Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01FF06 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CEMIPLIMAB

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of CEMIPLIMAB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
block
SPC-LIBTAYO

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-LIBTAYO

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    θα πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια η εμπορική ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος.
  • Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες
    σοβαρές και θανατηφόρες
    Απαιτείται παρακολούθηση των ασθενών για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (εφόσον ενδείκνυται κλινικά) και κορτικοστεροειδή. Για πιθανολογούμενες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες, οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται ώστε να επιβεβαιωθεί η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη ενέργεια και να αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες, συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, η χορήγηση του cemiplimab θα πρέπει να ανασταλεί προσωρινά ή να διακοπεί οριστικά (βλ. Δοσολογία).
  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα
    θανατηφόρες περιπτώσεις
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας και θα πρέπει να αποκλείονται λοιπές αιτίες εκτός της σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδας. Οι ασθενείς με πιθανολογούμενη πνευμονίτιδα θα πρέπει να αξιολογούνται με ακτινογραφική απεικόνιση, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. Δοσολογία).
  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα διάρροιας ή κολίτιδας και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, αντι-διαρροϊκούς παράγοντες και κορτικοστεροειδή (βλ. Δοσολογία).
  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα
    θανατηφόρων περιπτώσεων
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. Δοσολογία).
  • Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειες
  • Διαταραχές του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός/υπερθυρεοειδισμός/θυρεοειδίτιδα)
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μεταβολές στη θυρεοειδική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (εφόσον ενδείκνυται) και τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab. Ο υπερθυρεοειδισμός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική (βλ. Δοσολογία).
  • Υποφυσίτιδα
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υποφυσίτιδας και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, κορτικοστεροειδή και ορμονική υποκατάσταση, σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία).
  • Ανεπάρκεια των επινεφριδίων
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας των επινεφριδίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά από αυτή και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, κορτικοστεροειδή και ορμονική υποκατάσταση, σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία).
  • Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για υπεργλυκαιμία και για σημεία και συμπτώματα διαβήτη, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με από στόματος χορηγούμενους αντι-υπεργλυκαιμικούς παράγοντες ή ινσουλίνη και τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab (βλ. Δοσολογία).
  • Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες
    θανατηφόρα έκβαση
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις πιθανολογούμενων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και θα πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. Δοσολογία). Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων ή σημείων SJS ή TEN, παραπέμψτε τον ασθενή για εξειδικευμένη φροντίδα για αξιολόγηση και θεραπεία και αντιμετωπίστε τον ασθενή με τροποποιήσεις της θεραπείας (βλ. Δοσολογία). Περιπτώσεις SJS, θανατηφόρου TEN και στοματίτιδας συνέβησαν μετά από 1 δόση cemiplimab σε ασθενείς που είχαν εκτεθεί στο παρελθόν σε idelalisib, οι οποίοι συμμετείχαν σε μία κλινική μελέτη που αξιολογούσε το cemiplimab στο μη-Hodgkins λέμφωμα (NHL) και είχαν εκτεθεί πρόσφατα σε αντιβιοτικά που περιέχουν σουλφοναμίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή όπως περιγράφεται παραπάνω (βλ. Δοσολογία).
  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα
    Παρακολουθήστε τους ασθενείς για μεταβολές στη νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή (βλ. Δοσολογία).
  • Άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες
    θανατηφόρες και απειλητικές για τη ζωή
    Αξιολογήστε τις πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό για τον αποκλεισμό άλλων αιτιών. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητων ενεργειών και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Μετά την κυκλοφορία, έχει αναφερθεί απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς PD-1. Η θεραπεία με το cemiplimab ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης σε λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται το όφελος από τη θεραπεία με το cemiplimab έναντι του κινδύνου πιθανής απόρριψης του οργάνου. Περιπτώσεις νόσου του μοσχεύματος κατά του ξενιστή έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία, σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με άλλους αναστολείς των PD-1/PD-L1 σε σχέση με αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.
  • Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
    σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή
    Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή. Για ήπιες ή μέτριες σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, η χορήγηση cemiplimab θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να ελαττώνεται ο ρυθμός έγχυσης. Σε περίπτωση σοβερών (Βαθμού 3) ή απειλητικών για τη ζωή (Βαθμού 4) σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων, η έγχυση θα πρέπει να σταματά και η θεραπεία με cemiplimab να διακόπτεται οριστικά (βλ. Δοσολογία).
  • Ασθενείς που αποκλείσθηκαν από κλινικές μελέτες
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που είχαν ενεργή λοίμωξη, ήταν ανοσοκατεσταλμένοι, είχαν ιστορικό αυτοάνοσων νοσημάτων, ECOG PS ≥2 ή ιστορικό διάμεσης πνευμονοπάθειας.
    Εάν υπάρχει έλλειψη δεδομένων, το cemiplimab πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς, κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της σχέσης οφέλους-κινδύνων για τον ασθενή.
swap_horiz
SPC-LIBTAYO

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Συστηματικά κορτικοστεροειδή ή ανοσοκατασταλτικά
    προσοχή
    Πιθανή επίδραση στη φαρμακοδυναμική δραστικότητα και αποτελεσματικότητα του cemiplimab
    ΣύστασηΑποφυγή πριν την έναρξη της θεραπείας, εκτός από φυσιολογικές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών (≤10mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου).
sick
SPC-LIBTAYO

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Ουρολοίμωξη
  • Μηνιγγίτιδα
Αίμα
  • Αναιμία
Γενικές
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
  • Κόπωση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αυτοάνομη θρομβοπενική πορφύρα
Ανοσοποιητικό
  • Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου
  • Σύνδρομο Sjogren
Αγγειακές
  • Αγγειίτιδα
  • Υπέρταση
Ενδοκρινικό
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Υπερθυρεοειδισμός
  • Ανεπάρκεια επινεφριδίων
  • Θυρεοειδίτιδα
  • Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
  • Υποφυσίτιδα
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Περιφερική νευροπάθεια
  • Εγκεφαλίτιδα
  • Μυασθένεια Gravis
  • Παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα
  • Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζική νευροπάθεια
  • Σύνδρομο Guillain-Barré
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Φλεγμονή κεντρικού νευρικού συστήματος
Οφθαλμικές
  • Κερατίτιδα
Καρδιά
  • Μυοκαρδίτιδα
  • Περικαρδίτιδα
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Δύσπνοια
  • Πνευμονίτιδα
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Κοιλιακό άλγος
  • Έμετος
  • Στοματίτιδα
  • Κολίτιδα
Ήπαρ
  • Ηπατίτιδα
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
Μυοσκελετικό
  • Μυοσκελετικός πόνος
  • Αρθρίτιδα
  • Μυϊκή αδυναμία
  • Μυοσίτιδα
  • Ρευματική πολυμυαλγία
  • Αρθραλγία
  • Μυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Νεφρίτιδα
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη κρεατίνη αίματος
  • Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
  • Μειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
    Γενικές
    Συχνές
  • Αρθρίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυξημένη κρεατίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κολίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Νεφρίτιδα
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Πνευμονίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Υπερθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Υποθυρεοειδισμός
    Ενδοκρινικό
    Συχνές
  • Ανεπάρκεια επινεφριδίων
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Αυξημένες τρανσαμινάσες
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Αυτοάνομη θρομβοπενική πορφύρα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Εγκεφαλίτιδα
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Θυρεοειδίτιδα
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Μειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη
    Εργαστηριακές
    Όχι συχνές
  • Μηνιγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μυασθένεια Gravis
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Μυοκαρδίτιδα
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Μυοσίτιδα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Μυϊκή αδυναμία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Περικαρδίτιδα
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Ρευματική πολυμυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Υποφυσίτιδα
    Ενδοκρινικό
    Όχι συχνές
  • Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζική νευροπάθεια
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Αγγειίτιδα
    Αγγειακές
    Σπάνιες
  • Σύνδρομο Guillain-Barré
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Φλεγμονή κεντρικού νευρικού συστήματος
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
pregnant_woman
SPC-LIBTAYO

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη
    κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το cemiplimab και για διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών μετά την τελευταία δόση του cemiplimab.
  • Κύηση
    Δεν συνιστάται
    Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με το cemiplimab. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του cemiplimab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η αναστολή της οδού PD-1/PD-L1 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ανοσοεπαγώμενης απόρριψης του αναπτυσσόμενου εμβρύου με αποτέλεσμα τον εμβρυϊκό θάνατο (βλέπε Προκλινικά δεδομένα). Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG4 διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και το cemiplimab είναι μια IgG4. Επομένως, το cemiplimab έχει τη δυνατότητα να περάσει από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Δεν συνιστάται η χρήση του cemiplimab κατά τη διάρκεια της κύησης καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, εκτός εάν το κλινικό όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου.
  • Γαλουχία
    Να μη θηλάσει
    Δεν είναι γνωστό εάν το cemiplimab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Είναι γνωστό ότι τα αντισώματα (συμπεριλαμβανομένης της IgG4) απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το νεογέννητο/βρέφος που θηλάζει. Εάν μία γυναίκα επιλέξει να λάβει θεραπεία με cemiplimab, θα πρέπει να της δοθεί η οδηγία να μη θηλάσει ενόσω λαμβάνει το cemiplimab και για διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών μετά την τελευταία δόση.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τις πιθανές επιδράσεις του cemiplimab στη γονιμότητα. Σε μία μελέτη διάρκειας 3 μηνών για την αξιολόγηση της γονιμότητας με επαναλαμβανόμενες δόσεις σε σεξουαλικά ώριμους κυνομολόγους πιθήκους, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στις παραμέτρους αξιολόγησης της γονιμότητας ή στα αναπαραγωγικά όργανα των αρσενικών και θηλυκών ζώων.
neurology
SPC-LIBTAYO

