DORZOLAMIDE
Δορζολαμίδη
Tα φάρμακα αυτά προκαλούν μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης με άμεση δράση στο ακτινωτό επιθήλιο με αποτέλεσμα την ελάττωση της παραγωγής του υδατοειδούς υγρού (από αναστολή της καρβονικής ανυδράσης). Eξαιτίας των σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια χορήγηση, …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-DELAZO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Οφθαλμική
- Χορήγηση: Τρεις φορές ημερησίως (ως μονοθεραπεία) ή δύο φορές ημερησίως (ως συμπληρωματική θεραπεία)
- Δόση έναρξης: μία σταγόνα, τρεις φορές ημερησίως
-
ΕνήλικεςΔόσημία σταγόναΤρεις φορές ημερησίως ως μονοθεραπεία. Δύο φορές ημερησίως ως συμπληρωματική θεραπεία σε οφθαλμικό βήτα-αναστολέα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόσημία σταγόνα, τρεις φορές ημερησίωςΠεριορισμένα κλινικά στοιχεία (φαρμακοτεχνική μορφή με συντηρητικό). (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
block
SPC-DELAZO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (CrCl< 30 ml/min)Πληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (CrCl< 30 ml/min)
-
Υπερχλωραιμική οξέωσηΠληθυσμόςασθενείς με υπερχλωραιμική οξέωση
warning
SPC-DELAZO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίανα χορηγείται με προσοχή
-
Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςΠληθυσμόςασθενείς με οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίαςδεν έχει μελετηθεί, απαιτούνται επιπρόσθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις
-
Σουλφοναμιδικές αντιδράσεις/Υπερευαισθησίαπροσοχήσε περίπτωση εμφάνισης σημείων σοβαρών αντιδράσεων ή υπερευαισθησίας, σταματήστε τη χρήση αυτού του σκευάσματος
-
ΟυρολιθίασηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προηγούμενο ιστορικό λίθων στα νεφράαυξημένος κίνδυνος
-
Αλλεργικές αντιδράσεις (επιπεφυκίτιδα, αντιδράσεις των βλεφάρων)προσοχήδιακοπή της θεραπείας
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αναστολείς καρβονικής ανυδράσηςπροσοχήδεν συνιστάται
-
Οιδήματα κερατοειδούς και μη αναστρέψιμη ανεπάρκεια αντιρρόπησης του κερατοειδούςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσες χρόνιες αλλοιώσεις του κερατοειδούς και/ή ιστορικό ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασηςη τοπική χορήγηση δορζολαμίδης σε τέτοιους ασθενείς πρέπει να γίνεται με προσοχή
-
Αποκόλληση χοριοειδούς
-
Υπερευαισθησία κατά την επαφή με άργυροαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας κατά την επαφή με άργυροδεν πρέπει να χρησιμοποιούν το προϊόν αυτό
-
Χρήση φακών επαφήςΠληθυσμόςασθενείς που φορούν φακούς επαφήςδεν έχει μελετηθεί
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (πρόωρα βρέφη)Πληθυσμόςασθενείς που γεννήθηκαν μην έχοντας συμπληρώσει κύηση 36 εβδομάδων και ηλικίας μικρότερης της μίας εβδομάδαςδεν έχει μελετηθεί
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (ανώριμα νεφρικά σωληνάρια)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σημαντικού βαθμού ανώριμα νεφρικά σωληνάριαχορήγηση μόνο μετά από προσεκτικό υπολογισμό της σχέσης κινδύνου οφέλους λόγω του πιθανού κινδύνου της μεταβολικής οξέωσης
swap_horiz
SPC-DELAZO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
μυωτικοί παράγοντεςπροσοχήσυσχετισμόςΣύστασηΔεν έχει πλήρως εκτιμηθεί ο συσχετισμός.
-
αδρενεργικοί αγωνιστέςπροσοχήσυσχετισμόςΣύστασηΔεν έχει πλήρως εκτιμηθεί ο συσχετισμός.
