Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L02AE01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BUSERELIN

Βουσερελίνη

Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό …

Chemical structure of BUSERELIN

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Aγωγή προχωρημένου καρκίνου προστάτη, εάν δεν έχει γίνει ορχεκτομή.
medication
SPC-SUPREFACT

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Υποδόρια, Ενδορινική
Χορήγηση:
ανά ίσα περίπου μεσοδιαστήματα / κατανεμημένη καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας σε περίπου ίσα χρονικά διαστήματα
Δόση έναρξης:
1.5 mg βουσερελίνη ημερησίως
  • Ενήλικες (έναρξη αγωγής)
    Δόση1.5 mg βουσερελίνη ημερησίως
    Χορηγείται υποδορίως 3 φορές την ημέρα (0.5 ml βουσερελίνη κάθε φορά) σε περίπου ίδια χρονικά διαστήματα.
  • Ενήλικες (συνέχιση αγωγής από την 8η ημέρα)
    Δόση1.2 mg βουσερελίνης ημερησίως
    Ισοδυναμεί με 12 ψεκασμούς από 0.1 mg ο καθένας. Χορηγείται σε 2 ψεκασμούς (μια δόση σε κάθε ρώθωνα) 6 φορές την ημέρα, κατανεμημένη καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας σε περίπου ίσα χρονικά διαστήματα. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να καθορίζεται από τον ιατρό. Συνιστάται ο καθαρισμός της μύτης πριν από τη χορήγηση του εκνεφώματος σε περίπτωση συναχιού.
block
SPC-SUPREFACT

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη βουσερελίνη, στα LHRH-ανάλογα ή σε κάποιο από τα έκδοχα
    Πληθυσμόςασθενείς
warning
SPC-SUPREFACT

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Υπέρταση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς
    Να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα η αρτηριακή πίεση
  • Ελάττωση οστικής πυκνότητας / Οστεοπόρωση
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση (π.χ. χρόνια κατάχρηση οινοπνευματωδών, καπνιστές, μακροχρόνια θεραπεία με αντιεπιληπτικά ή κορτικοστεροειδή ή οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης)
    Ιδιαίτερη προσοχή είναι αναγκαία. Συνιστάται να παρακολουθείται η οστική πυκνότητα και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα κατά τη θεραπεία για την πρόληψη της οστεοπενίας/οστεοπόρωσης.
  • Αλλαγή ανοχής στη γλυκόζη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς
    Τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά
  • Κατάθλιψη
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό κατάθλιψης
    Πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά εφόσον είναι αναγκαίο
  • Συμπληρωματική αγωγή με αντιανδρογόνο
    προσοχή
    Συνιστάται η χορήγηση αντιανδρογόνου περίπου 5 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής. Η συμπληρωματική αυτή αγωγή πρέπει να συνεχιστεί παράλληλα με τη χορήγηση βουσερελίνης για 3-4 εβδομάδες.
  • Συμπληρωματική αγωγή με αντιανδρογόνο σε μεταστάσεις
    προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστές μεταστάσεις, π.χ. της σπονδυλικής στήλης
    Η συμπληρωματική αυτή αγωγή με ένα αντιανδρογόνο είναι απαραίτητη προκειμένου να προληφθούν οι αρχικές επιπλοκές συμπεριλαμβανομένης της συμπίεσης του νωτιαίου μυελού και της εξ αυτής παράλυσης που οφείλεται σε παροδική έξαρση του όγκου και των μεταστάσεών του
swap_horiz
SPC-SUPREFACT

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα
    προσοχή
    Μείωση της δράσης των αντιδιαβητικών φαρμάκων
sick
SPC-SUPREFACT

