Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01FX18 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

AMIVANTAMAB

Αμιβανταμάμπη

Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.

Chemical structure of AMIVANTAMAB

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Επιμελημένο
medication
SPC-RYBREVANT

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
Εβδομαδιαία για τις πρώτες 4 εβδομάδες, μετά κάθε 2 εβδομάδες από την Εβδομάδα 5 και εφεξής.
Δόση έναρξης:
1.050 mg (για ασθενείς < 80 kg) ή 1.400 mg (για ασθενείς ≥ 80 kg)
Τιτλοποίηση:
Η χορήγηση της δόσης διακόπτεται για ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού 3 ή 4 μέχρι την αποδρομή σε ≤ Βαθμού 1 ή στα αρχικά επίπεδα. Εάν η διακοπή διαρκέσει > 7 ημέρες, επανέναρξη σε μειωμένη δόση σύμφωνα με τον Πίνακα 3. Για σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις (IRRs) Βαθμού 1-3, επανέναρξη της έγχυσης στο 50% του προηγούμενου ρυθμού μετά την αποκατάσταση των συμπτωμάτων. Για υποτροπιάζουσα IRR Βαθμού 3 ή Βαθμού 4, διακόψτε οριστικά. Για αντιδράσεις δέρματος/ονύχων Βαθμού 2 που δεν βελτιώνονται σε 2 εβδομάδες, εξετάστε μείωση της δόσης. Για αντιδράσεις δέρματος/ονύχων Βαθμού 3, διακόψτε μέχρι βελτίωσης σε ≤ Βαθμού 2, μετά επανέναρξη σε μειωμένη δόση. Για δερματικές αντιδράσεις Βαθμού 4, διακόψτε οριστικά. Για διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) ή ILD-όμοιες ανεπιθύμητες ενέργειες, διακόψτε οριστικά.
  • Ενήλικες
    Δόση1.050 mg (για ασθενείς < 80 kg) ή 1.400 mg (για ασθενείς ≥ 80 kg)
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Δεν υπάρχει σχετική χρήση του amivantamab στον παιδιατρικό πληθυσμό για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (ήπια ή μέτρια)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (σοβαρή)
    Απαιτείται προσοχή. Το amivantamab δεν έχει μελετηθεί σε αυτόν τον πληθυσμό. Εάν ξεκινήσει η θεραπεία, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες με τροποποιήσεις της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια)
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (μέτρια ή σοβαρή)
    Απαιτείται προσοχή. Το amivantamab δεν έχει μελετηθεί σε αυτόν τον πληθυσμό. Εάν ξεκινήσει η θεραπεία, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες με τροποποιήσεις της δόσης.
warning
SPC-RYBREVANT

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ιχνηλασιμότητα βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων
    Το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
  • Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις (IRRs)
    Βαθμού 3, Βαθμού 4
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Πριν από την αρχική έγχυση (Εβδομάδα 1), χορήγηση αντιισταμινικών, αντιπυρετικών και γλυκοκορτικοειδών. Για επόμενες δόσεις, χορήγηση αντιισταμινικών και αντιπυρετικών. Η αρχική έγχυση πρέπει να χορηγείται σε διαιρεμένες δόσεις την Εβδομάδα 1, Ημέρες 1 και 2. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν θεραπεία σε περιβάλλον με κατάλληλη ιατρική υποστήριξη. Διακοπή εγχύσεων με το πρώτο σημείο IRRs οποιασδήποτε βαρύτητας και χορήγηση φαρμακευτικών προϊόντων μετά την έγχυση. Μετά την αποδρομή συμπτωμάτων, επανεκκίνηση έγχυσης στο 50% του προηγούμενου ρυθμού. Οριστική διακοπή για υποτροπιάζουσες IRRs βαθμού 3 ή IRRs Βαθμού 4 (βλ. Δοσολογία).
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) ή ομοιάζουσες με την ILD ανεπιθύμητες ενέργειες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Παρακολούθηση για συμπτώματα ενδεικτικά ILD/πνευμονίτιδας (π.χ. δύσπνοια, βήχας, πυρετός). Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, διακοπή θεραπείας με Rybrevant για όσο διάστημα εκκρεμεί η διερεύνηση. Αξιολόγηση πιθανολογούμενης ILD και έναρξη κατάλληλης θεραπείας. Οριστική διακοπή σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη ILD (βλ. Δοσολογία).
  • Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων
    Βαθμού 2, Βαθμού 3
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Περιορισμός έκθεσης στον ήλιο κατά τη διάρκεια και για 2 μήνες μετά τη θεραπεία. Χρήση προστατευτικών ρούχων και αντηλιακού ευρέος φάσματος UVA/UVB. Για ξηρές περιοχές, συνιστάται μαλακτική κρέμα χωρίς οινόπνευμα. Για δερματικές αντιδράσεις, χορήγηση τοπικών κορτικοστεροειδών και τοπικών/από στόματος αντιβιοτικών. Για συμβάντα Βαθμού 3 ή μη επαρκώς ανεκτά συμβάντα Βαθμού 2, χορήγηση συστηματικών αντιβιοτικών και από στόματος στεροειδών. Παραπομπή σε δερματολόγο για σοβαρό εξάνθημα άτυπης εμφάνισης/κατανομής ή χωρίς βελτίωση εντός 2 εβδομάδων. Μείωση δόσης, προσωρινή διακοπή ή οριστική διακοπή του Rybrevant, με βάση τη βαρύτητα (βλ. Δοσολογία).
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN)
    Διακοπή θεραπείας με το φαρμακευτικό προϊόν εάν επιβεβαιωθεί TEN.
  • Οφθαλμικές διαταραχές
    Βαθμού 3, Βαθμού 4
    ΠληθυσμόςΑσθενείς
    Παραπομπή σε οφθαλμίατρο και διακοπή χρήσης φακών επαφής για ασθενείς με επιδεινούμενα οφθαλμικά συμπτώματα. Τροποποιήσεις δόσης για διαταραχές Βαθμού 3 ή 4 (βλ. Δοσολογία).
  • Περιεκτικότητα σε νάτριο
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενο νάτριο
    Λήψη υπόψη της περιεκτικότητας σε νάτριο (λιγότερο από 1 mmol ανά δόση) κατά την αραίωση σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου.
swap_horiz
SPC-RYBREVANT

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Ζώντα ή ζώντα εξασθενημένα εμβόλια
    προσοχή
    Επίδραση στην αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολιασμών
    ΣύστασηΑποφεύγετε τη χρήση ζώντων ή ζώντων εξασθενημένων εμβολίων ενόσω οι ασθενείς λαμβάνουν amivantamab.
sick
SPC-RYBREVANT

