APREMILAST
Απρεμιλάστη
**Φαρμακοδυναμική** Η πρεμιλάστη μειώνει, αλλά δεν αναστέλλει πλήρως, διάφορες φλεγμονώδεις κυτοκίνες όπως IL-1α, IL-6, IL-8, IL-10 MCP-1, MIP-1β, MMP-3 και TNF-α, ανακουφίζοντας τα συμπτώματα της ψωρίασης και της νόσου του Behcet, οι οποίες προκαλούνται από αύξηση αυτών των …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-OTEZLA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Ημέρα 1: PM 10 mg Ημέρα 2: AM 10 mg Ημέρα 3: AM 10 mg, PM 10 mg Ημέρα 4: AM 20 mg Ημέρα 5: AM 20 mg, PM 20 mg Ημέρα 6 & έπειτα: AM 30 mg, PM 30 mg
-
ΕνήλικεςΔόση30 mgδύο φορές ημερησίως, με διαφορά περίπου 12 ώρες (πρωί και βράδυ), χωρίς περιορισμούς στη λήψη τροφής. Απαιτείται αρχικό σχήμα τιτλοποίησης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min)Δόση30 mgάπαξ ημερησίως. Για την αρχική δόση τιτλοποίησης, συνιστάται η απρεμιλάστη να τιτλοποιείται χρησιμοποιώντας μόνο το πρωινό σχήμα που παρατίθεται στον πίνακα 1 και να παραλείπονται οι απογευματινές/βραδινές δόσεις.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (0 έως 17 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-OTEZLA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Κύηση
warning
SPC-OTEZLA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γαστρεντερικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς ηλικίας 65 ετών και άνωΕάν οι ασθενείς εκδηλώσουν σοβαρή διάρροια, ναυτία ή έμετο, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας με απρεμιλάστη.
-
Ψυχιατρικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς με ή χωρίς ιστορικό κατάθλιψης, Ασθενείς που αναφέρουν προηγούμενα ή υφιστάμενα ψυχιατρικά συμπτώματα ή λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι πιθανό να προκαλούν ψυχιατρικά συμβάνταΝα αξιολογούνται προσεκτικά οι κίνδυνοι και τα οφέλη της έναρξης ή συνέχισης της θεραπείας. Να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς και στα άτομα που τους φροντίζουν να ενημερώνουν τον συνταξιοδοτούμενο ιατρό σχετικά με οποιεσδήποτε μεταβολές στη συμπεριφορά ή στη διάθεση, καθώς και σχετικά με οποιονδήποτε αυτοκτονικό ιδεασμό. Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν νέα ή επιδεινούμενα ψυχιατρικά συμπτώματα, ή εάν διαπιστωθεί αυτοκτονικός ιδεασμός ή απόπειρα αυτοκτονίας, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας με απρεμιλάστη.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΗ δόση του Otezla θα πρέπει να μειώνεται στα 30 mg άπαξ ημερησίως.
-
Απώλεια σωματικού βάρουςΠληθυσμόςΑσθενείς που είναι λιποβαρείς κατά την έναρξη της θεραπείαςΣε περίπτωση ανεξήγητης και κλινικά σημαντικής απώλειας σωματικού βάρους, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται από ένα γιατρό και να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
SPC-OTEZLA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP3A4 (ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort))προσοχήΜείωση της συστημικής έκθεσης της απρεμιλάστης, πιθανή απώλεια της αποτελεσματικότητας (π.χ. με ριφαμπικίνη, AUC μειώθηκε κατά ~72%, Cmax κατά ~43%).ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Τοπική θεραπεία (κορτικοστεροειδή, σαμπουάν πίσσας άνθρακα, παρασκευάσματα σαλικυλικού οξέος για το τριχωτό της κεφαλής) και UVB φωτοθεραπείααμελητέαΣυγχορηγήθηκε σε κλινικές μελέτες.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί.
-
Κετοκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας του CYP3A4)αμελητέαΚαμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί.
-
αμελητέαΚαμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί.
-
Από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά (αιθινυλοιστραδιόλη, νοργεστιμάτη)αμελητέαΚαμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση.ΣύστασηΜπορεί να συγχορηγηθεί.
sick
SPC-OTEZLA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα*
- Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςα
- Βρογχίτιδα
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένη όρεξη*
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Αυτοκτονική συμπεριφορά
- Κεφαλαλγία
- Ημικρανία*
- Κεφαλαλγία από τάση*
- Βήχας
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Συχνές κενώσεις
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Αιμορραγία γαστρεντερικού σωλήνα
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας*
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Οσφυαλγία*
- Κόπωση
- Μειωμένο σωματικό βάρος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδα*Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώρας*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΗμικρανία*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγία από τάση*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξη*Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΟσφυαλγία*Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΣυχνές κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικού σωλήναΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
pregnant_woman
SPC-OTEZLA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΕίναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα. Στις επιδράσεις της απρεμιλάστης στην εγκυμοσύνη περιλαμβάνονται αποβολή του εμβρύου σε μύες και πιθήκους, καθώς και μειωμένο βάρος εμβρύου όπως και καθυστερημένη οστεοποίηση σε μύες σε δόσεις υψηλότερες από την ισχύουσα συνιστώμενη υψηλότερη ανθρώπινη δόση. Δεν παρατηρήθηκε καμία τέτοια επίδραση όταν η έκθεση σε ζώα ήταν 1,3 φορές μεγαλύτερη της κλινικής έκθεσης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ απρεμιλάστη ανιχνεύτηκε στο γάλα θηλαζόντων μυών. Δεν είναι γνωστό εάν η απρεμιλάστη, ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν διατίθενται δεδομένα σε ανθρώπους. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις σε ζώα.Δεν διατίθενται δεδομένα γονιμότητας σε ανθρώπους. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα των αρρένων μυών σε επίπεδα έκθεσης τριπλάσια της κλινικής έκθεσης και στους θήλεις μύες σε επίπεδα έκθεσης ίσα με την κλινική έκθεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-OTEZLA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, εκλεκτικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA32 ### Μηχανισμός δράσης Η απρεμιλάστη, ένας από του στόματος μικρομοριακός αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης 4 (PDE4), δρα…
biotech
SPC-OTEZLA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η απρεμιλάστη απορροφάται καλά με μια απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος περίπου 73%, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να εμφανίζονται στο διάμεσο χρόνο (tmax) των 2,5 ωρών περίπου. Η φαρμακοκινητική της…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | τακτικά | Λιποβαρείς κατά την έναρξη της θεραπείας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-OTEZLA
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη της θεραπείας με Otezla θα πρέπει να γίνεται από γιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και τη θεραπεία της ψωρίασης, της ψωριασικής αρθρίτιδας ή της νόσου Behçet.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση απρεμιλάστης είναι 30 mg από του στόματος δύο φορές ημερησίως, με διαφορά περίπου 12 ώρες (πρωί και βράδυ), χωρίς περιορισμούς στη λήψη τροφής. Απαιτείται αρχικό σχήμα τιτλοποίησης, όπως παρατίθεται παρακάτω στον πίνακα 1. Δεν απαιτείται επανατιτλοποίηση μετά την αρχική τιτλοποίηση.