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Εργαστηριακές
  • Αλλαγές στα λιπίδια του αίματος
  • Αύξηση ηπατικών ενζύμων
  • Αύξηση χολερυθρίνης
Μεταβολισμός
  • Αλλαγές σωματικού βάρους
  • Αυξημένη δίψα
  • Αλλαγές στην όρεξη
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
Αίμα
  • Θρομβοπενία
  • Λευκοπενία
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Υπνηλία
  • Διαταραχές συγκέντρωσης
  • Διαταραχές μνήμης
  • Ζάλη
  • Διαταραχές όσφρησης
  • Διαταραχές γεύσης
Ψυχιατρικές
  • Διαταραχές ύπνου
  • Νευρικότητα
  • Συγκινησιακή αστάθεια
  • Άγχος
  • Απώλεια γενετήσιας ορμής
Οφθαλμικές
  • Διαταραχές όρασης
  • Θολή όραση
  • Αίσθημα πίεσης πίσω από τους οφθαλμούς
Αυτί
  • Εμβοές
  • Διαταραχές ακοής
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
Δέρμα
  • Αλλαγές στην τρίχωση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • μυοσκελετική δυσκαμψία και άλγος (συμπεριλαμβανομένου του άλγους/δυσκαμψίας στον ώμο)
  • ελάττωση της οστικής πυκνότητας που μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση
Μυοσκελετικό
  • Αυξημένος κίνδυνος κατάγματος των οστών
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • μείωση της ανοχής στη γλυκόζη (σε διαβητικούς ασθενείς, πιθανή απορύθμιση του μεταβολικού ελέγχου)
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβανομένων των κύστεων και των πολυπόδων)
  • αδενώματα της υπόφυσης (πολύ σπάνιες)
Αγγειακές
  • Επιδείνωση αρτηριακής πίεσης
  • Λεμφική στάση
  • Θρόμβωση
  • Εξάψεις
Γενικές
  • Κόπωση
  • Επιδείνωση γενικής ευεξίας
  • γυναικομαστία (συνήθως ανώδυνη, παροδικά)
  • Οίδημα αστραγάλων
  • Οίδημα κάτω άκρων
  • Άλγος στο σημείο της ένεσης
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • αντιδράσεις υπερευαισθησίας (ερυθρότητα του δέρματος, κνησμός, δερματικά εξανθήματα συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης, αλλεργικό άσθμα με δύσπνοια)
  • αναφυλακτικό/αναφυλακτοειδές shock (σε μεμονωμένες περιπτώσεις)
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • κατάθλιψη (σε σπάνιες περιπτώσεις πιθανή εμφάνιση ή επιδείνωση)
Δευτεροπαθείς αντιδράσεις λόγω προσωρινής αύξησης τεστοστερόνης στην έναρξη αγωγής
  • εμφάνιση ή έξαρση άλγους των οστών σε ασθενείς με μετάσταση στα οστά
  • σημεία νευρολογικών διαταραχών λόγω συμπίεσης από τον όγκο (π.χ. μυϊκή αδυναμία στα άκρα)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Μειωμένη διούρηση
  • Υδρονέφρωση
Αναπνευστικό
  • Πνευμονική εμβολή
  • Ερεθισμός βλεννογόνου ρινοφάρυγγα
  • Ρινορραγία
  • Βραχνάδα
Νεοπλάσματα
  • Αύξηση άλγους στην περιοχή του όγκου
Αναπαραγωγικό
  • Ατροφία των όρχεων
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Σπάνιες
  • Κατάθλιψη (έναρξη ή επιδείνωση)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αδενώματα της υπόφυσης
    Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα
    Πολύ σπάνιες
  • Άλγος ή τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (ενέσιμο διάλυμα)
    Διαταραχές της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ήπιο οίδημα των αστραγάλων και των κάτω άκρων
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αίσθημα πίεσης πίσω από τους οφθαλμούς
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Μη γνωστές
  • Αισθήματα άγχους
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αλλαγές στα λιπίδια του αίματος
    Έρευνες
    Μη γνωστές
  • Αλλαγές στην τρίχωση του σώματος και της κεφαλής (αύξηση ή μείωση)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Μη γνωστές
  • Αλλαγές στην όρεξη
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Αλλαγές σωματικού βάρους (αύξηση ή μείωση)
    Έρευνες
    Μη γνωστές