sick
SPC-DELAZO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Καύσος
- Νυγμός
- Επιφανειακή στικτή κερατίτιδα
- Δακρύρροια
- Επιπεφυκίτιδα
- Φλεγμονή βλεφάρου
- Κνησμός οφθαλμού
- Ερεθισμός οφθαλμού
- Θάμβος οράσεως
- Ιριδοκυκλίτιδα
- Παροδική μυωπία
- Οίδημα κερατοειδούς
- Οφθαλμική υποτονία
- Αποκόλληση χοριοειδούς μετά από χειρουργική διαδικασία διήθησης
- Αίσθηση ξένου σώματος στο μάτι
- ερεθισμός (συμπεριλαμβανομένης της ερυθρότητας)
- εφελκίδωση βλεφάρων
- Πόνος
- Αδυναμία
- Κόπωση
- Αίσθημα παλμών
- Επίσταξη
- Δύσπνοια
- Ερεθισμός λαιμού
- σπάνια βρογχόσπασμος
- Ναυτία
- Πικρή γεύση
- Ξηροστομία
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Ουρολιθίαση
- Υπερευαισθησία: σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων)
- συστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, κνίδωση και κνησμός, εξάνθημα, δύσπνοια, σπάνια βρογχόσπασμος)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔακρύρροιαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπιφανειακή στικτή κερατίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρεθισμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠικρή γεύσηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΦλεγμονή βλεφάρουΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΑποκόλληση χοριοειδούς μετά από χειρουργική διαδικασία διήθησηςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕρεθισμός λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚόπωσηΓενικές
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟίδημα κερατοειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟυρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟφθαλμική υποτονίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠαροδική μυωπίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠόνοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησία: σημεία και συμπτώματα τοπικών αντιδράσεων (αντιδράσεις των βλεφάρων)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Σπάνιεςερεθισμός (συμπεριλαμβανομένης της ερυθρότητας)Οφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςεφελκίδωση βλεφάρωνΟφθαλμικές διαταραχές
-
Σπάνιεςσυστηματικές αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος, κνίδωση και κνησμός, εξάνθημα, δύσπνοια, σπάνια βρογχόσπασμος)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη γνωστέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑίσθηση ξένου σώματος στο μάτιΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι ΣυχνέςΙριδοκυκλίτιδαΟφθαλμικές
-
Πολύ ΣυχνέςΚαύσοςΟφθαλμικές
-
Πολύ ΣυχνέςΝυγμόςΟφθαλμικές
pregnant_woman
SPC-DELAZO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ δορζολαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν διατίθενται επαρκή κλινικά στοιχεία από εγκυμοσίες που έχουν εκτεθεί στο φάρμακο. Σε κουνέλια, η δορζολαμίδη είχε τερατογενείς επιδράσεις σε τοξικές για τη μητρότητα δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η δορζολαμίδη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους που θηλάζουν, παρατηρήθηκαν μειώσεις στην αύξηση του σωματικού βάρους των μικρών. Εάν είναι απαραίτητη η θεραπεία με δορζολαμίδη, ο θηλασμός δεν συνιστάται.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-DELAZO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιγλαυκωματικά σκευάσματα και σκευάσματα που προκαλούν μύση, Αναστολείς της Καρβονικής Ανυδράσης, δορζολαμίδη, κωδικός ATC: S01EC03 ### Μηχανισμός δράσης Η καρβονική ανυδράση (KA) είναι ένα ένζυμο που απαντάται σε πολλούς…
biotech
SPC-DELAZO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-DELAZO
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία είναι μία σταγόνα δορζολαμίδη στο θόλο του επιπεφυκότα του πάσχοντος οφθαλμού (οφθαλμών).
- Ως μονοθεραπεία: Τρεις φορές ημερησίως.
- Ως συμπληρωματική θεραπεία σε οφθαλμικό βήτα-αναστολέα: Δύο φορές ημερησίως.
Όταν η δορζολαμίδη πρόκειται να αντικαταστήσει έναν άλλο οφθαλμικό αντιγλαυκωματικό παράγοντα, διακόψτε τον άλλο παράγοντα αφού χορηγηθεί στην κατάλληλη δόση την μία ημέρα και αρχίστε την επόμενη ημέρα με την δορζολαμίδη.
Εάν χρησιμοποιούνται περισσότερα από ένα τοπικά οφθαλμικά φάρμακα, θα πρέπει αυτά να χορηγούνται τουλάχιστον με δέκα λεπτά διαφορά.
Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνονται οδηγίες να πλένουν τα χέρια τους πριν από την χρήση και να αποφεύγουν την επαφή του άκρου του περιέκτη με τον οφθαλμό ή τις γύρω περιοχές επειδή αυτό μπορεί να προκαλέσει βλάβη στον οφθαλμό. Οι ασθενείς πρέπει επίσης να ενημερώνονται ότι τα οφθαλμικά διαλύματα, εάν δεν χρησιμοποιηθούν κατάλληλα, μπορεί να επιμολυνθούν από συνήθη βακτηρίδια που είναι γνωστό ότι προκαλούν οφθαλμικές μολύνσεις. Η χρήση επιμολυσμένων διαλυμάτων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή βλάβη στον οφθαλμό και επακόλουθη απώλεια της όρασης.
Το DELAZO οφθαλμικές σταγόνες διάλυμα είναι ένα στείρο διάλυμα το οποίο δεν περιέχει συντηρητικό. Το διάλυμα από τον περιέκτη πολλαπλών δόσεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μέχρι και 28 ημέρες μετά το πρώτο άνοιγμα για την χρήση στον πάσχοντα οφθαλμό(ούς).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Διατίθενται περιορισμένα κλινικά στοιχεία για παιδιατρικούς ασθενείς με την χορήγηση της δορζολαμίδης (φαρμακοτεχνική μορφή με συντηρητικό) τρεις φορές ημερησίως. (Για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική δοσολογία βλέπε Φαρμακοδυναμικές).
Τρόπος χορήγησης
Πριν από την ενστάλαξη των οφθαλμικών σταγόνων
- Στους χρήστες θα πρέπει να δίνονται οδηγίες να πλένουν τα χέρια τους πριν ανοίξουν τη φιάλη.
- Οι ασθενείς πρέπει επίσης να ενημερώνονται να μην χρησιμοποιούν αυτό το φάρμακο εάν παρατηρήσουν ότι ο δακτύλιος ασφαλείας στο λαιμό της φιάλης είναι σπασμένος πριν το χρησιμοποιήσουν για πρώτη φορά.
- Όταν χρησιμοποιείται για πρώτη φορά, πριν από την ενστάλαξη μιας σταγόνας στο μάτι, ο ασθενής θα πρέπει πρώτα να εξασκηθεί στη χρήση της σταγονομετρικής φιάλης πιέζοντάς τη σιγά σιγά για να ελευθερώσει μια σταγόνα μακριά από το μάτι.
