CHLORTALIDONE
Οι θειαζίδες και τα διουρητικά με παρόμοια δράση (χλωροθαλιδόνη) δρουν στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και προκαλούν αυξημένη απέκκριση νατρίου και ύδατος. Είναι διουρητικά με μέτρια ισχύ και χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ήπιων …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-UNIDONE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία ημερήσια δόση κατά τη διάρκεια του πρωϊνού
- Δόση έναρξης: 25 mg /ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία του UNIDONE πρέπει να τιτλοποιείται για τον κάθε ασθενή προκειμένου να δοθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Εάν η μείωση της αρτηριακής πίεσης αποδειχθεί ανεπαρκής, η δόση μπορεί να αυξηθεί. Η συνήθης δόση συντήρησης είναι η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
-
Ενήλικες - ΥπέρτασηΔόση25 mg/ημέραΜέγ. δόση50 mg/ημέραΗ συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 25 mg /ημέρα. Εάν με τη δόση των 25mg/ημέρα η μείωση της αρτηριακής πίεσης αποδειχθεί ανεπαρκής, τότε η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 50 mg /ημέρα. Εάν απαιτείται περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης, συνιστάται η συνδυαζόμενη χρήση και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων.
-
Ενήλικες - Σταθερή, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA: λειτουργική κατηγορία ΙΙ / ΙΙΙ)Δόση25 έως 50 mg ημερησίως ή κάθε δεύτερη ημέρα (δόση συντήρησης)Μέγ. δόση100 έως 200 mg/ημέρα (σε σοβαρές περιπτώσεις)Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 25 έως 50 mg /ημέρα. Η συνήθης δόση συντήρησης είναι η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Εάν η ανταπόκριση στη θεραπεία αποδειχθεί ανεπαρκής, μπορεί να απαιτηθεί η συνδυαζόμενη χρήση δακτυλίτιδας ή ενός αναστολέα α-ΜΕΑ ή και τα δύο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ενήλικες - Οίδημα συγκεκριμένης προέλευσηςΜέγ. δόση50 mg/ημέραΗ χαμηλότερη αποτελεσματική δόση πρέπει να προσδιορίζεται με τιτλοποίηση και να χορηγείται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
-
Ενήλικες - Άποιος διαβήτηςΔόση50 mg (δόση συντήρησης)Αρχικά χορηγούνται 100 mg δύο φορές ημερησίως, ενώ όποτε κρίνεται εφικτό προτιμάται μείωση της ημερήσιας δόσης συντήρησης σε 50 mg.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόση0.5 - 1 mg/kg/48ωρο (αρχική)Μέγ. δόση1.7 mg/kg/48ωροΠρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ χαμηλότερη αποτελεσματική δόση συνιστάται. Η αποβολή της χλωροθαλιδόνης είναι βραδύτερη, μπορεί να χρειαστεί μείωση της δόσης, ενδείκνυται προσεκτική ιατρική παρακολούθηση. Τα διουρητικά χάνουν την επίδρασή τους όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι <30 mL/λεπτό.
block
SPC-UNIDONE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις θειαζίδες και σε άλλα παράγωγα των σουλφοναμιδών ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ανουρία
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
Σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςμε κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/λεπτό
-
Ανθεκτική υποκαλιαιμία
-
Καταστάσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα αυξημένη αποβολή καλίου
-
Υπονατριαιμία
-
Υπερασβεστιαιμία
-
Συμπτωματική υπερουριχαιμίαΠληθυσμόςμε ιστορικό ουρικής αρθρίτιδας ή λίθων ουρικού οξέος
-
Υπέρταση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης
-
Νόσος του Addison που δεν έχει αντιμετωπισθεί
-
Συγχορηγούμενη θεραπεία λιθίου
warning
SPC-UNIDONE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ηπατική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή προοδευτική ηπατική βλάβη, ιδιαίτερα με κίρρωση του ήπατοςΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, επειδή μικρές μεταβολές στο ισοζύγιο των υγρών και των ηλεκτρολυτών μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα
-
ΝεφροπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με βαριά νεφροπάθειαΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Μπορεί να προκαλέσει αζωθαιμία και οι επιδράσεις της επαναλαμβανόμενης χορήγησης μπορεί να είναι αθροιστικές
-
Διαταραχή ηλεκτρολυτώνπροσοχήΘα πρέπει να αποφεύγεται μια πολύ αυστηρή δίαιτα χαμηλού νατρίου
-
ΥποκαλιαιμίαπροσοχήΜπορεί να επηρεάσει την καρδιά ή να αυξήσει την ανταπόκρισή της στις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας. Η προκαλούμενη καλιούρηση είναι δοσοεξαρτώμενη
-
ΥποκαλιαιμίαπροσοχήΕάν είναι απαραίτητο, μπορεί να συνδυασθεί με από του στόματος χορηγούμενα συμπληρώματα καλίου ή ένα καλιοπροστατευτικό διουρητικό. Εάν συνοδεύεται από κλινικά σημεία (π.χ. μυϊκή αδυναμία, πάρεση και μεταβολή του ΗΚΓ), το UNIDONE πρέπει να διακόπτεται. Η συνδυασμένη θεραπεία με άλας καλίου ή καλιοπροστατευτικό διουρητικό πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολείς του ΜΕΑ ή αναστολείς της αγγειοτασίνης
-
Υπονατριαιμία με νευρολογικά συμπτώματαπροσοχήΈχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές υπονατριαιμίας με νευρολογικά συμπτώματα (π.χ. ναυτία, αδυναμία, προοδευτικό αποπροσανατολισμό και απάθεια)
-
Νεφρωσικό σύνδρομοπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρωσικό σύνδρομοΠρέπει να χρησιμοποιείται μόνον κάτω από στενή επίβλεψη σε νορμοκαλιαιμικούς ασθενείς, που δεν εκδηλώνουν συμπτώματα υποογκαιμίας
-
Επίπεδα ουρικού οξέοςπροσοχήΜπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό, αλλά κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας δεν παρατηρούνται συχνά κατά τη χρόνια θεραπεία
-
Δυσανεξία στη γλυκόζη / Σακχαρώδης διαβήτηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη ή σε άτομα που κάνουν θεραπεία για υπερχοληστερολαιμίαΜπορεί να εμφανιστεί δυσανεξία στη γλυκόζη (υπεργλυκαιμία και γλυκοζουρία). Πολύ σπάνια να επιδεινώσει ή να προκαλέσει σακχαρώδη διαβήτη (συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή). Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως φάρμακο πρώτης εκλογής για μακροχρόνια θεραπεία
-
Επίπεδα χοληστερίνης, τριγλυκεριδίων, LDLπροσοχήΜικρές και μερικά αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερίνης, των τριγλυκεριδίων ή της LDL στο πλάσμα αναφέρθηκαν
-
Στεφανιαία ή εγκεφαλική αρτηριοσκλήρωσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή στεφανιαία ή εγκεφαλική αρτηριοσκλήρωσηΟ προσεκτικός καθορισμός του δοσολογικού σχήματος ενδείκνυται
-
Συνδυασμός με αναστολείς ΜΕΑ ή ανταγωνιστές αγγειοτασίνηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του ΜΕΑ και ανταγωνιστές της αγγειοτασίνηςΣυνιστάται η μείωση της δοσολογίας του διουρητικού ή η διακοπή του για 2-3 ημέρες και/ή η έναρξη της θεραπείας με χαμηλή αρχική δόση του αναστολέα του ΜΕΑ ή των ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης
-