  • Αναφυλακτικό/αναφυλακτοειδές shock
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μεμονωμένες περιπτώσεις
  • Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (ερυθρότητα δέρματος, κνησμός, δερματικά εξανθήματα, κνίδωση, αλλεργικό άσθμα με δύσπνοια)
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Απώλεια της ικανότητας ή της γενετήσιας ορμής
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ατροφία των όρχεων
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένη δίψα
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Αυξημένος κίνδυνος κατάγματος των οστών
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • Αύξηση των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων στον ορό (π.χ. τρανσαμινάσες)
    Έρευνες
    Μη γνωστές
  • Αύξηση χολερυθρίνης
    Εργαστηριακές
    Μη γνωστές
  • Βραχνάδα (ρινικό εκνέφωμα)
    Διαταραχές της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Γυναικομαστία (συνήθως ανώδυνη, παροδικά)
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές ακοής
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές μνήμης
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές της γεύσης (ρινικό εκνέφωμα)
    Διαταραχές της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές της συγκέντρωσης
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές της όρασης (π.χ. θολή όραση)
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές της όσφρησης (ρινικό εκνέφωμα)
    Διαταραχές της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές ύπνου
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Ελάττωση της οστικής πυκνότητας
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • Ελαφρά αλλά παροδική αύξηση του άλγους στην περιοχή του όγκου
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Εμβοές ώτων
    Αυτί
    Μη γνωστές
  • Εμφάνιση ή έξαρση άλγους των οστών (σε ασθενείς με μετάσταση στα οστά)
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Εξάψεις
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση της αρτηριακής πιέσεως (σε υπερτασικούς ασθενείς)
    Αγγειακές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση της γενικής ευεξίας
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ερεθισμός του βλεννογόνου στο ρινοφάρυγγα (ρινικό εκνέφωμα)
    Διαταραχές της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Θρομβοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Θρόμβωση με πνευμονική εμβολή
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Λεμφική στάση
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Λευκοπενία
    Αίμα
    Μη γνωστές
  • Μείωση της ανοχής στη γλυκόζη (σε διαβητικούς ασθενείς πιθανή απορύθμιση του μεταβολικού ελέγχου)
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Μειωμένη διούρηση
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Μυοσκελετική δυσκαμψία
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Μυοσκελετικό άλγος (συμπεριλαμβανομένου του άλγους/δυσκαμψίας στον ώμο)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Μη γνωστές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Νευρολογικές διαταραχές λόγω συμπίεσης από τον όγκο (π.χ. μυϊκή αδυναμία στα άκρα)
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Προσωρινή αύξηση των επιπέδων τεστοστερόνης στον ορό (με παροδική ενεργοποίηση όγκου)
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Ρινορραγία (ρινικό εκνέφωμα)
    Διαταραχές της οδού χορήγησης
    Μη γνωστές
  • Συγκινησιακή αστάθεια
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Υδρονέφρωση
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Μη γνωστές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-SUPREFACT

