Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01AB01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BUSULFAN

Βουσουλφάνη

Τα φάρμακα της κατηγορίας προκαλούν αλκυλίωση του DNA των κυττάρων και παραβλάπτουν έτσι τον αναδιπλασιασμό του. Πλην των συνήθων και επιμέρους παρενεργειών τους σε μακροχρόνια χρήση εμφανίζουν δύο επιπλέον κινδύνους, τη βλάβη της γονιμότητας και την ανάπτυξη οξείας λευχαιμίας.

Chemical structure of BUSULFAN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για χρήση σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ως προετοιμασία (conditioning regimen) πριν από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων για τη χρόνια μυελογενή λευχαιμία (η FDA έχει ορίσει το busulfan ως ορφανό φάρμακο για αυτή τη χρήση). Επίσης…
medication
SPC-BUSILVEX

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια έγχυση
Χορήγηση:
Κάθε 6 ώρες (για το σχήμα BuCy/BuMel) ή εφάπαξ ημερήσια (για το σχήμα FB)
Δόση έναρξης:
0,8 mg/kg ΣΒ
  • Ενήλικες (σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη)
    Δόση0,8 mg/kg ΣΒ
    Έγχυση δύο ωρών, κάθε 6 ώρες επί 4 διαδοχικές ημέρες για 16 δόσεις. Ακολουθεί κυκλοφωσφαμίδη 60 mg/kg/ημέρα επί 2 ημέρες ή 140 mg/m2 μελφαλάνης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως 17 ετών) (σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη)
    Δόση<9kg: 1,0 mg/kg; 9-<16kg: 1,2 mg/kg; 16-23kg: 1,1 mg/kg; >23-34kg: 0,95 mg/kg; >34kg: 0,8 mg/kg
    Έγχυση δύο ωρών κάθε 6 ώρες επί 4 συνεχόμενες ημέρες για 16 δόσεις. Ακολουθεί 4 κύκλοι των 50 mg/kg κυκλοφωσφαμίδης ή μία χορήγηση 140 mg/m2 μελφαλάνης.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (>50 ετών)
    ΔόσηΊδια δόση με ενήλικες (<50 ετών)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης. Περιορισμένα δεδομένα για ασθενείς >60 ετών.
  • Ενήλικες (σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη)
    Δόση3,2 mg/kg
    Ως εφάπαξ ημερήσια έγχυση τριών ωρών αμέσως μετά τη φλουδαραβίνη για 2 ή 3 συνεχόμενες ημέρες.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως 17 ετών) (σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς (σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη)
    Δεν έχει διερευνηθεί, αλλά δεν θεωρείται απαραίτητη προσαρμογή της δόσης.
  • Παχύσαρκοι ενήλικες
    Δοσολογία με βάση το προσαρμοσμένο ιδανικό σωματικό βάρος (πΙΣΒ). Οι τύποι υπολογισμού παρέχονται.
  • Παχύσαρκοι παιδιατρικοί ασθενείς
    Δε συνιστάται σε παιδιά/εφήβους με ΔΜΣ > 30 kg/m2 μέχρι να είναι διαθέσιμα επιπλέον δεδομένα.
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Δε συνιστάται τροποποίηση δόσης. Συνιστάται προσοχή.
  • Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Δεν έχει μελετηθεί. Συνιστάται προσοχή, ιδιαίτερα σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια.
block
SPC-BUSILVEX

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα
  • Κύηση
warning
SPC-BUSILVEX

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Έντονη μυελοκαταστολή
    ΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείς
    Παρακολούθηση γενικών εξετάσεων αίματος, διαφορικού αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων, αριθμού αιμοπεταλίων. Εξετάζεται προφυλακτική/εμπειρική χρήση φαρμάκων κατά λοιμώξεων. Εφαρμογή υποστηρικτικής αγωγής με αιμοπετάλια, ερυθρά αιμοσφαίρια, αυξητικούς παράγοντες (G-CSF).
  • Παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων
    ΠληθυσμόςΠαιδιά < 9 kg, ιδιαίτερα πολύ μικρά παιδιά και νεογνά
    Δικαιολογείται ίσως κατά περίπτωση.
  • Χρήση σε ασθενείς με αναιμία Fanconi
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΠαιδιά με αναιμία Fanconi
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας και υπερευαισθησίας των κυττάρων σε διασταυρούμενους παράγοντες.
  • Χρήση σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια, ιδιαίτερα σοβαρή
    Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή. Παρακολούθηση τρανσαμινασών ορού, αλκαλικής φωσφατάσης, χολερυθρίνης συστηματικά έως και 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση.
  • Ηπατική φλεβο-αποφρακτική νόσος
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία, μεγαλύτερης διάρκειας από ή ίσης με τρεις κύκλους χημειοθεραπείας ή έχουν λάβει προηγούμενα μόσχευμα προγονικών κυττάρων
    Αυξημένος κίνδυνος.
  • Ταυτόχρονη χρήση με παρακεταμόλη
    Προσοχή
    Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείται παρακεταμόλη προηγουμένως (λιγότερο από 72 ώρες) ή ταυτόχρονα με το Busilvex, λόγω πιθανής μείωσης του μεταβολισμού της βουσουλφάνης.
  • Καρδιακή τοξικότητα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Busilvex
    Η καρδιακή λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται συστηματικά.
  • Πνευμονική τοξικότητα / Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με προγενέστερο ιστορικό ακτινοβολίας στο μεσοθωράκιο ή στον πνεύμονα
    Πρέπει να δίνεται προσοχή σε αυτή την πνευμονολογική παράμετρο.
  • Νεφρική λειτουργία
    Συνιστάται περιοδικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας.
  • Σπασμοί
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό σπασμών
    Ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν πλήρη αντιεπιληπτική προφύλαξη.
  • Κίνδυνος δεύτερης κακοήθειας
    Πρέπει να εξηγηθεί στον ασθενή.
  • Επίδραση στη γονιμότητα
    ΠληθυσμόςΆνδρες
    Να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως έξι μήνες από την ολοκλήρωση. Να συμβουλεύονται για τη δυνατότητα κρυογονικής συντήρησης του σπέρματος πριν τη θεραπεία.
  • Επίδραση στη γονιμότητα
    ΠληθυσμόςΠρο-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες
    Καταστολή της λειτουργίας των ωοθηκών και αμηνόρροια με εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα είναι συχνά.
  • Επίδραση στη γονιμότητα
    ΠληθυσμόςΠρο-εφηβικά κορίτσια
    Η θεραπεία αναστέλλει την εμφάνιση της εφηβείας λόγω μη ανάπτυξης των ωοθηκών.
  • Επίδραση στη γονιμότητα
    ΠληθυσμόςΑγόρια ασθενείς
    Έχουν αναφερθεί ανικανότητα, στειρότητα, αζωοσπερμία και ατροφία όρχεων. Ο διαλύτης διμεθυλακεταμίδη (DMA) επίσης μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα.
  • Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
    Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις (περιλαμβανομένων θανατηφόρων) μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων (HCT) σε σχήματα προετοιμασίας υψηλής δόσης, όπου χορηγήθηκε βουσουλφάνη σε συνδυασμό με άλλη θεραπεία προετοιμασίας.
swap_horiz
SPC-BUSILVEX

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Προσοχή
    Μειωμένη κάθαρση της βουσουλφάνης
    ΣύστασηΝα παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα τοξικότητας της βουσουλφάνης
  • Μειωμένη κάθαρση της βουσουλφάνης, αυξημένα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΝα παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα τοξικότητας της βουσουλφάνης
  • Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση
  • Κετοβεμιδόνη
    Προσοχή
    Υψηλότερα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμα
    ΣύστασηΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή
  • Κυκλοφωσφαμίδη (με από του στόματος βουσουλφάνη)
    Προσοχή
    Επηρεάζει την ανάπτυξη τοξικότητας (Ηπατικής ΦλεβοΑποφρακτικής Νόσου) εάν το χρονικό διάστημα μεταξύ της τελευταίας δόσης βουσουλφάνης και της πρώτης δόσης κυκλοφωσφαμίδης είναι μικρό.
    ΣύστασηΜειωμένη συχνότητα τοξικότητας όταν το μεσοδιάστημα είναι > 24 ώρες.
  • Φλουδαραβίνη (με ενδοφλέβια βουσουλφάνη)
    Δεν αναφέρθηκε αμοιβαία αλληλεπίδραση φαρμάκου-φαρμάκου.
  • Μελφαλάνη (με από του στόματος βουσουλφάνη)
    Προσοχή
    Η χορήγηση της μελφαλάνης νωρίτερα των 24 ωρών από την τελευταία χορήγηση από του στόματος βουσουλφάνης, μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη τοξικότητας.
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται νωρίτερα των 24 ωρών από την τελευταία δόση βουσουλφάνης.
  • Προσοχή
    Μειώνει τα επίπεδα γλουταθειόνης, μπορεί να μειώσει την κάθαρση βουσουλφάνης.
  • Προσοχή
    Η συστηματική συγχορήγηση φαινυτοΐνης με υψηλή δόση από του στόματος βουσουλφάνης αυξάνει την κάθαρση της βουσουλφάνης. Καμία ένδειξη επαγωγικής δράσης της φαινυτοΐνης δεν παρατηρήθηκε στα δεδομένα του Busilvex (ενδοφλέβια).
  • Βενζοδιαζεπίνες (π.χ. διαζεπάμη, κλοναζεπάμη, λοραζεπάμη)
    Δεν έχει αναφερθεί καμία αλληλεπίδραση όταν χρησιμοποιούνται για πρόληψη σπασμών με υψηλή δόση βουσουλφάνης.
  • 5HT3 αντιεμετικά (ονδανσετρόνη, γρανισετρόνη)
    Δεν έχει αναφερθεί καμία αλληλεπίδραση.
sick
SPC-BUSILVEX