Πίνακας 1. Δοσολογικό σχήμα τιτλοποίησης
| Ημέρα | Δόση ΠΜ | Δόση ΜΜ |
|---|---|---|
| Ημέρα 1 | - | 10 mg |
| Ημέρα 2 | 10 mg | - |
| Ημέρα 3 | 10 mg | 10 mg |
| Ημέρα 4 | 20 mg | - |
| Ημέρα 5 | 20 mg | 20 mg |
| Ημέρα 6 & έπειτα | 30 mg | 30 mg |
Εάν οι ασθενείς παραλείψουν μία δόση, η επόμενη δόση θα πρέπει να λαμβάνεται το συντομότερο δυνατόν. Εάν όμως έχει φτάσει σχεδόν η ώρα για την επόμενη δόση, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται η δόση που παρελήφθη και θα πρέπει να λαμβάνεται η επόμενη δόση στην κανονική της ώρα.
Κατά τη διάρκεια των πιλοτικών κλινικών δοκιμών η μεγαλύτερη βελτίωση παρατηρήθηκε εντός των πρώτων 24 εβδομάδων της θεραπείας για ΨΑ και ψωρίαση και εντός των πρώτων 12 εβδομάδων της θεραπείας για νόσο Behçet. Εάν ο ασθενής δεν εμφανίζει καμία ένδειξη θεραπευτικού οφέλους μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, η θεραπεία θα πρέπει να επανεξετάζεται. Η ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία θα πρέπει να αξιολογείται σε τακτική βάση.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τον συγκεκριμένο πληθυσμό (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η δόση της απρεμιλάστης θα πρέπει να μειωθεί στα 30 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 30 mL ανά λεπτό εκτιμώμενη από την εξίσωση Cockcroft-Gault). Για την αρχική δόση τιτλοποίησης σε αυτή την ομάδα, συνιστάται η απρεμιλάστη να τιτλοποιείται χρησιμοποιώντας μόνο το πρωινό σχήμα που παρατίθεται στον πίνακα 1 και να παραλείπονται οι απογευματινές/βραδινές δόσεις (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της απρεμιλάστης σε παιδιά ηλικίας 0 έως 17 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το Otezla προορίζεται για χρήση από του στόματος. Τα επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία θα πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα, και μπορούν να ληφθούν με ή χωρίς τροφή.
block
Αντενδείξεις
SPC-OTEZLA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Κύηση (βλ. Κύηση και γαλουχία)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-OTEZLA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Διάρροια, ναυτία και έμετος
Έχουν υπάρξει αναφορές μετά την κυκλοφορία στην αγορά σχετικά με σοβαρή διάρροια, ναυτία και έμετο που σχετίζονται με τη χρήση της απρεμιλάστης. Τα περισσότερα συμβάντα εμφανίστηκαν εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων θεραπείας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ασθενείς νοσηλεύτηκαν. Ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω ενδέχεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών. Εάν οι ασθενείς εκδηλώσουν σοβαρή διάρροια, ναυτία ή έμετο, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας με απρεμιλάστη.
Ψυχιατρικές διαταραχές
Η απρεμιλάστη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο ψυχιατρικών διαταραχών όπως αϋπνία και κατάθλιψη. Σε ασθενείς με ή χωρίς ιστορικό κατάθλιψης έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης της αυτοκτονίας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι κίνδυνοι και τα οφέλη της έναρξης ή συνέχισης της θεραπείας με απρεμιλάστη θα πρέπει να αξιολογούνται προσεκτικά εάν οι ασθενείς αναφέρουν προηγούμενα ή υφιστάμενα ψυχιατρικά συμπτώματα ή εάν πρόκειται να υποβληθούν σε ταυτόχρονη θεραπεία με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι πιθανό να προκαλούν ψυχιατρικά συμβάντα. Πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς και στα άτομα που τους φροντίζουν να ενημερώνουν τον συνταγογράφοντα ιατρό σχετικά με οποιεσδήποτε μεταβολές στη συμπεριφορά ή στη διάθεση, καθώς και σχετικά με οποιονδήποτε αυτοκτονικό ιδεασμό. Εάν οι ασθενείς εμφανίσουν νέα ή επιδεινούμενα ψυχιατρικά συμπτώματα, ή εάν διαπιστωθεί αυτοκτονικός ιδεασμός ή απόπειρα αυτοκτονίας, συνιστάται η διακοπή της θεραπείας με απρεμιλάστη.
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία
Η δόση του Otezla θα πρέπει να μειώνεται στα 30 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοκινητικές ιδιότητες).
Λιποβαρείς ασθενείς
Θα πρέπει να παρακολουθείται τακτικά το σωματικό βάρος ασθενών που είναι λιποβαρείς κατά την έναρξη της θεραπείας. Σε περίπτωση ανεξήγητης και κλινικά σημαντικής απώλειας σωματικού βάρους, αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογούνται από ένα γιατρό και να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας.
Περιεκτικότητα σε λακτόζη
Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-OTEZLA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η συγχορήγηση του ισχυρού επαγωγέα του ενζύμου του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4), ριφαμπικίνη, είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της συστημικής έκθεσης της απρεμιλάστης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της αποτελεσματικότητας της απρεμιλάστης. Ως εκ τούτου, δεν συνιστάται η χρήση ισχυρών επαγωγέων του ενζύμου CYP3A4 [π.χ. ριφαμπικίνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη και βαλσαμόχορτο (St. John’s Wort)] με την απρεμιλάστη. Η συγχορήγηση της απρεμιλάστης με πολλαπλές δόσεις ριφαμπικίνης οδήγησε σε μείωση της περιοχής κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης χρόνου της απρεμιλάστης (AUC) και της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορό (Cmax) κατά περίπου 72% και 43%, αντίστοιχα. Η έκθεση στην απρεμιλάστη μειώνεται όταν συγχορηγείται με ισχυρούς επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη) και μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη κλινική ανταπόκριση.
Σε κλινικές μελέτες, η απρεμιλάστη έχει συγχορηγηθεί με τοπική θεραπεία (συμπεριλαμβανομένων κορτικοστεροειδών, σαμπουάν πίσσας άνθρακα και παρασκευασμάτων σαλικυλικού οξέος για το τριχωτό της κεφαλής) και UVB φωτοθεραπεία.