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο expand_more
neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμός Δράσης Η βουσερελίνη διεγείρει τον υποδοχέα της ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπινών (GnRHR) της υπόφυσης. Η βουσερελίνη μειώνει την ευαισθησία του υποδοχέα GnRH, μειώνοντας την ποσότητα της γοναδοτροπίνης. Σε άνδρες, αυτό οδηγεί σε μείωση της…
monitor_heart
SPC-SUPREFACT

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμονικά ανάλογα απελευθέρωσης γοναδοτροφινών. Κωδικός ATC: L02AE01. ### Μηχανισμός δράσης Η βουσερελίνη είναι ένα ανάλογο της φυσικής ορμόνης που απελευθερώνει τη γοναδοτροφίνη (γοναδορελίνη,…

biotech
SPC-SUPREFACT

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η βουσερελίνη είναι υδατοδιαλυτή. Όταν χορηγείται με υποδόρια ένεση, απορροφάται σταθερά. Εφόσον χορηγηθεί σωστά διά της ρινικής οδού, απορροφάται από το ρινικό βλεννογόνο με τέτοιο τρόπο ώστε διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα υψηλά επίπεδα στο πλάσμα. Η…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Μεταβολίζεται και στη συνέχεια αδρανοποιείται από πεπτιδάσες (πυρογλουταμυλ πεπτιδάση και χυμοθρυψινοειδής ενδοπεπτιδάση) στο ήπαρ και τα νεφρά, καθώς και στο γαστρεντερικό σωλήνα. Στην υπόφυση, αδρανοποιείται από μεμβρανικά ένζυμα.
bloodtype
PubChem

Απέκκριση

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Η βουσερελίνη είναι υδατοδιαλυτή και απορροφάται εύκολα μετά από υποδόρια ένεση (70% βιοδιαθεσιμότητα). Ωστόσο, η βιοδιαθεσιμότητα μετά από από του στόματος χορήγηση. Όταν χορηγείται σωστά μέσω της ρινικής οδού, μπορεί να…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης τακτικά Διαβητικοί ασθενείς
Τεστοστερόνη ορού endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία σε τακτά χρονικά διαστήματα Υπερτασικοί ασθενείς
Όξινη φωσφατάση more_horizΆλλο / λοιπά
Ειδικό προστατικό αντιγόνο (PSA) more_horizΆλλο / λοιπά
Οστική πυκνότητα more_horizΆλλο / λοιπά κατά τη θεραπεία Πρόσθετοι παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SUPREFACT
expand_more
  • Suprefact ενέσιμο διάλυμα

Για να διασφαλιστεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι πολύ σημαντικό οι δόσεις να χορηγούνται ανά ίσα περίπου μεσοδιαστήματα. Οι ασθενείς πρέπει να ακολουθούν αυστηρά τα διαστήματα αυτά.

Η δοσολογία γενικά βασίζεται στις ακόλουθες οδηγίες:

Το Suprefact ενέσιμο διάλυμα προορίζεται για την έναρξη της κατασταλτικής αγωγής. Ανεξάρτητα από το σωματικό βάρος, η ημερήσια δόση είναι 1,5 mg βουσερελίνη. Η ημερήσια αυτή δόση χορηγείται υποδορίως 3 φορές την ημέρα από 0,5 ml βουσερελίνη σε περίπου ίδια χρονικά διαστήματα.

Από την 8η ημέρα της αγωγής γίνεται μετάταξη σε Suprefact ρινικό εκνέφωμα για τη συνέχισή της.

  • Suprefact ρινικό εκνέφωμα

Για να διασφαλιστεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, είναι πολύ σημαντικό οι δόσεις να χορηγούνται ανά ίσα περίπου μεσοδιαστήματα. Οι ασθενείς πρέπει να ακολουθούν αυστηρά τα διαστήματα αυτά.

Η δοσολογία γενικά βασίζεται στις ακόλουθες οδηγίες:

Το Suprefact ρινικό εκνέφωμα προορίζεται για τη συνέχιση της κατασταλτικής αγωγής (από την 8η ημέρα της αγωγής), αφότου άρχισε αυτή με το ενέσιμο διάλυμα βουσερελίνης.

Η ολική ημερήσια δόση, ανεξάρτητα από το σωματικό βάρος ανέρχεται σε 1,2 mg βουσερελίνης (ισοδυναμεί με 12 ψεκασμούς από 0,1 mg ο καθένας). Η ημερήσια αυτή δόση χορηγείται σε 2 ψεκασμούς (μια δόση σε κάθε ρώθωνα) 6 φορές την ημέρα, κατανεμημένη καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας σε περίπου ίσα χρονικά διαστήματα. Ένα φιαλίδιο αρκεί για μια εβδομάδα.

Οποιαδήποτε υπολειπόμενη ποσότητα μέσα στο φιαλίδιο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται. Η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να καθορίζεται από τον ιατρό.