Οφθαλμικές διαταραχές (αποκόλληση του χοριοειδούς, οξεία εμφάνιση μυωπίας και δευτερογενούς γλαυκώματος κλειστής γωνίας)σοβαρήΠληθυσμόςιδιαίτερα με ιστορικό αλλεργίας στη σουλφοναμίδη ή στην πενικιλίνηΗ πρωταρχική θεραπεία είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη διακοπή του φαρμάκου. Μπορεί να χρειαστεί άμεση ιατρική ή χειρουργική θεραπεία
-
Περιεκτικότητα νατρίουπληροφορίαΤο φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο
swap_horiz
SPC-UNIDONE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Παράγωγα του κουραρίου, άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα (γουανεθιδίνη, μεθυλντόπα, β-αναστολείς, αγγειοδιασταλτικά, ανταγωνιστές του ασβεστίου, αναστολείς του ΜΕΑ και ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης)προσοχήΕνισχυμένη δράση
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, από του στόματος αντιδιαβητικοί παράγοντες)προσοχήΜείωση της υπογλυκαιμικής δράσηςΣύστασηΑναπροσαρμογή της δοσολογίας
-
ΔακτυλίτιδαπροσοχήΕμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών, αυξημένος κίνδυνος τοξικού δακτυλιδισμού, ανταγωνισμός δράσης λιδοκαΐνης, μεξιλετίνης και τοκαϊνίδης
-
προσοχήΑύξηση της συχνότητας αντιδράσεων υπερευαισθησίας
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών
-
ΔιαζοξίδηπροσοχήΑύξηση της υπεργλυκαιμικής δράσης
-
Κυτταροτοξικοί παράγοντες (κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη)προσοχήΜείωση της νεφρικής απέκκρισης, ενίσχυση της μυελοκατασταλτικής δράσης
-
Βιταμίνη D ή άλατα του ασβεστίουπροσοχήΕνίσχυση της αύξησης του ασβεστίου στον ορό (υπερασβεστιαιμία)
-
ΜΣΑΦ (ινδομεθακίνη)προσοχήΕξασθένηση της διουρητικής και αντιυπερτασικής δράσης, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας
-
Κορτικοστεροειδή, β2-αγωνιστές, αμφοτερικίνη, καρβενοξαλόνηπροσοχήΑύξηση της υποκαλιαιμικής δράσης, κίνδυνος εμφάνισης καρδιακών και/ή μυϊκών διαταραχών
-
Αντιχολινεργικοί παράγοντες (ατροπίνη, βιπεριδένη)προσοχήΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας των θειαζιδικού τύπου διουρητικών
-
Ανιονικές ιοντοανταλλακτικές ρητίνες (χολεστυραμίνη)προσοχήΕπηρεάζεται η απορρόφηση των θειαζιδικών διουρητικών, μείωση του φαρμακολογικού αποτελέσματος
-
προσοχήΑύξηση του κινδύνου υπερουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας
-
προσοχήΤαχεία αύξηση των επιπέδων λιθίου στον ορό (κίνδυνος τοξικότητας)
sick
SPC-UNIDONE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Αιμολυτική αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- υπερευαισθησία στη χλωροθαλιδόνη, σε άλλα παράγωγα των σουλφοναμιδών ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
- Υποκαλιαιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπερλιπιδαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Υπερασβεστιαιμία
- Γλυκοζουρία
- Υποχλωραιμική αλκάλωση
- ανεπαρκής ρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Κεφαλαλγία
- Οπτική δυσλειτουργία
- αποκόλληση του χοριοειδούς
- Αρρυθμία
- Ορθοστατική υπόταση
- Αγγειίτιδα
- μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα
- απώλεια όρεξης
- ελαφρά κοιλιακή δυσφορία
- ελαφρά ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Παγκρεατίτιδα
- Ενδοηπατική χολόσταση
- Ίκτερος
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Μυϊκές κράμπες
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αδυναμία
- αύξηση χοληστερόλης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Συχνέςαπώλεια όρεξηςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςελαφρά κοιλιακή δυσφορίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΓλυκοζουρίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕνδοηπατική χολόστασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΥπερασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Σπάνιεςανεπαρκής ρύθμιση σακχαρώδους διαβήτηΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Σπάνιεςελαφρά ναυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΥποχλωραιμική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνήΊλιγγοςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιαΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣυχνήΑδυναμίαΓενικές
-
ΣπάνιαΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣπάνιαΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιαΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιαΟπτική δυσλειτουργίαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιαΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνήΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςαποκόλληση του χοριοειδούςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιααύξηση χοληστερόληςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Πολύ σπάνιαμη καρδιογενές πνευμονικό οίδημαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςυπερευαισθησία στη χλωροθαλιδόνηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
pregnant_woman
SPC-UNIDONE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΤα διουρητικά είναι καλύτερο να αποφεύγονται για τη διαχείριση του οιδήματος ή της υπέρτασης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς η χρήση τους μπορεί να σχετίζεται με την υποογκαιμία, το αυξημένο ιξώδες του αίματος και τη μειωμένη αιμάτωση του πλακούντα. Έχουν υπάρξει αναφορές για καταστολή του μυελού των οστών του εμβρύου, θρομβοπενία και εμβρυϊκό και νεογνικό ίκτερο που σχετίζονται με τη χρήση θειαζιδικών διουρητικών.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ χλωροθαλιδόνη περνά στο μητρικό γάλα. Οι μητέρες που λαμβάνουν το UNIDONE πρέπει να αποφεύγουν να θηλάζουν τα βρέφη τους.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-UNIDONE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-UNIDONE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση 50 mg χλωροθαλιδόνης είναι περίπου 64% και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 8 - 12 ώρες. Για δόσεις 25 και 50 mg οι τιμές Cmax κυμαίνονται κατά μέσο όρο στο 1,5…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτρολύτες ορού | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτικά | Συγχορήγηση δακτυλίτιδας |
| — | — | ||
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | στην αρχή της θεραπείας, μετά από 3-4 εβδομάδες, και μετά κάθε 4-6 μήνες | Χρόνια θεραπεία χωρίς διαταραχή ισοζυγίου καλίου |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-UNIDONE
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία του UNIDONE πρέπει να τιτλοποιείται για τον κάθε ασθενή προκειμένου να δοθεί η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τους ηλικιωμένους. Το UNIDONE πρέπει να λαμβάνεται από το στόμα, κατά προτίμηση ως μία ημερήσια δόση κατά τη διάρκεια του πρωϊνού. Το κάθε δισκίο μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ίσες δόσεις.
