Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ J01DD04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CEFTRIAXONE

Κεφτριαξόνη

Οι από του στόματος μορφές των κεφαλοσπορινών γ' γενεάς καθώς και οι νεώτερες κινολόνες που χορηγούνται από το στόμα ή για τοπική οφθαλμική ή ωτική χρήση διατίθενται με Ειδική συνταγή φυλασσόμενη επί διετία (σύμφωνα με σχετική Εγκύκλιο του ΕΟΦ).

Chemical structure of CEFTRIAXONE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Bλ. Kεφοταξίμη. Γονοκοκκικές λοιμώξεις από στελέχη ανθεκτικά στην πενικιλλίνη. Xημειοπροφύλαξη σε χειρουργικές επεμβάσεις.
medication
SPC-FARCEF

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδομυϊκή, Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
μια φορά την ημέρα (κάθε 24 ώρες) ή διηρημένα σε δύο δόσεις για σοβαρές περιπτώσεις
Δόση έναρξης:
1-2 g
Τιτλοποίηση:
Σε σοβαρές περιπτώσεις, ή σε λοιμώξεις που προκαλούνται από μικροοργανισμούς μέτριας ευαισθησίας, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί στα 4 g ημερησίως διηρημένα σε δύο δόσεις.
  • Ενήλικοι και παιδιά άνω των 12 ετών
    Δόση1-2 g
    Μέγ. δόση4 g
    Σε σοβαρές περιπτώσεις, ή σε λοιμώξεις που προκαλούνται από μικροοργανισμούς μέτριας ευαισθησίας, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί στα 4 g ημερησίως διηρημένα σε δύο δόσεις. Διάρκεια θεραπείας: τουλάχιστον 48-72 ώρες μετά την πτώση του πυρετού ή μετά από αποδεδειγμένη αρνητικοποίηση των καλλιεργειών.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν είναι ανάγκη να μειωθεί η δοσολογία με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει ηπατική δυσλειτουργία.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Μέγ. δόση2 g
    Δεν είναι ανάγκη να μειωθεί η δοσολογία εφόσον δεν υπάρχει ηπατική δυσλειτουργία. Σε περιπτώσεις βαριάς νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατίνης < 10 ml/λεπτό) η δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g/ημέρα. Σε ασθενείς με σοβαρή συνυπάρχουσα νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα πρέπει να προσδιορίζονται και η δόση να προσαρμόζεται. Σε ασθενείς που κάνουν αιμοδιύλιση δε χρειάζεται συμπληρωματική δόση μετά το τέλος της, αλλά οι συγκεντρώσεις στον ορό πρέπει να ελέγχονται.
  • Ηλικιωμένοι
    Οι δόσεις που συνιστώνται για τους ενήλικες δεν χρειάζονται τροποποίηση.
  • Νεογνά (μέχρι 14 ημερών)
    Δόση20-50 mg/kg
    Μέγ. δόση50 mg/kg
    Ημερήσια δόση να μην υπερβαίνει τα 50 mg/kg. Δεν είναι απαραίτητο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ προώρων και βρεφών με πλήρη χρόνο κύησης. Αντενδείκνυται εάν απαιτείται θεραπεία με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο.
  • Νεογνά, βρέφη και παιδιά (15 ημερών μέχρι 12 ετών)
    Δόση20-80 mg/kg
    Για παιδιά με βάρος 50 ή περισσοτέρων κιλών πρέπει να χρησιμοποιείται το σύνηθες δοσολογικό σχήμα του ενηλίκου. Ενδοφλέβιες δόσεις ≥ 50 mg/kg σωματικού βάρους πρέπει να χορηγούνται με έγχυση σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών.
  • Μηνιγγίτιδα (βρέφη και παιδιά)
    Δόση100 mg/kg
    Μέγ. δόση4 g
    Θεραπεία αρχίζει με δόσεις 100 mg/kg (μέχρι το μέγιστο των 4 g). Στη συνέχεια συνολική ημερήσια δόση 100 mg/kg (μέχρι το μέγιστο των 4 g ημερησίως διηρημένο σε 2 δόσεις). Διάρκεια θεραπείας: Neisseria meningitidιs 4 μέρες, Haemophilus influenzae 6 μέρες, Streptococcus pneumoniae 7 μέρες. Συνήθης διάρκεια 7-14 ημέρες.
  • Lyme Borreliosis (παιδιά και ενήλικες)
    Δόση50 mg/kg
    Μέγ. δόση2 g
    Μια φορά την ημέρα για 14 ημέρες.
  • Γονόρροια
    Δόση250 mg
    Μια απλή ενδομυϊκή δόση.
  • Προεγχειρητική προφύλαξη
    Δόση1-2 g
    Μια μοναδική δόση, ανάλογα με τον κίνδυνο λοίμωξης, χορηγούμενη 30-90 λεπτά πριν την επέμβαση. Σε ορθοκολικές χειρουργικές επεμβάσεις, ταυτόχρονη χορήγηση με ή χωρίς 5-nitroimidazole (π.χ. ornidazole) έχει αποδειχθεί αποτελεσματική.
block
SPC-FARCEF

Αντενδείξεις

expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην κατηγορία των κεφαλοσπορινών
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην κατηγορία των αντιβιοτικών β-λακτάμης
  • Υπερχολερυθριναιμία
    ΠληθυσμόςΝεογνά και πρόωρα νεογνά
  • Πρόωρα νεογέννητα προσαρμοσμένης ηλικίας μέχρι 41 εβδομάδων (εβδομάδες κύησης + εβδομάδες μετά τη γέννηση)
    ΠληθυσμόςΠρόωρα νεογέννητα
  • Ίκτερος, υποαλβουμιναιμία ή οξέωση (επηρεάζουν την ικανότητα σύνδεσης της χολερυθρίνης)
    ΠληθυσμόςΠλήρους κύησης νεογέννητα (ηλικίας μέχρι 28 ημερών)
  • Ανάγκη θεραπείας με ασβέστιο ή εγχύσεις που περιέχουν ασβέστιο (κίνδυνος καθίζησης κεφτριαξόνης-ασβεστίου)
    ΠληθυσμόςΠλήρους κύησης νεογέννητα (ηλικίας μέχρι 28 ημερών)
  • Αντενδείξεις στη λιδοκαϊνη
    ΠληθυσμόςΓια ενδομυϊκή ένεση όταν η λιδοκαϊνη χρησιμοποιείται ως διαλύτης
warning
SPC-FARCEF

