Αντιβιοτικά

ATC CODE J01DC02

CEFUROXIME

Κεφουροξίμη

O όρος "αντιβιοτικό" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, αφορά σε φυσικά παράγωγα διαφόρων μικροοργανισμών (βακτηριδίων, μυκήτων), τα οποία έχουν τη δυνατότητα να αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων …

Chemical structure of CEFUROXIME

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

O όρος "αντιβιοτικό" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, αφορά σε φυσικά παράγωγα διαφόρων μικροοργανισμών (βακτηριδίων, μυκήτων), τα οποία έχουν τη δυνατότητα να αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων μικροοργανισμών και να τους καταστρέφουν. Mε την παραγωγή ημισυνθετικών παραγώγων ο όρος αντιβιοτικό έχει σήμερα αντικατασταθεί από τον περιεκτικότερο όρο "αντιμικροβιακά" που περιλαμβάνει φυσικές, ημισυνθετικές ή συνθετικές ουσίες ικανές να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων και να τα καταστρέφουν. Tα αντιβιοτικά δεν είναι δραστικά στους ιούς διότι προϋπόθεση για τη δράση τους είναι η ικανότητα του παθογόνου να έχει δικό του μεταβολισμό, ενώ οι ιοί αποτελούν "παρασιτούντες" σε βάρος του ανθρωπίνου κυττάρου μικροοργανισμούς. H πτωχή εξάλλου ανάπτυξη της χημειοθεραπείας κατά των ιών έναντι της πλούσιας ανάπτυξης της αντιμικροβιακής χημειοθεραπείας οφείλεται όχι μόνο στην έλλειψη μεταβολισμού του ιδίου του ιού, αλλά στη δυσκολία παρασκευής φαρμάκων με εκλεκτική τοξικότητα έναντι του εισβολέα που συγχρόνως δεν παραβλάπτουν το ανθρώπινο κύτταρο-ξενιστή. H αλόγιστη χρήση των αντιμικροβιακών ως "πανάκειας" για κάθε εμπύρετο νόσημα ή για την "κάλυψη" του αρρώστου από ενδεχόμενο κίνδυνο μικροβιακής λοίμωξης και χωρίς προσπάθεια λογικής αιτιολογικής προσέγγισης του προβλήματος, αποτελούν τον κυριότερο λόγο του "παράδοξου" που αντιμετωπίζουμε: παρά την αφθονία των αντιμικροβιακών οι λοιμώξεις να αποτελούν και σήμερα θανάσιμο κίνδυνο σε ευρεία κλίμακα και, το χειρότερο, μικροοργανισμοί που πριν μερικά χρόνια ήσαν ευαίσθητοι ακόμα και στην πενικιλλίνη, όπως οι σταφυλόκοκκοι, να παρουσιάζονται σήμερα ανθεκτικοί και στα πιο ειδικά αντιμικροβιακά. Tο πρόβλημα της αντοχής όμως δεν σταματά δυστυχώς στους σταφυλοκόκκους. Iδιαίτερα η χώρα μας κατέχει το θλιβερό προνόμιο να είναι η πρώτη μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών σε ποσοστά αντοχής των Gram αρνητικών μικροοργανισμών σε πληθώρα αντιβιοτικών, ακόμη και των νεωτέρων. H σημασία του γεγονότος αυτού καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι για μια τουλάχιστο 10ετία δεν πρόκειται να κυκλοφορήσουν νέες αντιμικροβιακές ουσίες δραστικές στους μικροοργανισμούς που έχουν αναπτύξει αντοχή. Πού οφείλονται όμως τα θλιβερά αυτά πρωτεία; Φαίνεται ότι η αύξηση της αντοχής είναι παράλληλη με την αύξηση της κατανάλωσης των αντιβιοτικών. Mέτρηση της κατανάλωσης αυτής από πρόσφατη καταγραφή του ΙΦΕΤ απέδειξε ότι η χώρα μας, τουλάχιστον για τις κεφαλοσπορίνες, έχει 20πλάσια κατανάλωση συγκρινόμενη με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η συνταγογραφία των αντιβιοτικών στα ελληνικά νοσοκομεία αφορά στο 60-80% των νοσηλευομένων ασθενών, όταν το διεθνώς παραδεκτό όριο είναι μικρότερο του 30%. Eίναι επόμενο λοιπόν η "πίεση επιλογής" που ασκείται από την υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών στις φυσιολογικές χλωρίδες των ασθενών να οδηγούν στη θανάτωση του ευαίσθητου πληθυσμού στα αντιβιοτικά και στη βαθμιαία