Ενήλικες
Υπέρταση Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 25 mg /ημέρα. Αυτή η δόση είναι αρκετή για να παραχθεί το μέγιστο υποτασικό αποτέλεσμα στους περισσότερους ασθενείς. Εάν με τη δόση των 25mg/ημέρα η μείωση της αρτηριακής πίεσης αποδειχθεί ανεπαρκής, τότε η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 50 mg /ημέρα. Εάν απαιτείται περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης, συνιστάται η συνδυαζόμενη χρήση και άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων στο ήδη υπάρχον δοσολογικό σχήμα.
Σταθερή, χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA: λειτουργική κατηγορία ΙΙ / ΙΙΙ) Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 25 έως 50 mg /ημέρα, ενώ σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να αυξηθεί έως και 100 με 200 mg /ημέρα. Η συνήθης δόση συντήρησης είναι η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση, π.χ. 25 έως 50 mg είτε ημερησίως είτε κάθε δεύτερη ημέρα. Εάν η ανταπόκριση στη θεραπεία αποδειχθεί ανεπαρκής, μπορεί να απαιτηθεί η συνδυαζόμενη χρήση δακτυλίτιδας ή ενός αναστολέα α-ΜΕΑ (αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης) ή και τα δύο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οίδημα συγκεκριμένης προέλευσης (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις) Η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση πρέπει να προσδιορίζεται με τιτλοποίηση και να χορηγείται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Συνιστάται οι δόσεις να μην υπερβαίνουν τα 50 mg /ημέρα.
Άποιος διαβήτης Αρχικά χορηγούνται 100 mg δύο φορές ημερησίως, ενώ όποτε κρίνεται εφικτό προτιμάται μείωση της ημερήσιας δόσης συντήρησης σε 50 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Στα παιδιά θα πρέπει επίσης να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση. Για παράδειγμα μία αρχική δόση 0.5 - 1 mg/kg/48ωρο και μία μέγιστη δόση 1.7 mg/kg/48ωρο έχουν χρησιμοποιηθεί.
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η χαμηλότερη αποτελεσματική δόση του UNIDONE συνιστάται επίσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική ανεπάρκεια και σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. Φαρμακοκινητικές). Σε ηλικιωμένους ασθενείς η αποβολή της χλωροθαλιδόνης είναι βραδύτερη από ότι σε υγιείς νέους ενήλικες, αν και η απορρόφηση είναι η ίδια. Συνεπώς, μπορεί να χρειαστεί μείωση της συνιστώμενης δόσης των ενηλίκων. Κατά τη θεραπεία ασθενών προχωρημένης ηλικίας με χλωροθαλιδόνη, ενδείκνυται προσεκτική ιατρική παρακολούθηση. Το UNIDONE και τα θειαζιδικά διουρητικά χάνουν την διουρητική τους επίδραση, όταν η κάθαρση της κρεατινίνης είναι <30 mL/λεπτό.
block
Αντενδείξεις
SPC-UNIDONE
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις θειαζίδες και σε άλλα παράγωγα των σουλφοναμιδών ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
- Ανουρία.
- Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
- Σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης <30 mL/λεπτό).
- Ανθεκτική υποκαλιαιμία.
- Καταστάσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα αυξημένη αποβολή καλίου.
- Υπονατριαιμία.
- Υπερασβεστιαιμία.
- Συμπτωματική υπερουριχαιμία (ιστορικό ουρικής αρθρίτιδας ή λίθων ουρικού οξέος).
- Υπέρταση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
- Νόσος του Addison που δεν έχει αντιμετωπισθεί.
- Συγχορηγούμενη θεραπεία λιθίου.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-UNIDONE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Προειδοποιήσεις
Το UNIDONE πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας ή προοδευτική ηπατική βλάβη, επειδή μικρές μεταβολές στο ισοζύγιο των υγρών και των ηλεκτρολυτών, λόγω των θειαζιδικών διουρητικών, μπορεί να προκαλέσουν ηπατικό κώμα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος (βλ. Αντενδείξεις).
Το UNIDONE πρέπει να χρησιμοποιείται επίσης με προσοχή σε ασθενείς με βαριά νεφροπάθεια. Τα θειαζιδικά διουρητικά μπορεί να προκαλέσουν αζωθαιμία σε αυτούς τους ασθενείς και οι επιδράσεις της επαναλαμβανόμενης χορήγησης τους μπορεί να είναι αθροιστικές.
Ηλεκτρολύτες
Η θεραπεία με θειαζιδικά διουρητικά έχει συσχετισθεί με διαταραχή των ηλεκτρολυτών όπως υποκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία, υπεργλυκαιμία και υπονατριαιμία. Δεδομένου ότι αυξάνεται η απέκκριση των ηλεκτρολυτών, θα πρέπει να αποφεύγεται μια πολύ αυστηρή δίαιτα χαμηλού νατρίου.
