ANIFROLUMAB
Ανιφρολουμάμπη
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-SAPHNELO
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: κάθε 4 εβδομάδες για περίοδο 30 λεπτών
- Δόση έναρξης: 300 mg
-
ΕνήλικεςΔόση300 mg
-
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σε άτομα ηλικίας ≥65 ετών (n=20)˙ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<18 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Saphnelo σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας <18 ετών) δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-SAPHNELO
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
SPC-SAPHNELO
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Συνδυασμός με άλλες βιολογικές θεραπείεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν άλλες βιολογικές θεραπείεςΗ θεραπεία με ανιφρολουμάμπη δεν συνιστάται σε συνδυασμό με βιολογικές θεραπείες.
-
Σοβαρός ενεργός λύκος του κεντρικού νευρικού συστήματος ή σοβαρή ενεργός νεφρίτιδα του λύκουπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρό ενεργό λύκο του κεντρικού νευρικού συστήματος ή σοβαρή ενεργή νεφρίτιδα του λύκουΗ ανιφρολουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε αυτούς τους ασθενείς.
-
Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςπροσοχήΕάν προκύψει σοβαρή αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση ή αντίδραση υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλαξία), η χορήγηση της ανιφρολουμάμπης πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.
-
Ιστορικό αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση ή υπερευαισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση και/ή υπερευαισθησίαΜπορεί να χορηγηθεί προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή (π.χ. ένα αντιισταμινικό) πριν από την έγχυση.
-
Κίνδυνος αναπνευστικών λοιμώξεων και έρπητα ζωστήραπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς (γενικά), ασθενείς με ΣΕΛ που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικά (για έρπητα ζωστήρα)Η ανιφρολουμάμπη αυξάνει τον κίνδυνο.
-
Χρόνια λοίμωξη, ιστορικό υποτροπιάζουσων λοιμώξεων ή γνωστοί παράγοντες κινδύνου για λοίμωξηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια λοίμωξη, ιστορικό υποτροπιάζουσων λοιμώξεων ή γνωστούς παράγοντες κινδύνου για λοίμωξηΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Κλινικά σημαντική ενεργός λοίμωξηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με κλινικά σημαντική ενεργό λοίμωξηΔεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας έως ότου η λοίμωξη υποχωρήσει ή αντιμετωπιστεί επαρκώς.
-
Εμφάνιση σημείων ή συμπτωμάτων κλινικά σημαντικής λοίμωξηςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΟι ασθενείς πρέπει να αναζητούν ιατρική συμβουλή. Πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά το ενδεχόμενο παύσης της θεραπείας έως ότου υποχωρήσει η λοίμωξη.
-
Ιστορικό πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειαςΔεν έχουν διεξαχθεί μελέτες.
-
Λανθάνουσα φυματίωση (ΤΒ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με λανθάνουσα ΤΒ για την οποία δεν έχει ληφθεί θεραπείαΗ θεραπεία κατά της φυματίωσης (anti-TB) πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο πριν την έναρξη της ανιφρολουμάμπης.
-
Ενεργός φυματίωση (ΤΒ)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό ΤΒΗ ανιφρολουμάμπη δεν πρέπει να χορηγείται.
-
Εμβολιασμοί πριν την έναρξη της θεραπείαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που πρόκειται να λάβουν θεραπείαΗ ολοκλήρωση όλων των ενδεδειγμένων ανοσοποιήσεων πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο.
-
Ταυτόχρονη χρήση ζώντων ή εξασθενημένων εμβολίωναποφεύγεταιΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ανιφρολουμάμπηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Κακοήθεια (ανάπτυξη ή επανεμφάνιση)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη ή επανεμφάνιση κακοήθειαςΗ ατομική αναλογία κινδύνου-οφέλους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Συνέχιση θεραπείας σε ασθενείς που αναπτύσσουν κακοήθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που αναπτύσσουν κακοήθειαΠρέπει να επιδεικνύεται προσοχή.
swap_horiz
SPC-SAPHNELO
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φάρμακα που είναι υποστρώματα του CYP με στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. βαρφαρίνη)προσοχήΕπίπτωση στη δραστηριότητα του CYP450 είναι άγνωστηΣύστασηΣυνιστάται θεραπευτική παρακολούθηση
-
ΕμβόλιαΗ ταυτόχρονη χορήγηση της ανιφρολουμάμπης με εμβόλια δεν έχει μελετηθεί
sick
SPC-SAPHNELO
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Βρογχίτιδα
- Έρπης ζωστήρας
- Λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΛοίμωξη αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
SPC-SAPHNELO
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΔεν συνιστάταιΠεριορισμένα δεδομένα (<300 περιπτώσεις) από τη χρήση σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταλήγουν σε συμπέρασμα για τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Δεν συνιστάται κατά την εγκυμοσύνη και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς αντισύλληψη, εκτός εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο.
-
ΘηλασμόςΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή η θεραπείαΔεν είναι γνωστό εάν η ανιφρολουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ανιχνεύθηκε στο γάλα θηλυκών κυνομολόγων πιθήκων. Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η απόφαση βασίζεται στο όφελος του θηλασμού για το παιδί και στο όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα στους ανθρώπουςΜελέτες σε ζώα δεν δείχνουν δυσμενείς επιπτώσεις της ανιφρολουμάμπης στις έμμεσες μετρήσεις γονιμότητας.
neurology
SPC-SAPHNELO
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SAPHNELO
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SAPHNELO
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σημεία/συμπτώματα λοίμωξης | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | — | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SAPHNELO
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη της θεραπείας και η επίβλεψή της πρέπει να γίνεται από ιατρό με εμπειρία στη θεραπεία του ΣΕΛ.