- Όταν ο ασθενής είναι βέβαιος ότι μπορεί να απελευθερώσει μία σταγόνα κάθε φορά, θα πρέπει να επιλέξει μία θέση που θεωρεί ότι είναι η πιο άνετη για την ενστάλαξη των σταγόνων (ο ασθενής μπορεί να καθίσει, να ξαπλώσει ανάσκελα, ή να σταθεί μπροστά από έναν καθρέφτη).
Ενστάλαση
- Κρατώντας τη φιάλη ακριβώς κάτω από το καπάκι, η φιάλη θα πρέπει να ανοιχθεί στρίβοντας το καπάκι. Για να αποφευχθεί η μόλυνση του διαλύματος, το ρύγχος της φιάλης δεν θα πρέπει να έρθει σε επαφή με τίποτα.
- Ο ασθενής θα πρέπει να γείρει το κεφάλι προς τα πίσω και να κρατήσει τη φιάλη πάνω από το μάτι.
- Ο ασθενής θα πρέπει να κατεβάσει το κάτω βλέφαρο και να κοιτάξει προς τα πάνω. Η φιάλη θα πρέπει να πιεστεί απαλά στη μέση και μια σταγόνα να αφεθεί να πέσει μέσα στο μάτι. Παρακαλείσθε να σημειώσετε ότι ενδέχεται να υπάρξει μια καθυστέρηση μερικών δευτερολέπτων ανάμεσα στη συμπίεση και την απελευθέρωση της σταγόνας. Η φιάλη δεν θα πρέπει να πιεστεί πολύ δυνατά. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνονται οδηγίες να ζητούν τη συμβουλή του γιατρού, του φαρμακοποιού ή του νοσοκόμου τους εάν δεν είναι σίγουροι για το πώς να χορηγήσουν το φάρμακό τους.
- Ο ασθενής θα πρέπει να ανοιγοκλείσει το μάτι του μερικές φορές, έτσι ώστε η σταγόνα να εξαπλωθεί στο μάτι.
- Τα στάδια 2. - 4. θα πρέπει να επαναληφθούν για την ενστάλαξη μίας σταγόνας στο άλλο μάτι, εάν απαιτείται. Στους ασθενείς θα πρέπει να δίνονται ξεκάθαρες οδηγίες αν μόνο το ένα μάτι χρειάζεται αγωγή, και σε αυτή την περίπτωση, ποιο μάτι χρειάζεται θεραπεία.
- Μετά από κάθε χρήση και πριν επανατοποθετηθεί το καπάκι, η φιάλη πρέπει να ανακινηθεί μία φορά με μία κατεύθυνση προς τα κάτω, χωρίς να αγγιχθεί η άκρη του σταγονομετρικού φιαλιδίου, έτσι ώστε να απομακρυνθούν τυχόν υπολείμματα του υγρού από το ρύγχος. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλιστεί η διανομή των επόμενων σταγόνων.
- Στο τέλος της εν χρήσει διάρκειας ζωής 28 ημερών του φαρμάκου, θα παραμείνει ποσότητα του DELAZO στη φιάλη. Η χρήση της περίσσειας του φαρμάκου που έχει παραμένει στη φιάλη αφού ο ασθενής έχει ολοκληρώσει τον κύκλο θεραπείας, δεν θα πρέπει να επιχειρηθεί. Οι ασθενείς δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τις οφθαλμικές σταγόνες για περισσότερο από 28 ημέρες μετά το πρώτο άνοιγμα της φιάλης.
block
Αντενδείξεις
SPC-DELAZO
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (CrCl< 30 ml/min) ή υπερχλωραιμική οξέωση.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-DELAZO
expand_more
Προειδοποιήσεις
- Ηπατική δυσλειτουργία: Η δορζολαμίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία και θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε αυτούς τους ασθενείς.
- Οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας: Η δορζολαμίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Η αντιμετώπιση απαιτεί επιπρόσθετες θεραπευτικές παρεμβάσεις.
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας τύπου σουλφοναμίδης: Λόγω της συστηματικής απορρόφησης της δορζολαμίδης, είναι δυνατόν να παρουσιαστούν σοβαρές αντιδράσεις (όπως σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση). Σε περίπτωση εμφάνισης σημείων σοβαρών αντιδράσεων ή υπερευαισθησίας, σταματήστε τη χρήση αυτού του σκευάσματος.
- Ουρολιθίαση: Ασθενείς με προηγούμενο ιστορικό λίθων στα νεφρά μπορεί να είναι σε αυξημένο κίνδυνο για ουρολιθίαση με τη χρήση δορζολαμίδης.
- Αλλεργικές αντιδράσεις: Εάν παρουσιασθούν αλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. επιπεφυκίτιδα και αντιδράσεις των βλεφάρων), πρέπει να γίνει διακοπή της θεραπείας.
- Ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος αναστολείς καρβονικής ανυδράσης: Η ταυτόχρονη χορήγηση δορζολαμίδης και από του στόματος χορηγούμενου αναστολέα της καρβονικής ανυδράσης δεν συνιστάται.
- Οιδήματα κερατοειδούς και μη αναστρέψιμη ανεπάρκεια αντιρρόπησης του κερατοειδούς: Έχουν αναφερθεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσες χρόνιες αλλοιώσεις του κερατοειδούς και/ή ιστορικό ενδοφθάλμιας χειρουργικής επέμβασης. Η τοπική χορήγηση δορζολαμίδης σε τέτοιους ασθενείς πρέπει να γίνεται με προσοχή.