Ακόμη και σε περιπτώσεις που ο ασθενής έχει συνάχι, το δραστικό συστατικό απορροφάται σταθερά μέσω των ρινικών βλεννογόνων, εφόσον χορηγηθεί σωστά το ρινικό εκνέφωμα. Στις περιπτώσεις αυτές, εντούτοις, συνιστάται να έχει καθαριστεί η μύτη πριν από τη χορήγηση του εκνεφώματος.

block

Αντενδείξεις

SPC-SUPREFACT
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη βουσερελίνη, στα LHRH-ανάλογα ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SUPREFACT
expand_more

Σε υπερτασικούς ασθενείς θα πρέπει να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα η αρτηριακή πίεση (κίνδυνος επιδείνωσης της αρτηριακής πίεσης).

Η χρήση αγωνιστών LH-RH πιθανώς να συνδέεται με ελάττωση της οστικής πυκνότητας και πιθανώς να οδηγήσει σε οστεοπόρωση και αυξημένο κίνδυνο οστικού κατάγματος (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Ιδιαίτερη προσοχή είναι αναγκαία σε ασθενείς με πρόσθετους παράγοντες κινδύνου για οστεοπόρωση (π.χ. χρόνια κατάχρηση οινοπνευματωδών, καπνιστές, μακροχρόνια θεραπεία με αντιεπιληπτικά ή κορτικοστεροειδή ή οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης). Συνιστάται να παρακολουθείται η οστική πυκνότητα και να λαμβάνονται προληπτικά μέτρα κατά τη θεραπεία για την πρόληψη της οστεοπενίας/οστεοπόρωσης.

Σε κάποιους ασθενείς υπό αγωγή με αγωνιστές-GnRH, παρατηρείται αλλαγή της ανοχής στη γλυκόζη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε διαβητικούς ασθενείς τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα θα πρέπει να ελέγχονται τακτικά (κίνδυνος επιδείνωσης μεταβολικού ελέγχου).

Ασθενείς με ιστορικό κατάθλιψης πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά εφόσον είναι αναγκαίο (κίνδυνος υποτροπής ή επιδείνωσης της κατάθλιψης).

Συνιστάται συμπληρωματικά, περίπου 5 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής η χορήγηση αντιανδρογόνου. Η συμπληρωματική αυτή αγωγή πρέπει να συνεχιστεί παράλληλα με τη χορήγηση βουσερελίνης για 3-4 εβδομάδες. Μετά από αυτή τη χρονική περίοδο συνήθως η βουσερελίνη προκαλεί ικανοποιητική ελάττωση των επιπέδων της τεστοστερόνης αίματος.

Σε ασθενείς με γνωστές μεταστάσεις, π.χ. της σπονδυλικής στήλης, η συμπληρωματική αυτή αγωγή με ένα αντιανδρογόνο είναι απαραίτητη προκειμένου να προληφθούν οι αρχικές επιπλοκές συμπεριλαμβανομένης της συμπίεσης του νωτιαίου μυελού και της εξ αυτής παράλυσης που οφείλεται σε παροδική έξαρση του όγκου και των μεταστάσεών του (βλ. επίσης Ανεπιθύμητες ενέργειες).

Η ανταπόκριση στην αγωγή μπορεί να ελεγχθεί με μέτρηση των επιπέδων τεστοστερόνης στον ορό, της όξινης φωσφατάσης και με το ειδικό αντιγόνο για τον προστάτη (PSA). Τα επίπεδα τεστοστερόνης αυξάνουν κατά την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια μειώνονται για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των 2 εβδομάδων. Τα επίπεδα τεστοστερόνης μετά από 2-4 εβδομάδες φθάνουν στα όρια ευνουχισμού και παραμένουν εκεί σε όλη τη διάρκεια της αγωγής.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SUPREFACT
expand_more
Κατά τη διάρκεια της αγωγής με βουσερελίνη είναι δυνατόν να μειωθεί η δράση των αντιδιαβητικών φαρμάκων (βλ. επίσης (Ανεπιθύμητες ενέργειες)).
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SUPREFACT
expand_more