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση είναι 300 mg, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση για περίοδο 30 λεπτών, κάθε 4 εβδομάδες.
Σε ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων σχετιζόμενων με έγχυση, μπορεί να χορηγηθεί προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή (π.χ. ένα αντιισταμινικό) πριν από την έγχυση της ανιφρολουμάμπης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παραληφθείσα δόση
Εάν παραλείψετε μια προγραμματισμένη έγχυση, η θεραπεία πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό. Πρέπει να διατηρείται ένα ελάχιστο διάστημα 14 ημερών μεταξύ των δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι (≥65 ετών)
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σε άτομα ηλικίας ≥65 ετών (n=20)˙ δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Δεν υπάρχει εμπειρία σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Φαρμακοκινητικές).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Saphnelo σε παιδιά και εφήβους (ηλικίας <18 ετών) δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Για ενδοφλέβια χρήση.
Το Saphnelo δεν πρέπει να χορηγείται ως ενδοφλέβια ένεση δόσης εφόδου.
Μετά την αραίωση με ενέσιμο διάλυμα χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), το Saphnelo χορηγείται ως έγχυση σε διάστημα 30 λεπτών μέσω μιας ενδοφλέβιας γραμμής έγχυσης που περιέχει ένα εν-σειρά (in-line) στείρο, χαμηλής πρωτεϊνικής σύνδεσης φίλτρο 0,2 ή 0,22 μm.
Ο ρυθμός έγχυσης μπορεί να επιβραδυνθεί ή να διακοπεί προσωρινά εάν ο ασθενής αναπτύξει αντίδραση έγχυσης.
Μετά την ολοκλήρωση της έγχυσης, το σετ έγχυσης πρέπει να ξεπλυθεί με 25 ml ενέσιμου διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%), για να διασφαλιστεί ότι έχει χορηγηθεί όλο το διάλυμα για έγχυση.
Μη συγχορηγείτε οποιαδήποτε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα μέσω της ίδιας γραμμής έγχυσης.
Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-SAPHNELO
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SAPHNELO
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
Ομάδες ασθενών που αποκλείστηκαν από τις κλινικές μελέτες
Η ανιφρολουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε συνδυασμό με άλλες βιολογικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένων των θεραπειών που στοχεύουν τα Β-κύτταρα. Επομένως, η θεραπεία με ανιφρολουμάμπη δεν συνιστάται σε συνδυασμό με βιολογικές θεραπείες.
Η ανιφρολουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρό ενεργό λύκο του κεντρικού νευρικού συστήματος ή σοβαρή ενεργή νεφρίτιδα του λύκου (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Υπερευαισθησία
Έχουν αναφερθεί σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας, μετά τη χορήγηση της ανιφρολουμάμπης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στις κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, αναφέρθηκαν σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένου του αγγειοοιδήματος) για το 0,6% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη. Σε ασθενείς με ιστορικό αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση και/ή υπερευαισθησία μπορεί να χορηγηθεί προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή (π.χ. ένα αντιισταμινικό) πριν από την έγχυση της ανιφρολουμάμπης (βλ. Δοσολογία). Εάν προκύψει σοβαρή αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση ή αντίδραση υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλαξία), η χορήγηση της ανιφρολουμάμπης πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία.
Λοιμώξεις
Η ανιφρολουμάμπη αυξάνει τον κίνδυνο αναπνευστικών λοιμώξεων και έρπητα ζωστήρα (έχουν παρατηρηθεί συμβάματα εκτεταμένου έρπητα ζωστήρα), (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς με ΣΕΛ που λαμβάνουν επίσης ανοσοκατασταλτικά μπορεί να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για λοιμώξεις από έρπητα ζωστήρα. Σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, ανέκυψαν σοβαρές και μερικές φορές θανατηφόρες λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη. Λόγω του μηχανισμού δράσης, η ανιφρολουμάμπη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με χρόνια λοίμωξη, ιστορικό υποτροπιάζουσων λοιμώξεων ή γνωστούς παράγοντες κινδύνου για λοίμωξη. Δεν πρέπει να γίνεται έναρξη της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη σε ασθενείς με κλινικά σημαντική ενεργό λοίμωξη, έως ότου η λοίμωξη υποχωρήσει ή αντιμετωπιστεί επαρκώς. Οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναζητούν ιατρική συμβουλή, εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα κλινικά σημαντικής λοίμωξης. Εάν ένας ασθενής αναπτύξει λοίμωξη ή δεν ανταποκρίνεται στην τυπική θεραπεία, πρέπει να παρακολουθείται στενά και να εξετάζεται προσεκτικά το ενδεχόμενο παύσης της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη έως ότου υποχωρήσει η λοίμωξη. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ιστορικό πρωτοπαθούς ανοσοανεπάρκειας. Οι ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές δοκιμές απέκλεισαν ασθενείς με ιστορικό ενεργού ΤΒ ή λανθάνουσας ΤΒ, στους οποίους δεν μπόρεσε να επιβεβαιωθεί ένας επαρκής κύκλος θεραπείας. Η θεραπεία κατά της φυματίωσης (anti-TB) πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο πριν την έναρξη της ανιφρολουμάμπης σε ασθενείς με λανθάνουσα ΤΒ για την οποία δεν έχει ληφθεί θεραπεία. Η ανιφρολουμάμπη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργό ΤΒ.
