση σε μικρές φλέβες και η επανειλημμένη ένεση στην ίδια φλέβα μπορεί να οδηγήσει σε φλεβική σκλήρυνση.
Συνήθης δόση Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται ως μονοθεραπεία, η συνιστώμενη δόση στους ενήλικες είναι 60-90 mg/m² επιφάνειας σώματος. Η επιρουβικίνη πρέπει να ενίεται ενδοφλέβια σε διάρκεια 3-5 λεπτών. Η ίδια δόση επαναλαμβάνεται με διάστημα 21 ημερών. Για το δοσολογικό πρόγραμμα θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η αιματολογική-μυελοειδής κατάσταση του ασθενούς. Εάν εμφανιστούν σημεία τοξικότητας, συμπεριλαμβανομένων ουδετεροπενίας/ουδετεροπενικού πυρετού και θρομβοπενίας (που μπορεί να επιμένουν την ημέρα 21), μπορεί να χρειαστεί τροποποίηση της δόσης ή αναβολή της χορήγησης επόμενης δόσης.
Υψηλή δόση Η επιρουβικίνη ως μονοθεραπεία για τη θεραπεία καρκινώματος μαστού με μία υψηλή δόση πρέπει να χορηγείται σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: Για τη θεραπεία με υψηλή δόση η επιρουβικίνη μπορεί να χορηγηθεί ως ταχεία ενδοφλέβια δόση εφόδου εντός 3-5 λεπτών ή ως έγχυση διάρκειας μέχρι 30 λεπτών.
Καρκίνωμα μαστού Στη συμπληρωματική θεραπεία ασθενών με πρώιμο καρκίνωμα μαστού με θετικούς λεμφαδένες συνιστώνται ενδοφλέβιες δόσεις της επιρουβικίνης που κυμαίνονται από 100 mg/m² (ως εφάπαξ δόση την ημέρα 1) έως 120 mg/m² (σε δύο διαιρεμένες δόσεις τις ημέρες 1 και 8) κάθε 3-4 εβδομάδες σε συνδυασμό με ενδοφλέβια κυκλοφωσφαμίδη και 5-φθοριοουρακίλη και από του στόματος ταμοξιφαίνη. Συνιστώνται χαμηλότερη δόση (60-75 mg/m² για τη συνήθη θεραπεία και 105-120 mg/m² για τη θεραπεία με υψηλή δόση) ή αναβολή της επόμενης δόσης για ασθενείς με μειωμένη λειτουργία μυελού των οστών λόγω προηγούμενης χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας, λόγω ηλικίας ή προηγούμενης νεοπλασματικής διήθησης μυελού των οστών. Η πλήρης δόση ανά κύκλο μπορεί να κατανεμηθεί σε 2-3 διαδοχικές ημέρες.
Οι ακόλουθες δόσεις επιρουβικίνης χρησιμοποιούνται συχνά στη μονοθεραπεία και στη θεραπεία συνδυασμού για διάφορους όγκους, όπως φαίνεται:
| Ένδειξη καρκίνου | Δόση επιρουβικίνης (mg/m²)* Μονοθεραπεία | Δόση επιρουβικίνης (mg/m²)* Θεραπεία συνδυασμού |
|---|---|---|
| Καρκίνος στομάχου | 60 - 90 | 50 |
| Καρκίνος ουροδόχου κύστης | 50 mg/50 ml ή 80 mg/50 ml (καρκίνωμα in situ) | Προφύλαξη: 50 mg/50 ml εβδομαδιαίως επί 4 εβδομάδες στη συνέχεια μηνιαίως επί 11 μήνες |
- Οι δόσεις γενικά χορηγούνται την Ημέρα 1 ή την Ημέρα 1, 2 και 3 σε διαστήματα των 21 ημερών
Χημειοθεραπεία συνδυασμού Όταν το Epirubicin Hydrochloride Pharmachemie 2 mg/ml χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα κατά των όγκων, η δόση μειώνεται ανάλογα. Οι συχνά χρησιμοποιούμενες δόσεις φαίνονται στον προηγούμενο πίνακα.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Ηλικιωμένοι ασθενείς Συνιστάται η μείωση της δόσης στους ηλικιωμένους ασθενείς.
Παιδιά Δεν έχει αποδειχθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της επιρουβικίνης στα παιδιά.
Διαταραγμένη ηπατική λειτουργία Η απέκκριση της επιρουβικίνης λαμβάνει χώρα κυρίως μέσω του ήπατος. Σε ασθενείς με διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας η δόση πρέπει να μειωθεί ως ακολούθως, με σκοπό να αποφευχθεί η αύξηση της γενικής τοξικότητας:
| Χολερυθρίνη ορού | AST (ασπαρτική αμινοτρανσφεράση) | Μείωση δόσης |
|---|---|---|
| 1,4 - 3 mg/100 ml | 2 - 4 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο | Μείωση δόσης 50% |
| > 3 mg/100 ml | > 4 φορές το φυσιολογικό όριο | Μείωση δόσης 75% |
Διαταραγμένη νεφρική λειτουργία Η μέτρια νεφρική ανεπάρκεια δεν αποτελεί λόγο για τη μείωση της δόσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την περιορισμένη ποσότητα επιρουβικίνης που απεκκρίνεται μέσω αυτής της οδού. Ωστόσο, σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κρεατινίνη ορού > 450 µmol/l) συνιστάται μείωση της δόσης.
Ενδοκυστική χρήση
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του προϊόντος πριν τη χορήγηση (βλ. παράγραφο 6.6). Η επιρουβικίνη μπορεί να χορηγηθεί από την ενδοκυστική οδό για τη θεραπεία του επιπολής καρκινώματος ουροδόχου κύστης, του καρκινώματος in situ και προφυλακτικά για την πρόληψη της υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή. Δεν πρέπει να χορηγείται από την ενδοκυστική οδό για τη θεραπεία διηθητικών όγκων που έχουν διεισδύσει στο τοίχωμα της ουροδόχου κύστης, καθώς η συστηματική θεραπεία ή η χειρουργική επέμβαση είναι καταλληλότερες στις καταστάσεις αυτές. Χρησιμοποιούνται διάφορα δοσολογικά σχήματα. Τα ακόλουθα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως κατευθυντήρια οδηγία:
- Επιπολής καρκίνωμα ουροδόχου κύστης: εβδομαδιαία πλύση της ουροδόχου κύστης με 50 mg/50 ml (αραιωμένη με διάλυμα φυσιολογικού ορού ή αποστειρωμένου ύδατος) επί 8 εβδομάδες. Συνιστάται μείωση της δόσης των 30 mg ανά 50 ml σε περίπτωση τοπικής τοξικότητας (χημική κυστίτιδα).
- Καρκίνωμα in situ: Έως 80 mg/50 ml (με βάση την ανοχή του ασθενούς).
- Προφύλαξη της υποτροπής έπειτα από διουρηθρική εκτομή του προστάτη: 4 φορές εβδομαδιαία χορήγηση των 50 mg/50 ml ακολουθούμενη από 11 φορές μηνιαία ενστάλαξη της ίδιας δόσης.
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΡΑΙΩΣΗΣ ΓΙΑ ΔΙΑΛΥΜΑΤΑ ΕΝΣΤΑΛΑΞΗΣ ΣΤΗΝ ΟΥΡΟΔΟΧΟ ΚΥΣΤΗ
| Απαιτούμενη δόση επιρουβικίνης | Όγκος ενέσιμης επιρουβικίνης 2 mg/ml | Όγκος διαλύτη αποστειρωμένου ενεσίμου ύδατος ή αποστειρωμένου ορού 0,9% | Συνολικός όγκος ενστάλαξης της ουροδόχου κύστης |
|---|---|---|---|
| 30 mg | 15 ml | 35 ml | 50 ml |
| 50 mg | 25 ml | 25 ml | 50 ml |
| 80 mg | 40 ml | 10 ml | 50 ml |
Το διάλυμα πρέπει να παραμείνει ενδοκυστικά επί 1-2 ώρες. Για την αποφυγή της υπερβολικής αραίωσης με τα ούρα, ο ασθενής πρέπει να καθοδηγείται να μην πιει καθόλου υγρά μέσα σε 12 ώρες από την ενστάλαξη. Κατά τη διάρκεια της ενστάλαξης ο ασθενής πρέπει να αλλάζει θέση περιοδικά καθώς και να καθοδηγείται να ουρήσει στο τέλος της περιόδου ενστάλαξης.
block
Αντενδείξεις
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην επιρουβικίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος, άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες.
- Γαλουχία
Ενδοφλέβια χρήση
- επίμονη μυελοκαταστολή
- βαριά ηπατική δυσλειτουργία
- βαριά μυοκαρδιακή ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων ανεπάρκειας καρδιακού μυός 4ου βαθμού, οξείας καρδιακής προσβολής και προηγούμενης καρδιακής προσβολής που οδήγησε σε ανεπάρκεια καρδιακού μυός 3ου και 4ου βαθμού, οξειών φλεγμονωδών καρδιοπαθειών)·
- πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου
- ασταθής στηθάγχη
- καρδιομυοπάθεια
- σοβαρές αρρυθμίες
- ασθενείς με οξείες συστηματικές λοιμώξεις
- προηγούμενες θεραπείες με μέγιστες αθροιστικές δόσεις επιρουβικίνης και/ή άλλων ανθρακυκλινών και ανθρακενοδιονών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Ενδοκυστική χρήση
- ουρολοιμώξεις
- φλεγμονή της ουροδόχου κύστης
- αιματουρία
- διηθητικούς όγκους που έχουν διαπεράσει την ουροδόχο κύστη
- προβλήματα καθετηριασμού
- μεγάλο όγκο υπολειπόμενων ούρων
- συσπάσεις της ουροδόχου κύστης.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Γενικά
- Η επιρουβικίνη πρέπει να χορηγείται μόνο υπό την επίβλεψη ειδικευμένων ιατρών με εμπειρία στη χρήση κυτταροτοξικής θεραπείας.