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αναπνευστικό
  • Ρινίτιδα
  • Δύσπνοια
  • Επίσταξη
  • Βήχας
  • Λόξυγκας
  • Υπεραερισμός
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Άσθμα
  • Ατελεκτασία
  • Υποξία
  • Πνευμονική αιμορραγία
Λοιμώξεις
  • Φαρυγγίτιδα
  • Ιογενής λοίμωξη
  • Βακτηριακή λοίμωξη
  • Πνευμονική λοίμωξη
  • Εγκεφαλικό απόστημα
  • Κυτταρίτιδα
  • Σηψαιμία
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Επανενεργοποίηση CMV
  • Επανενεργοποίηση ΕΒV
  • Μυκητιασική λοίμωξη διηθητική
Αίμα
  • Ουδετεροπενία
  • Θρομβοκυτταροπενία
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
  • Αναιμία
  • Πανκυτταροπενία
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργική αντίδραση
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
  • Υπογοναδισμός
Μεταβολισμός
  • Ανορεξία
  • Υπεργλυκαιμία
  • Υπασβεστιαιμία
  • Υποκαλιαιμία
  • Υπομαγνησιαιμία
  • Υποφωσφαταιμία
  • Υπονατριαιμία
  • Υπολευκωματιναιμία
  • Αύξηση βάρους
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Διαταραχές ηλεκτρολυτών
Ψυχιατρικές
  • Άγχος
  • Κατάθλιψη
  • Αϋπνία
  • Σύγχυση
  • Παραλήρημα
  • Νευρικότητα
  • Ψευδαισθήσεις
  • Διέγερση
  • Συγχυτική κατάσταση
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Επιληπτική κρίση
  • Εγκεφαλοπάθεια
Αγγειακές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
  • Υπέρταση
  • Υπόταση
  • Θρόμβωση
  • Αγγειοδιαστολή
  • Σύνδρομο τριχοειδούς διάχυσης
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος [Δεν Κατατάσσονται Αλλού]
Οφθαλμικές
  • Καταρράκτης
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Λέπτυνση του κερατοειδούς
  • Διαταραχές του φακού
Καρδιά
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Κολπική μαρμαρυγή
  • Καρδιομεγαλία
  • Περικαρδιακή συλλογή
  • Περικαρδίτιδα
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
  • Βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές
  • Θρόμβωση μηριαίας αρτηρίας
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Κυψελιδικές αιμορραγίες
  • Πλευριτικό εξίδρωμα
Γαστρεντερικό
  • Στοματίτιδα
  • Διάρροια
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Δυσπεψία
  • Ασκίτης
  • Δυσκοιλιότητα
  • Αιματέμεση
  • Ειλεός
  • Οισοφαγίτιδα
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Βλεννογονίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Δυσφορία έδρας
  • Υποπλασία οδόντος
Ήπαρ
  • Ηπατομεγαλία
  • Ίκτερος
  • Φλεβοαποφρακτική ηπατοπάθεια
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Διαταραχές του ήπατος
Δέρμα
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Αλωπεκία
  • Απολέπιση δέρματος
  • Ερύθημα
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Μελαχρωματικές διαταραχές
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
  • Οσφυαλγία
  • Αρθραλγία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Πρόωρη εμμηνόπαυση
Αναπαραγωγικό
  • Ωοθηκική ανεπάρκεια
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Δυσουρία
  • Ολιγουρία
  • Αιματουρία
  • Αιμορραγική κυστίτιδα
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Μέτριου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια
  • Νεφρική διαταραχή
Γενικές
  • Αδυναμία
  • Ρίγη
  • Πυρετός
  • Θωρακικό άλγος
  • Οίδημα
  • Πόνος
  • Εξασθένιση
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Οίδημα γενικό
  • Πόνος ή φλεγμονή στην περιοχή της ένεσης
Εργαστηριακές
  • Αύξηση τρανσαμινασών
  • Αύξηση χολερυθρίνης
  • Αύξηση γάμμα-GT
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
  • Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
  • Αυξημένη ουρία αίματος
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
Παρακλινικές εξετάσεις
  • Ακανόνιστοι αναπνευστικοί ήχοι
  • Αύξηση κρεατίνης
  • Αύξηση του Bun
  • Μείωση κλάσματος απέκκρισης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αιμορραγική κυστίτιδα (συμπεριλαμβάνει αιμορραγική κυστίτιδα που προκλήθηκε από ιογενή λοίμωξη)
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Πολύ συχνές
  • Αναιμία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ανορεξία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
    Ήπαρ
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση γάμμα-GT
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση κρεατίνης
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση τρανσαμινασών
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αύξηση χολερυθρίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Βακτηριακή λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Βλεννογονίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχές ηλεκτρολυτών
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Πολύ συχνές
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος [Δεν Κατατάσσονται Αλλού]
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Πολύ συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Εγκεφαλικό απόστημα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Επίσταξη
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Επανενεργοποίηση CMV
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Πολύ συχνές
  • Επανενεργοποίηση ΕΒV
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Θρομβοκυτταροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Ιογενής λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Κολπική μαρμαρυγή
    Καρδιά
    Πολύ συχνές
  • Κυτταρίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Μυκητιασική λοίμωξη διηθητική
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ουδετεροπενία
    Αίμα
    Πολύ συχνές
  • Πνευμονική αιμορραγία
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Πνευμονική λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Πυρετός
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Πολύ συχνές
  • Σηψαιμία
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Σύγχυση
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Πολύ συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπολευκωματιναιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπομαγνησιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υποφωσφαταιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Πολύ συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Πολύ συχνές
  • Φλεβοαποφρακτική ηπατοπάθεια
    Ήπαρ
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ίκτερος
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αιματουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Ακανόνιστοι αναπνευστικοί ήχοι
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    Συχνές
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αρρυθμία
    Καρδιά
    Συχνές
  • Ασκίτης
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Αύξηση βάρους
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Αύξηση του Bun
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Εγκεφαλική αιμορραγία
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Εγκεφαλοπάθεια
    Νευρικό
    Συχνές
  • Επιληπτική κρίση
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ηπατομεγαλία
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Θρόμβωση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Λόξυγκας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Μέτριου βαθμού νεφρική ανεπάρκεια
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Μείωση κλάσματος απέκκρισης
    Παρακλινικές εξετάσεις
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Οίδημα γενικό
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Ολιγουρία
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Πανκυτταροπενία
    Αίμα
    Συχνές
  • Παραλήρημα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Πόνος
    Γενικές
    Συχνές
  • Πόνος ή φλεγμονή στην περιοχή της ένεσης
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Υπεραερισμός
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Αιματέμεση
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική αντίδραση
    Ανοσοποιητικό
    Όχι συχνές
  • Απολέπιση δέρματος
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Ατελεκτασία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Δυσφορία έδρας
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Όχι συχνές
  • Ειλεός
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Θρόμβωση μηριαίας αρτηρίας
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Καρδιομεγαλία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κοιλιακές έκτακτες συστολές
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Κυψελιδικές αιμορραγίες
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Μελαχρωματικές διαταραχές
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Οισοφαγίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Περικαρδίτιδα
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Περικαρδιακή συλλογή
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Πλευριτικό εξίδρωμα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Όχι συχνές
  • Σύνδρομο τριχοειδούς διάχυσης
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Υποξία
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Φλεβοαποφρακτική ηπατοπάθεια (συχνότερη στον παιδιατρικό πληθυσμό)
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη ουρία αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένο σωματικό βάρος
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές του ήπατος
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές του φακού (αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία με από του στόματος βουσουλφάνη)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Εξασθένιση
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Καταρράκτης
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Λέπτυνση του κερατοειδούς (αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία με από του στόματος βουσουλφάνη)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Νεφρική διαταραχή
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Μη γνωστές
  • Πρόωρη εμμηνόπαυση
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Μη γνωστές
  • Συγχυτική κατάσταση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Υπογοναδισμός (αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία με ενδοφλέβια βουσουλφάνη)
    Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Υποπλασία οδόντος (αναφέρθηκε κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστές
  • Υποπλασία οδόντος (αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία με ενδοφλέβια βουσουλφάνη)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    Μη γνωστές
  • Ψευδαίσθηση
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Ωοθηκική ανεπάρκεια (αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία με ενδοφλέβια βουσουλφάνη)
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-BUSILVEX

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
    Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ) αντενδείκνυται στις εγκύους, συνεπώς το Busilvex αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (εμβρυϊκή θνησιμότητα και δυσμορφίες) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δε διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση βουσουλφάνης ή DMA σε έγκυρες γυναίκες. Έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών με χαμηλή δόση από του στόματος βουσουλφάνης, οι οποίες δεν αποδίδονται απαραίτητα στη δραστική ουσία και η έκθεση κατά το τρίτο τρίμηνο μπορεί να σχετίζεται με μειωμένη ενδομήτρια αύξηση. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία.
  • Γαλουχία
    Διακόπτεται
    Είναι άγνωστο εάν η βουσουλφάνη και η DMA απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή έχει δειχθεί η πιθανότητα καρκινογένεσης με τη βουσουλφάνη σε μελέτες με ανθρώπους και ζώα, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη θεραπεία με βουσουλφάνη.
  • Γονιμότητα
    Επηρεάζει τη γονιμότητα
    Η βουσουλφάνη και η DMA μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα στον άνδρα ή τη γυναίκα. Συνεπώς, συνιστάται στον άνδρα να μην τεκνοποιεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να ενημερωθεί για τη δυνατότητα κρυοδιατήρησης του σπέρματος πριν τη θεραπεία λόγω πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο busulfan είναι αλκυλιωτικός παράγοντας που περιέχει 2 ευάλωτες methanesulfonate ομάδες οι οποίες συνδέονται στα αντίθετα άκρα μίας τετρακοβικής αλκυλικής αλυσίδας. Όταν ο busulfan υδρολυθεί, οι ομάδες μεθανεσουλονικές αποδεσμεύονται και παράγονται ιόντα…
monitor_heart
SPC-BUSILVEX

