AVELUMAB
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-BAVENCIO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Κάθε 2 εβδομάδες
- Δόση έναρξης: 10 mg/kg σωματικού βάρους
-
ΕνήλικεςΔόση10 mg/kg σωματικού βάρουςχορηγούμενα ενδοφλεβίως σε 60 λεπτά κάθε 2 εβδομάδες
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς (≥65 ετών)
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με μέτρια ή βαριά ηπατική δυσλειτουργία.
block
SPC-BAVENCIO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-BAVENCIO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσειςΒαριέςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπηΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα (πυρεξία, ρίγη, έξαψη, υπόταση, δύσπνοια, συριγμό, οσφυαλγία, κοιλιακό πόνο, κνίδωση). Για Βαθμού 3 ή 4, διακοπή έγχυσης και οριστική διακοπή αβελουμάμπης. Για Βαθμού 1, επιβράδυνση ρυθμού έγχυσης κατά 50%. Για Βαθμού 2, προσωρινή διακοπή μέχρι βελτίωση σε Βαθμού 1 ή πλήρη υποχώρηση, επανεκκίνηση με βραδύτερο κατά 50% ρυθμό. Για υποτροπή Βαθμού 1 ή 2, συνέχιση υπό στενή παρακολούθηση, τροποποίηση ρυθμού έγχυσης, προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή με παρακεταμόλη και αντιισταμινικό.
-
Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες (γενικά)Επαρκής αξιολόγηση για επιβεβαίωση αιτιολογίας ή αποκλεισμό άλλων αιτιών. Παύση αβελουμάμπης και χορήγηση κορτικοστεροειδών. Βαθμιαία μείωση κορτικοστεροειδών για τουλάχιστον 1 μήνα μετά τη βελτίωση. Εξέταση άλλων συστηματικών ανοσοκατασταλτικών εάν δεν ελέγχονται με κορτικοστεροειδή.
-
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδαΘανατηφόρος περίπτωση αναφέρθηκεΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπηΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα. Αποκλεισμός άλλων αιτιών. Επιβεβαίωση με ακτινογραφική απεικόνιση. Χορήγηση κορτικοστεροειδών για Βαθμού ≥2. Παύση αβελουμάμπης για Βαθμού 2 μέχρι την πλήρη υποχώρηση. Οριστική διακοπή για Βαθμού 3, 4 ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 2.
-
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδαΔύο θανατηφόρες περιπτώσεις αναφέρθηκανΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπηΠαρακολούθηση για αλλαγές στην ηπατική λειτουργία και συμπτώματα. Αποκλεισμός άλλων αιτιών. Χορήγηση κορτικοστεροειδών για Βαθμού ≥2. Παύση αβελουμάμπης για Βαθμού 2 μέχρι την πλήρη υποχώρηση. Οριστική διακοπή για Βαθμού 3 ή 4.
-
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν αβελουμάμπηΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα. Αποκλεισμός άλλων αιτιών. Χορήγηση κορτικοστεροειδών για Βαθμού ≥2. Παύση αβελουμάμπης για Βαθμού 2 ή 3 μέχρι την πλήρη υποχώρηση. Οριστική διακοπή για Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 3.
-
Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειεςΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν αβελουμάμπηΠαρακολούθηση για κλινικά σημεία και συμπτώματα. Παύση αβελουμάμπης για Βαθμού 3 ή 4 ενδοκρινοπάθειες μέχρι την πλήρη υποχώρηση.
-
Διαταραχές του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός/υπερθυρεοειδισμός)Παρακολούθηση για αλλαγές στη λειτουργία του θυρεοειδούς και κλινικά σημεία/συμπτώματα. Διαχείριση υποθυρεοειδισμού με θεραπεία υποκατάστασης, υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικό φαρμακευτικό προϊόν. Παύση αβελουμάμπης για Βαθμού 3 ή 4 διαταραχές.
-
Επινεφριδιακή ανεπάρκειαΠαρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία. Χορήγηση κορτικοστεροειδών (1-2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης IV ή PO) για Βαθμού ≥3, ακολουθούμενη από βαθμιαία μείωση. Παύση αβελουμάμπης για συμπτωματική Βαθμού 3 ή 4.
-
Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1Μπορεί να προκαλέσει διαβητική κετοξέωσηΠαρακολούθηση για υπεργλυκαιμία ή άλλα σημεία/συμπτώματα διαβήτη. Έναρξη θεραπείας με ινσουλίνη. Παύση αβελουμάμπης και χορήγηση αντιυπεργλυκαιμικών για Βαθμού ≥3 υπεργλυκαιμία. Επανεκκίνηση αβελουμάμπης όταν επιτευχθεί μεταβολικός έλεγχος με ινσουλίνη.
-
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργίαΠαρακολούθηση για αυξημένη κρεατινίνη ορού. Χορήγηση κορτικοστεροειδών για Βαθμού ≥2. Παύση αβελουμάμπης για Βαθμού 2 ή 3 μέχρι πλήρη υποχώρηση σε ≤ Βαθμού 1. Οριστική διακοπή για Βαθμού 4.
-
Άλλες κλινικά σημαντικές σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες (μυοκαρδίτιδα, μυοσίτιδα, υποϋποφυσισμός, ραγοειδίτιδα, σύνδρομο Guillain-Barré)Θανατηφόρες περιπτώσεις μυοκαρδίτιδαςΕπαρκής αξιολόγηση για επιβεβαίωση αιτιολογίας ή αποκλεισμό άλλων αιτιών. Παύση αβελουμάμπης και χορήγηση κορτικοστεροειδών. Επανεκκίνηση αβελουμάμπης όταν η ανεπιθύμητη ενέργεια επανέλθει σε Βαθμού 1 ή χαμηλότερα μετά βαθμιαία μείωση κορτικοστεροειδών. Οριστική διακοπή για υποτροπιάζουσα Βαθμού 3 και για Βαθμού 4.