Δεν υπήρξε καμία κλινικά σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ της κετοκοναζόλης και της απρεμιλάστης. Η απρεμιλάστη μπορεί να συγχορηγηθεί με έναν ισχυρό αναστολέα του CYP3A4, όπως η κετοκοναζόλη.
Δεν υπήρξε καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της απρεμιλάστης και της μεθοτρεξάτης σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα. Η απρεμιλάστη μπορεί να συγχορηγηθεί με τη μεθοτρεξάτη.
Δεν υπήρξε καμία φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση μεταξύ της απρεμιλάστης και των από του στόματος χορηγούμενων αντισυλληπτικών που περιέχουν αιθινυλοιστραδιόλη και νοργεστιμάτη. Η απρεμιλάστη μπορεί να συγχορηγηθεί με από του στόματος χορηγούμενα αντισυλληπτικά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-OTEZLA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες με την απρεμιλάστη στην ΨΑ και στην ψωρίαση είναι οι διαταραχές του γαστρεντερικού, συμπεριλαμβανομένης της διάρροιας (15,7%) και της ναυτίας (13,9%). Στις άλλες πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες συμπεριλαμβάνονται λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (8,4%), κεφαλαλγία (7,9%) και κεφαλαλγία τάσεως (7,2%) και είναι κυρίως ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.
Οι πιο συχνά αναφερθείσες ανεπιθύμητες ενέργειες με απρεμιλάστη για BD είναι διάρροια (41,3%), ναυτία (19,2%), κεφαλαλγία (14,4%), λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (11,5%), πόνος στην άνω κοιλιακή χώρα (8,7%), έμετος (8,7%) και πόνος στην πλάτη (7,7%) και είναι κατά κύριο λόγο ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες στο γαστρεντερικό σύστημα εμφανίστηκαν γενικά κατά τη διάρκεια των πρώτων 2 εβδομάδων της θεραπείας και συνήθως εξαλείφθηκαν εντός 4 εβδομάδων.
Παρατηρούνται αντιδράσεις υπερευαισθησίας όχι συχνά (βλ. Αντενδείξεις).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με απρεμιλάστη παρατίθενται παρακάτω ανά κατηγορία οργάνου συστήματος και συχνότητας για όλες τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος και συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου καθορίστηκαν με βάση τα δεδομένα από το πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης της απρεμιλάστης και την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Οι συχνότητες των ανεπιθύμητων ενεργειών του φαρμάκου είναι εκείνες που αναφέρθηκαν στα σκέλη της απρεμιλάστης των τεσσάρων μελετών Φάσης ΙΙΙ για την ΨΑ (n = 1.945) ή των δύο μελετών Φάσης ΙΙΙ για την Ψωρίαση (n = 1.184) και στη μελέτη Φάσης ΙΙΙ για τη νόσο Behçet (n = 207) (η υψηλότερη συχνότητα από αμφότερα τα συγκεντρωτικά δεδομένα παρατίθεται στον πίνακα 2).
Οι συχνότητες ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 2. Περίληψη ανεπιθύμητων ενεργειών στην ψωριασική αρθρίτιδα (ΨΑ), την Ψωρίαση και τη νόσο Behçet (BD)
| Kατηγορία/οργανικό σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ συχνές | Ρινοφαρυγγίτιδα* |
| Συχνές | Βρογχίτιδα | |
| Λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςα | ||
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Υπερευαισθησία |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Συχνές | Μειωμένη όρεξη* |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Αϋπνία |
| Κατάθλιψη | ||
| Όχι συχνές | Αυτοκτονικός ιδεασμός και αυτοκτονική συμπεριφορά | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία* |
| Συχνές | Ημικρανία* | |
| Κεφαλαλγία από τάση* | ||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Συχνές | Βήχας |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Διάρροια* |
| Ναυτία* | ||
| Συχνές | Έμετος* | |
| Δυσπεψία | ||
| Συχνές κενώσεις | ||
| Άλγος άνω κοιλιακής χώρας* | ||
| Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση | ||
| Όχι συχνές | Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Μη γνωστές | Εξάνθημα |
| Κνίδωση | ||
| Αγγειοοίδημα | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Συχνές | Οσφυαλγία* |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Κόπωση |
| Παρακλινικές εξετάσεις | Όχι συχνές | Σωματικό βάρος μειωμένο |
*Τουλάχιστον μία από αυτές τις ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκε ως σοβαρή α Η συχνότητα αναφέρεται ως συχνή σε ΨΑ και Ψωρίαση
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Ψυχιατρικές διαταραχές Σε κλινικές μελέτες και κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, αναφέρθηκαν όχι συχνά περιστατικά αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκτονικής συμπεριφοράς, ενώ η αυτοκτονία αναφέρθηκε κατά την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά. Πρέπει να δίνονται οδηγίες στους ασθενείς και στα άτομα που τους φροντίζουν να ενημερώνουν τον συνταγογράφοντα ιατρό σχετικά με οποιονδήποτε αυτοκτονικό ιδεασμό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Σωματικό βάρος μειωμένο Το βάρος των ασθενών μετρήθηκε τακτικά σε κλινικές μελέτες. Η μέση παρατηρούμενη απώλεια βάρους σε ασθενείς με ΨΑ και Ψωρίαση που υπεβλήθησαν σε θεραπεία για έως και 52 εβδομάδες με απρεμιλάστη ήταν 1,99 kg. Συνολικά, στο 14,3% των ασθενών που λάμβαναν απρεμιλάστη είχε παρατηρηθεί απώλεια βάρους μεταξύ 5-10%, ενώ στο 5,7% των ασθενών που λάμβαναν απρεμιλάστη είχε παρατηρηθεί απώλεια βάρους μεγαλύτερη από 10%. Κανένας από αυτούς τους ασθενείς δεν είχε εμφανείς κλινικές συνέπειες προκύπτουσες από την απώλεια βάρους. Συνολικά, το 0,1% των ασθενών που λάμβαναν θεραπεία με απρεμιλάστη διέκοψαν τη θεραπεία λόγω της ανεπιθύμητης ενέργειας της απώλειας βάρους. Η μέση απώλεια βάρους που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με BD που έλαβαν θεραπεία με απρεμιλάστη για 52 εβδομάδες ήταν 0,52 kg. Συνολικά, το 11,8% των ασθενών που έλαβαν απρεμιλάστη παρατήρησαν απώλεια βάρους μεταξύ 5-10%, ενώ το 3,8% των ασθενών που έλαβαν απρεμιλάστη παρατήρησαν απώλεια βάρους μεγαλύτερη από 10%. Κανένας από αυτούς τους ασθενείς δεν είχε εμφανείς κλινικές επιπτώσεις από την απώλεια βάρους. Κανένας από τους ασθενείς δεν διέκοψε τη μελέτη εξαιτίας ανεπιθύμητων ενεργειών λόγω μείωσης βάρους.