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπολευκωματιναιμία (λευκωματίνη αίματος μειωμένη, υπολευκωματιναιμία)
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
  • Υπασβεστιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη (ζάλη, ζάλη προσπάθειας, ίλιγγος)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Έκπτωση της όρασης (όραση θαμπή, οπτική οξύτητα μειωμένη, έκπτωση της όρασης)
  • Ανάπτυξη των βλεφαρίδων (ανάπτυξη των βλεφαρίδων, τριχομεγαλία)
  • Άλλες οφθαλμικές διαταραχές (βλεφαρίτιδα, υπεραιμία του επιπεφυκότα, ερεθισμός του κερατοειδούς, ξηροφθαλμία, επισκληρίτιδα, οφθαλμική διαταραχή, κνησμός του οφθαλμού, μη μολυσματική επιπεφυκίτιδα, υπεραιμία του οφθαλμού)
Οφθαλμικές
  • Κερατίτιδα
  • Ραγοειδίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια (διάμεση πνευμονοπάθεια, πνευμονίτιδα)
Γαστρεντερικό
  • Διάρροια
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Στοματίτιδα (αφθώδες έλκος, χειλίτιδα, γλωσσίτιδα, εξέλκωση των χειλέων, εξέλκωση του στόματος, φλεγμονή βλεννογόνου, στοματίτιδα)
  • Κοιλιακό άλγος (κοιλιακή δυσφορία, κοιλιακό άλγος, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, επιγαστρική δυσφορία, γαστρεντερικό άλγος)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα (ακμή, δερματίτιδα, δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή, ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα, θυλακίτιδα, μολυσματικό κηρίο, σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας, περινεϊκό εξάνθημα, περιστοματική δερματίτιδα, φλύκταινα, εξάνθημα, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα βλατιδώδες, εξάνθημα κνησμώδες, εξάνθημα φλυκταινώδες, εξάνθημα φυσαλιδώδες, αποφολίδωση δέρματος, βλάβη δέρματος)
  • Τοξικότητα των ονύχων (είσφρυση όνυχος, λοίμωξη της κοίτης των ονύχων, ρωγμές των παρονυχίων, διαταραχή των ονύχων, αύλακες των ονύχων, ρήξη όνυχα, ονυχόλυση, παρωνυχία)
  • Ξηροδερμία (ξηροδερμία, έκζεμα, έκζεμα χωρίς σμηγματογόνο έκκριση, ρωγμές δέρματος, ξηρόδερμα)
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Μυοσκελετικό
  • Μυαλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Οίδημα (οίδημα του οφθαλμού, οίδημα βλεφάρου, οίδημα προσώπου, γενικευμένο οίδημα, εντοπισμένο οίδημα, οίδημα, οίδημα περιφερικό, περικογχικό οίδημα, περικογχική διόγκωση, περιφερική διόγκωση, διόγκωση προσώπου)
  • Κόπωση (εξασθένιση, κόπωση)
Γενικές
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Πολύ συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Κόπωση
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Ξηροδερμία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Οίδημα
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Στοματίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Τοξικότητα ονύχων
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Υπασβεστιαιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Υπολευκωματιναιμία
    Μεταβολισμός
    Πολύ συχνές
  • Άλλες οφθαλμικές διαταραχές
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Έκπτωση όρασης
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Ανάπτυξη βλεφαρίδων
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Διάμεση πνευμονοπάθεια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Κερατίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Ραγοειδίτιδα
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
    Δέρμα
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-RYBREVANT

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Αντισύλληψη
    Χρήση αποτελεσματικής αντισύλληψης
    Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και για 3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με amivantamab.
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο. Μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται εκτός αν το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων για το έμβρυο. Αν η ασθενής μείνει έγκυος, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
  • Θηλασμός
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν το amivantamab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
    Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του amivantamab στην ανθρώπινη γονιμότητα. Οι επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα δεν έχουν αξιολογηθεί σε μελέτες σε ζώα.
neurology
SPC-RYBREVANT

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μονοκλωνικά αντισώματα και συζεύγματα αντισώματος‑φαρμάκου, κωδικός ATC: L01FX18. ### Μηχανισμός δράσης Το amivantamab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο, διειδικό για EGFR-MET, χαμηλής περιεκτικότητας σε φουκόζη, με βάση την IgG1…
monitor_heart
SPC-RYBREVANT

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μονοκλωνικά αντισώματα και συζεύγματα αντισώματος‑φαρμάκου, κωδικός ATC: L01FX18. ### Μηχανισμός δράσης Το amivantamab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο, διειδικό για EGFR-MET, χαμηλής περιεκτικότητας σε φουκόζη, με βάση την IgG1…
biotech
SPC-RYBREVANT

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου για το amivantamab (AUC1 week) αυξάνεται αναλογικά για το εύρος δόσεων από 350 έως 1.750 mg. Μετά από χορήγηση του Rybrevant στη συνιστώμενη δόση και σχήμα, η μέση AUC1 week στον ορό ήταν περίπου 2,9 φορές…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Κλινική παρακολούθηση (συμπτώματα ILD/πνευμονίτιδας) pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία Λήψη amivantamab
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-RYBREVANT
expand_more

Η θεραπεία με Rybrevant θα πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από ιατρό με εμπειρία στη χρήση αντικαρκινικών φαρμακευτικών προϊόντων. Το Rybrevant θα πρέπει να χορηγείται από επαγγελματία υγείας με πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική υποστήριξη για την αντιμετώπιση των σχετιζόμενων με την έγχυση αντιδράσεων (IRRs), εφόσον εμφανιστούν. Πριν την έναρξη της θεραπείας με Rybrevant, πρέπει να έχει τεκμηριωθεί ο θετικός προσδιορισμός της κατάστασης της μετάλλαξης ένθεσης στο Εξώνιο 20 του EGFR με τη χρήση επικυρωμένης μεθόδου ελέγχου (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Θα πρέπει να χορηγούνται προκαταρκτικές φαρμακευτικές αγωγές για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης IRRs με το Rybrevant (βλ. παρακάτω «Τροποποιήσεις της δόσης» και «Συνιστώμενα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα»).

Η συνιστώμενη δόση του Rybrevant δίνεται στον Πίνακα 1 και το δοσολογικό σχήμα δίνεται στον Πίνακα 2 (βλ. παρακάτω «Ρυθμοί έγχυσης»).