- Η επιρουβικίνη δεν πρέπει να χορηγείται υποδόρια ή ενδομυϊκά.
- Η αρχική θεραπεία απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση των τιμών έναρξης διαφόρων εργαστηριακών παραμέτρων και της καρδιακής λειτουργίας.
- Εάν η επιρουβικίνη χορηγείται ως συνεχής έγχυση, αυτή πρέπει να γίνεται κατά προτίμηση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα.
- Οι ασθενείς πρέπει να έχουν αναρρώσει από οξείες τοξικότητες (όπως στοματίτιδα, βλεννογονίτιδα, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και γενικευμένες λοιμώξεις) από προηγούμενη κυτταροτοξική θεραπεία πριν την έναρξη της θεραπείας με επιρουβικίνη.
- Μολονότι η θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης (π.χ. ≥ 90 mg/m² κάθε 3 έως 4 εβδομάδες) προκαλεί ανεπιθύμητες ενέργειες γενικά παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν στις κανονικές δόσεις (< 90 mg/m² κάθε 3 έως 4 εβδομάδες), η σοβαρότητα της ουδετεροπενίας και της στοματίτιδας/βλεννογονίτιδας μπορεί να είναι αυξημένη. Η θεραπεία με υψηλές δόσεις επιρουβικίνης απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή για πιθανές κλινικές επιπλοκές εξαιτίας έντονης μυελοκαταστολής.
Καρδιακή λειτουργία
- Υπάρχει κίνδυνος καρδιοτοξικότητας από τη θεραπεία με ανθρακυκλίνες η οποία ενδέχεται να εκδηλωθεί με πρώιμα (δηλαδή οξεία) ή όψιμα (δηλαδή καθυστερημένα) συμβάματα.
- Περιλαμβάνει μόνιμη μείωση του δυναμικού QRS, παράταση εκτός των φυσιολογικών ορίων του συστολικού χρονικού διαστήματος (PEP/LVET) και μείωση του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας. Η πρώιμη κλινική διάγνωση της καρδιακής ανεπάρκειας που επάγεται από κυτταροστατικούς παράγοντες φαίνεται να είναι σημαντική στην επιτυχή θεραπεία με δακτυλίτιδα, διουρητικά, περιφερικά αγγειοδιασταλτικά, δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο και επαρκή ανάπαυση. Συνεπώς, η καρδιακή παρακολούθηση των ασθενών που λαμβάνουν θεραπεία με επιρουβικίνη είναι ιδιαίτερα σημαντική και συνιστάται να αξιολογείται η καρδιακή λειτουργία με μη-επεμβατικές τεχνικές.
- Πρώιμα (δηλαδή οξεία) συμβάματα. Η πρώιμη καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης αποτελείται κυρίως από φλεβοκομβική ταχυκαρδία και/ή ανωμαλίες στο ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) όπως είναι μη ειδικές μεταβολές κύματος ST-T. Έχουν επίσης αναφερθεί ταχυαρρυθμίες, συμπεριλαμβανομένων πρόωρων κοιλιακών συσπάσεων, κοιλιακής ταχυκαρδίας, βραδυκαρδίας, καθώς και κολποκοιλιακός και σκελικός αποκλεισμός. Οι επιδράσεις αυτές συνήθως δεν αποτελούν πρόβλεψη για μεταγενέστερη ανάπτυξη καθυστερημένης καρδιοτοξικότητας, έχουν σπάνια κλινική σημασία, και γενικότερα δεν αποτελούν παράγοντα για διακοπή της θεραπείας με επιρουβικίνη.
- Όψιμα (δηλαδή καθυστερημένα) συμβάματα. Όψιμη καρδιοτοξικότητα συνήθως αναπτύσσεται καθυστερημένα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη ή μέσα σε 2 με 3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας, έχουν όμως επίσης αναφερθεί μεταγενέστερα συμβάματα (αρκετούς μήνες έως χρόνια μετά από ολοκλήρωση της θεραπείας). Όψιμη καρδιομυοπάθεια εκδηλώνεται μέσω της ελάττωσης κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) και/ή σημεία και συμπτώματα συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας (CHF) όπως είναι δύσπνοια, πνευμονικό οίδημα, εξαρτώμενο οίδημα, καρδιομεγαλία, ηπατομεγαλία, ολιγουρία, ασκίτης, υπεζωκοτική συλλογή και καλπαστικός ρυθμός. Η απειλητική για τη ζωή CHF είναι η πιο σοβαρή μορφή καρδιομυοπάθειας η οποία προκαλείται από ανθρακυκλίνες και αντιπροσωπεύει την αθροιστική δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου.
- Ο κίνδυνος ανάπτυξης CHF αυξάνεται ταχέως με αύξηση των ολικών αθροιστικών δόσεων της επιρουβικίνης καθ’ υπέρβαση των 900 mg/m² ή χαμηλότερη αθροιστική δόση σε ασθενείς που έλαβαν ακτινοβολία στην περιοχή του μεσοθωρακίου· η αθροιστική αυτή δόση πρέπει να υπερβαίνεται μόνο με εξαιρετική προσοχή (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
- Η καρδιακή λειτουργία πρέπει να εξετάζεται πριν από την υποβολή των ασθενών σε θεραπεία με επιρουβικίνη και πρέπει να παρακολουθείται (μέσω ΗΚΓ, υπερηχοκαρδιογραφήματος ή πυρηνικής μέτρησης του κλάσματος εξώθησης (μέσω αγγειογραφίας ραδιονουκλεϊδίων)) καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας έτσι ώστε να ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος αθεράπευτης σοβαρής καρδιακής διαταραχής. Ο κίνδυνος μπορεί να μειωθεί μέσω της τακτικής παρακολούθησης του κλάσματος εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας με άμεση διακοπή της επιρουβικίνης μετά τα πρώτα σημεία διαταραγμένης λειτουργίας. Η κατάλληλη ποσοτική μέθοδος για την επανειλημμένη εκτίμηση της καρδιακής λειτουργίας (αύξηση του LVEF) περιλαμβάνει με αγγειογραφία ραδιονουκλεϊδίων πολλαπλής εισόδου (MUGA) ή υπερηχοκαρδιογράφημα (ECHO).
- Συνιστάται καρδιακή αξιολόγηση κατά την έναρξη της θεραπείας με ΗΚΓ και MUGA ή ECHO, ιδιαίτερα σε ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αυξημένη καρδιακή τοξικότητα. Πρέπει να διεξάγονται επανειλημμένοι προσδιορισμοί του LVEF με MUGA ή ECHO, ιδιαίτερα με υψηλότερες, αθροιστικές δόσεις ανθρακυκλίνης. Η τεχνική που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση πρέπει να είναι σταθερή σε όλη τη διάρκεια της παρακολούθησης.
- Δεδομένου του κινδύνου εμφάνισης καρδιομυοπάθειας, η αθροιστική δόση των 900 mg/m² επιρουβικίνης δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή.
- Για τον προσδιορισμό της μέγιστης αθροιστικής δόσης επιρουβικίνης, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη κάθε ταυτόχρονη θεραπεία με δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα. Μία αθροιστική δόση των 900-1000 mg/m² δεν πρέπει να υπερβαίνεται παρά μόνο με εξαιρετική προσοχή με αμφότερες τη συνήθη και υψηλή δόση επιρουβικίνης. Πάνω από το επίπεδο αυτό, ο κίνδυνος μη αναστρέψιμης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας αυξάνει πολύ.
- Παράγοντες κινδύνου καρδιακής τοξικότητας περιλαμβάνουν ενεργή ή ανενεργή καρδιαγγειακή νόσο, προηγούμενη ή ταυτόχρονη ακτινοθεραπεία στην περιοχή του μεσοθωράκιου/περικαρδίου, προηγούμενη θεραπεία με άλλες ανθρακυκλίνες ή ανθρακενοδιόνες και ταυτόχρονη χρήση άλλων φαρμάκων που καταστέλλουν την καρδιακή συσταλτικότητα ή καρδιοτοξικών φαρμάκων (π.χ. τραστουζουμάμπη) με αυξημένο κίνδυνο στους ηλικιωμένους (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία τραστουζουμάμπης μόνη ή σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, έχει παρατηρηθεί καρδιακή ανεπάρκεια (New York Heart Association [NYHA] class II-IV). Ενδέχεται να είναι μέτρια έως σοβαρή και έχει συσχετισθεί με θάνατο.
- Επί του παρόντος η τραστουζουμάμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, εκτός και αν γίνεται σε καλά ελεγχόμενο περιβάλλον κλινικής δοκιμής με καρδιακή παρακολούθηση. Οι ασθενείς σε θεραπεία τραστουζουμάμπης που έχουν λάβει προηγούμενη θεραπεία με ανθρακυκλίνες κινδυνεύουν επίσης από καρδιοτοξικότητα, μολονότι ο κίνδυνος είναι χαμηλότερος από ότι με την ταυτόχρονη χρήση τραστουζουμάμπης και ανθρακυκλινών.