Παρακαλούμε δείτε τη συμπληρωματική προειδοποίηση στην (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) για τους ασθενείς οι οποίοι κατά την έναρξη της θεραπείας είναι λιποβαρείς.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι ασθενείς Από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά, οι ηλικιωμένοι ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών ενδέχεται να διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο επιπλοκών σοβαρής διάρροιας, ναυτίας και εμέτου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Η ασφάλεια της απρεμιλάστης δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με ΨΑ, Ψωρίαση ή νόσο Behçet και με ηπατική δυσλειτουργία.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Στις κλινικές μελέτες ΨΑ, Ψωρίασης ή νόσου Behçet, το προφίλ ασφάλειας που παρατηρήθηκε σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία ήταν συγκρίσιμο με εκείνο των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η ασφάλεια της απρεμιλάστης δεν αξιολογήθηκε σε ασθενείς με ΨΑ, Ψωρίαση ή νόσο Behçet και με μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία στις κλινικές μελέτες.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-OTEZLA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Η περίπτωση εγκυμοσύνης θα πρέπει να αποκλείεται πριν την έναρξη της θεραπείας. Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη για την πρόληψη εγκυμοσύνης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της απρεμιλάστης σε έγκυο γυναίκα. Η απρεμιλάστη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης (βλ. Αντενδείξεις). Στις επιδράσεις της απρεμιλάστης στην εγκυμοσύνη περιλαμβάνονται αποβολή του εμβρύου σε μύες και πιθήκους, καθώς και μειωμένο βάρος εμβρύου όπως και καθυστερημένη οστεοποίηση σε μύες σε δόσεις υψηλότερες από την ισχύουσα συνιστώμενη υψηλότερη ανθρώπινη δόση. Δεν παρατηρήθηκε καμία τέτοια επίδραση όταν η έκθεση σε ζώα ήταν 1,3 φορές μεγαλύτερη της κλινικής έκθεσης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Θηλασμός
Η απρεμιλάστη ανιχνεύτηκε στο γάλα θηλαζόντων μυών (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η απρεμιλάστη, ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα θηλάζοντα βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί, ως εκ τούτου η απρεμιλάστη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Δεν διατίθενται δεδομένα γονιμότητας σε ανθρώπους. Σε μελέτες σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα των αρρένων μυών σε επίπεδα έκθεσης τριπλάσια της κλινικής έκθεσης και στους θήλεις μύες σε επίπεδα έκθεσης ίσα με την κλινική έκθεση. Για προκλινικά δεδομένα γονιμότητας βλ. Προκλινικά δεδομένα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-OTEZLA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, εκλεκτικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L04AA32
Μηχανισμός δράσης
Η απρεμιλάστη, ένας από του στόματος μικρομοριακός αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης 4 (PDE4), δρα ενδοκυτταρικά για να διαμορφώσει ένα δίκτυο προ-φλεγμονωδών και αντι-φλεγμονωδών μεσολαβητών. Η αναστολή της PDE4 αυξάνει τα επίπεδα της ενδοκυτταρικής cAMP, η οποία με τη σειρά της υποδραστηριοποιεί τη φλεγμονώδη ανταπόκριση ρυθμίζοντας την έκφραση των TNF-α, IL-23, IL-17 και άλλων φλεγμονωδών κυτοκινών.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα, η απρεμιλάστη ρύθμισε σημαντικά, αλλά δεν ανέστειλε πλήρως, τα επίπεδα των πρωτεϊνών IL-1α, IL-6, IL-8, MCP-1, MIP-1β, MMP-3, και TNF-α στο πλάσμα. Μετά από 40 εβδομάδες θεραπείας με απρεμιλάστη, υπήρξε μείωση στο πλάσμα των επιπέδων των πρωτεϊνών IL-17 και IL-23, και αύξηση στην IL-10. Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με ψωρίαση, η απρεμιλάστη μείωσε το επιδερμικό πάχος των δερματικών αλλοιώσεων, τη φλεγμονώδη κυτταρική διήθηση και την έκφραση των προ-φλεγμονωδών γονιδίων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ελέγχουν την επαγώγιμη συνθάση νιτρικού οξειδίου (iNOS), την IL-12/IL-23p40, την IL-17A, την IL-22 και την IL-8. Σε κλινικές μελέτες σε ασθενείς με νόσο Behçet που έλαβαν απρεμιλάστη, υπήρξε σημαντική θετική συσχέτιση μεταξύ της αλλαγής στο TNF-α πλάσματος και της κλινικής αποτελεσματικότητας όπως μετρήθηκε με τον αριθμό των στοματικών ελκών.
Η απρεμιλάστη χορηγούμενη σε δόσεις έως και 50 mg δις ημερησίως δεν παρέτεινε το διάστημα QT σε υγιή άτομα.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
(Η συνέχεια του κειμένου περιγράφει κλινικές μελέτες για Ψωριασική αρθρίτιδα, Ψωρίαση και Νόσο Behçet, που δεν αφορούν άμεσα τις φαρμακοδυναμικές επιδράσεις, πέραν των γενικών αναφορών στην αρχή της ενότητας.)
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-OTEZLA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η απρεμιλάστη απορροφάται καλά με μια απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα από του στόματος περίπου 73%, με τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (Cmax) να εμφανίζονται στο διάμεσο χρόνο (tmax) των 2,5 ωρών περίπου. Η φαρμακοκινητική της απρεμιλάστης είναι γραμμική, με δοσοεξαρτώμενη αύξηση στη συστημική έκθεση στο εύρος δόσης των 10 έως 100 mg ημερησίως. Η συσσώρευση είναι ελάχιστη όταν η απρεμιλάστη χορηγείται άπαξ ημερησίως και περίπου 53% σε υγιή άτομα και 68% σε ασθενείς με ψωρίαση όταν χορηγείται δις ημερησίως. Η συγχορήγηση με τροφή δεν μεταβάλλει τη βιοδιαθεσιμότητα, ως εκ τούτου, η απρεμιλάστη μπορεί να χορηγηθεί με ή χωρίς τροφή.
Κατανομή
Η δέσμευση της απρεμιλάστης από τις ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 68%. Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd) είναι 87 L, ενδεικτικός εξωαγγειακής κατανομής.