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Αναφυλακτικές αντιδράσεις
    Αναφέρθηκαν περιπτώσεις θανάτων. Να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, ακόμη και αν δεν υπάρχει ιστορικό αλλεργίας.
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς σε δίαιτα με ελεγχόμενη ποσότητα νατρίου
    Κάθε γραμμάριο Ceftriaxone περιέχει 3,6 mmol νατρίου. Να λαμβάνεται υπόψη.
  • Αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία
    Σοβαρά περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων θανάτων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν κεφαλοσπορίνες (συμπεριλαμβανομένου του Ceftriaxone)
    Εάν ο ασθενής αναπτύξει αναιμία, η διάγνωση αναιμίας σχετιζόμενης με κεφαλοσπορίνες πρέπει να εξετάζεται και να διακόπτεται η χρήση της κεφτριαξόνης μέχρι να προσδιοριστεί η αιτιολογία.
  • Διάρροια σχετιζόμενη με Clostridium difficile (CDAD)
    Μπορεί να κυμαίνεται από ήπια διάρροια έως θανατηφόρα κολίτιδα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που εκδηλώνουν διάρροια μετά από χρήση αντιβιοτικών
    Πρέπει να εξετάζεται η CDAD. Εάν επιβεβαιωθεί, διακόψτε την αντιβιοτική αγωγή που δεν στοχεύει το C. difficile, εφαρμόστε κατάλληλη διαχείριση υγρών/ηλεκτρολυτών, συμπλήρωμα πρωτεϊνών, αντιβιοτική αγωγή ενάντια στον C. difficile και χειρουργική εκτίμηση.
  • Αναμολύνσεις
    Μπορεί να συμβούν αναμολύνσεις με ανθεκτικούς μικροοργανισμούς.
  • Ιζήματα αλάτων ασβεστίου στη χοληδόχο κύστη
    Σπάνια συμπτωματικά
    Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, συνιστάται συντηρητική μη-χειρουργική αντιμετώπιση. Η διακοπή της θεραπείας αφήνεται στην κρίση του κλινικού ιατρού. Εξαφανίζονται μετά το τέλος ή τη διακοπή της θεραπείας.
  • Καθιζήσεις κεφτριαξόνης-ασβεστίου
    Περιπτώσεις θανάτων
    ΠληθυσμόςΝεογέννητα ηλικίας μικρότερης του 1 μηνός
    Δεν πρέπει να αναμιγνύεται ή να χορηγείται ταυτόχρονα με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, ακόμη και από διαφορετικούς ενδοφλέβιους καθετήρες.
  • Καθιζήσεις κεφτριαξόνης-ασβεστίου
    ΠληθυσμόςΌλες οι ηλικιακές ομάδες ασθενών
    Δεν πρέπει να αναμιγνύεται ή να χορηγείται ταυτόχρονα με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, ακόμη και αν χρησιμοποιούνται διαφορετικοί ενδοφλέβιοι καθετήρες από διαφορετικά σημεία.
  • Χορήγηση κεφτριαξόνης και διαλυμάτων ασβεστίου
    ΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 28 ημερών
    Μπορούν να χορηγηθούν διαδοχικά αν χρησιμοποιηθούν καθετήρες έγχυσης τοποθετημένοι σε διαφορετικά σημεία ή αν οι καθετήρες αντικατασταθούν ή καθαρισθούν μεταξύ των εγχύσεων με φυσιολογικό ορό.
  • Χορήγηση κεφτριαξόνης με Ολική Παρεντερική Διατροφή (TPN) που περιέχει ασβέστιο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που απαιτείται συνεχής TPN με ασβέστιο
    Εξετάστε τη χρήση εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας. Εάν η κεφτριαξόνη είναι απαραίτητη, τα διαλύματα TPN και η κεφτριαξόνη μπορούν να χορηγούνται ταυτόχρονα από διαφορετικούς καθετήρες ή η TPN να διακόπτεται κατά τη χορήγηση της κεφτριαξόνης (με καθαρισμό καθετήρων).
  • Παγκρεατίτιδα
    Σπάνια περιστατικά αναφέρθηκαν, πιθανόν λόγω απόφραξης των χοληφόρων. Οι περισσότεροι ασθενείς είχαν παράγοντες κινδύνου.
  • Δοσολογία
    ΠληθυσμόςΣε σοβαρή νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια
    Η δοσολογία πρέπει να μειώνεται.
  • Εκτοπισμός χολερυθρίνης από λευκωματίνη ορού
    ΠληθυσμόςΝεογνά (ιδιαίτερα πρόωρα)
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται λόγω υψηλού κινδύνου ανάπτυξης χολερυθρινικής εγκεφαλοπάθειας.
  • Χρήση λιδοκαϊνης ως διαλύτη
    Τα διαλύματα κεφτριαξόνης πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για ενδομυϊκή ένεση.
swap_horiz
SPC-FARCEF

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη)
    παρακολούθηση
    Δεν παρατηρήθηκε βλάβη της νεφρικής λειτουργίας μετά από ταυτόχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων Ceftriaxone.
  • Αμινογλυκοσίδες
    παρακολούθηση
    Δεν υπάρχει απόδειξη ότι το Ceftriaxone αυξάνει τη νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών.
  • Οινόπνευμα
    προσοχή
    Δεν παρατηρήθηκε ενέργεια παρόμοια με εκείνη της δισουλφιράμης.
  • Προβενεσίδη
    προσοχή
    Δεν επηρεάζει την αποβολή του Ceftriaxone.
  • Χλωραμφενικόλη
    προσοχή
    Ανταγωνιστικές δράσεις παρατηρήθηκαν in vitro.
  • Διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο (π.χ. διάλυμα Ringer’s ή διάλυμα Hartmann’s)
    αντένδειξη
    Μπορεί να σχηματιστεί ίζημα κεφτριαξόνης-ασβεστίου. Αυξημένος κίνδυνος καθίζησης σε νεογνά.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για ανασύσταση ή αραίωση. Δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο. Σε ασθενείς (εκτός των νεογνών) μπορούν να χορηγούνται διαδοχικά, εφόσον οι γραμμές έγχυσης ξεπλένονται εντελώς μεταξύ των εγχύσεων με συμβατό διαλύτη.
  • αντένδειξη
    Ασύμβατη με κεφτριαξόνη.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια συσκευή.
  • αντένδειξη
    Ασύμβατη με κεφτριαξόνη.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια συσκευή.
  • αντένδειξη
    Ασύμβατη με κεφτριαξόνη.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια συσκευή.
  • Αμινογλυκοσίδες
    αντένδειξη
    Ασύμβατη με κεφτριαξόνη.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια συσκευή.
  • Από του στόματος ορμονικά αντισυλληπτικά
    προσοχή
    Μπορεί να έχει ανεπιθύμητη επίδραση στην αποτελεσματικότητα.
    ΣύστασηΕνδείκνυται η χρήση συμπληρωματικών (μη ορμονικών) αντισυλληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια της θεραπείας και κατά τον επόμενο μήνα μετά το τέλος της θεραπείας.
sick
SPC-FARCEF

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Γαστρεντερικές διαταραχές
  • Πολτώδεις κενώσεις
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Στοματίτιδα
  • Γλωσσίτιδα
  • Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα
  • Παγκρεατίτιδα
Αίμα
  • Ηωσινοφιλία
  • Λευκοπενία
  • Κοκκιοκυτταροπενία
  • Αιμολυτική αναιμία
  • Θρομβοκυτταροπενία
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
  • Διαταραχές πήξης
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Αλλεργική δερματίτιδα
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
Δερματικές αντιδράσεις
  • Κνησμός κνίδωση
  • Σύνδρομο Lyell/Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Γενικές
  • Οίδημα
  • Πυρετός
  • Ρίγη
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ίλιγγος
Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
  • Αυξημένες τιμές των ηπατικών ενζύμων
  • Συμπτωματική καθίζηση αλάτων ασβεστίου της κεφτριαξόνης στη χοληδόχο κύστη
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Ολιγουρία
Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος
  • Αύξηση της κρεατινίνης του ορού
  • Καθίζηση του φαρμάκου στα νεφρικά σωληνάρια
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Μυκητίαση της γεννητικής οδού
  • Επιλοίμωξη (από Candida, μύκητες ή ανθεκτικούς μικροοργανισμούς)
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Φλεβικές αντιδράσεις
  • Πόνος στην ενδομυϊκή ένεση (χωρίς λιδοκαϊνη)
Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
  • Αναφυλακτικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (π.χ. βρογχόσπασμο)
Διάφορα
  • Καθιζήσεις άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου στους πνεύμονες και στα νεφρά post mortem (σε νεογνά)
  • Ψευδώς θετική δοκιμασία Coombs
  • Ψευδώς θετικά αποτελέσματα στις δοκιμασίες για γαλακτοζαιμία
  • Ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε μη ενζυματικές μεθόδους προσδιορισμού της γλυκόζης στα ούρα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αιμολυτική αναιμία
    Αίμα
    Συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Γλωσσίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ηωσινοφιλία
    Αίμα
    Συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Κνησμός κνίδωση
    Δερματικές αντιδράσεις
    Συχνές
  • Κοκκιοκυτταροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πολτώδεις κενώσεις
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Αναφυλακτικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις (π.χ. βρογχόσπασμο)
    Διαταραχές ανοσοποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αυξημένες τιμές των ηπατικών ενζύμων
    Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Αύξηση της κρεατινίνης του ορού
    Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Καθιζήσεις άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου στους πνεύμονες και στα νεφρά post mortem (σε νεογνά)
    Διάφορα
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Μυκητίαση της γεννητικής οδού
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Σπάνιες
  • Ολιγουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Σπάνιες
  • Πυρετός
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Ρίγη
    Γενικές
    Σπάνιες
  • Συμπτωματική καθίζηση αλάτων ασβεστίου της κεφτριαξόνης στη χοληδόχο κύστη
    Διαταραχές ήπατος και χοληφόρων
    Σπάνιες
  • Φλεβικές αντιδράσεις (μετά από ενδοφλέβια χορήγηση)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Σπάνιες
  • Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα (από Clostridium difficile)
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ψευδώς θετική δοκιμασία Coombs
    Διάφορα
    Σπάνιες
  • Διαταραχές πήξης
    Αίμα
    Πολύ σπάνιες
  • Καθίζηση του φαρμάκου στα νεφρικά σωληνάρια
    Διαταραχές νεφρών και ουροποιητικού συστήματος
    Πολύ σπάνιες
  • Ακοκκιοκυτταραιμία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Επιλοίμωξη (από Candida, μύκητες ή ανθεκτικούς μικροοργανισμούς)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Μη γνωστές
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Πολύμορφο ερύθημα
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Πόνος στην ενδομυϊκή ένεση (χωρίς λιδοκαϊνη)
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Lyell/Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δερματικές αντιδράσεις
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
    Δέρμα
    Μη γνωστές
  • Ψευδώς θετικά αποτελέσματα σε μη ενζυματικές μεθόδους προσδιορισμού της γλυκόζης στα ούρα
    Διάφορα
    Μη γνωστές
  • Ψευδώς θετικά αποτελέσματα στις δοκιμασίες για γαλακτοζαιμία
    Διάφορα
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-FARCEF