- Αποκόλληση χοριοειδούς: Έχει αναφερθεί ταυτόχρονα με οφθαλμική υποτονία μετά από τεχνικές διήθησης με εφαρμογή θεραπειών μείωσης του υδατοειδούς υγρού.
- Υπερευαισθησία κατά την επαφή με άργυρο: Ασθενείς με ιστορικό υπερευαισθησίας κατά την επαφή με άργυρο δεν πρέπει να χρησιμοποιούν το προϊόν αυτό, καθώς μπορεί να περιέχει ίχνη αργύρου.
- Χρήση φακών επαφής: Το φαρμακευτικό προϊόν δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που φορούν φακούς επαφής.
Παιδιατρικός πληθυσμός
- Πρόωρα βρέφη: Η δορζολαμίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς που γεννήθηκαν μην έχοντας συμπληρώσει κύηση 36 εβδομάδων και ηλικίας μικρότερης της μίας εβδομάδας.
- Βρέφη με ανώριμα νεφρικά σωληνάρια: Σε ασθενείς με σημαντικού βαθμού ανώριμα νεφρικά σωληνάρια, η χορήγηση της δορζολαμίδης πρέπει να γίνεται μόνο μετά από προσεκτικό υπολογισμό της σχέσης κινδύνου οφέλους λόγω του πιθανού κινδύνου της μεταβολικής οξέωσης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-DELAZO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Ειδικές μελέτες αλληλεπιδράσεων δεν έχουν πραγματοποιηθεί με δορζολαμίδη.
Σε κλινικές μελέτες, η δορζολαμίδη χορηγήθηκε ταυτόχρονα με τις παρακάτω αναφερόμενες φαρμακευτικές ουσίες χωρίς ενδείξεις ανεπιθύμητων ενεργειών: οφθαλμικό διάλυμα τιμολόλης, οφθαλμικό διάλυμα βηταξολόλης και συστηματικά χορηγούμενα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων διαύλων ασβεστίου, διουρητικών, μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης, και ορμονών (π.χ. οιστρογένα, ινσουλίνη, θυροξίνη).
Δεν έχει πλήρως εκτιμηθεί ο συσχετισμός μεταξύ δορζολαμίδης και μυωτικών παραγόντων και αδρενεργικών αγωνιστών κατά την θεραπεία του γλαυκώματος.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-DELAZO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Σε μία μελέτη πολλαπλών δόσεων, διπλά-τυφλή, ελεγχόμενη με ήδη εγκεκριμένο προϊόν θεραπείας (πολλαπλών δόσεων δορζολαμίδη), διασταυρούμενη δύο περιόδων πολυκλινική, το προφίλ ασφάλειας της δορζολαμίδης Χωρίς Συντηρητικό ήταν παρόμοιο με αυτό της δορζολαμίδης πολλαπλών δόσεων.
Η δορζολαμίδη πολλαπλών δόσεων (φαρμακοτεχνική μορφή με συντηρητικό) είχε αξιολογηθεί σε περισσότερα από 1.400 άτομα σε ελεγχόμενες και μη ελεγχόμενες κλινικές μελέτες. Σε μελέτες μεγάλης διάρκειας με 1.108 ασθενείς που έλαβαν δορζολαμίδη πολλαπλών δόσεων ως μονοθεραπεία ή ως συμπληρωματική θεραπεία με ένα οφθαλμικό βήτα-αναστολέα, η πιο συχνή αιτιολογία διακοπής της θεραπείας ήταν οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες, περίπου στο 3% των ασθενών, που σχετίσθηκαν με το φάρμακο κατά πρώτον επιπεφυκίτιδα και αντιδράσεις των βλεφάρων.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με δορζολαμίδη είτε κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών είτε μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου:
MedDRA Frequencies
- Πολύ Συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι Συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000, έως <1/1.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
| Organ System | Πολύ Συχνές | Συχνές | | | :——————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————————–
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-DELAZO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η δορζολαμίδη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν διατίθενται επαρκή κλινικά στοιχεία από εγκυμοσίες που έχουν εκτεθεί στο φάρμακο. Σε κουνέλια, η δορζολαμίδη είχε τερατογενείς επιδράσεις σε τοξικές για τη μητρότητα δόσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η δορζολαμίδη εκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Σε αρουραίους που θηλάζουν, παρατηρήθηκαν μειώσεις στην αύξηση του σωματικού βάρους των μικρών. Εάν είναι απαραίτητη η θεραπεία με δορζολαμίδη, ο θηλασμός δεν συνιστάται.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-DELAZO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιγλαυκωματικά σκευάσματα και σκευάσματα που προκαλούν μύση, Αναστολείς της Καρβονικής Ανυδράσης, δορζολαμίδη, κωδικός ATC: S01EC03
Μηχανισμός δράσης
Η καρβονική ανυδράση (KA) είναι ένα ένζυμο που απαντάται σε πολλούς ιστούς του σώματος, συμπεριλαμβανομένου και του οφθαλμού. Στον άνθρωπο αναγνωρίζεται ένας αριθμός ισοενζύμων καρβονικής ανυδράσης, εκ των οποίων το πλέον δραστικό είναι η καρβονική ανυδράση II (CA-II), η οποία κυρίως βρίσκεται στα ερυθροκύτταρα (RBCs) καθώς επίσης και σε άλλους ιστούς. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στις ακτινοειδείες προβολές του οφθαλμού μειώνει την έκκριση του υδατοειδούς υγρού. Το αποτέλεσμα είναι η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ).