Η αγωγή με βουσερελίνη μπορεί να προκαλέσει:

  • Έρευνες: αλλαγές στα λιπίδια του αίματος, αύξηση των επιπέδων των ηπατικών ενζύμων στον ορό (π.χ. τρανσαμινάσες), αύξηση της χολερυθρίνης, αλλαγές σωματικού βάρους (αύξηση ή μείωση).
  • Καρδιακές διαταραχές: αίσθημα παλμών.
  • Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: θρομβοπενία και λευκοπενία.
  • Διαταραχές του νευρικού συστήματος: κεφαλαλγία (σε σπάνιες περιπτώσεις υπό μορφή ημικρανίας), διαταραχές ύπνου, υπνηλία, διαταραχές της συγκέντρωσης και της μνήμης, ζάλη.
  • Οφθαλμικές διαταραχές: διαταραχές της όρασης (π.χ. θολή όραση), αίσθημα πίεσης πίσω από τους οφθαλμούς.
  • Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: εμβοές των ώτων, διαταραχές της ακοής.
  • Διαταραχές του γαστρεντερικού: ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα.
  • Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: αλλαγές στην τρίχωση του σώματος και της κεφαλής (αύξηση ή μείωση).
  • Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού: μυοσκελετική δυσκαμψία και άλγος (συμπεριλαμβανομένου του άλγους/δυσκαμψίας στον ώμο). Η χρήση των αγωνιστών LHRH μπορεί να συνδέεται με ελάττωση της οστικής πυκνότητας που μπορεί να οδηγήσει σε οστεοπόρωση και σε αυξημένο κίνδυνο κατάγματος των οστών. Ο κίνδυνος των σκελετικών καταγμάτων αυξάνει με τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: αυξημένη δίψα, αλλαγές στην όρεξη, μείωση της ανοχής στη γλυκόζη. Σε διαβητικούς ασθενείς, αυτό πιθανόν να οδηγήσει σε απορύθμιση του μεταβολικού ελέγχου.
  • Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβανομένων των κύστεων και των πολυπόδων): Έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις αδενωμάτων της υπόφυσης κατά τη θεραπεία με LHRH-αγωνιστές, συμπεριλαμβανομένης της βουσερελίνης.
  • Αγγειακές διαταραχές: επιδείνωση της αρτηριακής πιέσεως σε υπερτασικούς ασθενείς.
  • Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης: κόπωση.
  • Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Αυτές δυνατόν να εκδηλωθούν με την μορφή ερυθρότητας του δέρματος, κνησμού, δερματικών εξανθημάτων (συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης) και αλλεργικού άσθματος με δύσπνοια που σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε αναφυλακτικό/αναφυλακτοειδές shock.
  • Ψυχιατρικές διαταραχές: νευρικότητα, συγκινησιακή αστάθεια, αισθήματα άγχους. Σε σπάνιες περιπτώσεις πιθανόν να εκδηλωθεί κατάθλιψη ή η υπάρχουσα κατάθλιψη να επιδεινωθεί.

Κατά την έναρξη της αγωγής συνήθως παρουσιάζεται μια προσωρινή αύξηση των επιπέδων τεστοστερόνης στον ορό και μπορεί να οδηγήσει σε παροδική ενεργοποίηση του όγκου με δευτεροπαθείς αντιδράσεις, τέτοιες όπως:

  • εμφάνιση ή έξαρση άλγους των οστών σε ασθενείς με μετάσταση στα οστά,
  • σημεία νευρολογικών διαταραχών λόγω συμπιέσεως από τον όγκο π.χ. με μυϊκή αδυναμία στα άκρα,
  • μειωμένη διούρηση, υδρονέφρωση ή λεμφική στάση,
  • θρόμβωση με πνευμονική εμβολή.

