Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L04AC08 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CANAKINUMAB

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of CANAKINUMAB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-ILARIS

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
Ανά 4 ή 8 εβδομάδες (ανάλογα με την ένδειξη)
Δόση έναρξης:
150 mg
Τιτλοποίηση:
Για ασθενείς με CAPS που λαμβάνουν δόση έναρξης 150 mg ή 2 mg/kg, εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά την έναρξη της αγωγής, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης μιας δεύτερης δόσης 150 mg ή 2 mg/kg. Εάν επιτευχθεί πλήρης ανταπόκριση, διατηρείται το δοσολογικό σχήμα των 300 mg ή 4 mg/kg ανά 8 εβδομάδες. Εάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά την αυξημένη δόση, μπορεί να εξετάζεται μια τρίτη δόση 300 mg ή 4 mg/kg. Εάν επιτευχθεί πλήρης ανταπόκριση, διατηρείται το σχήμα των 600 mg ή 8 mg/kg ανά 8 εβδομάδες. Για ασθενείς με CAPS που λαμβάνουν δόση έναρξης 4 mg/kg, εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά, μπορεί να εξετάζεται μια δεύτερη δόση 4 mg/kg. Εάν επιτευχθεί πλήρης ανταπόκριση, διατηρείται το σχήμα των 8 mg/kg ανά 8 εβδομάδες. Για ασθενείς με TRAPS, HIDS/MKD και FMF, εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας δεύτερης δόσης 150 mg ή 2 mg/kg. Εάν στη συνέχεια επιτευχθεί πλήρης ανταπόκριση, διατηρείται το δοσολογικό σχήμα των 300 mg (ή 4 mg/kg για ασθενείς ≤ 40 kg) ανά 4 εβδομάδες.
  • Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά με CAPS (≥ 4 ετών, > 40 kg)
    Δόση150 mg
    Μέγ. δόση600 mg
  • Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά με CAPS (≥ 4 ετών, ≥ 15 kg και ≤ 40 kg)
    Δόση2 mg/kg
    Μέγ. δόση8 mg/kg
  • Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά με CAPS (≥ 4 ετών, ≥ 7,5 kg και < 15 kg)
    Δόση4 mg/kg
    Μέγ. δόση8 mg/kg
  • Παιδιά με CAPS (2 έως < 4 ετών, ≥ 7,5 kg)
    Δόση4 mg/kg
    Μέγ. δόση8 mg/kg
  • Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά με TRAPS, HIDS/MKD, FMF (> 40 kg)
    Δόση150 mg
    Μέγ. δόση300 mg
  • Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά με TRAPS, HIDS/MKD, FMF (≥ 7,5 kg και ≤ 40 kg)
    Δόση2 mg/kg
    Μέγ. δόση4 mg/kg
  • Ασθενείς με νόσο του Still (AOSD και ΣΝΙΑ) (≥ 7,5 kg)
    Δόση4 mg/kg
    Μέγ. δόση300 mg
  • Ενήλικες ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα
    Δόση150 mg
    Εφάπαξ δόση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Τουλάχιστον 12 εβδομάδες μεταξύ των δόσεων.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 2 ετών) με CAPS, TRAPS, HIDS/MKD, FMF
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (< 2 ετών) με ΣΝΙΑ
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός με ουρική αρθρίτιδα
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν έχει μελετηθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
  • Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
    Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας. Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη.
block
SPC-ILARIS

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Ενεργές, σοβαρές λοιμώξεις
warning
SPC-ILARIS

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα
    Η εμπορική ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος θα πρέπει να καταγράφονται ευκρινώς.
  • Λοιμώξεις
    αυξημένη επίπτωση σοβαρών λοιμώξεων
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία και συμπτώματα λοιμώξεων κατά την διάρκεια και μετά τη θεραπεία με canakinumab. Οι γιατροί θα πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν χορηγούν το Ilaris σε ασθενείς με λοιμώξεις, ιστορικό υποτροπιαζουσών λοιμώξεων ή υποκείμενες παθήσεις που μπορεί να δημιουργούν προδιάθεση για λοιμώξεις.
  • Λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με CAPS, TRAPS, HIDS/MKD, FMF και νόσο του Still (AOSD και ΣΝΙΑ)
    Η χορήγηση του canakinumab δεν πρέπει να ξεκινάει ή να συνεχίζεται σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη που απαιτεί ιατρική παρέμβαση.
  • Λοιμώξεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδα
    Το canakinumab δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια ενεργού λοίμωξης.
  • Ταυτόχρονη χρήση με αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκου (TNF)
    κίνδυνος σοβαρών λοιμώξεων
    Δεν συνιστάται
  • Λοιμώξεις
    Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις ασυνήθιστων ή ευκαιριακών λοιμώξεων (ασπεργίλλωση, άτυπες μυκοβακτηριακές λοιμώξεις, έρπης ζωστήρας) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με canakinumab. Η αιτιολογική συσχέτιση του canakinumab με αυτά τα συμβάντα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
  • Φυματίωση
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Πριν την έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να εξετάζονται και για ενεργή και για λανθάνουσα λοίμωξη από φυματίωση. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα φυματίωσης κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με canakinumab. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να απευθυνθούν σε γιατρό σε περίπτωση που εμφανίσουν σημεία και συμπτώματα υποδηλωτικά φυματίωσης (π.χ. επίμονο βήχα, απώλεια βάρους, δεκατική πυρετική κίνηση) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με canakinumab. Σε περίπτωση μετατροπής ενός αρνητικού ελέγχου PPD σε θετικό, κυρίως σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση εναλλακτικών μέσων διαλογής για λοίμωξη από φυματίωση.
  • Ουδετεροπενία και λευκοπενία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με canakinumab σε ασθενείς με ουδετεροπενία ή λευκοπενία.
  • Κακοήθειες
    Περιπτώσεις κακοήθειας σε ασθενείς υπό θεραπεία με canakinumab έχουν αναφερθεί. Ο κίνδυνος ανάπτυξης κακοηθειών με τη λήψη θεραπείας αντι-ιντερλευκίνης (IL)-1 δεν είναι γνωστός.
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας με το canakinumab. Ο κίνδυνος σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Ηπατική λειτουργία
    Παροδικές και ασυμπτωματικές περιπτώσεις αύξησης των τρανσαμινασών ορού ή της χολερυθρίνης έχουν αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές.
  • Εμβολιασμοί
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν canakinumab
    Εμβόλια ζώντων ιών δεν θα πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως με το canakinumab εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων.
  • Εμβολιασμοί
    ΠληθυσμόςΕνήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς
    Πριν την έναρξη της θεραπείας με canakinumab, συνιστάται να λαμβάνουν όλους τους απαιτούμενους εμβολιασμούς, μεταξύ των οποίων το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου και το αδρανοποιημένο εμβόλιο της γρίπης.
  • Μετάλλαξη του γονιδίου NLRP3
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με CAPS χωρίς επιβεβαιωμένη μετάλλαξη του γονιδίου NLRP3
    Η κλινική εμπειρία είναι περιορισμένη.
  • Σύνδρομο ενεργοποίησης μακροφάγων (MAS)
    απειλητική για τη ζωή διαταραχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο του Still
    Εάν εμφανισθεί MAS, ή εάν εικάζεται, η αξιολόγηση και η θεραπεία πρέπει να αρχίσουν το ταχύτερο δυνατόν. Οι ιατροί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε περίπτωση συμπτωμάτων λοίμωξης ή επιδείνωσης της νόσου του Still.
swap_horiz
SPC-ILARIS