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο expand_more
  • Κύηση
    Η ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί.
    Η κεφτριαξόνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Έχουν διεξαχθεί μελέτες τοξικότητας της αναπαραγωγής σε πειραματόζωα, οι οποίες δεν έδειξαν σημεία εμβρυοτοξικότητας, τερατογένεσης ή ανεπιθύμητων ενεργειών όσον αφορά στη γονιμότητα και των δύο φύλων, τη γέννηση ή την περι- και μεταγεννητική ανάπτυξη. Στους πιθήκους δεν έχει παρατηρηθεί εμβρυοτοξικότητα ή τερατογένεση.
  • Γαλουχία
    Συνιστάται να δίδεται προσοχή
    Το Ceftriaxone απεκκρίνεται σε μικρές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η κεφτριαξόνη δρα αναστέλλοντας τη σύνθεση μυκοπεπτιδίου στο κυτταρικό τοίχωμα των βακτηρίων. Η βήτα-λακταμική ομάδα της κεφτριαξόνης συνδέεται με καρβοξιπεπτιδάσες, ενδοπεπτιδάσες και τρανσπεπτιδάσες στην κυτταρική μεμβράνη των…
monitor_heart
SPC-FARCEF

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η βακτηριοκτόνος ενέργεια της κεφτριαξόνης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του τοιχώματος των κυττάρων. Η κεφτριαξόνη ενεργεί in vitro εναντίον ενός ευρέος φάσματος κατά Gram-αρνητικών και Gram-θετικών μικροοργανισμών. Η κεφτριαξόνη είναι πολύ…
biotech
SPC-FARCEF

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η φαρμακοκινητική της κεφτριαξόνης είναι μη-γραμμική και όλες οι βασικές φαρμακοκινητικές παράμετροι, εκτός από το χρόνο ημιζωής, είναι δοσοεξαρτώμενες εάν βασίζονται σε ολικές συγκεντρώσεις φαρμάκου. ### Απορρόφηση Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της κεφτριαξόνης είναι αμελητέος. Η κεφτριαξόνη απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης (60%) και μέσω της χολής (40%) (A633). Οδός Απέκκρισης: Το 33% έως 67% μιας δόσης κεφτριαξόνης απεκκρίθηκε στα ούρα…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γενική αίματος (CBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Σε τακτά χρονικά διαστήματα Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-FARCEF
expand_more

Συνήθης δοσολογία

Ενήλικοι και παιδιά άνω των 12 ετών Η συνήθης δοσολογία είναι 1-2 g Ceftriaxone χορηγούμενα μια φορά την ημέρα (κάθε 24 ώρες). Σε σοβαρές περιπτώσεις, ή σε λοιμώξεις που προκαλούνται από μικροοργανισμούς μέτριας ευαισθησίας, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί στα 4 g ημερησίως διηρημένα σε δύο δόσεις.

Διάρκεια θεραπείας Η διάρκεια της θεραπείας ποικίλλει ανάλογα με την εξέλιξη της νόσου. Όπως συμβαίνει με την αντιμικροβιακή θεραπεία γενικά, η χορήγηση Ceftriaxone πρέπει να συνεχίζεται για τουλάχιστον 48-72 ώρες μετά την πτώση του πυρετού στον ασθενή ή μετά από αποδεδειγμένη αρνητικοποίηση των καλλιεργειών.

Συνδυασμένη θεραπεία Η συνεργική δράση μεταξύ Ceftriaxone και αμινογλυκοσιδών έχει επιδειχθεί με πολλά Gram αρνητικά μικρόβια κάτω από πειραματικές συνθήκες. Αν και δεν είναι πάντοτε δυνατόν να προβλεφθεί η συνεργική δράση τέτοιων συνδυασμών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σοβαρές μικροβιακές λοιμώξεις, όπου απειλείται η ζωή. Εξαιτίας της φυσικής ασυμβατότητας, τα δύο φάρμακα πρέπει να χορηγούνται χωριστά στις συνιστώμενες δόσεις.

Μέθοδος χορήγησης

Κατά γενικό κανόνα τα διαλύματα πρέπει να χρησιμοποιούνται αμέσως μετά την παρασκευή τους. Τα ανασυσταμένα διαλύματα διατηρούν τη φυσική και χημική τους σταθερότητα για 6 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου (ή 24 ώρες σε ψυγείο στους 2-8 °C). Το χρώμα τους κυμαίνεται από ανοικτό ως σκούρο κίτρινο, που εξαρτάται από τη συγκέντρωση και το χρόνο φύλαξης. Αυτό το χαρακτηριστικό της δραστικής ουσίας είναι άνευ σημασίας όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα ή την ανοχή του φαρμάκου.

Ενδομυϊκή ένεση: για ενδομυϊκή ένεση, 1 g Ceftriaxone διαλύεται σε 3,5 ml διαλύματος υδροχλωρικής λιδοκαϊνης 1% και ενίεται βαθιά στο σώμα ενός σχετικά μεγάλου μυός. Συνιστάται να μην ενίεται ποσότητα μεγαλύτερη του 1g στο ίδιο σημείο. Το διάλυμα που περιέχει λιδοκαϊνη δεν πρέπει ποτέ να χορηγείται ενδοφλέβια.

Ενδοφλέβια ένεση: για την ενδοφλέβια ένεση διαλύουμε 1 g Ceftriaxone σε 10 ml στείρου ύδατος για ενέσιμα. Η ενδοφλέβια χορήγηση πρέπει να γίνεται σε διάστημα 2 - 4 λεπτών.

Ενδοφλέβια έγχυση: η έγχυση πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον 30 λεπτά. Για την ενδοφλέβια έγχυση διαλύουμε 2 g Ceftriaxone σε 40 ml από ένα από τα ακόλουθα, άνευ ασβεστίου, διαλύματα για έγχυση: χλωριούχο νάτριο 0,9%, διάλυμα χλωριούχου νατρίου 0,45% + γλυκόζης 2,5%, γλυκόζη 5%, γλυκόζη 10%, δεξτράνη 6% σε γλυκόζη 5%, εγχύσεις υδροξυαιθυλικού αμύλου 6-10%, στείρου ύδατος για ενέσιμα. Τα διαλύματα του Ceftriaxone δεν πρέπει να αναμιγνύονται με διαλύματα που περιέχουν άλλα αντιμικροβιακά φάρμακα ή με άλλους διαλύτες εκτός από αυτούς που προαναφέρθηκαν, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να υπάρχει ασυμβατότητα.

Διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο Διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο (π.χ. διαλύματα Hartman ή διάλυμα Ringer’s) δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ανασύσταση της κεφτριαξόνης ή για την περαιτέρω αραίωση φιαλιδίου το οποίο έχει ανασυσταθεί για ενδοφλέβια χορήγηση λόγω του ότι είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ίζημα. Η καθίζηση κεφτριαξόνης-ασβεστίου μπορεί επίσης να συμβεί όταν η κεφτριαξόνη αναμιχθεί με διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο στον ίδιο ενδοφλέβιο καθετήρα. Επομένως, η κεφτριαξόνη και διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο δεν πρέπει να αναμιγνύονται ή να χορηγούνται ταυτόχρονα (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ασυμβατότητες).

Ιδιαίτερες δοσολογικές οδηγίες

Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με ηπατική βλάβη, δεν είναι ανάγκη να μειωθεί η δοσολογία με την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει ηπατική δυσλειτουργία.

Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, δεν είναι ανάγκη να μειωθεί η δοσολογία του Ceftriaxone εφόσον δεν υπάρχει ηπατική δυσλειτουργία. Μόνο σε περιπτώσεις βαριάς νεφρικής ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατίνης < 10 ml ανά λεπτό) η δοσολογία του Ceftriaxone δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2 g την ημέρα. Σε περιπτώσεις ασθενών με σοβαρή συνυπάρχουσα νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία, οι συγκεντρώσεις της κεφτριαξόνης στο πλάσμα πρέπει να προσδιορίζονται σε τακτά διαστήματα και εάν είναι απαραίτητο η δόση πρέπει να προσαρμόζεται. Σε ασθενείς που κάνουν αιμοδιύλιση δε χρειάζεται συμπληρωματική δόση μετά το τέλος της. Όμως οι συγκεντρώσεις στον ορό πρέπει να ελέγχονται για να καθορίζεται εάν είναι απαραίτητες οι ρυθμίσεις της δοσολογίας, επειδή ο βαθμός απέκκρισης σ’ αυτούς τους ασθενείς μπορεί να είναι μειωμένος.

Ηλικιωμένοι Οι δόσεις που συνιστώνται για τους ενήλικες δεν χρειάζονται τροποποίηση σε γηριατρικούς ασθενείς.

Παιδιά

Νεογνά, βρέφη και παιδιά μέχρι 12 ετών Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα συνιστώνται για χορήγηση μια φορά την ημέρα:

  • Νεογνά (μέχρι 14 ημερών): ημερήσια δόση 20-50 mg/kg. Η ημερήσια δόση να μην υπερβαίνει τα 50 mg/kg. Δεν είναι απαραίτητο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ προώρων και βρεφών με πλήρη χρόνο κύησης. Το Ceftriaxone αντενδείκνυται σε νεογνά (≤ 28 ημερών) εάν απαιτείται θεραπεία (ή αναμένεται να απαιτείται) με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, συμπεριλαμβανομένων συνεχών εγχύσεων που περιέχουν ασβέστιο, όπως η παρεντερική διατροφή εξαιτίας του κινδύνου καθίζησης της κεφτριαξόνης-ασβεστίου (βλ. Αντενδείξεις).
  • Νεογνά, βρέφη και παιδιά (15 ημερών μέχρι 12 ετών): ημερήσια δόση 20-80 mg/kg. Για παιδιά με βάρος 50 ή περισσοτέρων κιλών πρέπει να χρησιμοποιείται το σύνηθες δοσολογικό σχήμα του ενηλίκου. Ενδοφλέβιες δόσεις ≥ 50 mg/kg σωματικού βάρους πρέπει να χορηγούνται με έγχυση σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον 30 λεπτών.

Μηνιγγίτιδα Σε περιπτώσεις βακτηριακής μηνιγγίτιδας σε βρέφη και παιδιά, η θεραπεία αρχίζει με δόσεις των 100 mg/kg (μέχρι το μέγιστο των 4 g). Στην συνέχεια χορηγείται συνολική ημερήσια δόση 100 mg/kg (μέχρι το μέγιστο των 4 g ημερησίως διηρημένο σε 2 δόσεις). Από τη στιγμή που θα αναγνωριστούν οι υπεύθυνοι μικροοργανισμοί και η ευαισθησία τους, η δοσολογία μπορεί να μειωθεί αναλόγως. Η ελάχιστη διάρκεια της θεραπείας που έδειξε να είναι αποτελεσματική είναι:

  • Neisseria meningitidιs: 4 μέρες
  • Haemophilus influenzae: 6 μέρες
  • Streptococcus pneumoniae: 7 μέρες Εντούτοις η συνήθης διάρκεια θεραπείας είναι 7-14 ημέρες ανάλογα με το παθογόνο αίτιο.

Lyme Borreliosis 50 mg/kg μέχρι το ανώτερο 2 g σε παιδιά και ενήλικες, χορηγούμενο μια φορά την ημέρα για 14 ημέρες.

Γονόρροια (στελέχη που παράγουν και στελέχη που δεν παράγουν πενικιλλινάση) Μια απλή ενδομυϊκή δόση 250 mg.

Προεγχειρητική προφύλαξη Μια μοναδική δόση των 1-2 g, ανάλογα με τον κίνδυνο λοίμωξης, χορηγούμενη 30-90 λεπτά πριν την επέμβαση. Σε ορθοκολικές χειρουργικές επεμβάσεις, η ταυτόχρονη χορήγηση του Ceftriaxone με ή χωρίς 5-nitroimidazole, π.χ. ornidazole, έχει αποδειχθεί αποτελεσματική.

block

Αντενδείξεις

SPC-FARCEF
expand_more
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην κατηγορία των κεφαλοσπορινών. Ασθενείς που εμφανίζουν υπερευαισθησία στην πενικιλίνη μπορεί επίσης να είναι αλλεργικοί στο Ceftriaxone.
  • Γνωστή υπερευαισθησία στην κατηγορία των αντιβιοτικών β-λακτάμης.
  • Νεογνά με υπερχολερυθριναιμία και πρόωρα νεογνά.
  • Πρόωρα νεογέννητα προσαρμοσμένης ηλικίας μέχρι 41 εβδομάδων (εβδομάδες κύησης + εβδομάδες μετά τη γέννηση).
  • Πλήρους κύησης νεογέννητα (ηλικίας μέχρι 28 ημερών) με:
    • Ίκτερο, ή με υποαλβουμιναιμία ή οξέωση λόγω του ότι οι παθήσεις αυτές επηρεάζουν δυσμενώς την ικανότητα σύνδεσης της χολερυθρίνης.
    • Εάν απαιτείται (ή αναμένεται να χρειασθεί) θεραπεία με ασβέστιο ή εγχύσεις που περιέχουν ασβέστιο λόγω του κινδύνου καθίζησης κεφτριαξόνης-ασβεστίου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και 6.2).
  • Αντενδείξεις στη λιδοκαϊνη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν την ενδομυϊκή ένεση της κεφτριαξόνης, όταν η λιδοκαϊνη χρησιμοποιείται ως διαλύτης.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-FARCEF
expand_more

Όπως και με άλλες κεφαλοσπορίνες, αναφέρθηκαν επίσης αναφυλακτικές αντιδράσεις με αποτέλεσμα θάνατο, ακόμη και αν ένας ασθενής δεν είναι γνωστό εάν είναι αλλεργικός ή έχει εκτεθεί στο παρελθόν.

