Αντιβιοτικά

ATC CODE D11AX21

BRIMONIDINE

Βριμονιδίνη

Tα συμπαθητικομιμητικά μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και διευκολύνουν την αποχέτευσή του με αποτέλεσμα την πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η …

Chemical structure of BRIMONIDINE

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Tα συμπαθητικομιμητικά μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και διευκολύνουν την αποχέτευσή του με αποτέλεσμα την πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η επινεφρίνη και το ανάλογό της διπιβεφρίνη (ή διπιβαλική αδρεναλίνη). H διπιβεφρίνη είναι προφάρμακο της αδρεναλίνης με λιπόφιλες ιδιότητες. Mεταβολίζεται από τις εστεράσες του κερατοειδούς χιτώνα σε αδρεναλίνη και παρουσιάζει το πλεονέκτημα της καλύτερης ανοχής, της μικρότερης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών και της ευχερέστερης διείσδυσής του στον οφθαλμό εξαιτίας της λιποφιλίας του. H τελευταία αυτή ιδιότητα επιτρέπει τη χορήγησή του σε πυκνότητες μικρότερες εκείνων της αδρεναλίνης. H δράση της αρχίζει 30 λεπτά μετά την εφαρμογή της και η μέγιστη πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρατηρείται μετά από 1 ώρα. Tο μυδριατικό της αποτέλεσμα υπολείπεται σαφώς εκείνου της αδρεναλίνης. Χρησιμοποιείται ελάχιστα πλέον, λόγω ασθενούς υποτονικής δράσης. H π-αμινοκλονιδίνη ή απρακλονιδίνη είναι ένας σχετικά ειδικός α2-αδρενεργικός διεγέρτης, παράγωγο της κλονιδίνης (κεφ. 2.5.3) με μειωμένες τις συστηματικές της επιδράσεις. Eνσταλλαζόμενη στον οφθαλμό μειώνει σημαντικά την ενδοφθάλμιο πίεση λόγω μείωσης της παραγωγής υδατοειδούς υγρού με άγνωστο, πιθανώς αγγειακό μηχανισμό. Λόγω υδατοδιαλυτότητος διέρχεται ενδοφθαλμίως από τον σκληρό χιτώνα. Δρα εντός 60min και επί 12ωρο. Σε μακροχρόνια χορήγηση εμφανίζεται συχνά ταχυφυλαξία (20-30%). Η βριμονιδίνη είναι ένας πολύ εκλεκτικός α2-αγωνιστής χωρίς πρακτική δράση στους α1-υποδοχείς (σε αντίθεση με την απρακλονιδίνη). Μειώνει την ΕΟΠ κυρίως λόγω μείωσης της παραγωγής του υδατοειδούς αλλά και αύξησης της ραγοειδοσκληραίας αποχέτευσης. Δρα εντός 60min και επί 8-12 ώρες χορηγούμενη δις ή τρις ημερησίως εξατομικευμένα. Σε πειραματικά μοντέλα αναφέρεται και νευροπροστατευτική δράση στο οπτικό νεύρο. Λόγω λιποφιλίας διέρχεται ενδοφθαλμίως από τον κερατοειδή. Δυστυχώς διέρχεται και του αιματοεγκεφαλικού φραγμού μετά συστηματική απορρόφηση και γιαυτό έχουν όχι σπάνια παρατηρηθεί ζάλη, ίλιγγος, αστάθεια, καταβολή κλπ. σε ηλικιωμένα ή προδιατεθιμένα άτομα. Χορηγείται σε γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.

Κύρια Ένδειξη

For the lowering of intraocular pressure in patients with open-angle glaucoma or ocular hypertension.

Χρόνος Ημιζωής

2h

2 hours

Σύνδεση Πρωτεϊνών

Μ/Δ

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Brimonidine is an alpha adrenergic receptor agonist (primarily alpha-2). It has a peak ocular hypotensive effect occurring at two hours post-dosing. …

Οδός Αποβολής

It is metabolized primarily by the liver. Urinary excretion is the major route of elimination of the drug and its metabolites.

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

2 κεφάλαια
11.4 EOΦ therapeutic chapter

Aντιγλαυκωματικά

Γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ή οφθαλμική υπερτονία για τη μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, ως μονοθεραπεία όταν η χρήση των β-αποκλειστών αντενδείκνυται ή ως συμπληρωματική αγωγή όταν η επιδιωκόμενη ενδοφθάλμια...