- Λόγω του ότι ο χρόνος ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 4 - 5 εβδομάδες, η τραστουζουμάμπη ενδέχεται να παραμείνει στην κυκλοφορία για έως 20-25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της θεραπείας με τραστουζουμάμπη. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη μετά τη διακοπή της θεραπείας με τραστουζουμάμπη ενδέχεται να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για καρδιοτοξικότητα. Εάν είναι δυνατόν, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν τη θεραπεία που βασίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως 25 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν ανθρακυκλίνες όπως η επιρουβικίνη, η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά.
- Εάν κατά τη διάρκεια θεραπείας τραστουζουμάμπης η οποία ακολουθεί θεραπεία επιρουβικίνης παρουσιαστεί συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, πρέπει να αντιμετωπίζεται με τη συνήθη φαρμακευτική αγωγή για αυτές τις περιστάσεις.
- Η παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αυστηρή σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές αθροιστικές δόσεις και σε αυτούς με παράγοντες κινδύνου. Ηλικιωμένοι ασθενείς, παιδιά και ασθενείς με ιστορικό καρδιακής νόσου βρίσκονται επίσης σε υψηλότερο κίνδυνο καρδιοτοξικότητας.
- Ωστόσο, ενδέχεται να εμφανιστεί καρδιοτοξικότητα με επιρουβικίνη και σε χαμηλότερες αθροιστικές δόσεις, είτε υφίστανται είτε όχι παράγοντες καρδιακού κινδύνου.
- Είναι πιθανό η τοξικότητα της επιρουβικίνης και άλλων ανθρακυκλινών ή ανθρακενοδιόνων να είναι αθροιστική.
Αιματολογική τοξικότητα
- Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει μυελοκαταστολή. Τα αιματολογικά χαρακτηριστικά πρέπει να εξετάζονται πριν και κατά τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας με επιρουβικίνη συμπεριλαμβανομένου διαφορικού αριθμού λευκοκυττάρων (WBC). Μία δοσοεξαρτώμενη, αντιστρέψιμη λευκοπενία και/ή κοκκιοκυτταροπενία (ουδετεροπενία) αποτελούν την επικρατούσα εκδήλωση της αιματολογικής τοξικότητας με επιρουβικίνη και είναι η πιο κοινή οξεία δοσοπεριοριστική τοξικότητα του φαρμάκου αυτού. Η λευκοπενία και η ουδετεροπενία είναι γενικώς πιο σοβαρές με σχήματα υψηλών δόσεων, φθάνοντας το ναδίρ, στις περισσότερες περιπτώσεις μεταξύ 10 και 14 ημερών μετά τη χορήγηση του φαρμάκου· αυτό είναι συνήθως παροδικό με τον αριθμό των λευκοκυττάρων/ ουδετεροφίλων να επανέρχεται στις φυσιολογικές τιμές στις περισσότερες περιπτώσεις μέχρι την ημέρα 21.
- Ενδέχεται επίσης να εμφανιστούν θρομβοπενία και αναιμία. Οι κλινικές επιπτώσεις σοβαρής μυελοκαταστολής συμπεριλαμβάνουν πυρετό, λοίμωξη, σήψη/σηψαιμία, σηπτική καταπληξία, αιμορραγία, υποξία ιστών, ή θάνατο.
Δευτερογενής λευχαιμία
- Δευτερογενής λευχαιμία με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση, έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ανθρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης. Η δευτερογενής λευχαιμία είναι πιο συχνή όταν τέτοιου είδους φάρμακα χορηγούνται σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA, σε συνδυασμό με θεραπεία ακτινοβολίας, όταν οι ασθενείς έχουν υποστεί έντονη προηγούμενη θεραπεία με κυτταροτοξικά φάρμακα, ή όταν οι δόσεις των ανθρακυκλινών έχουν κλιμακωθεί. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν περίοδο αφάνειας από 1 - έως 3 - χρόνια (βλ. Φαρμακοδυναμικές)
Γαστρεντερικές
- Η επιρουβικίνη είναι εμετογόνος. Γενικότερα, εμφανίζονται βλεννογονιδίτιδα/ στοματίτιδα σύντομα μετά τη χορήγηση του φαρμάκου και, σε περίπτωση που είναι σοβαρές, ενδέχεται να εξελιχθούν μέσα σε μερικές ημέρες σε εξελκώσεις του βλεννογόνου. Οι περισσότεροι ασθενείς αναρρώνουν από αυτό το ανεπιθύμητο συμβάν μέχρι την τρίτη εβδομάδα της θεραπείας.
Ηπατική λειτουργία
- Η κύρια οδός απομάκρυνσης της επιρουβικίνης είναι το ηπατοχολικό σύστημα. Η ολική χολερυθρίνη του ορού, η αλκαλική φωσφατάση, τα επίπεδα ALT και AST πρέπει να αξιολογούνται πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη. Ασθενείς με αυξημένο επίπεδο χολερυθρίνης ή AST ενδέχεται να εμφανίσουν πιο αργή κάθαρση του φαρμάκου με αποτέλεσμα την αύξηση της συνολικής τοξικότητας. Στους ασθενείς αυτούς συνιστώνται χαμηλότερες δόσεις (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές).
- Οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν επιρουβικίνη (βλ. Αντενδείξεις)
Νεφρική λειτουργία
- Πρέπει να παρακολουθείται το επίπεδο της κρεατινίνης ορού πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
- Είναι απαραίτητη προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με κρεατινίνη ορού > 5 mg/dL (βλ. Δοσολογία)
Επιδράσεις στο σημείο της έγχυσης
- Η φλεβοσκλήρυνση ενδέχεται να είναι αποτέλεσμα έγχυσης σε μικρό αγγείο ή επαναλαμβανόμενων εγχύσεων στην ίδια φλέβα. Ακολουθώντας τις συνιστώμενες διαδικασίες χορήγησης, ενδέχεται να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος φλεβίτιδας/θρομβοφλεβίτιδας στο σημείο της έγχυσης (βλ. Δοσολογία).
Εξαγγείωση
- Η εξαγγείωση της επιρουβικίνης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας έγχυσης ενδέχεται να προκαλέσει τοπικό άλγος, σοβαρές αλλοιώσεις των ιστών (σχηματισμό φλυκταινών, σοβαρή κυτταρίτιδα) και νέκρωση. Στην περίπτωση που εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα εξαγγείωσης κατά τη διάρκεια της ενδοφλέβιας χορήγησης της επιρουβικίνης, πρέπει να διακοπεί αμέσως η έγχυση του φαρμάκου. Η ανεπιθύμητη ενέργεια της εξαγγείωσης των ανθρακυκλινών μπορεί να αποφευχθεί ή να μειωθεί με την άμεση χρήση ειδικευμένης θεραπείας π.χ. δεξραζοσάνης (παρακαλούμε ανατρέξατε στις σχετικές οδηγίες για τη χρήση). Το άλγος του ασθενούς μπορεί να ανακουφιστεί με ψύξη της περιοχής και διατήρηση της ψύξης, χρήση υαλουρονικού οξέος και DMSO. Η τοπική διαπότιση με κορτικοστεροειδή με ή χωρίς συνδυασμό διαλύματος διττανθρακικού νατρίου (8,4%), υαλουρονικό οξύ και η τοπική εφαρμογή διμεθυλικού σουλφοξειδίου (DMSO) και ψυχρών επιθεμάτων έχουν χρησιμοποιηθεί με διάφορους βαθμούς επιτυχίας. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της μεταγενέστερης χρονικής περιόδου, καθώς η νέκρωση ενδέχεται να εμφανιστεί αρκετές εβδομάδες μετά την εμφάνιση της εξαγγείωσης, πρέπει να συμβουλευτείτε πλαστικό χειρουργό ενόψει πιθανής εκτομής.
Άλλα
- Όπως και με άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, έχουν αναφερθεί συγκυριακά με τη χρήση επιρουβικίνης, θρομβοφλεβίτιδα και θρομβοεμβολικά φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε ορισμένες περιπτώσεις θανατηφόρα).
Σύνδρομο λύσης όγκου
- Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει υπερουριχαιμία λόγω του υπερβολικού καταβολισμού πουρινών, ο οποίος συνοδεύει την ταχεία, προκαλούμενη από το φάρμακο, λύση νεοπλασματικών κυττάρων (σύνδρομο λύσης όγκου). Τα επίπεδα του ουρικού οξέος στο αίμα, του καλίου, του φωσφορικού ασβεστίου και της κρεατινίνης πρέπει να αξιολογούνται μετά την αρχική θεραπεία. Η ενυδάτωση, η αλκαλοποίηση των ούρων και η προφύλαξη με αλλοπουρινόλη για την πρόληψη της υπερουριχαιμίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τις πιθανές επιπλοκές του συνδρόμου λύσης όγκου.
Ανοσοκατασταλτικές επιδράσεις/Αυξημένη ευπάθεια σε Λοιμώξεις
- Η χορήγηση εμβολίων ζώντων ή ζώντων-εξασθενημένων ιών σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς μέσω χημειοθεραπευτικών παραγόντων συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές και θανατηφόρες λοιμώξεις (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίων ζώντων ιών πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορούν να χορηγηθούν εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών· ωστόσο, η ανταπόκριση σε τέτοιου είδους εμβόλια ενδέχεται να είναι μειωμένη.
Αναπαραγωγικό σύστημα
- Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει γονοτοξικότητα. Άντρες και γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλα αντισυλληπτικά μέσα. Οι ασθενείς που επιθυμούν να αποκτήσουν παιδιά μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας πρέπει να συμβουλεύονται να εξασφαλίζουν γενετικές συμβουλές, εφόσον είναι απαραίτητες και διαθέσιμες (βλ. Κύηση και γαλουχία)
Επιπρόσθετες Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις για Άλλες Οδούς Χορήγησης
- Ενδοκυστική οδός
- Η χορήγηση επιρουβικίνης μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα χημικής κυστίτιδας (όπως δυσουρία, πολυουρία, νυκτουρία, στραγγουρία, αιματουρία, δυσχέρεια ουροδόχου κύστης, νέκρωση των τοιχωμάτων της ουροδόχου κύστης) και συστολή ουροδόχου κύστης. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται για προβλήματα καθετηριασμού (π.χ. ουρική απόφραξη λόγω συμπαγών ενδοκυστικών όγκων).