Κάθε γραμμάριο Ceftriaxone περιέχει 3,6 mmol νατρίου. Να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς σε δίαιτα με ελεγχόμενη ποσότητα νατρίου.

Έχει παρατηρηθεί αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία σε ασθενείς που λαμβάνουν κεφαλοσπορίνες συμπεριλαμβανομένου του Ceftriaxone. Έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά αιμολυτικής αναιμίας, συμπεριλαμβανομένων θανάτων κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ενήλικες και σε παιδιά. Εάν ο ασθενής αναπτύξει αναιμία ενώ λαμβάνει κεφτριαξόνη, η διάγνωση αναιμίας σχετιζόμενης με κεφαλοσπορίνες, πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο και να διακόπτεται η χρήση της κεφτριαξόνης μέχρι να προσδιοριστεί η αιτιολογία.

Η διάρροια που σχετίζεται με το Clostridium difficile (CDAD) έχει αναφερθεί με τη χρήση όλων των αντιβακτηριακών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του Ceftriaxone και μπορεί να κυμαίνεται σε σοβαρότητα από ήπια διάρροια έως θανατηφόρα κολίτιδα. Η CDAD θα πρέπει να εξετάζεται σε όλους τους ασθενείς που εκδηλώνουν διάρροια, μετά από χρήση αντιβιοτικών. Εάν υπάρχει πιθανή ή επιβεβαιωμένη CDAD, η συνεχιζόμενη χρήση αντιβιοτικής αγωγής που δε στοχεύει εναντίον του C. difficile, πιθανόν να πρέπει να διακοπεί. Πρέπει να γίνει κατάλληλη διαχείριση υγρών και ηλεκτρολυτών, συμπλήρωμα πρωτεϊνών, αντιβιοτική αγωγή ενάντια στον C. difficile και χειρουργική εκτίμηση.

Όπως και με άλλους αντιμικροβιακούς παράγοντες, μπορεί να συμβούν αναμολύνσεις με ανθεκτικούς μικροοργανισμούς.

Έχουν παρατηρηθεί σε υπερηχογραφήματα της χοληδόχου κύστης σκιές που έχουν ερμηνευθεί εσφαλμένα ως χολόλιθοι. Αυτές οι σκιές όμως είναι ιζήματα αλάτων ασβεστίου της κεφτριαξόνης που εξαφανίζονται μετά το τέλος ή τη διακοπή της θεραπείας με Ceftriaxone. Σπάνια έχουν συσχετισθεί αυτά τα ευρήματα με συμπτώματα. Εάν σε κάποια περιστατικά εμφανιστούν συμπτώματα, συνιστάται συντηρητική μη-χειρουργική αντιμετώπιση. Η διακοπή της θεραπείας με Ceftriaxone στις περιπτώσεις αυτές αφήνεται στην κρίση του κλινικού ιατρού.

Αλληλεπίδραση με προϊόντα που περιέχουν ασβέστιο

Έχουν περιγραφεί περιστατικά θανάτων λόγω παρουσίας ιζημάτων κεφτριαξόνης-ασβεστίου στους πνεύμονες και τους νεφρούς νεογέννητων ηλικίας μικρότερης του 1 μηνός. Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες ασθενών, η κεφτριαξόνη δεν πρέπει να αναμιγνύεται ή να χορηγείται ταυτόχρονα με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, ακόμα και αν χρησιμοποιούνται διαφορετικοί ενδοφλέβιοι καθετήρες από διαφορετικά σημεία.

Ωστόσο, σε ασθενείς ηλικίας μεγαλύτερης των 28 ημερών, η κεφτριαξόνη και διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο είναι δυνατό να χορηγηθούν το ένα μετά το άλλο αν χρησιμοποιηθούν καθετήρες έγχυσης τοποθετημένοι σε διαφορετικά σημεία ή οι καθετήρες αντικατασταθούν ή καθαρισθούν μεταξύ των εγχύσεων με φυσιολογικό ορό, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ιζήματος. Σε ασθενείς που απαιτείται η συνεχής χορήγηση διαλυμάτων ολικής παρεντερικής διατροφής (TPN) που περιέχουν ασβέστιο, οι λειτουργοί υγείας δυνατόν να λάβουν υπόψη τη χρήση εναλλακτικής αντιβακτηριακής θεραπείας με σχήματα για τα οποία δεν υπάρχει παρόμοιος κίνδυνος καθίζησης. Σε περίπτωση που η χρήση κεφτριαξόνης είναι απαραίτητη σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται συνεχής ολική παρεντερική διατροφή (TPN), τα διαλύματα TPN και η κεφτριαξόνη δυνατό να χορηγούνται ταυτόχρονα αλλά από διαφορετικούς καθετήρες τοποθετημένους σε διαφορετικά σημεία. Εναλλακτικά, η χορήγηση TPN μπορεί να διακόπτεται κατά τη διάρκεια της χορήγησης της κεφτριαξόνης λαμβάνοντας υπόψη τη συμβουλή για καθαρισμό των καθετήρων μεταξύ των χορηγήσεων (βλ. Αντενδείξεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοκινητικές και 6.2).

Έχουν αναφερθεί σπάνια περιστατικά παγκρεατίτιδας σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με Ceftriaxone, πιθανόν λόγω απόφραξης των χοληφόρων. Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσίασαν παράγοντες κινδύνου για στάση και ίζημα χοληφόρων.

Σε σοβαρή νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, η δοσολογία πρέπει να μειώνεται σύμφωνα με τις χορηγούμενες συστάσεις.

Μελέτες έχουν αποδείξει ότι η κεφτριαξόνη, όπως και μερικές άλλες κεφαλοσπορίνες, μπορεί να εκτοπίσει τη χολερυθρίνη από τη λευκωματίνη του ορού. Το Ceftriaxone δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στα νεογνά, ιδιαίτερα τα πρόωρα, που έχουν υψηλό κίνδυνο να αναπτύξουν χολερυθρινική εγκεφαλοπάθεια (βλ. Αντενδείξεις).

Κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας, εξετάσεις γενικής αίματος πρέπει να γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται λιδοκαϊνη ως διαλύτης, τα διαλύματα κεφτριαξόνης πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για ενδομυϊκή ένεση.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-FARCEF
expand_more

Δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι τώρα βλάβη της νεφρικής λειτουργίας μετά από ταυτόχρονη χορήγηση υψηλών δόσεων Ceftriaxone και πολύ ισχυρών διουρητικών (π.χ. φουροσεμίδη). Δεν υπάρχει απόδειξη ότι το Ceftriaxone αυξάνει τη νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών. Δεν έχει παρατηρηθεί ενέργεια παρόμοια με εκείνη της δισουλφιράμης, με την κατανάλωση οινοπνεύματος αμέσως μετά τη χορήγηση του Ceftriaxone. Το Ceftriaxone δεν περιέχει Ν-μεθυλο-θειοτετραζόλη που σχετίζεται με πιθανή δυσανεξία με την αιθυλική αλκοόλη και τα αιμορραγικά προβλήματα ορισμένων άλλων κεφαλοσπορινών. Η προβενεσίδη δεν επηρεάζει την αποβολή του Ceftriaxone. Σε μια μελέτη in vitro παρατηρήθηκαν ανταγωνιστικές δράσεις με το συνδυασμό χλωραμφενικόλης και κεφτριαξόνης.