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αναστολείς του TNF
    αντένδειξη
    Αυξημένος κίνδυνος σοβαρών λοιμώξεων
    ΣύστασηΗ χορήγηση του canakinumab μαζί με αναστολείς του TNF δεν συνιστάται.
  • Υποστρώματα του CYP450 με στενό θεραπευτικό δείκτη
    προσοχή
    Καταστολή της έκφρασης των CYP450, πιθανή αναστροφή κατά τη θεραπεία με canakinumab. Αλλαγή στην αποτελεσματικότητα ή συγκέντρωση του υποστρώματος.
    ΣύστασηΚατά την έναρξη της θεραπείας με canakinumab, παρακολούθηση της θεραπευτικής δράσης ή της συγκέντρωσης της δραστικής ουσίας και προσαρμογή της δόσης του φαρμακευτικού προϊόντος.
  • Εμβόλια ζώντων ιών
    αντένδειξη
    Δεν υπάρχουν δεδομένα για τις επιδράσεις ή τη δευτερογενή μετάδοση λοιμώξεων.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως, εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων. Αναμονή τουλάχιστον 3 μηνών μετά την τελευταία ένεση canakinumab και πριν την επόμενη.
  • Μη-ζώντα εμβόλια (π.χ. γρίπης, μηνιγγιτιδόκοκκου)
    αμελητέα
    Δεν επηρεάζεται η ανάπτυξη και διατήρηση των αντισωματικών απαντήσεων.
    ΣύστασηΔεν απαιτείται ειδική σύσταση. Σε παιδιά με CAPS αναπτύχθηκαν προστατευτικά επίπεδα αντισωμάτων.
sick
SPC-ILARIS

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Λοίμωξη της αναπνευστικής οδού (πνευμονία, βρογχίτιδα, γρίππη, ιογενής λοίμωξη, παραρρινοκολπίτιδα, ρινίτιδα, φαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού)
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη του ωτός
  • Κυτταρίτιδα
  • Γαστρεντερίτιδα
  • Ουρολοίμωξη
  • Αιδοιοκολπική καντιντίαση
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Ίλιγγος
Γαστρεντερικό
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
Γενικές
  • Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
  • Κόπωση
  • Εξασθένιση
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Μυοσκελετικός πόνος
  • Οσφυαλγία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
  • Πρωτεϊνουρία
Αίμα
  • Λευκοπενία
  • Ουδετεροπενία
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
  • Αύξηση αιμοσφαιρίνης
Ήπαρ
  • Αύξηση τρανσαμινασών
Εργαστηριακές
  • Αύξηση χολερυθρίνης ορού
Μεταβολισμός
  • Αύξηση ουρικού οξέος
  • Αύξηση τριγλυκεριδίων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Γαστρεντερίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Κυτταρίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη της αναπνευστικής οδού (πνευμονία, βρογχίτιδα, γρίππη, ιογενής λοίμωξη, παραρρινοκολπίτιδα, ρινίτιδα, φαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού)
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Πολύ συχνές
  • Λοίμωξη του ωτός
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Πρωτεϊνουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Πολύ συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αιδοιοκολπική καντιντίαση
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Συχνές
  • Μυοσκελετικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων
    Αίμα
    Όχι συχνές
  • Αύξηση τρανσαμινασών
    Ήπαρ
    Σπάνιες
  • Αύξηση αιμοσφαιρίνης
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Αύξηση ουρικού οξέος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση τριγλυκεριδίων
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αύξηση χολερυθρίνης ορού
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-ILARIS

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Οι έγκυες γυναίκες ή οι γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυες θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία μόνο έπειτα από ενδελεχή αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών. Η χορήγηση ζώντων εμβολίων σε νεογνά που έχουν εκτεθεί στο canakinumab εντός της μήτρας δεν συνιστάται για 16 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση canakinumab της μητέρας πριν από τη γέννηση του παιδιού. Οι γυναίκες που ελάμβαναν canakinumab κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να ενημερώνουν τον παιδίατρο πριν χορηγηθούν οποιαδήποτε εμβόλια στο νεογνό τους.
    Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση του canakinumab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Ο κίνδυνος για το έμβρυο/τη μητέρα είναι άγνωστος. Το canakinumab αναμένεται να διαπερνά τον πλακούντα στον άνθρωπο. Η κλινική επίπτωση της μεταφοράς αυτής είναι άγνωστη.
  • Θηλασμός
    Η απόφαση σχετικά με τη γαλουχία κατά τη λήψη θεραπείας με canakinumab θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο έπειτα από ενδελεχή αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών.
    Είναι άγνωστο εάν το canakinumab απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι ένα προερχόμενο από ποντικό αντίσωμα κατά της IL-1β ποντικού δεν επέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες ως προς την ανάπτυξη κατά τη γαλουχία νεογνών ποντικών και ότι το αντίσωμα μεταφέρθηκε σε αυτά.
  • Γονιμότητα
    Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες σχετικά με τη δυνητική επίδραση του canakinumab στην ανθρώπινη γονιμότητα. Το canakinumab δεν επηρέασε τις παραμέτρους ανδρικής γονιμότητας σε καλλητριχίδες (πιθήκους) C. jacchus. Ένα προερχόμενο από ποντικό αντίσωμα κατά της IL-1β ποντικού δεν είχε ανεπιθύμητες ενέργειες σε αρσενικούς ή θηλυκούς ποντικούς κατά τη γονιμότητα.
neurology
SPC-ILARIS

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς ιντερλευκίνης, κωδικός ATC: L04AC08 ### Μηχανισμός δράσης Το canakinumab είναι ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα της ανθρώπινης ιντερλευκίνης-1β (IL-1β) του ισοτύπου IgG1/κ. Το canakinumab…

monitor_heart
SPC-ILARIS

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς ιντερλευκίνης, κωδικός ATC: L04AC08 ### Μηχανισμός δράσης Το canakinumab είναι ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα της ανθρώπινης ιντερλευκίνης-1β (IL-1β) του ισοτύπου IgG1/κ. Το canakinumab…

biotech
SPC-ILARIS

Φαρμακοκινητική

expand_more

CAPS * Απορρόφηση: Η μέγιστη συγκέντρωση canakinumab στον ορό (Cmax) εμφανίστηκε περίπου 7 ημέρες έπειτα από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 150 mg υποδορίως σε ενήλικους ασθενείς με CAPS. Οι μέσες τιμές της Cmax και της AUCinf μετά από εφάπαξ υποδόρια…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Δερματική δοκιμασία φυματίνης (Mantoux) · Πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Δοκιμασία απελευθέρωσης ιντερφερόνης-γ (IGRA) · Πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Ακτινογραφία θώρακος · Πριν την έναρξη της θεραπείας
  • Αριθμός λευκοκυττάρων (WBC) · Πριν την έναρξη της θεραπείας και ξανά μετά από 1 έως 2 μήνες
  • Αριθμός ουδετεροφίλων · Πριν την έναρξη της θεραπείας και ξανά μετά από 1 έως 2 μήνες
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Στενή παρακολούθηση Επί ουδετεροπενίας ή λευκοπενίας
Λευκοκύτταρα (WBC) bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος Περιοδικός έλεγχος Μακροχρόνιες ή επαναλαμβανόμενες θεραπείες
Σημεία και συμπτώματα λοιμώξεων coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Κατά την διάρκεια και μετά τη θεραπεία
Συμπτώματα φυματίωσης coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος Κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ILARIS
expand_more