Πίνακας 1: Συνιστώμενη δόση του Rybrevant

Σωματικό βάρος του ασθενούς (κατά την έναρξη*) Συνιστώμενη δόση
Μικρότερο από 80 kg 1.050 mg
Μεγαλύτερο ή ίσο με 80 kg 1.400 mg

*Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης για επακόλουθες μεταβολές του σωματικού βάρους

Πίνακας 2: Δοσολογικό σχήμα για το Rybrevant

Εβδομάδες Σχήμα
Εβδομάδες 1 έως 4 Εβδομαδιαία (συνολικά 4 δόσεις)
Εβδομάδα 5 και εφεξής Κάθε 2 εβδομάδες ξεκινώντας από την Εβδομάδα 5

Διάρκεια θεραπείας Συνιστάται οι ασθενείς να λαμβάνουν θεραπεία με Rybrevant έως την πρόοδο της νόσου ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας.

Παραλειφθείσα δόση Σε περίπτωση παράλειψης μιας προγραμματισμένης δόσης, η δόση θα πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατό και το δοσολογικό σχήμα θα πρέπει να προσαρμοστεί ανάλογα, διατηρώντας το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των θεραπειών.

Τροποποιήσεις της δόσης Η χορήγηση της δόσης θα πρέπει να διακόπτεται για ανεπιθύμητες ενέργειες Βαθμού 3 ή 4 μέχρι την αποδρομή της ανεπιθύμητης ενέργειας σε ≤ Βαθμού 1 ή στα αρχικά επίπεδα. Εάν μία διακοπή διαρκέσει 7 ημέρες ή λιγότερο, ξεκινήστε εκ νέου στην τρέχουσα δόση. Εάν μία διακοπή διαρκέσει περισσότερο από 7 ημέρες, συνιστάται επανέναρξη σε μειωμένη δόση, όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 3. Βλέπε επίσης τις συγκεκριμένες τροποποιήσεις της δόσης για συγκεκριμένες ανεπιθύμητες ενέργειες, κάτω από τον Πίνακα 3.

Πίνακας 3: Συνιστώμενες τροποποιήσεις της δόσης λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών

Σωματικό βάρος (κατά την έναρξη) Αρχική δόση 1η τροποποίηση δόσης 2η τροποποίηση δόσης 3η τροποποίηση δόσης
Μικρότερο από 80 kg 1.050 mg 700 mg 350 mg Διακόψτε το Rybrevant
Μεγαλύτερο ή ίσο με 80 kg 1.400 mg 1.050 mg 700 mg Διακόψτε το Rybrevant

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις Διακόψτε την έγχυση με το πρώτο σημείο IRRs. Πρόσθετα υποστηρικτικά φαρμακευτικά προϊόντα (π.χ. πρόσθετα γλυκοκορτικοειδή, αντιισταμινικά, αντιπυρετικά και αντιεμετικά) θα πρέπει να χορηγούνται ως ενδείκνυται κλινικά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

  • Βαθμού 1-3 (ήπια-σοβαρή): Μετά την αποκατάσταση των συμπτωμάτων, ξεκινήστε εκ νέου την έγχυση στο 50% του προηγούμενου ρυθμού. Εάν δεν υπάρχουν πρόσθετα συμπτώματα, ο ρυθμός μπορεί να αυξηθεί σύμφωνα με τον συνιστώμενο ρυθμό έγχυσης (βλέπε Πίνακα 5). Στην επόμενη δόση θα πρέπει να χορηγηθούν συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα (βλ. Πίνακα 4).
  • Υποτροπιάζουσα Βαθμού 3 ή Βαθμού 4 (απειλητική για τη ζωή): Διακόψτε οριστικά το Rybrevant.

Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων Εάν ο ασθενής εμφανίσει μία αντίδραση του δέρματος ή των ονύχων Βαθμού 2, θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα. Εάν δεν υπάρξει βελτίωση μετά από 2 εβδομάδες, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης (βλ. Πίνακα 3). Εάν ο ασθενής εμφανίσει μία αντίδραση του δέρματος ή των ονύχων Βαθμού 3, θα πρέπει να ξεκινήσει υποστηρικτική φροντίδα και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Rybrevant μέχρι να βελτιωθεί η ανεπιθύμητη ενέργεια. Μετά την αποκατάσταση της αντίδρασης του δέρματος ή των ονύχων σε ≤ Βαθμού 2, Rybrevant θα πρέπει να ξεκινά εκ νέου σε μειωμένη δόση. Εάν ο ασθενής εμφανίσει δερματικές αντιδράσεις Βαθμού 4 (συμπεριλαμβανομένης της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (ΤΕΝ)), διακόψτε οριστικά το Rybrevant (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Διάμεση πνευμονοπάθεια Εάν ο ασθενής εμφανίσει διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) ή ανεπιθύμητες ενέργειες που προσομοιάζουν με ILD (π.χ., πνευμονίτιδα), διακόψτε οριστικά το Rybrevant (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Συνιστώμενα συγχορηγούμενα φαρμακευτικά προϊόντα Πριν από την έγχυση (Εβδομάδα 1, Ημέρες 1 και 2), θα πρέπει να χορηγούνται αντιισταμινικά, αντιπυρετικά και γλυκοκορτικοειδή, για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης IRRs (βλ. Πίνακα 4). Για τις επόμενες δόσεις, είναι απαραίτητο να χορηγηθούν αντιισταμινικά και αντιπυρετικά. Αντιεμετικά θα πρέπει να χορηγούνται όπως απαιτείται.

Πίνακας 4: Δοσολογικό σχήμα των προκαταρκτικών θεραπευτικών αγωγών

Συνιστώμενο περιθώριο χορήγησης πριν από τη χορήγηση του Rybrevant Προκαταρκτική θεραπευτική αγωγή Δόση Οδός χορήγησης
15 έως 30 λεπτά Αντιισταμινικό* Διφαινυδραμίνη (25 έως 50 mg) Ενδοφλεβίως
30 έως 60 λεπτά ή ισοδύναμο Από στόματος
15 έως 30 λεπτά Αντιπυρετικό* Παρακεταμόλη/Ακεταμινοφαίνη (650 έως 1.000 mg) Ενδοφλεβίως
30 έως 60 λεπτά Από στόματος
45 έως 60 λεπτά Γλυκοκορτικοειδές‡ Δεξαμεθαζόνη (10 mg) ή μεθυλοπρεδνιζολόνη (40 mg) ή ισοδύναμο Ενδοφλεβίως
  • Απαιτείται σε όλες τις δόσεις. ‡ Απαιτείται στην αρχική δόση (Εβδομάδα 1, Ημέρες 1 και 2), προαιρετικό για τις επόμενες δόσεις.