Οι αντιδράσεις αυτές μπορούν κατά μεγάλο ποσοστό να αποφευχθούν με ταυτόχρονη χορήγηση αντιανδρογόνου κατά την έναρξη της αγωγής με βουσερελίνη (βλ. επίσης (Ειδικές προειδοποιήσεις)). Μερικοί ασθενείς παρ’ όλα αυτά, ακόμη και με την παράλληλη χορήγηση αντιανδρογόνου, μπορεί να εμφανίσουν ελαφρά αλλά παροδική αύξηση του άλγους στην περιοχή του όγκου καθώς επίσης και επιδείνωση της γενικής ευεξίας.

Επιπλέον, είναι δυνατόν να παρατηρηθούν εξάψεις, ατροφία των όρχεων και απώλεια της ικανότητας ή της γενετήσιας ορμής (στην πλειονότητα των ασθενών ως αποτέλεσμα ορμονικής αποστέρησης), συνήθως ανώδυνη γυναικομαστία (παροδικά) καθώς επίσης και ήπιο οίδημα των αστραγάλων και των κάτω άκρων.

  • Suprefact ενέσιμο διάλυμα

Είναι πιθανόν να παρουσιαστούν άλγος ή τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης.

  • Suprefact ρινικό εκνέφωμα

Η χορήγηση ρινικά μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό του βλεννογόνου στο ρινοφάρυγγα. Αυτό μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ρινορραγίας και βραχνάδας, καθώς επίσης διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SUPREFACT
expand_more
Δεν εφαρμόζεται.
monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SUPREFACT
expand_more

Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ορμονικά ανάλογα απελευθέρωσης γοναδοτροφινών. Κωδικός ATC: L02AE01.

Μηχανισμός δράσης

Η βουσερελίνη είναι ένα ανάλογο της φυσικής ορμόνης που απελευθερώνει τη γοναδοτροφίνη (γοναδορελίνη, GnRH) με ενισχυμένη βιολογική δράση. Η φαρμακολογική δράση αποδίδεται στην καταστολή των υποδοχέων LH-RH της υπόφυσης, αναστέλλοντας σημαντικά την έκκριση γοναδοτροφινών και των στεροειδών των γονάδων μετά από επανειλημμένες χορηγήσεις.

Ειδικώς στους άρρενες η διακοπή της απελευθέρωσης γοναδοτροφινών καταλήγει σε διαρκή μείωση της σύνθεσης και έκκρισης της τεστοστερόνης. Η κατασταλτική δράση της βουσερελίνης στην έκκριση των στεροειδών των γονάδων εξαρτάται από την ημερήσια δοσολογία, τη συχνότητα χορήγησης και τη διάρκεια της αγωγής. Ακόμη και όταν τα επίπεδα βουσερελίνης στον ορό βρίσκονται κάτω από τα όρια ανίχνευσης, η απελευθέρωση γοναδοτροφίνης αναστέλλεται εξαιτίας της παρατεταμένης δέσμευσης με τους υποδοχείς του πρόσθιου λοβού της υπόφυσης (περίπου 3 ώρες).

Παρ’ όλο που η απελευθέρωση γοναδοτροφινών αναστέλλεται κατά τη μακρόχρονη χορήγηση βουσερελίνης, η απέκκριση των άλλων ορμονών της υπόφυσης (αυξητική ορμόνη, προλακτίνη, ACΤΗ, ΤSΗ) δεν επηρεάζεται άμεσα. Εντούτοις, η έλλειψη οιστρογόνων μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη απέκκριση της αυξητικής ορμόνης και της προλακτίνης. Η απέκκριση των στεροειδών των επινεφριδίων παραμένει αναλλοίωτη.

Από την άποψη της πλήρους αναστολής συνθέσεως τεστοστερόνης στους όρχεις, η βουσερελίνη είναι εξίσου αποτελεσματική με την ορχεκτομή για τη θεραπευτική αντιμετώπιση του καρκίνου του προστάτη. Σε σύγκριση με την ορχεκτομή, η βουσερελίνη πλεονεκτεί ως προς την αναστρεψιμότητα και ως προς το μειωμένο ψυχολογικό stress που δημιουργείται στους ασθενείς.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SUPREFACT
expand_more

Η βουσερελίνη είναι υδατοδιαλυτή. Όταν χορηγείται με υποδόρια ένεση, απορροφάται σταθερά.