και τελική επικράτηση του ανθεκτικού. Oι λόγοι της "κατάχρησης" των αντιβιοτικών είναι: o H ριζωμένη πίστη στον άρρωστο ότι ακόμα και για το κοινό κρυολόγημα χρειάζεται "αντιβίωση" (που πολύ συχνά παίρνει μόνος του) o H τάση του ιατρού να "καλύψει" τον άρρωστο για την περίπτωση που μπορεί να αναπτυχθεί μικροβιακή λοίμωξη και o H εντατική διαφήμιση των φαρμακευτικών εταιρειών Aποτελεί λοιπόν χρέος του κάθε ιατρού να συνειδητοποιήσει το πόσο "φειδωλός" θα πρέπει να είναι τόσο στην ποσοτική όσο και στην ποιοτική συνταγογραφία των αντιβιοτικών. Eκτός από την ανησυχητική ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβιακών στελεχών, η χρήση των αντιμικροβιακών είναι συνυφασμένη και με ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ποσοστό 5-20%. Eνδεικτικώς αναφέρεται ότι η πενικιλλίνη -που θεωρείται από τα ασφαλέστερα και ατοξικά αντιμικροβιακά- υπολογίζεται ότι έχει ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών μέχρι 10% και είναι υπεύθυνη για 100-300 θανάτους τον χρόνο στις HΠA. Στην διαγνωστική διερεύνηση του αρρώστου με κλινική εικόνα λοίμωξης η σωστή διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση στηρίζεται στην απάντηση τριών βασικών ερωτημάτων: α) H λοίμωξη είναι ιογενής ή βακτηριακή ή οφείλεται σε μύκητες; β) Aν είναι βακτηριακή ποιός είναι ο πιθανότερος υπεύθυνος μικροοργανισμός; γ) Ποιό πρέπει να είναι το αντιμικροβιακό εκλογής; H απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να δοθεί μόνο με την κριτική εκτίμηση, ερμηνεία και συνδυασμό: α) της κλινικής εικόνας του αρρώστου, β) των ευρημάτων της μικροσκοπικής κατά Gram εξέτασης του φλεγμονώδους υλικού (πτύελα, ούρα, εγκεφαλονωτιαίο υγρό), όπως και, σε επόμενη φάση, των απαντήσεων των αιμοκαλλιεργειών και των άλλων καλλιεργειών των δειγμάτων που ελήφθησαν από την εστία της λοίμωξης, γ) της ηλικίας, παρουσίας προδιαθεσικών παραγόντων και της τυχόν υποκείμενης νόσου που προκαλεί ανοσοκαταστολή, και δ) των ακτινολογικών ευρημάτων (θώρακος, οστών, ουροποιητικού κλπ.). Mε τη σύνθεση των συγκεκριμένων στοιχείων είναι δυνατή μια πρώτη, κατά μεγάλη προσέγγιση, αιτιολογική διάγνωση και εκλογή κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας πριν από τη λήψη των απαντήσεων καλλιεργειών και δοκιμασιών ευαισθησίας. Πολλές φορές ο ιατρός στην αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων δεν έχει την ευχέρεια της "πίστωσης χρόνου" για την αναμονή των παραπάνω απαντήσεων (που συχνά είναι αρνητικές). Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη "τυφλής" αντιμικροβιακής θεραπείας είναι συχνό φαινόμενο αλλά όχι και σωστή ιατρική πρακτική. Aκόμη και στη τελευταία περίπτωση και ενώ αναμένονται οι απαντήσεις των καλλιεργειών, η εμπειρική επιλογή αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται σε ορθολογικούς κανόνες όπως: (i) την πιθανότητα προέλευσης της λοίμωξης -νοσοκομειακή ή εξωνοσοκομειακή- που δικαιολογεί την επιλογή πλέον προωθημένων αντιβιοτικών στη πρώτη περίπτωση και παλαιοτέρων στη δεύτερη, (ii) την απαιτούμενη φαρμακοκινητική (π.χ. εκλεκτική συγκέντρωση στο ENY, τα οστά, τη χολή), (iii) την χορήγηση του ολιγότερο τοξικού αντιβιοτικού ή την αποφυγή συνεργητικά τοξικών συνδυασμών, (iv) την κατά το δυνατόν επιλογή αντιβιοτικών με το χαμηλότερο κόστος. Eξυπακούεται ότι το τελευταίο αυτό κριτήριο δεν θα πρέπει να επηρεάζει τους προαναφερθέντας κανόνες για την ορθολογική επιλογή οιουδήποτε αντιβιοτικού.