Να μην χρησιμοποιούνται διαλύτες που περιέχουν ασβέστιο, όπως διάλυμα Ringer’s ή διάλυμα Hartmann’s, για την ανασύσταση φιαλιδίων Ceftriaxone ή για να αραιώνεται περαιτέρω ένα ανασυσταμένο φιαλίδιο για ενδοφλέβια χορήγηση, διότι μπορεί να σχηματιστεί ίζημα. Το ίζημα κεφτριαξόνης-ασβεστίου μπορεί επίσης να εκδηλωθεί όταν το Ceftriaxone αναμιχθεί με διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο στην ίδια ενδοφλέβια γραμμή χορήγησης. Το Ceftriaxone δεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα με ενδοφλέβια διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο, συμπεριλαμβανομένων συνεχών εγχύσεων που περιέχουν ασβέστιο, όπως η παρεντερική διατροφή μέσω καθετήρα τριπλού αυλού (Y-site). Εντούτοις, σε ασθενείς (εκτός των νεογνών), το Ceftriaxone και τα διαλύματα που περιέχουν ασβέστιο μπορούν να χορηγούνται διαδοχικά, το ένα μετά το άλλο, εφόσον οι γραμμές έγχυσης ξεπλένονται εντελώς μεταξύ των εγχύσεων με συμβατό διαλύτη. Μελέτες in vitro που χρησιμοποιούν πλάσμα ενηλίκων και νεογνών από αίμα ομφάλιου λώρου έδειξαν ότι τα νεογνά έχουν αυξημένο κίνδυνο καθίζησης του συμπλόκου κεφτριαξόνης-ασβεστίου.

Βασιζόμενοι σε βιβλιογραφικές αναφορές, η κεφτριαξόνη είναι ασύμβατη με αμσακρίνη, βανκομυκίνη, φλουκοναζόλη και με τις αμινογλυκοσίδες και γι’ αυτό δεν πρέπει να χορηγείται στην ίδια συσκευή με αυτά.

Η κεφτριαξόνη μπορεί να έχει ανεπιθύμητη επίδραση στην αποτελεσματικότητα των από στόματος ορμονικών αντισυλληπτικών. Συνεπώς, ενδείκνυται η χρήση συμπληρωματικών (μη ορμονικών) αντισυλληπτικών μέτρων κατά τη διάρκεια της θεραπείας και κατά τον επόμενο μήνα μετά το τέλος της θεραπείας.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-FARCEF
expand_more

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες συνήθως είναι ήπιες και βραχείας διάρκειας. Κατά τη χορήγηση του Ceftriaxone παρατηρήθηκαν οι παρακάτω ανεπιθύμητες ενέργειες, που ήταν αναστρέψιμες είτε αυτόματα είτε μετά τη διακοπή της χορήγησης του φαρμάκου:

  • Γαστρεντερικές διαταραχές (περίπου 2% των περιστατικών): πολτώδεις κενώσεις ή διάρροια, ναυτία, έμετοι, στοματίτιδα και γλωσσίτιδα.
  • Αιματολογικές αλλοιώσεις (περίπου 2%): ηωσινοφιλία, λευκοπενία, κοκκιοκυτταροπενία, αιμολυτική αναιμία, θρομβοκυτταροπενία. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις μη γνωστών συχνότητας ακοκκιοκυτταραιμίας (< 500/mm3) οι περισσότερες εκ των οποίων παρουσιάσθηκαν μετά από 10 μέρες θεραπεία με χορήγηση συνολικών δόσεων 20 g ή μεγαλύτερων.
  • Δερματικές αντιδράσεις (περίπου 1%): εξάνθημα, αλλεργική δερματίτιδα, κνησμός κνίδωση, οίδημα. Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις μη γνωστών συχνότητας σοβαρών δερματικών ανεπιθύμητων ενεργειών (πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson ή σύνδρομο Lyell/τοξική επιδερμική νεκρόλυση).
  • Άλλες σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες: κεφαλαλγία και ίλιγγος, αυξημένες τιμές των ηπατικών ενζύμων, συμπτωματική καθίζηση αλάτων ασβεστίου της κεφτριαξόνης στη χοληδόχο κύστη, ολιγουρία, αύξηση της κρεατινίνης του ορού, μυκητίαση της γεννητικής οδού, πυρετός, ρίγη και αναφυλακτικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, π.χ. βρογχόσπασμο.

Σπάνια, σοβαρές και σε μερικές περιπτώσεις θανατηφόρες ανεπιθύμητες αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε πρόωρα και φυσιολογικής κύησης νεογέννητα (ηλικίας μικρότερης των 28 ημερών) στα οποία χορηγήθηκε ενδοφλέβια κεφτριαξόνη και ασβέστιο. Καθιζήσεις άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου έχουν παρατηρηθεί στους πνεύμονες και στα νεφρά post mortem. Ο υψηλός κίνδυνος καθίζησης σε νεογέννητα οφείλεται στο μικρό όγκο αίματος και τον μεγαλύτερο χρόνο ημιζωής της κεφτριαξόνης σε σύγκριση με τους ενήλικες (βλ. Αντενδείξεις, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).

Μπορεί να εμφανιστεί επιλοίμωξη που προκαλείται από μικροοργανισμούς μη ευαίσθητους στην κεφτριαξόνη (Candida, άλλους μύκητες, ή άλλους ανθεκτικούς μικροοργανισμούς). Η ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα είναι μια σπάνια ανεπιθύμητη ενέργεια που προκαλείται από το Clostridium difficile κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Ceftriaxone. Επομένως, η πιθανότητα ανάπτυξης της νόσου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατόπιν χορήγησης αντιβακτηριακού παράγοντα.

Υπήρξαν μεμονωμένες αναφορές παγκρεατίτιδας.

Ψευδομεμβρανώδης εντεροκολίτιδα και διαταραχές της πήξης, έχουν αναφερθεί ως πολύ σπάνιες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Πολύ σπάνια έχει αναφερθεί καθίζηση του φαρμάκου στα νεφρικά σωληνάρια κυρίως σε παιδιά άνω των τριών ετών στα οποία είχαν χορηγηθεί είτε υψηλές ημερήσιες δόσεις (π.χ. ≥ 80 mg/kg/ημέρα) ή συνολικές δόσεις που υπερέβαιναν τα 10 g και παρουσίαζαν άλλους παράγοντες κινδύνου (π.χ. περιορισμοί υγρών, περιορισμό στο κρεβάτι κ.λ.π.). Το γεγονός αυτό μπορεί να είναι συμπτωματικό ή ασυμπτωματικό, μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια και είναι αναστρέψιμο μετά τη διακοπή του Ceftriaxone.

Καθίζηση άλατος κεφτριαξόνης-ασβεστίου έχει παρατηρηθεί στη χοληδόχο κύστη, κυρίως σε ασθενείς που έλαβαν αγωγή με δόσεις υψηλότερες από τη συνιστώμενη. Σε παιδιά, προοπτικές μελέτες έδειξαν μεταβλητή επίπτωση καθίζησης με ενδοφλέβια χορήγηση σε ορισμένες μελέτες μεγαλύτερη από 30%. Η επίπτωση φαίνεται να είναι χαμηλότερη με αργή έγχυση (20-30 λεπτά). Αυτή η επίδραση είναι συνήθως ασυμπτωματική, αλλά σε σπάνιες περιπτώσεις οι καθιζήσεις συνοδεύονται από κλινικά συμπτώματα όπως πόνος, ναυτία και έμετος. Η συμπτωματική θεραπεία συνιστάται σε αυτές τις περιπτώσεις. Η καθίζηση είναι συνήθως αναστρέψιμη με τη διακοπή της κεφτριαξόνης.

Τοπικές ανεπιθύμητες ενέργειες: σε σπάνια περιστατικά, παρουσιάσθηκαν φλεβικές αντιδράσεις μετά από ενδοφλέβια χορήγηση του φαρμάκου. Αυτές μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με αργή (2-4 λεπτά) ένεση της ουσίας. Η ενδομυϊκή ένεση χωρίς διάλυμα λιδοκαϊνης είναι επώδυνη.