Βιομετασχηματισμός
Η απρεμιλάστη μεταβολίζεται εκτενώς από αμφότερες τις οδούς δια μεσολαβήσεως CYP και μη CYP ενζύμων, συμπεριλαμβανομένων οξείδωσης, υδρόλυσης και σύζευξης, υποδηλώνοντας ότι η αναστολή μιας και μόνης οδού κάθαρσης δεν είναι πιθανό να προκαλέσει σημαντική αλληλεπίδραση φαρμάκου-φαρμάκου. Ο οξειδωτικός μεταβολισμός της απρεμιλάστης επιτυγχάνεται δια μεσολαβήσεως κυρίως από το CYP3A4, με μικρή συμβολή των CYP1A2 και CYP2A6. Η απρεμιλάστη είναι το κύριο συστατικό στην κυκλοφορία μετά την από του στόματος χορήγηση. Η απρεμιλάστη υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό με μόνο το 3% και το 7% της χορηγούμενης μητρικής ένωσης να ανακτάται στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα. Ο κύριος ανενεργός μεταβολίτης στην κυκλοφορία είναι το συζευγμένο γλυκουρονίδιο της O-απομεθυλιωμένης απρεμιλάστης (M12). Σύμφωνα με το γεγονός ότι η απρεμιλάστη είναι υπόστρωμα του CYP3A4, η έκθεση σε απρεμιλάστη μειώνεται όταν συγχορηγείται με ριφαμπικίνη, έναν ισχυρό επαγωγέα του CYP3A4.
In vitro, η απρεμιλάστη δεν είναι αναστολέας ή επαγωγέας των ενζύμων του κυτοχρώματος P450. Συνεπώς, η συγχορήγηση απρεμιλάστης με υποστρώματα των ενζύμων του CYP δεν είναι πιθανό να επηρεάζει την κάθαρση και την έκθεση των δραστικών ουσιών που μεταβολίζονται από τα ένζυμα του CYP.
In vitro, η απρεμιλάστη είναι υπόστρωμα και ασθενής αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης (IC50>50 µM), ωστόσο κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων μεσολαβούμενες μέσω της P-gp δεν αναμένεται να εκδηλωθούν.
In vitro, η απρεμιλάστη έχει μικρή ή καμία ανασταλτική επίδραση (IC50>10 µM) στους μεταφορείς οργανικών ανιόντων (OAT)1 και OAT3, στο μεταφορέα οργανικών κατιόντων (OCT)2, στα πολυπεπτίδια μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP)1B1 και OATP1B3 ή στην πρωτεΐνη αντίστασης καρκίνου του μαστού (BCRP) και δεν είναι υπόστρωμα για αυτούς τους μεταφορείς. Συνεπώς, κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις φαρμάκου-φαρμάκου δεν είναι πιθανές όταν η απρεμιλάστη συγχορηγείται με φάρμακα που είναι υποστρώματα ή αναστολείς αυτών των μεταφορέων.
Αποβολή
Η κάθαρση της απρεμιλάστης στο πλάσμα είναι κατά μέσο όρο περίπου 10 L/hr σε υγιή άτομα, με τελική ημιζωή για την αποβολή περίπου 9 ώρες. Μετά την από του στόματος χορήγηση ραδιοεπισημασμένης απρεμιλάστης, περίπου το 58% και το 39% της ραδιενέργειας ανακτάται στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα, με περίπου το 3% και το 7% της ραδιενεργούς δόσης να ανακτάται ως απρεμιλάστη στα ούρα και τα κόπρανα, αντίστοιχα.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Η απρεμιλάστη μελετήθηκε σε νεαρά και ηλικιωμένα υγιή άτομα. Η έκθεση σε ηλικιωμένα άτομα (ηλικίας 65 έως 85 ετών) είναι περίπου 13% υψηλότερη στην AUC και περίπου 6% υψηλότερη στη Cmax για την απρεμιλάστη από ότι σε νεαρά άτομα (ηλικίας 18 έως 55 ετών). Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε άτομα ηλικίας άνω των 75 ετών σε κλινικές δοκιμές είναι περιορισμένα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ηλικιωμένους ασθενείς.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν υπάρχει σημαντική διαφορά στη φαρμακοκινητική της απρεμιλάστης μεταξύ ατόμων με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία και παρόμοιων υγιών ατόμων (N = 8 καθεμία). Τα αποτελέσματα υποστηρίζουν ότι δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια και μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η δόση της απρεμιλάστης πρέπει να μειώνεται σε 30 mg άπαξ ημερησίως σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (eGFR μικρότερος από 30 mL/min/1,73 m2 ή CLcr < 30 mL/min). Σε 8 άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, στα οποία χορηγήθηκε άπαξ δόση των 30 mg απρεμιλάστης, η AUC και η Cmax της απρεμιλάστης αυξήθηκαν κατά περίπου 89% και 42%, αντίστοιχα.
Ηπατική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της απρεμιλάστης και του κύριου μεταβολίτη της M12 δεν επηρεάζονται από τη μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για τους ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η πρεμιλάστη μειώνει, αλλά δεν αναστέλλει πλήρως, διάφορες φλεγμονώδεις κυτοκίνες όπως IL-1α, IL-6, IL-8, IL-10 MCP-1, MIP-1β, MMP-3 και TNF-α, ανακουφίζοντας τα συμπτώματα της ψωρίασης και της νόσου του Behcet, οι οποίες προκαλούνται από αύξηση αυτών των φλεγμονωδών διαμεσολαβητών. Το φάρμακο αυτό έχει επίσης αποδειχθεί αποτελεσματικό στην ανακούφιση του πόνου που σχετίζεται με τις στοματικές εξελκώσεις στη νόσο του Behcet. Η πρεμιλάστη μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητη απώλεια βάρους και επιδείνωση της κατάθλιψης, οδηγώντας σε αυτοκτονικές σκέψεις ή πράξεις. Συνιστάται η παρακολούθηση για συμπτώματα κατάθλιψης και η αναζήτηση ιατρικής βοήθειας εάν εμφανιστούν, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα κατάθλιψη. Η ανάγκη για πρεμιλάστη πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά μαζί με τον κίνδυνο επιδείνωσης της κατάθλιψης και αυτοκτονίας. Εάν συμβεί απώλεια βάρους, πρέπει να αξιολογείται ο βαθμός της απώλειας βάρους και να εξετάζεται η πιθανή διακοπή της πρεμιλάστης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο πλήρης μηχανισμός δράσης αυτού του φαρμάκου δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, ωστόσο, είναι γνωστό ότι η πρεμιλάστη είναι ένας αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης 4 (PDE4), η οποία διαμεσολαβεί τη δραστηριότητα της κυκλικής αδενοσινο μονοφωσφορικής (cAMP), ενός δεύτερου αγγελιοφόρου. Η αναστολή της PDE4 από την πρεμιλάστη οδηγεί σε αυξημένα ενδοκυτταρικά επίπεδα cAMP. Η αύξηση του cAMP οδηγεί στην καταστολή της φλεγμονής μειώνοντας την έκφραση των TNF-α, IL-17, IL-23 και άλλων φλεγμονωδών διαμεσολαβητών. Οι παραπάνω φλεγμονώδεις διαμεσολαβητές έχουν εμπλακεί σε διάφορες ψωριασικές καταστάσεις καθώς και στη νόσο του Behcet, οδηγώντας στα ανεπιθύμητα φλεγμονώδη συμπτώματά τους, όπως στοματικές εξελκώσεις, δερματικές βλάβες και αρθρίτιδα. Η χορήγηση πρεμιλάστης οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που τελικά μειώνει τα επίπεδα των παραπάνω διαμεσολαβητών, ανακουφίζοντας τα φλεγμονώδη συμπτώματα.