- Ενδο-αρτηριακή οδός
- Η ενδοαρτηριακή χορήγηση επιρουβικίνης (εμβολισμός που εκτελείται δια του αυλού ενός καθετήρα για τις εντοπισμένες ή περιφερειακές θεραπείες του πρωτεύοντος ηπατοκυτταρικού καρκινώματος ή ηπατικών μεταστάσεων) ενδέχεται να προκαλέσει (επιπλέον της συστηματικής τοξικότητας ποιοτικά παρόμοιας με εκείνη που παρατηρήθηκε μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της επιρουβικίνης) εντοπισμένα ή περιφερειακά συμβάματα τα οποία περιλαμβάνουν γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη (πιθανώς λόγω παλινδρόμησης των φαρμάκων στην γαστρική αρτηρία) και στένωση των χοληδόχων αγγείων λόγω της από το φάρμακο επαγόμενης σκληρυντικής χολαγγειϊτιδας. Αυτή η οδός χορήγησης μπορεί να οδηγήσει σε εκτεταμένη νέκρωση της αιμάτωσης του ιστού.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,5 mg νατρίου ανά ml ενεσίμου διαλύματος ή διαλύματος για έγχυση. Να λαμβάνεται υπ’ όψιν από ασθενείς σε ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κυρίως σε συνδυασμό με άλλα κυτταροτοξικά φάρμακα. Ενδέχεται να εμφανιστεί αθροιστική τοξικότητα κυρίως σε σχέση με μυελό των οστών/αιματολογικές και γαστρεντερικές επιδράσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η χρήση της επιρουβικίνης σε συνδυασμό με χημειοθεραπεία με άλλα δυνητικώς καρδιοτοξικά φάρμακα, καθώς και με ταυτόχρονη χρήση άλλων καρδιοδραστικών ενώσεων (π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου), απαιτεί παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Οι μεταβολές στην ηπατική λειτουργία που προκαλούνται από ταυτόχρονες θεραπείες μπορεί να επηρεάσουν το μεταβολισμό της επιρουβικίνης, την φαρμακοκινητική, τη θεραπευτική αποτελεσματικότητα και/ή την τοξικότητα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι ανθρακυκλίνες, συμπεριλαμβανομένης της επιρουβικίνης δεν πρέπει να χορηγούνται σε συνδυασμό με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες εκτός εάν η καρδιακή λειτουργία του ασθενούς παρακολουθείται προσεκτικά. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανθρακυκλίνες μετά τη διακοπή θεραπείας με άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες, ιδιαιτέρως εκείνους με μακρύ χρόνο ημίσειας ζωής όπως είναι η τραστουζουμάμπη, μπορεί επίσης να αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης καρδιοτοξικότητας. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τραστουζουμάμπης είναι περίπου 28,5 ημέρες και ενδέχεται να εξακολουθήσει να παραμένει στην κυκλοφορία για έως και 24 εβδομάδες. Συνεπώς, οι ιατροί πρέπει να αποφεύγουν μία θεραπεία που στηρίζεται στις ανθρακυκλίνες για έως και 24 εβδομάδες μετά τη διακοπή της τραστουζουμάμπης, όταν αυτό είναι δυνατό. Στην περίπτωση που οι ανθρακυκλίνες χρησιμοποιηθούν πριν από αυτό το διάστημα, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας. Ο εμβολιασμός με χρήση εμβολίων ζώντων ιών πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν επιρουβικίνη. Μπορούν να χορηγηθούν εμβόλια θανατωμένων ή ανενεργών ιών· ωστόσο, η ανταπόκριση σε τέτοιου είδους εμβόλια ενδέχεται να είναι μειωμένη. Φαρμακευτικά προϊόντα που επάγουν το ενζυμικό σύστημα του κυτοχρώματος P-450 (όπως η ριφαμπικίνη και τα βαρβιτουρικά) μπορούν να αυξήσουν το μεταβολισμό της επιρουβικίνης με αποτέλεσμα μείωση της αποτελεσματικότητας. Η σιμετιδίνη 400 mg δύο φορές ημερησίως χορηγούμενη πριν την επιρουβικίνη 100 mg/m² κάθε 3 εβδομάδες οδήγησε σε αύξηση 50% στην AUC της επιρουβικίνης και σε αύξηση 41% της AUC της epirubicinol (p<0,05 τελευταίο). Η AUC του άγλυκου 7-deoxy-doxorubicinol και η ροή αίματος στο ήπαρ δεν μειώθηκαν, έτσι τα αποτελέσματα δεν επεξηγούνται από τη μειωμένη δραστηριότητα του κυτοχρώματος P-450. Η σιμετιδίνη δεν πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη. Εάν χορηγηθεί πριν από την επιρουβικίνη, η πακλιταξέλη μπορεί να προκαλέσει αυξημένες συγκεντρώσεις αμετάβλητης επιρουβικίνης και των μεταβολιτών της στο πλάσμα, οι οποίοι ωστόσο, δεν είναι ούτε τοξικοί ούτε ενεργοί. Σε μία μελέτη η αιματολογική τοξικότητα ήταν μεγαλύτερη, όταν η πακλιταξέλη χορηγήθηκε πριν την επιρουβικίνη σε σύγκριση με τη χορήγηση μετά την επιρουβικίνη. Η συγχορήγηση πακλιταξέλης ή ντοσεταξέλης δεν επηρέασαν τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης όταν η επιρουβικίνη χορηγήθηκε πριν από ταξάνες. Ο συνδυασμός αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην χρήση κλιμακωτής χορήγησης μεταξύ δύο παραγόντων. Η έγχυση επιρουβικίνης και πακλιταξέλης πρέπει να διεξάγεται σε διάστημα τουλάχιστον 24 ωρών μεταξύ των 2 παραγόντων. Η δεξοβεραπαμίλη μπορεί να μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης και να αυξήσει πιθανόν τις κατασταλτικές δράσεις της επί του μυελού των οστών. Σε μία μελέτη βρέθηκε ότι η ντοσεταξέλη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις των μεταβολιτών της επιρουβικίνης στο πλάσμα, όταν χορηγείται αμέσως μετά την επιρουβικίνη. Η κινίνη μπορεί να επιταχύνει την αρχική κατανομή της επιρουβικίνης από το αίμα στους ιστούς και μπορεί να επηρεάσει την κατανομή της επιρουβικίνης στα ερυθροκύτταρα. Η συγχορήγηση ιντερφερόνης α2b μπορεί να επιφέρει μείωση τόσο του τελικού χρόνου ημίσειας ζωής απομάκρυνσης όσο και της συνολικής κάθαρσης της επιρουβικίνης. Η πιθανότητα αξιοσημείωτης διαταραχής της αιματοποίησης πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν με την (προ-) θεραπεία με αγωγές που επηρεάζουν το μυελό των οστών (δηλαδή κυτταροστατικούς παράγοντες, σουλφοναμίδιο, χλωραμφενικόλη, διφαινυλυδαντοΐνη, παράγωγα αμιδοπυρίνης, αντιρετροϊκούς παράγοντες). Προηγούμενη χορήγηση υψηλών δόσεων (900 mg/m² και 1200 mg/m²) δεξραζοσάνης μπορεί να αυξήσει τη συστηματική κάθαρση της επιρουβικίνης με αποτέλεσμα τη μείωση της AUC. Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού με ανθρακυκλίνες και δεξραζοσάνη ενδέχεται να παρουσιάσουν αυξημένη μυελοκαταστολή. Η καρδιοτοξικότητα της επιρουβικίνης ενισχύεται από συγκεκριμένες ακτινοθεραπείες και από προηγούμενη ή ταυτόχρονη χρήση άλλων παραγώγων ανθρακυκλίνης (π.χ. μιτομυκίνη-C, δακαρβαζίνη, δακτινομυκίνη και πιθανόν κυκλοφωσφαμίδη) ή άλλους καρδιοτοξικούς παράγοντες (π.χ. 5-φθοριοουρακίλη, κυκλοφωσφαμίδη, σισπλατίνη, ταξάνες). Η επιρουβικίνη μπορεί να ενισχύσει την επίδραση της ακτινοβολίας στην περιοχή του μεσοθωρακίου. Εάν η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα που μπορεί να προκαλέσουν καρδιακή ανεπάρκεια, π.χ. αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, τότε η καρδιακή λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται σε όλη τη διάρκεια του κύκλου της θεραπείας. Η ταυτόχρονη χρήση με κυκλοσπορίνη μπορεί να προκαλέσει υπερβολική ανοσοκαταστολή.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μελέτες αλληλεπίδρασης έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί και αναφερθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με επιρουβικίνη με τις ακόλουθες συχνότητες: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Περισσότεροι από 10% των ασθενών μπορεί να αναμένεται ότι θα παρουσιάσουν ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι μυελοκαταστολή, γαστρεντερικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ανορεξία, αλωπεκία, λοίμωξη.