Ανοσοποιήσεις
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την ανοσολογική ανταπόκριση στα εμβόλια. Πριν την έναρξη της θεραπείας, η ολοκλήρωση όλων των ενδεδειγμένων ανοσοποιήσεων πρέπει να εξετάζεται ως ενδεχόμενο σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες ανοσοποίησης. Η ταυτόχρονη χρήση ζώντων ή εξασθενημένων εμβολίων πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με ανιφρολουμάμπη.
Κακοήθεια
Η επίπτωση της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη στην πιθανή ανάπτυξη κακοηθειών δεν είναι γνωστή. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με ιστορικό κακοήθειας, ωστόσο, ασθενείς με καρκίνο δέρματος από πλακώδες επιθήλιο ή βασικοκυτταρικό καρκίνο δέρματος και καρκίνο του τραχήλου της μήτρας που είχαν εξαιρεθεί πλήρως ή είχαν υποβληθεί σε κατάλληλη θεραπεία ήταν επιλέξιμοι για ένταξη στις κλινικές δοκιμές ΣΕΛ. Στις κλινικές δοκιμές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, σε οποιαδήποτε δόση, κακοήθες νεόπλασμα (συμπεριλαμβανομένων μη μελανωματικών καρκίνων του δέρματος) αναφέρθηκε για το 1,2% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη σε σύγκριση με 0,6% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (EAIR: 1,2 και 0,7 ανά 100 ασθενείς-έτη, αντίστοιχα). Κακοήθειες, εξαιρουμένων των μη μελανωματικών καρκίνων του δέρματος, παρατηρήθηκαν στο 0,7% και 0,6% των ασθενών που έλαβαν ανιφρολουμάμπη και εικονικό φάρμακο, αντίστοιχα. Σε ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη, το καρκίνωμα του μαστού και το καρκίνωμα από πλακώδες επιθήλιο ήταν οι κακοήθειες που παρατηρήθηκαν σε περισσότερους από έναν ασθενείς. Η ατομική αναλογία κινδύνου-οφέλους πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη ή επανεμφάνιση κακοήθειας. Πρέπει να επιδεικνύεται προσοχή, όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο συνέχισης της θεραπείας για ασθενείς που αναπτύσσουν κακοήθεια.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SAPHNELO
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων.
Η ανιφρολουμάμπη δεν αναμένεται να υφίσταται μεταβολισμό μέσω ηπατικών ενζύμων ή νεφρική αποβολή.
Ο σχηματισμός ορισμένων ενζύμων του CYP450 καταστέλλεται από τα αυξημένα επίπεδα ορισμένων κυτοκινών κατά τη διάρκεια χρόνιας φλεγμονής. Η ανιφρολουμάμπη καταστέλλει μετρίως τα επίπεδα ορισμένων κυτοκινών, η επίπτωση στη δραστηριότητα του CYP450 είναι άγνωστη. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία με άλλα φάρμακα που είναι υποστρώματα του CYP με στενό θεραπευτικό δείκτη, όπου η δόση προσαρμόζεται εξατομικευμένα (π.χ. βαρφαρίνη), συνιστάται θεραπευτική παρακολούθηση.
Ανοσολογική ανταπόκριση
Η ταυτόχρονη χορήγηση της ανιφρολουμάμπης με εμβόλια δεν έχει μελετηθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SAPHNELO
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη ήταν λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (34%), βρογχίτιδα (11%), αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (9,4%) και έρπης ζωστήρας (6,1%). Η πιο συχνή σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια ήταν ο έρπης ζωστήρας (0,4%).
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν από ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές ταξινομούνται κατά Κατηγορία Οργανικού Συστήματος (ΚΟΣ) στο MedDRA, βλ. Πίνακα 1. Εντός κάθε κατηγορίας οργανικού συστήματος, οι προτιμώμενοι όροι παρατίθενται κατά συχνότητα και ακολούθως κατά φθίνουσα σοβαρότητα. Οι συχνότητες εμφάνισης των ανεπιθύμητων ενεργειών ορίζονται ως: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1 Ανεπιθύμητες ενέργειες
| ΚΟΣ MedDRA | Προτιμώμενος όρος MedDRA | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος* | Πολύ συχνές |
| Βρογχίτιδα* | Πολύ συχνές | |
| Έρπης ζωστήρας | Συχνές | |
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος* | Συχνές |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία | Συχνές |
| Αναφυλακτική αντίδραση | Όχι συχνές§ | |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση | Συχνές |
- Ομαδοποιημένοι όροι: Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένων Λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, Ρινοφαρυγγίτιδας, Φαρυγγίτιδας), Βρογχίτιδα (συμπεριλαμβανομένων Βρογχίτιδας, ιογενούς Βρογχίτιδας, Τραχειοβρογχίτιδας), Λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (συμπεριλαμβανομένων Λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος, ιογενούς Λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος, βακτηριακής Λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος). § βλέπε «Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών» παρακάτω και (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Υπερευαισθησία και αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση Η επίπτωση αντιδράσεων υπερευαισθησίας ήταν 2,8% στην ομάδα της ανιφρολουμάμπης και 0,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Όλες οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας αναφέρθηκαν εντός των πρώτων 6 εγχύσεων. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας ήταν κυρίως ήπιες έως μέτριες σε ένταση και δεν οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη. Μια σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια υπερευαισθησίας αναφέρθηκε κατά την πρώτη έγχυση του ασθενούς, ο ασθενής συνέχισε να λαμβάνει ανιφρολουμάμπη με προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε για τις επακόλουθες εγχύσεις.