Η πρεμιλάστη είναι ένας από του στόματος χορηγούμενος αναστολέας φωσφοδιεστεράσης-4, ο οποίος βρίσκεται σε κλινικές μελέτες φάσης 2 για την ψωρίαση και άλλες χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις. Οι ανασταλτικές επιδράσεις της πρεμιλάστης στις προφλεγμονώδεις αποκρίσεις ανθρώπινων πρωτογενών περιφερικών μονοπύρηνων κυττάρων (PBMC), πολυμορφοπύρηνων κυττάρων, κυττάρων φυσικού φονικού (NK) και επιδερμικών κερατινοκυττάρων διερευνήθηκαν in vitro, και σε ένα προκλινικό μοντέλο ψωρίασης. Η πρεμιλάστη δοκιμάστηκε in vitro έναντι PBMC διεγερμένων με ενδοτοξίνη και σούπερ-αντιγόνο, πολυμορφοπύρηνων κυττάρων διεγερμένων με βακτηριακό πεπτίδιο και ζυμοθανάτη, NK κυττάρων διεγερμένων με ανοσοσφαιρίνη και κυτοκίνη, και κερατινοκυττάρων ενεργοποιημένων με υπεριώδη ακτινοβολία Β. Η πρεμιλάστη χορηγήθηκε από το στόμα σε ποντίκια beige-severe combined immunodeficient, ξενoμεταμοσχευμένα με φυσιολογικό ανθρώπινο δέρμα και ενεργοποιημένα με ανθρώπινα ψωριασικά NK κύτταρα. Αναλύθηκαν το πάχος του επιδερμικού δέρματος, ο δείκτης πολλαπλασιασμού και οι δείκτες φλεγμονής. Η πρεμιλάστη ανέστειλε την παραγωγή των χημειοκινών CXCL9 και CXCL10, των κυτοκινών ιντερφερόνης-γάμα και παραγοντικό νέκρωσης όγκου (TNF)-άλφα, και των ιντερλευκινών (IL)-2, IL-12 και IL-23 από τα PBMC. Αναστέλλεται επίσης η παραγωγή TNF-άλφα από τα NK κύτταρα και τα κερατινοκύτταρα. In vivo, η πρεμιλάστη μείωσε σημαντικά το πάχος και τον πολλαπλασιασμό της επιδερμίδας, μείωσε τη γενική ιστοπαθολογική εμφάνιση ψωριασικών χαρακτηριστικών και μείωσε την έκφραση των TNF-άλφα, ανθρώπινου λευκοκυτταρικού αντιγόνου-DR και ενδοκυτταρικού μορίου προσκόλλησης-1 στο δέρμα με βλάβες. Η πρεμιλάστη έδειξε ένα ευρύ φάσμα αντιφλεγμονώδους δράσης σε διάφορους τύπους κυττάρων και μείωσε την επίπτωση και τη σοβαρότητα μιας ψωριασικής απόκρισης in vivo. Η αναστολή της παραγωγής TNF-άλφα, IL-12 και IL-23, καθώς και των αποκρίσεων των NK και κερατινοκυττάρων από αυτόν τον αναστολέα φωσφοδιεστεράσης-4 υποδηλώνει μια νέα προσέγγιση στη θεραπεία της ψωρίασης.
Η ψωρίαση και η ψωριασική αρθρίτιδα είναι κοινές κλινικές καταστάσεις που επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία και συνδέονται με σοβαρές ιατρικές συννοσηρότητες. Οι μηχανισμοί της νόσου περιλαμβάνουν τοπικές και συστηματικές χρόνιες φλεγμονώδεις διεργασίες. Οι διαθέσιμες βιολογικές θεραπείες στοχεύουν ειδικά μεμονωμένους φλεγμονώδεις διαμεσολαβητές, όπως ο παράγοντας νέκρωσης όγκου-α (TNF-α), στο πλαίσιο μιας ευρύτερης αλληλουχίας σηματοδότησης της φλεγμονής. Για να διακοπεί αυτή η παθολογική αλληλουχία νωρίτερα στην απόκριση ή περαιτέρω ανάντη, και να αποκατασταθεί η ισορροπία μεταξύ προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών σημάτων, διερευνάται η χρήση ενός αναστολέα φωσφοδιεστεράσης4 (PDE4). Η PDE4 είναι η κύρια κατηγορία ενζύμων που είναι υπεύθυνη για την υδρόλυση της κυκλικής αδενοσινο μονοφωσφορικής (cAMP), ενός ενδοκυτταρικού δεύτερου αγγελιοφόρου που ελέγχει ένα δίκτυο προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών διαμεσολαβητών. Με την αναστολή της PDE4, και τα επακόλουθα αυξήσεις στα επίπεδα cAMP σε ανοσολογικά και μη ανοσολογικά κύτταρα, η έκφραση ενός δικτύου προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών διαμεσολαβητών μπορεί να ρυθμιστεί. Η πρεμιλάστη είναι ένας από του στόματος χορηγούμενος στοχευμένος αναστολέας PDE4 που ρυθμίζει ένα ευρύ φάσμα φλεγμονωδών διαμεσολαβητών που εμπλέκονται στην ψωρίαση και την ψωριασική αρθρίτιδα, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης της έκφρασης της επαγώγιμης συνθάσης μονοξειδίου του αζώτου, του TNF-α και της ιντερλευκίνης (IL)-23, και αυξήσεις της IL-10. Σε μελέτες φάσης ΙΙ σε ασθενείς με ψωρίαση και ψωριασική αρθρίτιδα, η πρεμιλάστη αντιστρέφει τα χαρακτηριστικά της φλεγμονώδους παθοφυσιολογίας στο δέρμα και τις αρθρώσεις και μειώνει σημαντικά τα κλινικά συμπτώματα. Η χρήση ενός από του στόματος χορηγούμενου στοχευμένου αναστολέα PDE4 για χρόνιες φλεγμονώδεις παθήσεις, όπως η ψωρίαση και η ψωριασική αρθρίτιδα, αντιπροσωπεύει μια νέα θεραπευτική προσέγγιση που δεν στοχεύει σε κανέναν μεμονωμένο διαμεσολαβητή, αλλά εστιάζει στην αποκατάσταση μιας ισορροπίας προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών σημάτων.