Εφόσον χορηγηθεί σωστά διά της ρινικής οδού, απορροφάται από το ρινικό βλεννογόνο με τέτοιο τρόπο ώστε διασφαλίζονται ικανοποιητικά τα υψηλά επίπεδα στο πλάσμα. Η βιολογική δραστικότητα της βουσερελίνης δεν επηρεάσθηκε σε άτομα στα οποία προκλήθηκε ρινίτιδα με χορήγηση ισταμίνης.

Η απορρόφηση της βουσερελίνης από τη μύτη με το ρινικό διάλυμα βουσερελίνης είναι 1-3%. Μετά από υποδόρια ένεση 200 μg, η βουσερελίνη είναι 70% βιοδιαθέσιμη. Αντιθέτως, μετά την από του στόματος χορήγηση η βουσερελίνη δεν είναι δραστική.

Η βουσερελίνη συγκεντρώνεται κατά προτίμηση στο ήπαρ και στους νεφρούς καθώς επίσης και στον πρόσθιο λοβό της υπόφυσης, το οποίο βιολογικά αποτελεί και το όργανο-στόχο.

Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι περίπου 50-80 λεπτά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, 80 λεπτά μετά την υποδόρια χορήγηση και περίπου 1-2 ώρες μετά την ενδορινική χορήγηση.

Η βουσερελίνη κυκλοφορεί στον ορό, κυρίως σε αμετάβλητη, ενεργό μορφή. Η δέσμευση με τις πρωτεΐνες ανέρχεται στο 15% περίπου. Η βουσερελίνη και οι αδρανείς μεταβολίτες αυτής απεκκρίνονται μέσω των νεφρών και της χολής. Η συγκέντρωση στον ορό και η αποβολή βουσερελίνης με τα ούρα εμφανίζουν χρονικά την ίδια διακύμανση. Στον άνδρα, περίπου 50% της βουσερελίνης απεκκρίνεται αμετάβλητη με τα ούρα.

Η βουσερελίνη μεταβολίζεται από τις πεπτιδάσες (πυρογλουταμυλ-πεπτιδάση και ενδοπεπτιδάσες υπό μορφή χυμοθρυψίνης) στο ήπαρ και στους νεφρούς καθώς επίσης και στο γαστρεντερικό σωλήνα και έτσι αδρανοποιείται. Στην υπόφυση, η βουσερελίνη που συνδέεται με τους υποδοχείς αδρανοποιείται από τα ένζυμα που είναι εγκατεστημένα στη μεμβράνη.

Μια μικρή ποσότητα από τη δόση της βουσερελίνης απεκκρίνεται με το μητρικό γάλα. Σύμφωνα με την υπάρχουσα κλινική εμπειρία, η ποσότητα αυτή δεν έχει βλαπτική επίδραση για το έμβρυο.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

50-80 λεπτά (IV), 80 λεπτά (SC), 1-2 ώρες (IN)
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

15%
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
50225
Μοριακός τύπος
C60H86N16O13
Μοριακό βάρος
1239.4
IUPAC
(2S)-N-[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-1-[[(2R)-1-[[(2S)-1-[[(2S)-5-(diaminomethylideneamino)-1-[(2S)-2-(ethylcarbamoyl)pyrrolidin-1-yl]-1-oxopentan-2-yl]amino]-4-methyl-1-oxopentan-2-yl]amino]-3-[(2-methylpropan-2-yl)oxy]-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(4-hydroxyphenyl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-hydroxy-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(1H-indol-3-yl)-1-oxopropan-2-yl]amino]-3-(1H-imidazol-5-yl)-1-oxopropan-2-yl]-5-oxopyrrolidine-2-carboxamide
InChIKey
CUWODFFVMXJOKD-UVLQAERKSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ενώσεις που αυξάνουν την ικανότητα σύλληψης στις γυναίκες.