| Κατηγορία Οργάνου Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Συχνές | Λοιμώξεις |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Μη γνωστές | Σηπτική καταπληξία (μπορεί να εμφανιστεί και ως αποτέλεσμα της μυελοκαταστολής), σηψαιμία, πνευμονία |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Σπάνιες | Οξεία λεμφοκυτταρική λευχαιμία, οξεία μυελογενής λευχαιμία με ή χωρίς προ-λευχαιμική φάση σε ασθενείς υπό θεραπεία με επιρουβικίνη σε συνδυασμό με αντινεοπλασματικούς παράγοντες που καταστρέφουν το DNA. Οι λευχαιμίες αυτές μπορεί να έχουν βραχεία λανθάνουσα περίοδο (1-3 έτη) |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ συχνές | Μυελοκαταστολή (λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία και ουδετεροπενία, αναιμία, εμπύρετη ουδετεροπενία) |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Όχι συχνές | Θρομβοπενία |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Μη γνωστές | Αιμορραγία και υποξία ιστών ως αποτέλεσμα της μυελοκαταστολής |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σπάνιες | Αναφυλαξία (αναφυλακτικές/αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις με ή χωρίς καταπληξία συμπεριλαμβανομένων δερματικού εξανθήματος, κνησμού, πυρετού και ρίγους) |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Ανορεξία, αφυδάτωση |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Σπάνιες | Υπερουριχαιμία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Σπάνιες | Ζάλη |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη γνωστές | Περιφερική νευροπάθεια (με υψηλές δόσεις), κεφαλαλγία |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Μη γνωστές | Επιπεφυκίτιδα, κερατίτιδα |
| Καρδιακές διαταραχές | Σπάνιες | Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), (δύσπνοια, οίδημα, διόγκωση του ήπατος, ασκίτης, πνευμονικό οίδημα, υπεζωκοτικές συλλογές, καλπαστικός ρυθμός) καρδιοτοξικότητα (π.χ. ΗΚΓ μεταβολές, αρρυθμία καρδιομυοπάθεια), κοιλιακή ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός, σκελικός αποκλεισμός |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Εξάψεις |
| Αγγειακές διαταραχές | Όχι συχνές | Φλεβίτιδα, θρομβοφλεβίτιδα |
| Αγγειακές διαταραχές | Μη γνωστές | Καταπληξία, θρομβοεμβολή, συμπεριλαμβανομένης πνευμονικής εμβολής (σε μεμονωμένες περιπτώσεις με θανατηφόρο έκβαση) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Συχνές | Βλεννογονιδίτιδα (μπορεί να εμφανιστεί 5 έως 10 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας), οισοφαγίτιδα, στοματίτιδα, έμετος, διάρροια η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα αφυδάτωση, ναυτία (εμφανίζονται ναυτία και έμετος μέσα στις πρώτες 24 ώρες (σε όλους σχεδόν τους ασθενείς)) |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Μη γνωστές | Διάβρωση του στοματικού βλεννογόνου, στοματική εξέλκωση, στοματικό άλγος, αίσθημα καύσου του βλεννογόνου, στοματική αιμορραγία και στοματική μελάγχρωση |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Αλωπεκία (στο 60-90% των περιπτώσεων θεραπείας. Στους άνδρες περιλαμβάνει πτωχή ανάπτυξη της γενειάδας. Η αλωπεκία είναι δοσεξαρτώμενη και στις περισσότερες περιπτώσεις αναστρέψιμη) |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνιες | Κνίδωση, κνησμός, τοπικές ερυθηματώδεις αντιδράσεις κατά μήκος της φλέβας που χρησιμοποιήθηκε για την ένεση. |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Μη γνωστές | Τοπική τοξικότητα, εξάνθημα, κνησμός, μεταβολές του δέρματος, ερύθημα, εξάψεις, μεταβολές του δέρματος και των ονύχων (υπέρχρωση), φωτοευαισθησία, υπερευαισθησία του ακτινοβολημένου δέρματος (αντίδραση ανάκλησης της ακτινοβολίας) |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ συχνές | Ερυθρός χρωματισμός των ούρων για 1 έως 2 ημέρες μετά τη χορήγηση |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Μη γνωστές | Πρωτεϊνουρία σε ασθενείς υπό θεραπεία με υψηλή δόση. |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Σπάνιες | Αμηνόρροια, αζωοσπερμία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Ερύθημα του σημείου έγχυσης |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Σπάνιες | Αίσθημα κακουχίας, εξασθένιση, πυρετός, ρίγη, υπερπυρεξία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Μη γνωστές | Τοπικό άλγος, σοβαρή κυτταρίτιδα, νέκρωση ιστού, φλεβοσκλήρυνση μετά από τυχαία παραφλεβική ένεση |
| Έρευνες | Σπάνιες | Μεταβολές στα επίπεδα τρανσαμινασών |
| Έρευνες | Μη γνωστές | Ασυμπτωματικές πτώσεις στο κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Συχνές | Χημική κυστίτιδα, ορισμένες φορές αιμορραγική, με την ενδοκυστική χορήγηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) |
Ενδοκυστική χορήγηση: Καθώς μόνο ένα πολύ μικρό ποσό του δραστικού συστατικού επαναπορροφάται μετά από ενδοκυστική ενστάλαξη, οι σοβαρές συστηματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου καθώς και αλλεργικές αντιδράσεις είναι σπάνιες. Πιο συχνά αναφερόμενες είναι τοπικές αντιδράσεις όπως η αίσθηση καύσου και συχνή ούρηση (συχνοουρία). Περιστασιακά έχουν αναφερθεί βακτηριακή ή χημική κυστίτιδα (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Αυτές οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις του φαρμάκου είναι συνήθως αναστρέψιμες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
(βλ. Προκλινικά δεδομένα)
Γονιμότητα
Η επιρουβικίνη θα μπορούσε να προκαλέσει χρωμοσωμική βλάβη στα ανθρώπινα σπερματοζωάρια. Άντρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέσα αντισύλληψης και, εάν κρίνεται απαραίτητο και είναι δυνατό, πρέπει να αναζητήσουν συμβουλή σχετικά με τη διατήρηση σπέρματος λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας που προκαλείται από τη θεραπεία. Οι άντρες ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με επιρουβικίνη συνιστάται να μην αποκτήσουν παιδί κατά τη διάρκεια και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία. Η επιρουβικίνη μπορεί να προκαλέσει αμηνόρροια ή πρόωρη εμμηνόπαυση σε γυναίκες στην προεμμηνόπαυση. Οι άνδρες και γυναίκες πρέπει να χρησιμοποιούν μία αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά από αυτή.
Κύηση
Οι γυναίκες με αναπαραγωγική δυνατότητα πρέπει να συμβουλεύονται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης. Πειραματικά δεδομένα σε ζώα υποδηλώνουν ότι η επιρουβικίνη ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες. Στην περίπτωση που η επιρουβικίνη χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (κυρίως στο πρώτο τρίμηνο) ή στην περίπτωση που η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει το φάρμακο αυτό, η ασθενής πρέπει να πληροφορείται το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο και τα κυτταροστατικά φάρμακα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο επί αυστηρής ένδειξης και όταν το πιθανό όφελος για τη μητέρα έχει σταθμιστεί κατά των πιθανών κινδύνων των ανεπιθύμητων ενεργειών στην αναπαραγωγή. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε έγκυες γυναίκες. Η επιρουβικίνη πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το δυνητικό όφελος δικαιολογεί το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η επιρουβικίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Λόγω του ότι πολλά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων ανθρακυκλίνων, απεκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και λόγω της πιθανότητας σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών κατά το θηλασμό των νεογνών από την επιρουβικίνη, οι μητέρες πρέπει να διακόπτουν το θηλασμό πριν την έναρξη της λήψης του φαρμάκου αυτού.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανθρακυκλίνες και συναφείς ουσίες. κωδικός ATC: L01DB03
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης εξαρτάται από την ικανότητά της να σχηματίζει σύμπλοκα με το DNA. Πειραματικές μελέτες με καλλιέργειες κυττάρων έδειξαν ότι η επιρουβικίνη διεισδύει γρήγορα στο κύτταρο και ανακτάται στον πυρήνα, όπου αναστέλλει τη σύνθεση του νουκλεϊκού οξέος και τη μίτωση. Η δραστηριότητα της επιρουβικίνης επαληθεύτηκε σε πολλούς πειραματικούς όγκους, μεταξύ των οποίων λευχαιμίες L1210 και P388, σάρκωμα SA 180 (συμπαγής και ασκιτική μορφή), μελάνωμα B16, καρκίνωμα μαστού, καρκίνωμα πνεύμονα του Lewis και καρκίνωμα παχέος εντέρου 38, επιπλέον δείχτηκε δράση επί των ανθρώπινων όγκων που μεταμοσχεύτηκαν σε αθυμικά γυμνά ποντίκια (μελάνωμα και καρκίνωμα μαστού, πνεύμονα, προστάτη και ωοθηκών).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-EPIRUBICIN HYDROCHLORIDE-PHARMACHEMIE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σε ασθενείς με φυσιολογική ηπατική και νεφρική λειτουργία το επίπεδο της επιρουβικίνης στο πλάσμα πέφτει μετά από ενδοφλέβια ένεση 60-150 mg/m² με τριεκθετικό τρόπο με πολύ ταχεία πρώτη φάση και βραδεία τελική φάση με μέσο χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 40 ωρών. Οι δόσεις αυτές είναι μεταξύ των ορίων της φαρμακοκινητικής γραμμικότητας που αφορούν τόσο στις τιμές κάθαρσης πλάσματος όσο και στο μεταβολισμό. Οι μελέτες κατανομής σε αρουραίους κατέδειξαν ότι η επιρουβικίνη δεν διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Οι υψηλές τιμές κάθαρσης πλάσματος της επιρουβικίνης (0,9 l/min) και οι μέθοδοι βραδείας απομάκρυνσης καταδεικνύουν μεγάλο όγκο κατανομής.