Η υποκαλιαιμία μπορεί να επηρεάσει την καρδιά ή να αυξήσει την ανταπόκρισή της στις τοξικές επιδράσεις της δακτυλίτιδας.
Όπως και με όλα τα θειαζιδικά διουρητικά, η προκαλούμενη από το UNIDONE καλιούρηση, είναι δοσοεξαρτώμενη και ο βαθμός της ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Με 25 - 50 mg/ημέρα, η μείωση στις συγκεντρώσεις του καλίου στον ορό είναι κατά μέσο όρο 0.5 mmol/L. Πρέπει να ελέγχονται τακτικά οι συγκεντρώσεις των ηλεκτρολυτών στον ορό, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα δακτυλίτιδα. Για χρόνια θεραπεία, οι συγκεντρώσεις καλίου στον ορό πρέπει να ελέγχονται στην αρχή της θεραπείας και στη συνέχεια μετά από 3-4 εβδομάδες. Μετά από αυτό - εάν δε διαταραχθεί το ισοζύγιο του καλίου από πρόσθετους παράγοντες (π.χ. έμετος, διάρροια, μεταβολή στη νεφρική λειτουργία κλπ.) - πρέπει να γίνονται έλεγχοι κάθε 4-6 μήνες.
Εάν είναι απαραίτητο, το UNIDONE μπορεί να συνδυασθεί με από του στόματος χορηγούμενα συμπληρώματα καλίου ή ένα καλιοπροστατευτικό διουρητικό (π.χ. τριαμτερένη). Εάν η υποκαλιαιμία συνοδεύεται από κλινικά σημεία (π.χ. μυϊκή αδυναμία, πάρεση και μεταβολή του ΗΚΓ), το UNIDONE πρέπει να διακόπτεται. H συνδυασμένη θεραπεία αποτελούμενη από το UNIDONE και ένα άλας καλίου ή ένα καλιοπροστατευτικό διουρητικό πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αναστολείς του ΜΕΑ ή αναστολείς της αγγειοτασίνης.
Ο έλεγχος των ηλεκτρολυτών του ορού ενδείκνυται ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους, σε ασθενείς με ασκίτη που οφείλεται σε κίρρωση του ήπατος και σε ασθενείς με οίδημα που οφείλεται σε νεφρωσικό σύνδρομο. Έχουν υπάρξει μεμονωμένες αναφορές υπονατριαιμίας με νευρολογικά συμπτώματα (π.χ. ναυτία, αδυναμία, προοδευτικό αποπροσανατολισμό και απάθεια) μετά από αγωγή με θειαζιδικό διουρητικό.
Στο νεφρωσικό σύνδρομο, το UNIDONE πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον κάτω από στενή επίβλεψη σε νορμοκαλιαιμικούς ασθενείς, που δεν εκδηλώνουν συμπτώματα υποογκαιμίας.
Μεταβολικές επιδράσεις
Το UNIDONE μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα του ουρικού οξέος στον ορό, αλλά κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας δεν παρατηρούνται συχνά κατά τη χρόνια θεραπεία.
Όπως και με τη χρήση άλλων θειαζιδικών διουρητικών, μπορεί να εμφανιστεί δυσανεξία στη γλυκόζη. Αυτό εκδηλώνεται ως υπεργλυκαιμία και γλυκοζουρία.
Το UNIDONE μπορεί πολύ σπάνια να επιδεινώσει ή να προκαλέσει σακχαρώδη διαβήτη. Αυτό είναι συνήθως αναστρέψιμο με τη διακοπή της θεραπείας.
Μικρές και μερικά αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις της ολικής χοληστερίνης, των τριγλυκεριδίων ή της LDL στο πλάσμα αναφέρθηκαν σε ασθενείς κατά τη διάρκεια μακροχρόνιας θεραπείας με θειαζίδες και διουρητικά, που μοιάζουν με τις θειαζίδες. Η κλινική σημασία αυτών των ευρημάτων δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως.
Το UNIDONE δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως φάρμακο πρώτης εκλογής για μακροχρόνια θεραπεία σε ασθενείς με έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη ή σε άτομα, που κάνουν θεραπεία για υπερχοληστερολαιμία (δίαιτα ή συνδυασμός δίαιτας με φάρμακα).
Όπως με όλους τους αντιυπερτασικούς παράγοντες, ο προσεκτικός καθορισμός του δοσολογικού σχήματος ενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή στεφανιαία ή εγκεφαλική αρτηριοσκλήρωση.
Άλλες επιδράσεις
Η αντιυπερτασική δράση των αναστολέων του ΜΕΑ και των ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης ενισχύεται από παράγοντες, που αυξάνουν τη δράση της ρενίνης του πλάσματος (διουρητικά). Συνιστάται η μείωση της δοσολογίας του διουρητικού ή η διακοπή του για 2 - 3 ημέρες και/ή να γίνει η έναρξη της θεραπείας με μία χαμηλή αρχική δόση του αναστολέα του ΜΕΑ ή των ανταγωνιστών της αγγειοτασίνης.
Αποκόλληση του χοριοειδούς, οξεία εμφάνιση μυωπίας και δευτερογενούς γλαυκώματος κλειστής γωνίας:
Η σουλφοναμίδη ή τα παράγωγα της σουλφοναμίδης μπορεί να προκαλέσουν μια ιδιοσυγκρασιακού τύπου αντίδραση η οποία οδηγεί σε αποκόλληση του χοριοειδούς με βλάβη του οπτικού πεδίου, παροδική μυωπία και οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν οξεία έναρξη μειωμένης οπτικής οξύτητας ή πόνο του οφθαλμού και συνήθως συμβαίνουν μέσα σε λίγες ώρες έως εβδομάδες από την έναρξη λήψης του φαρμάκου. Χωρίς θεραπευτική αγωγή, το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια της όρασης. Η πρωταρχική θεραπεία είναι η όσο το δυνατόν ταχύτερη διακοπή του φαρμάκου. Μπορεί να χρειαστεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο άμεσης ιατρικής ή χειρουργικής θεραπείας, εάν η ενδοφθάλμια πίεση παραμένει εκτός ελέγχου. Οι παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη οξέος γλαυκώματος κλειστής γωνίας μπορεί να περιλαμβάνουν ιστορικό αλλεργίας στη σουλφοναμίδη ή στην πενικιλίνη.