Μη φυσιολογικές εργαστηριακές τιμές

Επίδραση σε διαγνωστικές δοκιμασίες Σε ασθενείς στους οποίους χορηγείται Ceftriaxone, η δοκιμασία Coombs μπορεί σπάνια να γίνει ψευδώς θετική. Το Ceftriaxone, όπως και άλλα αντιβιοτικά, μπορεί να δώσει ψευδώς θετικά αποτελέσματα στις δοκιμασίες για γαλακτοζαιμία. Ομοίως, μη ενζυματικές μέθοδοι προσδιορισμού της γλυκόζης στα ούρα μπορεί να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό, ο προσδιορισμός της γλυκόζης στα ούρα κατά τη διάρκεια θεραπείας με Ceftriaxone πρέπει να γίνεται ενζυματικά.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-FARCEF
expand_more

Κύηση

Η κεφτριαξόνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα. Η ασφάλεια κατά την εγκυμοσύνη δεν έχει τεκμηριωθεί. Έχουν διεξαχθεί μελέτες τοξικότητας της αναπαραγωγής σε πειραματόζωα, οι οποίες δεν έδειξαν σημεία εμβρυοτοξικότητας, τερατογένεσης ή ανεπιθύμητων ενεργειών όσον αφορά στη γονιμότητα και των δύο φύλων, τη γέννηση ή την περι- και μεταγεννητική ανάπτυξη. Στους πιθήκους δεν έχει παρατηρηθεί εμβρυοτοξικότητα ή τερατογένεση.

Γαλουχία

Το Ceftriaxone απεκκρίνεται σε μικρές συγκεντρώσεις στο μητρικό γάλα. Συνιστάται να δίδεται προσοχή, όταν το Ceftriaxone χορηγείται στις μητέρες κατά τη γαλουχία.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-FARCEF
expand_more

Η βακτηριοκτόνος ενέργεια της κεφτριαξόνης προκύπτει από την αναστολή της σύνθεσης του τοιχώματος των κυττάρων. Η κεφτριαξόνη ενεργεί in vitro εναντίον ενός ευρέος φάσματος κατά Gram-αρνητικών και Gram-θετικών μικροοργανισμών. Η κεφτριαξόνη είναι πολύ σταθερή στις περισσότερες β-λακταμάσες, πενικιλλινάσες και κεφαλοσπορινάσες των θετικών και αρνητικών κατά Gram βακτηριδίων. Η κεφτριαξόνη είναι συνήθως ενεργή εναντίον των παρακάτω μικροβίων in vitro και σε κλινικές λοιμώξεις (βλ. Θεραπευτικές ενδείξεις).

Gram θετικά αερόβια:

  • Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη)
  • Staphylococci coagulase-negative
  • Streptococcus pyogenes (β-αιμολυτικός, ομάδα Α)
  • Streptococcus agalactiae (β-αιμολυτικός, ομάδα Β)
  • Streptococci β-αιμολυτικοί (που δεν ανήκουν στις ομάδες Α ή Β)
  • Streptococcus viridans
  • Streptococcus pneumoniae

Σημείωση: όλα τα είδη σταφυλόκοκκων που εμφανίζουν αντοχή στη μεθικιλλίνη είναι ανθεκτικά και στις κεφαλοσπορίνες συμπεριλαμβανομένης της κεφτριαξόνης. Γενικά, τα Enterococcus faecalis, Enterococcus faecium και Listeria monocytogenes είναι ανθεκτικά.

Gram αρνητικά αερόβια:

  • Acinetobacter twoffi
  • Acinetobacter anitratus (κυρίως A.baumanii)
  • Aeromonas hydrophila
  • Alcaligenes faecalis
  • Alcaligenes odorans
  • Alcaligenes (παρόμοια) βακτήρια
  • Borrelia burgdorferi
  • Capnocytophaga spp.
  • Citrobacter diversus (συμπεριλαμβανομένου του C.amalonaticus)
  • Citrobacter freundii
  • Escherichia coli
  • Enterobacter cloacae
  • Enterobacter aerogenes
  • Enterobacter spp. (άλλα)
  • Haemophilus ducreyi
  • Haemophilus influenzae
  • Haemophilus parainfluenzae
  • Hafnia alvei
  • Klebsiella oxytoca
  • Klebsiella pneumoniae
  • Moraxella catarrhalis (πρώην Branhamella catarrhalis)
  • Moraxella osloenis
  • Moraxella spp. (άλλα)
  • Morganella morganii
  • Neisseria gonorrhoeae
  • Neisseria meningitidis
  • Pasteurella multocida
  • Plesiomonas shigelloides
  • Proteus mirabilis
  • Proteus penneri
  • Proteus vulgaris
  • Pseudomonas capacia
  • Pseudomonas fluorescens
  • Pseudomonas spp. (άλλα)
  • Providentia rettgeri
  • Providentia spp. (άλλα)
  • Salmonella typhi
  • Salmonella spp. (μη τυφοειδής)
  • Serratia marcescens
  • Serratia spp. (άλλα)
  • Shigella spp.
  • Vibrio spp.
  • Yersinia enterocolitica
  • Yersinia spp. (άλλα)

Σημείωση: μερικά στελέχη αυτών των ειδών είναι ανθεκτικά στην κεφτριαξόνη, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην παραγωγή β-λακταμάσης που είναι χρωμοσωματικώς κωδικοποιημένη. Μερικά στελέχη αυτών των ειδών είναι ανθεκτικά λόγω της παραγωγής ευρέος φάσματος β-λακταμάσης που μεταβιβάζεται μέσω πλασμιδίων. Πολλά στελέχη από τους παραπάνω μικροοργανισμούς που εμφανίζουν πολλαπλή αντοχή με άλλα αντιβιοτικά π.χ. άμινο- και ουρέιδο-πενικιλίνες, παλαιότερες κεφαλοσπορίνες και αμινογλυκοσίδες, είναι ευαίσθητα στην κεφτριαξόνη. Το Treponema pallidum είναι ευαίσθητο in vitro και στα πειραματόζωα. Οι κλινικές έρευνες έχουν αποδείξει ότι η πρωτογενής και δευτερογενής σύφιλη έχει καλή ανταπόκριση στη θεραπεία με κεφτριαξόνη. Εκτός από λίγες εξαιρέσεις, τα στελέχη P.aeruginosa είναι ανθεκτικά στην κεφτριαξόνη.

Αναερόβια μικρόβια:

  • Bacteroides spp.
  • Clostridium spp. (εκτός της ομάδας του C.perfringens)
  • Fusobacterium nucleatum
  • Fusobacterium spp. (άλλα)
  • Gaffkia anaerobica (πρώην Peptococcus)
  • Peptostreptococcus spp.

Σημείωση: μερικά στελέχη αυτών των ειδών είναι ανθεκτικά στην κεφτριαξόνη λόγω της παραγωγής β-λακταμάσης. Πολλά στελέχη β-λακταμασών που παράγουν τα στελέχη Bacteroides spp. (κυρίως B. fragilis) είναι ανθεκτικά. Το Clostridium difficile είναι ανθεκτικό.

Η ευαισθησία στην κεφτριαξόνη μπορεί να προσδιορισθεί με τη δοκιμασία διάχυσης σε δίσκο ή τη δοκιμασία διάλυσης σε άγαρ ή ζωμό με τη χρησιμοποίηση τυποποιημένων τεχνικών για δοκιμασία ευαισθησίας όπως είναι αυτές που συνιστώνται από την Εθνική Επιτροπή για την Τυποποίηση του Κλινικού Εργαστηρίου (ΕΕΤΚΕ).

Η ΕΕΤΚΕ εξέδωσε τις παρακάτω επεξηγηματικές παρατηρήσεις για την κεφτριαξόνη:

Ευαίσθητο Μερικώς ευαίσθητο Ανθεκτικό
Δοκιμασία αραίωσης (ανασταλτικές πυκνότητες σε mg/l) ≤8 16 - 32 ≥64
Δοκιμασία διάχυσης (δίσκοι με 30 μg κεφτριαξόνης, διάμετρος ζώνης αναστολής σε mm) ≥21 20 - 14 ≤13

Οι μικροοργανισμοί πρέπει να ελέγχονται με δίσκους κεφτριαξόνης εφόσον έχει αποδειχθεί, με δοκιμασίες in vitro, ότι είναι ενεργοί απέναντι σε ορισμένα ανθεκτικά στελέχη προς τους δίσκους με κεφαλοσπορίνη. Όπου οι προδιαγραφές της ΕΕΤΚΕ δεν έχουν καθημερινή εφαρμογή, μπορεί να χρησιμοποιηθούν άλλες, σωστά τυποποιημένες ερμηνευτικές οδηγίες ευαισθησίας όπως είναι αυτές που έχουν εκδοθεί από την DIN, ICS και άλλες.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-FARCEF
expand_more

Η φαρμακοκινητική της κεφτριαξόνης είναι μη-γραμμική και όλες οι βασικές φαρμακοκινητικές παράμετροι, εκτός από το χρόνο ημιζωής, είναι δοσοεξαρτώμενες εάν βασίζονται σε ολικές συγκεντρώσεις φαρμάκου.