Βιομετατροπή
Οι πιο σημαντικοί μεταβολίτες που ταυτοποιήθηκαν είναι η epirubicinol (13-OH epirubicin), τα γλυκουρονίδια της επιρουβικίνης και της epirubicinol. Η 4’-O-γλυκουρονιδίωση διαχωρίζει την επιρουβικίνη από τη δοξορουβικίνη και μπορεί να επεξηγήσει την ταχύτερη απομάκρυνση της επιρουβικίνης και τη μειωμένη τοξικότητά της. Τα επίπεδα πλάσματος του πιο σημαντικού μεταβολίτη, της epirubicinol, είναι πάντα χαμηλότερα από αυτά του αναλλοίωτου προϊόντος και πρακτικά κινούνται παράλληλα.
Απέκκριση
Περίπου 9-10% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω των ούρων μέσα σε 48 ώρες. Η επιρουβικίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του ήπατος· περίπου 40% της χορηγούμενης δόσης ανακτάται στη χολή μέσα σε 72 ώρες. Η διαταραχή της ηπατικής λειτουργίας επιφέρει υψηλότερα επίπεδα πλάσματος και απαιτεί μείωση της δόσης.
ΕΟΦ · 8.3
Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
expand_more
Κυτταροτοξικά αντιβιοτικά
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [60 mg/m2 Δοσολογία]
- 27 ± 11 L/kg [75 mg/m2 Δοσολογία]
- 23 ± 7 L/kg [120 mg/m2 Δοσολογία]
- 21 ± 7 L/kg [150 mg/m2 Δοσολογία]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Απομάκρυνση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 60 mg/m2]
- 83 +/- 14 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 75 mg/m2]
- 65 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 120 mg/m2]
- 69 +/- 13 L/hour [Ασθενείς με Στερεούς Όγκους που Λαμβάνουν ενδοφλέβια Epirubicin 150 mg/m2]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η επιρουβικίνη είναι ένας αντινεοπλαστικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Γενικές ιδιότητες των φαρμάκων αυτής της κατηγορίας περιλαμβάνουν: αλληλεπίδραση με το DNA με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβολής (εισχώρηση μεταξύ των ζευγών βάσεων), της θραύσης αλυσίδων DNA και της αναστολής του ενζύμου τοποϊσομεράση II. Οι περισσότερες από αυτές τις ενώσεις έχουν απομονωθεί από φυσικές πηγές και είναι αντιβιοτικά. Ωστόσο, στερούνται της ειδικότητας των αντιμικροβιακών αντιβιοτικών και ως εκ τούτου προκαλούν σημαντική τοξικότητα. Οι ανθρακυκλίνες είναι από τα πιο σημαντικά διαθέσιμα αντικαρκινικά φάρμακα. Η δοξορουβικίνη χρησιμοποιείται ευρέως για τη θεραπεία διαφόρων συμπαγών όγκων, ενώ η δαουνορουβικίνη και η ιδαρουβικίνη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για τη θεραπεία της λευχαιμίας. Η επιρουβικίνη μπορεί επίσης να αναστέλλει τη δραστηριότητα της πολυμεράσης, να επηρεάζει τη ρύθμιση της γονιδιακής έκφρασης και να προκαλεί βλάβη στο DNA από ελεύθερες ρίζες. Η επιρουβικίνη έχει αντικαρκινική δράση έναντι ενός ευρέος φάσματος όγκων, είτε μοσχευμάτων είτε σποραδικών. Οι ανθρακυκλίνες είναι μη ειδικές ως προς τον κυτταρικό κύκλο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η επιρουβικίνη έχει αντιμιτωτική και κυτταροτοξική δράση. Αναστέλλει τη σύνθεση νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών μέσω διαφόρων προτεινόμενων μηχανισμών δράσης:
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει συμπλέγματα με το DNA με παρεμβολή μεταξύ των ζευγών βάσεων.
- Αναστέλλει τη δραστηριότητα της τοποϊσομεράσης II σταθεροποιώντας το σύμπλοκο DNA-τοποϊσομεράσης II, εμποδίζοντας την επανασύνδεση που καταλύει η τοποϊσομεράση II.
- Παρεμβαίνει στην αντιγραφή και τη μεταγραφή του DNA αναστέλλοντας τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης.
Η επιρουβικίνη είναι ένας κυτταροτοξικός παράγοντας της κατηγορίας των ανθρακυκλινών. Αν και είναι γνωστό ότι οι ανθρακυκλίνες μπορούν να επηρεάσουν διάφορες βιοχημικές και βιολογικές λειτουργίες εντός των ευκαρυωτικών κυττάρων, οι ακριβείς μηχανισμοί των κυτταροτοξικών και/ή αντι-προοπτικών ιδιοτήτων της επιρουβικίνης δεν έχουν διευκρινιστεί πλήρως.
- Η επιρουβικίνη σχηματίζει ένα σύμπλοκο με το DNA μέσω παρεμβολής των επίπεδων δακτυλίων της μεταξύ των ζευγών βάσεων νουκλεοτιδίων, με συνέπεια την αναστολή της σύνθεσης νουκλεϊκών οξέων (DNA και RNA) και πρωτεϊνών.
- Αυτή η παρεμβολή προκαλεί διάσπαση του DNA από την τοποϊσομεράση II, οδηγώντας σε κυτταρική νέκρωση.
- Η επιρουβικίνη αναστέλλει επίσης τη δραστηριότητα της DNA ελικάσης, εμποδίζοντας την ενζυμική διάσπαση του διπλής έλικας DNA και παρεμβαίνοντας στην αντιγραφή και τη μεταγραφή.
- Η επιρουβικίνη εμπλέκεται επίσης σε αντιδράσεις οξειδοαναγωγής, παράγοντας κυτταροτοξικές ελεύθερες ρίζες.
Η αντι-προοπτική και κυτταροτοξική δράση της επιρουβικίνης θεωρείται ότι οφείλεται σε αυτούς ή άλλους πιθανούς μηχανισμούς.
Η επιρουβικίνη καταπολεμά τον καρκίνο μέσω της αναστολής της τοποϊσομεράσης II, παράγοντας έτσι θραύσεις στην αλυσίδα του DNA που τελικά οδηγούν σε απόπτωση των κυττάρων. Ωστόσο, οι ανθρακυκλίνες παράγουν ελεύθερες ρίζες που μπορεί να εξηγήσουν τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους. Ο δεξραζοξάνης – ένας χηλικός παράγοντας σιδήρου – αποδείχθηκε ότι μειώνει την παραγωγή ελεύθερων ριζών και την καρδιοτοξικότητα των ανθρακυκλινών. Σε αυτή τη μελέτη, αναφέρουμε τις συγκεντρώσεις της κυτταρικής 8-οξο-7,8-διυδρο-2’-δεοξυγουανίνης (8-οξο-dGuo) σε σχέση με τη 2’-δεοξυγουανίνη (dGuo), και τα αποτελέσματα της δοκιμασίας κομήτη από μια μελέτη που περιλάμβανε 20 ασθενείς με καρκίνο που έλαβαν θεραπεία με επιρουβικίνη. Αναφέρονται επίσης οι συγκεντρώσεις βιταμινών Α, Ε, C και καροτενοειδών στο πλάσμα. Όλα τα δεδομένα συλλέχθηκαν πριν και αμέσως μετά την ενδοφλέβια έγχυση επιρουβικίνης. Οι λόγοι 8-οξο-dGuo προς dGuo μετρήθηκαν στο DNA των λευκοκυττάρων με HPLC-coulometry μετά από εκχύλιση NaI των νουκλεϊκών οξέων. Οι βιταμίνες Α και Ε και τα καροτενοειδή μετρήθηκαν με HPLC-spectrophotometry. Η βιταμίνη C μετρήθηκε με HPLC-spectrofluorimetry. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo αυξήθηκαν σημαντικά από 0,34 σε 0,48 βλάβες ανά 100.000 βάσεις, ενώ το ποσοστό DNA της ουράς αυξήθηκε από 3,47 σε 3,94 μετά τη χημειοθεραπεία. Οι διάμεσοι λόγοι 8-οξο-dGuo/dGuo και το ποσοστό της ουράς DNA παρέμειναν εντός των φυσιολογικών ορίων. Μόνο η βιταμίνη C μειώθηκε σημαντικά από 55,4 σε 50,3 μM. Οι μειώσεις στις βιταμίνες Α, Ε, λουτεΐνη και ζεαξανθίνη δεν ήταν σημαντικές, αλλά οι συγκεντρώσεις ήταν κάτω από το κατώτατο όριο του φυσιολογικού εύρους τόσο πριν όσο και μετά τη χημειοθεραπεία. Μόνο η συσχέτιση μεταξύ των αποτελεσμάτων της δοκιμασίας κομήτη και των συγκεντρώσεων της βιταμίνης C ήταν σημαντική (rho =-0,517, p = 0,023). Αυτή η μελέτη δείχνει ότι το κυτταρικό DNA υφίσταται βλάβες από τις ελεύθερες ρίζες που παράγονται από την επιρουβικίνη, οι οποίες παράγουν τη μεταλλαξιγόνο τροποποιημένη βάση 8-οξο-dGuo και είναι υπεύθυνες για τις θραύσεις της αλυσίδας. Ωστόσο, οι θραύσεις της αλυσίδας δημιουργούνται όχι μόνο από ελεύθερες ρίζες αλλά και από την αναστολή της τοποϊσομεράσης II. Σε μια προηγούμενη μελέτη, δεν βρήκαμε καμία σημαντική αλλαγή στην απέκκριση 8-οξο-dGuo στα ούρα μετά από θεραπεία με αδριαμυκίνη. Ωστόσο, το 8-οξο-dGuo μπορεί να είχε αυξηθεί στο τέλος της συλλογής ούρων, καθώς η επιδιόρθωση του DNA και η επακόλουθη νεφρική απέκκριση είναι σχετικά αργές διαδικασίες. Σε μια άλλη μελέτη, οι συγγραφείς χρησιμοποίησαν GC-MS για να ανιχνεύσουν 8-οξο-dGuo στο DNA και δεν βρήκαν καμία αλλαγή μετά από παρατεταμένη έγχυση αδριαμυκίνης. Συζητούνται οι λόγοι για αυτές τις φαινομενικές αποκλίσεις.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- 100% (πιθανώς αναφέρεται σε απορρόφηση ή ολοκλήρωση δράσης, ασαφές από το αρχικό κείμενο).