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-UNIDONE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Τα διουρητικά ενισχύουν τη δράση των παραγώγων του κουραρίου και των άλλων αντιυπερτασικών φαρμάκων (π.χ. γουανεθιδίνη, μεθυλντόπα β-αναστολείς, αγγειοδιασταλτικά, ανταγωνιστές του ασβεστίου, αναστολείς του ΜΕΑ και ανταγωνιστές της αγγειοτασίνης).
Αντιδιαβητικά: Μπορεί να καταστεί αναγκαία η αναπροσαρμογή της δοσολογίας της ινσουλίνης και των από του στόματος χορηγούμενων αντιδιαβητικών παραγόντων, λόγω του κινδύνου μείωσης της υπογλυκαιμικής δράσης που προκαλείται από την πιθανή μείωση της ινσουλίνης που απελευθερώνεται από το πάγκρεας λόγω της υπογλυκαιμικής δράσης.
Δακτυλίτιδα: Η προκαλούμενη από τις θειαζίδες υποκαλιαιμία ή υπομαγνησιαιμία μπορεί να ευνοήσει την εμφάνιση καρδιακών αρρυθμιών που προκαλούνται από τη δακτυλίτιδα. Η υποκαλιαιμία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικού δακτυλιδισμού και ανταγωνίζεται τη δράση της λιδοκαΐνης, μεξιλετίνης και τοκαϊνίδης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αλλοπουρινόλη: Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
Αμανταδίνη: Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, που προκαλούνται από την αμανταδίνη.
Διαζοξίδη: Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να αυξήσει την υπεργλυκαιμική δράση της διαζοξίδης.
Κυτταροτοξικοί παράγοντες: Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μπορεί να μειώσει τη νεφρική απέκκριση των κυτταροτοξικών παραγόντων (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη, μεθοτρεξάτη) και να ενισχύσει τη μυελοκατασταλτική δράση τους.
Βιταμίνη D ή άλατα του ασβεστίου: Η χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών μαζί με βιταμίνη D ή με άλατα του ασβεστίου μπορεί να ενισχύσει την αύξηση του ασβεστίου στον ορό λόγω αναστολής της ουρικής απέκκρισης. Η προκύπτουσα υπερασβεστιαιμία είναι συνήθως παροδική αλλά μπορεί να είναι επίμονη και συμπτωματική (αδυναμία, κόπωση, ανορεξία) σε ασθενείς με υπερπαραθυρεοειδισμό.
Η δράση της χλωροθαλιδόνης ενδέχεται να επηρεαστεί από τη χορήγηση των ακόλουθων φαρμάκων:
ΜΣΑΦ: Η ταυτόχρονη χορήγηση ορισμένων μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών φαρμάκων (π.χ. ινδομεθακίνη) μπορεί να εξασθενίσει τη διουρητική και αντιυπερτασική δράση του UNIDONE. Υπήρξαν μεμονωμένες αναφορές επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας σε ασθενείς με προδιάθεση.
Η υποκαλιαιμική δράση των διουρητικών μπορεί να αυξηθεί από κορτικοστεροειδή, β2-αγωνιστές, αμφοτερικίνη και καρβενοξαλόνη με κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών και/ή μυϊκών διαταραχών.
Αντιχολινεργικοί παράγοντες: Η βιοδιαθεσιμότητα των θειαζιδικού τύπου διουρητικών μπορεί να αυξηθεί από αντιχολινεργικούς παράγοντες (π.χ. ατροπίνη, βιπεριδένη), προφανώς λόγω της μείωσης της γαστρεντερικής κινητικότητας και του ρυθμού κένωσης του στομάχου.
Ανιονικές ιοντοανταλλακτικές ρητίνες: Η απορρόφηση των θειαζιδικών διουρητικών επηρεάζεται από την παρουσία ρητινών ανταλλαγής ανιόντων, όπως η χολεστυραμίνη. Μια μείωση στο φαρμακολογικό αποτέλεσμα μπορεί να αναμένεται.
Κυκλοσπορίνη: Η ταυτόχρονη θεραπεία με κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο υπερουριχαιμίας και επιπλοκών τύπου ουρικής αρθρίτιδας.
Οι θειαζίδες και τα παρόμοιου τύπου διουρητικά μπορούν να προκαλέσουν ταχεία αύξηση των επιπέδων λιθίου στον ορό (κίνδυνος τοξικότητας), καθώς η νεφρική κάθαρση του λιθίου μειώνεται από αυτές τις ουσίες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-UNIDONE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, οι οποίες έχουν αναφερθεί με τη χλωροθαλιδόνη από πολλαπλές πηγές, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρίας μετά την κυκλοφορία, παρατίθενται σύμφωνα με τις κατηγορίες/οργανικά συστήματα κατά MedDRA. Σε κάθε κατηγορία/οργανικό σύστημα, οι ανεπιθύμητες ενέργειες κατατάσσονται βάσει συχνότητας, με τις συχνότερες αντιδράσεις πρώτες. Σε κάθε ομάδα συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας. Επιπλέον, οι αντίστοιχες κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως:
- Πολύ συχνές (≥ 1/10)
- Συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Σπάνιες: ουδετεροπενία, θρομβοπενία, λευκοπενία, ακοκκιοκυτταραιμία, απλαστική ή αιμολυτική αναιμία και ηωσινοφιλία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Μη γνωστές: υπερευαισθησία στη χλωροθαλιδόνη, σε άλλα παράγωγα των σουλφοναμιδών ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ συχνές: κυρίως σε υψηλότερες δόσεις, υποκαλιαιμία, υπερουριχαιμία και υπερλιπιδαιμία.
- Συχνές: υπονατριαιμία, υπομαγνησιαιμία και υπεργλυκαιμία.
- Όχι συχνές: ουρική αρθρίτιδα
- Σπάνιες: υπερασβεστιαιμία, γλυκοζουρία, ανεπαρκής ρύθμιση σακχαρώδους διαβήτη,
- Πολύ σπάνιες: υποχλωραιμική αλκάλωση.