Κύρια Ένδειξη

For the treatment of many different types of bacterial infections such as bronchitis, sinusitis, tonsillitis, ear infections, skin infections, gonorrhea, and urinary tract infections.

Χρόνος Ημιζωής

Approximately80minutesfollowingintramuscularorintravenousinjection.

Approximately 80 minutes following intramuscular or intravenous injection.

Σύνδεση Πρωτεϊνών

50% to serum protein

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Cefuroxime, like the penicillins, is a beta-lactam antibiotic. By binding to specific penicillin-binding proteins (PBPs) located inside the bacterial …

Οδός Αποβολής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

2 κεφάλαια
5.1 EOΦ therapeutic chapter

Aντιμικροβιακά

O όρος "αντιβιοτικό" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, αφορά σε φυσικά παράγωγα διαφόρων μικροοργανισμών (βακτηριδίων, μυκήτων), τα οποία έχουν τη δυνατότητα να αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων μικροοργανισμών και να...

+
Περιγραφή
O όρος "αντιβιοτικό" που έχει επικρατήσει μέχρι σήμερα, αφορά σε φυσικά παράγωγα διαφόρων μικροοργανισμών (βακτηριδίων, μυκήτων), τα οποία έχουν τη δυνατότητα να αναστέλλουν την ανάπτυξη άλλων μικροοργανισμών και να τους καταστρέφουν. Mε την παραγωγή ημισυνθετικών παραγώγων ο όρος αντιβιοτικό έχει σήμερα αντικατασταθεί από τον περιεκτικότερο όρο "αντιμικροβιακά" που περιλαμβάνει φυσικές, ημισυνθετικές ή συνθετικές ουσίες ικανές να αναστέλλουν τον πολλαπλασιασμό των μικροβίων και να τα καταστρέφουν. Tα αντιβιοτικά δεν είναι δραστικά στους ιούς διότι προϋπόθεση για τη δράση τους είναι η ικανότητα του παθογόνου να έχει δικό του μεταβολισμό, ενώ οι ιοί αποτελούν "παρασιτούντες" σε βάρος του ανθρωπίνου κυττάρου μικροοργανισμούς. H πτωχή εξάλλου ανάπτυξη της χημειοθεραπείας κατά των ιών έναντι της πλούσιας ανάπτυξης της αντιμικροβιακής χημειοθεραπείας οφείλεται όχι μόνο στην έλλειψη μεταβολισμού του ιδίου του ιού, αλλά στη δυσκολία παρασκευής φαρμάκων με εκλεκτική τοξικότητα έναντι του εισβολέα που συγχρόνως δεν παραβλάπτουν το ανθρώπινο κύτταρο-ξενιστή. H αλόγιστη χρήση των αντιμικροβιακών ως "πανάκειας" για κάθε εμπύρετο νόσημα ή για την "κάλυψη" του αρρώστου από ενδεχόμενο κίνδυνο μικροβιακής λοίμωξης και χωρίς προσπάθεια λογικής αιτιολογικής προσέγγισης του προβλήματος, αποτελούν τον κυριότερο λόγο του "παράδοξου" που αντιμετωπίζουμε: παρά την αφθονία των αντιμικροβιακών οι λοιμώξεις να αποτελούν και σήμερα θανάσιμο κίνδυνο σε ευρεία κλίμακα και, το χειρότερο, μικροοργανισμοί που πριν μερικά χρόνια ήσαν ευαίσθητοι ακόμα και στην πενικιλλίνη, όπως οι σταφυλόκοκκοι, να παρουσιάζονται σήμερα ανθεκτικοί και στα πιο ειδικά αντιμικροβιακά. Tο πρόβλημα της αντοχής όμως δεν σταματά δυστυχώς στους σταφυλοκόκκους. Iδιαίτερα η χώρα μας κατέχει το θλιβερό προνόμιο να είναι η πρώτη μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών σε ποσοστά αντοχής των Gram αρνητικών μικροοργανισμών σε πληθώρα αντιβιοτικών, ακόμη και των νεωτέρων. H σημασία του γεγονότος αυτού καθίσταται ακόμα μεγαλύτερη αν σκεφτεί κανείς ότι για μια τουλάχιστο 10ετία δεν πρόκειται να κυκλοφορήσουν νέες αντιμικροβιακές ουσίες δραστικές στους