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα. Κωδικός ATC: L01XC33 ### Μηχανισμός δράσης Το cemiplimab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G4 (IgG4) το οποίο προσδένεται στον υποδοχέα της…

monitor_heart
SPC-LIBTAYO

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα. Κωδικός ATC: L01XC33 ### Μηχανισμός δράσης Το cemiplimab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G4 (IgG4) το οποίο προσδένεται στον υποδοχέα της…

biotech
SPC-LIBTAYO

Φαρμακοκινητική

expand_more
Τα δεδομένα συγκέντρωσης από 1.062 ασθενείς με διάφορους συμπαγείς όγκους, οι οποίοι έλαβαν cemiplimab συνδυάστηκαν σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού. Στα 350 mg Q3W, η μέση συγκέντρωση του cemiplimab σε σταθεροποιημένη κατάσταση κυμαινόταν μεταξύ…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία
Ηπατική λειτουργία (LFTs) gastroenterologyΗπατική λειτουργία πριν από την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης
Γλυκαιμικός έλεγχος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης
Θυρεοειδική λειτουργία endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες στην αρχή της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία
Δερματικές αντιδράσεις dermatologyΔερματολογικός έλεγχος
Κλινική παρακολούθηση (διάρροια/κολίτιδα) stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική)
κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά από αυτή
Συμπτώματα σχετιζόμενα με την έγχυση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική)
Συμπτώματα υποφυσίτιδας stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική)
radiology

Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ακτινογραφία radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης Πιθανολογούμενη πνευμονίτιδα
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

block

Αντενδείξεις

SPC-LIBTAYO
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-LIBTAYO
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, θα πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια η εμπορική ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος.

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες

Με το cemiplimab έχουν παρατηρηθεί σοβαρές και θανατηφόρες, σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτές οι σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό αντιδράσεις μπορεί να αφορούν οποιοδήποτε οργανικό σύστημα. Οι περισσότερες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό αντιδράσεις εκδηλώνονται αρχικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με cemiplimab. Ωστόσο, σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να εμφανιστούν και μετά τη διακοπή της θεραπείας με cemiplimab.

Μπορούν να εμφανιστούν ταυτόχρονα σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες που προσβάλουν περισσότερα του ενός οργανικά συστήματα, όπως μυοσίτιδα και μυοκαρδίτιδα ή μυασθένεια gravis, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με cemiplimab ή άλλους αναστολείς των PD-1/PD-L1.

Απαιτείται παρακολούθηση των ασθενών για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (εφόσον ενδείκνυται κλινικά) και κορτικοστεροειδή. Για πιθανολογούμενες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες, οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται ώστε να επιβεβαιωθεί η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη ενέργεια και να αποκλειστούν άλλες πιθανές αιτίες, συμπεριλαμβανομένης της λοίμωξης. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, η χορήγηση του cemiplimab θα πρέπει να ανασταλεί προσωρινά ή να διακοπεί οριστικά (βλ. Δοσολογία).

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα, που ορίζεται ως πνευμονίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα πνευμονίτιδας και θα πρέπει να αποκλείονται λοιπές αιτίες εκτός της σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδας. Οι ασθενείς με πιθανολογούμενη πνευμονίτιδα θα πρέπει να αξιολογούνται με ακτινογραφική απεικόνιση, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. Δοσολογία).

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό διάρροια ή κολίτιδα, που ορίζεται ως διάρροια ή κολίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα διάρροιας ή κολίτιδας και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, αντι-διαρροϊκούς παράγοντες και κορτικοστεροειδή (βλ. Δοσολογία).

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα, που ορίζεται ως ηπατίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μη φυσιολογικές δοκιμασίες της ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. Δοσολογία).

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειες

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειες, που ορίζονται ως ενδοκρινοπάθειες που εμφανίζονται κατά τη θεραπεία, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Διαταραχές του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός/υπερθυρεοειδισμός/θυρεοειδίτιδα)

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, έχουν παρατηρηθεί σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό διαταραχές του θυρεοειδούς. Η θυρεοειδίτιδα μπορεί να παρουσιαστεί με ή χωρίς μεταβολές στους ελέγχους της θυρεοειδικής λειτουργίας. Ο υποθυρεοειδισμός μπορεί να ακολουθήσει τον υπερθυρεοειδισμό. Οι διαταραχές του θυρεοειδούς μπορεί να εμφανιστούν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για μεταβολές στη θυρεοειδική λειτουργία στην αρχή της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (εφόσον ενδείκνυται) και τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab. Ο υπερθυρεοειδισμός θα πρέπει να αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τη συνήθη ιατρική πρακτική (βλ. Δοσολογία).

Υποφυσίτιδα

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχει παρατηρηθεί σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό υποφυσίτιδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα υποφυσίτιδας και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, κορτικοστεροειδή και ορμονική υποκατάσταση, σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία).

Ανεπάρκεια των επινεφριδίων

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχει παρατηρηθεί ανεπάρκεια των επινεφριδίων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα ανεπάρκειας των επινεφριδίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μετά από αυτή και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab, κορτικοστεροειδή και ορμονική υποκατάσταση, σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία).

Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχει παρατηρηθεί σχετιζόμενος με το ανοσοποιητικό σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1, συμπεριλαμβανομένης διαβητικής κετοξέωσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για υπεργλυκαιμία και για σημεία και συμπτώματα διαβήτη, όπως ενδείκνυται βάσει της κλινικής εκτίμησης και να αντιμετωπίζονται με από του στόματος χορηγούμενους αντι-υπεργλυκαιμικούς παράγοντες ή ινσουλίνη και τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab (βλ. Δοσολογία).

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, που ορίζονται ως δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες για τις οποίες απαιτείται χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών (SCAR), όπως το σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS) και η τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) (ορισμένες περιπτώσεις με θανατηφόρα έκβαση) και άλλων δερματικών αντιδράσεων, όπως εξάνθημα, πολύμορφο ερύθημα και πεμφιγοειδές, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με cemiplimab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ενδείξεις πιθανολογούμενων σοβαρών δερματικών αντιδράσεων και θα πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και χορήγηση κορτικοστεροειδών (βλ. Δοσολογία). Σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων ή σημείων SJS ή TEN, παραπέμψτε τον ασθενή για εξειδικευμένη φροντίδα για αξιολόγηση και θεραπεία και αντιμετωπίστε τον ασθενή με τροποποιήσεις της θεραπείας (βλ. Δοσολογία).

Περιπτώσεις SJS, θανατηφόρου TEN και στοματίτιδας συνέβησαν μετά από 1 δόση cemiplimab σε ασθενείς που είχαν εκτεθεί στο παρελθόν σε idelalisib, οι οποίοι συμμετείχαν σε μία κλινική μελέτη που αξιολογούσε το cemiplimab στο μη-Hodgkins λέμφωμα (NHL) και είχαν εκτεθεί πρόσφατα σε αντιβιοτικά που περιέχουν σουλφοναμίδη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή όπως περιγράφεται παραπάνω (βλ. Δοσολογία).

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα

Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα, που ορίζεται ως νεφρίτιδα για την οποία απαιτείται χρήση κορτικοστεροειδών, χωρίς σαφή εναλλακτική αιτιολογία, έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Παρακολουθήστε τους ασθενείς για μεταβολές στη νεφρική λειτουργία. Οι ασθενείς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή (βλ. Δοσολογία).

Άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες

Σε ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab έχουν παρατηρηθεί και άλλες θανατηφόρες και απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονταν με το ανοσοποιητικό, συμπεριλαμβανομένης της παρανεοπλασματικής εγκεφαλομυελίτιδας, της μηνιγγίτιδας και της μυοσίτιδας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες για άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες).

Αξιολογήστε τις πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το ανοσοποιητικό για τον αποκλεισμό άλλων αιτιών. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητων ενεργειών και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις (βλ. Δοσολογία και Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Μετά την κυκλοφορία, έχει αναφερθεί απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αναστολείς PD-1. Η θεραπεία με το cemiplimab ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο απόρριψης σε λήπτες μοσχεύματος συμπαγούς οργάνου. Σε αυτούς τους ασθενείς θα πρέπει να εξετάζεται το όφελος από τη θεραπεία με το cemiplimab έναντι του κινδύνου πιθανής απόρριψης του οργάνου. Περιπτώσεις νόσου του μοσχεύματος κατά του ξενιστή έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία, σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με άλλους αναστολείς των PD-1/PD-L1 σε σχέση με αλλογενή μεταμόσχευση αρχέγονων αιμοποιητικών κυττάρων.

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση

Το cemiplimab μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ή απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων και να αντιμετωπίζονται με τροποποιήσεις της θεραπείας με cemiplimab και κορτικοστεροειδή. Για ήπιες ή μέτριες σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, η χορήγηση cemiplimab θα πρέπει να διακόπτεται προσωρινά ή να ελαττώνεται ο ρυθμός έγχυσης. Σε περίπτωση σοβαρών (Βαθμού 3) ή απειλητικών για τη ζωή (Βαθμού 4) σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων, η έγχυση θα πρέπει να σταματά και η θεραπεία με cemiplimab να διακόπτεται οριστικά (βλ. Δοσολογία).