Για τα CAPS, TRAPS, HIDS/MKD, FMF και την νόσο του Still, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει και να εποπτεύεται από εξειδικευμένο ιατρό με εμπειρία στη διάγνωση και τη θεραπεία της σχετικής ένδειξης. Για την ουρική αρθρίτιδα, ο ιατρός θα πρέπει να έχει εμπειρία στη χρήση βιολογικών παραγόντων και το Ilaris θα πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία υγείας.

CAPS: Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω

Η συνιστώμενη δόση έναρξης του canakinumab σε ασθενείς με CAPS είναι:

  • Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας ≥ 4 ετών:
    • 150 mg για ασθενείς με σωματικό βάρος > 40 kg
    • 2 mg/kg για ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 15 kg και ≤ 40 kg
    • 4 mg/kg για ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 7,5 kg και < 15 kg
  • Παιδιά ηλικίας 2 έως < 4 ετών:
    • 4 mg/kg για ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 7,5 kg

Αυτή η δόση χορηγείται ανά οχτώ εβδομάδες ως εφάπαξ δόση με υποδόρια ένεση.

Για ασθενείς με δόση έναρξης 150 mg ή 2 mg/kg, εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση (υποχώρηση του εξανθήματος και άλλων γενικευμένων συμπτωμάτων φλεγμονής) 7 ημέρες μετά από την έναρξη της αγωγής, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης μιας δεύτερης δόσης canakinumab 150 mg ή 2 mg/kg. Εάν ακολούθως επιτευχθεί πλήρης θεραπευτική ανταπόκριση, το ενισχυμένο δοσολογικό σχήμα των 300 mg ή 4 mg/kg ανά 8 εβδομάδες θα πρέπει να διατηρείται. Εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά από αυτή την αυξημένη δοσολογία, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας τρίτης δόσης canakinumab 300 mg ή 4 mg/kg. Εάν στη συνέχεια επιτευχθεί πλήρης θεραπευτική ανταπόκριση, η διατήρηση του ενισχυμένου δοσολογικού σχήματος των 600 mg ή 8 mg/kg ανά 8 εβδομάδες θα πρέπει να εξετάζεται με βάση την εξατομικευμένη κλινική εκτίμηση. Για ασθενείς με δόση έναρξης 4 mg/kg, εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά την έναρξη της αγωγής, μπορεί να εξετάζεται το ενδεχόμενο μιας δεύτερης δόσης canakinumab 4 mg/kg. Εάν στη συνέχεια επιτευχθεί πλήρης θεραπευτική ανταπόκριση, η διατήρηση του ενισχυμένου δοσολογικού σχήματος των 8 mg/kg ανά 8 εβδομάδες θα πρέπει να εξετάζεται με βάση την εξατομικευμένη κλινική εκτίμηση.

TRAPS, HIDS/MKD και FMF: Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω

Η συνιστώμενη δόση έναρξης του canakinumab σε ασθενείς με TRAPS, HIDS/MKD και FMF είναι:

  • 150 mg για ασθενείς με σωματικό βάρος > 40 kg
  • 2 mg/kg για ασθενείς με σωματικό βάρος ≥ 7,5 kg και ≤ 40 kg

Αυτή χορηγείται κάθε τέσσερις εβδομάδες με υποδόρια ένεση. Εάν δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική ανταπόκριση 7 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο μιας δεύτερης δόσης canakinumab 150 mg ή 2 mg/kg. Εάν στη συνέχεια επιτευχθεί πλήρης ανταπόκριση στη θεραπεία, το ενισχυμένο δοσολογικό σχήμα των 300 mg4 mg/kg για ασθενείς βάρους ≤ 40 kg) ανά 4 εβδομάδες θα πρέπει να διατηρηθεί. Η συνέχιση της θεραπείας με canakinumab σε ασθενείς χωρίς κλινική βελτίωση θα πρέπει επανεκτιμάται από τον θεράποντα ιατρό.

Νόσος του Still (AOSD και ΣΝΙΑ)

Η συνιστώμενη δόση του canakinumab σε ασθενείς με νόσο του Still (AOSD και ΣΝΙΑ) και σωματικό βάρος ≥ 7,5 kg είναι 4 mg/kg (έως 300 mg κατά μέγιστο) χορηγούμενη ανά τέσσερεις εβδομάδες με υποδόρια ένεση. Η συνέχιση της θεραπείας με canakinumab σε ασθενείς χωρίς κλινική βελτίωση θα πρέπει να επανεκτιμάται από τον θεράποντα ιατρό.

Ουρική αρθρίτιδα

Πρέπει να αρχίζει ή να βελτιστοποιείται η αντιμετώπιση της υπερουριχαιμίας με κατάλληλη θεραπεία μείωσης των επιπέδων του ουρικού οξέος (ULT). Το canakinumab πρέπει να χορηγείται ως κατ’ επίκληση αγωγή για τη θεραπεία των κρίσεων της ουρικής αρθρίτιδας. Η συνιστώμενη δόση του canakinumab για ενήλικες ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα είναι 150 mg χορηγούμενη υποδορίως ως εφάπαξ δόση κατά τη διάρκεια της κρίσης. Για μεγιστοποίηση του αποτελέσματος, το canakinumab πρέπει να χορηγείται όσο το δυνατόν νωρίτερα μετά την έναρξη μιας κρίσης ουρικής αρθρίτιδας. Οι ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στην αρχική θεραπεία δεν πρέπει να επαναλαμβάνουν τη θεραπεία με canakinumab. Σε ασθενείς που ανταποκρίνονται και χρειάζονται επανάληψη της θεραπείας, θα πρέπει να μεσολαβεί ένα διάστημα τουλάχιστον 12 εβδομάδων πριν από τη χορήγηση μιας νέας δόσης canakinumab (βλ. Φαρμακοκινητικές).