Το DELAZO περιέχει υδροχλωρική δορζολαμίδη, έναν ισχυρό αναστολέα της καρβονικής ανυδράσης ΙΙ στον άνθρωπο. Μετά από τοπική χορήγηση στον οφθαλμό, η δορζολαμίδη μειώνει την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση, είτε αυτή συνδυάζεται με γλαύκωμα, είτε όχι. Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα κινδύνου στην παθογένεση της βλάβης του οπτικού νεύρου και στην απώλεια οπτικών πεδίων. Η δορζολαμίδη δεν προκαλεί συστολή της κόρης και μειώνει την ενδοφθάλμια πίεση χωρίς τις συνήθεις ανεπιθύμητες ενέργειες, όπως είναι η νυκταλωπία και ο σπασμός προσαρμογής. Η δορζολαμίδη έχει ελάχιστη ή καμία επίδραση στον καρδιακό ρυθμό ή στην πίεση του αίματος.
Οι τοπικά χορηγούμενοι βήτα-αδρενεργικοί αναστολείς επίσης προκαλούν μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, ελαττώνοντας την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού, αλλά με διαφορετικό μηχανισμό δράσης. Μελέτες έχουν δείξει ότι όταν η δορζολαμίδη χορηγείται μαζί με ένα τοπικά χορηγούμενο βήτα-αναστολέα, παρατηρείται επιπρόσθετη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Αυτό το εύρημα σχετίζεται με την ήδη αναφερθείσα αθροιστική δράση των βήτα-αναστολέων και των, από του στόματος χορηγούμενων, αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Κλινικές επιδράσεις
Ενήλικες ασθενείς Σε ασθενείς με γλαύκωμα ή οφθαλμική υπέρταση, η αποτελεσματικότητα της δορζολαμίδης, όταν χορηγείται 3 φορές ημερησίως ως μονοθεραπεία (ΕΟΠ προ θεραπείας ≥ 23mmHg) ή όταν χορηγείται 2 φορές ημερησίως ως συμπληρωματική θεραπεία με οφθαλμικούς βήτα-αναστολείς (ΕΟΠ προ θεραπείας ≥ 22mmHg), έχει δειχθεί σε κλινικές μελέτες μεγάλου εύρους και διάρκειας μέχρι ενός έτους. Η αποτελεσματική δράση της δορζολαμίδης στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, όταν αυτό χορηγείται ως μονοθεραπεία ή ως συμπληρωματική θεραπεία έχει δειχθεί καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο και το αποτέλεσμα αυτό διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας χορήγησής του. Η αποτελεσματικότητα κατά τη μακροχρόνια μονοθεραπεία ήταν όμοια με αυτή της βεταξολόλης και λίγο χαμηλότερη από αυτή της τιμολόλης. Όταν χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία μαζί με βήτα-αναστολείς, η δορζολαμίδη έχει δείξει επιπρόσθετη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρόμοια με εκείνη της πιλοκαρπίνης 2% q.i.d.
Σε μία πολυκλινική μελέτη πολλαπλών δόσεων, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με ήδη εγκεκριμένο προϊόν θεραπείας (δορζολαμίδη πολλαπλών δόσεων) δύο διασταυρούμενων περιόδων σε 152 ασθενείς με αυξημένη ενδοφθάλμια αρχική πίεση (αρχική πίεση IOP ≥ 22mmHg) στον ένα ή στους δύο οφθαλμούς, η δορζολαμίδη Χωρίς Συντηρητικό είχε επίδραση στη μείωση της ΕΟΠ ισοδύναμη με αυτή της δορζολαμίδης πολλαπλών δόσεων. Το προφίλ ασφάλειας της δορζολαμίδης Χωρίς Συντηρητικό ήταν παρόμοιο με αυτό της δορζολαμίδης πολλαπλών δόσεων.
Παιδιατρικός πληθυσμός Μία πολυκεντρική μελέτη 3-μηνών, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με ήδη εγκεκριμένο προϊόν θεραπείας, διεξήχθη σε 184 (122 για την δορζολαμίδη) παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας από μίας εβδομάδας ως ηλικίας < 6 ετών με γλαύκωμα ή αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση (αρχική τιμή ΕΟΠ ≥22mm Hg) για να αξιολογηθεί η ασφάλεια της δορζολαμίδης (με συντηρητικό) όταν χορηγείται τοπικά τρεις φορές την ημέρα (t.i.d.). Περίπου στο ήμισυ των ασθενών και στις δύο ομάδες θεραπείας είχε διαγνωσθεί συγγενές γλαύκωμα, άλλες συνήθεις αιτίες ήταν το σύνδρομο Sturge Weber, ιριδοκερατοειδής μεσεγχυματική δυσγενεσία, αφακικοί ασθενείς. Η κατανομή, ανάλογα με την ηλικία και τις θεραπείες στη φάση της μονοθεραπείας είχε ως εξής:
| Ηλικιακή κατηγορία | Δορζολαμίδη 2% | Τιμολόλη |
|---|---|---|
| < 2 ετών | N=56 | Τιμολόλη GS 0.25% N=27 |
| Εύρος ηλικίας | 1 έως 23 μηνών | 0.25 έως 22 μηνών |
| ≥ 2 - <6 ετών | N=66 | Τιμολόλη 0.50% N=35 |
| Εύρος ηλικίας | 2 έως 6 ετών | 2 έως 6 ετών |
Και στις δύο ηλικιακές κατηγορίες περίπου 70 ασθενείς έλαβαν θεραπεία τουλάχιστον για 61 ημέρες και περίπου 50 ασθενείς έλαβαν θεραπεία για 81-100 ημέρες.