- Η επιρουβικίνη και οι κύριοι μεταβολίτες της απεκκρίνονται μέσω χοληρικής απέκκρισης και, σε μικρότερο βαθμό, μέσω νεφρικής απέκκρισης.
- Όγκος Κατανομής:
- 21 ± 2 L/kg [Δόση 60 mg/m²]
- 27 ± 11 L/kg [Δόση 75 mg/m²]
- 23 ± 7 L/kg [Δόση 120 mg/m²]
- 21 ± 7 L/kg [Δόση 150 mg/m²]
- Κάθαρση (Clearance):
- 65 +/- 8 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 60 mg/m²]
- 83 +/- 14 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 75 mg/m²]
- 65 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 120 mg/m²]
- 69 +/- 13 L/ώρα [Ασθενείς με συμπαγείς όγκους που έλαβαν ενδοφλέβια επιρουβικίνη 150 mg/m²]
- Η φαρμακοκινητική στο πλάσμα και στους ιστούς της επιρουβικίνης (II) και της δαουνορουβικίνης (III) μελετήθηκε σε ασθενείς. Τα επίπεδα στο πλάσμα των II και των 13-υδροξυ μεταβολιτών τους προσδιορίστηκαν με LC, όπως και τα επίπεδα στο πλάσμα του III. Συμπεράνθηκε ότι η κινητική του πλάσματος για τα 3 φάρμακα ήταν παρόμοια, και ότι η πρόσληψη από τους ιστούς για τα I (δoξoρουβικίνη) και II (επιρουβικίνη) ήταν σχεδόν ίδια. Ο όγκος όγκου συγκέντρωσε τα φάρμακα στον μεγαλύτερο βαθμό, ενώ ο λιπώδης ιστός είχε τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις.
- Η παρασκευή και η αξιολόγηση in vitro και in vivo μικροσφαιριδίων αυγού λευκώματος που περιέχουν υδροχλωρική επιρουβικίνη (I) είναι λεπτομερείς. Η φαρμακοκινητική του I μελετήθηκε σε αρουραίους μετά από μεμονωμένες ενδοφλέβιες δόσεις και οι μελέτες αποτελεσματικότητας διεξήχθησαν σε ποντίκια με καρκίνο Ehrlich ascites και σε αρουραίους με καρκίνο Walker. Η κινητική της in vitro απελευθέρωσης του φαρμάκου συμμορφώθηκε εν μέρει με μοντέλο πρώτης τάξης, καθώς και με μοντέλο διάχυσης από μια μήτρα. Η φαρμακοκινητική στον ορό, την καρδιά και τους πνεύμονες αρουραίων θα μπορούσε να περιγραφεί από την εξίσωση του ανοιχτού μοντέλου 2 διαμερισμάτων. Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι που υπολογίστηκαν υποδηλώνουν τη δυνατότητα βελτίωσης της επιλεκτικής παγίδευσης του I από τους πνεύμονες. Στις μελέτες αποτελεσματικότητας σε ζώα, το I αύξησε τους χρόνους επιβίωσης σε όλες τις ομάδες που έλαβαν θεραπεία. Συμπεράνθηκε ότι τα δεδομένα υποδηλώνουν τη δυνατότητα στοχεύσεως οργάνων με μικροσφαιρίδια I.
- /ΓΆΛΑ/ Η επιρουβικίνη απεκκρίθηκε στο γάλα αρουραίων που έλαβαν 0,50 mg/kg/ημέρα επιρουβικίνης κατά τις περιγεννητικές και μεταγεννητικές περιόδους. Δεν είναι γνωστό εάν αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η επιρουβικίνη κατανέμεται ταχέως και ευρέως στους ιστούς. Η σύνδεση της επιρουβικίνης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως την αλβουμίνη, είναι περίπου 77% και δεν επηρεάζεται από τη συγκέντρωση του φαρμάκου. Η επιρουβικίνη φαίνεται επίσης να συγκεντρώνεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια. οι συγκεντρώσεις στο ολικό αίμα είναι περίπου διπλάσιες από αυτές του πλάσματος.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Περίπου 77%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Υποβάλλεται εκτενώς και ταχέως σε μεταβολισμό στο ήπαρ. Η επιρουβικίνη μεταβολίζεται επίσης από άλλα όργανα και κύτταρα, συμπεριλαμβανομένων των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Οι τέσσερις κύριες μεταβολικές οδοί είναι:
- Αναγωγή της κετο-ομάδας C-13 με τον σχηματισμό του 13(S)-διυδροπαραγώγου, της επιρουβικινολόλης.
- Συζεύξη τόσο του αμετάβλητου φαρμάκου όσο και της επιρουβικινολόλης με γλυκουρονικό οξύ.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω υδρολυτικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών της δοξορουβικίνης και της δοξορουβικινολόλης.
- Απώλεια της αμινο-σακχαριτικής μονάδας μέσω μιας οξειδοαναγωγικής διαδικασίας με τον σχηματισμό των αγλυκονών 7-δεοξυ-δοξορουβικίνης και 7-δεοξυ-δοξορουβικινολόλης.
Η επιρουβικινολόλη παρουσιάζει in vitro κυτταροτοξική δράση (~10% της επιρουβικίνης), αλλά είναι απίθανο να φτάσει σε επαρκείς συγκεντρώσεις in vivo για να προκαλέσει κυτταροτοξικά αποτελέσματα. Καμία σημαντική δραστηριότητα ή τοξικότητα δεν έχει αναφερθεί για τους άλλους μεταβολίτες.
Οι μεταβολίτες δευτεροταγούς αλκοόλης έχουν προταθεί ως υπεύθυνοι για τη χρόνια καρδιοτοξικότητα που προκαλείται από τη δοξορουβικίνη (DOX) και άλλες αντικαρκινικές ανθρακυκλίνες. Σε αυτή τη μελέτη, ο ανθρώπινος καρδιακός κυτταρόπλασμα, συμπληρωμένος με NADPH, βρέθηκε να αναγάγει την καρβονυλική ομάδα στην πλευρική αλυσίδα του τετρακυκλικού δακτυλίου της δοξορουβικίνης, παράγοντας τον μεταβολίτη δευτεροταγούς αλκοόλης δοξορουβικινολόλη (DOXol). Παρατηρήθηκε μείωση στο επίπεδο σχηματισμού μεταβολίτη αλκοόλης αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με επιρουβικίνη (EPI), ένα λιγότερο καρδιοτοξικό ανάλογο που χαρακτηρίζεται από αξονική προς ισημερινή επιμερίωση της υδροξυλομάδας στο C-4 στην αμινο-σακχαριτική μονάδα που συνδέεται με τον τετρακυκλικό δακτύλιο (δαουνοσαμίνη). Παρόμοια μείωση παρατηρήθηκε αντικαθιστώντας τη δοξορουβικίνη με MEN, μια νέα ανθρακυκλίνη με προκλινικές ενδείξεις μειωμένης καρδιοτοξικότητας. Το MEN χαρακτηρίζεται από την απουσία μεθοξυ-ομάδας στο C-4 στον τετρακυκλικό δακτύλιο και από την παρεμβολή 2,6-διδεοξυ-L-φουκόζης μεταξύ της δαουνοσαμίνης και της αγλυκόνης. Πολλαπλές συγκρίσεις με μεθοξυ- ή 4-δεμεθοξυαγλυκόνες, και διάφορες μονο- ή δι-σακχαριτικές 4-δεμεθοξυανθρακυκλίνες, έδειξαν ότι τόσο η απουσία της μεθοξυ-ομάδας όσο και η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας περιόρισαν τον σχηματισμό μεταβολίτη αλκοόλης από το MEN. Μελέτες με ενζυματικά παραγόμενες ή καθαρές ανθρακυκλινικές δευτεροταγείς αλκοόλες έδειξαν επίσης ότι η παρουσία δι-σακχαριτικής μονάδας, αλλά όχι η απουσία μεθοξυ-ομάδας, έκανε τον μεταβολίτη του MEN λιγότερο δραστικό με το σύμπλοκο [4Fe-4S] της κυτταροπλασματικής ακονιτάσης, όπως αποδεικνύεται από την περιορισμένη επανα-οξείδωσή του στην μητρική καρβονυλική ανθρακυκλίνη και από μειωμένο επίπεδο απώλειας Fe(II) από το σύμπλοκο. Συνολικά, αυτές οι μελέτες (i) χαρακτηρίζουν τη διαφορετική επίδραση των υποκαταστατών μεθοξυ και σακχάρου στον σχηματισμό και την [4Fe-4S] δραστικότητα των ανθρακυκλινικών δευτεροταγών αλκοολών, (ii) υποστηρίζουν τον ρόλο των μεταβολιτών αλκοόλης στην ανθρακυκλινική-προκαλούμενη καρδιοτοξικότητα, καθώς αποδεικνύουν ότι οι λιγότερο καρδιοτοξικές EPI και MEN 10755 μοιράζονται μια μείωση στο επίπεδο σχηματισμού τέτοιων μεταβολιτών, και (iii) υποδηλώνουν ότι η καρδιοτοξικότητα του MEN μπορεί να μειωθεί περαιτέρω από την μειωμένη [4Fe-4S] δραστικότητα του μεταβολίτη αλκοόλης του.