Ειδικοί πληθυσμοί

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχει σχετική χρήση του amivantamab στον παιδιατρικό πληθυσμό για τη θεραπεία του μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα.

Ηλικιωμένοι Δεν απαιτούνται προσαρμογές της δόσης (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες, Φαρμακοδυναμικές και Φαρμακοκινητικές).

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες του amivantamab σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Με βάση αναλύσεις φαρμακοκινητικής (ΦΚ) πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, καθώς το amivantamab δεν έχει μελετηθεί σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Εάν ξεκινήσει η θεραπεία, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες με τροποποιήσεις της δόσης σύμφωνα με τις παραπάνω συστάσεις.

Ηπατική δυσλειτουργία Δεν έχουν διεξαχθεί επίσημες μελέτες του amivantamab σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Με βάση αναλύσεις ΦΚ πληθυσμού, δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία. Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, καθώς το amivantamab δεν έχει μελετηθεί σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Εάν ξεκινήσει η θεραπεία, οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες με τροποποιήσεις της δόσης σύμφωνα με τις παραπάνω συστάσεις.

Τρόπος χορήγησης Το Rybrevant προορίζεται για ενδοφλέβια χρήση. Χορηγείται ως ενδοφλέβια έγχυση μετά από αραίωση με αποστειρωμένο ενέσιμο διάλυμα γλυκόζης 5% ή χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Το Rybrevant πρέπει να χορηγείται με διήθηση εντός της γραμμής. Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.

Ρυθμοί έγχυσης Μετά την αραίωση, η έγχυση θα πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως με τους ρυθμούς έγχυσης που παρουσιάζονται στον Πίνακα 5 παρακάτω. Λόγω της συχνότητας των IRRs κατά την πρώτη δόση, το amivantamab θα πρέπει να εγχύεται μέσω μίας περιφερικής φλέβας την Εβδομάδα 1 και την Εβδομάδα 2. Έγχυση μέσω κεντρικής γραμμής μπορεί να χορηγηθεί κατά τις επόμενες εβδομάδες, όταν ο κίνδυνος IRR είναι χαμηλότερος (βλ. παράγραφο 6.6). Όσον αφορά την πρώτη δόση, συνιστάται η προετοιμασία της να γίνεται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στη χορήγηση, ώστε να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα ολοκλήρωσης της έγχυσης σε περίπτωση μιας IRR.

Πίνακας 5: Ρυθμοί έγχυσης για τη χορήγηση του Rybrevant

Δόση των 1.050 mg

Εβδομάδα Δόση (ανά ασκό των 250 ml) Αρχικός ρυθμός έγχυσης Επακόλουθος ρυθμός έγχυσης‡
Εβδομάδα 1 (έγχυση διαιρεμένης δόσης)
Εβδομάδα 1 Ημέρα 1 350 mg 50 ml/ώρα 75 ml/ώρα
Εβδομάδα 1 Ημέρα 2 700 mg 50 ml/ώρα 75 ml/ώρα
Εβδομάδα 2 1.050 mg 85 ml/ώρα
Επόμενες εβδομάδες* 1.050 mg 125 ml/ώρα

Δόση των 1.400 mg

Εβδομάδα Δόση (ανά ασκό των 250 ml) Αρχικός ρυθμός έγχυσης Επακόλουθος ρυθμός έγχυσης‡
Εβδομάδα 1 (έγχυση διαιρεμένης δόσης)
Εβδομάδα 1 Ημέρα 1 350 mg 50 ml/ώρα 75 ml/ώρα
Εβδομάδα 1 Ημέρα 2 1.050 mg 35 ml/ώρα 50 ml/ώρα
Εβδομάδα 2 1.400 mg 65 ml/ώρα
Εβδομάδα 3 1.400 mg 85 ml/ώρα
Επόμενες εβδομάδες* 1.400 mg 125 ml/ώρα
  • Μετά την Εβδομάδα 5, η χορήγηση των δόσεων στους ασθενείς γίνεται κάθε 2 εβδομάδες. ‡ Αυξήστε τον αρχικό ρυθμό έγχυσης στον επακόλουθο ρυθμό έγχυσης μετά από 2 ώρες, απουσία IRRs.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-RYBREVANT
expand_more

Ιχνηλασιμότητα

Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις παρουσιάστηκαν συχνά στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με amivantamab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Πριν από την αρχική έγχυση (Εβδομάδα 1), θα πρέπει να χορηγηθούν αντιισταμινικά, αντιπυρετικά και γλυκοκορτικοειδή, για τη μείωση του κινδύνου IRRs. Για τις επόμενες δόσεις, θα πρέπει να χορηγηθούν αντιισταμινικά και αντιπυρετικά. Η αρχική έγχυση θα πρέπει να χορηγηθεί σε διαιρεμένες δόσεις την Εβδομάδα 1, τις Ημέρες 1 και 2. Οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία σε περιβάλλον με κατάλληλη ιατρική υποστήριξη για την αντιμετώπιση των IRRs. Οι εγχύσεις θα πρέπει να διακόπτονται με το πρώτο σημείο IRRs οποιασδήποτε βαρύτητας και θα πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα μετά την έγχυση ως ενδείκνυται κλινικά. Μετά την αποδρομή των συμπτωμάτων, η έγχυση θα πρέπει να ξεκινήσει εκ νέου στο 50% του προηγούμενου ρυθμού. Για υποτροπιάζουσες IRRs βαθμού 3 ή IRRs Βαθμού 4, το Rybrevant θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά (βλ. Δοσολογία).

Διάμεση πνευμονοπάθεια

Διάμεση πνευμονοπάθεια (ILD) ή ομοιάζουσες με την ILD ανεπιθύμητες ενέργειες (π.χ. πνευμονίτιδα) έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με amivantamab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα ενδεικτικά ILD/πνευμονίτιδας (π.χ. δύσπνοια, βήχας, πυρετός). Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, η θεραπεία με Rybrevant θα πρέπει να διακοπεί για όσο διάστημα εκκρεμεί η διερεύνηση αυτών των συμπτωμάτων. Η πιθανολογούμενη ILD θα πρέπει να αξιολογείται και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία, ως απαιτείται. Το Rybrevant θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη ILD (βλ. Δοσολογία).

Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων

Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης δερματίτιδας ομοιάζουσας με ακμή), κνησμός και ξηροδερμία παρουσιάστηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με amivantamab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στους ασθενείς πρέπει να δίνεται η οδηγία να περιορίζουν την έκθεσή τους στον ήλιο κατά τη διάρκεια και για 2 μήνες μετά τη θεραπεία με Rybrevant. Συνιστάται η χρήση προστατευτικών ρούχων και αντηλιακού ευρέος φάσματος UVA/UVB. Για τις ξηρές περιοχές συνιστάται μαλακτική κρέμα χωρίς οινόπνευμα. Εάν εμφανιστούν δερματικές αντιδράσεις, θα πρέπει να χορηγηθούν τοπικά κορτικοστεροειδή και τοπικά και/ή από στόματος αντιβιοτικά. Για συμβάντα Βαθμού 3 ή μη επαρκώς ανεκτά συμβάντα Βαθμού 2, θα πρέπει επίσης να χορηγηθούν συστηματικά αντιβιοτικά και από στόματος στεροειδή. Οι ασθενείς που προσέρχονται με σοβαρό εξάνθημα το οποίο έχει άτυπη εμφάνιση ή κατανομή ή δεν εμφανίζουν βελτίωση εντός 2 εβδομάδων θα πρέπει να παραπέμπονται αμέσως σε δερματολόγο. Θα πρέπει να γίνει μείωση της δόσης, προσωρινή διακοπή ή οριστική διακοπή του Rybrevant, με βάση τη βαρύτητα (βλ. Δοσολογία). Έχει αναφερθεί τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN). Η θεραπεία με αυτό το φαρμακευτικό προϊόν θα πρέπει να διακόπτεται εάν επιβεβαιωθεί TEN.

Οφθαλμικές διαταραχές

Οφθαλμικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης κερατίτιδας, παρουσιάστηκαν σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με amivantamab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Οι ασθενείς που προσέρχονται με επιδεινούμενα οφθαλμικά συμπτώματα θα πρέπει να παραπέμπονται αμέσως σε οφθαλμίατρο και θα πρέπει να διακόπτουν τη χρήση φακών επαφής μέχρι την αξιολόγηση των συμπτωμάτων. Για τροποποιήσεις της δόσης λόγω οφθαλμικών διαταραχών Βαθμού 3 ή 4, βλ. Δοσολογία.

Περιεκτικότητα σε νάτριο

Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου». Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να αραιωθεί σε διάλυμα χλωριούχου νατρίου προς έγχυση 9 mg/ml (0,9%). Αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα με ελεγχόμενο νάτριο (βλ. Λίστα εκδόχων).

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-RYBREVANT
expand_more

Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες αλληλεπιδράσεων. Επειδή πρόκειται για ένα μονοκλωνικό αντίσωμα IgG1, η νεφρική απέκκριση και ο μεσολαβούμενος από ηπατικά ένζυμα μεταβολισμός του ακέραιου amivantamab δεν είναι πιθανό να αποτελούν μείζονες οδούς αποβολής. Ως εκ τούτου, παραλλαγές σε ένζυμα που μεταβολίζουν φάρμακα δεν αναμένεται να επηρεάσουν την αποβολή του amivantamab. Εξαιτίας της υψηλής συγγένειας για ένα μοναδικό επίτοπο των EGFR και MET, το amivantamab δεν αναμένεται να επηρεάσει τα ένζυμα που μεταβολίζουν φάρμακα.

Εμβόλια Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των εμβολιασμών σε ασθενείς που λαμβάνουν amivantamab. Αποφεύγετε τη χρήση ζώντων ή ζώντων εξασθενημένων εμβολίων ενόσω οι ασθενείς λαμβάνουν amivantamab.

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-RYBREVANT
expand_more

Σύνοψη του προφίλ ασφάλειας

Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες όλων των βαθμών ήταν εξάνθημα (76%), σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις (67%), τοξικότητα ονύχων (47%), υπολευκωματιναιμία (31%), οίδημα (26%), κόπωση (26%), στοματίτιδα (24%), ναυτία (23%) και δυσκοιλιότητα (23%). Οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες περιλάμβαναν ILD (1,3%), IRR (1,1%) και εξάνθημα (1,1%). Το τρία τοις εκατό των ασθενών διέκοψε το Rybrevant λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που οδήγησαν σε διακοπή της θεραπείας ήταν IRR (1,1%), ILD (0,5%) και τοξικότητα των ονύχων (0,5%).

Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα

Ο Πίνακας 6 συνοψίζει τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που εμφανίστηκαν σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν amivantamab. Τα δεδομένα αποτυπώνουν την έκθεση στο amivantamab σε 380 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, μετά την αποτυχία χημειοθεραπείας με βάση την πλατίνα. Οι ασθενείς έλαβαν amivantamab σε δόση 1.050 mg (για ασθενείς < 80 kg) ή 1.400 mg (για ασθενείς ≥ 80 kg). Η διάμεση έκθεση στο amivantamab ήταν 4,1 μήνες (εύρος: 0,0 έως 39,7 μήνες).

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των κλινικών μελετών παρατίθενται ανά κατηγορία συχνότητας. Οι κατηγορίες συχνότητας ορίζονται ως εξής: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000) και μη γνωστές (η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός της κάθε κατηγορίας συχνότητας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας βαρύτητας.

Πίνακας 6: Ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν amivantamab

Κατηγορία/Οργανικό σύστημα Συχνότητα Ανεπιθύμητη ενέργεια
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
Πολύ συχνές Υπολευκωματιναιμίαα
Μειωμένη όρεξη
Υπασβεστιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Πολύ συχνές Ζάληβ
Οφθαλμικές διαταραχές
Συχνές Έκπτωση της όρασηςγ
Ανάπτυξη των βλεφαρίδωνδ
Άλλες οφθαλμικές διαταραχέςε
Όχι συχνές Κερατίτιδα
Ραγοειδίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
Συχνές Διάμεση πνευμονοπάθειαστ
Διαταραχές του γαστρεντερικού
Πολύ συχνές Διάρροια
Στοματίτιδαζ
Ναυτία
Δυσκοιλιότητα
Έμετος
Συχνές Κοιλιακό άλγοςη
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
Πολύ συχνές Αμινοτρανσφεράση της αλανίνης αυξημένη
Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση αυξημένη
Αλκαλική φωσφατάση αίματος αυξημένη
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Πολύ συχνές Εξάνθημαθ
Τοξικότητα των ονύχωνι
Ξηροδερμίαια
Κνησμός
Όχι συχνές Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
Πολύ συχνές Μυαλγία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
Πολύ συχνές Οίδημαιβ
Κόπωσηιγ
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
Πολύ συχνές Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση

α Υπολευκωματιναιμία: λευκωματίνη αίματος μειωμένη, υπολευκωματιναιμία β Ζάλη: ζάλη, ζάλη προσπάθειας, ίλιγγος γ Έκπτωση της όρασης: όραση θαμπή, οπτική οξύτητα μειωμένη, έκπτωση της όρασης δ Ανάπτυξη των βλεφαρίδων: ανάπτυξη των βλεφαρίδων, τριχομεγαλία ε Άλλες οφθαλμικές διαταραχές: βλεφαρίτιδα, υπεραιμία του επιπεφυκότα, ερεθισμός του κερατοειδούς, ξηροφθαλμία, επισκληρίτιδα, οφθαλμική διαταραχή, κνησμός του οφθαλμού, μη μολυσματική επιπεφυκίτιδα, υπεραιμία του οφθαλμού στ Διάμεση πνευμονοπάθεια: διάμεση πνευμονοπάθεια, πνευμονίτιδα ζ Στοματίτιδα: αφθώδες έλκος, χειλίτιδα, γλωσσίτιδα, εξέλκωση των χειλέων, εξέλκωση του στόματος, φλεγμονή βλεννογόνου, στοματίτιδα η Κοιλιακό άλγος: κοιλιακή δυσφορία, κοιλιακό άλγος, άλγος κάτω κοιλιακής χώρας, άλγος άνω κοιλιακής χώρας, επιγαστρική δυσφορία, γαστρεντερικό άλγος θ Εξάνθημα: ακμή, δερματίτιδα, δερματίτιδα ομοιάζουσα με ακμή, ερύθημα, πολύμορφο ερύθημα, θυλακίτιδα, μολυσματικό κηρίο, σύνδρομο παλαμο-πελματιαίας ερυθροδυσαισθησίας, περινεϊκό εξάνθημα, περιστοματική δερματίτιδα, φλύκταινα, εξάνθημα, εξάνθημα ερυθηματώδες, εξάνθημα κηλιδώδες, εξάνθημα κηλιδοβλατιδώδες, εξάνθημα βλατιδώδες, εξάνθημα κνησμώδες, εξάνθημα φλυκταινώδες, εξάνθημα φυσαλιδώδες, αποφολίδωση δέρματος, βλάβη δέρματος ι Τοξικότητα των ονύχων: είσφρυση όνυχος, λοίμωξη της κοίτης των ονύχων, ρωγμές των παρονυχίων, διαταραχή των ονύχων, αύλακες των ονύχων, ρήξη όνυχα, ονυχόλυση, παρωνυχία ια Ξηροδερμία: ξηροδερμία, έκζεμα, έκζεμα χωρίς σμηγματογόνο έκκριση, ρωγμές δέρματος, ξηρόδερμα ιβ Οίδημα: οίδημα του οφθαλμού, οίδημα βλεφάρου, οίδημα προσώπου, γενικευμένο οίδημα, εντοπισμένο οίδημα, οίδημα, οίδημα περιφερικό, περικογχικό οίδημα, περικογχική διόγκωση, περιφερική διόγκωση, διόγκωση προσώπου ιγ Κόπωση: εξασθένιση, κόπωση

Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών

Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις Σχετιζόμενες με την έγχυση αντιδράσεις εμφανίστηκαν στο 67% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με amivantamab. Το ενενήντα οκτώ τοις εκατό των IRRs ήταν Βαθμού 1-2. Το ενενήντα εννέα τοις εκατό των IRRs εμφανίστηκε στην πρώτη έγχυση και ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη ήταν 60 λεπτά, και η πλειοψηφία εμφανίστηκε εντός 2 ωρών από την έναρξη της έγχυσης. Τα πιο συχνά σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν ρίγη, δύσπνοια, ναυτία, έξαψη, θωρακική δυσφορία και έμετο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Διάμεση πνευμονοπάθεια Διάμεση πνευμονοπάθεια ή ομοιάζουσες με την ILD ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί με τη χρήση του amivantamab, καθώς και με άλλους αναστολείς του EGFR. Διάμεση πνευμονοπάθεια ή πνευμονίτιδα αναφέρθηκε στο 2,6% των ασθενών. Ασθενείς με ιατρικό ιστορικό ILD, φαρμακοεπαγόμενη ILD, πνευμονίτιδα από ακτινοβολία που έχρηζε θεραπείας με στεροειδή ή οποιαδήποτε ένδειξη κλινικά ενεργής ILD αποκλείστηκαν από την κλινική μελέτη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Αντιδράσεις του δέρματος και των ονύχων Εξάνθημα (συμπεριλαμβανομένης δερματίτιδας ομοιάζουσας με ακμή), κνησμός και ξηροδερμία παρουσιάστηκαν στο 76% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με amivantamab. Τα περισσότερα περιστατικά ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ συμβάντα εξανθήματος Βαθμού 3 παρουσιάστηκαν στο 3% των ασθενών. Εξάνθημα που οδήγησε σε διακοπή του amivantamab παρουσιάστηκε στο 0,3% των ασθενών. Το εξάνθημα εμφανίστηκε συνήθως εντός των πρώτων 4 εβδομάδων θεραπείας, με διάμεσο χρόνο έως την έναρξη 14 ημέρες. Παρωνυχία εμφανίστηκε σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με amivantamab. Τα περισσότερα συμβάντα ήταν Βαθμού 1 ή 2, ενώ παρωνυχία Βαθμού 3 παρουσιάστηκε στο 1,8% των ασθενών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Οφθαλμικές διαταραχές Οφθαλμικές διαταραχές, συμπεριλαμβανομένης κερατίτιδας (0,5%), παρουσιάστηκαν στο 9% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με amivantamab. Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν περιελάμβαναν ανάπτυξη των βλεφαρίδων, έκπτωση της όρασης και άλλες οφθαλμικές διαταραχές. Όλα τα συμβάντα ήταν Βαθμού 1-2 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).

Άλλοι ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Υπάρχουν περιορισμένα κλινικά δεδομένα με το amivantamab σε ασθενείς 75 ετών και άνω (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην ασφάλεια ανάμεσα σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών και σε ασθενείς ηλικίας < 65 ετών.

Ανοσογονικότητα Όπως με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει το ενδεχόμενο ανοσογονικότητας. Σε μια κλινική μελέτη ασθενών με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό NSCLC που έλαβαν θεραπεία με amivantamab, 3 (0,9%) από τους 347 αξιολογήσιμους ασθενείς βρέθηκαν θετικοί για αντι-amivantamab αντισώματα. Δεν υπήρξαν ενδείξεις μεταβολής του προφίλ φαρμακοκινητικής, αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας λόγω των αντι-amivantamab αντισωμάτων.

Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναφέρεται στο Παράρτημα V.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-RYBREVANT
expand_more

Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία/Αντισύλληψη

Οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη κατά τη διάρκεια και για 3 μήνες μετά τη διακοπή της θεραπείας με amivantamab.

Κύηση

Δεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο για την αξιολόγηση του κινδύνου από τη χρήση του amivantamab κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα προς ενημέρωση του σχετιζόμενου με το φάρμακο κινδύνου. Η χορήγηση μορίων τα οποία αναστέλλουν τα EGFR και MET σε κυοφορούντα ζώα οδήγησε σε αυξημένη επίπτωση διαταραχής της εμβρυικής ανάπτυξης, εμβρυϊκής θνητότητας και αποβολής. Επομένως, με βάση τον μηχανισμό δράσης του και τα ευρήματα σε ζωικά μοντέλα, το amivantamab θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγηθεί σε έγκυο γυναίκα. Το amivantamab δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εκτός αν το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα θεωρείται ότι υπερτερεί των δυνητικών κινδύνων για το έμβρυο. Αν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με το δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο (βλ. Προκλινικά δεδομένα).

Θηλασμός

Δεν είναι γνωστό εάν το amivantamab απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Είναι γνωστό ότι οι ανθρώπινες IgG απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα κατά τις πρώτες ημέρες μετά τον τοκετό και σύντομα εν συνεχεία μειώνονται σε χαμηλές συγκεντρώσεις. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί κατά τη διάρκεια αυτού του σύντομου διαστήματος λίγο μετά τον τοκετό, αν και οι IgG είναι πιθανό να αποικοδομούνται στον γαστρεντερικό σωλήνα του παιδιού που θηλάζει και να μην απορροφώνται. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με amivantamab, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.

Γονιμότητα

Δεν υπάρχουν δεδομένα για την επίδραση του amivantamab στην ανθρώπινη γονιμότητα. Οι επιδράσεις στην ανδρική και γυναικεία γονιμότητα δεν έχουν αξιολογηθεί σε μελέτες σε ζώα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-RYBREVANT
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μονοκλωνικά αντισώματα και συζεύγματα αντισώματος‑φαρμάκου, κωδικός ATC: L01FX18.

Μηχανισμός δράσης

Το amivantamab είναι ένα πλήρως ανθρώπινο, διειδικό για EGFR-MET, χαμηλής περιεκτικότητας σε φουκόζη, με βάση την IgG1 αντίσωμα, με δραστηριότητα καθοδήγησης των ανοσοκυττάρων, το οποίο στοχεύει όγκους με ενεργοποιητικές μεταλλάξεις ένθεσης στο Εξώνιο 20 του EGFR. Το amivantamab προσδένεται στις εξωκυττάριες περιοχές των EGFR και MET. Το amivantamab διαταράσσει τις σηματοδοτικές λειτουργίες των EGFR και MET μέσω αποκλεισμού της σύνδεσης του προσδέτη και ενίσχυσης της αποικοδόμησης των EGFR και MET, προλαμβάνοντας έτσι την ανάπτυξη και εξέλιξη του όγκου. Η παρουσία των EGFR και MET στην επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων καθιστά επίσης δυνατή τη στόχευση αυτών των κυττάρων προς καταστροφή από ανοσοδραστικά κύτταρα όπως είναι τα κύτταρα-φυσικοί φονείς και τα μακροφάγα, μέσω μηχανισμών εξαρτημένης από αντίσωμα, κυτταρικά επαγόμενης κυτταροτοξικότητας (ADCC) και τρωγοκυττάρωσης, αντίστοιχα.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Λευκωματίνη Το amivantamab μείωσε τη συγκέντρωση της λευκωματίνης στον ορό, κάτι που αποτελεί φαρμακοδυναμική επίδραση της αναστολής του MET, συνήθως κατά τη διάρκεια των πρώτων 8 εβδομάδων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Στη συνέχεια, η συγκέντρωση της λευκωματίνης σταθεροποιήθηκε για το υπόλοιπο της θεραπείας με amivantamab.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η CHRYSALIS είναι μια πολυκεντρική, ανοικτής επισήμανσης μελέτη πολλαπλών κοορτών που πραγματοποιήθηκε για την αξιολόγηση της ασφάλειας και αποτελεσματικότητας του Rybrevant σε ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό NSCLC. Η αποτελεσματικότητα αξιολογήθηκε σε 114 ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό NSCLC που είχαν ενεργοποιητικές μεταλλάξεις ένθεσης στο Εξώνιο 20 του EGFR, των οποίων η νόσος είχε εμφανίσει εξέλιξη κατά τη διάρκεια ή μετά τη χημειοθεραπεία με βάση την πλατίνα και η διάμεση παρακολούθηση ήταν 12,5 μήνες. Δείγματα καρκινικού ιστού (93%) και/ ή πλάσματος (10%) εξετάστηκαν τοπικά για όλους τους ασθενείς προκειμένου να προσδιοριστεί η κατάσταση μετάλλαξης ένθεσης στο Εξώνιο 20 του EGFR με αλληλούχιση επόμενης γενιάς (NGS) στο 46% των ασθενών και/ή με αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (PCR) στο 41% των ασθενών. Για το 4% των ασθενών οι μέθοδοι ελέγχου δεν προσδιορίστηκαν. Ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις για τις οποίες δεν λάμβαναν θεραπεία ή με ιστορικό ILD που απαίτησε θεραπεία με παρατεταμένη χρήση στεροειδών ή αλλων ανοσοκατασταλτικών παραγόντων εντός των τελευταίων 2 ετών δεν ήταν επιλέξιμοι για τη μελέτη. Το Rybrevant χορηγήθηκε ενδοφλεβίως σε δόση 1.050 mg για ασθενείς < 80 kg ή 1.400 mg για ασθενείς ≥ 80 kg μία φορά την εβδομάδα για 4 εβδομάδες και στη συνέχεια κάθε 2 εβδομάδες ξεκινώντας από την Εβδομάδα 5 έως την απώλεια του κλινικού οφέλους ή την εμφάνιση μη αποδεκτής τοξικότητας. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το συνολικό ποσοστό ανταπόκρισης (ORR), σύμφωνα με την αξιολόγηση του ερευνητή, που ορίζεται ως επιβεβαιωμένη πλήρης ανταπόκριση (CR) ή μερική ανταπόκριση (PR) με βάση τα κριτήρια RECIST έκδ. 1.1. Επιπλέον, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αξιολογήθηκε και με τυφλοποιημένη ανεξάρτητη κεντρική αξιολόγηση (BICR). Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας περιελάμβαναν τη διάρκεια ανταπόκρισης (DOR). Η διάμεση ηλικία ήταν τα 62 (εύρος: 36-84) έτη, με το 41% των ασθενών να είναι ηλικίας ≥ 65 ετών, το 61% γυναίκες, το 52% Ασιάτες και το 37% Λευκοί. Ο διάμεσος αριθμός προηγούμενων θεραπειών ήταν 2 (εύρος: 1 έως 7 θεραπείες). Κατά την έναρξη, το 29% είχε κατάσταση απόδοσης ECOG (Συνεργατική Ογκολογική Ομάδα των Ανατολικών Πολιτειών) 0 και το 70% είχε κατάσταση απόδοσης ECOG 1, το 57% δεν είχε καπνίσει ποτέ, το 100% είχε καρκίνο Σταδίου IV και το 25% είχε λάβει προηγούμενη θεραπεία για εγκεφαλικές μεταστάσεις. Ενθέσεις στο Εξώνιο 20 παρατηρήθηκαν σε 8 διαφορετικά κατάλοιπα: τα πιο συχνά κατάλοιπα ήταν τα A767 (22%), S768 (16%), D770 (12%) και N771 (11%).