+
Brimonidine Tartrate Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Kύριος σκοπός της αντιγλαυκωματικής θεραπείας παραμένει η ακεραιότητα του οπτικού νεύρου και η αποφυγή τύφλωσης αλλά και η εξασφάλιση ποιότητας ζωής του γλαυκωματικού. Tα χρησιμοποιούμενα αντιγλαυκωματικά φάρμακα,που ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες, έχουν διαφορετικό τρόπο δράσης, αλλά κοινό αποτέλεσμα τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και την πρόληψη βλάβης του οπτικού νεύρου. O όρος "αντιγλαυκωματικά" φάρμακα, μολονότι ευρύτατα χρησιμοποιούμενος διεθνώς, είναι μη δόκιμος διότι όλα τα φάρμακα αυτά απλά μειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση μη επιδρώντας άμεσα ή έμμεσα στην αποφυγή της γλαυκωματικής νευροπάθειας. H εκλογή του εκάστοτε κατάλληλου αντιγλαυκωματικού είναι συνάρτηση του τύπου του γλαυκώματος, του τρόπου δράσης του φαρμάκου, των ιδιαίτερων ενδείξεων και αντενδείξεων του τελευταίου, της αποτελεσματικότητας και ανεπιθυμήτων ενεργειών του κλπ. Tο χρόνιο απλό (πρωτοπαθές) γλαύκωμα ανοικτής γωνίας αποτελεί το συνηθέστερο τύπο γλαυκώματος και απαιτεί φαρμακευτική κυρίως θεραπεία. Φάρμακα πρώτης επιλογής στις περιπτώσεις αυτές είναι οι β-αναστολείς, ίσως λόγω μεγαλύτερης εμπειρίας και συνήθειας, αλλά και τα νεώτερα όπως η δορζολαμίδη, λατανοπρόστη, βριμονιδίνη. Για την επιλογή του καθενός, θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα υπ'όψιν η σχέση δραστικότητα / ανεπιθύμητες ενέργειες, αντενδείξεις τους και τρόπος ζωής (δραστηριότητες) του ατόμου. Tα μυωτικά χορηγούνται πλέον πολύ σπανιότερα ως τρίτη επιλογή, κυρίως λόγω των πολλών και σημαντικών τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών. Tο γλαύκωμα κλειστής γωνίας είναι σπανιότερο και η ριζική του θεραπεία είναι συνήθως χειρουργική. Eντούτοις, φαρμακευτική αγωγή επιβάλλεται για την αντιμετώπιση οξέων επεισοδίων και κατά την προεγχειρητική προετοιμασία. Oι υπόλοιποι τύποι γλαυκώματος, όπως τα δευτεροπαθή ή το συγγενές απαιτούν θεραπεία του αιτίου ή χειρουργική αντιμετώπιση αντίστοιχα. Tα αντιγλαυκωματικά γενικώς φάρμακα ανήκουν στις παρακάτω κατηγορίες: παρασυμπαθητικομιμητικά (χολινεργικά ή αντιχολινεστερασικά), συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες, κυρίως α2), β-αδρενεργικοί αναστολείς, αναστολείς καρβοανυδράσης (τοπικοί και συστηματικοί) προσταγλανδίνες (F2a) και ωσμωτικώς δρώντα. Tα φάρμακα των δύο πρώτων κατηγοριών καλούνται και μυωτικά λόγω της προκαλούμενης μύσης. Τα ωσμωτικά δρουν αφυδατώνοντας το υαλοειδές. Με εξαίρεση τα ανάλογα των προσταγλανδινών και μυωτικά που αυξάνουν την αποχέτευση του υδατοειδούς, όλα τα υπόλοιπα μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς. Σε περιπτώσεις, συνδυασμένης αγωγής είναι προτιμότερος (αν και όχι πάντα εφικτός) ο συνδυασμός φαρμάκων με διαφορετικό υποτονικό μηχανισμό δράσης. Tέλος, από μερικούς χρησιμοποιούνται και ορισμένοι σταθεροί συνδυασμοί μεταξύ των παραπάνω φαρμάκων (βλ. εισαγωγή). Oι νεώτερες θεραπευτικές τάσεις δεν ευνοούν τον συνδυασμό περισσοτέρων των δύο φαρμάκων, λόγω μειωμένης συμμόρφωσης των ασθενών και υποβιβασμού της ποιότητας ζωής τους. Στις περιπτώσεις συνδυασμού αντιγλαυκωματικών, απαιτείται κλινικός έλεγχος της δραστικότητος των συνδυαζομένων φαρμάκων ώστε να απορριφθεί ή αντικατασταθεί το μη πλέον δραστικό. Γενικά, σε καμμία περίπτωση δεν ενδείκνυται η χορήγηση κανενός αντιγλαυκωματικού φαρμάκου συχνότερα της προτεινομένης διότι δεν αυξάνει η αποτελεσματικότητα ενώ ενισχύεται η τοξικότητα (τοπικά/συστηματικά).
Ενδείξεις
Γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ή οφθαλμική υπερτονία για τη μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, ως μονοθεραπεία όταν η χρήση των β-αποκλειστών αντενδείκνυται ή ως συμπληρωματική αγωγή όταν η επιδιωκόμενη ενδοφθάλμια πίεση δεν επιτυγχάνεται με ένα μόνο φάρμακο. Αντενδείξεις: Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΑΟ ή αντικαταθλιπτικά που επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (πχ. τα τρικυκλικά). Ανεπιθύμητες ενέργειες: Οφθαλμικές: Υπεραιμία, αίσθημα καύσου ή νυγμού, αίσθηση ξένου σώματος, θάμβος όρασης, θυλάκια επιπεφυκότος, κνησμός και άλλες αλλεργικές εκδηλώσεις. Περιστασιακά διάβρωση και χρώση κερατοειδούς, φωτοφοβία, βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα, οφθαλμικός πόνος, ξηρο- 572
Αντενδείξεις
Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΑΟ ή αντικαταθλιπτικά που επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (πχ. τα τρικυκλικά).
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Οφθαλμικές: Υπεραιμία, αίσθημα καύσου ή νυγμού, αίσθηση ξένου σώματος, θάμβος όρασης, θυλάκια επιπεφυκότος, κνησμός και άλλες αλλεργικές εκδηλώσεις. Περιστασιακά διάβρωση και χρώση κερατοειδούς, φωτοφοβία, βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα, οφθαλμικός πόνος, ξηρο- 11. ΦΑΡΜΑΚΑ ΟΦΘΑΛΜΙΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ φθαλμία, δακρύρροια. Συστηματικές: Κεφαλαλγία, ξηροστομία, υπνηλία, ζάλη.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε βαριά καρδιοαναπνευστική, εγκεφαλική, στεφανιαία, ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, σύνδρομο Raynaud, ορθοστατική υπόταση, ή αποφρακτική θρομβαγγειΐτιδα. Πιθανή προσθετική ή αυξητική επίδραση με κατασταλτικά του ΚΝΣ (οινόπνευμα, ηρεμιστικά, κλπ.). Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια στην κύηση και τη γαλουχία. Μπορεί να μειώσει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Δοσολογία
Μια σταγόνα δύο φορές την ημέρα με μεσοδιάστημα 12 ωρών. Δεν χορηγείται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
ALPHAGAN/Alvia: ey.dro.sol 0.2% (w/v) fl x 5ml Kυκλοφορούν μη εκλεκτικοί β-αποκλειστές (τιμολόλη, λεβοβουνολόλη, μετιπρανολόλη), β1-εκλεκτικοί (βηταξολόλη) και με ενδογενή συμπαθομιμητική δράση (καρτεολόλη). H υποτονική τους δράση στον οφθαλμό είναι παρεμφερής. Δεν ενοχοποιούνται για σοβαρές ή συχνές οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ οι συστηματικές είναι σοβαρότερες και συχνότερες, κυρίως στους μη εκλεκτικούς β-αποκλειστές, όπου οι διαφορές αφορούν στη δραστικότητα του καθενός βαποκλειστή. Oι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στα σκευάσματα των β-αποκλειστών δεν ακολουθούνται από ανάλογη μεγαλύτερη υποτονία, ενώ αυξάνεται ο κίνδυνος συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών Q Σε συνδυασμό με β-α αδρενεργικό αποκλειστή Brimonidine Tartrate+Timolol Maleate Ν COMBIGAN/Allergan Ireland: ey.dro.sol (0.2+ 0.5) % fl x 5ml 11.4.3 β-Αδρενεργικοί αποκλειστές Oι β-αδρενεργικοί αποκλειστές μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και κατά συνέπεια και την ενδοφθάλμια πίεση. Tο αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται είτε με συστηματική, είτε με τοπική χορήγηση. H τελευταία προτιμάται λόγω της μικρότερης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. Aπό τους β-αποκλειστές ο περισσότερο μελετημένος και δοκιμασμένος είναι η τιμολόλη. Xορηγείται μόνη ή σε συνδυασμό με άλλα αντιγλαυκωματικά φάρμακα, όπως λατανοπρόστη, δορζολαμίδη, βριμονιδίνη και πιλοκαρπίνη. Παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι δεν επηρεάζουν την προσαρμογή και δεν προκαλούν μύση. Mειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση 30 λεπτά μετά τη χορήγησή τους. Tο αποτέλεσμα αυτό διατηρείται για 24 ώρες και σπανιότερα για ημέρες. Tο μέγιστο της υποτονικής τους δράσης παρατηρείται μετά 7-15 ημέρες. .
11.4.2 EOΦ therapeutic chapter

Συμπαθητικομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)

Tα συμπαθητικομιμητικά μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και διευκολύνουν την αποχέτευσή του με αποτέλεσμα την πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η επινεφρίνη και το...

+
Brimonidine Tartrate Σελίδα κεφαλαίου
Περιγραφή
Tα συμπαθητικομιμητικά μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και διευκολύνουν την αποχέτευσή του με αποτέλεσμα την πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Tα κυρίως χρησιμοποιούμενα φάρμακα είναι η επινεφρίνη και το ανάλογό της διπιβεφρίνη (ή διπιβαλική αδρεναλίνη). H διπιβεφρίνη είναι προφάρμακο της αδρεναλίνης με λιπόφιλες ιδιότητες. Mεταβολίζεται από τις εστεράσες του κερατοειδούς χιτώνα σε αδρεναλίνη και παρουσιάζει το πλεονέκτημα της καλύτερης ανοχής, της μικρότερης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών και της ευχερέστερης διείσδυσής του στον οφθαλμό εξαιτίας της λιποφιλίας του. H τελευταία αυτή ιδιότητα επιτρέπει τη χορήγησή του σε πυκνότητες μικρότερες εκείνων της αδρεναλίνης. H δράση της αρχίζει 30 λεπτά μετά την εφαρμογή της και η μέγιστη πτώση της ενδοφθάλμιας πίεσης παρατηρείται μετά από 1 ώρα. Tο μυδριατικό της αποτέλεσμα υπολείπεται σαφώς εκείνου της αδρεναλίνης. Χρησιμοποιείται ελάχιστα πλέον, λόγω ασθενούς υποτονικής δράσης. H π-αμινοκλονιδίνη ή απρακλονιδίνη είναι ένας σχετικά ειδικός α2-αδρενεργικός διεγέρτης, παράγωγο της κλονιδίνης (κεφ. 2.5.3) με μειωμένες τις συστηματικές της επιδράσεις. Eνσταλλαζόμενη στον οφθαλμό μειώνει σημαντικά την ενδοφθάλμιο πίεση λόγω μείωσης της παραγωγής υδατοειδούς υγρού με άγνωστο, πιθανώς αγγειακό μηχανισμό. Λόγω υδατοδιαλυτότητος διέρχεται ενδοφθαλμίως από τον σκληρό χιτώνα. Δρα εντός 60min και επί 12ωρο. Σε μακροχρόνια χορήγηση εμφανίζεται συχνά ταχυφυλαξία (20-30%). Η βριμονιδίνη είναι ένας πολύ εκλεκτικός α2-αγωνιστής χωρίς πρακτική δράση στους α1-υποδοχείς (σε αντίθεση με την απρακλονιδίνη). Μειώνει την ΕΟΠ κυρίως λόγω μείωσης της παραγωγής του υδατοειδούς αλλά και αύξησης της ραγοειδοσκληραίας αποχέτευσης. Δρα εντός 60min και επί 8-12 ώρες χορηγούμενη δις ή τρις ημερησίως εξατομικευμένα. Σε πειραματικά μοντέλα αναφέρεται και νευροπροστατευτική δράση στο οπτικό νεύρο. Λόγω λιποφιλίας διέρχεται ενδοφθαλμίως από τον κερατοειδή. Δυστυχώς διέρχεται και του αιματοεγκεφαλικού φραγμού μετά συστηματική απορρόφηση και γιαυτό έχουν όχι σπάνια παρατηρηθεί ζάλη, ίλιγγος, αστάθεια, καταβολή κλπ. σε ηλικιωμένα ή προδιατεθιμένα άτομα. Χορηγείται σε γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.
Ενδείξεις
Γλαύκωμα ανοικτής γωνίας ή οφθαλμική υπερτονία για τη μείωση της αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης, ως μονοθεραπεία όταν η χρήση των β-αποκλειστών αντενδείκνυται ή ως συμπληρωματική αγωγή όταν η επιδιωκόμενη ενδοφθάλμια πίεση δεν επιτυγχάνεται με ένα μόνο φάρμακο.
Αντενδείξεις
Σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΑΟ ή αντικαταθλιπτικά που επηρεάζουν τη νοραδρενεργική διαβίβαση (πχ. τα τρικυκλικά).
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Οφθαλμικές: Υπεραιμία, αίσθημα καύσου ή νυγμού, αίσθηση ξένου σώματος, θάμβος όρασης, θυλάκια επιπεφυκότος, κνησμός και άλλες αλλεργικές εκδηλώσεις. Περιστασιακά διάβρωση και χρώση κερατοειδούς, φωτοφοβία, βλεφαρίτιδα, επιπεφυκίτιδα, οφθαλμικός πόνος, ξηρο- 11. ΦΑΡΜΑΚΑ ΟΦΘΑΛΜΙΚΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ φθαλμία, δακρύρροια. Συστηματικές: Κεφαλαλγία, ξηροστομία, υπνηλία, ζάλη.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε βαριά καρδιοαναπνευστική, εγκεφαλική, στεφανιαία, ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια, σύνδρομο Raynaud, ορθοστατική υπόταση, ή αποφρακτική θρομβαγγειΐτιδα. Πιθανή προσθετική ή αυξητική επίδραση με κατασταλτικά του ΚΝΣ (οινόπνευμα, ηρεμιστικά, κλπ.). Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ασφάλεια στην κύηση και τη γαλουχία. Μπορεί να μειώσει την ικανότητα οδήγησης ή χειρισμού μηχανημάτων.
Δοσολογία
Μια σταγόνα δύο φορές την ημέρα με μεσοδιάστημα 12 ωρών. Δεν χορηγείται σε παιδιά.
Φαρμακευτικά προϊόντα
ALPHAGAN/Alvia: ey.dro.sol 0.2% (w/v) fl x 5ml Kυκλοφορούν μη εκλεκτικοί β-αποκλειστές (τιμολόλη, λεβοβουνολόλη, μετιπρανολόλη), β1-εκλεκτικοί (βηταξολόλη) και με ενδογενή συμπαθομιμητική δράση (καρτεολόλη). H υποτονική τους δράση στον οφθαλμό είναι παρεμφερής. Δεν ενοχοποιούνται για σοβαρές ή συχνές οφθαλμικές ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ οι συστηματικές είναι σοβαρότερες και συχνότερες, κυρίως στους μη εκλεκτικούς β-αποκλειστές, όπου οι διαφορές αφορούν στη δραστικότητα του καθενός βαποκλειστή. Oι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις στα σκευάσματα των β-αποκλειστών δεν ακολουθούνται από ανάλογη μεγαλύτερη υποτονία, ενώ αυξάνεται ο κίνδυνος συστηματικών ανεπιθύμητων ενεργειών Q Σε συνδυασμό με β-α αδρενεργικό αποκλειστή Brimonidine Tartrate+Timolol Maleate Ν COMBIGAN/Allergan Ireland: ey.dro.sol (0.2+ 0.5) % fl x 5ml 11.4.3 β-Αδρενεργικοί αποκλειστές Oι β-αδρενεργικοί αποκλειστές μειώνουν την παραγωγή του υδατοειδούς υγρού και κατά συνέπεια και την ενδοφθάλμια πίεση. Tο αποτέλεσμα αυτό επιτυγχάνεται είτε με συστηματική, είτε με τοπική χορήγηση. H τελευταία προτιμάται λόγω της μικρότερης συχνότητας ανεπιθύμητων ενεργειών. Aπό τους β-αποκλειστές ο περισσότερο μελετημένος και δοκιμασμένος είναι η τιμολόλη. Xορηγείται μόνη ή σε συνδυασμό με άλλα αντιγλαυκωματικά φάρμακα, όπως λατανοπρόστη, δορζολαμίδη, βριμονιδίνη και πιλοκαρπίνη. Παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι δεν επηρεάζουν την προσαρμογή και δεν προκαλούν μύση. Mειώνουν την ενδοφθάλμια πίεση 30 λεπτά μετά τη χορήγησή τους. Tο αποτέλεσμα αυτό διατηρείται για 24 ώρες και σπανιότερα για ημέρες. Tο μέγιστο της υποτονικής τους δράσης παρατηρείται μετά 7-15 ημέρες. .

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν BRIMONIDINE.

Φόρτωση σκευασμάτων...