Ειδικοί πληθυσμοί

  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    • CAPS, TRAPS, HIDS/MKD και FMF: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Ilaris σε ασθενείς με CAPS, TRAPS, HIDS/MKD και FMF ηλικίας κάτω των 2 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Τα παρόντα διαθέσιμα δεδομένα περιγράφονται στις παραγράφους 4.8, 5.1 και 5.2 αλλά δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
    • ΣΝΙΑ: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Ilaris σε ασθενείς με ΣΝΙΑ ηλικίας κάτω των 2 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
    • Ουρική αρθρίτιδα: Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Ilaris στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη της ουρικής αρθρίτιδας.
  • Ηλικιωμένοι: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας.
  • Ηπατική δυσλειτουργία: Το Ilaris δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
  • Νεφρική δυσλειτουργία: Δεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Ωστόσο, η κλινική εμπειρία σε τέτοιους ασθενείς είναι περιορισμένη.

Τρόπος χορήγησης

Για υποδόρια χρήση. Τα ακόλουθα είναι κατάλληλα σημεία ένεσης: άνω τμήμα του μηρού, κοιλιακή χώρα, άνω τμήμα του βραχίονα ή γλουτοί. Συνιστάται η επιλογή διαφορετικού σημείου ένεσης κάθε φορά που ενίεται το προϊόν για να αποφεύγεται ο πόνος. Θα πρέπει να αποφεύγονται περιοχές με λύση της συνεχείας του δέρματος, με μώλωπες ή καλυμμένες με εξάνθημα. Η ένεση σε ουλώδη ιστό θα πρέπει να αποφεύγεται διότι αυτό πιθανόν να οδηγήσει σε ανεπαρκή έκθεση στο canakinumab. Κάθε φιαλίδιο προορίζεται για εφάπαξ χορήγηση σε έναν ασθενή, για μία δόση. Μετά από κατάλληλη εκπαίδευση στη σωστή τεχνική της ένεσης, οι ασθενείς ή οι φροντιστές τους μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση του Ilaris, εφόσον ο ιατρός αποφανθεί ότι ενδείκνυται, και με ιατρική επανεξέταση όποτε χρειάζεται (βλ. παράγραφο 6.6).

block

Αντενδείξεις

SPC-ILARIS
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • Ενεργές, σοβαρές λοιμώξεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ILARIS
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, η εμπορική ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου προϊόντος θα πρέπει να καταγράφονται ευκρινώς.

Λοιμώξεις

Το canakinumab σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση σοβαρών λοιμώξεων. Για το λόγο αυτό οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά για σημεία και συμπτώματα λοιμώξεων κατά την διάρκεια και μετά τη θεραπεία με canakinumab. Οι γιατροί θα πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν χορηγούν το Ilaris σε ασθενείς με λοιμώξεις, ιστορικό υποτροπιαζουσών λοιμώξεων ή υποκείμενες παθήσεις που μπορεί να δημιουργούν προδιάθεση για λοιμώξεις.

  • Θεραπεία των CAPS, TRAPS, HIDS/MKD, FMF και της νόσου του Still (AOSD και ΣΝΙΑ): Η χορήγηση του canakinumab δεν πρέπει να ξεκινάει ή να συνεχίζεται σε ασθενείς με ενεργό λοίμωξη που απαιτεί ιατρική παρέμβαση.
  • Θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας: Το canakinumab δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια ενεργού λοίμωξης. Η ταυτόχρονη χρήση του canakinumab με αναστολείς του παράγοντα νέκρωσης όγκου (TNF) δεν συνιστάται, διότι μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο σοβαρών λοιμώξεων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Έχουν αναφερθεί μεμονωμένες περιπτώσεις ασυνήθιστων ή ευκαιριακών λοιμώξεων (συμπεριλαμβάνονται η ασπεργίλλωση, οι άτυπες μυκοβακτηριακές λοιμώξεις, ο έρπης ζωστήρας) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με canakinumab. Η αιτιολογική συσχέτιση του canakinumab με αυτά τα συμβάντα δεν μπορεί να αποκλεισθεί.

Έλεγχος για φυματίωση

Περίπου στο 12% των ασθενών με CAPS που υποβλήθηκαν σε δερματικό έλεγχο PPD (καθαρό πρωτεϊνικό παράγωγο) σε κλινικές δοκιμές, ο έλεγχος παρακολούθησης απέδωσε θετικό αποτέλεσμα του ελέγχου κατά τη λήψη canakinumab χωρίς κλινικές αποδείξεις για την ύπαρξη λανθάνουσας ή ενεργής λοίμωξης από φυματίωση. Είναι άγνωστο αν η χρήση των αναστολέων ιντερλευκίνης-1 (IL-1), όπως το canakinumab, αυξάνουν τον κίνδυνο αναζωπύρωσης της φυματίωσης. Πριν την έναρξη της θεραπείας όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται και για ενεργή και για λανθάνουσα λοίμωξη από φυματίωση. Ειδικότερα σε ενήλικες ασθενείς, αυτή η εξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει ένα λεπτομερές ιατρικό ιστορικό. Κατάλληλες δοκιμασίες διαλογής (π.χ. δερματική δοκιμασία φυματίνης, δοκιμασία απελευθέρωσης ιντερφερόνης-γ ή ακτινογραφία θώρακος) πρέπει να γίνονται σε όλους τους ασθενείς (μπορεί να ισχύουν τοπικές συστάσεις). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα φυματίωσης κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με canakinumab. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να απευθυνθούν σε γιατρό σε περίπτωση που εμφανίσουν σημεία και συμπτώματα υποδηλωτικά φυματίωσης (π.χ. επίμονο βήχα, απώλεια βάρους, δεκατική πυρετική κίνηση) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με canakinumab. Σε περίπτωση μετατροπής ενός αρνητικού ελέγχου PPD σε θετικό, κυρίως σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση εναλλακτικών μέσων διαλογής για λοίμωξη από φυματίωση.

Ουδετεροπενία και λευκοπενία

Ουδετεροπενία (απόλυτος αριθμός ουδετερόφιλων [ANC] < 1.5 x 10^9/l) και λευκοπενία έχουν παρατηρηθεί με φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την IL-1, συμπεριλαμβανομένου και του canakinumab. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με canakinumab σε ασθενείς με ουδετεροπενία ή λευκοπενία. Συνιστάται ο αριθμός των λευκοκυττάρων (WBC), συμπεριλαμβανομένου και του αριθμού των ουδετεροφίλων, να εκτιμάται πριν την έναρξη της θεραπείας και ξανά μετά από 1 έως 2 μήνες. Για την μακροχρόνια ή τις επαναλαμβανόμενες θεραπείες, συνιστάται επίσης να γίνεται περιοδικός έλεγχος του αριθμού των λευκοκυττάρων κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν ένας ασθενής γίνει ουδετεροπενικός ή λευκοπενικός, ο αριθμός WBC θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και να εξετάζεται η διακοπή της θεραπείας.

Κακοήθειες

Περιπτώσεις κακοήθειας σε ασθενείς υπό θεραπεία με canakinumab έχουν αναφερθεί. Ο κίνδυνος ανάπτυξης κακοηθειών με τη λήψη θεραπείας αντι-ιντερλευκίνης (IL)-1 δεν είναι γνωστός.