Στο πρόγραμμα ανάπτυξης για τον ΣΕΛ, αναφυλακτική αντίδραση αναφέρθηκε για το 0,1% (1/837) των ασθενών, το συμβάν ανέκυψε μετά τη χορήγηση 150 mg ανιφρολουμάμπης, ο ασθενής έλαβε θεραπεία και ανάρρωσε (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η επίπτωση αντιδράσεων σχετιζόμενων με την έγχυση ήταν 9,4% στην ομάδα της ανιφρολουμάμπης και 7,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Οι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση ήταν ήπιες ή μέτριες σε ένταση (τα πιο συχνά συμπτώματα ήταν κεφαλαλγία, ναυτία, έμετος, κόπωση και ζάλη), καμία δεν ήταν σοβαρή και καμία δεν οδήγησε σε διακοπή της ανιφρολουμάμπης. Οι αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση αναφέρθηκαν συχνότερα κατά την έναρξη της θεραπείας, κατά την πρώτη και τη δεύτερη έγχυση, με λιγότερες αναφορές κατά τις επακόλουθες εγχύσεις.
Λοιμώξεις του αναπνευστικού Τα ποσοστά αναφοράς για την ανιφρολουμάμπη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν: λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος (34,4% έναντι 23,2%), βρογχίτιδα (10,7% έναντι 5,2%) και λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος (3,3% έναντι 1,5%). Οι λοιμώξεις ήταν κυρίως μη σοβαρές, ήπιες ή μέτριες σε ένταση και υποχώρησαν χωρίς διακοπή της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Έρπης ζωστήρας Η επίπτωση λοιμώξεων από έρπητα ζωστήρα ήταν 6,1% στην ομάδα της ανιφρολουμάμπης και 1,3% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στις κλινικές δοκιμές 52 εβδομάδων ο μέσος χρόνος έως την εμφάνιση ήταν 139 ημέρες (εύρος 2-351 ημέρες).
Οι λοιμώξεις από έρπητα ζωστήρα παρουσιάστηκαν κατά κύριο λόγο με δερματική εντόπιση, ήπιας ή μέτριας έντασης και υποχώρησαν χωρίς διακοπή της θεραπείας με ανιφρολουμάμπη. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις με συμμετοχή πολλαπλών δερμοτόμιων και περιπτώσεις διάχυτης νόσου (συμπεριλαμβανομένης της προσβολής του κεντρικού νευρικού συστήματος) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ανοσογονικότητα
Στις δοκιμές Φάσης III, ανιχνεύθηκαν αντισώματα κατά του φαρμάκου σχετιζόμενα με τη θεραπεία σε 6 από τους 352 (1,7%) ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη στο συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα κατά τη διάρκεια της περιόδου της μελέτης 60 εβδομάδων. Λόγω των μεθοδολογικών περιορισμών, η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος δεν είναι γνωστή.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SAPHNELO
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από τη χρήση Saphnelo στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν καταλήγουν σε συμπέρασμα σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Saphnelo δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης καθώς και σε γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς τη χρήση αντισύλληψης, εκτός εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο.
Θηλασμός
Δεν είναι γνωστό εάν η ανιφρολουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η ανιφρολουμάμπη ανιχνεύθηκε στο γάλα θηλυκών κυνομολόγων πιθήκων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί η θεραπεία με Saphnelo, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν δεδομένα γονιμότητας στους ανθρώπους. Μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν δυσμενείς επιπτώσεις της ανιφρολουμάμπης στις έμμεσες μετρήσεις γονιμότητας (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SAPHNELO
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, Εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AA51
Μηχανισμός δράσης
H ανιφρολουμάμπη είναι ένα μονοκλωνικό αντίσωμα ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης G1 κάπα που συνδέεται με την υπομονάδα 1 του υποδοχέα της ιντερφερόνης τύπου Ι (IFNAR1) με υψηλή ειδικότητα και συγγένεια. Αυτή η σύνδεση αναστέλλει τη σηματοδότηση της IFN τύπου Ι, αποκλείοντας ως εκ τούτου τη βιολογική δραστικότητα των IFN τύπου Ι. H ανιφρολουμάμπη επάγει επίσης την εσωτερίκευση του IFNAR1, μειώνοντας έτσι τα επίπεδα IFNAR1 στην κυτταρική επιφάνεια που είναι διαθέσιμα για τη συναρμολόγηση του υποδοχέα. Ο αποκλεισμός της διαμεσολαβούμενης από τον υποδοχέα σηματοδότησης IFN τύπου Ι αναστέλλει την έκφραση των γονιδίων που ανταποκρίνονται στη IFN, καθώς και στο επόμενο στάδιο φλεγμονώδεις και ανοσολογικές διαδικασίες. Η αναστολή της IFN τύπου Ι αποκλείει τη διαφοροποίηση των κυττάρων του πλάσματος και ομαλοποιεί τις υποκατηγορίες των περιφερικών Τ-κυττάρων, αποκαθιστώντας την ισορροπία μεταξύ της προσαρμοστικής και έμφυτης ανοσίας που είναι μη ρυθμισμένη στον ΣΕΛ.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Σε ενήλικες ασθενείς με ΣΕΛ, η χορήγηση της ανιφρολουμάμπης σε δόσεις ≥300 mg, μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης κάθε 4 εβδομάδες, κατέδειξε συνεπή εξουδετέρωση (≥80%) της φαρμακοδυναμικής (PD) υπογραφής του γονιδίου 21 της IFN τύπου Ι στο αίμα. Αυτή η καταστολή εμφανίστηκε ήδη στις 4 εβδομάδες μετά τη θεραπεία και είτε διατηρήθηκε είτε καταστάλθηκε περαιτέρω κατά τη διάρκεια της περιόδου της θεραπείας 52 εβδομάδων. Μετά την απόσυρση της ανιφρολουμάμπης στο τέλος της περιόδου της θεραπείας 52 εβδομάδων στις κλινικές δοκιμές του ΣΕΛ, η PD υπογραφή της IFN τύπου Ι στα δείγματα αίματος επέστρεψε στα αρχικά επίπεδα εντός 8 έως 12 εβδομάδων.