Πίνακας 7: Αποτελέσματα αποτελεσματικότητας στη μελέτη CHRYSALIS

Αξιολόγηση ερευνητή (N=114)
Συνολικό ποσοστό ανταπόκρισηςα,β (95% CI) 37% (28%, 46%)
Πλήρης ανταπόκριση 0%
Μερική ανταπόκριση 37%
Διάρκεια ανταπόκρισης
Διάμεση τιμήγ (95% CI), μήνες 12,5 (6,5, 16,1)
Ασθενείς με DOR ≥ 6 μήνες 64%

CI = Διάστημα εμπιστοσύνης α Επιβεβαιωμένη ανταπόκριση β Τα αποτελέσματα ORR και DOR βάσει αξιολόγησης ερευνητή ήταν συμβατά με εκείνα που αναφέρθηκαν βάσει αξιολόγησης BICR. Το ORR βάσει αξιολόγησης BICR ήταν 43% (34%, 53%), με ποσοστό CR ίσο με 3% και ποσοστό PR ίσο με 40%, η διάμεση DOR βάσει αξιολόγησης BICR ήταν 10,8 μήνες (95% CI: 6,9, 15,0), και οι ασθενείς με DOR ≥ 6 μήνες βάσει αξιολόγησης BICR ήταν 55%. γ Βάσει εκτίμησης Kaplan-Meier. Αντικαρκινική δράση παρατηρήθηκε στους υποτύπους μεταλλάξεων που μελετήθηκαν.

Ηλικιωμένοι Δεν παρατηρήθηκαν συνολικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα ανάμεσα σε ασθενείς ηλικίας ≥ 65 ετών και σε ασθενείς ηλικίας < 65 ετών.

Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Rybrevant σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).

Έγκριση υπό όρους Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-RYBREVANT
expand_more

Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου για το amivantamab (AUC1 week) αυξάνεται αναλογικά για το εύρος δόσεων από 350 έως 1.750 mg. Μετά από χορήγηση του Rybrevant στη συνιστώμενη δόση και σχήμα, η μέση AUC1 week στον ορό ήταν περίπου 2,9 φορές μεγαλύτερη μετά την πέμπτη δόση έπειτα από εβδομαδιαία χορήγηση δόσεων σε σύγκριση με την πρώτη δόση. Η σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε περίπου 2 μήνες από την έναρξη της περιόδου χορήγησης κάθε 2 εβδομάδες (έως την ένατη έγχυση) με τη δόση των 1.050 mg, και η μέση AUC1 week στον ορό ήταν περίπου 2,4 φορές υψηλότερη σε σταθερή κατάσταση συγκριτικά με την πρώτη δόση.

Κατανομή Ο γεωμετρικός μέσος (CV%) συνολικός όγκος κατανομής του amivantamab, βάσει εκτιμήσεων από παραμέτρους ΦΚ πληθυσμού, ήταν 5,37 (21%) l μετά από χορήγηση της συνιστώμενης δόσης του Rybrevant.

Αποβολή Η κάθαρση του amivantamab είναι υψηλότερη με τις χαμηλές δόσεις (< 350 mg), ενώ είναι γραμμική εντός του εύρους της κλινικής δοσολογίας. Η γεωμετρική μέση (CV%) της γραμμικής κάθαρσης εκτιμήθηκε ίση με 225 (25%) ml/ημέρα, βάσει μοντέλων ΦΚ πληθυσμού. Ο γεωμετρικός μέσος (CV%) της εκτιμώμενης τελικής ημίσειας ζωής που σχετίζεται με κάθαρση γραμμικής κινητικής, προερχόμενος από εκτιμώμενες παραμέτρους ΦΚ πληθυσμού, ήταν 15,7 (26%) ημέρες μετά τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης του Rybrevant ως μονοθεραπεία.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική του amivantamab με βάση την ηλικία (32-87 ετών).

Νεφρική δυσλειτουργία Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του amivantamab σε ασθενείς με ήπια (60 ≤ κάθαρση κρεατινίνης [CrCl] < 90 ml/min) και μέτρια (29 ≤ CrCl < 60 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία. Η επίδραση της σοβαρής νεφρικής δυσλειτουργίας (15 ≤ CrCl < 29 ml/min) στη φαρμακοκινητική του amivantamab είναι άγνωστη.

Ηπατική δυσλειτουργία Οι μεταβολές της ηπατικής λειτουργίας δεν είναι πιθανό να έχουν οποιαδήποτε επίδραση στην αποβολή του amivantamab, δεδομένου ότι τα μόρια με βάση την IgG1, όπως το amivantamab, δεν μεταβολίζονται μέσω της ηπατικής οδού. Δεν παρατηρήθηκε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική του amivantamab με βάση την ήπια ηπατική δυσλειτουργία [(ολική χολερυθρίνη ≤ ULN και AST > ULN) ή (ULN < ολική χολερυθρίνη ≤ 1,5 x ULN)]. Η επίδραση της μέτριας (ολική χολερυθρίνη 1,5 έως 3 φορές το ULN) και της σοβαρής (ολική χολερυθρίνη > 3 φορές το ULN) ηπατικής δυσλειτουργίας στη φαρμακοκινητική του amivantamab είναι άγνωστη.

Παιδιατρικός πληθυσμός Η φαρμακοκινητική του Rybrevant σε παιδιατρικούς πληθυσμούς δεν έχει διερευνηθεί.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Οδός χορήγησης

parenteral

Μορφή

injectable

Σκευάσματα σε κυκλοφορία

1
science