Αντιδράσεις υπερευαισθησίας

Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας με το canakinumab. Στην πλειοψηφία τους αυτά τα περιστατικά ήταν ήπια σε σοβαρότητα. Κατά τη διάρκεια της κλινικής ανάπτυξης του Ilaris σε περισσότερους από 2.600 ασθενείς, δεν αναφέρθηκαν αναφυλακτοειδείς ή αναφυλακτικές αντιδράσεις. Ωστόσο, ο κίνδυνος σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, ο οποίος δεν είναι ασυνήθιστος για τις ενέσιμες πρωτεΐνες, δεν μπορεί να αποκλειστεί (βλ. Αντενδείξεις).

Ηπατική λειτουργία

Παροδικές και ασυμπτωματικές περιπτώσεις αύξησης των τρανσαμινασών ορού ή της χολερυθρίνης έχουν αναφερθεί σε κλινικές δοκιμές (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Εμβολιασμοί

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τον κίνδυνο δευτερογενούς μετάδοσης λοίμωξης από εμβόλια ζώντων ιών σε ασθενείς που λαμβάνουν canakinumab. Επομένως, εμβόλια ζώντων ιών δεν θα πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως με το canakinumab εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Πριν την έναρξη της θεραπείας με canakinumab, συνιστάται οι ενήλικες και παιδιατρικοί ασθενείς να λαμβάνουν όλους τους απαιτούμενους εμβολιασμούς, μεταξύ των οποίων το εμβόλιο του πνευμονιόκοκκου και το αδρανοποιημένο εμβόλιο της γρίπης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Μετάλλαξη του γονιδίου NLRP3 σε ασθενείς με CAPS

Η κλινική εμπειρία σε ασθενείς με CAPS χωρίς επιβεβαιωμένη μετάλλαξη του γονιδίου NLRP3 είναι περιορισμένη.

Σύνδρομο ενεργοποίησης μακροφάγων σε ασθενείς με νόσο του Still

Το σύνδρομο ενεργοποίησης μακροφάγων (MAS) είναι μια γνωστή, απειλητική για τη ζωή διαταραχή που μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς με ρευματικές παθήσεις, ιδιαίτερα με νόσο του Still. Εάν εμφανισθεί MAS, ή εάν εικάζεται, η αξιολόγηση και η θεραπεία πρέπει να αρχίσουν το ταχύτερο δυνατόν. Οι ιατροί πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί σε περίπτωση συμπτωμάτων λοίμωξης ή επιδείνωσης της νόσου του Still, δεδομένου ότι αυτά αποτελούν γνωστούς παράγοντες πυροδότησης του MAS. Βάσει της εμπειρίας των κλινικών μελετών, το canakinumab δεν φαίνεται να αυξάνει την επίπτωση του MAS στους ασθενείς με ΣΝΙΑ, αλλά δεν μπορεί να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ILARIS
expand_more

Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ του canakinumab και άλλων φαρμακευτικών προϊόντων δεν έχει μελετηθεί σε επίσημες μελέτες.

Η έκφραση των ηπατικών ενζύμων CYP450 ενδέχεται να καταστέλλεται από τις κυτοκίνες που διεγείρουν μια χρόνια φλεγμονή, όπως είναι η ιντερλευκίνη-1 βήτα (IL-1β). Έτσι, η έκφραση των CYP450 μπορεί να αναστραφεί, όταν χορηγηθεί ισχυρή ανασταλτική θεραπεία με κυτοκίνες, όπως είναι η canakinumab. Αυτό είναι κλινικά σχετικό για υποστρώματα του CYP450 με στενό θεραπευτικό δείκτη για τα οποία η δόση προσαρμόζεται εξατομικευμένα. Κατά την έναρξη της θεραπείας με canakinumab σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με αυτού του τύπου τα φαρμακευτικά προϊόντα, θα πρέπει να παρακολουθείται η θεραπευτική δράση ή η συγκέντρωση της δραστικής ουσίας και η εξατομικευμένη δόση του φαρμακευτικού προϊόντος να προσαρμόζεται κατάλληλα.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα είτε ως προς τις επιδράσεις των εμβολίων ζώντων ιών ή σχετικά με τη δευτερογενή μετάδοση λοιμώξεων μέσω εμβολίων ζώντων ιών σε ασθενείς που λαμβάνουν canakinumab. Επομένως, εμβόλια ζώντων ιών δεν θα πρέπει να χορηγούνται συγχρόνως με το canakinumab εκτός εάν τα οφέλη υπερτερούν σαφώς των κινδύνων. Οι εμβολιασμοί με εμβόλια ζώντων ιών ενδείκνυνται μετά την έναρξη της θεραπείας με canakinumab, η σύσταση είναι αναμονή για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την τελευταία ένεση με canakinumab και πριν την επόμενη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Τα αποτελέσματα μιας μελέτης σε υγιείς ενήλικες κατέδειξαν ότι μια εφάπαξ δόση του Ilaris 300 mg δεν επηρέασε την ανάπτυξη και διατήρηση των αντισωματικών απαντήσεων μετά από εμβολιασμούς με εμβόλια γρίπης ή μηνιγγιτιδόκοκκου με βάση γλυκοζυλιωμένη πρωτεΐνη. Τα αποτελέσματα μιας μελέτης 56 εβδομάδων, ανοιχτού σχεδιασμού, σε ασθενείς με CAPS ηλικίας 4 ετών και μικρότερους κατέδειξαν ότι όλοι οι ασθενείς που υποβλήθηκαν στους καθιερωμένους εμβολιασμούς της παιδικής ηλικίας με μη-ζώντα εμβόλια ανέπτυξαν προστατευτικά επίπεδα αντισωμάτων.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ILARIS
expand_more

Περίληψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν λοιμώξεις κυρίως της ανώτερης αναπνευστικής οδού. Δεν έχει παρατηρηθεί καμία επίπτωση της μακροχρόνιας θεραπείας στον τύπο ή στη συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών. Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε ασθενείς υπό θεραπεία με canakinumab (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Ευκαιριακές λοιμώξεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό θεραπεία με canakinumab (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες καταγράφονται σύμφωνα με τη MedDRA κατηγορία οργανικού συστήματος. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι ανεπιθύμητες ενέργειες ταξινομούνται ανά κατηγορία συχνότητας με πρώτη την πιο συχνή. Οι κατηγορίες συχνοτήτων καθορίζονται χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο κανόνα: Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Πίνακας 1 Κατάλογος ανεπιθυμήτων ενεργειών