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Συχνή: ίλιγγος.
- Σπάνιες: παραισθησία, κεφαλαλγία.
Οφθαλμικές διαταραχές
- Σπάνια: οπτική δυσλειτουργία.
- Μη γνωστές: αποκόλληση του χοριοειδούς.
Καρδιακές διαταραχές
- Σπάνια: αρρυθμίες.
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: ορθοστατική υπόταση, που μπορεί να επιδεινωθεί από οινόπνευμα, αναισθητικά ή κατασταλτικά.
- Πολύ σπάνια: αγγειίτιδα.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Πολύ σπάνια: μη καρδιογενές πνευμονικό οίδημα.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές: απώλεια όρεξης και ελαφρά κοιλιακή δυσφορία.
- Σπάνιες: ελαφρά ναυτία και έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσκοιλιότητα και διάρροια.
- Πολύ σπάνια: παγκρεατίτιδα.
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σπάνιες: ενδοηπατική χολόσταση, ίκτερος.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: κνίδωση και άλλες μορφές εξανθήματος.
- Σπάνια: αντίδραση από φωτοευαισθησία.
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Πολύ σπάνια: μυϊκές κράμπες.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Πολύ σπάνιες: διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Συχνή: στυτική δυσλειτουργία.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνή: αδυναμία
Παρακλινικές εξετάσεις
- Πολύ σπάνια: αύξηση χοληστερόλης
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες μέσω του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-UNIDONE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Τα διουρητικά είναι καλύτερο να αποφεύγονται για τη διαχείριση του οιδήματος ή της υπέρτασης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, καθώς η χρήση τους μπορεί να σχετίζεται με την υποογκαιμία, το αυξημένο ιξώδες του αίματος και τη μειωμένη αιμάτωση του πλακούντα. Έχουν υπάρξει αναφορές για καταστολή του μυελού των οστών του εμβρύου, θρομβοπενία και εμβρυϊκό και νεογνικό ίκτερο που σχετίζονται με τη χρήση θειαζιδικών διουρητικών.
Θηλασμός
Η χλωροθαλιδόνη περνά στο μητρικό γάλα. Οι μητέρες που λαμβάνουν το UNIDONE πρέπει να αποφεύγουν να θηλάζουν τα βρέφη τους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-UNIDONE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά τύπου θειαζίδης, κωδικός ATC: C03BA04. Η χλωροθαλιδόνη είναι ένα βενζοθειαζιδικό διουρητικό (συγγενές με τη θειαζίδη) με μακράς διάρκειας δράση.
Μηχανισμός δράσης
Η θειαζίδη και τα παρόμοιου τύπου με τη θειαζίδη διουρητικά δρουν πρωταρχικά στο άπω νεφρικό σωληνάριο (αρχικό εσπειραμένο τμήμα), αναστέλλοντας την επαναρρόφηση του ΝaCl- (ανταγωνιζόμενα το συμμεταφορέα του Na+ - Cl-) και προάγοντας την επαναπορρόφηση του Ca++ (με έναν άγνωστο μηχανισμό). Η ενισχυμένη απελευθέρωση Na+ και ύδατος στο αθροιστικό σωληνάριο του φλοιού και/ή το αυξημένο κλάσμα ροής, οδηγούν σε αυξημένη έκκριση και απέκκριση Κ+ και Η+.
Σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, η διούρηση προκαλείται μετά από χορήγηση 12,5 mg χλωροθαλιδόνης. Η προκύπτουσα αύξησή της δια μέσου των ούρων απέκκρισης νατρίου και χλωρίου και η μικρότερη απέκκριση δια μέσου των ούρων καλίου είναι δοσοεξαρτώμενες και εμφανίζονται τόσο σε φυσιολογικούς, όσο και σε ασθενείς με οίδημα. Η διουρητική δράση αρχίζει μετά από 2 - 3 ώρες, φθάνει τη μέγιστη τιμή της μετά από 4 - 24 ώρες και μπορεί να διατηρηθεί για 2 - 3 ημέρες.
Η προκαλούμενη από τις θειαζίδες διούρηση οδηγεί αρχικά σε μειώσεις του όγκου του πλάσματος, της καρδιακής παροχής και της συστηματικής αρτηριακής πίεσης. Ενδέχεται να ενεργοποιηθεί το σύστημα ρενίνης - αγγειοτασίνης - αλδοστερόνης.
Σε υπερτασικά άτομα, η χλωροθαλιδόνη μειώνει με ήπιο τρόπο την αρτηριακή πίεση. Σε συνεχή χορήγηση η υποτασική δράση διατηρείται, πιθανόν λόγω της μείωσης της περιφερικής αντίστασης. Η καρδιακή παροχή επανέρχεται στις προθεραπευτικές τιμές, ο όγκος του πλάσματος παραμένει κάπως μειωμένος και μπορεί να αυξηθεί η δράση της ρενίνης του πλάσματος.