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Σουλφονούχα αλκύλια, κωδικός ATC: L01AB01. ### Μηχανισμός δράσης Η βουσουλφάνη είναι ένας ισχυρός κυτταροτοξικός παράγων και ένας αλκυλιωτικός παράγων διπλής λειτουργίας. Σε υδατικά μέσα, η απελευθέρωση των μεθανοσουλφονικών…

biotech
SPC-BUSILVEX

Φαρμακοκινητική

expand_more
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Busilvex έχουν μελετηθεί. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται για τη βιομετατροπή και την αποβολή βασίζονται στην από του στόματος χορηγούμενη βουσουλφάνη. ### Φαρμακοκινητική στους ενήλικες Απορρόφηση Η φαρμακοκινητική…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Η Busulfan μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Η Busulfan μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με γλουταθειόνη, τόσο αυθόρμητα όσο και με κατάλυση από γλουταθειόνη S-τρανσφεράση (GST). Η GSTA1 είναι η κύρια ισομορφή GST που διευκολύνει τον μεταβολισμό της…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Νεφρική λειτουργία water_dropΝεφρική λειτουργία περιοδικός Κατά τη θεραπεία με Busilvex
Αλκαλική φωσφατάση (ALP) gastroenterologyΗπατική λειτουργία συστηματικά Ηπατική ανεπάρκεια έως 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση
Αμινοτρανσφεράσες ορού (ALT/AST) gastroenterologyΗπατική λειτουργία συστηματικά Ηπατική ανεπάρκεια έως 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση
Χολερυθρίνη gastroenterologyΗπατική λειτουργία συστηματικά Ηπατική ανεπάρκεια έως 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση
Αιμοπετάλια bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος συχνά Κατά τη θεραπεία και μέχρι αποκατάσταση
Γενική αίματος (CBC) με διαφορικό bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος συχνά Κατά τη θεραπεία και μέχρι αποκατάσταση
Επίπεδα φαρμάκου (TDM) medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) κατά περίπτωση Παιδιά < 9 kg, ιδιαίτερα πολύ μικρά παιδιά και νεογνά
cardiology

ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Καρδιακή λειτουργία cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) συστηματικά Θεραπεία με Busilvex
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-BUSILVEX
expand_more

Το Busilvex πρέπει να χορηγείται υπό την εποπτεία ενός ιατρού που διαθέτει εμπειρία στη θεραπεία προετοιμασίας πριν από μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων. Το Busilvex χορηγείται πριν από τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ).

Δοσολογία

Busilvex σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη

Σε ενήλικες Η συνιστώμενη δόση και το δοσολογικό σχήμα είναι:

  • 0,8 mg/kg σωματικού βάρους (ΣΒ) βουσουλφάνης σε έγχυση δύο ωρών, κάθε 6 ώρες επί 4 διαδοχικές ημέρες για ένα σύνολο 16 δόσεων,
  • ακολουθούμενο απο τη χορήγηση κυκλοφωσφαμίδης 60 mg/kg/ημέρα επί 2 ημέρες, αρχόμενης τουλάχιστον 24 ώρες μετά από τη χορήγηση της 16ης δόσης του Busilvex (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως 17 ετών) Η συνιστώμενη δόση του Busilvex είναι ως κατωτέρω:

Παρόν σωματικό βάρος (kg) Δόση Busilvex (mg/kg)
<9 1,0
9 έως < 16 1,2
16 έως 23 1,1
> 23 έως 34 0,95
> 34 0,8

ακολουθούμενη από:

  • 4 κύκλους των 50 mg/kg σωματικού βάρους κυκλοφωσφαμίδης (BuCy4) ή
  • μία χορήγηση 140 mg/m2 μελφαλάνης (BuMel)

αρχόμενης τουλάχιστον 24 ώρες μετά από τη χορήγηση της 16ης δόσης του Busilvex. (βλ. Αλληλεπιδράσεις)

Το Busilvex χορηγείται ως έγχυση δύο ωρών κάθε 6 ώρες και επί 4 συνεχόμενες ημέρες για ένα σύνολο 16 δόσεων πριν από τη χορήγηση της κυκλοφωσφαμίδης ή της μελφαλάνης και τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ).

Ηλικιωμένοι ασθενείς Ασθενείς με ηλικία μεγαλύτερη των 50 ετών (n= 23) υποβλήθηκαν επιτυχώς σε θεραπεία με Busilvex χωρίς προσαρμογή της δόσης. Όμως, περιορισμένα δεδομένα είναι διαθέσιμα για την ασφαλή χορήγηση του Busilvex σε ασθενείς άνω των 60 ετών. Στους ηλικιωμένους πρέπει να χρησιμοποιείται η ίδια δόση (βλ. Φαρμακοκινητικές) που χρησιμοποιείται και για τους ενήλικες (< 50 ετών).

Busilvex σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη (FB)

Σε ενήλικες Η συνιστώμενη δόση και το δοσολογικό σχήμα είναι:

  • φλουδαραβίνη χορηγούμενη ως εφάπαξ ημερήσια έγχυση μιας ώρας σε δόση 30 mg/m2 επί 5 συνεχόμενες ημέρες ή σε δόση 40 mg/m2 επί 4 συνεχόμενες ημέρες.
  • το Busilvex θα χορηγείται σε δόση 3,2 mg/kg ως εφάπαξ ημερήσια έγχυση τριών ωρών αμέσως μετά τη φλουδαραβίνη για 2 ή 3 συνεχόμενες ημέρες.

Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως 17 ετών) Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του σχήματος FB στον παιδιατρικό πληθυσμό δεν έχει τεκμηριωθεί.

Ηλικιωμένοι ασθενείς Δεν έχει διερευνηθεί η χορήγηση του σχήματος FB ειδικά σε ηλικιωμένους ασθενείς. Ωστόσο, περισσότεροι από 500 ασθενείς ηλικίας ≥ 55 ετών αναφέρθηκαν σε δημοσιεύσεις με σχήματα προετοιμασίας FB, να εμφανίζουν αποτελεσματικότητα όμοια με νεότερων ασθενών. Δε θεωρείται απαραίτητη η προσαρμογή της δόσης.

Παχύσαρκοι ασθενείς

Σε ενήλικες Στους παχύσαρκους ασθενείς, πρέπει να εξετασθεί η διαμόρφωση της δοσολογίας με βάση το προσαρμοσμένο ιδανικό σωματικό βάρος (πΙΣΒ). Το ιδανικό σωματικό βάρος (ΙΣΒ) υπολογίζεται ως ακολούθως:

  • ΙΣΒ άνδρες (kg) = 50 + 0,91 x (ύψος σε cm-152),
  • ΙΣΒ γυναίκες (kg) = 45 + 0,91 x (ύψος σε cm-152).

To προσαρμοσμένο ιδανικό σωματικό βάρος (πΙΣΒ) υπολογίζεται ως ακολούθως:

  • πΙΣΒ = ΙΒΣ + 0,25 x (πραγματικό βάρος σώματος - ΙΣΒ).

Σε παιδιατρικό πληθυσμό Το φαρμακευτικό προϊόν δε συνιστάται σε παχύσαρκα παιδιά και εφήβους με δείκτη σωματικής μάζας Βάρος (kg)/(m2) > 30 kg/m2 μέχρι να είναι διαθέσιμα επιπλέον δεδομένα.

Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ωστόσο, αφού η βουσουλφάνη έχει μέτρια απέκκριση από τα ούρα, δε συνιστάται τροποποίηση δόσης σε αυτούς τους ασθενείς. Ωστόσο, συνιστάται προσοχή (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).

Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια Το Busilvex καθώς και η βουσουλφάνη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Συνιστάται προσοχή, ιδιαίτερα στους ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Τρόπος χορήγησης

Προφυλάξεις που πρέπει να ληφθούν πριν από τον χειρισμό ή τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος Το Busilvex πρέπει να αραιώνεται πριν από τη χορήγηση. Πρέπει να επιτυγχάνεται τελική συγκέντρωση περίπου 0,5 mg/ml βουσουλφάνης. Το Busilvex πρέπει να χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση μέσω κεντρικού φλεβικού καθετήρα. Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6. Το Busilvex δεν πρέπει να δίνεται με ταχεία ενδοφλέβια ένεση εφόδου (bolus) ή ενέσεις σε περιφερικές φλέβες. Όλοι οι ασθενείς πρέπει να έχουν υποβληθεί προηγουμένως σε φαρμακευτική θεραπεία με αντιεπιληπτικά φαρμακευτικά προϊόντα για να προληφθούν σπασμοί που έχουν αναφερθεί με τη χρήση υψηλών δόσεων βουσουλφάνης. Συνιστάται η χορήγηση αντιεπιληπτικών 12 ώρες πριν τη χορήγηση του Busilvex έως και 24 ώρες μετά την τελευταία χορήγησή του. Σε μελέτες με ενήλικες και σε παιδιατρικές μελέτες, οι ασθενείς έλαβαν είτε φαινυτοΐνη ή βενζοδιαζεπίνες ως θεραπεία προφύλαξης για τους σπασμούς. (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Πριν από την πρώτη δόση Busilvex πρέπει να χορηγηθούν αντιεμετικά και να συνεχισθούν σε σταθερό πρόγραμμα, σύμφωνα με την εκάστοτε νοσοκομειακή πρακτική, κατά τη χορήγησή του.