MedDRA Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια Σημειώσεις
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Πολύ συχνές Λοίμωξη της αναπνευστικής οδού (πνευμονία, βρογχίτιδα, γρίππη, ιογενής λοίμωξη, παραρρινοκολπίτιδα, ρινίτιδα, φαρυγγίτιδα, αμυγδαλίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, λοίμωξη της ανώτερης αναπνευστικής οδού)
Πολύ συχνές Λοίμωξη του ωτός
Πολύ συχνές Κυτταρίτιδα
Πολύ συχνές Γαστρεντερίτιδα
Πολύ συχνές Ουρολοίμωξη
Συχνές Αιδοιοκολπική καντιντίαση
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Συχνές Ζάλη/ίλιγγος
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Πολύ συχνές Άλγος άνω κοιλιακής χώρας Σε ΣΝΙΑ
Όχι συχνές Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση Σε ουρική αρθρίτιδα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Πολύ συχνές Αντίδραση στο σημείο της ένεσης
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Πολύ συχνές Αρθραλγία Σε ΣΝΙΑ
Συχνές Μυοσκελετικός πόνος Σε ΣΝΙΑ
Συχνές Οσφυαλγία Σε ουρική αρθρίτιδα
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Συχνές Κόπωση/Εξασθένιση Σε ουρική αρθρίτιδα
Παρακλινικές εξετάσεις Πολύ συχνές Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης Σε ΣΝΙΑ
Πολύ συχνές Πρωτεϊνουρία Σε ΣΝΙΑ
Πολύ συχνές Λευκοπενία Σε ΣΝΙΑ
Συχνές Ουδετεροπενία Σε ΣΝΙΑ
Όχι συχνές Μειωμένος αριθμός αιμοπεταλίων Σε ΣΝΙΑ

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

  • Μακροχρόνια δεδομένα και μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα σε ασθενείς με CAPS
    • Αυξήθηκαν οι μέσες τιμές της αιμοσφαιρίνης και μειώθηκαν οι τιμές των λευκοκυττάρων, των ουδετερόφιλων και των αιμοπεταλίων.
    • Αύξηση των τρανσαμινασών έχει παρατηρηθεί σπάνια.
    • Ασυμπτωματικές και ήπιες αυξήσεις της χολερυθρίνης ορού έχουν παρατηρηθεί χωρίς συνυπάρχουσα αύξηση των τρανσαμινασών.
    • Αναφέρθηκαν περιστατικά λοιμώξεων (γαστρεντερίτιδα, λοίμωξη του αναπνευστικού, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού), έμετος και ζάλη πιο συχνά στην ομάδα της δόσης των 600 mg ή 8 mg/kg.
  • Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα σε ασθενείς με TRAPS, HIDS/MKD και FMF
    • Ουδετερόφιλα: Μειώσεις ≥ Βαθμού 2 στον αριθμό των ουδετεροφίλων στο 6,5% των ασθενών (συχνές) και μειώσεις Βαθμού 1 στο 9,5%. Γενικά παροδικές. Δεν διαπιστώθηκε λοίμωξη σχετιζόμενη με ουδετεροπενία.
    • Αιμοπετάλια: Μειώσεις ≥ Βαθμού 2 στον αριθμό των αιμοπεταλίων στο 0,6% των ασθενών. Ήπια και παροδική μείωση Βαθμού 1 στο 15,9% των ασθενών. Δεν διαπιστώθηκε αιμορραγία.
  • Μη φυσιολογικά εργαστηριακά ευρήματα σε ασθενείς με ΣΝΙΑ
    • Αιματολογικά: Παροδική μείωση του αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) ≤ 0,8 x LLN σε 16,5% των ασθενών. Παροδική μείωση του απόλυτου αριθμού ουδετεροφίλων (ANC) έως κάτω από 1 x 10^9/l σε 6,0% των ασθενών. Παροδική μείωση του αριθμού των αιμοπεταλίων (< LLN) σε 9,5% των ασθενών.
    • ALT/AST: Υψηλές τιμές ALT και/ή AST > 3 x ULN αναφέρθηκαν σε 9,5% των ασθενών.
  • Μη φυσιολογικές εργαστηριακές εξετάσεις σε ασθενείς με ουρική αρθρίτιδα
    • Αιματολογικές: Μειωμένος αριθμός λευκοκυττάρων (WBC) ≤ 0,8 x LLN στο 6,7% (έναντι 1,4% με τριαμσινολόνη). Μείωση του απόλυτου αριθμού ουδετεροφίλων (ANC) έως κάτω από 1 x 10^9/l στο 2% (μεμονωμένες περιπτώσεις < 0,5 x 10^9/l). Ήπιες και παροδικές μειώσεις αιμοπεταλίων (> 75 x 10^9/l) στο 12,7% (έναντι 7,7% με τριαμσινολόνη).
    • Ουρικό οξύ: Αυξήσεις των επιπέδων του ουρικού οξέος (0,7 mg/dl την 12η εβδομάδα και 0,5 mg/dl την 24η εβδομάδα) παρατηρήθηκαν. Δεν παρατηρήθηκαν αυξήσεις σε ασθενείς που άρχισαν θεραπεία με ULT ή σε άλλους πληθυσμούς.
    • ALT/AST: Αυξήσεις στις μέσες και διάμεσες τιμές της ALT (3,0 U/l, 2,0 U/l) και AST (2,7 U/l, 2,0 U/l). Η επίπτωση των κλινικά σημαντικών μεταβολών (≥ 3 x ULN) ήταν μεγαλύτερη με τριαμσινολόνη (2,5%) έναντι canakinumab (ALT 1,6%, AST 0,8%).
    • Τριγλυκερίδια: Μέση αύξηση 33,5 mg/dl (έναντι μείωσης -3,1 mg/dl με τριαμσινολόνη). Ποσοστά ασθενών με αυξήσεις > 5 x ULN ήταν 2,4% (canakinumab) έναντι 0,7% (τριαμσινολόνη).
  • Παιδιατρικός πληθυσμός: Το προφίλ ασφάλειας ήταν συνεπές με αυτό των ενηλίκων. Οι λοιμώξεις της ανώτερης αναπνευστικής οδού ήταν οι πιο συχνά αναφερθείσες.
  • Ηλικιωμένοι: Δεν υπάρχει καμία σημαντική διαφορά στο προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ILARIS
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία / Αντισύλληψη σε άνδρες και γυναίκες

Οι γυναίκες θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας με canakinumab και για διάστημα έως 3 μηνών μετά την τελευταία δόση.

Κύηση

Υπάρχουν περιορισμένα στοιχεία από τη χρήση του canakinumab σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σχετικά με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος για το έμβρυο/τη μητέρα είναι άγνωστος. Οι έγκυες γυναίκες ή οι γυναίκες που επιθυμούν να μείνουν έγκυες θα πρέπει, επομένως, να λαμβάνουν τη θεραπεία μόνο έπειτα από ενδελεχή αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών.

Μελέτες σε ζώα υποδηλώνουν ότι το canakinumab διαπερνά τον πλακούντα και ανιχνεύεται στο έμβρυο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα στον άνθρωπο, αλλά δεδομένου ότι το canakinumab είναι μια ανοσοσφαιρίνη G ισότοπου (IgG1), αναμένεται διαπλακούντια μεταφορά στον άνθρωπο. Η κλινική επίπτωση της μεταφοράς αυτής είναι άγνωστη. Ωστόσο, η χορήγηση ζώντων εμβολίων σε νεογνά που έχουν εκτεθεί στο canakinumab εντός της μήτρας δεν συνιστάται για 16 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση canakinumab της μητέρας πριν από τη γέννηση του παιδιού. Οι γυναίκες που ελάμβαναν canakinumab κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα πρέπει να λαμβάνουν οδηγίες να ενημερώνουν τον παιδίατρο πριν χορηγηθούν οποιαδήποτε εμβόλια στο νεογνό τους.