Η πρεμιλάστη, ένας μικρής μοριακής μάζας αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης 4 (PDE4), δρα ενδοκυτταρικά για να ρυθμίσει ένα δίκτυο προφλεγμονωδών και αντιφλεγμονωδών διαμεσολαβητών. Η αναστολή της φωσφοδιεστεράσης 4 αυξάνει τα ενδοκυτταρικά επίπεδα cAMP, μειώνοντας έτσι τη φλεγμονώδη απόκριση ρυθμίζοντας την έκφραση του παράγοντα νέκρωσης όγκου-άλφα (TNF-α), της ιντερλευκίνης-23 (IL-23), της IL-17 και της IL-10.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μια από του στόματος δόση πρεμιλάστης απορροφάται καλά και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 73%. Ο χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης (Tmax) είναι περίπου 2,5 ώρες και η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) αναφέρθηκε ότι είναι περίπου 584 ng/mL σε μία φαρμακοκινητική μελέτη. Η λήψη τροφής δεν φαίνεται να επηρεάζει την απορρόφηση της πρεμιλάστης.
Μόνο το 3% και 7% μιας δόσης πρεμιλάστης ανιχνεύονται στα ούρα και στα κόπρανα ως αμετάβλητο φάρμακο, αντίστοιχα, υποδεικνύοντας εκτεταμένο μεταβολισμό και υψηλή απορρόφηση.
Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd) είναι περίπου 87 L, υποδηλώνοντας ότι η πρεμιλάστη κατανέμεται στον εξωαγγειακό χώρο.
Σε υγιείς ασθενείς, η κάθαρση πλάσματος της πρεμιλάστης είναι περίπου 10 L/ώρα.
Η δέσμευση της πρεμιλάστης στην πρωτεΐνη του πλάσματος ανθρώπου είναι περίπου 68%. Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής (Vd) είναι 87 L.
Η έκκριση πρεμιλάστης στο γάλα αξιολογήθηκε μετά από από του στόματος χορήγηση πρεμιλάστης σε θηλάζουσες CD-1 ποντικούς. Σε αυτή τη μελέτη, θηλυκοί ποντικοί περίπου 13 ημέρες μετά τον τοκετό έλαβαν μία εφάπαξ από του στόματος δόση πρεμιλάστης 10 mg/kg, χορηγούμενη με γαστρικό καθετήρα σε όγκο 10 mL/kg. Δείγματα γάλακτος και αίματος από 5 ζώα ανά χρονικό σημείο συλλέχθηκαν 1, 6 και 24 ώρες μετά τη δόση και οι συγκεντρώσεις πρεμιλάστης προσδιορίστηκαν στο γάλα και στο πλάσμα χρησιμοποιώντας ανάλυση LC-MS/MS. Οι μέσες συγκεντρώσεις πρεμιλάστης στο πλάσμα στις 1 και 6 ώρες μετά τη δόση ήταν 984 και 138 ng/mL, ενώ οι συγκεντρώσεις στο γάλα ήταν 1441 και 186 ng/mL, αντίστοιχα. Οι προκύπτουσες μέσες αναλογίες γάλακτος προς πλάσμα κυμάνθηκαν από 1,46 έως 1,62, υποδεικνύοντας μεταφορά πρεμιλάστης στο γάλα σε ποντικούς. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα και στο γάλα ήταν κάτω από το όριο ανίχνευσης των 3 ng/mL στα δείγματα των 24 ωρών.
Σε πιθήκους, σε έγκυα ζώα χορηγήθηκαν ημερήσιες από του στόματος δόσεις πρεμιλάστης από την 20η ημέρα κύησης έως την 50η ημέρα κύησης, και μία εφάπαξ από του στόματος δόση την 100η ημέρα κύησης σε δόσεις 20, 50, 200 και 1000 mg/kg/ημέρα (n = 16/ομάδα στην αρχή της μελέτης). Αίμα από τη μητέρα και το έμβρυο συλλέχθηκε 5 ώρες μετά τη δόση την 100η ημέρα κύησης. Σε όλες τις ομάδες δοσολογίας, οι αναλογίες συγκέντρωσης εμβρύου προς μητέρα στο πλάσμα κυμάνθηκαν μεταξύ 0,3 και 0,4, υποδεικνύοντας ότι η πρεμιλάστη διέσχισε τον πλακούντα σε πιθήκους.
Ως μέρος μελέτης γονιμότητας και τοξικότητας στην ανάπτυξη σε θηλυκούς ποντικούς CD-1 και μελέτης εμβρυο-εμβρυϊκής ανάπτυξης σε πιθήκους cynomolgus, αξιολογήθηκε η μεταφορά της πρεμιλάστης μέσω του πλακούντα. Σε ποντικούς, μετά από ημερήσια από του στόματος χορήγηση πρεμιλάστης ξεκινώντας 15 ημέρες πριν τη συνεύρεση και συνεχίζοντας έως την 15η ημέρα της υποτιθέμενης κύησης σε δόσεις 10, 20, 40 και 80 mg/kg/ημέρα, συλλέχθηκε αίμα από έγκυες ποντικούς (n = 3/χρονικό σημείο) 0,5, 2, 4, 8 και 24 ώρες μετά τη δόση την 15η ημέρα κύησης. Αίμα συλλέχθηκε από τα έμβρυα κατά τη στιγμή της θανάτωσης στους ποντικούς των 24 ωρών μετά τη δόση. Οι μητρικές συγκεντρώσεις πρεμιλάστης στο πλάσμα αυξήθηκαν με τρόπο λιγότερο από δοσοαναλογικό. Οι εμβρυϊκές συγκεντρώσεις στις 24 ώρες ήταν εξαιρετικά μεταβλητές, με έξι από τις δέκα αξιολογηθείσες γέννες να είναι κάτω από το όριο ποσοτικοποίησης (1 ng/mL). Στο εμβρυϊκό πλάσμα από τέσσερις από τις δέκα αξιολογηθείσες γέννες, η πρεμιλάστη ποσοτικοποιήθηκε, με συγκεντρώσεις που κυμάνθηκαν από 14,5 έως 2813 ng/mL. Οι μέσες αναλογίες εμβρυϊκού πλάσματος προς μητρικό πλάσμα κυμάνθηκαν από 0,3 έως 1,07, υποδεικνύοντας ότι η πρεμιλάστη διέσχισε τον πλακούντα σε ποντικούς.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την Απρεμιλάστη (13 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της πρεμιλάστης στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 68%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η πρεμιλάστη μεταβολίζεται εκτενώς μέσω διαφόρων οδών, οι οποίες περιλαμβάνουν οξείδωση, υδρόλυση, καθώς και σύζευξη. Περίπου 23 μεταβολίτες παράγονται από τον μεταβολισμό της. Η CYP3A4 διαμεσολαβεί κυρίως τον οξειδωτικό μεταβολισμό αυτού του φαρμάκου, με μικρότερες συνεισφορές από τα ένζυμα CYP1A2 και CYP2A6. Ο κύριος μεταβολίτης της πρεμιλάστης, ο M12, είναι μια ανενεργή μορφή συζεύγματος γλυκουρονιδίου του O-απομεθυλιωμένου φαρμάκου. Ορισμένοι άλλοι κύριοι μεταβολίτες, οι M14 και M16, είναι σημαντικά λιγότερο δραστικοί στην αναστολή της PDE4 και των φλεγμονωδών διαμεσολαβητών σε σύγκριση με το μητρικό τους φάρμακο, την πρεμιλάστη. Μετά από από του στόματος δόση, αμετάβλητη πρεμιλάστη (45%) και ο ανενεργός μεταβολίτης, O-δεσμεθυλ πρεμιλάστη γλυκουρονίδιο (39%) ανιχνεύονται στο πλάσμα. Οι δευτερεύοντες μεταβολίτες M7 και M17 είναι δραστικοί, αλλά παρόντες μόνο στο 2% ή λιγότερο των συγκεντρώσεων πρεμιλάστης, και πιθανώς δεν συμβάλλουν σημαντικά στις δράσεις της πρεμιλάστης.