Στις περιπτώσεις που η ενδοφθάλμια πίεση (ΕΟΠ) δεν ελεγχόταν επαρκώς με χορήγηση δορζολαμίδης ή τιμολόλης διάλυμα προς δημιουργία γέλης σε μονοθεραπεία, έγινε αλλαγή της θεραπείας σε θεραπεία ανοιχτής επισήμανσης σύμφωνα με το ακόλουθο σχήμα: 30 ασθενείς < 2 ετών μεταφέρθηκαν στην ταυτόχρονη θεραπεία με τιμολόλη διάλυμα προς δημιουργία γέλης 0,25% ημερησίως και δορζολαμίδη 2% τρεις φορές ημερησίως: 30 ασθενείς ≥ 2 ετών μεταφέρθηκαν στο σχήμα με σταθερό συνδυασμό 2% δορζολαμίδη / 0,5% τιμολόλη δύο φορές ημερησίως (b.i.d.).
Συνολικά, αυτή η μελέτη δεν έδειξε επιπρόσθετα ανησυχητικά στοιχεία ασφάλειας σε παιδιατρικούς ασθενείς: Περίπου στο 26% (20% σε μονοθεραπεία με δορζολαμίδη) των παιδιατρικών ασθενών παρατηρήθηκε ότι παρουσίασαν ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με το φάρμακο, η πλειοψηφία των οποίων ήταν τοπικές, όχι σοβαρές οφθαλμικές επιδράσεις όπως οφθαλμικός καύσος και νυγμός, υπεραιμία και οφθαλμικός πόνος. Σε ένα μικρό ποσοστό < 4% παρατηρήθηκε ότι είχε οίδημα του κερατοειδούς ή θόλωση. Τοπικές αντιδράσεις σε παρόμοια συχνότητα εμφανίσθηκαν και με τον συγκριτικό παράγοντα. Σε στοιχεία μετά την κυκλοφορία, έχουν γίνει αναφορές για μεταβολική οξέωση σε ασθενείς πολύ νεαρής ηλικίας ιδιαίτερα στον πληθυσμό με νεφρική ανωριμότητα/βλάβη.
Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε παιδιατρικούς ασθενείς υποστηρίζουν ότι η μέση μείωση της ΕΟΠ που παρατηρήθηκε στην ομάδα με δορζολαμίδη ήταν συγκρίσιμη με τη μέση μείωση της ΕΟΠ στην ομάδα με τιμολόλη αν και παρατηρήθηκε μία μικρή αριθμητική υπεροχή για την τιμολόλη.
Δεν είναι διαθέσιμες μελέτες μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας (> 12 εβδομάδες).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-DELAZO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Αντίθετα από τους χορηγούμενους από το στόμα αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης, η τοπική χορήγηση της υδροχλωρικής δορζολαμίδης επιτρέπει στη δραστική ουσία να ασκεί τις επιδράσεις της απευθείας στον οφθαλμό, σε σημαντικά χαμηλότερες δόσεις και ως εκ τούτου με μικρότερη συστηματική έκθεση. Σε κλινικές μελέτες, αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης, χωρίς την εμφάνιση διαταραχών της οξεοβασικής ισορροπίας ή μεταβολών των ηλεκτρολυτών που είναι χαρακτηριστικό των από του στόματος χορηγούμενων αναστολέων της καρβονικής ανυδράσης.
Όταν η δορζολαμίδη χορηγείται τοπικά, εισέρχεται στη συστηματική κυκλοφορία. Για την εκτίμηση της πιθανότητας συστηματικής αναστολής της καρβονικής ανυδράσης μετά από τοπική χορήγηση, μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις της δραστικής ουσίας και του μεταβολίτη της στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος (RBCs) και στο πλάσμα, καθώς επίσης και η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στα RBC. Κατά τη χρόνια χορήγηση, η δορζολαμίδη αθροίζεται στα RBC ως αποτέλεσμα της εκλεκτικής σύνδεσης με την CA-II, ενώ εξαιρετικά χαμηλές συγκεντρώσεις ελεύθερης δραστικής ουσίας παραμένουν στο πλάσμα. Η μητρική δραστική ουσία σχηματίζει ένα Ν-αποαιθυλομένο μεταβολίτη, ο οποίος αναστέλλει την CA-II σε μικρότερο βαθμό από ότι η μητρική δραστική ουσία, αλλά αναστέλλει επίσης και ένα λιγότερο δραστικό ισοένζυμο (CA-I). Ο μεταβολίτης επίσης αθροίζεται στα RBCs, όπου συνδέεται πρωτίστως με την CA-I. Η δορζολαμίδη συνδέεται σε μέτριο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 33%). Η δορζολαμίδη απεκκρίνεται αυτούσια κυρίως με τα ούρα. Ο μεταβολίτης της επίσης αποβάλλεται στα ούρα. Μετά το τέλος της χορήγησης, η δορζολαμίδη απομακρύνεται από τα RBCs μη γραμμικά, με αποτέλεσμα αρχικά να έχουμε ταχεία ελάττωση της συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας, η οποία ακολουθείται στη συνέχεια από μία φάση βραδύτερης αποβολής με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου τεσσάρων μηνών.