Θηλασμός

Είναι άγνωστο εάν το canakinumab απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επομένως, η απόφαση σχετικά με τη γαλουχία κατά τη λήψη θεραπείας με canakinumab θα πρέπει να λαμβάνεται μόνο έπειτα από ενδελεχή αξιολόγηση των κινδύνων και των οφελών.

Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει ότι ένα προερχόμενο από ποντικό αντίσωμα κατά της IL-1β ποντικού δεν επέφερε ανεπιθύμητες ενέργειες ως προς την ανάπτυξη κατά τη γαλουχία νεογνών ποντικών και ότι το αντίσωμα μεταφέρθηκε σε αυτά (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Γονιμότητα

Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες σχετικά με τη δυνητική επίδραση του canakinumab στην ανθρώπινη γονιμότητα. Το canakinumab δεν επηρέασε τις παραμέτρους ανδρικής γονιμότητας σε καλλητριχίδες (πιθήκους) C. jacchus. Ένα προερχόμενο από ποντικό αντίσωμα κατά της IL-1β ποντικού δεν είχε ανεπιθύμητες ενέργειες σε αρσενικούς ή θηλυκούς ποντικούς κατά τη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ILARIS
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Ανοσοκατασταλτικά, αναστολείς ιντερλευκίνης, κωδικός ATC: L04AC08

Μηχανισμός δράσης

Το canakinumab είναι ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα της ανθρώπινης ιντερλευκίνης-1β (IL-1β) του ισοτύπου IgG1/κ. Το canakinumab δεσμεύεται με μεγάλη συγγένεια ειδικά στην ανθρώπινη IL-1β και εξουδετερώνει τη βιολογική δραστικότητα της ανθρώπινης IL-1β, αποκλείοντας την αλληλεπίδρασή της με τους υποδοχείς IL-1 και αποτρέποντας έτσι την οφειλόμενη στην IL-1β γονιδιακή ενεργοποίηση και την παραγωγή φλεγμονωδών μεσολαβητών.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

  • CAPS, TRAPS, HIDS/MKD και FMF: Σε κλινικές μελέτες, ασθενείς με αυτές τις παθήσεις που εμφανίζουν μη ελεγχόμενη υπερπαραγωγή της IL-1β εμφάνισαν ταχεία και διαρκή ανταπόκριση στη θεραπεία με canakinumab, π.χ. εργαστηριακές παράμετροι όπως υψηλές τιμές της C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP) και του αμυλοειδούς A ορού (SAA), η λευκοκυττάρωση και οι υψηλές τιμές ουδετερόφιλων και αιμοπεταλίων επανήλθαν ταχέως στις φυσιολογικές τους τιμές.
  • Νόσος του Still (AOSD και ΣΝΙΑ): Η AOSD και η ΣΝΙΑ είναι σοβαρές αυτοφλεγμονώδεις νόσοι που προκαλούνται από μηχανισμούς της φυσικής ανοσίας μέσω προφλεγμονωδών κυτταροκινών, με την IL-1β να παίζει καθοριστικό ρόλο. Η θεραπεία με canakinumab οδήγησε σε ταχεία και παρατεταμένη βελτίωση τόσο των αρθρικών όσο και των συστηματικών συμπτωμάτων της ΣΝΙΑ, με σημαντική μείωση του αριθμού των φλεγμαινουσών αρθρώσεων, ταχεία υποχώρηση του πυρετού και μείωση των δεικτών οξείας φάσεως.
  • Ουρική αρθρίτιδα: Μια κρίση ουρικής αρθρίτιδας προκαλείται από κρυστάλλους ουρικού οξέος που ενεργοποιούν τα μακροφάγα να παράγουν IL-1β μέσω του συμπλέγματος «NALP3 φλεγμονοσώματος». Αυτό οδηγεί σε μια οξεία επώδυνη φλεγμονώδη απάντηση. Μετά από θεραπεία με canakinumab, υποχωρούν ταχέως οι δείκτες της φλεγμονής CRP ή SAA και τα σημεία οξείας φλεγμονής (π.χ. άλγος, οίδημα, ερυθρότητα) στην πάσχουσα άρθρωση.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

CAPS

  • Επιδείχθηκε ταχεία έναρξη δράσης, με εξαφάνιση ή κλινικά σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων εντός μίας ημέρας από τη χορήγηση της δόσης. Οι εργαστηριακές παράμετροι (CRP, SAA, ουδετερόφιλα, αιμοπετάλια) επανήλθαν σε φυσιολογικά επίπεδα εντός ημερών.
  • Σε βασική μελέτη, το 97% των ασθενών με CAPS εμφάνισαν πλήρη κλινική ανταπόκριση και ανταπόκριση βιολογικών δεικτών εντός 7 ημερών.
  • Στην περίοδο απόσυρσης, κανένας ασθενής σε canakinumab δεν παρουσίασε έξαρση, έναντι 81% των ασθενών σε εικονικό φάρμακο.

TRAPS, HIDS/MKD και FMF

  • Σε μελέτη Φάσης III, το canakinumab υπερείχε του εικονικού φαρμάκου ως προς την υποχώρηση του δείκτη έξαρσης της νόσου, τη Σφαιρική Αξιολόγηση του Ιατρού (PGA) < 2, την ορολογική ύφεση (CRP ≤ 10 mg/l) και την εξομάλυνση των επιπέδων SAA.
  • Η αύξηση της δοσολογίας σε 300 mg (ή 4 mg/kg) ανά 4 εβδομάδες σε ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση βελτίωσε τον έλεγχο της έξαρσης και εξομάλυνε CRP/SAA.

Νόσος του Still (ΣΝΙΑ)

  • Μελέτη G2305: Η θεραπεία με canakinumab βελτίωσε όλες τις βαθμολογίες ανταπόκρισης του παιδιατρικού ACR συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο την ημέρα 15 και 29 (π.χ., ACR30: 84% έναντι 10% την ημέρα 15).
  • Μελέτη G2301: Μείωση του κινδύνου υποτροπής κατά 64% στους ασθενείς που λάμβαναν canakinumab. Το 62% των ασθενών μπόρεσε να μειώσει επιτυχώς τη δόση των κορτικοστεροειδών.
  • Οδηγεί σε κλινικά σημαντική βελτίωση της λειτουργικής ικανότητας και της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Ουρική αρθρίτιδα

  • Το canakinumab 150 mg μείωσε στατιστικώς σημαντικά την ένταση του πόνου της ουρικής αρθρίτιδας στις 72 ώρες σε σύγκριση με το ακετονίδιο της τριαμσινολόνης.
  • Μείωσε επίσης τον κίνδυνο επακόλουθων κρίσεων (αναλογία κινδύνου 0,44).
  • Η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε σε υποομάδες ασθενών που δεν μπορούσαν να λάβουν ΜΣΑΦ ή κολχικίνη, καθώς και σε αυτούς που λάμβαναν ταυτόχρονη θεραπεία με ULT.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ILARIS
expand_more