Πολλά αντινεοπλαστικά φάρμακα βρέθηκαν να έχουν καρκινογόνο, μεταλλαξιγόνο και τερατογόνο δυναμικό. Σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να πραγματοποιηθεί κυτταρογενετικός έλεγχος και παρακολούθηση εσωτερικής δόσης του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων που εμπλέκεται τακτικά στην προετοιμασία κυτταροστατικών παραγόντων, προκειμένου να ελεγχθούν πιθανές γονοτοξικές επιδράσεις που προκαλούνται από κυτταροστατικούς παράγοντες λόγω επαγγελματικής έκθεσης υπό κανονικές συνθήκες εργασίας, και σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. … Μετρήθηκε η πλατίνα στο ολικό αίμα και οι ανθρακυκλίνες στο πλάσμα για την εκτίμηση της εσωτερικής έκθεσης σε κυτταροστατικούς παράγοντες. Το επίπεδο κυτταρογενετικής βλάβης προσδιορίστηκε σε λεμφοκύτταρα περιφερικού αίματος με τη δοκιμασία μικροπυρήνων και τη δοκιμασία ανταλλαγής χρωματίδων. Πραγματοποιήθηκαν πέντε σειρές παρακολούθησης κατά τη διάρκεια 2 ετών. … Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στις μέσες συχνότητες ανταλλαγών χρωματίδων (SCE) και μικροπυρήνων (MN) μεταξύ των επαγγελματικά εκτεθειμένων υποκειμένων και των μαρτύρων (9,9 +/- 1,4 έναντι 10,1 +/- 1,2 SCEs/κύτταρο και 21,2 +/- 7,2 έναντι 23,3 +/- 7,5 MN/2000 διπύρηνα (BN) κύτταρα, n = 16). Σημαντικές αυξήσεις των SCE ή MN ανιχνεύθηκαν σε επτά από τις 12 περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης στον χώρο εργασίας, ενώ δεν παρατηρήθηκε αύξηση της πλατίνας στο αίμα και των ανθρακυκλινών στο πλάσμα σε αυτά τα υποκείμενα. Δύο περιπτώσεις μη αναφερόμενης μόλυνσης ταυτοποιήθηκαν με τη μέτρηση επιρουβικίνης στο πλάσμα. Το κάπνισμα βρέθηκε να αυξάνει σημαντικά τα SCE. Δεν παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ των ατομικών σκορ SCE και MN. … Τα ευρήματα των συγγραφέων υποστηρίζουν μια παροδική αύξηση των SCE ή MN μετά από σχετική έκθεση σε κυτταροστατικούς παράγοντες σε περιπτώσεις ακούσιας μόλυνσης. Η απουσία σημαντικών διαφορών στα SCE και MN μεταξύ του προσωπικού φαρμακείων νοσοκομείων και των μη εκτεθειμένων μαρτύρων, υποδεικνύει υψηλά πρότυπα ασφάλειας στους αντίστοιχους χώρους εργασίας.
Υπάρχουν ισχυρές in vitro ενδείξεις ότι η αξιολόγηση της φαρμακοκινητικής της δοξορουβικίνης ή της επιρουβικίνης με βάση αποκλειστικά τη συγκέντρωση στο πλάσμα μπορεί να μην διευκρινίζει πλήρως τις διαφορές μεταξύ των δύο φαρμάκων. Και οι δύο ενώσεις συνδέονται με τα ερυθροκύτταρα και η διαφορετική τους σύνδεση με την αιμοσφαιρίνη μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή τους στον οργανισμό. Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν η σύγκριση της φαρμακοκινητικής και του μεταβολισμού της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης με βάση τη συγκέντρωση στο πλάσμα, την ποσότητα που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος και την ταυτόχρονη παρακολούθηση της χολικής και νεφρικής απέκκρισης του αμετάβλητου φαρμάκου και των μεταβολιτών μετά από χορήγηση εφάπαξ και πολλαπλών δόσεων. Μετρήθηκε επίσης το επίπεδο της Ca2+-ATPase του σαρκοπλασματικού δικτύου στην καρδιά ως βιοδείκτης καρδιοτοξικότητας. Αρσενικοί αρουραίοι Sprague-Dawley έλαβαν θεραπεία σε παράλληλο σχεδιασμό με δοξορουβικίνη ή επιρουβικίνη σε καθεστώς πολλαπλών δόσεων (4 mg kg(-1) την εβδομάδα) ή ως εφάπαξ ένεση (20 mg kg(-1)). Δείγματα αίματος, ούρων και χολής συλλέχθηκαν περιοδικά μετά από κάθε δόση στο καθεστώς πολλαπλών δόσεων και την εφάπαξ ένεση, και στο τέλος κάθε πειράματος αφαιρέθηκαν οι καρδιές. Προσδιορίστηκαν οι συγκεντρώσεις κάθε φαρμάκου σε δείγματα πλάσματος, κύτταρα αίματος, χολής και ούρων, και με ταυτόχρονη προσαρμογή καμπυλών δεδομένων πλάσματος και χολής σύμφωνα με κομπαρτμενταλική ανάλυση, εκτιμήθηκαν οι φαρμακοκινητικές παράμετροι και σταθερές. Η συγκέντρωση του φαρμάκου που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αναλύθηκε σύμφωνα με μη-κομπαρτμενταλική ανάλυση. Τα δείγματα χολής και ούρων παρείχαν τα in vivo δεδομένα μεταβολισμού. Το επίπεδο της Ca2+-ATPase στην καρδιά, που προσδιορίστηκε με Western blotting, χρησιμοποιήθηκε ως τοξικοδυναμική παράμετρος για συσχέτιση με τα κινητικά δεδομένα. Τα καθεστώτα πολλαπλών δόσεων μείωσαν τη συνολική κάθαρση του πλάσματος και αύξησαν την περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου πλάσματος και των δύο φαρμάκων. Επίσης, η περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος αυξήθηκε με τις εβδομαδιαίες δόσεις, και ο σχετικός μέσος χρόνος διαμονής (MRT) και ο φαινόμενος όγκος κατανομής (Vdss) μειώθηκαν σταθερά. Σε αντίθεση με τη δοξορουβικίνη, ο μέσος χρόνος διαμονής και ο Vdss της επιρουβικίνης αυξήθηκαν σημαντικά. Τα μεταβολικά δεδομένα έδειξαν σημαντικές διαφορές στο επίπεδο των μεταβολιτών αλκοόλης και αγλυκόνης. Η δοξορουβικινολόλη και οι αγλυκόνες της δοξορουβικίνης ήταν σημαντικά μεγαλύτερες από την επιρουβικινολόλη και τις αγλυκόνες της επιρουβικίνης, ενώ η αγλυκόνη της επιρουβικινολόλης ήταν μεγαλύτερη από την αγλυκόνη της δοξορουβικινολόλης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στα κύτταρα του αίματος συσχετίστηκε γραμμικά με τις αλλαγές στην καθαρή ένταση της Ca2+-ATPase. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης καταδεικνύουν τη σημασία της κινητικής της επιρουβικίνης και της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος. Η γραμμική συσχέτιση μεταξύ της μείωσης της καθαρής έντασης του βιοδείκτη με την περιοχή κάτω από την καμπύλη της δοξορουβικίνης που σχετίζεται με τα κύτταρα του αίματος επιβεβαιώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο ενώσεων σχετίζονται με την αλληλεπίδρασή τους με τα κύτταρα του αίματος. Αυτή η παρατήρηση, μαζί με τις παρατηρούμενες διαφορές στο μεταβολισμό, μπορεί να υπογραμμίσει έναν σημαντικό ρόλο των κυττάρων του αίματος στην κατανομή και το μεταβολισμό της δοξορουβικίνης και της επιρουβικίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής για τις φάσεις α, β, και γ είναι περίπου 3 λεπτά, 2,5 ώρες και 33 ώρες, αντίστοιχα.
Η φαρμακοκινητική της επιρουβικίνης μπορεί να περιγραφεί από ένα μοντέλο 3 διαμερισμάτων, με διάμεσες τιμές χρόνου ημίσειας ζωής 3,2 λεπτά, 1,2 και 32 ώρες για κάθε φάση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA (Φαρμακολογική)
- 3Z8479ZZ5X
- EPIRUBICIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης
- Χημική Δομή [CS] - Ανθρακυκλίνες
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Τοποϊσομεράσης
Η επιρουβικίνη είναι ένας Αναστολέας Τοποϊσομεράσης Ανθρακυκλίνης. Ο μηχανισμός δράσης της επιρουβικίνης είναι ως Αναστολέας Τοποϊσομεράσης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH (Φαρμακολογική)
- Χημικές ουσίες, που παράγονται από μικροοργανισμούς, αναστέλλουν ή εμποδίζουν τον πολλαπλασιασμό των νεοπλασμάτων.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τη δραστηριότητα της DNA TOPOISOMERASE II. Περιλαμβάνονται σε αυτή την κατηγορία μια ποικιλία ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την ευκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II και ΑΝΤΙΒΑΚΤΗΡΙΑΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ που στοχεύουν την προκαρυωτική μορφή της τοποϊσομεράσης II.