Ασθενείς που αποκλείσθηκαν από κλινικές μελέτες

Ασθενείς που είχαν ενεργή λοίμωξη, ήταν ανοσοκατεσταλμένοι, είχαν ιστορικό αυτοάνοσων νοσημάτων, ECOG PS ≥2 ή ιστορικό διάμεσης πνευμονοπάθειας δεν συμπεριλήφθηκαν. Για τον πλήρη κατάλογο ασθενών που αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες βλ. Φαρμακοδυναμικές.

Εάν υπάρχει έλλειψη δεδομένων, το cemiplimab πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτούς τους πληθυσμούς, κατόπιν προσεκτικής εκτίμησης της σχέσης οφέλους-κινδύνων για τον ασθενή.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-LIBTAYO
expand_more

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης (PK) μεταξύ φαρμάκων με το cemiplimab.

Η χρήση συστηματικών κορτικοστεροειδών ή ανοσοκατασταλτικών πριν από την έναρξη της θεραπείας με cemiplimab, εκτός από φυσιολογικές δόσεις συστηματικών κορτικοστεροειδών (≤10mg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου), θα πρέπει να αποφεύγεται λόγω της πιθανής επίδρασής τους στη φαρμακοδυναμική δραστικότητα και αποτελεσματικότητα του cemiplimab. Ωστόσο, μετά την έναρξη της θεραπείας με cemiplimab μπορούν να χρησιμοποιηθούν συστηματικά κορτικοστεροειδή ή άλλα ανοσοκατασταλτικά για την αντιμετώπιση σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητων ενεργειών (βλέπε Δοσολογία).

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-LIBTAYO
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Μπορεί να εμφανιστούν σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες με το cemiplimab. Οι περισσότερες από αυτές, συμπεριλαμβανομένων των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, υποχώρησαν μετά από την έναρξη κατάλληλης ιατρικής θεραπείας ή τη διακοπή του cemiplimab (βλέπε «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω).

Η ασφάλεια του cemiplimab έχει αξιολογηθεί σε 816 ασθενείς με προχωρημένες συμπαγείς κακοήθειες που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab σε 4 κλινικές μελέτες. Η διάμεση διάρκεια της έκθεσης στο cemiplimab ήταν 30,8 εβδομάδες (εύρος: 2 ημέρες έως 144 εβδομάδες).

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν στο 22,1% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab στις κλινικές μελέτες, συμπεριλαμβανομένων ανεπιθύμητων ενεργειών Βαθμού 5 (0,4%), Βαθμού 4 (0,7%), Βαθμού 3 (5,4%) και Βαθμού 2 (11,8%). Οι σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 4,0% των ασθενών. Οι πιο συχνές σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν υποθυρεοειδισμός (7,5%), υπερθυρεοειδισμός (3,3%), πνευμονίτιδα (3,2%), ηπατίτιδα (2,0%), κολίτιδα (2,2%) και σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (1,6%) (βλέπε «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω, Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση στην παράγραφο 4.4 και Συνιστώμενες τροποποιήσεις της θεραπείας στην Δοσολογία).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σοβαρές στο 30,1% των ασθενών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab στο 8,1% των ασθενών.

Έχουν αναφερθεί σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCAR), συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS) και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN), σε συνδυασμό με τη θεραπεία με το cemiplimab (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Στον Πίνακα 2 παρατίθενται οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες του cemiplimab ως μονοθεραπεία (N=816) ή αναφέρθηκαν κατά τη μετεγκριτική χρήση του cemiplimab. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατά συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Πίνακας 2: Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών σε ασθενείς που έλαβαν cemiplimab ως μονοθεραπεία

Κατηγορία οργανικού συστήματος Προτιμώμενος όρος Συχνότητα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςa Πολύ συχνές
Ουρολοίμωξη Συχνές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αναιμία Πολύ συχνές
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση Συχνές
Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα Όχι συχνές
Απόρριψη μοσχεύματος συμπαγούς οργάνουb Όχι συχνές
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος Υποθυρεοειδισμόςc Συχνές
Υπερθυρεοειδισμός Συχνές
Ανεπάρκεια των επινεφριδίων Όχι συχνές
Θυρεοειδίτιδαd Όχι συχνές
Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1e Όχι συχνές
Υποφυσίτιδα Όχι συχνές
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία Συχνές
Περιφερική νευροπάθειαf Συχνές
Μηνιγγίτιδαg Όχι συχνές
Εγκεφαλίτιδα Όχι συχνές
Μυασθένεια gravis Όχι συχνές
Παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα Όχι συχνές
Χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζική νευροπάθεια Όχι συχνές
Οφθαλμικές διαταραχές Κερατίτιδα Όχι συχνές
Καρδιακές διαταραχές Μυοκαρδίτιδαh Όχι συχνές
Περικαρδίτιδαi Όχι συχνές
Αγγειακές διαταραχές Υπέρτασηj Συχνές
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Μειωμένη όρεξη Πολύ συχνές
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Βήχαςk Πολύ συχνές
Δύσπνοιαl Συχνές
Πνευμονίτιδαm Συχνές
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Ναυτία Πολύ συχνές
Διάρροια Πολύ συχνές
Δυσκοιλιότητα Πολύ συχνές
Κοιλιακό άλγοςn Συχνές
Έμετος Συχνές
Στοματίτιδα Συχνές
Κολίτιδαo Συχνές
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Ηπατίτιδαp Συχνές
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημαq Πολύ συχνές
Κνησμόςr Πολύ συχνές
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Μυοσκελετικός πόνοςs Πολύ συχνές
Αρθρίτιδαt Συχνές
Μυϊκή αδυναμία Όχι συχνές
Μυοσίτιδα Όχι συχνές
Ρευματική πολυμυαλγία Όχι συχνές
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Νεφρίτιδαu Συχνές
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Κόπωσηv Πολύ συχνές
Παρακλινικές εξετάσεις Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση Συχνές
Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης Συχνές
Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος Συχνές
Αυξημένη κρεατίνη αίματος Συχνές
Αυξημένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη αίματος Όχι συχνές
Αυξημένες τρανσαμινάσες Όχι συχνές
Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος Όχι συχνές
Μειωμένη θυρεοειδοτρόπος ορμόνη Όχι συχνές

Η έκδοση 4.03 των NCI CTCAE χρησιμοποιήθηκε για την διαβάθμιση της τοξικότητας.

a. Η λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος περιλαμβάνει τη λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, τη λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος, τη ρινοφαρυγγίτιδα, την παραρρινοκολπίτιδα, τη φαρυγγίτιδα, τη ρινίτιδα και την ιογενή λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος. b. Μετεγκριτικό συμβάν. c. Ο υποθυρεοειδισμός περιλαμβάνει τον υποθυρεοειδισμό και τον σχετιζόμενο με το ανοσοποιητικό υποθυρεοειδισμό. d. Η θυρεοειδίτιδα περιλαμβάνει την αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα και τη θυρεοειδίτιδα. e. Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 περιλαμβάνει τη διαβητική κετοξέωση και το σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. f. Η περιφερική νευροπάθεια περιλαμβάνει την περιφερική νευροπάθεια, την περιφερική αισθητική νευροπάθεια, την πολυνευροπάθεια, τη νευρίτιδα, την παραισθησία και την περιφερική κινητική νευροπάθεια. g. Η μηνιγγίτιδα περιλαμβάνει την άσηπτη μηνιγγίτιδα. h. Η μυοκαρδίτιδα περιλαμβάνει την αυτοάνοση μυοκαρδίτιδα, τη σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό μυοκαρδίτιδα και τη μυοκαρδίτιδα. i. Η περικαρδίτιδα περιλαμβάνει την αυτοάνοση περικαρδίτιδα και την περικαρδίτιδα. j. Η υπέρταση περιλαμβάνει την υπέρταση και την υπερτασική κρίση. k. Ο βήχας περιλαμβάνει τον βήχα, τον παραγωγικό βήχα και το σύνδρομο βήχα των ανώτερων αεραγωγών. l. Η δύσπνοια περιλαμβάνει τη δύσπνοια και τη δύσπνοια μετά από κόπωση. m. Η πνευμονίτιδα περιλαμβάνει την πνευμονίτιδα, τη σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα και τη διάμεση πνευμονοπάθεια. n. Το κοιλιακό άλγος περιλαμβάνει το κοιλιακό άλγος, το άνω κοιλιακό άλγος, την κοιλιακή δυσφορία, το κάτω κοιλιακό άλγος και το γαστρεντερικό άλγος. o. Η κολίτιδα περιλαμβάνει την κολίτιδα, την εντεροκολίτιδα, τη σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό εντεροκολίτιδα και την αυτοάνοση κολίτιδα. p. Η ηπατίτιδα περιλαμβάνει την αυτοάνοση ηπατίτιδα, την ηπατοκυτταρική βλάβη, τη σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα, την ηπατική ανεπάρκεια, την ηπατίτιδα και την ηπατοτοξικότητα. q. Το εξάνθημα περιλαμβάνει το εξάνθημα, τη δερματίτιδα, την κνίδωση, το κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, το ερύθημα, το ερυθηματώδες εξάνθημα, το κνησμώδες εξάνθημα, την ψωρίαση, την αυτοάνομη δερματίτιδα, την ομοιάζουσα με ακμή δερματίτιδα, την αλλεργική δερματίτιδα, την ατοπική δερματίτιδα, την πομφολυγώδη δερματίτιδα, το φαρμακευτικό εξάνθημα, το δυσιδρωσικό έκζεμα, τον ομαλό λειχήνα, τη δερματική αντίδραση, την αποφολιδωτική δερματίτιδα, την παραψωρίαση, το πεμφιγοειδές, το κηλιδώδες εξάνθημα και το βλατιδώδες εξάνθημα. r. Ο κνησμός περιλαμβάνει τον κνησμό και τον αλλεργικό κνησμό. s. Ο μυοσκελετικός πόνος περιλαμβάνει την οσφυαλγία, την αρθραλγία, τον πόνο στα άκρα, τον μυοσκελετικό πόνο, τον μυοσκελετικό πόνο του θώρακα, τον οστικό πόνο, τη μυαλγία, την αυχεναλγία, τον πόνο στη σπονδυλική στήλη, τη μυοσκελετική δυσκαμψία και τη μυοσκελετική δυσφορία. t. Η αρθρίτιδα περιλαμβάνει την αρθρίτιδα και την πολυαρθρίτιδα. u. Η νεφρίτιδα περιλαμβάνει τη νεφρίτιδα, την τοξική νεφροπάθεια, την οξεία νεφρική βλάβη και τη νεφρική ανεπάρκεια. v. Η κόπωση περιλαμβάνει την κόπωση, την εξασθένιση και την κακουχία.