Σε χρόνια χορήγηση η αντιυπερτασική δράση της χλωροθαλιδόνης είναι δοσοεξαρτώμενη μεταξύ 12,5 και 50 mg/ημέρα. Αυξάνοντας τη δόση πάνω από 50 mg αυξάνουν οι μεταβολικές επιπλοκές, και σπάνια υπάρχει θεραπευτικό όφελος. Όπως και με άλλα διουρητικά, όταν το UNIDONE χορηγείται ως μονοθεραπεία, επιτυγχάνεται έλεγχος της αρτηριακής πίεσης στους μισούς περίπου ασθενείς με ήπια έως μέτρια υπέρταση. Έχει βρεθεί ότι γενικά οι ηλικιωμένοι και οι έγχρωμοι ασθενείς ανταποκρίνονται καλά σε διουρητικά όταν χορηγούνται ως κύρια θεραπεία. Τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές σε ηλικιωμένους έχουν δείξει ότι η θεραπεία της υπέρτασης ή της μεμονωμένης συστολικής υπέρτασης σε πιο ηλικιωμένα άτομα με χαμηλές δοσολογίες θειαζιδικών διουρητικών, συμπεριλαμβανόμενης της χλωροθαλιδόνης, μειώνει την αγγειοεγκεφαλική (οξέα ΑΕΕ), καθώς και την στεφανιαία και ολική καρδιαγγειακή νοσηρότητα και θνησιμότητα. Η συνδυασμένη θεραπεία με άλλα αντιυπερτασικά ενισχύει τη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Σε μεγάλη αναλογία ασθενών, που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στη μονοθεραπεία, μπορεί να επιτευχθεί με αυτόν τον τρόπο μία περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
Στο νεφρογενή άποιο διαβήτη, η χλωροθαλιδόνη μειώνει παραδόξως την πολυουρία. Ο μηχανισμός αυτός δράσης της δεν έχει αποσαφηνισθεί. Επειδή τα θειαζιδικά διουρητικά, συμπεριλαμβανομένου της χλωροθαλιδόνης, μειώνουν την απέκκριση ιόντων Ca++, έχουν χρησιμοποιηθεί για την πρόληψη του ανασχηματισμού λίθων οξαλικού ασβεστίου στους νεφρούς.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-UNIDONE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η βιοδιαθεσιμότητα μετά την από του στόματος χορήγηση 50 mg χλωροθαλιδόνης είναι περίπου 64% και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 8 - 12 ώρες. Για δόσεις 25 και 50 mg οι τιμές Cmax κυμαίνονται κατά μέσο όρο στο 1,5 μg/mL (4,4 μmol/L) και 3,2 μg/mL (9,4 μmol/L) αντίστοιχα. Για δόσεις μέχρι 100 mg υπάρχει μία αναλογική αύξηση της περιοχής κάτω από την καμπύλη (AUC). Σε επαναλαμβανόμενες ημερήσιες δόσεις 50 mg επιτυγχάνονται μετά από 1 - 2 εβδομάδες μέσες συγκεντρώσεις στο αίμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση 7,2 μg/mL (21,2 μmol/L), που μετρήθηκαν στο τέλος του 24ωρου δοσολογικού διαστήματος.
Κατανομή
Στο αίμα μόνο μικρό κλάσμα της χλωροθαλιδόνης είναι ελεύθερο, λόγω εκτενούς συσσώρευσης στα ερυθροκύτταρα και δέσμευσης στις πρωτεΐνες του πλάσματος. Λόγω του μεγάλου βαθμού δέσμευσης και της υψηλής συγγένειας της χλωροθαλιδόνης με την ανθρακική ανυδράση των ερυθροκυττάρων, μόνο 1,4% περίπου του συνολικού ποσού χλωροθαλιδόνης στο ολικό αίμα βρέθηκε στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση κατά τη διάρκεια της θεραπείας με δόσεις 50 mg. In vitro, η δέσμευση της χλωροθαλιδόνης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 76% περίπου και η κατ’ εξοχήν δεσμευτική πρωτεΐνη είναι η λευκωματίνη.
Η χλωροθαλιδόνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και περνά στο μητρικό γάλα. Σε μητέρες που υποβάλλονται σε θεραπεία με 50 mg χλωροθαλιδόνης την ημέρα πριν και μετά τον τοκετό, τα επίπεδα της χλωροθαλιδόνης στο ολικό αίμα του εμβρύου είναι το 15% περίπου αυτών, που βρίσκονται στο μητρικό αίμα. Οι συγκεντρώσεις χλωροθαλιδόνης στο αμνιοτικό υγρό και στο μητρικό γάλα είναι το 4% περίπου του αντίστοιχου επιπέδου στο μητρικό αίμα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός και η ηπατική απέκκριση στη χολή αποτελούν ελάσσονα οδό αποβολής. Μέσα σε 120 ώρες, το 70% περίπου της δόσης απεκκρίνεται από τα ούρα και τα κόπρανα, κυρίως σε αναλλοίωτη μορφή.
Αποβολή
Η χλωροθαλιδόνη αποβάλλεται από το ολικό αίμα και το πλάσμα με ημιπερίοδο ζωής της αποβολής, που ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 50 ώρες. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι αμετάβλητη μετά από χρόνια χορήγηση. Το μέγιστο μέρος μίας απορροφούμενης δόσης χλωροθαλιδόνης απεκκρίνεται από τα νεφρά με μέση νεφρική κάθαρση 60 mL/min.
Ειδικές ομάδες ασθενών
Η νεφρική ανεπάρκεια δε μεταβάλλει τη φαρμακοκινητική της χλωροθαλιδόνης και ο σημαντικότερος παράγοντας που επηρεάζει το ρυθμό αποβολής του φαρμάκου από το αίμα ή το πλάσμα είναι πιθανότατα η συγγένεια του φαρμάκου προς την ανθρακική ανυδράση των ερυθροκυττάρων. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική λειτουργία (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις). Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η αποβολή της χλωροθαλιδόνης είναι βραδύτερη απ’ ό,τι σε υγιείς νέους ενήλικες, αν και η απορρόφηση της είναι η ίδια. Για αυτό το λόγο απαιτείται στενή ιατρική παρακολούθηση κατά τη θεραπεία ασθενών προχωρημένης ηλικίας με χλωροθαλιδόνη.
ΕΟΦ · 2.2.1
Θειαζίδες και παρόμοιας δράσης
expand_more
Θειαζίδες και παρόμοιας δράσης
Οι θειαζίδες και τα διουρητικά με παρόμοια δράση (χλωροθαλιδόνη) δρουν στο ανιόν σκέλος της αγκύλης του Henle και στα άπω εσπειραμένα σωληνάρια και προκαλούν αυξημένη απέκκριση νατρίου και ύδατος.
Είναι διουρητικά με μέτρια ισχύ και χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση ήπιων οιδημάτων πχ. από καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και ως αντιϋπερτασικά, είτε ως μονοθεραπεία, είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιϋπερτασικά. Η δράση τους ξεκινά 1-2 ώρες μετά την χορήγησή τους από το στόμα και για τα περισσότερα από αυτά διαρκεί 12-24 ώρες. Χορηγούνται συνήθως τις πρωινές ώρες έτσι ώστε η διούρηση να μην παρεμποδίζει τον ύπνο.
Η υποκαλιαιμία, (ιδίως με τη χλωροθαλιδόνη) είναι, σε χρόνια χορήγηση, συχνή. Άτυπες ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις σε άτομα που παίρνουν χρονίως θειαζίδες, πρέπει να εγείρουν την υπόνοια υποκαλιαιμίας έστω και αν το κάλιο ορού δεν είναι σαφώς κάτω από τα κατώτερα φυσιολογικά όρια.