Η ανιφρολουμάμπη 150 mg χορηγούμενη ενδοφλέβια εμφάνισε <20% καταστολή της γονιδιακής υπογραφής σε πρώιμα χρονικά σημεία που έφτασε το μέγιστο του <60% μέχρι το τέλος της περιόδου θεραπείας.
Σε ασθενείς με ΣΕΛ θετικούς για αντισώματα έναντι της διπλής αλυσίδας του DNA (αντί-dsDNA) κατά την έναρξη, η θεραπεία με ανιφρολουμάμπη 300 mg οδήγησε σε αριθμητικές μειώσεις των αντισωμάτων αντί-dsDNA κατά τη διάρκεια του χρόνου έως την Εβδομάδα 52.
Σε ασθενείς με χαμηλά επίπεδα συστατικών του συμπληρώματος (C3 και C4), παρατηρήθηκαν αυξήσεις των επιπέδων των συστατικών του συμπληρώματος σε ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη έως την Εβδομάδα 52.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της ανιφρολουμάμπης αξιολογήθηκαν σε δύο πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλά-τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, Φάσης ΙΙΙ μελέτες θεραπείας περιόδου 52 εβδομάδων, (Δοκιμή 1 [TULIP 1] και Δοκιμή 2 [TULIP 2]). Οι ασθενείς διαγνώστηκαν με ΣΕΛ σύμφωνα με τα κριτήρια ταξινόμησης του Αμερικανικού Κολλεγίου Ρευματολογίας (1997). Όλοι οι ασθενείς ήταν ηλικίας ≥18 ετών και είχαν μέτρια έως σοβαρή νόσο, με βαθμολογία Δείκτη Ενεργότητας ΣΕΛ 2000 (SLEDAI-2K) ≥6 βαθμούς, αξιολόγηση συμμετοχής σε επίπεδο οργάνων με βάση την Ομάδα Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων (BILAG) και βαθμολογία Συνολικής Εκτίμησης Ιατρού [PGA] ≥1, παρά τη λήψη τυπικής θεραπείας ΣΕΛ που αποτελούνταν είτε από ένα είτε από οποιοδήποτε συνδυασμό των από στόματος κορτικοστεροειδών (OCS), ανθελονοσιακών και/ή ανοσοκατασταλτικών κατά την έναρξη. Με εξαίρεση τα OCS (πρεδνιζόνη ή ισοδύναμο), όπου η σταδιακή μείωση ήταν συνιστώσα του πρωτοκόλλου, οι ασθενείς συνέχισαν να λαμβάνουν την υπάρχουσα θεραπεία ΣΕΛ σε σταθερές δόσεις κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Οι ασθενείς, οι οποίοι είχαν σοβαρή ενεργό νεφρίτιδα του λύκου, και οι ασθενείς, οι οποίοι είχαν σοβαρό ενεργό λύκο του κεντρικού νευρικού συστήματος, αποκλείστηκαν. Η χρήση άλλων βιολογικών παραγόντων και κυκλοφωσφαμίδης δεν επιτράπηκε κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Οι ασθενείς που λάμβαναν άλλες βιολογικές θεραπείες απαιτήθηκε να ολοκληρώσουν μια περίοδο απομάκρυνσης φαρμάκου τουλάχιστον 5 χρόνων ημίσειας ζωής πριν από την ένταξη. Και οι δύο μελέτες διεξήχθησαν στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, τη Νότια Αμερική και την Ασία. Οι ασθενείς έλαβαν ανιφρολουμάμπη ή εικονικό φάρμακο, χορηγούμενα μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης κάθε 4 εβδομάδες.
Η Δοκιμή 1 (N=457) και η Δοκιμή 2 (N=362) ήταν παρόμοιες στον σχεδιασμό.
Στη Δοκιμή 1 το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ανταπόκριση του δείκτη ανταπόκρισης ΣΕΛ (SRI-4), που ορίστηκε ότι πληροί καθένα από τα ακόλουθα κριτήρια την Εβδομάδα 52 σε σύγκριση με την έναρξη:
- Μείωση από την έναρξη ≥4 βαθμούς στη βαθμολογία SLEDAI-2K.
- Μη εμφάνιση νέου επηρεαζόμενου οργανικού συστήματος όπως ορίζεται από 1 ή περισσότερα στοιχεία BILAG A ή 2 ή περισσότερα στοιχεία BILAG B σε σύγκριση με την έναρξη.