-
Ασθενείς που αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτεςΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό μετάσταση στο ΚΝΣ, ενεργό ή προηγούμενο αυτοάνοσο νόσημα, ιστορικό άλλων κακοηθειών εντός 5 ετών, μεταμόσχευση οργάνου, καταστάσεις που απαιτούν θεραπευτική ανοσοκαταστολή, ενεργό λοίμωξη με HIV, ή ηπατίτιδα B ή C
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
SPC-BAVENCIO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-BAVENCIO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αναιμία
- Λεμφοπενία
- Θρομβοπενία
- Ηωσινοφιλία
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο
- Αναφυλακτική αντίδραση υπερευαισθησίας
- Υπερευαισθησία τύπου I
- Υποθυρεοειδισμός*
- Επινεφριδιακή ανεπάρκεια*
- Υπερθυρεοειδισμός*
- Θυρεοειδίτιδα*
- Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα*
- Οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια*
- Αυτοάνοσος υποθυρεοειδισμός*
- Υποϋποφυσισμός*
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Σακχαρώδης διαβήτης*
- Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1*
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Σύνδρομο Guillain-Barré*
- Ραγοειδίτιδα*
- Mυοκαρδίτιδα*
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Πνευμονίτιδα*
- Ναυτία
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Κοιλιακός πόνος
- Ξηροστομία
- Ειλεός
- Κολίτιδα*
- Αυτοάνοση κολίτιδα*
- Εντεροκολίτιδα*
- Αυτοάνοση ηπατίτιδα*
- Οξεία ηπατική ανεπάρκεια*
- Ηπατική ανεπάρκεια*
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ξηροδερμία
- Έκζεμα
- Δερματίτιδα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα*
- Κνησμώδες εξάνθημα*
- Ερύθημα*
- Γενικευμένο εξάνθημα*
- Ψωρίαση*
- Ερυθηματώδες εξάνθημα*
- Κηλιδώδες εξάνθημα*
- Βλατιδώδες εξάνθημα*
- Απολεπιστική δερματίτιδα*
- Πολύμορφο ερύθημα*
- Πεμφιγοειδές*
- Γενικευμένος κνησμός*
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυοσίτις*
- Διαμεσοσωληναριακή νεφρίτιδα*
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Εξασθένηση
- Ρίγη
- Γριππώδης συνδρομή
- Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
- Σύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης*
- Αυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη λιπάση
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) αυξημένη*
- Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) αυξημένη*
- Κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη*
- Τρανσαμινάσες αυξημένες*
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη λιπάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠνευμονίτιδα*Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥποθυρεοειδισμός*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) αυξημένη*Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική αντίδραση υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑπολεπιστική δερματίτιδα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑσπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) αυξημένη*Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση ηπατίτιδα*Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση θυρεοειδίτιδα*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση κολίτιδα*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοσος υποθυρεοειδισμός*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒλατιδώδες εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΓενικευμένο εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΓενικευμένος κνησμός*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαμεσοσωληναριακή νεφρίτιδα*Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΕιλεόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕντεροκολίτιδα*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΕπινεφριδιακή ανεπάρκεια*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕρύθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΗπατική ανεπάρκεια*Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘυρεοειδίτιδα*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΚηλιδώδες εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚολίτιδα*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Όχι συχνέςΚρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη*Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδα*Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΟξεία ηπατική ανεπάρκεια*Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΟξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠεμφιγοειδές*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠολύμορφο ερύθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΡαγοειδίτιδα*Οφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1*Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτης*Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο Guillain-Barré*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης*Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΤρανσαμινάσες αυξημένες*Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησία στο φάρμακοΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησία τύπου IΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερθυρεοειδισμός*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥποϋποφυσισμός*Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΨωρίαση*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςMυοκαρδίτιδα*Καρδιακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-BAVENCIO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη και να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αβελουμάμπη και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση. Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σε έγκυο γυναίκα. Σε ζωικά μοντέλα, ο αποκλεισμός της σηματοδότησης PD-L1 διαταράσσει την ανοχή στο έμβρυο και έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη εμβρυϊκή απώλεια. Η χορήγηση αβελουμάμπης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένων αυξημένων ποσοστών αποβολής ή θνησιγένειας. Οι ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες IgG1 διαπερνούν τον πλακουντιακό φραγμό, επομένως υπάρχει πιθανότητα μεταφοράς της αβελουμάμπης από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Δεν συνιστάται η χρήση της αβελουμάμπης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία.
-
ΓαλουχίαΝα μη θηλάζουνΔεν είναι γνωστό εάν η αβελουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι θηλάζουσες γυναίκες πρέπει να μη θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση λόγω της πιθανότητας για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη που θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΗ επίδραση της αβελουμάμπης στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα είναι άγνωστη. Δεν προέκυψαν αξιοσημείωτες επιδράσεις στα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα σε πιθήκους σε μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων.
neurology
SPC-BAVENCIO
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-BAVENCIO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-BAVENCIO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή Η αβελουμάμπη αναμένεται να κατανέμεται στη συστηματική κυκλοφορία και σε μικρότερο βαθμό στον εξωκυττάριο χώρο. Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 4,72 l. Όπως συμβαίνει με μια περιορισμένη εξωαγγειακή κατανομή, ο όγκος…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινίνη ορού
· Πριν τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Κλινική παρακολούθηση (διαβήτης) | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Υπεργλυκαιμία | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Ενδοκρινοπάθειες | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Θυρεοειδική λειτουργία | endocrinologyΘυρεοειδής & ορμόνες | Κατά την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και όπως ενδείκνυται με βάση την κλινική αξιολόγηση | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Κλινική παρακολούθηση (ανοσολογική ηπατίτιδα) | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη | ||
| Κλινική παρακολούθηση κολίτιδας | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
| Συμπτώματα σχετιζόμενα με την έγχυση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
Απεικόνιση (CT / MRI / ακτινογραφία)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ακτινογραφικός έλεγχος | radiologyΑπεικονιστικός έλεγχος | — | Ασθενείς που λαμβάνουν αβελουμάμπη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-BAVENCIO
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται από γιατρό έμπειρο στη θεραπεία το καρκίνου.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση του Bavencio είναι 10 mg/kg σωματικού βάρους χορηγούμενα ενδοφλεβίως σε 60 λεπτά κάθε 2 εβδομάδες.
Η χορήγηση του Bavencio πρέπει να συνεχίζεται σύμφωνα με το προτεινόμενο χρονοδιάγραμμα μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα. Ασθενείς με ακτινολογικά επιβεβαιωμένη εξέλιξη της νόσου που δεν σχετίζεται με σημαντική κλινική επιδείνωση, κατάσταση οριζόμενη ως απουσία νέων ή επιδεινούμενων συμπτωμάτων, απουσία αλλαγής στην κατάσταση απόδοσης για περισσότερο από δύο εβδομάδες, και απουσία ανάγκης για θεραπεία διάσωσης, μπορούν να συνεχίσουν τη θεραπεία.
Προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή
Οι ασθενείς πρέπει να λάβουν προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή με αντιισταμινικό και με παρακεταμόλη πριν από τις πρώτες 4 εγχύσεις του Bavencio. Εάν η τέταρτη έγχυση ολοκληρωθεί χωρίς σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση, η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή για τις επόμενες δόσεις θα πρέπει να χορηγείται κατά την κρίση του γιατρού.
Τροποποιήσεις της θεραπείας
Η κλιμάκωση ή η μείωση της δόσης δεν συνιστάται. Καθυστέρηση ή διακοπή της χορήγησης ενδέχεται να απαιτείται με βάση την ατομική ασφάλεια και ανεκτικότητα (βλ. Πίνακα 1). Λεπτομερείς κατευθυντήριες οδηγίες για τη διαχείριση των σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητων ενεργειών περιγράφονται στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
| Ανεπιθύμητη ενέργεια σχετιζόμενη με τη θεραπεία | Βαρύτητα* | Τροποποίηση της θεραπείας |
|---|---|---|
| Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις | Βαθμού 1 | Μείωση του ρυθμού έγχυσης κατά 50% |
| Βαθμού 2 | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1· εκ νέου έναρξη της έγχυσης με 50% βραδύτερο ρυθμό | |
| Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 | Οριστική διακοπή | |
| Πνευμονίτιδα | Βαθμού 2 | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1 |
| Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 2 | Οριστική διακοπή | |
| Ηπατίτιδα | AST ή ALT >3 έως 5 x ULN ή ολική χολερυθρίνη >1,5 έως 3 x ULN | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1 |
| AST ή ALT >5 x ULN ή ολική χολερυθρίνη >3 x ULN | Οριστική διακοπή | |
| Κολίτιδα | Βαθμού 2 ή Βαθμού 3 | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1 |
| Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 3 | Οριστική διακοπή | |
| Ενδοκρινοπάθειες (υποθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υπεργλυκαιμία) | Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1 |
| Νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία | Κρεατινίνη ορού >1,5 έως 6 x ULN | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1 |
| Κρεατινίνη ορού >6 x ULN | Οριστική διακοπή | |
| Άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες (συμπεριλαμβανομένης μυοκαρδίτιδας, μυοσίτιδας, υποϋποφυσισμού, ραγοειδίτιδας, συνδρόμου Guillain-Barré) | Βαθμού 2 ή Βαθμού 3 κλινικά σημεία ή συμπτώματα | Παύση μέχρι τη βελτίωση των ανεπιθύμητων ενεργειών σε Βαθμού 0-1 |
| Απειλητική για τη ζωή ή Βαθμού 4 ανεπιθύμητη ενέργεια (συμπεριλαμβανομένων ενδοκρινοπαθειών ελεγχόμενων με θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης) | Οριστική διακοπή | |
| Υποτροπιάζουσα Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη ενέργεια | Οριστική διακοπή | |
| Απαίτηση για 10 mg ή περισσότερο πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου ανά ημέρα για περισσότερο από 12 εβδομάδες | Οριστική διακοπή | |
| Επίμονες Βαθμού 2 ή Βαθμού 3 ανοσοδιαμεσολαβούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που διαρκούν 12 εβδομάδες ή περισσότερο | Οριστική διακοπή |
- Η τοξικότητα βαθμολογήθηκε σύμφωνα με τα Κριτήρια Συνήθους Ορολογίας για Ανεπιθύµητες Ενέργειες (Common Terminology Criteria for Adverse Events) του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ (National Cancer Institute) Έκδοση 4.0 (NCI-CTCAE v4.03)
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς (≥65 ετών) (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Bavencio σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Υπάρχουν ανεπαρκή δεδομένα για δοσολογικές συστάσεις σε ασθενείς με μέτρια ή βαριά ηπατική δυσλειτουργία.