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Οι επιλεγμένες ανεπιθύμητες ενέργειες που περιγράφονται παρακάτω βασίζονται στην ασφάλεια του cemiplimab σε 816 ασθενείς υπό μονοθεραπεία σε κλινικές μελέτες.

Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες (βλέπε Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις)

  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα εμφανίστηκε σε 26 (3,2%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 4 (0,5%) ασθενών με Βαθμού 4 και 4 (0,5%) ασθενών με Βαθμού 3 πνευμονίτιδα. Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 11 (1,3%) από τους 816 ασθενείς. Στους 26 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 2,5 μήνες (εύρος: 7 ημέρες έως 18 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της πνευμονίτιδας ήταν 22 ημέρες (εύρος: 5 ημέρες έως 16,9 μήνες). Είκοσι δύο από τους 26 (84,6%) ασθενείς έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 11 ημερών (εύρος: 1 ημέρα έως 5,9 μήνες). Αποδρομή της πνευμονίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 15 (57,7%) από τους 26 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό διάρροια ή κολίτιδα εμφανίστηκε σε 18 (2,2%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 7 (0,9%) ασθενών με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό διάρροια ή κολίτιδα. Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό διάρροια ή κολίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 3 (0,4%) από τους 816 ασθενείς. Στους 18 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό διάρροια ή κολίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 3,8 μήνες (εύρος: 21 ημέρες έως 15,5 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό διάρροιας ή κολίτιδας ήταν 2,3 μήνες (εύρος: 6 ημέρες έως 10,0 μήνες). Δεκατρείς από τους 18 ασθενείς (72,2%) με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό διάρροια ή κολίτιδα έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 20 ημερών (εύρος: 5 ημέρες έως 5,2 μήνες). Αποδρομή της σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό διάρροιας ή κολίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 8 (44,4%) από τους 18 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα εμφανίστηκε σε 16 (2,0%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένου 1 (0,1%) ασθενούς με Βαθμού 5, 1 (0,1%) ασθενούς με Βαθμού 4 και 11 (1,3%) ασθενών με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα. Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 10 (1,2%) από τους 816 ασθενείς. Στους 16 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 2,5 μήνες (εύρος: 7 ημέρες έως 22,5 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της ηπατίτιδας ήταν 27,5 ημέρες (εύρος: 10 ημέρες έως 7,6 μήνες). Δεκατέσσερις (87,5%) ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 30 ημερών (εύρος: 6 ημέρες έως 3,1 μήνες). Αποδρομή της ηπατίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 8 (50,0%) από τους 16 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

  • Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειες Υποθυρεοειδισμός εμφανίστηκε σε 61 (7,5%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab. Ένας (0,1%) από τους 816 ασθενείς διέκοψε το cemiplimab λόγω υποθυρεοειδισμού. Στους 61 ασθενείς με υποθυρεοειδισμό, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 4,1 μήνες (εύρος: 15 ημέρες έως 18,9 μήνες) με διάμεση διάρκεια 7,9 μήνες (εύρος: 1 ημέρα έως 23,3 μήνες). Αποδρομή του υποθυρεοειδισμού είχε παρατηρηθεί σε 5 (8,2%) από τους 61 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

    Υπερθυρεοειδισμός εμφανίστηκε σε 27 (3,3%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 7 (0,9%) ασθενών με Βαθμού 2 υπερθυρεοειδισμό. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε το cemiplimab λόγω υπερθυρεοειδισμού. Στους 27 ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 2,1 μήνες (εύρος: 20 ημέρες έως 23,8 μήνες) και η διάμεση διάρκεια ήταν 1,9 μήνες (εύρος: 1 ημέρα έως 24,5 μήνες). Αποδρομή του υπερθυρεοειδισμού είχε παρατηρηθεί σε 13 (48,1%) από τους 27 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

    Θυρεοειδίτιδα εμφανίστηκε σε 5 (0,6%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 2 (0,2%) ασθενών με Βαθμού 2 θυρεοειδίτιδα. Κανένας ασθενής δεν διέκοψε το cemiplimab λόγω θυρεοειδίτιδας. Αποδρομή της θυρεοειδίτιδας δεν είχε παρατηρηθεί σε κανέναν ασθενή κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

    Ανεπάρκεια των επινεφριδίων εμφανίστηκε σε 3 (0,4%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 3 (0,4%) ασθενών με Βαθμού 3 ανεπάρκεια των επινεφριδίων. Ένας (0,1%) από τους 816 ασθενείς διέκοψε το cemiplimab λόγω ανεπάρκειας των επινεφριδίων. Στους 3 ασθενείς με ανεπάρκεια των επινεφριδίων, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 11,5 μήνες (εύρος: 4,2 μήνες έως 18,3 μήνες) και η διάμεση διάρκεια ήταν 5,1 μήνες (εύρος: 4,9 μήνες έως 6,1 μήνες). Ένας από τους 3 ασθενείς (33,3%) έλαβε υψηλή δόση κορτικοστεροειδών. Αποδρομή της ανεπάρκειας των επινεφριδίων δεν είχε παρατηρηθεί σε κανέναν ασθενή κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

    Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό υποφυσίτιδα εμφανίστηκε σε 3 (0,4%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 2 (0,2%) ασθενών με υποφυσίτιδα Βαθμού 3. Ένας (0,1%) από τους 816 ασθενείς διέκοψε το cemiplimab λόγω υποφυσίτιδας. Στους 3 ασθενείς με υποφυσίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 4,6 μήνες (εύρος: 2,6 μήνες έως 7,4 μήνες) με διάμεση διάρκεια 23 ημέρες (εύρος: 9 ημέρες έως 1,5 μήνες). Ένας από τους 3 ασθενείς (33,3%) έλαβε υψηλή δόση κορτικοστεροειδών. Αποδρομή της υποφυσίτιδας δεν είχε παρατηρηθεί σε κανέναν ασθενή κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

    Σακχαρώδης διαβήτης τύπου 1 χωρίς εναλλακτική αιτιολογία εμφανίστηκε σε 1 (0,1%) από τους 816 ασθενείς, συμπεριλαμβανομένου 1 (0,1%) ασθενούς με Βαθμού 4 σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1.

  • Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε 13 (1,6%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένων 7 (0,9%) ασθενών με Βαθμού 3 σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 1 (0,1%) από τους 816 ασθενείς. Στους 13 ασθενείς με σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 1,2 μήνες (εύρος: 2 ημέρες έως 17,0 μήνες) και η διάμεση διάρκεια ήταν 2,7 μήνες (εύρος: 13 ημέρες έως 12,5 μήνες). Οκτώ (61,5%) ασθενείς με σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 15 ημερών (εύρος: 4 ημέρες έως 2,6 μήνες). Αποδρομή των δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών είχε παρατηρηθεί σε 9 (69,2%) από τους 13 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

  • Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα εμφανίστηκε σε 5 (0,6%) από τους 816 ασθενείς που λαμβάνουν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένου 1 (0,1%) ασθενούς με Βαθμού 5 και 1 (0,1%) ασθενούς με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα. Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα οδήγησε σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 1 (0,1%) από τους 816 ασθενείς. Στους 5 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα, ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 1,8 μήνες (εύρος: 14 ημέρες έως 5,6 μήνες) και η διάμεση διάρκεια της νεφρίτιδας ήταν 26 ημέρες (εύρος: 9 ημέρες έως 1,6 μήνες). Τέσσερις (80%) ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα έλαβαν υψηλή δόση κορτικοστεροειδών για διάμεσο διάστημα 16 ημερών (εύρος: 3 ημέρες έως 1,0 μήνας). Αποδρομή της νεφρίτιδας είχε παρατηρηθεί σε 4 (80%) από τους 5 ασθενείς κατά την ημερομηνία περικοπής των δεδομένων.

  • Άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες Οι παρακάτω κλινικά σημαντικές, σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν με επίπτωση μικρότερη από 1% στους 816 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με cemiplimab. Τα περιστατικά ήταν Βαθμού 3 ή χαμηλότερου, εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά:

    • Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Μηνιγγίτιδαa (Βαθμού 4), παρανεοπλασματική εγκεφαλομυελίτιδα (Βαθμού 5), χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζική νευροπάθεια, εγκεφαλίτιδαb, μυασθένεια gravis, περιφερική νευροπάθειαc
    • Καρδιακές διαταραχές: Μυοκαρδίτιδαd, περικαρδίτιδαe
    • Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα
    • Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: Αρθραλγία, αρθρίτιδαf, μυϊκή αδυναμία, μυαλγία, μυοσίτιδα, ρευματική πολυμυαλγία, σύνδρομο Sjogren
    • Οφθαλμικές διαταραχές: Κερατίτιδα
    • Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Στοματίτιδα

    a περιλαμβάνεται η μηνιγγίτιδα και η άσηπτη μηνιγγίτιδα b περιλαμβάνεται η εγκεφαλίτιδα και η μη λοιμώδης εγκεφαλίτιδα c περιλαμβάνεται η νευρίτιδα και η περιφερική νευροπάθεια d περιλαμβάνεται η αυτοάνοση μυοκαρδίτιδα και η μυοκαρδίτιδα e περιλαμβάνεται η αυτοάνοση περικαρδίτιδα και η περικαρδίτιδα f περιλαμβάνεται η αρθρίτιδα και η πολυαρθρίτιδα

Οι παρακάτω πρόσθετες, σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία συνδυασμού σε κλινικές μελέτες: αγγειίτιδα, σύνδρομο Guillain-Barre και φλεγμονή κεντρικού νευρικού συστήματος, έκαστη με «σπάνια» συχνότητα.

Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις εμφανίστηκαν σε 63 (7,7%) από τους 816 ασθενείς που έλαβαν cemiplimab, συμπεριλαμβανομένου 1 (0,1%) ασθενούς με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση. Οι σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις οδήγησαν σε οριστική διακοπή του cemiplimab σε 1 (0,1%) ασθενή. Τα πιο συχνά συμπτώματα αντίδρασης σχετιζόμενης με την έγχυση ήταν πυρεξία, ναυτία και εξάνθημα. Όλοι οι ασθενείς ανέκαμψαν από την σχετιζόμενη αντίδραση με την έγχυση.

Ανοσογονικότητα Όπως συμβαίνει με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει πιθανότητα ανοσογονικότητας με το cemiplimab. Σε κλινικές μελέτες με ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με cemiplimab, το 2,2% των ασθενών ανέπτυξαν αντισώματα κατά τη θεραπεία με περίπου 0,4% των ασθενών να εμφανίζουν εμμένουσες αντιδράσεις αντισώματος. Δεν έχουν παρατηρηθεί αντισώματα ουδετεροποίησης. Δεν υπάρχει ένδειξη μεταβολής του προφίλ PK ή του προφίλ ασφάλειας λόγω της ανάπτυξης αντισωμάτων έναντι του cemiplimab.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-LIBTAYO
expand_more

Γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης

Οι γυναίκες με δυνατότητα τεκνοποίησης θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το cemiplimab και για διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών μετά την τελευταία δόση του cemiplimab.

Κύηση

Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με το cemiplimab. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του cemiplimab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι η αναστολή της οδού PD-1/PD-L1 μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο ανοσοεπαγώμενης απόρριψης του αναπτυσσόμενου εμβρύου με αποτέλεσμα τον εμβρυϊκό θάνατο (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).

Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG4 διαπερνά τον φραγμό του πλακούντα και το cemiplimab είναι μια IgG4. Επομένως, το cemiplimab έχει τη δυνατότητα να περάσει από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Δεν συνιστάται η χρήση του cemiplimab κατά τη διάρκεια της κύησης καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη, εκτός εάν το κλινικό όφελος υπερτερεί του ενδεχόμενου κινδύνου.

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το cemiplimab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Είναι γνωστό ότι τα αντισώματα (συμπεριλαμβανομένης της IgG4) απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το νεογέννητο/βρέφος που θηλάζει.

Εάν μία γυναίκα επιλέξει να λάβει θεραπεία με cemiplimab, θα πρέπει να της δοθεί η οδηγία να μη θηλάσει ενόσω λαμβάνει το cemiplimab και για διάστημα τουλάχιστον 4 μηνών μετά την τελευταία δόση.

Γονιμότητα

Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τις πιθανές επιδράσεις του cemiplimab στη γονιμότητα. Σε μία μελέτη διάρκειας 3 μηνών για την αξιολόγηση της γονιμότητας με επαναλαμβανόμενες δόσεις σε σεξουαλικά ώριμους κυνομολόγους πιθήκους, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις στις παραμέτρους αξιολόγησης της γονιμότητας ή στα αναπαραγωγικά όργανα των αρσενικών και θηλυκών ζώων.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-LIBTAYO
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα. Κωδικός ATC: L01XC33

Μηχανισμός δράσης

Το cemiplimab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα ανοσοσφαιρίνης G4 (IgG4) το οποίο προσδένεται στον υποδοχέα της πρωτεΐνης προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου-1 (PD-1) και αναστέλλει την αλληλεπίδρασή της με τους συνδέτες PD-L1 και PD-L2. Η πρόσδεση της PD-1 στους συνδέτες PD-L1 και PD-L2, οι οποίοι εκφράζονται από αντιγονοπαρουσιαστικά κύτταρα και ενδέχεται να εκφράζονται από νεοπλασματικά και/ή άλλα κύτταρα στο μικροπεριβάλλον του όγκου, οδηγεί σε αναστολή της λειτουργίας των Τ κυττάρων όπως είναι ο πολλαπλασιασμός, η έκκριση κυτταροκινών και η κυτταροτοξική δραστηριότητα. Το cemiplimab ενισχύει τις ανταποκρίσεις των T-κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων των αντινεοπλασματικών ανταποκρίσεων, μέσω αναστολής της πρόσδεσης της PD-1 στους συνδέτες PD-L1 και PD-L2.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

CSCC Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε ασθενείς με mCSCC (λεμφαδενικές ή απομακρυσμένες μεταστάσεις) ή laCSCC οι οποίοι δεν ήταν υποψήφιοι για χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, που έχουν στόχο την ίαση μελετήθηκαν στην κλινική δοκιμή R2810-ONC-1540 (Μελέτη 1540). Η μελέτη 1540 ήταν μία φάσης 2, ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη στην οποία εντάχθηκαν 193 ασθενείς με mCSCC ή laCSCC με συνδυασμένο διάμεσο διάστημα παρακολούθησης 9,4 μηνών συνολικά. Η διάμεση διάρκεια της παρακολούθησης ήταν 16,5 μήνες για την ομάδα ασθενών με mCSCC που έλαβαν 3 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες (Q2W), 9,3 μήνες για την ομάδα ασθενών με laCSCC που έλαβαν 3 mg/kg Q2W και 8,1 μήνες για την ομάδα ασθενών με mCSCC που έλαβαν 350 mg Q3W.

Ασθενείς με οποιοδήποτε από τα παρακάτω εξαιρέθηκαν: αυτοάνοσο νόσημα που απαιτούσε συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες εντός 5 ετών, ιστορικό μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου, ιστορικό πνευμονίτιδας εντός 5 ετών, προηγούμενη θεραπεία με anti-PD-1/PDL1 ή άλλη ανοσοθεραπεία με αναστολέα ελέγχου, ενεργή λοίμωξη που απαιτεί θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης γνωστής λοίμωξης από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας ή ενεργής λοίμωξης με ιό ηπατίτιδας B ή ηπατίτιδας C, χρόνια λεμφοκυτταρική λευχαιμία (CLL), εγκεφαλικές μεταστάσεις ή λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 σύμφωνα με την Ανατολική Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα (ECOG).

Στη μελέτη 1540, οι ασθενείς έλαβαν cemiplimab ενδοφλεβίως (IV) έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου ή μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως την ολοκλήρωση της προγραμματισμένης θεραπείας [3 mg/kg Q2W για 96 εβδομάδες ή 350 mg Q3W για 54 εβδομάδες]. Εάν οι ασθενείς με τοπικά προχωρημένη νόσο είχαν ικανοποιητική ανταπόκριση στη θεραπεία, επιτρεπόταν η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης με στόχο την ίαση. Αξιολογήσεις της ανταπόκρισης του όγκου πραγματοποιήθηκαν κάθε 8 ή 9 εβδομάδες (για ασθενείς που λαμβάνουν 3 mg/kg Q2W ή 350 mg Q3W, αντίστοιχα). Το κύριο καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης 1540 ήταν το επιβεβαιωμένο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR), όπως εκτιμήθηκε με ανεξάρτητη κεντρική εκτίμηση (ICR). Για τους ασθενείς με mCSCC χωρίς εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες, το ORR προσδιορίστηκε βάσει των Κριτηρίων Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους (RECIST 1.1). Για τους ασθενείς που είχαν εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες (laCSCC και mCSCC), το ORR προσδιορίστηκε από ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο το οποίο περιλάμβανε τις εκτιμήσεις ICR των ακτινογραφικών δεδομένων (RECIST 1.1) και των ψηφιακών ιατρικών φωτογραφιών (κριτήρια WHO). Το βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν η διάρκεια της ανταπόκρισης (DOR) βάσει ICR. Άλλα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν το ORR και την DOR βάσει αξιολόγησης του ερευνητή (IA), η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) βάσει ICR και IA, η συνολική επιβίωση (OS), το ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR) βάσει ICR και η μεταβολή στις βαθμολογίες για τις αναφερόμενες από τον ασθενή εκβάσεις στο Ερωτηματολόγιο για την Ποιότητα Ζωής του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Έρευνα και τη Θεραπεία του Καρκίνου (EORTC QLQ-C30).

Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα από 193 ασθενείς της μελέτης 1540. Από αυτούς τους 193 ασθενείς, 115 είχαν mCSCC και 78 είχαν laCSCC. Η διάμεση ηλικία ήταν 72 έτη (εύρος: 38 έως 96): 78 (40,4%) ασθενείς ήταν 75 ετών και άνω, 66 (34,2%) ασθενείς ήταν 65 έως κάτω των 75 ετών και 49 (25,4%) ασθενείς ήταν κάτω των 65 ετών. Συνολικά 161 (83,4%) ασθενείς ήταν άνδρες και 187 (96,9%) ασθενείς ήταν λευκοί. Η βαθμολογία PS κατά ECOG ήταν 0 (44,6%) και 1 (55,4%). Τριάντα τρία και 7/10 τοις εκατό (33,7%) των ασθενών είχαν λάβει τουλάχιστον 1 αντινεοπλασματική συστηματική θεραπεία στο παρελθόν, 90,2% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση σχετιζόμενη με τον καρκίνο και 67,9% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία. Στους ασθενείς με mCSCC, 76,5% είχαν απομακρυσμένες μεταστάσεις και 22,6% είχαν μόνο λεμφαδενικές μεταστάσεις.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα από τη μελέτη 1540 παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.

Πίνακας 3: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα - Μελέτη 1540 - Μεταστατικό CSCC ανά ομάδα δοσολογίας, τοπικά προχωρημένο CSCC

Καταληπτικά σημεία αποτελεσματικότητας mCSCC cemiplimab: 3 mg/kg Q2W (Ομάδα 1) (N = 59) laCSCC cemiplimab: 3 mg/kg Q2W (Ομάδα 2) (N = 78) mCSCC cemiplimab: 350 mg Q3W (Ομάδα 3) (N = 56)
Επιβεβαιωμένο ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR)a ICR ICR ICR
ORR 49,2% 43,6% 41,1%
95% CI για το ORR (35,9, 62,5) (32,4, 55,3) (28,1, 55,0)
Πλήρης ανταπόκριση (CR)b 16,9% 12,8% 5,4%
Μερική ανταπόκριση (PR) 32,2% 30,8% 35,7%
Σταθερή νόσος (SD) 15,3% 35,9% 14,3%
Εξέλιξη της νόσου (PD) 16,9% 11,5% 25,0%
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR)
Διάμεσος c (μήνες) NR NR NR
Εύρος (μήνες) 2,8-21,6+ 1,9 - 24,2+ 2,1-11,1+
Ασθενείς με DOR ≥ 6 μήνες,% 93,1% 67,6% 65,2%
Χρόνος έως την ανταπόκριση (TTR)
Διάμεσος (μήνες), εύρος (ελάχιστο:μέγιστο) 1,9 (1,7: 9,1) 1,9 (1,8: 8,8) 2,1 (2,0: 8,3)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)a, c
6 μήνες (95% CI) 65,8% (51,8, 76,7) 71,5% (58,9, 80,9) 59,3% (45,0, 71,0)
12 μήνες (95% CI) 52,9% (39,0, 65,0) 58,1% (43,7, 70,0) 47,4% (29,6, 63,3)
Συνολική επιβίωση (OS)a, c
12 μήνες (95% CI) 81,3% (68,7, 89,2) 93,2% (84,4, 97,1) 76,1% (56,9, 87,6)

Η ημερομηνία περικοπής των δεδομένων (cutoff) ήταν η 20η Σεπτεμβρίου 2018 για τους ασθενείς των Ομάδων 1 και 3 και η 10η Οκτωβρίου 2018 για τους ασθενείς της Ομάδας 2. CI: διάστημα εμπιστοσύνης, ICR: ανεξάρτητη κεντρική εκτίμηση, NR: δεν έχει επιτευχθεί, +: υποδηλώνει ότι συνεχίζεται κατά την τελευταία αξιολόγηση, Q2W: κάθε 2 εβδομάδες, Q3W: κάθε 3 εβδομάδες. a. Στις Ομάδες 1, 2 και 3, η συνολική διάμεση διάρκεια παρακολούθησης ήταν 16,5, 9,3 και 8,1 μήνες, αντίστοιχα. b. Περιλαμβάνονται μόνο ασθενείς με πλήρη επούλωση προηγούμενης δερματικής συμμετοχής. Στους ασθενείς με laCSCC στη μελέτη 1540 χρειαζόταν η διενέργεια βιοψίας για την επιβεβαίωση της CR. c. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier.

Αποτελεσματικότητα και κατάσταση (status) PD-L1 Η κλινική δραστικότητα παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την κατάσταση έκφρασης του PD-L1 του όγκου. Η σχέση μεταξύ της κατάστασης PD-L1 και της αποτελεσματικότητας αναλύθηκε post-hoc σε ασθενείς με διαθέσιμα δείγματα ιστού. Συνολικά στις μελέτες 1423 και 1540, αποτελέσματα ανοσοιστοχημείας για το PD-L1 ήταν διαθέσιμα για 75 ασθενείς με προχωρημένο CSCC. Στους 22 ασθενείς με προχωρημένο CSCC με PD-L1 <1%, το ORR βάσει ICR ήταν 40,9% (9/22). Στους 53 ασθενείς με προχωρημένο CSCC με PD-L1 ≥1%, το ORR ήταν 54,7% (29/53). Στους 21 mCSCC ασθενείς, το ORR ήταν 60% (3/5) σε ασθενείς με PD-L1 <1% και 56,3% (9/16) μεταξύ ασθενών με PD-L1 ≥1%. Στους 54 ασθενείς με laCSCC, το ORR ήταν 35,3% (6/17) σε ασθενείς με PD-L1 <1% και 54,1% (20/37) μεταξύ ασθενών με PD-L1 ≥1%.

BCC Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε ασθενείς με laBCC ή mBCC, οι οποίοι είχαν εμφανίσει εξέλιξη της νόσου υπό θεραπεία με HHI, είχαν δυσανεξία σε προηγούμενη θεραπεία με HHI ή δεν είχαν εμφανίσει βελτίωση μεγαλύτερη από SD μετά από 9 μήνες θεραπείας με HHI (μη περιλαμβανομένων των διακοπών της θεραπείας) αξιολογήθηκε στη μελέτη 1620, μια ανοικτή, πολυκεντρική, μη τυχαιοποιημένη μελέτη. Η μελέτη απέκλειε ασθενείς με αυτοάνοσο νόσημα που απαιτούσε συστηματική θεραπεία με ανοσοκατασταλτικούς παράγοντες εντός 5 ετών, ιστορικό μεταμόσχευσης συμπαγούς οργάνου, προηγούμενη θεραπεία με anti-PD-1/PD-L1 ή άλλη ανοσοθεραπεία με αναστολέα ελέγχου, λοίμωξη από HIV, ηπατίτιδα B ή ηπατίτιδα C ή λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 κατά ECOG.

Οι ασθενείς έλαβαν cemiplimab 350 mg ενδοφλεβίως (IV) κάθε 3 εβδομάδες για 5 κύκλους των 9 εβδομάδων, ακολουθούμενους από 4 κύκλους των 12 εβδομάδων για έως και 93 εβδομάδες θεραπείας. Η θεραπεία συνεχίστηκε έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου, μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως την ολοκλήρωση της προγραμματισμένης θεραπείας. Αξιολογήσεις του όγκου πραγματοποιήθηκαν κάθε 9 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των κύκλων 1 έως 5 και κάθε 12 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των κύκλων 6 έως 9. Τα κύρια καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν το επιβεβαιωμένο ORR και η DOR, όπως εκτιμήθηκε μέσω ICR. Οι δευτερεύουσες εκβάσεις αποτελεσματικότητας περιελάμβαναν το ORR και την DOR μέσω IA, την PFS, την OS, την CR μέσω ICR και τον χρόνο έως την ανταπόκριση. Για τους ασθενείς με mBCC χωρίς εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες, το ORR προσδιορίστηκε βάσει των RECIST 1.1. Για τους ασθενείς που είχαν εξωτερικά ορατές στοχευόμενες βλάβες (laBCC και mBCC), το ORR προσδιορίστηκε από ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, το οποίο περιλάμβανε τις εκτιμήσεις ICR των ακτινογραφικών δεδομένων (RECIST 1.1) και των ψηφιακών ιατρικών φωτογραφιών (κριτήρια WHO).

Συνολικά 119 ασθενείς με προχωρημένο BCC συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση αποτελεσματικότητας της μελέτης 1620, 84 ασθενείς με laBCC και 35 ασθενείς με mBCC.

Στην ομάδα laBCC, η διάμεση ηλικία ήταν 70,0 έτη (εύρος: 42 έως 89): 31 (37%) ασθενείς ήταν <65 ετών και 53 (63%) ήταν 65 ετών και άνω. Συνολικά 56 (67%) ήταν άνδρες και 57 (68%) ήταν λευκοί. Η βαθμολογία PS κατά ECOG ήταν 0 (61%) και 1 (39%). Ογδόντα τρία τοις εκατό (83%) των ασθενών είχε υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 σχετιζόμενη με το καρκίνο χειρουργική επέμβαση στο παρελθόν και 35% των ασθενών είχε υποβληθεί σε >3 σχετιζόμενες με το καρκίνο χειρουργικές επεμβάσεις στο παρελθόν (διάμεσος: 3,0 χειρουργικές επεμβάσεις, εύρος: 1 έως 43). Πενήντα τοις εκατό (50%) των ασθενών είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 αντικαρκινική ακτινοθεραπεία (RT) (διάμεσος: 1,0 RT, εύρος: 1 έως 6).