- Καμία επιδείνωση, από την έναρξη, της ενεργότητας της νόσους του λύκου όπως ορίζεται από αύξηση ≥0,30 βαθμών σε οπτική αναλογική κλίμακα (VAS) PGA 3 βαθμών.
- Καμία χρήση περιορισμένης φαρμακευτικής αγωγής πέρα από τα επιτρεπόμενα από το πρωτόκολλο όρια.
- Καμία διακοπή της θεραπείας.
Στη Δοκιμή 2 το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η ανταπόκριση της Αξιολόγησης Σύνθετου Σημείου του Λύκου της Ομάδας Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων (BICLA) την Εβδομάδα 52 που ορίστηκε ως βελτίωση σε όλους τους τομείς οργάνων με μέτρια ή σοβαρή ενεργότητα κατά την έναρξη:
- Μείωση όλων των τιμών κατά την έναρξη BILAG A σε B/C/D και BILAG B σε C/D και καμία επιδείνωση BILAG σε άλλα οργανικά συστήματα, όπως ορίζεται από ≥1 νέο BILAG A ή ≥2 νέα BILAG B.
- Καμία επιδείνωση από την έναρξη στη βαθμολογία SLEDAI-2K, όπου η επιδείνωση ορίζεται ως μια αύξηση από την έναρξη >0 βαθμών.
- Καμία επιδείνωση από την έναρξη στην ενεργότητα της νόσου του λύκου, όπου η επιδείνωση ορίζεται από μια αύξηση ≥0,30 βαθμών σε οπτική αναλογική κλίμακα (VAS) PGA 3 βαθμών.
- Καμία χρήση περιορισμένης φαρμακευτικής αγωγής πέρα από τα επιτρεπόμενα από το πρωτόκολλο όρια.
- Καμία διακοπή της θεραπείας.
Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας που συμπεριλήφθηκαν και στις δύο μελέτες περιλάμβαναν τη διατήρηση της μείωσης των OCS και του ετήσιου ποσοστού εξάρσεων. Και οι δύο μελέτες αξιολόγησαν την αποτελεσματικότητα της ανιφρολουμάμπης 300 mg έναντι εικονικού φαρμάκου.
Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά των ασθενών ήταν γενικά παρόμοια και στις δύο δοκιμές, η διάμεση ηλικία ήταν 41,3 και 42,1 έτη (εύρος 18-69), το 4,4% και 1,7% ήταν ≥65 ετών, το 92% και 93% ήταν γυναίκες, το 71% και 60% ήταν Λευκοί, το 14% και 12% ήταν Μαύροι/Αφροαμερικάνοι και το 5% και 17% ήταν Ασιάτες στις Δοκιμές 1 και 2, αντίστοιχα. Και στις δύο δοκιμές, το 72% των ασθενών είχαν υψηλή ενεργότητα νόσου (βαθμολογία SLEDAI-2K ≥10). Στις Δοκιμές 1 και 2, αντίστοιχα, 47% και 49% είχαν σοβαρή νόσο (BILAG A) σε τουλάχιστον 1 σύστημα οργάνων και 46% και 47% των ασθενών είχαν μέτρια νόσο (BILAG B) σε τουλάχιστον 2 συστήματα οργάνων. Τα πιο συχνά επηρεαζόμενα συστήματα οργάνων (BILAG A ή B κατά την έναρξη) ήταν του συστήματος του βλεννογόνου (Δοκιμή 1: 87%, Δοκιμή 2: 85%) και του μυοσκελετικού (Δοκιμή 1: 89%, Δοκιμή 2: 88%).
Στις Δοκιμές 1 και 2, το 90% των ασθενών (σε αμφότερες τις δοκιμές) είχαν θετικά αντιπυρηνικά αντισώματα ορού (ANA) και το 45% και 44% είχαν θετικά αντισώματα ορού έναντι της διπλής αλυσίδας του DNA (αντί-dsDNA), το 34% και 40% των ασθενών είχαν χαμηλό C3 και το 21% και 26% είχαν χαμηλό C4.
Η συγχορηγούμενη συνήθη φαρμακευτική θεραπεία κατά την έναρξη περιλάμβανε από στόματος κορτικοστεροειδή (Δοκιμή 1: 83%, Δοκιμή 2: 81%), ανθελονοσιακά (Δοκιμή 1: 73%, Δοκιμή 2: 70%) και ανοσοκατασταλτικά (Δοκιμή 1: 47%, Δοκιμή 2: 48%, συμπεριλαμβανομένης της αζαθειοπρίνης, της μεθοτρεξάτης, της μυκοφαινολάτης και της μιζοριμπίνης). Για εκείνους τους ασθενείς που έλαβαν OCS (πρεδνιζόνη ή ισοδύναμο) κατά την έναρξη, η μέση ημερήσια δόση ήταν 12,3 mg στη Δοκιμή 1 και 10,7 mg στη Δοκιμή 2. Κατά τις Εβδομάδες 8-40, οι ασθενείς με OCS ≥10 mg/ημέρα κατά την έναρξη απαιτήθηκε να μειώσουν σταδιακά τη δόση OCS τους σε ≤7,5 mg/ημέρα, εκτός εάν υπήρχε επιδείνωση της ενεργότητας της νόσου.