Τρόπος χορήγησης
Το Bavencio προορίζεται για ενδοφλέβια έγχυση μόνο. Δεν πρέπει να χορηγείται ως ταχεία ενδοφλέβια ένεση εφόδου ή bolus. Το Bavencio πρέπει να αραιώνεται είτε με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) είτε με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 4,5 mg/ml (0,45%). Χορηγείται για 60 λεπτά ως ενδοφλέβια έγχυση χρησιμοποιώντας εν σειρά (in-line) ή επιπρόσθετο (add-on) στείρο, μη πυρετογόνο, χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης φίλτρο 0,2 μικρόμετρων. Για οδηγίες σχετικά με την προετοιμασία και τη χορήγηση του φαρμακευτικού προϊόντος, (βλ. παράγραφο 6.6).
block
Αντενδείξεις
SPC-BAVENCIO
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-BAVENCIO
expand_more
Προειδοποιήσεις
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις
Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να είναι βαριές, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων, όπως πυρεξία, ρίγη, έξαψη, υπόταση, δύσπνοια, συριγμό, οσφυαλγία, κοιλιακό πόνο και κνίδωση.
Για Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, η έγχυση πρέπει να σταματήσει και η αβελουμάμπη πρέπει να διακοπεί οριστικά (βλ. Δοσολογία).
Για Βαθμού 1 σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, ο ρυθμός έγχυσης πρέπει να επιβραδυνθεί κατά 50% για την τρέχουσα έγχυση. Για ασθενείς με Βαθμού 2 σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις, η έγχυση πρέπει να διακοπεί προσωρινά μέχρι τη βελτίωση σε Βαθμού 1 ή την πλήρη υποχώρηση, οπότε η έγχυση θα ξεκινήσει εκ νέου με βραδύτερο κατά 50% ρυθμό έγχυσης (βλ. Δοσολογία).
Σε περίπτωση υποτροπής Βαθμού 1 ή Βαθμού 2 σχετιζόμενης με την έγχυση αντίδρασης, ο ασθενής μπορεί να συνεχίσει να λαμβάνει αβελουμάμπη υπό στενή παρακολούθηση, μετά την κατάλληλη τροποποίηση του ρυθμού έγχυσης και την προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή με παρακεταμόλη και αντιισταμινικό (βλ. Δοσολογία).
Στις κλινικές δοκιμές, 98,6% (433/439) των ασθενών με σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις είχαν μια πρώτη σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση κατά τη διάρκεια των πρώτων 4 εγχύσεων από τους οποίους 2,7% (12/439) ήταν Βαθμού ≥ 3. Στο υπόλοιπο 1,4% (6/439) των ασθενών, σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις εμφανίστηκαν μετά τις πρώτες 4 εγχύσεις και ήταν όλες Βαθμού 1 ή Βαθμού 2.
Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι περισσότερες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες με την αβελουμάμπη ήταν αναστρέψιμες και αντιμετωπίστηκαν με προσωρινή ή μόνιμη διακοπή της αβελουμάμπης, χορήγηση κορτικοστεροειδών ή/και υποστηρικτική φροντίδα.
Για πιθανολογούμενες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες, θα πρέπει να γίνεται επαρκής αξιολόγηση ώστε να επιβεβαιωθεί η αιτιολογία ή να αποκλειστούν άλλες αιτίες. Με βάση τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, θα πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης και χορήγηση κορτικοστεροειδών. Εάν χρησιμοποιηθούν κορτικοστεροειδή για την αντιμετώπιση μιας ανεπιθύμητης ενέργειας, όταν παρουσιαστεί βελτίωση θα πρέπει να αρχίζει βαθμιαία μείωση διάρκειας τουλάχιστον 1 μηνός.
Σε ασθενείς των οποίων οι ανεπιθύμητες ενέργειες δεν ήταν δυνατόν να ελεγχθούν με τη χρήση κορτικοστεροειδών, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο χορήγησης άλλων συστηματικών ανοσοκατασταλτικών.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα εμφανίστηκε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπη. Έχει αναφερθεί μία θανατηφόρος περίπτωση σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδας και πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες εκτός από σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα. Πιθανολογούμενη πνευμονίτιδα πρέπει να επιβεβαιώνεται με ακτινογραφική απεικόνιση.
Πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή για συμβάματα Βαθμού ≥2 (αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου, ακολουθούμενη από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών).
Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 2 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα μέχρι την πλήρη υποχώρηση, και οριστική διακοπή για Βαθμού 3, Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 2 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα (βλ. Δοσολογία).
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα εμφανίστηκε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπη. Έχουν αναφερθεί δύο θανατηφόρες περιπτώσεις σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αλλαγές στην ηπατική λειτουργία και συμπτώματα σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδας και πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες εκτός από σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα.
Πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή για συμβάματα Βαθμού ≥2 (αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου, ακολουθούμενη από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών).
Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 2 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα μέχρι την πλήρη υποχώρηση, και οριστική διακοπή για Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα (βλ. Δοσολογία).
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα
Έχει αναφερθεί σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό κολίτιδας και πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες εκτός από σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα. Πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή για συμβάματα Βαθμού ≥2 (αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου, ακολουθούμενη από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών).
Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 2 ή Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα μέχρι την πλήρη υποχώρηση, και οριστική διακοπή για Βαθμού 4 ή υποτροπιάζουσα Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα (βλ. Δοσολογία).
Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειες
Έχουν αναφερθεί σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό διαταραχές του θυρεοειδούς, σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό επινεφριδιακή ανεπάρκεια και σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1 σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για κλινικά σημεία και συμπτώματα ενδοκρινοπαθειών. Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 ενδοκρινοπάθειες μέχρι την πλήρη υποχώρηση (βλ. Δοσολογία).
Διαταραχές του θυρεοειδούς (υποθυρεοειδισμός/υπερθυρεοειδισμός)
Διαταραχές του θυρεοειδούς μπορούν να προκύψουν οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αλλαγές στη λειτουργία του θυρεοειδούς (κατά την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας, και όπως ενδείκνυται με βάση την κλινική αξιολόγηση) και για κλινικά σημεία και συμπτώματα διαταραχών του θυρεοειδούς. Η διαχείριση του υποθυρεοειδισμού πρέπει να γίνεται με θεραπεία υποκατάστασης και του υπερθυρεοειδισμού με αντιθυρεοειδικό φαρμακευτικό προϊόν, όπως απαιτείται.
Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 διαταραχές του θυρεοειδούς (βλ. Δοσολογία).
Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα επινεφριδιακής ανεπάρκειας κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία. Πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή (1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ενδοφλεβίως ή ισοδύναμου από του στόματος) για Βαθμού ≥3 επινεφριδιακή ανεπάρκεια, ακολουθούμενα από βαθμιαία μείωση έως την επίτευξη ενός επιπέδου ≤10 mg/ημέρα.
Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 συμπτωματική επινεφριδιακή ανεπάρκεια (βλ. Δοσολογία).
Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1
Η αβελουμάμπη μπορεί να προκαλέσει σακχαρώδη διαβήτη Τύπου 1, συμπεριλαμβανομένης διαβητικής κετοξέωσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για υπεργλυκαιμία ή άλλα σημεία και συμπτώματα διαβήτη. Ξεκινήστε θεραπεία με ινσουλίνη για σακχαρώδη διαβήτη Τύπου 1. Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης και χορήγηση αντιυπεργλυκαιμικών σε ασθενείς με Βαθμού ≥3 υπεργλυκαιμία. Η θεραπεία με αβελουμάμπη θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου όταν επιτευχθεί μεταβολικός έλεγχος μέσω της θεραπείας υποκατάστασης ινσουλίνης.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία
Η αβελουμάμπη μπορεί να προκαλέσει σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αυξημένη κρεατινίνη ορού πριν τη θεραπεία και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Πρέπει να χορηγούνται κορτικοστεροειδή (αρχική δόση 1 έως 2 mg/kg/ημέρα πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου, ακολουθούμενη από βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών) για Βαθμού ≥2 νεφρίτιδα. Πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης για Βαθμού 2 ή Βαθμού 3 νεφρίτιδα μέχρι την πλήρη υποχώρηση σε ≤ Βαθμού 1, και οριστική διακοπή για Βαθμού 4 νεφρίτιδα.
Άλλες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες
Άλλες κλινικά σημαντικές σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν σε λιγότερο από 1% των ασθενών: μυοκαρδίτιδα συμπεριλαμβανομένων θανατηφόρων περιπτώσεων, μυοσίτιδα, υποϋποφυσισμός, ραγοειδίτιδα και σύνδρομο Guillain-Barré (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Για πιθανολογούμενες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες, διασφαλίστε την επαρκή αξιολόγηση ώστε να επιβεβαιωθεί η αιτιολογία ή να αποκλειστούν άλλες αιτίες. Με βάση τη βαρύτητα της ανεπιθύμητης ενέργειας, θα πρέπει να γίνεται παύση της αβελουμάμπης και χορήγηση κορτικοστεροειδών. Η αβελουμάμπη θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου όταν η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη ενέργεια επανέλθει σε Βαθμού 1 ή χαμηλότερα μετά τη βαθμιαία μείωση των κορτικοστεροειδών. Πρέπει να γίνεται οριστική διακοπή της αβελουμάμπης για οποιαδήποτε Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη ενέργεια που υποτροπιάζει και για Βαθμού 4 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη ενέργεια (βλ. Δοσολογία).
Ασθενείς που αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες
Οι ασθενείς με τις ακόλουθες καταστάσεις αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές: ενεργό μετάσταση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), ενεργό ή προηγούμενο αυτοάνοσο νόσημα, ιστορικό άλλων κακοηθειών εντός των τελευταίων 5 ετών, μεταμόσχευση οργάνου, καταστάσεις που απαιτούν θεραπευτική ανοσοκαταστολή ή ενεργό λοίμωξη με HIV, ή ηπατίτιδα B ή C.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Το φαρμακευτικό αυτό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, δηλ. ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-BAVENCIO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-BAVENCIO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Η αβελουμάμπη συνδέεται συχνότερα με σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι περισσότερες από αυτές, συμπεριλαμβανομένων των βαριών αντιδράσεων, υποχώρησαν πλήρως μετά την έναρξη της κατάλληλης ιατρικής θεραπείας ή την παύση της αβελουμάμπης (βλ. «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω). Η ασφάλεια της αβελουμάμπης έχει αξιολογηθεί σε 1.738 ασθενείς με συμπαγείς όγκους συμπεριλαμβανομένου μεταστατικού MCC, οι οποίοι έλαβαν 10 mg/kg αβελουμάμπης κάθε 2 εβδομάδες στις κλινικές μελέτες. Σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών, οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες με την αβελουμάμπη ήταν κόπωση (32,4%), ναυτία (25,1%), διάρροια (18,9%), μειωμένη όρεξη (18,4%), δυσκοιλιότητα (18,4%), σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις (17,1%), μειωμένο σωματικό βάρος (16,6%) και έμετος (16,2%). Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού ≥3 ήταν αναιμία (6,0%), δύσπνοια (3,9%) και κοιλιακός πόνος (3,0%). Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες και σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν για 88 ασθενείς με μεταστατικό MCC που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπη 10 mg/kg και οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν για 1.650 ασθενείς σε μια μελέτη φάσης I σε άλλους συμπαγείς όγκους παρουσιάζονται στον Πίνακα 2. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται σύμφωνα με την κατάταξη ανά οργανικό σύστημα και τη συχνότητα. Οι συχνότητες καθορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Πίνακας 2: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπη στην κλινική μελέτη EMR100070-003 και ανεπιθύμητες ενέργειες από μια μελέτη φάσης I (EMR100070-001) σε άλλους συμπαγείς όγκους
| Συχνότητα | Ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου |
|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | |
| Πολύ συχνές | Αναιμία |
| Συχνές | Λεμφοπενία |
| Όχι συχνές | Θρομβοπενία, ηωσινοφιλία§ |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | |
| Όχι συχνές | Υπερευαισθησία στο φάρμακο, αναφυλακτική αντίδραση υπερευαισθησίας, υπερευαισθησία τύπου I |
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | |
| Συχνές | Υποθυρεοειδισμός* |
| Όχι συχνές | Επινεφριδιακή ανεπάρκεια*, υπερθυρεοειδισμός*, θυρεοειδίτιδα*, αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα*, οξεία φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια*, αυτοάνοσος υποθυρεοειδισμός*, υποϋποφυσισμός* |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | |
| Πολύ συχνές | Μειωμένη όρεξη |
| Όχι συχνές | Σακχαρώδης διαβήτης*, σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1* |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | |
| Συχνές | Πονοκέφαλος, ζάλη, περιφερική νευροπάθεια |
| Όχι συχνές | Σύνδρομο Guillain-Barré* |
| Οφθαλμικές διαταραχές | |
| Όχι συχνές | Ραγοειδίτιδα* |
| Καρδιακές διαταραχές | |
| Σπάνιες | Mυοκαρδίτιδα* |
| Αγγειακές διαταραχές | |
| Συχνές | Υπέρταση, υπόταση |
| Όχι συχνές | Έξαψη |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | |
| Πολύ συχνές | Βήχας, δύσπνοια |
| Συχνές | Πνευμονίτιδα* |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | |
| Πολύ συχνές | Ναυτία, διάρροια, δυσκοιλιότητα, έμετος, κοιλιακός πόνος |
| Συχνές | Ξηροστομία |
| Όχι συχνές | Κολίτιδα*, αυτοάνοση κολίτιδα*, εντεροκολίτιδα*, ειλεός |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | |
| Όχι συχνές | Αυτοάνοση ηπατίτιδα*, οξεία ηπατική ανεπάρκεια*, ηπατική ανεπάρκεια*, ηπατίτιδα* |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | |
| Συχνές | Εξάνθημα*, κνησμός*, κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα*, ξηροδερμία |
| Όχι συχνές | Κνησμώδες εξάνθημα*, ερύθημα*, γενικευμένο εξάνθημα*, ψωρίαση*, ερυθηματώδες εξάνθημα*, κηλιδώδες εξάνθημα*, βλατιδώδες εξάνθημα*, απολεπιστική δερματίτιδα*, πολύμορφο ερύθημα*, πεμφιγοειδές*, γενικευμένος κνησμός*, έκζεμα, δερματίτιδα |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | |
| Πολύ συχνές | Οσφυαλγία, αρθραλγία |
| Συχνές | Μυαλγία |
| Όχι συχνές | Μυοσίτιδα* |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | |
| Όχι συχνές | Διαμεσοσωληναριακή νεφρίτιδα* |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | |
| Πολύ συχνές | Κόπωση, πυρεξία, περιφερικό οίδημα |
| Συχνές | Εξασθένηση, ρίγη, γριππώδης συνδρομή |
| Όχι συχνές | Σύνδρομο συστηματικής φλεγμονώδους αντίδρασης* |
| Παρακλινικές εξετάσεις | |
| Πολύ συχνές | Μειωμένο σωματικό βάρος |
| Συχνές | Γάμμα-γλουταμυλοτρανσφεράση αυξημένη, αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη, αμυλάση αυξημένη, λιπάση αυξημένη, κρεατινίνη αίματος αυξημένη |
| Όχι συχνές | Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) αυξημένη*, ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) αυξημένη*, κρεατινοφωσφοκινάση αίματος αυξημένη*, τρανσαμινάσες αυξημένες* |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | |
| Πολύ συχνές | Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση |
- Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητη αντίδραση με βάση την ιατρική ανασκόπηση § Αντίδραση που παρατηρήθηκε μόνο από τη μελέτη EMR100070-003 (μέρος B) μετά την αποκοπή των δεδομένων της συγκεντρωτικής ανάλυσης, εξ ου και η εκτίμηση της συχνότητας
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Τα δεδομένα για τις ακόλουθες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ανεπιθύμητες ενέργειες βασίζονται σε 1.650 ασθενείς στη μελέτη φάσης I EMR100070-001 σε άλλους συμπαγείς όγκους και 88 ασθενείς στη μελέτη EMR100070-003 οι οποίοι έλαβαν αβελουμάμπη (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Οι κατευθυντήριες οδηγίες διαχείρισης για αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες περιγράφονται στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα Σε όλες τις κλινικές μελέτες, 1,2% (21/1.738) των ασθενών ανέπτυξαν σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα. Από αυτούς τους ασθενείς, υπήρξε 1 (0,1%) ασθενής με θανατηφόρο έκβαση, 1 (0,1%) ασθενής με Βαθμού 4, και 5 (0,3%) ασθενείς με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εκδήλωση σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδας ήταν 2,5 μήνες (εύρος: 3 ημέρες έως 11 μήνες). Η διάμεση διάρκεια ήταν 7 εβδομάδες (εύρος: 4 ημέρες έως περισσότερο από 4 μήνες). Η αβελουμάμπη διακόπηκε στο 0,3% (6/1.738) των ασθενών λόγω σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδας. Και οι 21 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα έλαβαν θεραπεία με κορτικοστεροειδή και 17 (81%) από τους 21 ασθενείς έλαβαν θεραπεία με υψηλής δόσης κορτικοστεροειδή για διάμεσο χρονικό διάστημα 8 ημερών (εύρος: 1 ημέρα έως 2,3 μήνες). Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό πνευμονίτιδα είχε υποχωρήσει πλήρως σε 12 (57%) από τους 21 ασθενείς κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα Σε όλες τις κλινικές μελέτες, 0,9% (16/1.738) των ασθενών ανέπτυξαν σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα. Από αυτούς τους ασθενείς, υπήρξαν 2 (0,1%) ασθενείς με θανατηφόρο έκβαση και 11 (0,6%) ασθενείς με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εκδήλωση σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδας ήταν 3,2 μήνες (εύρος: 1 εβδομάδα έως 15 μήνες). Η διάμεση διάρκεια ήταν 2,5 μήνες (εύρος: 1 ημέρα έως περισσότερο από 7,4 μήνες). Η αβελουμάμπη διακόπηκε στο 0,5% (9/1.738) των ασθενών λόγω σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδας. Και οι 16 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα έλαβαν θεραπεία με κορτικοστεροειδή και 15 (94%) από τους 16 ασθενείς έλαβαν υψηλής δόσης κορτικοστεροειδή για διάμεσο χρονικό διάστημα 14 ημερών (εύρος: 1 ημέρα έως 2,5 μήνες).Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό ηπατίτιδα είχε υποχωρήσει πλήρως σε 9 (56%) από τους 16 ασθενείς κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα Σε όλες τις κλινικές μελέτες, 1,5% (26/1.738) των ασθενών ανέπτυξαν σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα. Από αυτούς τους ασθενείς, υπήρξαν 7 (0,4%) ασθενείς με Βαθμού 3 σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εκδήλωση σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό κολίτιδας ήταν 2,1 μήνες (εύρος: 2 ημέρες έως 11 μήνες). Η διάμεση διάρκεια ήταν 6 εβδομάδες (εύρος: 1 ημέρα έως περισσότερο από 14 μήνες). Η αβελουμάμπη διακόπηκε στο 0,5% (9/1.738) των ασθενών λόγω σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό κολίτιδας. Και οι 26 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα έλαβαν θεραπεία με κορτικοστεροειδή και 15 (58%) από τους 26 ασθενείς έλαβαν υψηλής δόσης κορτικοστεροειδή για διάμεσο χρονικό διάστημα 19 ημερών (εύρος: 1 ημέρα έως 2,3 μήνες). Η σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό κολίτιδα είχε υποχωρήσει πλήρως σε 18 (70%) από τους 26 ασθενείς κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων.
Σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ενδοκρινοπάθειες
Διαταραχές του θυρεοειδούς Σε όλες τις κλινικές μελέτες, 6% (98/1.738) των ασθενών ανέπτυξαν σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό διαταραχές του θυρεοειδούς, από τους οποίους 90 (5%) ασθενείς με υποθυρεοειδισμό, 7 (0,4%) με υπερθυρεοειδισμό, και 4 (0,2%) με θυρεοειδίτιδα. Από αυτούς τους ασθενείς, υπήρξαν 3 (0,2%) ασθενείς με Βαθμού 3 σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό διαταραχές του θυρεοειδούς. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εκδήλωση διαταραχών του θυρεοειδούς ήταν 2,8 μήνες (εύρος: 2 εβδομάδες έως 13 μήνες). Η διάμεση διάρκεια δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί (εύρος: 1 ημέρα έως περισσότερο από 26 μήνες). Η αβελουμάμπη διακόπηκε στο 0,1% (2/1.738) των ασθενών λόγω σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό διαταραχών του θυρεοειδούς. Οι διαταραχές του θυρεοειδούς είχαν υποχωρήσει πλήρως σε 7 (7%) από τους 98 ασθενείς κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων.
Επινεφριδιακή ανεπάρκεια Σε όλες τις κλινικές μελέτες, 0,5% (8/1.738) των ασθενών ανέπτυξαν σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό επινεφριδιακή ανεπάρκεια. Από αυτούς τους ασθενείς, υπήρξε 1 (0,1%) ασθενής με Βαθμού 3. Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την εκδήλωση σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό επινεφριδιακής ανεπάρκειας ήταν 2,5 μήνες (εύρος: 1 ημέρα έως 8 μήνες). Η διάμεση διάρκεια δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί (εύρος: 2 ημέρες έως περισσότερο από 6 μήνες). Η αβελουμάμπη διακόπηκε στο 0,1% (2/1.738) των ασθενών λόγω σχετιζόμενης με το ανοσοποιητικό επινεφριδιακής ανεπάρκειας. Και οι 8 ασθενείς με σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό επινεφριδιακή ανεπάρκεια έλαβαν θεραπεία με κορτικοστεροειδή, 4 (50%) από τους 8 ασθενείς έλαβαν υψηλής δόσης συστηματικά κορτικοστεροειδή (≥40 mg πρεδνιζόνης ή ισοδύναμου) συνοδευόμενα από βαθμιαία μείωση για διάμεσο χρονικό διάστημα 1 ημέρας (εύρος: 1 ημέρα έως 24 ημέρες). Η επινεφριδιακή ανεπάρκεια είχε υποχωρήσει πλήρως σε 1 ασθενή με κορτικοειδή θεραπεία κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων.
Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1 Σακχαρώδης διαβήτης Τύπου 1 χωρίς εναλλακτική αιτιολογία εμφανίστηκε στο 0,1% (2/1.738) των ασθενών, συμπεριλαμβανομένων δύο Βαθμού 3 αντιδράσεων που οδήγησαν σε οριστική διακοπή της αβελουμάμπης.
Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα και νεφρική δυσλειτουργία Σχετιζόμενη με το ανοσοποιητικό νεφρίτιδα εμφανίστηκε στο 0,1% (1/1.738) των ασθενών που έλαβαν αβελουμάμπη που οδήγησε σε οριστική διακοπή της αβελουμάμπης.