Απορρόφηση

Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από μια μοναδική ενδομυϊκή δόση 1 g είναι περίπου 81 mg/l και επιτυγχάνεται μέσα σε 2-3 ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Οι περιοχές των καμπυλών που εκφράζουν τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε συνάρτηση με το χρόνο, μετά από ενδομυϊκή χορήγηση, είναι ισοδύναμες με αυτές μετά από μια ανάλογη ενδοφλέβια δόση. Τούτο σημαίνει ότι η βιοδιαθεσιμότητα της κεφτριαξόνης μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι 100%.

Κατανομή

Ο όγκος κατανομής της κεφτριαξόνης είναι 7-12 L. Έχει αποδειχθεί ότι η κεφτριαξόνη διεισδύει εξαιρετικά στους ιστούς και τα υγρά του σώματος μετά από μια δόση 1-2 g. Συγκεντρώσεις κατά πολύ ανώτερες από τις ελάχιστες ανασταλτικές πυκνότητες των περισσοτέρων παθογόνων μικροβίων που είναι υπεύθυνα λοιμώξεων, έχουν ανιχνευθεί για περισσότερες από 24 ώρες σε πάνω από 60 ιστούς ή υγρά του σώματος συμπεριλαμβανομένων του πνεύμονος, της καρδιάς, των χοληφόρων οδών/του ήπατος, των αμυγδαλών, του μέσου ωτός και του ρινικού βλεννογόνου, των οστών και των υγρών, εγκεφαλονωτιαίο, πλευριτικό, προστατικό και αρθρικό. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση η κεφτριαξόνη διεισδύει γρήγορα στο μεσοκυττάριο υγρό, όπου διατηρούνται για 24 ώρες βακτηριοκτόνες συγκεντρώσεις ενάντια των ευαίσθητων μικροοργανισμών (βλέπε γραφική παράσταση).

Δέσμευση με πρωτεΐνες

Η κεφτριαξόνη δεσμεύεται αντιστρεπτά με τη λευκωματίνη, ενώ η δέσμευση ελαττώνεται με την αύξηση της συγκέντρωσης π.χ. από 95% δέσμευση για συγκεντρώσεις πλάσματος <100 mg/l σε 85% δέσμευση για 300 mg/l. Εξαιτίας της χαμηλότερης συγκέντρωσης σε λευκωματίνη, η αναλογία ελεύθερης κεφτριαξόνης στο μεσοκυττάριο υγρό είναι αντίστοιχα υψηλότερη από ότι στο πλάσμα του αίματος.

Διείσδυση σε συγκεκριμένους ιστούς

Η κεφτριαξόνη διεισδύει στις μήνιγγες που φλεγμαίνουν των νεογνών, βρεφών και των παιδιών: Οι συγκεντρώσεις της κεφτριαξόνης είναι >1,4 mg/l στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, 24 ώρες μετά από ενδοφλέβια ένεση του Ceftriaxone σε δόσεις 50-100 mg/kg (νεογνά και βρέφη αντίστοιχα). Η μέγιστη συγκέντρωση στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό επιτυγχάνεται περίπου 4 ώρες μετά από την ενδοφλέβια χορήγηση και δίνει μία μέση τιμή 18 mg/l. Ο μέσος όρος έκτασης της διάχυσης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε βακτηριακή μηνιγγίτιδα είναι 17% της συγκέντρωσης του πλάσματος και 4% σε ασθενείς με άσηπτη μηνιγγίτιδα. Σε ενήλικους ασθενείς με μηνιγγίτιδα, η χορήγηση 50 mg/kg οδηγεί, εντός 2-24 ωρών, σε συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κατά πολλές φορές μεγαλύτερες από τις ελάχιστες ανασταλτικές συγκεντρώσεις που απαιτούνται για τα πιο κοινά μικρόβια υπεύθυνα για μηνιγγίτιδα. Η κεφτριαξόνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και απεκκρίνεται, σε χαμηλές συγκεντρώσεις, στο μητρικό γάλα.

Μεταβολισμός

Η κεφτριαξόνη δε μεταβολίζεται συστηματικά. Μόνο η εντερική χλωρίδα τη μετατρέπει σε ανενεργούς μεταβολίτες.

Απέκκριση

Η ολική πλασματική κάθαρση είναι 10-22 ml/min. Η νεφρική κάθαρση είναι 5-12 ml/min. Το 50-60% της κεφτριαξόνης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα, ενώ 40-50% απεκκρίνεται αναλλοίωτο στη χολή. Ο χρόνος ημιαποβολής στους ενήλικες είναι περίπου 8 ώρες.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς

Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία η φαρμακοκινητική της κεφτριαξόνης ελάχιστα διαφοροποιείται και ο χρόνος ημιαποβολής ελάχιστα αυξάνεται. Εάν υπάρχει μόνο διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας, απέκκριση της κεφτριαξόνης δια των χοληφόρων οδών είναι αυξημένη. Σε περίπτωση μόνο ηπατικής διαταραχής, η νεφρική απέκκριση είναι αυξημένη.

Ηλικιωμένοι Σε ηλικιωμένα άτομα άνω των 75 ετών, ο μέσος χρόνος ημιζωής της αποβολής είναι συνήθως 2 με 3 φορές μεγαλύτερος από ότι σε νεαρούς ενήλικες.

Παιδιά Στα νεογνά, περίπου το 70% της δόσης ανιχνεύεται στα ούρα. Κατά την πρώτη εβδομάδα ζωής, το 80% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα αλλά κατά τον πρώτο μήνα αυτό μειώνεται σε επίπεδα παρόμοια με αυτά των ενηλίκων. Σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των 8 ημερών, ο μέσος χρόνος ημιζωής της αποβολής είναι συνήθως 2 με 3 φορές μεγαλύτερος από ότι σε νεαρούς ενήλικες.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

5,8-8,7 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

95%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
DrugBank
science
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5479530
Μοριακός τύπος
C18H18N8O7S3
Μοριακό βάρος
554.6
IUPAC
(6R,7R)-7-[[(2Z)-2-(2-amino-1,3-thiazol-4-yl)-2-methoxyiminoacetyl]amino]-3-[(2-methyl-5,6-dioxo-1H-1,2,4-triazin-3-yl)sulfanylmethyl]-8-oxo-5-thia-1-azabicyclo[4.2.0]oct-2-ene-2-carboxylic acid
InChIKey
VAAUVRVFOQPIGI-SPQHTLEESA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που είναι δομικά παρόμοιες με άλλες ΚΕΦΑΛΟΣΠΟΡΙΝΕΣ αλλά έχουν ευρύτερο φάσμα δραστηριότητας έναντι βακτηρίων σε σύγκριση με τις κεφαλοσπορίνες πρώτης και δεύτερης γενιάς. Αυτές οι ουσίες καλύπτουν πιο ανθεκτικά ΣΤΡΕΠΤΟΚΟΚΚΟΥΣ, ΣΤΑΦΥΛΟΚΟΚΚΟΥΣ, αναερόβιους Gram-θετικούς, και πιο ανθεκτικά στελέχη HAEMOPHILUS, NEISSERIA, PROTEUS, ESCHERICHIA COLI, και KLEBSIELLA (HNPEK).