Στην ομάδα mBCC, η διάμεση ηλικία ήταν 65,0 έτη (εύρος: 38 έως 90: 17 (49%) ασθενείς ήταν <65 ετών και 18 (51%) ήταν 65 ετών και άνω. Συνολικά 25 (71%) ήταν άνδρες και 28 (80%) ήταν λευκοί. Η βαθμολογία PS κατά ECOG ήταν 0 (57%) και 1 (43%). Ογδόντα τοις εκατό (80%) των ασθενών είχε υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 σχετιζόμενη με το καρκίνο χειρουργική επέμβαση στο παρελθόν και 37% των ασθενών είχε υποβληθεί σε >3 σχετιζόμενες με το καρκίνο χειρουργικές επεμβάσεις στο παρελθόν (διάμεσος: 3,0 χειρουργικές επεμβάσεις, εύρος: 1 έως 7). Πενήντα τοις εκατό (63%) των ασθενών είχαν υποβληθεί σε τουλάχιστον 1 αντικαρκινική ακτινοθεραπεία (RT) (διάμεσος: 1,0 RT, εύρος: 1 έως 4).

Και οι 119 ασθενείς είχαν λάβει στο παρελθόν θεραπεία με HHI και 11% (13/119) των ασθενών είχε λάβει στο παρελθόν θεραπεία με vismodegib και sonidegib (ως χωριστές γραμμές θεραπείας). Από τους 84 ασθενείς με laBCC, 71% (60/84) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω εξέλιξης της νόσου, 38% (32/84) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω δυσανεξίας και 2% (2/84) διέκοψε τη θεραπεία αποκλειστικά λόγω έλλειψης ανταπόκρισης. Από τους 35 ασθενείς με mBCC, 77% (27/35) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω εξέλιξης της νόσου, 31% (11/35) των ασθενών διέκοψε τη θεραπεία με HHI λόγω δυσανεξίας και 9% (3/35) διέκοψε τη θεραπεία αποκλειστικά λόγω έλλειψης ανταπόκρισης. Οι ερευνητές μπορούσαν να επιλέξουν περισσότερους από έναν λόγους για τη διακοπή προηγούμενης θεραπείας με HHI για έναν μεμονωμένο ασθενή.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα παρουσιάζονται στον Πίνακα 4.

Πίνακας 4: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της μελέτης 1620

Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας laBCC cemiplimab 350 mg Q3W N=84 ICR mBCC cemiplimab 350 mg Q3W N=35 IA
Βέλτιστη συνολική ανταπόκριση (BOR)a, b, c
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR: CR+ PR)e 27 (32,1%) 10 (28,6%)
(95% CI) (22,4, 43,2) (14,6, 46,3)
Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR)d 6 (7,1%) 1 (2,9%)
(95% CI) (2,7, 14,9) (0,1, 14,9)
Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης (PR) 21 (25,0%) 9 (25,7%)
Ποσοστό εξέλιξης της νόσου (PD) 9 (10,7%) 9 (25,7%)
Διάρκεια ανταπόκρισης (DOR) N=27 ανταποκριθέντες N=10 ανταποκριθέντες
Διάμεσοςe (μήνες)b NR NR
(95% CI) (15,5, NE) (4,3, NE)
Εύρος (παρατήρησης) (μήνες) 1,9 - 25,8+ 4,3 - 25,1+
Ασθενείς με DOR ≥ 6 μήνες,%e 91,7% 90,0%
(95% CI) (70,6, 97,8) (47,3, 98,5)
Χρόνος έως την ανταπόκριση (TTR) N=27 ανταποκριθέντες N=10 ανταποκριθέντες
Διάμεσος (μήνες) 4,3 4,1
(Εύρος) (2,1- 21,4) (2,1 - 8,2)

CI: διάστημα εμπιστοσύνης, +: υποδηλώνει ότι συνεχίζεται κατά την τελευταία αξιολόγηση, Q3W: κάθε 3 εβδομάδες, ICR: ανεξάρτητη κεντρική εκτίμηση, IA: αξιολόγηση του ερευνητή, NR: δεν έχει επιτευχθεί, NE: μη αξιολογήσιμο. a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: laBCC: 15,9 μήνες, mBCC: 8,5 μήνες. b. Περιλαμβάνει 2 ασθενείς με laBCC που πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής μόνο για «βελτίωση όχι μεγαλύτερη από σταθερή νόσο (SD) μετά από 9 μήνες υπό θεραπεία με HHI». Τα αποτελέσματα BOR βάσει ICR ήταν SD για 1 ασθενή και NE για 1 ασθενή. c. Περιλαμβάνει 3 ασθενείς με mBCC που πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής μόνο για «βελτίωση όχι μεγαλύτερη από SD μετά από 9 μήνες υπό θεραπεία με HHI». Τα αποτελέσματα BOR βάσει IA ήταν PR για 1 ασθενή και PD για 2 ασθενείς. d. Στους ασθενείς με τοπικά προχωρημένο BCC στη μελέτη 1620 χρειαζόταν η διενέργεια βιοψίας για την επιβεβαίωση της πλήρους ανταπόκρισης. e. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier.

Αποτελεσματικότητα και κατάσταση PD-L1 Η κλινική δραστικότητα παρατηρήθηκε ανεξάρτητα από την κατάσταση έκφρασης του PD-L1 του όγκου.

NSCLC Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του cemiplimab σε σύγκριση με χημειοθεραπεία δύο παραγόντων με βάση την πλατίνα σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο NSCLC, οι οποίοι δεν ήταν υποψήφιοι για οριστική χημειοακτινοθεραπεία, ή με μεταστατικό NSCLC, οι οποίοι είχαν έκφραση PD-L1 στον όγκο ≥ 50% βάσει της δοκιμασίας PD-L1 IHC 22C3 pharmDx, αξιολογήθηκαν στη μελέτη 1624, μια τυχαιοποιημένη, ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη.

Εντάχθηκαν συνολικά 710 ασθενείς.

Η μελέτη απέκλειε ασθενείς με γενετικές ανωμαλίες EGFR, ALK ή ROS1 στον όγκο, λειτουργική ικανότητα (PS) ≥ 2 κατά ECOG, παθήσεις που απαιτούσαν συστηματική ανοσοκαταστολή, μη ελεγχόμενη λοίμωξη από ηπατίτιδα B (HBV) ή ηπατίτιδα C (HCV) ή ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ιστορικό διάμεσης πνευμονοπάθειας, άτομα που δεν ήταν ποτέ καπνιστές ή που είχαν αυτοάνοσο νόσημα το οποίο απαιτούσε συστηματική θεραπεία εντός 2 ετών από την αγωγή. Η θεραπεία των εγκεφαλικών μεταστάσεων επιτρεπόταν και οι ασθενείς μπορούσαν να ενταχθούν εάν είχαν υποβληθεί σε επαρκή θεραπεία και είχαν επανέλθει από νευρολογικής άποψης στην αρχική τιμή για τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν από την τυχαιοποίηση. Δεν απαιτήθηκε ακτινολογική επιβεβαίωση της σταθερότητας της ανταπόκρισης.

Η τυχαιοποίηση διαστρωματώθηκε κατά ιστολογία (μη πλακώδες έναντι πλακώδους) και γεωγραφική περιοχή (Ευρώπη, Ασία ή Υπόλοιπος κόσμος). Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν (1:1) στη λήψη cemiplimab 350 mg ενδοφλεβίως (IV) κάθε 3 εβδομάδες για έως και 108 εβδομάδες ή θεραπεία της επιλογής του ερευνητή από τα ακόλουθα σχήματα χημειοθεραπείας δύο παραγόντων με βάση την πλατίνα για 4 έως 6 κύκλους: πακλιταξέλη + σισπλατίνη ή καρβοπλατίνη, γεμσιταβίνη + σισπλατίνη ή καρβοπλατίνη ή πεμετρεξίδη + σισπλατίνη ή καρβοπλατίνη ακολουθούμενη από προαιρετική συντήρηση με πεμετρεξίδη (το συγκεκριμένο σχήμα δεν συνιστάται για ασθενείς με πλακώδες NSCLC).

Η θεραπεία με cemiplimab συνεχίστηκε έως την εμφάνιση εξέλιξης της νόσου κατά RECIST 1.1, μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως τις 108 εβδομάδες. Οι ασθενείς που εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου κατά τη θεραπεία με cemiplimab, σύμφωνα με την αξιολόγηση ανεξάρτητης επιτροπής εκτίμησης (IRC) κατά RECIST 1.1, είχαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν τη θεραπεία με cemiplimab, με την προσθήκη 4 κύκλων ειδικής για τους ιστούς χημειοθεραπείας έως την παρατήρηση περαιτέρω εξέλιξης. Οι ασθενείς που εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου κατά τη χημειοθεραπεία, σύμφωνα με την αξιολόγηση IRC κατά RECIST 1.1, είχαν τη δυνατότητα να λάβουν θεραπεία με cemiplimab έως την εμφάνιση περαιτέρω εξέλιξης, μη αποδεκτής τοξικότητας ή έως τις 108 εβδομάδες. Από τους 203 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη χημειοθεραπείας και εμφάνισαν εξέλιξη της νόσου σύμφωνα με την αξιολόγηση IRC κατά RECIST 1.1, 150 (73,9%) ασθενείς μεταπήδησαν σε θεραπεία με cemiplimab.