block

Αντενδείξεις

SPC-BUSILVEX
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Κύηση (βλ. Κύηση και γαλουχία).
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-BUSILVEX
expand_more

Η συνέπεια της θεραπείας με Busilvex στη συνιστώμενη δόση και σχήμα είναι η έντονη μυελοκαταστολή, που εμφανίζεται σε όλους τους ασθενείς. Μπορεί να αναπτυχθεί σοβαρή κοκκιοκυτταροπενία, θρομβοκυτταροπενία, αναιμία ή οποιοσδήποτε συνδυασμός αυτών. Κατά τη θεραπεία και μέχρι να επιτευχθεί αποκατάσταση, πρέπει να παρακολουθούνται συχνά οι γενικές εξετάσεις αίματος, συμπεριλαμβανομένου του διαφορικού αριθμού λευκών αιμοσφαιρίων και του αριθμού αιμοπεταλίων. Πρέπει να εξετασθεί η προφυλακτική ή η εμπειρική χρήση φαρμάκων κατά των λοιμώξεων (βακτηριακών, μυκητιασικών, ιϊκών) για την πρόληψη και αντιμετώπιση των λοιμώξεων κατά την ουδετεροπενική περίοδο. Όπως ενδείκνυται ιατρικά, πρέπει να εφαρμοσθεί υποστηρικτική αγωγή με αιμοπετάλια και ερυθρά αιμοσφαίρια, καθώς και χρήση αυξητικών παραγόντων, όπως ο παράγων διέγερσης κοκκιοκυττάρων (G-CSF).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Σε παιδιά < 9 kg, η παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων του φαρμάκου δικαιολογείται ίσως κατά περίπτωση, ιδιαίτερα σε πάρα πολύ μικρά παιδιά και νεογνά (βλ. Φαρμακοκινητικές). Τα κύτταρα της αναιμίας Fanconi παρουσιάζουν υπερευαισθησία σε διασταυρούμενους παράγοντες. Υπάρχει περιορισμένη κλινική εμπειρία με τη χρήση της βουσουλφάνης ως συστατικού παράγοντα μιας θεραπείας προετοιμασίας πριν από τη συμβατική μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (HSCT) στα παιδιά με αναιμία Fanconi. Συνεπώς, το Busilvex θα χρησιμοποιείται με προσοχή σε αυτή την κατηγορία ασθενών.

Ηπατική ανεπάρκεια

Το Busilvex καθώς και η βουσουλφάνη, δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια. Εφόσον η βουσουλφάνη μεταβολίζεται κυρίως δια της ηπατικής οδού, συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν χρησιμοποιείται το Busilvex σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική ανεπάρκεια, ιδιαίτερα σε αυτούς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια. Όταν υποβάλλονται σε αγωγή αυτοί οι ασθενείς, συνιστάται να παρακολουθούνται συστηματικά έως και 28 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση, για έγκαιρη ανίχνευση ηπατοτοξικότητας, οι τρανσαμινάσες ορού, η αλκαλική φωσφατάση και η χολερυθρίνη. Η ηπατική φλεβο-αποφρακτική νόσος είναι μια σημαντική επιπλοκή που μπορεί να συμβεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Busilvex. Ασθενείς που είχαν προηγουμένως υποβληθεί σε ακτινοθεραπεία, μεγαλύτερης διάρκειας από ή ίσης με τρεις κύκλους χημειοθεραπείας ή έχουν λάβει προηγούμενα μόσχευμα προγονικών κυττάρων, μπορεί να είναι αυξημένου κινδύνου (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Αλληλεπιδράσεις

Συνιστάται προσοχή όταν προηγουμένως (λιγότερο από 72 ώρες) ή ταυτόχρονα με το Busilvex χρησιμοποιείται παρακεταμόλη, λόγω πιθανής μείωσης του μεταβολισμού της βουσουλφάνης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Καρδιακή λειτουργία

Όπως προκύπτει από τις κλινικές μελέτες, κανένας ασθενής δεν εκδήλωσε καρδιακό επιπωματισμό ή άλλη ειδική καρδιακή τοξικότητα σχετιζόμενη με το Busilvex. Ωστόσο, η καρδιακή λειτουργία θα πρέπει να ελέγχεται συστηματικά στους ασθενείς που λαμβάνουν Busilvex (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Πνευμονική τοξικότητα

Στις μελέτες με το Busilvex, αναφέρθηκε η εμφάνιση συνδρόμου οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας με εξέλιξη σε αναπνευστική ανεπάρκεια που σχετιζόταν με διάμεση πνευμονική ίνωση, σε έναν ασθενή ο οποίος κατέληξε, χωρίς όμως να βρεθεί καμία σαφής αιτιολογία. Επιπρόσθετα, η βουσουλφάνη μπορεί να προκαλέσει πνευμονική τοξικότητα η οποία μπορεί να είναι αθροιστική της δράσης άλλων κυτταροτοξικών παραγόντων. Συνεπώς, πρέπει να δίνεται προσοχή σε αυτή την πνευμονολογική παράμετρο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προγενέστερο ιστορικό ακτινοβολίας στο μεσοθωράκιο ή στον πνεύμονα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Νεφρική λειτουργία

Συνιστάται περιοδικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας κατά τη θεραπεία με το Busilvex (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Σπασμοί

Σε θεραπεία με υψηλή δόση βουσουλφάνης, έχουν αναφερθεί σπασμοί. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δίνεται όταν χορηγείται η συνιστώμενη δόση Busilvex σε ασθενείς με ιστορικό σπασμών. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν πλήρη αντιεπιληπτική προφύλαξη. Σε μελέτες με ενήλικες και με παιδιά, τα δεδομένα με το Busilvex ελήφθησαν όταν χρησιμοποιήθηκε συγχορήγηση είτε φαινυτοΐνης ή βενζοδιαζεπινών προφυλακτικά για τους σπασμούς. Οι επιδράσεις αυτών των αντιεπιληπτικών φαρμάκων στη φαρμακοκινητική της βουσουλφάνης ερευνήθηκαν σε μια μελέτη φάσης ΙΙ. (βλ. Αλληλεπιδράσεις)

Καρκινογένεση / Δεύτερη κακοήθεια

Πρέπει να εξηγηθεί στον ασθενή ο αυξημένος κίνδυνος μιας δεύτερης κακοήθειας. Με βάση τα δεδομένα στους ανθρώπους, η βουσουλφάνη έχει ταξινομηθεί από την Διεθνή Επιτροπή για την Έρευνα στον Καρκίνο (IARC) ως καρκινογόνο για τον άνθρωπο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συμπέρανε ότι υπάρχει αιτιολογική συσχέτιση μεταξύ της έκθεσης στη βουσουλφάνη και του καρκίνου. Οι ασθενείς με λευχαιμία υπό αγωγή με βουσουλφάνη αναπτύσσουν αρκετές κυτταρολογικές ανωμαλίες και κάποιοι αναπτύσσουν καρκινώματα. Η βουσουλφάνη πιστεύεται ότι είναι λευχαιμιογόνος.

Γονιμότητα

Η βουσουλφάνη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα. Γι’ αυτό, συνιστάται οι άνδρες υπό θεραπεία με Busilvex να μην τεκνοποιούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως έξι μήνες από την ολοκλήρωση της θεραπείας και να συμβουλεύονται για τη δυνατότητα κρυογονικής συντήρησης του σπέρματος πριν τη θεραπεία, λόγω της πιθανότητας μη αναστρέψιμης μείωσης της γονιμότητας που οφείλεται στη θεραπεία με Busilvex. Καταστολή της λειτουργίας των ωοθηκών και αμηνόρροια με εμμηνοπαυσιακά συμπτώματα απαντώνται συχνά σε προ-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η θεραπεία με βουσουλφάνη σε προ-εφηβικά κορίτσια αναστέλλει την εμφάνιση της εφηβείας λόγω μη ανάπτυξης των ωοθηκών. Σε αγόρια ασθενείς έχουν αναφερθεί ανικανότητα, στειρότητα, αζωοσπερμία και ατροφία όρχεων. Ο διαλύτης διμεθυλακεταμίδη (DMA) επίσης μπορεί να μειώσει τη γονιμότητα. Η DMA μειώνει τη γονιμότητα στα αρσενικά και θηλυκά τρωκτικά (βλ. Κύηση και γαλουχία και Προκλινικά δεδομένα).

Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια

Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις θρομβωτικής μικροαγγειοπάθειας μετά από μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων (HCT), περιλαμβανομένων θανατηφόρων περιστατικών, σε σχήματα προετοιμασίας υψηλής δόσης, στα οποία χορηγήθηκε βουσουλφάνη σε συνδυασμό με άλλη θεραπεία προετοιμασίας.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-BUSILVEX
expand_more
Δεν πραγματοποιήθηκαν ειδικές κλινικές δοκιμές για να αξιολογήσουν την αλληλεπίδραση μεταξύ ενδοφλέβιας βουσουλφάνης και ιτρακοναζόλης. Στις δημοσιευμένες μελέτες με ενήλικες, αναφέρεται ότι η χορήγηση ιτρακοναζόλης ή μετρονιδαζόλη σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις βουσουλφάνης, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κάθαρση της βουσουλφάνης. Επίσης, υπάρχουν δημοσιευμένες αναφορές περιστατικών αυξημένων επιπέδων βουσουλφάνης στο πλάσμα μετά από χορήγηση μετρονιδαζόλης. Οι ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή με βουσουλφάνη και ιτρακοναζόλη ή μετρονιδαζόλη πρέπει να παρακολουθούνται στενά για συμπτώματα τοξικότητας της βουσουλφάνης. Δεν παρατηρήθηκε αλληλεπίδραση όταν η βουσουλφάνη συνδυάστηκε με φλουκοναζόλη (αντιμυκητιασικός παράγοντας). Οι δημοσιευμένες μελέτες σε ενήλικες περιγράφουν ότι η κετοβεμιδόνη (αναλγητικό) μπορεί να σχετίζεται με υψηλότερα επίπεδα βουσουλφάνης στο πλάσμα. Γι’ αυτό συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνδυάζονται οι δύο αυτές ουσίες. Στους ενήλικες, για το σχήμα BuCy2, έχει αναφερθεί ότι το χρονικό διάστημα μεταξύ της τελευταίας χορήγησης βουσουλφάνης από του στόματος και της πρώτης χορήγησης κυκλοφωσφαμίδης μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη τοξικότητας. Μειωμένη συχνότητα εμφάνισης Ηπατικής ΦλεβοΑποφρακτικής Νόσου (HVOD) και άλλης σχετικής με το σχήμα τοξικότητας έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς όταν το μεσοδιάστημα χορήγησης μεταξύ της τελευταίας δόσης από του στόματος βουσουλφάνης και της πρώτης δόσης κυκλοφωσφαμίδης είναι > 24 ώρες. Δεν υπάρχει κοινή μεταβολική οδός μεταξύ της βουσουλφάνης και της φλουδαραβίνης. Στους ενήλικες, για το σχήμα FB, οι δημοσιευμένες μελέτες δεν ανέφεραν οποιαδήποτε αμοιβαία αλληλεπίδραση φαρμάκου-φαρμάκου μεταξύ της βουσουλφάνης και φλουδαραβίνης που χορηγούνται ενδοφλέβια. Σε παιδιατρικό πληθυσμό, για το σχήμα BuMel έχει αναφερθεί ότι η χορήγηση της μελφαλάνης νωρίτερα των 24 ωρών από την τελευταία χορήγηση της από του στόματος βουσουλφάνης, μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη τοξικότητας. Έχει περιγραφεί ότι η παρακεταμόλη μειώνει τα επίπεδα γλουταθειόνης στο αίμα και στους ιστούς και κατά συνέπεια μπορεί να μειώσει την κάθαρση βουσουλφάνης όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς που συμμετείχαν στις κλινικές δοκιμές που έγιναν με την ενδοφλέβια βουσουλφάνη, χορηγήθηκαν προφυλακτικά για τους σπασμούς είτε φαινυτοΐνη ή βενζοδιαζεπίνες (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η συστηματική συγχορήγηση φαινυτοΐνης σε ασθενείς που λαμβάνουν υψηλή δόση από του στόματος βουσουλφάνης έχει αναφερθεί ότι αυξάνει την κάθαρση της βουσουλφάνης, εξαιτίας της ενεργοποίησης της γλουταθειόνης S τρανσφεράσης, αν και δεν έχει αναφερθεί καμία αλληλεπίδραση όταν βενζοδιαζεπίνες, όπως η διαζεπάμη, κλοναζεπάμη ή λοραζεπάμη, έχουν χρησιμοποιηθεί για πρόληψη των σπασμών με υψηλή δόση βουσουλφάνης. Καμία ένδειξη επαγωγικής δράσης της φαινυτοΐνης δεν παρατηρήθηκε στα δεδομένα του Busilvex. Έγινε μια κλινική δοκιμή φάσης II προκειμένου να αξιολογηθεί η επίδραση της θεραπείας προφύλαξης για τους σπασμούς στη φαρμακοκινητική της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης. Σε αυτή τη μελέτη, 24 ενήλικες ασθενείς έλαβαν κλοναζεπάμη (0,025-0,03 mg/kg/ημέρα ως συνεχόμενες ενδοφλέβιες εγχύσεις) ως αντιεπιληπτική θεραπεία και τα ΦΚ δεδομένα αυτών των ασθενών συγκρίθηκαν με ιστορικά δεδομένα που συλλέχθηκαν σε ασθενείς που υπεβλήθησαν σε θεραπεία με φαινυτοΐνη. Η ανάλυση των δεδομένων μέσω μιας μεθόδου πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής δεν έδειξε καμία διαφορά στην κάθαρση της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης μεταξύ της θεραπείας με φαινυτοΐνη και της θεραπείας με κλοναζεπάμη και επομένως, επετεύχθησαν οι ίδιες εκθέσεις στη βουσουλφάνη του πλάσματος ανεξαρτήτως του τύπου προφύλαξης για τους σπασμούς. Δεν έχει αναφερθεί καμία αλληλεπίδραση όταν η βουσουλφάνη συνδυάζεται με τα 5HT3 αντιεμετικά όπως ονδανσετρόνη ή γρανισετρόνη.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-BUSILVEX
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Busilvex σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη

Στους ενήλικες Οι πληροφορίες για τις ανεπιθύμητες ενέργειες προκύπτουν από δύο κλινικές δοκιμές (n=103) του Busilvex. Σοβαρή τοξικότητα που συμπεριλαμβάνει το αιματολογικό, ηπατικό και αναπνευστικό σύστημα, θεωρήθηκε ως αναμενόμενη συνέπεια της αγωγής προετοιμασίας και της διαδικασίας μεταμόσχευσης. Στην τοξικότητα αυτή συμπεριλαμβάνεται λοίμωξη και αντίδραση ξενιστή (GVHD) στο μόσχευμα, τα οποία παρότι δεν ήταν άμεσα συσχετιζόμενα, ήταν οι κύριες αιτίες νοσηρότητας και θνησιμότητας, ιδιαίτερα στην ετερόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων.

Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Η μυελοκαταστολή και η ανοσοκαταστολή ήταν οι επιθυμητές θεραπευτικές δράσεις της αγωγής προετοιμασίας. Συνεπώς, όλοι οι ασθενείς εκδήλωσαν έντονη κυτταροπενία: λευκοπενία 96%, θρομβοκυτταροπενία 94% και αναιμία 88%. Ο μέσος χρόνος εκδήλωσης ουδετεροπενίας ήταν 4 ημέρες τόσο για τους ασθενείς με αυτόλογη όσο και αυτούς με ετερόλογη μεταμόσχευση. Η μέση διάρκεια ουδετεροπενίας ήταν 6 ημέρες και 9 ημέρες για τους ασθενείς με αυτόλογη και ετερόλογη μεταμόσχευση αντίστοιχα.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Τα δεδομένα της συχνότητας εμφάνισης οξείας αντίδρασης του ξενιστή (a-GVHD) στο μόσχευμα συλλέχθηκαν στη μελέτη OMC-BUS-4 (ετερόλογη μεταμόσχευση) (n=61). Συνολικά 11 ασθενείς (18%) εκδήλωσαν οξεία αντίδραση του ξενιστή στο μόσχευμα, εκ των οποίων 13% (8/61) παρουσίασαν βαθμό τοξικότητας I-II ενώ 5% (3/61) βαθμό τοξικότητας III-IV, βρέθηκε δε σοβαρή σε 3 ασθενείς. Η χρόνια αντίδραση του ξενιστή στο μόσχευμα, αναφέρθηκε ως σοβαρής μορφής ή ως αιτία θανάτου σε 3 ασθενείς.

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Το 39% των ασθενών (40/103) εκδήλωσαν ένα ή περισσότερα επεισόδια λοίμωξης, από τα οποία το 83% (33/40) κρίθηκαν ως ήπια ή μέτρια. Η πνευμονία ήταν θανατηφόρος στο 1% (1/103) και απειλητική για τη ζωή στο 3% των ασθενών. Άλλες λοιμώξεις θεωρήθηκαν σοβαρές στο 3% των ασθενών. Πυρετός αναφέρθηκε στο 87% των ασθενών και ήταν ήπιος/μέτριος στο 84% και σοβαρός στο 3%. Το 47% των ασθενών εκδήλωσε ρίγη, τα οποία ήταν ήπιας/μέτριας μορφής στο 46% και σοβαρής μορφής στο 1%.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: 15% των Σοβαρών Ανεπιθύμητων Ενεργειών (ΣΑΕ) περιλάμβαναν ηπατική τοξικότητα. H φλεβοαποφρακτική νόσος (ΦΑΝ) είναι μία αναγνωρισμένη πιθανή επιπλοκή της θεραπείας προετοιμασίας μετά τη μεταμόσχευση. Έξι από τους 103 ασθενείς (6%) εκδήλωσαν φλεβοαποφρακτική νόσο. ΦΑΝ παρουσιάσθηκε στο 8,2% (5/61) των ασθενών με ετερόλογη μεταμόσχευση (θανατηφόρος σε 2 ασθενείς) και στο 2,5% (1/42) των ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση. Επίσης παρατηρήθηκαν αυξημένη χολερυθρίνη (n=3) και αυξημένες τρανσαμινάσες (n=1). Δύο από τους ανωτέρω τέσσερις ασθενείς με σοβαρά ευρήματα ηπατοτοξικότητας στον ορό ήταν μεταξύ των ασθενών με διαγνωσμένη ΦΑΝ.

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Στις μελέτες με το Busilvex, ένας ασθενής ανέπτυξε θανατηφόρο σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας με εξέλιξη σε αναπνευστική ανεπάρκεια σχετιζόμενη με διάμεση πνευμονική ίνωση.

Παιδιατρικός πληθυσμός Οι πληροφορίες για τις ανεπιθύμητες ενέργειες προέρχονται από την κλινική μελέτη σε παιδιατρικούς ασθενείς (n=55). Σοβαρή τοξικότητα που περιλαμβάνει το ηπατικό και το αναπνευστικό σύστημα θεωρήθηκε αναμενόμενη συνέπεια της θεραπείας προετοιμασίας και της διαδικασίας της μεταμόσχευσης.

Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Τα δεδομένα της συχνότητας εμφάνισης οξείας αντίδρασης του ξενιστή στο μόσχευμα (a-GVHD) συλλέχθηκαν από τους ασθενείς με ετερόλογη μεταμόσχευση (n=28). Συνολικά 14 ασθενείς (50%) εκδήλωσαν οξεία αντίδραση του ξενιστή στο μόσχευμα. Η συχνότητα της οξείας αντίδρασης του ξενιστή στο μόσχευμα με βαθμό τοξικότητας I-II ήταν 46,4% (13/28), ενώ με βαθμό τοξικότητας III-IV ήταν 3,6% (1/28). Η χρόνια αντίδραση του ξενιστή στο μόσχευμα, αναφέρθηκε μόνο εάν ήταν η αιτία θανάτου: ένας ασθενής πέθανε 13 μήνες μετά τη μεταμόσχευση.

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Λοιμώξεις (επιβεβαιωμένη και μη επιβεβαιωμένη εμπύρετη ουδετεροπενία) εκδήλωσε το 89% των ασθενών (49/55). Ήπιος/μέτριος πυρετός αναφέρθηκε στο 76% των ασθενών.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Βαθμού 3 αυξημένες τρανσαμινάσες αναφέρθηκαν στο 24% των ασθενών. Φλεβοαποφρακτική νόσος (ΦΑΝ) αναφέρθηκε στο 15% (4/27) και στο 7% (2/28) των ασθενών με αυτόλογη και ετερόλογη μεταμόσχευση αντίστοιχα. H φλεβοαποφρακτική νόσος (ΦΑΝ) που παρατηρήθηκε δεν ήταν ούτε θανατηφόρος ούτε σοβαρή και υπαναχώρησε σε όλες τις περιπτώσεις.

Busilvex σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη (FB)

Στους ενήλικες Το προφίλ ασφάλειας του Busilvex όταν συνδυάζεται με φλουδαραβίνη (FB) έχει εξετασθεί με ανασκόπηση των ανεπιθύμητων ενεργειών που αναφέρθηκαν σε δημοσιευμένα δεδομένα από κλινικές δοκιμές για το σχήμα RIC. Στις μελέτες αυτές, συνολικά 1574 ασθενείς έλαβαν FB ως σχήμα προετοιμασίας μειωμένης έντασης (RIC) πριν από τη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων. Η μυελοκαταστολή και η ανοσοκαταστολή ήταν οι επιθυμητές θεραπευτικές δράσεις του σχήματος προετοιμασίας και συνεπώς δε θεωρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες.

Λοιμώξεις και παρασιτώσεις: Η εμφάνιση επεισοδίων λοίμωξης ή η επανενεργοποίηση ευκαιριακών λοιμογόνων παραγόντων αντανακλά κυρίως την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος του ασθενή που λαμβάνει σχήμα προετοιμασίας. Οι πιο συχνές λοιμώδεις ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν επανενεργοποίηση Κυτταρομεγαλοϊού (CMV) [εύρος: 30,7% - 80,0%], επανενεργοποίηση Ιού Εpstein-Barr (EBV) [εύρος: 2,3% - 61%], βακτηριακές λοιμώξεις [εύρος: 32,0% - 38,9%] και ιογενείς λοιμώξεις [εύρος: 1,3% - 17,2%].

Διαταραχές του γαστρεντερικού: Η υψηλότερη συχνότητα ναυτίας και έμετου ήταν 59,1% και η υψηλότερη συχνότητα στοματίτιδας ήταν 11%.

Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Έχει υπονοηθεί ότι τα σχήματα προετοιμασίας που περιέχουν φλουδαραβίνη συσχετίστηκαν με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ευκαιριακών λοιμώξεων μετά τη μεταμόσχευση εξαιτίας της ανοσοκατασταλτικής δράσης της φλουδαραβίνης. Όψιμες αιμορραγικές κυστίτιδες που εμφανίζονται 2 εβδομάδες μετά τη μεταμόσχευση είναι πιθανόν να σχετίζονται με ιογενή λοίμωξη/επανενεργοποίηση. Αναφέρθηκε αιμορραγική κυστίτιδα συμπεριλαμβανομένης αιμορραγικής κυστίτιδας που προκαλείται από ιογενή λοίμωξη, σε εύρος μεταξύ 16% και 18,1%.

Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Αναφέρθηκε φλεβοαποφρακτική νόσος (ΦΑΝ) με εύρος μεταξύ 3,9% και 15,4%. Η θνησιμότητα που σχετίζεται με τη θεραπεία/θνησιμότητα χωρίς υποτροπή (TRM/NRM) που αναφέρθηκε μέχρι την ημέρα +100 μετά τη μεταμόσχευση έχει επίσης εξετασθεί με ανασκόπηση των δημοσιευμένων δεδομένων από κλινικές δοκιμές. Θεωρήθηκαν ως θάνατοι που θα μπορούσαν να αποδοθούν σε δευτερογενείς ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από ΜΑΠΚ και δε σχετίζονταν με την υποτροπή/εξέλιξη των υποκείμενων αιματολογικών κακοηθειών. Οι πιο συχνές αιτίες των αναφερόμενων TRM/NRMs ήταν λοίμωξη/σηψαιμία, αντίδραση μοσχεύματος έναντι ξενιστή (GVHD), πνευμονοπάθειες και ανεπάρκεια οργάνων.

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Οι συχνότητες προσδιορίζονται ως: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100, < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000, <1/100) ή μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που προέρχονται από έρευνα μετά την κυκλοφορία στην αγορά εμφανίζονται στους πίνακες με συχνότητα «μη γνωστές».

Busilvex σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη ή μελφαλάνη Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν στους ενήλικες και στους παιδιατρικούς ασθενείς ως περισσότερες του ενός μεμονωμένου περιστατικού καταγράφονται κατωτέρω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Εντός κάθε ομάδας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.

Busilvex σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη (FB) Η συχνότητα εμφάνισης κάθε ανεπιθύμητης ενέργειας που παρουσιάζεται στον ακόλουθο πίνακα έχει προσδιορισθεί σύμφωνα με την υψηλότερη συχνότητα που παρατηρήθηκε σε δημοσιευμένες κλινικές δοκιμές για το σχήμα RIC, για τις οποίες ο πληθυσμός που θεραπεύθηκε με FB προσδιορίσθηκε σαφώς, ανεξαρτήτως των δοσολογικών σχημάτων βουσουλφάνης και των καταληκτικών σημείων. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν ως περισσότερες του ενός μεμονωμένου περιστατικού καταγράφονται κατωτέρω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών

Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-BUSILVEX
expand_more

Εγκυμοσύνη

Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ) αντενδείκνυται στις εγκύους, συνεπώς το Busilvex αντενδείκνυται κατά την εγκυμοσύνη. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (εμβρυϊκή θνησιμότητα και δυσμορφίες) (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δε διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση βουσουλφάνης ή DMA σε έγκυρες γυναίκες. Έχουν αναφερθεί λίγες περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών με χαμηλή δόση από του στόματος βουσουλφάνης, οι οποίες δεν αποδίδονται απαραίτητα στη δραστική ουσία και η έκθεση κατά το τρίτο τρίμηνο μπορεί να σχετίζεται με μειωμένη ενδομήτρια αύξηση.

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία.

Θηλασμός

Είναι άγνωστο εάν η βουσουλφάνη και η DMA απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Επειδή έχει δειχθεί η πιθανότητα καρκινογένεσης με τη βουσουλφάνη σε μελέτες με ανθρώπους και ζώα, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη θεραπεία με βουσουλφάνη.

Γονιμότητα

Η βουσουλφάνη και η DMA μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα στον άνδρα ή τη γυναίκα. Συνεπώς, συνιστάται στον άνδρα να μην τεκνοποιεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας και έως 6 μήνες μετά τη θεραπεία και να ενημερωθεί για τη δυνατότητα κρυοδιατήρησης του σπέρματος πριν τη θεραπεία λόγω πιθανότητας μη αναστρέψιμης στειρότητας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-BUSILVEX
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία

Σουλφονούχα αλκύλια, κωδικός ATC: L01AB01.