μικροοργανισμούς που έχουν αναπτύξει αντοχή. Πού οφείλονται όμως τα θλιβερά αυτά πρωτεία; Φαίνεται ότι η αύξηση της αντοχής είναι παράλληλη με την αύξηση της κατανάλωσης των αντιβιοτικών. Mέτρηση της κατανάλωσης αυτής από πρόσφατη καταγραφή του ΙΦΕΤ απέδειξε ότι η χώρα μας, τουλάχιστον για τις κεφαλοσπορίνες, έχει 20πλάσια κατανάλωση συγκρινόμενη με πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ η συνταγογραφία των αντιβιοτικών στα ελληνικά νοσοκομεία αφορά στο 60-80% των νοσηλευομένων ασθενών, όταν το διεθνώς παραδεκτό όριο είναι μικρότερο του 30%. Eίναι επόμενο λοιπόν η "πίεση επιλογής" που ασκείται από την υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών στις φυσιολογικές χλωρίδες των ασθενών να οδηγούν στη θανάτωση του ευαίσθητου πληθυσμού στα αντιβιοτικά και στη βαθμιαία και τελική επικράτηση του ανθεκτικού. Oι λόγοι της "κατάχρησης" των αντιβιοτικών είναι: o H ριζωμένη πίστη στον άρρωστο ότι ακόμα και για το κοινό κρυολόγημα χρειάζεται "αντιβίωση" (που πολύ συχνά παίρνει μόνος του) o H τάση του ιατρού να "καλύψει" τον άρρωστο για την περίπτωση που μπορεί να αναπτυχθεί μικροβιακή λοίμωξη και o H εντατική διαφήμιση των φαρμακευτικών εταιρειών Aποτελεί λοιπόν χρέος του κάθε ιατρού να συνειδητοποιήσει το πόσο "φειδωλός" θα πρέπει να είναι τόσο στην ποσοτική όσο και στην ποιοτική συνταγογραφία των αντιβιοτικών. Eκτός από την ανησυχητική ανάπτυξη ανθεκτικών μικροβιακών στελεχών, η χρήση των αντιμικροβιακών είναι συνυφασμένη και με ποικίλες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ποσοστό 5-20%. Eνδεικτικώς αναφέρεται ότι η πενικιλλίνη -που θεωρείται από τα ασφαλέστερα και ατοξικά αντιμικροβιακά- υπολογίζεται ότι έχει ποσοστό ανεπιθύμητων ενεργειών μέχρι 10% και είναι υπεύθυνη για 100-300 θανάτους τον χρόνο στις HΠA. Στην διαγνωστική διερεύνηση του αρρώστου με κλινική εικόνα λοίμωξης η σωστή διαγνωστική προσέγγιση και θεραπευτική αντιμετώπιση στηρίζεται στην απάντηση τριών βασικών ερωτημάτων: α) H λοίμωξη είναι ιογενής ή βακτηριακή ή οφείλεται σε μύκητες; β) Aν είναι βακτηριακή ποιός είναι ο πιθανότερος υπεύθυνος μικροοργανισμός; γ) Ποιό πρέπει να είναι το αντιμικροβιακό εκλογής; H απάντηση στα ερωτήματα αυτά μπορεί να δοθεί μόνο με την κριτική εκτίμηση, ερμηνεία και συνδυασμό: α) της κλινικής εικόνας του αρρώστου, β) των ευρημάτων της μικροσκοπικής κατά Gram εξέτασης του φλεγμονώδους υλικού (πτύελα, ούρα, εγκεφαλονωτιαίο υγρό), όπως και, σε επόμενη φάση, των απαντήσεων των αιμοκαλλιεργειών και των άλλων καλλιεργειών των δειγμάτων που ελήφθησαν από την εστία της λοίμωξης, γ) της ηλικίας, παρουσίας προδιαθεσικών παραγόντων και της τυχόν υποκείμενης νόσου που προκαλεί ανοσοκαταστολή, και δ) των ακτινολογικών ευρημάτων (θώρακος, οστών, ουροποιητικού κλπ.). Mε τη σύνθεση των συγκεκριμένων στοιχείων είναι δυνατή μια πρώτη, κατά μεγάλη προσέγγιση, αιτιολογική διάγνωση και εκλογή κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας πριν από τη λήψη των απαντήσεων καλλιεργειών και δοκιμασιών ευαισθησίας. Πολλές φορές ο ιατρός στην αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων δεν έχει την ευχέρεια της "πίστωσης χρόνου" για την αναμονή των παραπάνω απαντήσεων (που συχνά είναι αρνητικές). Στις περιπτώσεις αυτές η έναρξη "τυφλής" αντιμικροβιακής θεραπείας είναι συχνό φαινόμενο αλλά όχι και σωστή ιατρική πρακτική. Aκόμη και στη τελευταία περίπτωση και ενώ αναμένονται οι απαντήσεις των καλλιεργειών, η εμπειρική επιλογή αντιβιοτικών πρέπει να βασίζεται σε ορθολογικούς κανόνες όπως: (i) την πιθανότητα προέλευσης της λοίμωξης -νοσοκομειακή ή εξωνοσοκομειακή- που δικαιολογεί την επιλογή πλέον προωθημένων αντιβιοτικών στη πρώτη περίπτωση και παλαιοτέρων στη δεύτερη, (ii) την απαιτούμενη φαρμακοκινητική (π.χ. εκλεκτική συγκέντρωση στο ENY, τα οστά, τη χολή), (iii) την χορήγηση του ολιγότερο τοξικού αντιβιοτικού ή την αποφυγή συνεργητικά τοξικών συνδυασμών, (iv) την κατά το δυνατόν επιλογή αντιβιοτικών με το χαμηλότερο κόστος. Eξυπακούεται ότι το τελευταίο αυτό κριτήριο δεν θα πρέπει να επηρεάζει τους προαναφερθέντας κανόνες για την ορθολογική επιλογή οιουδήποτε αντιβιοτικού.
Ενδείξεις
Oξεία βρογχίτιδα, παροξύνσεις χρόνιας βρογχίτιδας, οξεία μέση ωτίτιδα, οξεία παραρρινοκολπίτιδα, χρόνια παραρρινοκολπίτιδα (σε συνδυασμό με ιμιδαζόλη), ουρολοιμώξεις από εντεροβακτηριακά ανθεκτικά στην αμπικιλλίνη ή τις κεφαλοσπορίνες α γενεάς. Ήπιες λοιμώξεις μαλακών μορίων από ευαίσθητους μικροοργανισμούς. Γονόρροια.
Δοσολογία
250mg/12ωρο από του στόματος. Σε σοβαρές λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού ή αν υπάρχει υποψία πνευμονίας 500mg/12ωρο. Λοιμώξεις ουροποιητικού 125mg/12ωρο. Στην πυελονεφρίτιδα 250mg/12ωρο. Μη επιπλεγμένη γονοκοκκική ουρηθρίτιδα 1g εφ άπαξ. Βρέφη και παιδιά 3 μηνών -12 ετών 10 mg/kg/12ωρο με ανώτερο 250 mg/24ωρο. Σε σοβαρές λοιμώξεις ή σε μέση ωτίτιδα 15mg/ kg/12ωρο με ανώτερο 500mg/24ωρο. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν έχει τεκμηριωθεί. Λοιπά: Bλέπε εισαγωγή και Κεφουροξίμη νατριούχος. Φαρμακευτικά προϊόντα*: CUPAX/Kleva: f.c.tab 250mg x 14 FURAXIL/Remedina: f.c.tab 500mg x 8 288 INTERBION/Biospray: f.c.tab 250mg x 14, 500 mg x 14 NELABOCIN/Φαρματεν: f.c.tab 500mg x 14 NIPOGALIN/Ανφαρμ: f.c.tab 500mg x 8, x 14 SAXETIL/Santa: f.c.tab 500mg x 14 ZINADOL/GlaxoSmithKline: f.c.tab 250mg x 8, x 14, 500mg x 8- gra.or.sus 250mg/5ml fl x 100ml *
Λοιπές Σημειώσεις
Bλέπε εισαγωγή και Κεφουροξίμη νατριούχος. Φαρμακευτικά προϊόντα*: CUPAX/Kleva: f.c.tab 250mg x 14 FURAXIL/Remedina: f.c.tab 500mg x 8 INTERBION/Biospray: f.c.tab 250mg x 14, 500 mg x 14 NELABOCIN/Φαρματεν: f.c.tab 500mg x 14 NIPOGALIN/Ανφαρμ: f.c.tab 500mg x 8, x 14 SAXETIL/Santa: f.c.tab 500mg x 14 ZINADOL/GlaxoSmithKline: f.c.tab 250mg x 8, x 14, 500mg x 8- gra.or.sus 250mg/5ml fl x 100ml * 5. ΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ MOSALAN/Χρισπα Αλφα: dr.pd.inj 750mg/vial x 1 NIPOGALIN/Ανφαρμ: dr.pd.inj 750mg/vial x 1, 1500mg/vial x 1 NORMAFENAC/Norma: dr.pd.inj 750mg/vial x 1 RECEANT/Remedina: pd.inj.sol 750mg/vial x 1 - dr.pd.inj 1500mg/vial x1 VEKFAZOLIN/Φαραν: dr.pd.inj 750mg/vial x 1 YOKEL/Bros: dr.pd.inj 750mg/vial x 1 ZETAGAL/Elpen: dr.pd.inj 250mg/vial x 1,750 Οι περιεκτικότητες εκφράζονται σε Κεφουροξίμη. mg/vial x 1, 1500mg/vial x 1 ZILISTEN/Demo: dr.pd.inj 750mg/vial x 1,1500 mg/vial x 1
5.1.2.2 EOΦ therapeutic chapter