Για την ανταπόκριση BICLA και SRI(4), οι ασθενείς που αποσύρθηκαν από τη θεραπεία πριν από την Εβδομάδα 52 θεωρήθηκαν ως μη ανταποκρινόμενοι. Στη Δοκιμή 1 και 2 αντίστοιχα, 35 (19%) και 27 (15%) ασθενείς που έλαβαν ανιφρολουμάμπη και 38 (21%) και 52 (29%) ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο αποσύρθηκαν από τη θεραπεία πριν από την Εβδομάδα 52. Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στον Πίνακα 2.
Πίνακας 2 Δεδομένα αποτελεσματικότητας σε ενήλικες με ΣΕΛ στη Δοκιμή 1 και στη Δοκιμή 2
| Δοκιμή 1 | Δοκιμή 2 | |||
|---|---|---|---|---|
| Ανιφρολουμάμπη 300 mg | Εικονικό φάρμακο | Ανιφρολουμάμπη 300 mg | Εικονικό φάρμακο | |
| Ανταπόκριση BICLA την Εβδομάδα 52* | ||||
| Ποσοστό Ανταποκρινόμενων,% (n/N) | 47,1 (85/180) | 30,2 (55/184) | 47,8 (86/180) | 31,5 (57/182) |
| Διαφορά% (95% CI) | 17,0 (7,2, 26,8) | 16,3 (6,3, 26,3) | ||
| Συνιστώσα της ανταπόκρισης κατά BICLA: | ||||
| Βελτίωση κατά BILAG, n (%) † | 85 (47,2) | 58 (31,5) | 88 (48,9) | 59 (32,4) |
| Καμία επιδείνωση της SLEDAI-2K, n (%) † | 121 (67,2) | 104 (56,5) | 122 (67,8) | 94 (51,6) |
| Καμία επιδείνωση της PGA, n (%) † | 117 (65,0) | 105 (57,1) | 122 (67,8) | 95 (52,2) |
| Καμία διακοπή της θεραπείας, n (%) | 145 (80,6) | 146 (79,3) | 153 (85,0) | 130 (71,4) |
| Καμία χρήση περιορισμένης φαρμακευτικής αγωγής πέραν του επιτρεπόμενου από το πρωτόκολλο ορίου, n (%) | 140 (77,8) | 128 (69,6) | 144 (80,0) | 123 (67,6) |
| Ανταπόκριση SRI-4 την Εβδομάδα 52* | ||||
| Ποσοστό Ανταποκρινόμενων,% (n/N) † | 49,0 (88/180) | 43,0 (79/184) | 55,5 (100/180) | 37,3 (68/182) |
| Διαφορά% (95% CI) | 6,0 (-4,2, 16,2) | 18,2 (8,1, 28,3) | ||
| Παρατεταμένη μείωση των OCS | ||||
| Ποσοστό Ανταποκρινόμενων,% (n/N) ‡ | 49,7 (51/103) | 33,1 (34/102) | 51,5 (45/87) | 30,2 (25/83) |
| Διαφορά% (95% CI) | 16,6 (3,4, 29,8) | 21,2 (6,8, 35,7) | ||
| Ποσοστό εξάρσεων | ||||
| Ετήσια εκτίμηση ποσοστού εξάρσεων, (95% CI) | 0,57 (0,43, 0,76) | 0,68 (0,52, 0,90) | 0,43 (0,31, 0,59) | 0,64 (0,47, 0,86) |
| Εκτίμηση λόγου ποσοστού (95% CI) | 0,83 (0,61, 1,15) | 0,67 (0,48, 0,94) |
BICLA: Αξιολόγηση Σύνθετου Σημείου του Λύκου της Ομάδας Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων, BILAG: Ομάδα Εκτίμησης Λύκου των Βρετανικών Νήσων, PGA: Συνολική Εκτίμηση Ιατρού, SLEDAI-2K: Δείκτης Ενεργότητας Νόσου στον Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο 2000, SRI-4: Δείκτης Ανταπόκρισης ΣΕΛ. Όλοι οι ασθενείς έλαβαν συνήθη θεραπεία.
- Η BICLA και ο SRI(4) βασίζονται στη σύνθετη εκτίμηση όπου η διακοπή της θεραπείας ή η χρήση περιορισμένης φαρμακευτικής αγωγής είναι μέρος των κριτηρίων ανταπόκρισης. † Οι ασθενείς που διέκοψαν τη θεραπεία ή χρησιμοποίησαν περιορισμένη φαρμακευτική αγωγή πέραν του επιτρεπόμενου από το πρωτόκολλο ορίου θεωρούνται μη ανταποκρινόμενοι. ‡ Υποομάδα ασθενών με OCS ≥10 mg/ημέρα κατά την έναρξη. Οι ανταποκρινόμενοι ορίστηκαν ως ασθενείς με μείωση των OCS σε ≤7,5 mg/ημέρα την Εβδομάδα 40 που διατηρήθηκε έως την Εβδομάδα 52.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με την ανιφρολουμάμπη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SAPHNELO
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική (ΦK) της ανιφρολουμάμπης μελετήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με ΣΕΛ μετά από ενδοφλέβιες δόσεις που κυμαίνονταν από 100 έως 1.000 mg μία φορά κάθε 4 εβδομάδες και σε υγιείς εθελοντές μετά από μία εφάπαξ δόση.
Η ανιφρολουμάμπη εμφανίζει μη γραμμική ΦΚ στο εύρος δόσεων από 100 mg έως 1.000 mg. Η ΦΚ έκθεση μειώθηκε ταχύτερα σε δόσεις χαμηλότερες από 300 mg κάθε 4 εβδομάδες (η συνιστώμενη δόση).