Μηχανισμός δράσης

Η βουσουλφάνη είναι ένας ισχυρός κυτταροτοξικός παράγων και ένας αλκυλιωτικός παράγων διπλής λειτουργίας. Σε υδατικά μέσα, η απελευθέρωση των μεθανοσουλφονικών ομάδων παράγει καρβονικά ιόντα τα οποία μπορούν να αλκυλιώσουν το DNA, που θεωρείται ότι είναι σημαντικός βιολογικός μηχανισμός για την κυτταροτοξική δράση του.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Busilvex σε συνδυασμό με κυκλοφωσφαμίδη

Στους ενήλικες Η τεκμηρίωση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Busilvex σε συνδυασμό με την κυκλοφωσφαμίδη στο σχήμα BuCy2 και πριν τη συμβατική ετερόλογη και/ή αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων, προκύπτει από δύο κλινικές δοκιμές (OMC-BUS-4 και OMC-BUS-3). Δύο προοπτικές, μονού σκέλους, ανοικτές, μη ελεγχόμενες μελέτες φάσης ΙΙ έγιναν σε ασθενείς με αιματολογικές διαταραχές, η πλειοψηφία των οποίων είχε προχωρημένη νόσο. Οι ασθένειες που περιελήφθησαν ήταν οξεία λευχαιμία μετά την πρώτη ύφεση, που ήταν στην πρώτη υποτροπή ή στις επόμενες υποτροπές, μετά την πρώτη ύφεση (υψηλού κινδύνου) ή μετά από αποτυχία της θεραπείας εφόδου, χρόνια μυελογενής λευχαιμία σε χρόνιο ή προχωρημένο στάδιο, πρωτογενής ανθετική ή ανθετική υποτροπιάζουσα νόσος του Hodgkin ή μη Hodgkin λέμφωμα και μυελοδυσπλαστικό σύνδρομο. Οι ασθενείς έλαβαν δόσεις 0,8 mg/kg βουσουλφάνης ενδοφλέβια κάθε 6 ώρες για 16 δόσεις συνολικά ακολουθούμενες από κυκλοφωσφαμίδη 60 mg/kg μία φορά ημερησίως επί δύο ημέρες (σχήμα BuCy2). Στις μελέτες αυτές, οι κύριες παράμετροι αποτελεσματικότητας ήταν η μυελοκαταστολή, η πραγματοποίηση της μεταμόσχευσης, η υποτροπή και η επιβίωση. Και στις δύο μελέτες, οι ασθενείς έλαβαν 16/16 δόσεις του σχήματος Busilvex. Κανένας ασθενής δε διέκοψε τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονταν με το Busilvex. Όλοι οι ασθενείς εκδήλωσαν έντονη μυελοκαταστολή. Ο χρόνος που ο Απόλυτος Αριθμός Ουδετερόφιλων (ANC) ήταν μεγαλύτερος από 0,5x109/l ήταν 13 ημέρες (εύρος 9-29 ημέρες) στους ασθενείς με ετερόλογη μεταμόσχευση (OMC-BUS 4) και 10 ημέρες (εύρος 8-19 ημέρες) στους ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση (OMC-BUS 3). Σε όλους τους αξιολογήσιμους ασθενείς έγινε μεταμόσχευση. Δεν υπάρχει πρωτογενής ή δευτερογενής απόρριψη μοσχεύματος. Στους ασθενείς με ετερόλογη μεταμόσχευση, η συνολική θνησιμότητα καθώς και η χωρίς υποτροπή θνησιμότητα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 100 ημερών μετά τη μεταμόσχευση ήταν (8/61) 13% και (6/61) 10%, αντίστοιχα. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δεν υπήρξε θάνατος στους ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η τεκμηρίωση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του Busilvex σε συνδυασμό με την κυκλοφωσφαμίδη στο σχήμα BuCy4 ή με τη μελφαλάνη στο σχήμα BuMel πριν από τη συμβατική αλλογενή και/ή αυτόλογη μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων προκύπτει από την κλινική δοκιμή F60002 IN 101 G0. Οι ασθενείς έλαβαν τη δοσολογία που αναφέρεται (βλ. Δοσολογία). Όλοι οι ασθενείς εκδήλωσαν έντονη μυελοκαταστολή. Ο χρόνος για Απόλυτο Αριθμό Ουδετερόφιλων (ANC) μεγαλύτερο του 0,5x109/l ήταν 21 ημέρες (εύρος 12-47 ημέρες) στους ασθενείς με αλλογενή μεταμόσχευση και 11 ημέρες (εύρος 10-15 ημέρες) στους ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση. Σε όλα τα παιδιά έγινε μεταμόσχευση. Δεν υπάρχει πρωτογενής ή δευτερογενής απόρριψη μοσχεύματος. Το 93% των ασθενών με αλλογενή μεταμόσχευση έδειξαν πλήρη χιμαιρισμό. Δεν υπήρξε θάνατος σχετιζόμενος με το θεραπευτικό σχήμα κατά τις πρώτες 100 ημέρες μετά τη μεταμόσχευση και έως ένα έτος μετά τη μεταμόσχευση.

Busilvex σε συνδυασμό με φλουδαραβίνη (FB)

Στους ενήλικες Η τεκμηρίωση για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Busilvex σε συνδυασμό με τη φλουδαραβίνη (FB) πριν από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων, προκύπτει από βιβλιογραφική ανασκόπηση 7 δημοσιευμένων μελετών σε 731 ασθενείς με μυελοειδείς και λεμφοειδείς κακοήθειες, οι οποίες αναφέρουν τη χρήση ενδοβλέβιας βουσουλφάνης που εγχύθηκε μία φορά ημερησίως αντί για τέσσερις δόσεις την ημέρα. Οι ασθενείς έλαβαν σχήμα προετοιμασίας με βάση τη χορήγηση φλουδαραβίνης ακολουθούμενης αμέσως από εφάπαξ ημερήσια δόση 3,2 mg/kg βουσουλφάνης για 2 ή 3 συνεχόμενες ημέρες. Η συνολική δόση βουσουλφάνης ανά ασθενή ήταν μεταξύ 6,4 mg/kg και 9,6 mg/kg. Ο συνδυασμός FB επέτρεψε επαρκή αφανισμό του μυελού που διαμορφώθηκε από την ένταση του σχήματος προετοιμασίας μέσω τροποποίησης του αριθμού των ημερών έγχυσης βουσουλφάνης. Στην πλειοψηφία των μελετών, αναφέρθηκε ταχεία και πλήρης ενσωμάτωση του μοσχεύματος στο 80-100% των ασθενών. Η πλειοψηφία των δημοσιεύσεων ανέφερε πλήρη χιμαιρισμό του δότη κατά την ημέρα +30 για το 90-100% των ασθενών. Οι μακρυπρόθεσμες εκβάσεις επιβεβαίωσαν ότι η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε χωρίς απροσδόκητες επιδράσεις. Είναι διαθέσιμα δεδομένα από μια προοπτική πολυκεντρική μελέτη φάσης 2, η οποία ολοκληρώθηκε πρόσφατα και περιλαμβάνει 80 ασθενείς, ηλικίας 18 έως 65 ετών, διαγνωσμένους με διαφορετικές αιματολογικές κακοήθειες που υπέστησαν αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων με σχήμα προετοιμασίας μειωμένης έντασης FB (3 ημέρες Busilvex). Στη μελέτη αυτή, σε όλους τους ασθενείς, εκτός από έναν, έγινε μεταμόσχευση, κατά μέσο όρο σε 15 (εύρος 10-23) ημέρες μετά την αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων. Η συνολική συχνότητα εμφάνισης ανάκτησης ουδετερόφιλων κατά την ημέρα 28 ήταν 98,8% (95% CI, 85,7-99,9%). Η μεταμόσχευση των αιμοπεταλίων έγινε κατά μέσο όρο σε 9 (εύρος 1-16) ημέρες μετά την αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων. Ο βαθμός Συνολικής Επιβίωσης 2 ετών ήταν 61,9% (95% CI, 51,1-72,7%). Στα 2 χρόνια, η συνολική εμφάνιση NMR ήταν 11,3% (95% CI, 5,5-19,3%) και αυτή της υποτροπής ή της εξέλιξης από αλλογενή μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων ήταν 43,8% (95% CI, 31,1-55,7%). Η εκτίμηση Kaplan-Meier της DFS στα 2 χρόνια ήταν 49,9% (95% CI, 32,6-72,7).

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-BUSILVEX
expand_more

Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες του Busilvex έχουν μελετηθεί. Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται για τη βιομετατροπή και την αποβολή βασίζονται στην από του στόματος χορηγούμενη βουσουλφάνη.

Φαρμακοκινητική στους ενήλικες

Απορρόφηση Η φαρμακοκινητική της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης μελετήθηκε σε 124 αξιολογήσιμους ασθενείς μετά από 2-ωρη ενδοφλέβια έγχυση, για ένα σύνολο 16 δόσεων σε τέσσερις ημέρες. Άμεση και πλήρης διαθεσιμότητα της δόσης επιτυγχάνεται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση βουσουλφάνης. Παρατηρήθηκαν παρόμοια επίπεδα αίματος όταν συγκρίθηκαν οι συγκεντρώσεις πλάσματος σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν από του στόματος και ενδοφλέβια βουσουλφάνη σε δόσεις 1 mg/kg και 0,8 mg/kg αντίστοιχα. Μια πληθυσμιακή φαρμακοκινητική ανάλυση που διεξήχθη σε 102 ασθενείς έδειξε χαμηλή διακύμανση μεταξύ των ασθενών (CV=21%) και στον ίδιο ασθενή (CV=12%) κατά την έκθεση στη βουσουλφάνη.

Κατανομή Ο τελικός όγκος κατανομής Vz κυμάνθηκε μεταξύ 0,62 και 0,85 l/kg. Οι συγκεντρώσεις βουσουλφάνης στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό είναι συγκρίσιμες με αυτές του πλάσματος παρόλο που αυτές είναι πιθανώς ανεπαρκείς για αντινεοπλασματική δράση. Η αναστρέψιμη σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ήταν περίπου 7%, ενώ η μη αναστρέψιμη σύνδεση κυρίως με τη λευκωματίνη ήταν περίπου 32%.

Βιομετασχηματισμός Η βουσουλφάνη μεταβολίζεται κυρίως μέσω σύζευξης με τη γλουταθειόνη (αυτόματα και μέσω της γλουταθειόνης S-τρανσφεράσης). Στη συνέχεια, η συζευγμένη γλουταθειόνη μεταβολίζεται περαιτέρω με οξείδωση στο ήπαρ. Κανένας από τους μεταβολίτες δε θεωρείται ότι συμβάλλει σημαντικά είτε στην αποτελεσματικότητα ή στην τοξικότητα.