CAPS

  • Απορρόφηση: Η μέγιστη συγκέντρωση canakinumab στον ορό (Cmax) εμφανίστηκε περίπου 7 ημέρες έπειτα από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 150 mg υποδορίως σε ενήλικους ασθενείς με CAPS. Οι μέσες τιμές της Cmax και της AUCinf μετά από εφάπαξ υποδόρια δόση 150 mg σε έναν τυπικό ενήλικα ασθενή με CAPS (70 kg) ήταν 15,9 µg/ml και 708 µg*d/ml. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του υποδόρια χορηγούμενου canakinumab εκτιμάτο ότι ήταν 66%. Οι παράμετροι έκθεσης (όπως η AUC και η Cmax) αυξήθηκαν με δοσοεξαρτώμενο τρόπο για το εύρος της δοσολογίας από 0,30 έως 10,0 mg/kg που χορηγείτο με ενδοφλέβια έγχυση ή από 150 έως 600 mg με υποδόρια ένεση. Ο αναμενόμενος λόγος συσσώρευσης ήταν 1,3 μετά από 6 μήνες υποδόριας χορήγησης 150 mg canakinumab ανά 8 εβδομάδες.
  • Κατανομή: Ο όγκος κατανομής (Vss) του canakinumab ποικίλει ανάλογα με το σωματικό βάρος. Υπολογίσθηκε σε 6,2 λίτρα για έναν ασθενή με CAPS σωματικού βάρους 70 kg.
  • Αποβολή: Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) του canakinumab αυξάνεται με το σωματικό βάρος. Υπολογίσθηκε σε 0,17 l/ημέρα για ασθενή με CAPS σωματικού βάρους 70 kg. Δεν υπήρχαν ενδείξεις αυξημένης κάθαρσης ή εξαρτώμενης από το χρόνο μεταβολής των φαρμακοκινητικών ιδιοτήτων του canakinumab έπειτα από τη χορήγηση επαναλαμβανόμενης δόσης.

TRAPS, HIDS/MKD και FMF

  • Η βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει καθοριστεί ανεξάρτητα.
  • Η φαινόμενη κάθαρση (CL/F) στον πληθυσμό των TRAPS, HIDS/MKD και FMF σωματικού βάρους 55 kg (0,14 l/d) ήταν συγκρίσιμη με του πληθυσμού των CAPS σωματικού βάρους 70 kg (0,17 l/d).
  • Ο φαινόμενος όγκος κατανομής (V/F) ήταν 4,96 l σε σωματικό βάρος 55 kg.
  • Μετά από επαναλαμβανόμενη υποδόρια χορήγηση 150 mg ανά 4 εβδομάδες, η ελάχιστη συγκέντρωση του canakinumab την εβδομάδα 16 (Cmin) υπολογίσθηκε ότι ήταν 15,4 ± 6,6 g/ml. Η εκτιμώμενη AUCtau σταθεροποιημένης κατάστασης ήταν 636,7 ± 260,2 μg*d/ml.

Νόσος του Still (AOSD και ΣΝΙΑ)

  • Η βιοδιαθεσιμότητα σε ασθενείς με ΣΝΙΑ δεν έχει υπολογισθεί ανεξάρτητα.
  • Η φαινόμενη κάθαρση ανά kg σωματικού βάρους (CL/F ανά kg) ήταν συγκρίσιμη στους πληθυσμούς της ΣΝΙΑ και των CAPS (0,004 l/ημέρα ανά kg).
  • Ο φαινόμενος όγκος κατανομής ανά kg (V/F ανά kg) ήταν 0,14 l/kg.
  • Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση 4 mg/kg ανά 4 εβδομάδες ο λόγος συσσώρευσης του canakinumab ήταν 1,6 σε ασθενείς με ΣΝΙΑ. Επετεύχθη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από 110 ημέρες.

Πληθυσμός ουρικής αρθρίτιδας

  • Η βιοδιαθεσιμότητα δεν έχει υπολογισθεί ανεξάρτητα.
  • Η φαινόμενη κάθαρση ανά kg σωματικού βάρους (CL/F ανά kg) ήταν συγκρίσιμη στους πληθυσμούς της ουρικής αρθρίτιδας και των CAPS (0,004 l/ημέρα/kg).
  • Η μέση έκθεση ενός τυπικού ασθενή με ουρική αρθρίτιδα (93 kg) μετά από εφάπαξ υποδόρια δόση 150 mg (Cmax: 10,8 µg/ml και AUCinf: 495 µgd/ml) ήταν χαμηλότερη απ’ ότι ενός τυπικού ασθενή με CAPS 70 kg (15,9 µg/ml και 708 µgd/ml). Αυτό συνάδει με την παρατηρούμενη αύξηση της CL/F με το σωματικό βάρος.
  • Ο αναμενόμενος λόγος συσσώρευσης ήταν 1,1 μετά από υποδόρια χορήγηση 150 mg canakinumab ανά 12 εβδομάδες.

Παιδιατρικός πληθυσμός

  • Μέγιστες συγκεντρώσεις του canakinumab εμφανίστηκαν μεταξύ 2 έως 7 ημερών (Tmax) έπειτα από την υποδόρια χορήγηση εφάπαξ δόσης canakinumab των 150 mg ή 2 mg/kg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 4 ετών και άνω. Η τελική ημιζωή κυμαίνετο από 22,9 έως 25,7 ημέρες.
  • Ο ρυθμός υποδόριας απορρόφησης υπολογίσθηκε ότι μειωνόταν με την ηλικία και εμφανιζόταν ταχύτερος στους νεώτερους ασθενείς. Αντίστοιχα, ο Tmax ήταν μικρότερος (3,6 ημέρες) στους νεώτερους ασθενείς με ΣΝΙΑ (2-3 ετών) συγκριτικά με τους μεγαλύτερους ασθενείς με ΣΝΙΑ (12-19 ετών, Tmax 6 ημέρες).
  • Η βιοδιαθεσιμότητα (AUCss) δεν επηρεάστηκε από την ηλικία.
  • Η φαρμακοκινητική του canakinumab στα παιδιά ηλικίας 2 έως < 4 ετών ήταν παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε ασθενείς ηλικίας 4 ετών και άνω.
  • Η αναμενόμενη έκθεση μετά από μια δόση 2 mg/kg ήταν συγκρίσιμη σε όλες τις ηλικιακές ομάδες παιδιών με CAPS, αλλά ήταν περίπου 40% χαμηλότερη στους παιδιατρικούς ασθενείς με πολύ χαμηλό σωματικό βάρος (π.χ. 10 kg) σε σύγκριση με τους ενήλικες ασθενείς (δόση 150 mg).
  • Οι παράμετροι έκθεσης (συγκεντρώσεις κοιλάδας) ήταν συγκρίσιμες σε όλες τις ηλικιακές ομάδες από 2 έως < 20 ετών για TRAPS, HIDS/MKD και FMF.
  • Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες είναι παρόμοιες στους παιδιατρικούς πληθυσμούς των CAPS, TRAPS, HIDS/MKD, FMF και ΣΝΙΑ.

Ηλικιωμένοι

Δεν παρατηρήθηκε καμία μεταβολή στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους με βάση την κάθαρση ή τον όγκο κατανομής μεταξύ ηλικιωμένων ασθενών και ενηλίκων ασθενών ηλικίας < 65 ετών.