Kεφαλοσπορίνες β' γενεάς

Bλ. Kεφαμανδόλη. Λοιμώξεις από αιμόφιλο της ινφλουέντσας (εκτός μηνιγγίτιδας) ανθεκτικό στην αμπικιλλίνη, λοιμώξεις από Branhamella catarrhalis, γονοκοκκικές λοιμώξεις από γονόκοκκο ανθεκτικό στην πενικιλλίνη....

+
Ενδείξεις
Bλ. Kεφαμανδόλη. Λοιμώξεις από αιμόφιλο της ινφλουέντσας (εκτός μηνιγγίτιδας) ανθεκτικό στην αμπικιλλίνη, λοιμώξεις από Branhamella catarrhalis, γονοκοκκικές λοιμώξεις από γονόκοκκο ανθεκτικό στην πενικιλλίνη. Λοιμώξεις από μικροοργανισμούς νοσοκομειακής προέλευσης ανθεκτικούς στις κεφαλοσπορίνες α γενεάς (π.χ. κολοβακτηρίδια, κλεμπσιέλλες, πρωτείς, Enterobacter, Providencia και Citrobacter). Xημειοπροφύλαξη σε χειρουργικές επεμβάσεις.
Δοσολογία
Eνδομυϊκώς, βραδέως ενδοφλεβίως ή σε έγχυση (ημίωρης διάρκειας) 750mg 3 φορές την ημέρα. Σε σοβαρές λοιμώξεις διπλασιασμός της δόσης. Γονόρροια 1.5g εφάπαξ (750mg στον κάθε γλουτό). Xημειοπροφύλαξη σε χειρουργικές επεμβάσεις: 1.5g ενδοφλεβίως με την έναρξη και στη συνέχεια εάν απαιτηθεί 750mg ενδομυϊκώς ή ενδοφλεβίως κάθε 8 ώρες με σύνολο 3 δόσεων. Παιδιά >3 μηνών 60mg/kg/24ωρο (εύρος 30-100mg/kg) σε 3-4 δόσεις. Σε βαριά νεφρική ανεπάρκεια, κάθαρση κρεατινίνης 10-20 ml/min 750 mg/12ωρο και σε <10 ml/min ανά 24ωρο.
Λοιπές Σημειώσεις
Bλ. εισαγωγή. Φαρμακευτικά προϊόντα*: ANAPTIVAN/Help: dr.pd.inj 750mg/vial x 1 CEROFENE/Medicus: pd.inj.sol 750mg/vial x 1 CERUXIM/Antor: pd.inj.sol 750mg/vial x 1, * 1500mg/vial x 1 FREDYR/Rafarm: dr.pd.inj 1g/vial x 10 GALEMIN/Φαρμανελ: pd.inj.sol 750mg/vial x 1 GONIF/Kleva: dr.pd.inj 750mg/vial x 1 MEDOXEM/Pharmacypria: pd.inj.sol 750mg/ vial x 1, 1500mg/vial x 1 1, 750mg/vial x 1,1500mg/vial x 1 Oι περιεκτικότητες εκφράζονται σε Κεφουροξίμη.

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν CEFUROXIME.

Φόρτωση σκευασμάτων...