Απορρόφηση
Η ανιφρολουμάμπη χορηγείται με ενδοφλέβια έγχυση.
Κατανομή
Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, οι εκτιμώμενοι κεντρικοί και περιφερικοί όγκοι κατανομής για την ανιφρολουμάμπη ήταν 2,93 l (με 26,9% δια-ατομική μεταβλητότητα) και 3,3 l, αντίστοιχα για έναν ασθενή 69,1 kg.
Βιομετασχηματισμός
H ανιφρολουμάμπη είναι μια πρωτεΐνη, ως εκ τούτου, δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες μεταβολισμού. Η ανιφρολουμάμπη αποβάλλεται μέσω της οδού αποβολής που διαμεσολαβείται από τον υποδοχέα στόχο IFNAR και το δικτυοενδοθηλιακό σύστημα, όπου η ανιφρολουμάμπη αναμένεται να αποδομηθεί, σε μικρά πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα από πρωτεολυτικά ένζυμα που κατανέμονται ευρέως στο σώμα.
Αποβολή
Λόγω του κορεσμού της διαμεσολαβούμενης από τον IFNAR1 κάθαρσης σε υψηλότερες δόσεις, οι αυξήσεις έκθεσης είναι μεγαλύτερες από ανάλογες δόσεις.
Από τη μοντελοποίηση της ΦΚ πληθυσμού, η εκτιμώμενη τυπική συστηματική κάθαρση (CL) ήταν 0,193 l/ημέρα με 33,0% συντελεστή διακύμανσης δια-ατομική μεταβλητότητα. Η διάμεση CL μειώνεται αργά με τον χρόνο, με μείωση 8,4% μετά από 1 έτος θεραπείας.
Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν κάτω από το όριο ανίχνευσης στην πλειοψηφία (95%) των ασθενών περίπου 16 εβδομάδες μετά την τελευταία δόση της ανιφρολουμάμπης, όταν είχε χορηγηθεί δόση ανιφρολουμάμπης επί έναν χρόνο.
Ειδικοί πληθυσμοί
Δεν υπήρχε κλινικά σημαντική διαφορά στη συστημική κάθαρση με βάση την ηλικία, τη φυλή, την εθνικότητα, την περιοχή, το φύλο, την κατάσταση IFN ή το σωματικό βάρος που να απαιτεί προσαρμογή της δόσης.
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)
Με βάση τη ΦΚ ανάλυση πληθυσμού, η ηλικία (εύρος 18 έως 69 ετών) δεν επηρέασε την κάθαρση της ανιφρολουμάμπης˙ το σύνολο ΦΚ δεδομένων του πληθυσμού περιλάμβανε 20 (3%) ασθενείς ηλικίας ≥65 ετών.
Νεφρική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές κλινικές μελέτες για τη διερεύνηση της επίδρασης της νεφρικής δυσλειτουργίας στην ανιφρολουμάμπη. Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις πληθυσμού, η κάθαρση της ανιφρολουμάμπης ήταν συγκρίσιμη σε ασθενείς με ΣΕΛ με ήπια (60-89 ml/min/1,73 m2) και μέτρια μείωση στον εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης eGFR (30-59 ml/min/1,73 m2) και σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (≥90 ml/min/1,73 m2). Ασθενείς με ΣΕΛ με σοβαρή μείωση στον eGFR ή νεφρική νόσο τελικού σταδίου (<30 ml/min/1,73 m2) αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές, η ανιφρολουμάμπη δεν εκκαθαρίζεται νεφρικά.
Ασθενείς με λόγο πρωτεΐνης/κρεατινίνης ούρων (UPCR) >2 mg/mg αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις, ο αυξημένος λόγος πρωτεΐνης/κρεατινίνης ούρων (UPCR) δεν επηρέασε σημαντικά την κάθαρση της ανιφρολουμάμπης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές κλινικές μελέτες για τη διερεύνηση της επίδρασης της ηπατικής δυσλειτουργίας στην ανιφρολουμάμπη. Ως μονοκλωνικό αντίσωμα IgG1, η ανιφρολουμάμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω καταβολισμού και δεν αναμένεται να υφίσταται μεταβολισμό μέσω ηπατικών ενζύμων, ως εκ τούτου, τέτοιες μεταβολές στην ηπατική λειτουργία είναι απίθανο να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην αποβολή της ανιφρολουμάμπης. Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις πληθυσμού, οι δείκτες ηπατικής λειτουργίας κατά την έναρξη (αμινοτρανσφεράση της αλανίνης (ALT) και ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) ≤2,0 × ULN και ολική χολερυθρίνη) δεν είχαν κλινικά σημαντική επίδραση στην κάθαρση της ανιφρολουμάμπης.
Αλληλεπιδράσεις
Με βάση τις ΦΚ αναλύσεις πληθυσμού, η ταυτόχρονη χρήση από στόματος κορτικοστεροειδών, ανθελονοσιακών, ανοσοκατασταλτικών (συμπεριλαμβανομένων της αζαθειοπρίνης, της μεθοτρεξάτης, της μυκοφαινολάτης και της μιζοριμπίνης), ΜΣΑΦ, αναστολέων ΜΕΑ, αναστολέων της αναγωγάσης HMG-CoA δεν επηρέασαν σημαντικά τη ΦΚ της ανιφρολουμάμπης.