Αποβολή Η συνολική κάθαρση στο πλάσμα κυμαίνεται από 2,25 - 2,74 ml/λεπτό/kg. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 2,8 έως 3,9 ώρες. Περίπου το 30% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα σε 48 ώρες με 1% ως αμετάβλητη βουσουλφάνη. Η αποβολή μέσω των κοπράνων είναι αμελητέα. Η μη αναστρέψιμη σύνδεση με πρωτεΐνες ενδεχομένως εξηγεί τη μη πλήρη ανάκτηση. Η συμβολή των μεταβολιτών με μεγάλο χρόνο ημιζωής δεν αποκλείεται.

Γραμμικότητα Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση βουσουλφάνης έως 1 mg/kg, απεδείχθη η εκθετική αύξηση της βουσουλφάνης ανάλογα με την αύξηση της δοσολογίας. Σε σύγκριση με το σχήμα που χορηγείται τέσσερις φορές ημερησίως, το σχήμα που χορηγείται μία φορά ημερησίως χαρακτηρίζεται από υψηλότερη μέγιστη συγκέντρωση, απουσία συσσώρευσης φαρμάκου και μεγαλύτερη περίοδο εκκαθάρισης (χωρίς συγκέντρωση κυκλοφορούσας βουσουλφάνης) ανάμεσα σε διαδοχικές χορηγήσεις. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας επιτρέπει τη σύγκριση σειρών φαρμακοκινητικής που διεξήχθησαν είτε μέσα στην ίδια μελέτη ή μεταξύ μελετών και έδειξε αμετάβλητες παραμέτρους φαρμακοκινητικής που δεν εξαρτώνται από τη δόση, ανεξαρτήτως της δοσολογίας ή του δοσολογικού σχήματος. Φαίνεται ότι η συνιστώμενη δόση ενδοφλέβιας βουσουλφάνης που χορηγήθηκε είτε ως μεμονωμένη έγχυση (3,2 mg/kg) ή σε 4 ξεχωριστές εγχύσεις (0,8 mg/kg) παρείχε ισοδύναμη ημερήσια έκθεση στο πλάσμα με παρόμοια δια- και ενδοατομική ποικιλότητα. Ως αποτέλεσμα, ο έλεγχος του AUC της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης εντός των θεραπευτικών παραθύρων δεν τροποποιείται και απεικονίστηκε παρόμοια στοχευμένη απόδοση μεταξύ των δύο σχημάτων.

Συσχέτιση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία για τη βουσουλφάνη, υπάρχει θεραπευτικό παράθυρο AUC μεταξύ 900 και 1500 μmol/L.λεπτό ανά χορήγηση (ισοδύναμο με ημερήσια έκθεση μεταξύ 3600 και 6000 μmol/L.λεπτό). Κατά τη διάρκεια κλινικών δοκιμών με ενδοφλέβια βουσουλφάνη χορηγούμενη ως 0,80 mg/kg τέσσερις φορές ημερησίως, το 90% των τιμών AUC των ασθενών ήταν κάτω του ανώτερου ορίου AUC (1500 μmol/L.λεπτό) και τουλάχιστον το 80% ήταν εντός του στοχευόμενου θεραπευτικού παράθυρου (900-1500 μmol/L.λεπτό). Παρόμοιο ποσοστό στόχευσης επιτεύχθηκε εντός της ημερήσιας έκθεσης των 3600 - 6000 μmol/L.λεπτό μετά τη χορήγηση 3,2 mg/kg ενδοφλέβιας βουσουλφάνης μία φορά ημερησίως.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια Η επίδραση της νεφρικής δυσλειτουργίας στη διαθεσιμότητα της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης δεν έχει αξιολογηθεί. Η επίδραση της ηπατικής δυσλειτουργίας στη διαθεσιμότητα της ενδοφλέβιας βουσουλφάνης δεν έχει αξιολογηθεί. Ωστόσο, ο κίνδυνος της ηπατικής τοξικότητας μπορεί να είναι αυξημένος σε αυτό τον πληθυσμό. Από τα διαθέσιμα δεδομένα για την ενδοφλέβια βουσουλφάνη σε ασθενείς άνω των 60 ετών, δεν προκύπτει επίδραση της ηλικίας στην κάθαρση της βουσουλφάνης.

Παιδιατρικός πληθυσμός Σε παιδιά ηλικίας από < 6 μηνών έως 17 ετών, επαληθεύτηκε μία συνεχής ποικιλότητα της κάθαρσης που κυμαίνεται από 2,49 έως 3,92 ml/λεπτό/kg. Ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμάνθηκε από 2,26 έως 2,52 ώρες. Οι ποικιλότητες της έκθεσης στο πλάσμα στον οργανισμό των ασθενών καθώς και στον πληθυσμό των ασθενών, ήταν χαμηλότερες από 20% και 10% αντίστοιχα. Μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού διεξήχθη σε έναν πληθυσμό 205 παιδιών κατάλληλα κατανεμημένο ως προς το σωματικό βάρος (3,5 έως 62,5 kg), τα βιολογικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά των νόσων (κακοήθης και μη-κακοήδης), συνεπώς αντιπροσωπευτική της υψηλής ετερογένειας των παιδιών που υπόκεινται σε μεταμόσχευση αιμοποιητικών προγονικών κυττάρων (ΜΑΠΚ). Η μελέτη αυτή έδειξε ότι το σωματικό βάρος ήταν η κύρια συμμεταβλητή για να εξηγηθεί η φαρμακοκινητική ποικιλότητα της βουσουλφάνης σε παιδιά πέρα από την επιφάνεια σώματος ή την ηλικία. Η συνιστώμενη δοσολογία για παιδιά, όπως περιγράφεται λεπτομερώς (βλ. Δοσολογία), επέτρεψε σε πάνω από 70% έως 90% των παιδιών ≥ 9 kg να επιτύχουν το θεραπευτικό παράθυρο (900-1500 μmol/L.λεπτό). Ωστόσο, υψηλότερη ποικιλότητα παρατηρήθηκε σε παιδιά < 9 kg, η οποία οδήγησε σε επίτευξη του θεραπευτικού παραθύρου (900-1500 μmol/L.λεπτό) από το 60% των παιδιών. Για το 40% των παιδιών < 9 kg εκτός στόχου, η AUC ήταν εξίσου κατανεμημένη είτε κάτω είτε πάνω από τα στοχευμένα όρια, δηλ. 20% για κάθε ένα < 900 και > 1500 μmol/L.λεπτό μετά από 1 mg/kg. Από αυτή την άποψη, για παιδιά < 9 kg, η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων βουσουλφάνης στο πλάσμα (παρακολούθηση θεραπευτικών συγκεντρώσεων φαρμάκου) για προσαρμογή της δόσης μπορεί να βελτιώσει τη στοχευμένη απόδοση της βουσουλφάνης, ιδιαίτερα σε πάρα πολύ μικρά παιδιά και νεογνά.

Συσχέτιση φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής: Η επιτυχής ανάκαμψη μυελού που επιτεύχθηκε σε όλους τους ασθενείς κατά τις δοκιμές φάσης ΙΙ υποδηλώνει την καταλληλότητα των στοχευμένων επιπέδων της περιοχής υπό την καμπύλη (AUC). Η εμφάνιση φλεβοαποφρακτικής νόζου δε συσχετίστηκε με την παρατεταμένη έκθεση. Συσχέτιση ΦΚ/ΦΔ παρατηρήθηκε μεταξύ της στοματίτιδας και της περιοχής υπό την καμπύλη (AUC) σε ασθενείς με αυτόλογη μεταμόσχευση καθώς και μεταξύ της αύξησης της χολερυθρίνης και της AUC κατά την ανάλυση που περιλάμβανε ασθενείς με αυτόλογη και αλλογενή μεταμόσχευση.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

2.5 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

32,4%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
2478
Μοριακός τύπος
C6H14O6S2
Μοριακό βάρος
246.3
IUPAC
4-methylsulfonyloxybutyl methanesulfonate
InChIKey
COVZYZSDYWQREU-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH
  • Εξαιρετικά δραστικές χημικές ουσίες που εισάγουν αλκυλο- ρίζες σε βιολογικά ενεργά μόρια και εμποδίζουν έτσι την ορθή λειτουργία τους. Πολλές χρησιμοποιούνται ως αντικαρκινικοί παράγοντες, αλλά οι περισσότερες είναι πολύ τοξικές, με καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες, τερατογόνες και ανοσοκατασταλτικές δράσεις. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί ως συστατικά σε αέρια δηλητηρίου.
  • Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία με έναν από τους διάφορους μηχανισμούς δράσης. Κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή αναστέλλοντας την ενεργοποίηση ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
  • Μια κατηγορία φαρμάκων που διαφέρει από άλλους αλκυλιούντες παράγοντες που χρησιμοποιούνται κλινικά στο ότι είναι μονολειτουργικά και έτσι ανίκανα να διασυνδέσουν μακρομόρια των κυττάρων. Μεταξύ των κοινών τους ιδιοτήτων είναι η απαίτηση για μεταβολική ενεργοποίηση σε ενδιάμεσα με αντικαρκινική δράση και η παρουσία στη χημική τους δομή ομάδων N-μεθυλίου, οι οποίες μετά τον μεταβολισμό, μπορούν να τροποποιήσουν ομοιοπολικά το κυτταρικό DNA. Οι ακριβείς μηχανισμοί με τους οποίους καθένα από αυτά τα φάρμακα σκοτώνει τα καρκινικά κύτταρα δεν είναι πλήρως κατανοητοί. (Από AMA, Drug Evaluations Annual, 1994, p2026)
  • Παράγοντες που καταστρέφουν τη δραστηριότητα του μυελού των οστών. Χρησιμοποιούνται για την προετοιμασία ασθενών για ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΜΥΕΛΟΥ ΟΣΤΩΝ ή ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΗ ΒΛΑΣΤΟΚΥΤΤΑΡΩΝ.