Η κάθαρση πλάσματος της πρεμιλάστης είναι περίπου 10 L/ώρα σε υγιείς ασθενείς, με τελική ημιζωή αποβολής περίπου 6-9 ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση ραδιοσημασμένης πρεμιλάστης, περίπου το 58% και 39% της ραδιενέργειας ανακτάται στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα, με περίπου 3% και 7% της ραδιοσημασμένης δόσης να ανακτάται ως πρεμιλάστη στα ούρα και στα κόπρανα, αντίστοιχα.
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε ανθρώπους, η πρεμιλάστη είναι ένα κύριο κυκλοφορούν συστατικό (45%) ακολουθούμενο από τον ανενεργό μεταβολίτη M12 (39%), ένα σύζευγμα γλυκουρονιδίου της O-απομεθυλιωμένης πρεμιλάστης. Μεταβολίζεται εκτενώς σε ανθρώπους με έως και 23 μεταβολίτες να έχουν ταυτοποιηθεί στο πλάσμα, τα ούρα και τα κόπρανα. Η πρεμιλάστη μεταβολίζεται μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού από κυτοχρώματα (CYP) με επακόλουθη γλυκουρονιδίωση και μέσω υδρόλυσης που δεν μεσολαβείται από CYP. In vitro, ο μεταβολισμός της πρεμιλάστης από CYP μεσολαβείται κυρίως από την CYP3A4, με μικρές συνεισφορές από τις CYP1A2 και CYP2A6.
Σε μια από του στόματος μελέτη, οι συγκεντρώσεις τόσο της συνολικής ραδιενέργειας (π.χ., μητρική ένωση συν οποιουσδήποτε μεταβολίτες) όσο και της μητρικής ένωσης στο πλάσμα ήταν υψηλότερες σε θηλυκά παρά σε αρσενικά. Σε αρσενικά, οι τιμές AUC της συνολικής ραδιενέργειας ήταν 25 έως 96 φορές υψηλότερες από αυτές της μητρικής ένωσης, ενώ σε θηλυκά η διαφορά ήταν μόνο 2- έως 3-πλάσια, υποδεικνύοντας ότι ο μεταβολισμός ήταν πιο εκτεταμένος σε αρσενικούς παρά σε θηλυκούς αρουραίους. Στην ίδια μελέτη, μετά από έξι ημερήσιες δόσεις, υποδείχθηκε συσσώρευση από τις τιμές Cmax και AUC σε θηλυκά, αλλά όχι σε αρσενικά.
Σε μια μελέτη σε αρσενικούς ποντικούς με κανουλοποιημένο χοληδόχο πόρο, μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση (14)C-απρεμιλάστης 10 mg/kg, το 54% και το 16% της ραδιενεργής δόσης απεκκρίθηκε μέσω της χολικής και της ουρικής οδού, αντίστοιχα, υποδεικνύοντας ότι τουλάχιστον το 70% της ραδιενεργής δόσης απορροφήθηκε σε ποντικούς, κάτι που δείχνει ότι η πρεμιλάστη υφίσταται μέτριο μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η τοξικοκινητική αξιολόγηση σε ποντικούς υποδηλώνει αύξηση της έκθεσης αναλογικά με τη δόση και λιγότερο αναλογικά με τη δόση σε δόσεις άνω των 100 mg/kg/ημέρα. Οι μελέτες δεν υποδεικνύουν διαφορές που σχετίζονται με το φύλο ή αντιστροφή της πρεμιλάστης στο R-εναντιομερές της σε ποντικούς.
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για την Απρεμιλάστη (6 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο μέσος χρόνος ημιζωής αποβολής αυτού του φαρμάκου κυμαίνεται από 6-9 ώρες.
Τελικός χρόνος ημιζωής αποβολής περίπου 6-9 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη PHOSPHODIESTERASE 4.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
UP7QBP99PN
APREMILAST
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 4
Η απρεμιλάστη είναι ένας Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 4. Ο μηχανισμός δράσης της απρεμιλάστης είναι ως Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 4.
APREMILAST
Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 4 [EPC]; Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 4 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 L04AA32ΒΗΜΑ 2 — Αποτυχία 1ου csDMARD ή αντένδειξη csDMARDs
- Αδυναμία επίτευξης DAPSA < 14 με 1ο csDMARD μετά 3–6 μήνες
- Ή αντένδειξη csDMARDs ή ενθεσίτιδα ανθεκτική σε ΜΣΑΦ
- Επιλογές: 1ο bDMARD ή 1ο tsDMARD ή 2ο csDMARD
Δοσολογία: 30 mg PO × 2 (μετά τιτλοποίηση 6 ημερών) · Συνεχής
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
Μη στεροειδείς αντιφλεγμονώδεις παράγοντες. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση των προσταγλανδινών αναστέλλοντας την κυκλοοξυγενάση, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικούς ενδοϋπεροξείδες, πρόδρομους των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη PHOSPHODIESTERASE 4.