Ανοσογονικότητα
Από τους 1.738 ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με αβελουμάμπη 10 mg/kg ως ενδοφλέβια έγχυση κάθε 2 εβδομάδες, 1.627 ήταν αξιολογήσιμοι για αντισώματα έναντι του φαρμάκου (ADA) που εμφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και 96 (5,9%) ήταν θετικοί. Στους θετικούς για ADA ασθενείς, μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος για σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις (περίπου 40% και 25% στους ασθενείς που ήταν κάποια στιγμή θετικοί για ADA και στους ασθενείς που δεν ήταν ποτέ θετικοί για ADA, αντίστοιχα). Με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, συμπεριλαμβανομένης της χαμηλής επίπτωσης ανοσογονικότητας, η επίδραση των ADA στη φαρμακοκινητική, την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια είναι αβέβαιη, ενώ η επίδραση των εξουδετερωτικών αντισωμάτων (nAb) είναι άγνωστη.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-BAVENCIO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη
Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να καθοδηγούνται να αποφεύγουν την εγκυμοσύνη ενόσω λαμβάνουν αβελουμάμπη και πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αβελουμάμπη και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση της αβελουμάμπης.
Κύηση
Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση αβελουμάμπης σε έγκυο γυναίκα. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα με την αβελουμάμπη. Ωστόσο, σε μοντέλα κύησης σε τρωκτικά, ο αποκλεισμός της σηματοδότησης PD-L1 έχει καταδειχθεί ότι διαταράσσει την ανοχή στο έμβρυο και έχει ως αποτέλεσμα αυξημένη εμβρυϊκή απώλεια (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν δυνητικό κίνδυνο, με βάση τον μηχανισμό δράσης της, ότι η χορήγηση αβελουμάμπης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένων αυξημένων ποσοστών αποβολής ή θνησιγένειας. Οι ανθρώπινες ανοσοσφαιρίνες IgG1 είναι γνωστό ότι διαπερνούν τον πλακουντιακό φραγμό. Επομένως, υπάρχει πιθανότητα μεταφοράς της αβελουμάμπης από τη μητέρα στο αναπτυσσόμενο έμβρυο. Δεν συνιστάται η χρήση της αβελουμάμπης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί θεραπεία με αβελουμάμπη.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η αβελουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Εφόσον είναι γνωστό ότι τα αντισώματα μπορούν να απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα, ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Οι θηλάζουσες γυναίκες πρέπει να καθοδηγούνται να μη θηλάζουν κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την τελευταία δόση λόγω της πιθανότητας για σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες στα βρέφη που θηλάζουν.
Γονιμότητα
Η επίδραση της αβελουμάμπης στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα είναι άγνωστη. Αν και δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες για την αξιολόγηση της επίδρασης της αβελουμάμπης στη γονιμότητα, δεν προέκυψαν αξιοσημείωτες επιδράσεις στα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα σε πιθήκους με βάση μελέτες τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων διάρκειας 1 μηνός και 3 μηνών (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-BAVENCIO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L01XC31.
Μηχανισμός δράσης
Η αβελουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης G1 (IgG1) που στρέφεται έναντι του συνδέτη προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου 1 (PD-L1). Η αβελουμάμπη δεσμεύει τον PD-L1 και αποκλείει την αλληλεπίδραση μεταξύ του PD-L1 και των υποδοχέων προγραμματισμένου κυτταρικού θανάτου 1 (PD-1) και B7.1. Αυτό αναιρεί τις κατασταλτικές επιδράσεις του PD-L1 στα κυτταροτοξικά CD8+ T-κύτταρα, με αποτέλεσμα την αποκατάσταση των αντικαρκινικών αποκρίσεων των T-κυττάρων. Η αβελουμάμπη έχει επίσης καταδειχθεί ότι επάγει τη μεσολαβούμενη από κύτταρα-φυσικούς φονείς (NK) άμεση λύση των κυττάρων του όγκου μέσω αντιγονοεξαρτώμενης κυτταρομεσολαβούμενης κυτταροτοξικότητας (ADCC).
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Καρκίνωμα κυττάρων Merkel (μελέτη EMR100070-003) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της αβελουμάμπης διερευνήθηκε στη μελέτη EMR100070-003 με δύο μέρη. Το Μέρος Α ήταν μια μονού σκέλους, πολυκεντρική μελέτη που πραγματοποιήθηκε σε ασθενείς με ιστολογικά επιβεβαιωμένο μεταστατικό MCC, των οποίων η νόσος είχε εξελιχθεί ενώ λάμβαναν ή αφού είχαν λάβει χημειοθεραπεία χορηγούμενη για απομακρυσμένη μεταστατική νόσο, με προσδόκιμο ζωής πάνω από 3 μήνες. Το μέρος B συμπεριέλαβε ασθενείς με ιστολογικά επιβεβαιωμένο μεταστατικό MCC οι οποίοι ήταν πρωτοθεραπευόμενοι με συστηματική θεραπεία στο μεταστατικό περιβάλλον. Οι ασθενείς με ενεργό ή προηγούμενη μετάσταση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), ενεργό ή προηγούμενο αυτοάνοσο νόσημα, ιστορικό άλλων κακοηθειών εντός των τελευταίων 5 ετών, μεταμόσχευση οργάνου, καταστάσεις που απαιτούν θεραπευτική ανοσοκαταστολή ή ενεργό λοίμωξη με HIV, ή ηπατίτιδα B ή C αποκλείστηκαν. Οι ασθενείς έλαβαν αβελουμάμπη σε δόση 10 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες μέχρι την εξέλιξη της νόσου ή μη αποδεκτή τοξικότητα. Ασθενείς με ακτινολογικά επιβεβαιωμένη εξέλιξη της νόσου που δεν σχετίζεται με σημαντική κλινική επιδείνωση, κατάσταση οριζόμενη ως απουσία νέων ή επιδεινούμενων συμπτωμάτων, απουσία αλλαγής στην κατάσταση απόδοσης για περισσότερο από δύο εβδομάδες, και απουσία ανάγκης για θεραπεία διάσωσης, μπορούσαν να συνεχίσουν τη θεραπεία. Αξιολογήσεις της ανταπόκρισης του όγκου πραγματοποιήθηκαν κάθε 6 εβδομάδες, όπως αξιολογήθηκαν από μια Ανεξάρτητη Επιτροπή Ελέγχου Τελικού Σημείου (IERC) χρησιμοποιώντας τα Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους (RECIST) έκδ. 1.1. Για το Μέρος Α, το πρωτεύον μέτρο έκβασης της αποτελεσματικότητας ήταν η επιβεβαιωμένη βέλτιστη συνολική ανταπόκριση (BOR), ενώ τα δευτερεύοντα μέτρα έκβασης της αποτελεσματικότητας συμπεριλάμβαναν τη διάρκεια της ανταπόκρισης (DOR) και την επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης (PFS). Για το Μέρος Α, μια ενημερωμένη ανάλυση αποτελεσματικότητας διενεργήθηκε και στους 88 ασθενείς μετά από ελάχιστη παρακολούθηση 24 μηνών. Οι ασθενείς έλαβαν διάμεσο αριθμό 7 δόσεων αβελουμάμπης (εύρος: 1 δόση έως 72 δόσεις), και η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 17 εβδομάδες (εύρος: 2 εβδομάδες έως 158 εβδομάδες). Από τους 88 ασθενείς, 65 (74%) ήταν άνδρες, η διάμεση ηλικία ήταν 73 έτη (εύρος: 33 έτη έως 88 έτη), 81 (92%) ασθενείς ήταν λευκοί, και 49 (56%) ασθενείς και 39 (44%) ασθενείς είχαν κατάσταση απόδοσης κατά Eastern Cooperative Oncology Group (ECOG) 0 και 1, αντίστοιχα. Συνολικά, 52 (59%) ασθενείς αναφέρθηκε ότι είχαν λάβει 1 προηγούμενη αντικαρκινική θεραπεία για MCC, 26 (30%) με 2 προηγούμενες θεραπείες, και 10 (11%) με 3 ή περισσότερες προηγούμενες θεραπείες. Σαράντα επτά (53%) από τους ασθενείς είχαν σπλαγχνικές μεταστάσεις. Ο Πίνακας 3 συνοψίζει τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη στη συνιστώμενη δόση για τη μελέτη EMR100070-003, Μέρος A, ενημερωμένα με ελάχιστη παρακολούθηση 24 μηνών.