Όταν η δορζολαμίδη χορηγήθηκε από το στόμα, ώστε να έχουμε την υψηλότερη συστηματική έκθεση του οργανισμού μετά από μακροχρόνια τοπική οφθαλμική χορήγηση, σταθερή κατάσταση επετεύχθη μέσα σε 13 εβδομάδες. Στη σταθερή αυτή κατάσταση πράγματι δεν υπήρχε καθόλου ελεύθερη δραστική ουσία ή μεταβολίτης του στο πλάσμα. Η αναστολή της καρβονικής ανυδράσης στα ερυθρά αιμοσφαίρια ήταν μικρότερη από εκείνη, που θεωρείται απαραίτητη για τη φαρμακολογική επίδραση στη νεφρική λειτουργία ή την αναπνευστική λειτουργία. Παρόμοια φαρμακοκινητικά αποτελέσματα παρατηρήθηκαν μετά από χρόνια τοπική χορήγηση δορζολαμίδης.
Ωστόσο, μερικοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με νεφρική δυσλειτουργία (κατ’ εκτίμηση CrCl 30-60 ml/min), είχαν υψηλότερα επίπεδα συγκεντρώσεων του μεταβολίτη στα RBCs, αλλά όχι ιδιαίτερης σημασίας διαφορές που σχετίζονται με την αναστολή της καρβονικής ανυδράσης, ενώ καμία κλινικά σημαντική συστηματική ανεπιθύμητη ενέργεια δεν αποδόθηκε σε αυτό το εύρημα.
ΕΟΦ · 11.4.4
Aναστολείς της καρβονικής ανυδράσης
expand_more
Aναστολείς της καρβονικής ανυδράσης
Tα φάρμακα αυτά προκαλούν μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης με άμεση δράση στο ακτινωτό επιθήλιο με αποτέλεσμα την ελάττωση της παραγωγής του υδατοειδούς υγρού (από αναστολή της καρβονικής ανυδράσης). Eξαιτίας των σημαντικών ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα σε μακροχρόνια χορήγηση, επιφυλάσσονται για ορισμένες ανθεκτικές περιπτώσεις συνδυαζόμενα με όλα τα υπόλοιπα αντιγλαυκωματικά φάρμακα. Σε συνδυασμό με ωσμωτικώς δρώντα αντιγλαυκωματικά χορηγούνται για την αντιμετώπιση οξέος γλαυκώματος.
Aπό τους αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης χρησιμοποιείται κυρίως η ακεταζολαμίδη. Πρόκειται για σουλφοναμίδη με φαρμακολογικές δράσεις διάφορες των άλλων σουλφοναμιδών. Δεσμεύεται σε υψηλό ποσοστό (93%) από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και αποβάλλεται κατά 70% αναλλοίωτη από τους νεφρούς. H πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης αρχίζει 1-1.5 ώρα μετά την χορήγησή της και διαρκεί 8-12 ώρες. Tο μέγιστο της δράσης της παρατηρείται μεταξύ 2 και 8 ωρών. Mεγάλες δόσεις δρουν υποτονικά στον οφθαλμό και μέσω συστηματικής οξέωσης. Aνάλογη με την ακεταζολαμίδη δράση εμφανίζει και η διχλωροφαιναμίδη. H δορζολαμίδη και η βρινζολαμίδη είναι τοπικοί αναστολείς της καρβονικής ανυδράσης και χρησιμοποιούνται σε άτομα που έχουν αντίσταση στους β-αναστολείς ή σε αντένδειξη χορηγήσεώς τους ή σε συνδυασμό με αυτούς ή τα λοιπά αντιγλαυκωματικά φάρμακα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Δυναμική Φαρμάκων
Η δορζολάμη είναι αναστολέας της καρβονικής ανυδράσης που μειώνει την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση στο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ή στην οφθαλμική υπέρταση. Όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τοπικούς β-αδρενεργικούς ανταγωνιστές, η δορζολάμη έχει συνεργική δράση στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Η μέγιστη υποτασική οφθαλμική δράση της δορζολάμης παρατηρείται περίπου 2 ώρες μετά την οφθαλμική χορήγηση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της οφθαλμικής υπέρτασης ή του γλαυκώματος ανοικτής γωνίας. Το επίπεδο της ενδοφθάλμιας πίεσης (IOP) καθορίζεται από την ισορροπία μεταξύ της παραγωγής υδατικού χυμού (από τους οφθαλμικούς ακτινωτούς βολβούς) και της αποχέτευσής του από το πρόσθιο τμήμα του ματιού μέσω των τραχειακών (συμβατικών) ή των ινωδών (αντισυμβατικών) οδών. Όταν υπάρχει αύξηση της αντίστασης στην τραχειακή αποχέτευση του υδατικού χυμού, η ενδοφθάλμια πίεση αυξάνεται. Στη συνέχεια, μπορεί να προκληθεί βλάβη στο οπτικό νεύρο λόγω περιορισμού της ροής αίματος και μηχανικής παραμόρφωσης των οφθαλμικών δομών. Η βλάβη στο οπτικό νεύρο μπορεί να οδηγήσει περαιτέρω σε κοίλανση του οπτικού δίσκου και προοδευτική απώλεια του οπτικού πεδίου (και τύφλωση σε ορισμένες περιπτώσεις).