Η κατάσταση του όγκου αξιολογούταν κάθε 9 εβδομάδες. Τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική επιβίωση (OS) και η επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS), σύμφωνα με αξιολόγηση από τυφλοποιημένη IRC με χρήση των κριτηρίων RECIST 1.1. Ένα βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο ήταν το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR).

Στους 710 ασθενείς, τα αρχικά χαρακτηριστικά ήταν: διάμεση ηλικία 63 ετών (45% ήταν 65 και άνω), 85% άνδρες, 86% λευκοί, λειτουργική ικανότητα κατά ECOG 0 και 1 σε 27% και 73% αντίστοιχα, και 12% με ιστορικό εγκεφαλικών μεταστάσεων. Τα χαρακτηριστικά της νόσου ήταν τοπικά προχωρημένη (16%), μεταστατική (84%), πλακώδης (44%) και μη πλακώδης (56%).

Η μελέτη κατέδειξε στατιστικά σημαντική βελτίωση στην OS και την PFS για τους ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στο cemiplimab, σε σύγκριση με τη χημειοθεραπεία.

Τα αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα παρουσιάζονται στον Πίνακα 5, στην Εικόνα 1 και στην Εικόνα 2.

Πίνακας 5: Αποτελέσματα για την αποτελεσματικότητα της μελέτης 1624 στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα

Καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότηταςa Cemiplimab 350 mg κάθε 3 εβδομάδες N=356 Χημειοθεραπεία N=354
Συνολική επιβίωση (OS)
Αριθμός θανάτων (%) 108 (30,3) 141 (39,8)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 22,1 (17,7, NE) 14,3 (11,7, 19,2)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,68 (0,53, 0,87)
Τιμή pc 0,0022
Ποσοστό OS στους 12 μήνες (95% CI)b 70% (64, 75) 56% (49, 62)
Επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS)
Αριθμός συμβάντων (%) 201 (56,5) 262 (74,0)
Διάμεσος σε μήνες (95% CI)b 6,2 (4,5, 8,3) 5,6 (4,5, 6,1)
Αναλογία κινδύνου (95% CI)c 0,59 (0,49, 0,72)
Ποσοστό PFS στους 12 μήνες (95% CI)b 38% (32,44) 7% (4,11)
Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (%)e
ORR (95% CI) 36,5 (31,5, 41,8) 20,6 (16,5, 25,2)
Ποσοστό πλήρους ανταπόκρισης (CR) 3,1 0,8
Ποσοστό μερικής ανταπόκρισης (PR) 33,4 19,8
Διάρκεια ανταπόκρισης N=130 ανταποκριθέντες N=73 ανταποκριθέντες
Διάμεσος (μήνες)b 21,0 6,0
Εύρος (μήνες) (1,9+, 23,3+) (1,3+, 16,5+)
Ασθενείς με παρατηρηθείσα DOR ≥ 6 μήνες,% 69% 41%

+: Συνεχιζόμενη ανταπόκριση. a. Διάμεση διάρκεια παρακολούθησης: Cemiplimab: 13,1 μήνες, Χημειοθεραπεία: 13,1 μήνες. b. Βάσει εκτιμήσεων Kaplan-Meier. c. Βάσει διαστρωματωμένου μοντέλου αναλογικού κινδύνου. d. Βάσει αμφίπλευρης τιμής p. e. Βάσει ακριβούς διαστήματος εμπιστοσύνης Clopper-Pearson.

Εικόνα 1: Καμπύλη Kaplan-Meier για την OS 1,0 Πιθανότητα επιβίωσης 0,9 0,8 0,7 0,6 0,5 0,4 0,3 Χημειοθεραπεία 0,2 0,1 0,0 Μήνας

Εικόνα 2: Καμπύλη Kaplan-Meier για την PFS 1,0 0,9 0,8 0,7 0,6 0,5 0,4 0,3 0,2 0,1 Χημειοθεραπεία 0,0 Μήνας

Πληθυσμός ηλικιωμένων Από τους 816 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με cemiplimab σε κλινικές μελέτες, 45,8% (374/816) ήταν κάτω των 65 ετών, 31,9% (260/816) ήταν 65 έως κάτω των 75 ετών και 22,3% (182/816) ήταν 75 ετών και άνω.

Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα μεταξύ των ηλικιωμένων ασθενών και των νεότερων ασθενών. Υπήρχε μια τάση για μεγαλύτερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων συμβάντων και διακοπής της θεραπείας λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων στους ασθενείς 65 ετών και άνω σε σύγκριση με τους ασθενείς κάτω των 65 ετών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το cemiplimab σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην αντιμετώπιση όλων των καταστάσεων που εμπίπτουν στην κατηγορία των κακοηθών νεοπλασμάτων, εκτός εκείνων του αιμοποιητικού και του λεμφικού ιστού (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Έγκριση υπό όρους Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-LIBTAYO
expand_more

Τα δεδομένα συγκέντρωσης από 1.062 ασθενείς με διάφορους συμπαγείς όγκους, οι οποίοι έλαβαν cemiplimab συνδυάστηκαν σε μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού.

Στα 350 mg Q3W, η μέση συγκέντρωση του cemiplimab σε σταθεροποιημένη κατάσταση κυμαινόταν μεταξύ Ctrough 61 mg/l και συγκέντρωσης στο τέλος της έγχυσης (Cmax) 171 mg/l. Η έκθεση σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνεται έπειτα από 4 μήνες θεραπείας περίπου.

Σε ασθενείς με CSCC, η έκθεση στο cemiplimab σε σταθεροποιημένη κατάσταση στη δόση των 350 mg Q3W (N=53) και των 3 mg/kg Q2W (N=135) είναι παρόμοια.

Απορρόφηση

Το cemiplimab χορηγείται μέσω της ενδοφλέβιας οδού και, ως εκ τούτου, είναι πλήρως βιοδιαθέσιμο.

Κατανομή

Το cemiplimab κατανέμεται κυρίως στο αγγειακό σύστημα με όγκο κατανομής 5,3 l σε σταθεροποιημένη κατάσταση (Vss). Ο διάμεσος Tmax επιτυγχάνεται στο τέλος της 30λεπτης έγχυσης.

Βιομετασχηματισμός

Δεν πραγματοποιήθηκαν ειδικές μελέτες μεταβολισμού, δεδομένου ότι το cemiplimab είναι μία πρωτεΐνη. Το cemiplimab αναμένεται να αποδομείται σε μικρά πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα.

Αποβολή

Η κάθαρση του cemiplimab είναι γραμμική σε δόσεις 1 mg/kg έως 10 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες. Η κάθαρση του cemiplimab μετά την πρώτη δόση είναι περίπου 0,29 l/ημέρα. Η συνολική κάθαρση φαίνεται ότι μειώνεται κατά 29% περίπου με την πάροδο του χρόνου, οδηγώντας σε τιμή κάθαρσης σε σταθεροποιημένη κατάσταση (CLss) 0,20 l/ημέρα. Η μείωση της CL δεν θεωρείται κλινικά σημαντική. Η ημίσεια ζωή σε σταθεροποιημένη κατάσταση στο μεσοδιάστημα δόσεων είναι 20,3 ημέρες.

Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα

Στα δοσολογικά σχήματα 1 mg/kg έως 10 mg/kg κάθε δύο εβδομάδες, η φαρμακοκινητική του cemiplimab είναι γραμμική και ανάλογη προς τη δόση, υποδηλώνοντας κορεσμό του συστηματικού μεσολαβούμενου από το στόχο μονοπατιού.

Ειδικοί πληθυσμοί

Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού έδειξε ότι οι ακόλουθοι παράγοντες δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση στο cemiplimab: ηλικία, φύλο, σωματικό βάρος, φυλή, τύπος καρκίνου, επίπεδο λευκωματίνης, νεφρική δυσλειτουργία και ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.

Νεφρική δυσλειτουργία Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στο cemiplimab αξιολογήθηκε με φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε ασθενείς με ήπια (CLcr 60 έως 89 ml/min, n= 396), μέτρια (CLcr 30 έως 59 ml/min, n= 166) ή σοβαρή (CLcr 15 έως 29 ml/min, n= 47) νεφρική δυσλειτουργία. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην έκθεση στο cemiplimab μεταξύ των ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία και των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Το cemiplimab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με CLcr < 21 ml/min (βλέπε Δοσολογία).

Ηπατική δυσλειτουργία Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στην έκθεση στο cemiplimab αξιολογήθηκε με φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (n= 22) (ολική χολερυθρίνη [TB] πάνω από 1,0 έως 1,5 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο [ULN] και οποιαδήποτε τιμή ασπαρτικής αμινοτρανσφεράσης [AST]) και ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (n=3) (ολική χολερυθρίνη >1,5 φορές το ULN έως και 3,0 φορές το ULN) και οποιαδήποτε τιμή AST. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην έκθεση στο cemiplimab έναντι των ασθενών που είχαν φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Το cemiplimab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Τα δεδομένα σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία είναι ανεπαρκή για δοσολογικές συστάσεις (βλέπε Δοσολογία).

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science