| Τελικά σημεία αποτελεσματικότητας (Μέρος A) (κατά RECIST έκδ. 1.1, IERC) | Αποτελέσματα (N=88) |
|---|---|
| Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) | |
| Ποσοστό ανταπόκρισης, CR+PR** n (%) | 29 (33,0%) |
| (95% CI) | (23,3-43,8) |
| Επιβεβαιωμένη βέλτιστη συνολική ανταπόκριση (BOR) | |
| Πλήρης ανταπόκριση (CR)** n (%) | 10 (11,4%) |
| Μερική ανταπόκριση (PR)** n (%) | 19 (21,6%) |
| Διάρκεια της ανταπόκρισης (DOR)α | |
| Διάμεση, μήνες | NR |
| (95% CI) | (18, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί) |
| Ελάχιστη, μέγιστη (μήνες) | 2,8-31,8+ |
| ≥6 μήνες κατά K-M, (95% CI) | 93% (75-98) |
| ≥12 μήνες κατά K-M, (95% CI) | 71% (51-85) |
| ≥24 μήνες κατά K-M, (95% CI) | 67% (46-81) |
| Επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης (PFS) | |
| Διάμεση PFS, μήνες | 2,7 |
| (95% CI) | (1,4-6,9) |
| Ποσοστό PFS 6 μηνών κατά K-M, (95% CI) | 40% (29-50) |
| Ποσοστό PFS 12 μηνών κατά K-M, (95% CI) | 29% (19-39) |
| Ποσοστό PFS 24 μηνών κατά K-M, (95% CI) | 26% (16-36) |
CI: Διάστημα εμπιστοσύνης·RECIST: Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους·IERC: Ανεξάρτητη Επιτροπή Ελέγχου Τελικού Σημείου·K-M: Kaplan-Meier·NR: Δεν επετεύχθη·+υποδηλώνει λογοκριμένη τιμή
- Δεδομένα αποτελεσματικότητας ενημερωμένα με ελάχιστη παρακολούθηση 24 μηνών (ημερομηνία αποκοπής 26 Σεπτεμβρίου 2017) ** Η CR ή PR επιβεβαιώθηκε σε μετέπειτα αξιολόγηση του όγκου α Με βάση τον αριθμό ασθενών με επιβεβαιωμένη ανταπόκριση (CR ή PR)
Ο διάμεσος χρόνος μέχρι την ανταπόκριση ήταν 6 εβδομάδες (εύρος: 6 εβδομάδες έως 36 εβδομάδες) μετά την πρώτη δόση αβελουμάμπης. Είκοσι δύο από τους 29 (76%) ασθενείς με ανταπόκριση ανταποκρίθηκαν εντός 7 εβδομάδων μετά την πρώτη δόση αβελουμάμπης. Η ενημερωμένη καμπύλη Kaplan-Meier της PFS των 88 ασθενών (Μέρος A) με μεταστατικό MCC παρουσιάζεται στην Εικόνα 1.
Εικόνα 1: Ενημερωμένες εκτιμήσεις Kaplan-Meier της επιβίωσης ελεύθερης εξέλιξης (PFS) κατά RECIST έκδ. 1.1, IERC (Μέρος A, ελάχιστη παρακολούθηση 24 μηνών)
(Λείπει η εικόνα)
Αρ. σε κίνδυνο Δείγματα όγκου αξιολογήθηκαν για έκφραση καρκινικών κυττάρων PD-L1 και για πολυομαϊό κυττάρων Merkel (MCV) με χρήση μιας υπό έρευνα ανοσοϊστοχημικής (IHC) δοκιμασίας. Ο Πίνακας 4 συνοψίζει την έκφραση PD-L1 και την κατάσταση MCV των ασθενών με μεταστατικό MCC στη μελέτη EMR100070-003 (Μέρος A).
| Έκφραση PD-L1 κατά την αποκοπή 1% | Αβελουμάμπη ORR (95% CI) |
|---|---|
| N=74α | |
| Θετική (n=58) | 36,2% (24,0-49,9) |
| Αρνητική (n=16) | 18,8% (4,0-45,6) |
| Έκφραση PD-L1 κατά την αποκοπή 5% | |
| N=74α | |
| Θετική (n=19) | 57,9% (33,5-79,7) |
| Αρνητική (n=55) | 23,6% (13,2-37,0) |
| Κατάσταση όγκου IHC-MCV | |
| N=77β | |
| Θετική (n=46) | 28,3% (16,0-43,5) |
| Αρνητική (n=31) | 35,5% (19,2-54,6) |
IHC: Ανοσοϊστοχημεία· MCV: πολυομαϊός κυττάρων Merkel· ORR: ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης α Με βάση δεδομένα από ασθενείς αξιολογήσιμους για PD-L1 β Με βάση δεδομένα από ασθενείς αξιολογήσιμους για MCV μέσω ανοσοϊστοχημείας (IHC)
Η κλινική χρησιμότητα του PD-L1 ως προβλεπτικός βιοδείκτης στο MCC δεν έχει τεκμηριωθεί. Για το Μέρος B, το πρωτεύον μέτρο έκβασης της αποτελεσματικότητας ήταν η διαρκής ανταπόκριση, οριζόμενη ως αντικειμενική ανταπόκριση (πλήρης ανταπόκριση (CR) ή μερική ανταπόκριση (PR)) με διάρκεια τουλάχιστον 6 μήνες·τα δευτερεύοντα μέτρα έκβασης συμπεριλάμβαναν τα BOR, DOR, PFS, και OS. Η προκαθορισμένη ενδιάμεση ανάλυση για το Μέρος B συμπεριέλαβε 39 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση αβελουμάμπης και 29 ασθενείς με τουλάχιστον 13 εβδομάδες παρακολούθησης κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων (ημερομηνία αποκοπής 24 Μαρτίου 2017). Από τους 39 ασθενείς, 30 (77%) ήταν άνδρες, η διάμεση ηλικία ήταν 75 έτη (εύρος: 47 έως 88 έτη), 33 (85%) ήταν λευκοί, και 31 (79%) και 8 (21%) είχαν κατάσταση απόδοσης κατά ECOG 0 και 1, αντίστοιχα. Τα τελικά σημεία αποτελεσματικότητας βασίστηκαν σε 29 ασθενείς με 13 εβδομάδες παρακολούθησης. Το ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) ήταν 62,1% (95% CI: 42,3-79,3) με 4 (14%) από τους ασθενείς να αναφέρουν ότι είχαν πλήρη ανταπόκριση και 14 (48%) ότι είχαν μερική ανταπόκριση. Η διάμεση διάρκεια ανταπόκρισης δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί (95% CI: 4 μήνες, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί) με ελάχιστη διάρκεια 1,2 μηνών έως μέγιστη διάρκεια 8,3 μηνών. Η ανάλυση της επιβίωσης ελεύθερης εξέλιξης (PFS) βασίστηκε σε 39 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση αβελουμάμπης, με διάμεση PFS 9,1 μηνών (95% CI: 1,9, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί) και εκτιμώμενο ποσοστό PFS 3 μηνών κατά Kaplan-Meier 67% (95% CI: 48-80). Η επακόλουθη ενδιάμεση ανάλυση για το Μέρος B διενεργήθηκε με 74 ασθενείς οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση αβελουμάμπης και 39 ασθενείς με τουλάχιστον 6 μήνες παρακολούθησης κατά τον χρόνο αποκοπής των δεδομένων (ημερομηνία αποκοπής 26 Σεπτεμβρίου 2017). Από τους 74 ασθενείς, 51 (69%) ήταν άνδρες, η διάμεση ηλικία ήταν 74 έτη (εύρος: 47 έως 89 έτη), 49 (66%) ήταν λευκοί, και 51 (69%) και 23 (31%) είχαν κατάσταση απόδοσης κατά ECOG 0 και 1, αντίστοιχα. Ο Πίνακας 5 συνοψίζει την επακόλουθη ενδιάμεση ανάλυση των τελικών σημείων αποτελεσματικότητας συμπεριλαμβανομένης μιας εκτίμησης των ποσοστών 6 μηνών κατά Kaplan-Meier για DOR και PFS, σε ασθενείς που έλαβαν αβελουμάμπη στη συνιστώμενη δόση για τη μελέτη EMR100070-003, Μέρος B.
| Τελικά σημεία αποτελεσματικότητας (Μέρος B) (κατά RECIST έκδ. 1.1, IERC) | Αποτελέσματα |
|---|---|
| Ποσοστό αντικειμενικής ανταπόκρισης (ORR) | |
| Ποσοστό ανταπόκρισης, CR+PR** n (%) | 20 (51,3%) |
| (95% CI) | (34,8-67,6) |
| Επιβεβαιωμένη βέλτιστη συνολική ανταπόκριση (BOR) | |
| N=39 | |
| Πλήρης ανταπόκριση (CR)** n (%) | 7 (17,9%) |
| Μερική ανταπόκριση (PR)** n (%) | 13 (33,3%) |
| Διάρκεια της ανταπόκρισης (DOR)α | |
| N=39 | |
| Διάμεση, μήνες | 11,3 |
| (95% CI) | (5,6, δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί) |
| Ελάχιστη, μέγιστη (μήνες) | 1,2-13,8 |
| ≥ 3 μήνες κατά K-M, (95% CI) | 84% (59-95) |
| ≥ 6 μήνες κατά K-M, (95% CI) | 73% (46-88) |
| Επιβίωση ελεύθερη εξέλιξης (PFS) | |
| N=74 | |
| Διάμεση PFS, μήνες | 4,2 |
| (95% CI) | (2,9-12,7) |
| Ποσοστό PFS 3 μηνών κατά K-M, (95% CI) | 61% (48-73) |
| Ποσοστό PFS 6 μηνών κατά K-M, (95% CI) | 46% (32-59) |
CI: Διάστημα εμπιστοσύνης· RECIST: Κριτήρια Αξιολόγησης της Ανταπόκρισης σε Συμπαγείς Όγκους· IERC: Ανεξάρτητη Επιτροπή Ελέγχου Τελικού Σημείου· K-M: Kaplan-Meier
- Τα δεδομένα αποτελεσματικότητας (ημερομηνία αποκοπής 26 Σεπτεμβρίου 2017) συμπεριέλαβαν 39 ασθενείς με ελάχιστη παρακολούθηση 6 μηνών για αναλύσεις ORR, BOR και DOR, και 74 ασθενείς που συμπεριλήφθηκαν στην ανάλυση PFS. ** Η CR ή PR επιβεβαιώθηκε σε μετέπειτα αξιολόγηση του όγκου α Με βάση τον αριθμό ασθενών με επιβεβαιωμένη ανταπόκριση (CR ή PR)
Η Εικόνα 2 παρουσιάζει την καμπύλη Kaplan-Meier για PFS από την επακόλουθη ενδιάμεση ανάλυση με 74 ασθενείς που εντάχθηκαν στο Μέρος B οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση αβελουμάμπης πριν από την αποκοπή των δεδομένων.
Εικόνα 2: Ενημερωμένες εκτιμήσεις Kaplan-Meier της επιβίωσης ελεύθερης εξέλιξης (PFS) κατά RECIST έκδ. 1.1, IERC (Μέρος B, N=74)*
(Λείπει η εικόνα)
Αρ. σε κίνδυνο
- Τα ενημερωμένα δεδομένα επιβίωσης ελεύθερης εξέλιξης συμπεριλαμβάνουν 74 ασθενείς που εντάχθηκαν στο Μέρος B οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση αβελουμάμπης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Bavencio σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του καρκινώματος κυττάρων Merkel (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Έγκριση υπό όρους
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-BAVENCIO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Κατανομή
Η αβελουμάμπη αναμένεται να κατανέμεται στη συστηματική κυκλοφορία και σε μικρότερο βαθμό στον εξωκυττάριο χώρο. Ο όγκος κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση ήταν 4,72 l. Όπως συμβαίνει με μια περιορισμένη εξωαγγειακή κατανομή, ο όγκος κατανομής της αβελουμάμπης σε σταθεροποιημένη κατάσταση είναι μικρός. Όπως είναι αναμενόμενο για ένα αντίσωμα, η αβελουμάμπη δεν συνδέεται με τις πρωτεΐνες πλάσματος με ειδικό τρόπο.
Αποβολή
Με βάση μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού από 1.629 ασθενείς, η τιμή της ολικής συστηματικής κάθαρσης (CL) είναι 0,59 l/ημέρα. Στη συμπληρωματική ανάλυση, η CL της αβελουμάμπης βρέθηκε ότι μειώνεται με την πάροδο του χρόνου: η μεγαλύτερη μέση μέγιστη μείωση (% συντελεστής διακύμανσης [CV%]) από την τιμή κατά την έναρξη με διαφορετικούς τύπους όγκου ήταν περίπου 32,1% (CV 36,2%). Συγκεντρώσεις σταθεροποιημένης κατάστασης της αβελουμάμπης επετεύχθησαν μετά από περίπου 4 έως 6 εβδομάδες (2 έως 3 κύκλοι) επαναλαμβανόμενης χορήγησης στα 10 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες, και η συστηματική συσσώρευση ήταν υψηλότερη κατά περίπου 1,25 φορές. Η ημίσεια ζωή (t½) αποβολής στη συνιστώμενη δόση είναι 6,1 ημέρες με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η έκθεση της αβελουμάμπης αυξήθηκε δοσο-αναλογικά στο εύρος δόσης 10 mg/kg έως 20 mg/kg κάθε 2 εβδομάδες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Μια φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού υπέδειξε απουσία διαφοράς στην ολική συστηματική κάθαρση της αβελουμάμπης με βάση την ηλικία, το φύλο, τη φυλή, την κατάσταση PD-L1, το καρκινικό φορτίο, τη νεφρική δυσλειτουργία και την ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η ολική συστηματική κάθαρση αυξάνεται με το σωματικό βάρος. Η έκθεση σταθεροποιημένης κατάστασης ήταν περίπου ομοιόμορφη σε ένα μεγάλο εύρος τιμών σωματικού βάρους (30 έως 204 kg) για δοσολογία κανονικοποιημένη για σωματικό βάρος.
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν εντοπίστηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στην κάθαρση της αβελουμάμπης μεταξύ ασθενών με ήπια (ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) 60 έως 89 ml/min, κάθαρση κρεατινίνης Cockcroft-Gault (CrCL) n=623), μέτρια (GFR 30 έως 59 ml/min, n=320) και ασθενών με φυσιολογική (GFR ≥90 ml/min, n=671) νεφρική λειτουργία. Η αβελουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (GFR 15 έως 29 ml/min).
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν εντοπίστηκαν σημαντικές διαφορές στην κάθαρση της αβελουμάμπης μεταξύ ασθενών με ήπια ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη ≤ULN και AST >ULN ή χολερυθρίνη υψηλότερη από 1 και μέχρι 1,5 φορές το ULN, n=217) και φυσιολογική ηπατική λειτουργία (χολερυθρίνη και AST ≤ULN, n=1.388) σε μια ΦΚ ανάλυση πληθυσμού. Η ηπατική δυσλειτουργία καθορίστηκε μέσω των κριτηρίων ηπατικής δυσλειτουργίας του Εθνικού Αντικαρκινικού Ινστιτούτου των ΗΠΑ (NCI). Η αβελουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη υψηλότερη από 1,5 και μέχρι 3 φορές το ULN) ή βαριά ηπατική δυσλειτουργία (χολερυθρίνη >3 φορές το ULN).