Η καρβονική ανυδράση (CA) είναι ένα πανταχού παρόν ένζυμο που καταλύει την αναστρέψιμη ενυδάτωση του διοξειδίου του άνθρακα σε ιόντα διττανθρακικού και την αφυδάτωση του ανθρακικού οξέος. Στις οφθαλμικές ακτινωτές προεξοχές, η τοπική παραγωγή διττανθρακικού από τις CA προάγει τη μεταφορά νατρίου και υγρών. Η CA-II είναι μια βασική ισοένζυμη που βρίσκεται κυρίως στα ερυθρά αιμοσφαίρια (RBCs) και ρυθμίζει την παραγωγή υδατικού χυμού. Η δορζολάμη είναι ένας εξαιρετικά ειδικός αναστολέας της CA-II, όπου εμφανίζει 4000 φορές υψηλότερη συγγένεια για την καρβονική ανυδράση II από ό,τι για την καρβονική ανυδράση Ι. Η αναστολή της CA-II στη ακτινωτή προεξοχή διαταράσσει το σχηματισμό ιόντων διττανθρακικού και μειώνει τη μεταφορά νατρίου και υγρών, οδηγώντας σε μειωμένη έκκριση υδατικού χυμού και μειωμένη ενδοφθάλμια πίεση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η δορζολάμη διείσδυσε εύκολα στο μάτι σε μελέτες σε ζώα. Μετά την οφθαλμική χορήγηση, η δορζολάμη απορροφάται μέσω του κερατοειδούς και του χοριοειδούς. Η δορζολάμη αναφέρεται ότι απορροφάται συστηματικά μετά από τοπική χορήγηση. Η συστηματική έκθεση στη δορζολάμη μετά από μακροχρόνια χορήγηση αξιολογήθηκε σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν από του στόματος δόση 2 mg δορζολάμης δύο φορές την ημέρα, η οποία ισοδυναμεί με την οφθαλμική δόση 2% δορζολάμης τρεις φορές την ημέρα. Σε αυτούς τους εθελοντές που έλαβαν τη θεραπεία για 20 εβδομάδες, επετεύχθη σταθερή κατάσταση εντός 8 εβδομάδων.
Η δορζολάμη απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα. Ωστόσο, η N-δεσαιθυλοδορζολάμη ανιχνεύεται επίσης στα ούρα.
Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες για τον όγκο κατανομής της δορζολάμης. Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της δορζολάμης και του κύριου μεταβολίτη της είναι γενικά κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης της μεθόδου ανάλυσης, που είναι 15 nM. Η δορζολάμη συσσωρεύεται στα ερυθρά αιμοσφαίρια μετά από χρόνια χορήγηση ως αποτέλεσμα της σύνδεσης με την CA-II, η οποία περιέχεται στα περιφερικά ερυθρά αιμοσφαίρια (RBCs).
Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον ρυθμό κάθαρσης της δορζολάμης.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δορζολάμη συνδέεται περίπου στο 33% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δορζολάμη μεταβολίζεται αργά σε N-δεσαιθυλοδορζολάμη, η οποία έχει λιγότερο ισχυρή φαρμακολογική δράση στην CA-II και κάποια ανασταλτική δράση στην CA-I. Όπως το μητρικό φάρμακο, η N-δεσαιθυλοδορζολάμη αποθηκεύεται επίσης στα RBCs, όπου συνδέεται με την CA-I. Τα ευρήματα μιας in vitro μελέτης που χρησιμοποίησε ηπατικά μικροσωμάτια από αρουραίους Sprague-Dawley υποδεικνύουν τη συμμετοχή των CYP2B1, CYP2E1 και CYP3A2 στον μεταβολισμό της δορζολάμης στο ήπαρ του αρουραίου.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μετά τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου, η δορζολάμη που είναι αποθηκευμένη στα RBCs αποβάλλεται από τα RBCs με μη γραμμικό τρόπο, με τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής ≥120 ημέρες στα RBCs. Αυτή η αρχική ταχεία μείωση των συγκεντρώσεων του φαρμάκου ακολουθείται από την αργή φάση αποβολής, όπου ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου είναι περίπου >4 μήνες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΑΝΣΙΝΟΓΟΝΟΥ, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία ενώσεων που μειώνει την έκκριση ιόντων Η+ από το εγγύς νεφρικό σωληνάριο μέσω αναστολής των ΑΝΑΣΤΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΒΟΝΙΚΗΣ ΑΝΥΔΡΑΣΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
9JDX055TW1
DORZOLAMIDE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Καρβονικής Ανυδράσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Καρβονικής Ανυδράσης
Η δορζολάμη είναι Αναστολέας Καρβονικής Ανυδράσης. Ο μηχανισμός δράσης της δορζολάμης είναι ως Αναστολέας Καρβονικής Ανυδράσης.
DORZOLAMIDE
Αναστολέας Καρβονικής Ανυδράσης [EPC]; Αναστολείς Καρβονικής Ανυδράσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ), Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ, ΑΝΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΑΝΣΙΝΟΓΟΝΟΥ, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΔΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Μια κατηγορία ενώσεων που μειώνει την έκκριση ιόντων Η+ από το εγγύς νεφρικό σωληνάριο μέσω αναστολής των ΑΝΑΣΤΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΒΟΝΙΚΗΣ ΑΝΥΔΡΑΣΗΣ.