Αν η διούρηση που προκαλείται με θειαζίδες στις μέγιστες δόσεις τους δεν είναι ικανοποιητική, δεν αναμένεται μεγαλύτερη διούρηση με παραπέρα αύξηση της δόσης. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δοθούν διουρητικά της αγκύλης.
Δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των θειαζιδών. Η χλωροθαλιδόνη έχει δράση μακρότερη από τις θειαζίδες και μπορεί να χορηγείται ανά δεύτερη ημέρα ή και αραιότερα.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των φαρμάκων αυτής της ομάδας είναι κοινές.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Αναστέλλει την επαναρρόφηση του νατρίου και του χλωρίου μέσω αναστολής του Na+/Cl- συμμεταφορέα στο φλοιώδες αραιωτικό τμήμα της ανιούσας σκέλης της αγκύλης του Henle. Η μείωση της επαναρρόφησης νατρίου οδηγεί στη συνέχεια σε μείωση του εξωκυττάριου υγρού και του όγκου πλάσματος μέσω μιας ωσμωτικής διούρησης που καθοδηγείται από το νάτριο. Αυξάνοντας την παροχή νατρίου στο εγγύς νεφρικό σωληνάριο, η χλωθαλιδόνη αυξάνει έμμεσα την απέκκριση καλίου μέσω του μηχανισμού ανταλλαγής νατρίου-καλίου. Ο ακριβής μηχανισμός της αντιυπερτασικής δράσης της χλωθαλιδόνης συζητείται, ωστόσο, πιστεύεται ότι η αυξημένη διούρηση οδηγεί σε μειωμένο όγκο πλάσματος και εξωκυττάριου υγρού, ο οποίος επομένως απαιτεί μειωμένη καρδιακή παροχή και συνολικά μειώνει την αρτηριακή πίεση. Η χλωθαλιδόνη έχει επίσης αποδειχθεί ότι μειώνει τη συσσώρευση αιμοπεταλίων και την αγγειακή διαπερατότητα, καθώς και προάγει την αγγειογένεση in vitro, η οποία πιστεύεται ότι είναι εν μέρει αποτέλεσμα μειώσεων σε μονοπάτια που εξαρτώνται από την ανθρακική ανυδράση. Αυτά τα μονοπάτια μπορεί να διαδραματίζουν ρόλο στα αποτελέσματα της χλωθαλιδόνης στη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.
- ΔΡΑΣΗ ΜΕ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΝΕΦΡΙΚΗΣ ΣΩΛΗΝΑΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΙΟΝΤΩΝ.
- Μειωμένος όγκος πλάσματος και μειωμένος όγκος εξωκυττάριου υγρού· μειωμένη καρδιακή παροχή αρχικά, ακολουθούμενη από μειωμένη συνολική περιφερική αντίσταση με ομαλοποίηση της καρδιακής παροχής.
- Η ΑΝΤΙΥΠΕΡΤΑΣΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΧΛΩΘΑΛΙΔΟΝΗΣ ΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ ΟΤΙ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΗ ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΠΑΡΟΧΗ.
- Ο ακριβής μηχανισμός μείωσης της αρτηριακής πίεσης από τα διουρητικά δεν είναι βέβαιος. Αρχικά τα φάρμακα μειώνουν τον εξωκυττάριο όγκο και την καρδιακή παροχή. Ωστόσο, η υποτασική δράση διατηρείται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία λόγω της μειωμένης αγγειακής αντίστασης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Περίπου το 50% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω του νεφρού, και η απέκκριση χαρακτηρίζεται από διφασική αποβολή με μια ταχεία φάση που ακολουθείται από μια αργή εκκριτική φάση.
Η χλωθαλιδόνη έχει αποδειχθεί ότι συγκεντρώνεται ταχέως εντός των ερυθροκυττάρων και στη συνέχεια εξισορροπείται μέσω αργής διάχυσης πίσω στο διαμέρισμα του ορού, οδηγώντας σε μεγάλο όγκο κατανομής.
- ΒΙΟΧΗΜΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ ΥΠΟΔΗΛΩΝΟΥΝ ΟΤΙ Η ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΔΡΑΣΗΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΕ ΑΡΓΗ ΓΑΣΤΡΕΝΤΕΡΙΚΗ ΑΠΟΡΡΟΦΗΣΗ & ΕΝΤΕΡΟΗΠΑΤΙΚΗ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ. ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΟ ΑΠΟΚΡΕΊΝΕΤΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟ ΑΠΟ ΤΟ ΝΕΦΡΟ.
- ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ /ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΕΣ/ ΕΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟΚΡΕΊΝΟΝΤΑΙ ΤΑΧΕΩΣ ΕΝΤΟΣ 3 ΕΩΣ 6 ΩΡΩΝ.
- ΜΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΣΕ ΔΟΣΗ-ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΗ ΟΥΡΙΚΗΣ ΑΠΕΚΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΧΛΩΘΑΛΙΔΟΝΗΣ.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΚΟΛΟΒΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ· Α-ΑΝΑΚΟΛΟΒΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΡΕΠΟΝΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΑΝΣΙΝΗ-ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΜΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ ΧΛΩΡΙΟΥ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Q0MQD1073Q
CHLORTHALIDONE
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Διούρηση
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Τάξη [EPC] - Διουρητικό τύπου Θειαζιδών
Η χλωθαλιδόνη είναι ένα Διουρητικό τύπου Θειαζιδών. Η φυσιολογική επίδραση της χλωθαλιδόνης είναι μέσω Αυξημένης Διούρησης.
CHLORTHALIDONE
Αυξημένη Διούρηση [PE]· Διουρητικό τύπου Θειαζιδών [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Θειαζιδικά / θειαζιδικού τύπου διουρητικά (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ· (ιδίως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ, ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ)· Β-ΑΝΑΚΟΛΟΒΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ· Α-ΑΝΑΚΟΛΟΒΗΤΕΣ ΤΗΣ ΑΔΡΕΝΑΛΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΡΕΠΟΝΤΕΣ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΑΝΣΙΝΗ-ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΩΡΥΓΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη νεφρική λειτουργία.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΜΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ ΧΛΩΡΙΟΥ. Λειτουργούν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ.