AMIKACIN
Αμικασίνη
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη. Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια χρήση
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα ή κάθε 12 ώρες
- Δόση έναρξης: 15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα (μία εφάπαξ δόση ή 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες)
- Τιτλοποίηση: Για ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία: Παράταση του δοσολογικού μεσοδιαστήματος με φυσιολογικές δόσεις: το δοσολογικό μεσοδιάστημα σε ώρες για τη φυσιολογική μεμονωμένη δόση (7,5 mg/kg) υπολογίζεται ως 9 φορές το επίπεδο κρεατινίνης του ορού. Μείωση δόσης με φυσιολογικά δοσολογικά μεσοδιαστήματα: η δόση συντήρησης χορηγούμενη σε διαστήματα 12 ωρών θα πρέπει να μειώνεται αναλογικά με τη μείωση στο ρυθμό κάθαρσης της κρεατινίνης του ασθενούς με τον τύπο: μειωμένη δόση αμικασίνης = (τρέχουσα κάθαρση κρεατινίνης [ml/λεπτό] / φυσιολογική κάθαρση κρεατινίνης [ml/λεπτό]) x υπολογισμένη δόση εφόδου αμικασίνης [mg]. Ένας εναλλακτικός οδηγός είναι να διαιρεθεί η φυσιολογικά συνιστώμενη δόση με την κρεατινίνη ορού του ασθενούς.
-
Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά άνω των 12 ετών (σωματικό βάρος άνω των 33 kg)Δόση15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέραΜέγ. δόση1,5 gΜπορεί να χορηγηθεί ως μία μεμονωμένη ημερήσια δόση ή διαιρεμένη σε 2 ίσες δόσεις π.χ. 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις.
-
Βρέφη, νήπια και παιδιά (4 εβδομάδων έως 12 ετών)Δόση15-20 mg/kg σωματικού βάρους/ημέραΜπορεί να χορηγηθεί ως 15-20 mg/kg σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα, ή ως 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις.
-
ΝεογνάΔόσηΑρχική δόση εφόδου 10 mg/kg σωματικού βάρους ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
-
Πρόωρα νεογνάΔόση7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες(βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές)
-
Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/λεπτό)Η χορήγηση αμικασίνης μία φορά την ημέρα δε συνιστάται. Ρύθμιση δόσης είτε μέσω χορήγησης φυσιολογικών δόσεων σε παρατεταμένα χρονικά διαστήματα είτε μέσω χορήγησης μειωμένων δόσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
Ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρσηΔόσηΑρχική δόση 7,5 mg/kg, επόμενες δόσεις 2,5 έως 3,75 mg/kg μετά την αιμοκάθαρσηΗ παρακολούθηση των επιπέδων στον ορρό είναι απαραίτητη.
-
Ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε περιτοναϊκή κάθαρσηΠολύ λιγότερο αποτελεσματική απομάκρυνση (30% μιας χορηγηθείσας δόσης σε 12 ώρες).
-
Ασθενείς με αυξημένο όγκο κατανομήςΔόσηΔόση εφόδου μεταξύ 20 και 30 mg/kgΧρειάζεται να προσαρμοστεί σύμφωνα με την Cmax.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΜπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης.
-
Παχύσαρκοι ασθενείςΜέγ. δόση1,5 g ανά ημέραΥπολογισμός δόσης: ιδανικό βάρος σώματος + 40% του επιπλέον βάρους. Συνιστάται ο υπολογισμός της δόσης με βάση το ξηρό βάρος. Τύπος: P1 = PI + (PA - PI) x 0,4 (PI = ιδανικό βάρος, PA = τρέχον βάρος).
-
Ασθενείς με ασκίτηΥψηλότερες δόσεις πρέπει να χορηγούνται για να επιτευχθούν επαρκείς συγκεντρώσεις ορού.
block
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αμικασίνη ή σε άλλες αμινογλυκοσίδες
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας ή σοβαρών τοξικών αντιδράσεων σε αμινογλυκοσίδες
warning
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χορήγηση σε ασθενείςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική βλάβη, ακουστική ή αιθουσαία διαταραχή, νευρομυϊκές διαταραχές (π.χ. μυασθένεια gravis, παρκινσονισμός), ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδες άμεσα πριν από την αμικασίνηΑπαιτείται προσοχή
-
Ωτοτοξικότητα και νεφροτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν παρεντερικές αμινογλυκοσίδεςΣτενή κλινική παρακολούθηση
-
Αυξημένος κίνδυνος τοξικότηταςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ή παρατεταμένη θεραπεία (>14 ημερών), ηλικιωμένοι ασθενείς, αφυδατωμένοι ασθενείςΠροσοχή
-
Νευροτοξικότητα / ωτοτοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμινογλυκοσίδες, ειδικά με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία ή παρατεταμένη αγωγή (>5-7 ημέρες)Ενδέχεται να εμφανιστεί αιθουσαία ή/και αμφοτερόπλευρη ακουστική ωτοτοξικότητα, κώφωση υψηλής συχνότητας, ίλιγγος, αιμωδία, μυρμηκίαση στο δέρμα, μυϊκές συσπάσεις και σπασμοί. Σε αποδείξεις ωτοτοξικότητας ή νεφροτοξικότητας απαιτείται διακοπή του φαρμάκου ή ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Νευρομυϊκή τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςόλοι οι ασθενείς, ιδιαίτερα εκείνοι που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία ασκούν ταυτόχρονα νευρομυϊκούς αποκλεισμούςΝευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυση έχουν αναφερθεί. Λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα αναπνευστικής παράλυσης. Τα άλατα ασβεστίου ενδέχεται να αναστρέψουν την αναπνευστική παράλυση.
-
Νεφρική τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις ή παρατεταμένη θεραπείαΟι ασθενείς θα πρέπει να είναι καλά ενυδατωμένοι. Οι ημερήσιες δόσεις θα πρέπει να μειώνονται ή/και το διάστημα μεταξύ των δόσεων να επεκτείνεται σε περίπτωση εμφάνισης σημείων νεφρικής δυσλειτουργίας. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση αύξησης της αζωταιμίας ή εάν ο όγκος των ούρων μειώνεται βαθμιαία.
-
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμώνπροσοχήΕάν συμβεί, θα πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη θεραπεία.
-
Τοπική εφαρμογή αμινογλυκοσιδώνπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική διαδικασίαΈχουν αναφερθεί εξέλιξη μη αναστρέψιμης κώφωσης, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος λόγω νευρομυϊκού αποκλεισμού.
-
Έμφρακτο ωχράς κηλίδαςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν ενδοϋαλώδη χορήγηση αμικασίνηςΈχει αναφερθεί, οδηγώντας ορισμένες φορές σε μόνιμη απώλεια της όρασης.
-
Μειωμένη νεφρική λειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένοι ασθενείςΗ παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας είναι ιδιαίτερα σημαντική.
-
Χρήση σε πρόωρα νεογνά και νεογνάπροσοχήΠληθυσμόςΠρόωρα νεογνά και νεογνάΧρήση με προσοχή λόγω νεφρικής ανωριμότητας και παράτασης του χρόνου ημιζωής στο πλάσμα.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς οι οποίοι ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενη για νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 15 mmol (ή 354 mg) νάτριο ανά 100 ml. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
-
Παρέμβαση στις εργαστηριακές εξετάσειςπροσοχήΔοκιμασίες κρεατινίνης ορού ενδέχεται να καταλήξουν σε λανθασμένα υψηλές τιμές όταν χορηγούνται κεφαλοσπορίνες ταυτοχρόνως. Η αμοιβαία αδρανοποίηση της αμικασίνης και αντιβιοτικών της β-λακτάμης ενδέχεται να οδηγήσει σε λανθασμένα αποτελέσματα στις δοκιμασίες αμινογλυκοσιδών. Τα δείγματα πρέπει να αναλύονται αμέσως, να ψύχονται ή το αντιβιοτικό της β-λακτάμης να αδρανοποιείται.
swap_horiz
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιβιοτικά φάρμακα της β-λακτάμηςπροσοχήΜείωση στη δραστικότητα του ορού της αμινογλυκοσίδηςΣύστασηΧορηγούνται ταυτοχρόνως με αμικασίνη in vivo μέσω ξεχωριστών οδών χορήγησης.
-
Άλλες νευροτοξικές, ωτοτοξικές ή νεφροτοξικές ουσίεςπροσοχήΑύξηση της τοξικότητας (νευροτοξικότητα, ωτοτοξικότητα, νεφροτοξικότητα) λόγω αθροιστικών φαινομένωνΣύστασηΗ ταυτόχρονη ή διαδοχική χορήγηση θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν συνδυαστεί, παρακολούθηση ακοής και νεφρικής λειτουργίας.
-
Διουρητικά με ταχεία δράση (φουροσεμίδη, αιθακρινικό οξύ)προσοχήΕνδεχόμενη εγγενής ωτοτοξικότητα, συμπληρωματική τοξικότητα αμινογλυκοσιδών αυξημένη λόγω αφυδάτωσης και ενισχυμένη συγκέντρωση αμινογλυκοσιδών στον ορό και σε ιστούςΣύστασηΣε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης, θα πρέπει να παρακολουθείται η κατάσταση ενυδάτωσης του ασθενή.
-
ΜεθοξυφλουράνιοπροσοχήΟι αμινογλυκοσίδες ενδέχεται να αυξήσουν τη βλαπτική επίδραση του μεθοξυφλουρανίου στους νεφρούς. Πιθανή εμφάνιση εξαιρετικά βαριών νευροπαθειών.
-
Μυοχαλαρωτικά, άλλες ουσίες με νευρομυϊκές επιδράσεις (π.χ. σουκινυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο, ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο), μεγάλες ποσότητες αίματος με κιτρικό άλας, αναισθητικάπροσοχήΑυξημένος νευρομυϊκός αποκλεισμός, που ενδέχεται να οδηγήσει σε αναπνευστική παράλυσηΣύστασηΟ αναισθησιολόγος θα πρέπει να πληροφορηθεί. Η ένεση αλάτων ασβεστίου είναι δυνατό να αναστρέψουν τον νευρομυϊκό αποκλεισμό (βλ. Υπερδοσολογία).
-
προσοχήΔυνατό να αυξήσει τη συγκέντρωση της αμικασίνης στο πλάσμα, στα νεογνά
-
ΔιφωσφωνικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπασβεστιαιμίας
sick
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Επιμόλυνση με ανθεκτικά βακτήρια
- Αποικισμός με ανθεκτικά βακτήρια
- Επιμόλυνση με ζυμομύκητες
- Αποικισμός με ζυμομύκητες
- Αναιμία
- Ηωσινοφιλία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτικό σοκ, αναφυλακτοειδής αντίδραση)
- Εκδηλώσεις υπερευαισθησίας
- Υπομαγνησιαιμία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Διαταραχή ισορροπίας
- Παράλυση
- Τύφλωση
- Έμφρακτο του αμφιβληστροειδούς
- Εμβοή
- Υποακοΐα
- Κώφωση
- Νευροαισθητήρια κώφωση
- Υπόταση
- Άπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Αναπνευστική παράλυση (μεμονωμένες περιπτώσεις)
- Ναυτία
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αρθραλγία
- Μυϊκές συσπάσεις
- Βλάβη νεφρικών σωληναρίων
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Τοξική νεφροπάθεια
- Κύτταρα στα ούρα
- Ολιγουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Λευκωματινουρία
- Αζωθαιμία
- Ερυθρά αιμοσφαίρια στα ούρα
- Λευκά αιμοσφαίρια στα ούρα
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑποικισμός με ανθεκτικά βακτήριαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑποικισμός με ζυμομύκητεςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒλάβη νεφρικών σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕπιμόλυνση με ανθεκτικά βακτήριαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕπιμόλυνση με ζυμομύκητεςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΈμφρακτο του αμφιβληστροειδούςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή ισορροπίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕμβοήΑυτί
-
ΣπάνιεςΕρυθρά αιμοσφαίρια στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΛευκά αιμοσφαίρια στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΛευκωματινουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΜυϊκές συσπάσειςΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣπάνιεςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΥποακοΐαΑυτί
-
ΣπάνιεςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΥπότασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΑναπνευστική παράλυσηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΆπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αναφυλακτικό σοκ, αναφυλακτοειδής αντίδραση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕκδηλώσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΚύτταρα στα ούραΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΝευροαισθητήρια κώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΠαράλυσηΝευρικό
-
Μη γνωστέςΤοξική νεφροπάθειαΝεφρά/Ουροποιητικό
pregnant_woman
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδε θα πρέπει να χρησιμοποιείται, εκτός αν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί τη θεραπείαΟι αμινογλυκοσίδες είναι δυνατό να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πλήρους, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης εκ γενετής κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη. Εάν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη, θα πρέπει να συμβεί μόνο υπό ιατρική επίβλεψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΘηλασμόςΠρέπει να λαμβάνεται απόφαση για διακοπή του μητρικού θηλασμού ή για διακοπή/αποχή από τη θεραπείαΕίναι άγνωστο εάν η αμικασίνη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Η απόφαση πρέπει να αξιολογεί το όφελος του μητρικού θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΔεν αναφέρθηκαν επιδράσειςΣε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας σε ποντίκια και αρουραίους, δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06. Η αμικασίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης που προέρχεται από την καναμυκίνη. Προκύπτει από την ακυλίωση με ένα…
biotech
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Απορρόφηση Συγκεντρώσεις πλάσματος: Κατά την από του στόματος χορήγηση, δεν απορροφάται πρακτικά καθόλου η αμικασίνη. Μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά. Τα μέγιστα επίπεδα στις συγκεντρώσεις ορρού επιτυγχάνονται 1 -…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Νεφρική λειτουργία · πριν την έναρξη της θεραπείας και καθημερινά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Άζωτο ουρίας αίματος (BUN) | water_dropΝεφρική λειτουργία | περιοδικά | — |
| Κάθαρση κρεατινίνης | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Εμφάνιση σημείων |
| περιοδικά | — | ||
| — | Ηλικιωμένοι ασθενείς | ||
| Κρεατινίνη ορού | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Εμφάνιση σημείων |
| περιοδικά | — | ||
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | στενή | Γνωστή ή πιθανολογούμενη νεφρική δυσλειτουργία (αρχική ή αναπτυσσόμενη) |
| — | Ηλικιωμένοι ασθενείς | ||
| Νεφροτοξικότητα | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Αποδείξεις ωτοτοξικότητας ή νεφροτοξικότητας |
| Ουρία αίματος (BUN) | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Εμφάνιση σημείων |
| Υπεραζωταιμία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Εμφάνιση σημείων |
| Κατάσταση ενυδάτωσης | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Γενική ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | περιοδικά | — |
| Ειδικό βάρος ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Εμφάνιση σημείων |
| Ερυθρά αιμοσφαίρια ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Εμφάνιση σημείων |
| Κυλινδρουρία | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Εμφάνιση σημείων |
| Λευκά αιμοσφαίρια ούρων | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Εμφάνιση σημείων |
| Λευκωματουρία | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Εμφάνιση σημείων |
| Ολιγουρία | humidity_midΟυρολογικός / ανάλυση ούρων | — | Εμφάνιση σημείων |
| Αμικασίνη ορού | medicationΕπίπεδα φαρμάκου (TDM) | όταν είναι εφικτό | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λειτουργία όγδοου κρανιακού νεύρου | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | στενή | Γνωστή ή πιθανολογούμενη νεφρική δυσλειτουργία (αρχική ή αναπτυσσόμενη) |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενή | Συγχορήγηση παρεντερικών αμινογλυκοσιδών |
| Ακοολογική εξέταση | more_horizΆλλο / λοιπά | διαδοχικά | Ασθενείς σε ηλικία που επιτρέπει εξέταση, ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου |
| — | — | ||
| Ωτοτοξικότητα | more_horizΆλλο / λοιπά | — | Αποδείξεις ωτοτοξικότητας ή νεφροτοξικότητας |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Το προ της θεραπείας σωματικό βάρος του ασθενούς θα λαμβάνεται για τον υπολογισμό της σωστής δοσολογίας.
Παρακολούθηση της συγκέντρωσης του φαρμάκου Η κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να εκτιμηθεί μέσω μέτρησης της συγκέντρωσης κρεατινίνης του ορρού ή τον υπολογισμό του ενδογενούς ρυθμού κάθαρσης κρεατινίνης. Το άζωτο ουρίας αίματος (BUN) είναι πολύ λιγότερο αξιόπιστο για αυτόν το σκοπό. Επανεκτίμηση της νεφρικής λειτουργίας θα πρέπει να γίνεται περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Όποτε είναι δυνατό θα πρέπει να μετρούνται οι συγκεντρώσεις αμικασίνης στον ορρό προκειμένου να διασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών, αλλά όχι υπερβολικών, επιπέδων. Είναι επιθυμητό να μετριέται τόσο οι μέγιστες όσο και οι κατώτατες συγκεντρώσεις ορρού περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις (30-90 λεπτά μετά την ένεση) πάνω από 35 mcg/mL και οι κατώτατες συγκεντρώσεις (αμέσως πριν από την επόμενη δόση) πάνω από 10 mcg/mL θα πρέπει να αποφεύγονται.
Η δοσολογία θα πρέπει να ρυθμίζεται όπως υποδεικνύεται. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μπορεί να χρησιμοποιηθεί δοσολογία μία φορά ημερησίως. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις σε αυτές τις περιπτώσεις ενδέχεται να υπερβαίνουν τα 35 μικρογραμμάρια/ml. Συνιστάται ένθερμα η παρακολούθηση των συγκεντρώσεων πλάσματος σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 50 ml/λεπτό)
Δοσολογία σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία
- Ενήλικες, έφηβοι και παιδιά άνω των 12 ετών (σωματικό βάρος άνω των 33 kg): Η συνιστώμενη ενδοφλέβια δοσολογία για ενήλικες και εφήβους με φυσιολογική νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥50 ml/λεπτό) είναι 15 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα, η οποία μπορεί να χορηγηθεί ως μία μεμονωμένη ημερήσια δόση ή διαιρεμένη σε 2 ίσες δόσεις π.χ. 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες. Η συνολική ημερήσια δόση δε θα πρέπει να ξεπερνάει τα 1,5 g. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις, καθότι δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία να υποστηρίζουν τη δοσολογία μία φορά ημερησίως.
- Βρέφη, νήπια και παιδιά (4 εβδομάδων έως 12 ετών): Η συνιστώμενη ενδοφλέβια (αργή ενδοφλέβια έγχυση) δόση στα παιδιά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι 15-20 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα, η οποία μπορεί να χορηγηθεί ως 15-20 mg/kg σωματικού βάρους, μία φορά την ημέρα, ή ως 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες. Στην ενδοκαρδίτιδα και σε ουδετεροπενικούς ασθενείς με πυρετό, η δόση θα πρέπει να χορηγείται σε δύο ημερήσιες δόσεις, καθότι δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα στοιχεία να υποστηρίζουν τη δοσολογία μία φορά ημερησίως.
- Νεογνά: Αρχική δόση εφόδου 10 mg/kg σωματικού βάρους ακολουθούμενη από 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
- Πρόωρα νεογνά: Η συνιστώμενη δόση στα νεογνά είναι 7,5 mg/kg σωματικού βάρους κάθε 12 ώρες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
Όγκοι έγχυσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία: Δοσολογία mg ανά kg βάρους σώματος
| Βάρος σώματος | Amikacin B. Braun 2,5 mg / ml (100 ml = 250 mg) |
|---|---|
| 2,5kg | |
| Amikacin σε mg | 7,5 |
| ml | |
| 15 | 15,0 |
| 20 | 20,0 |
| Βάρος σώματος | Amikacin B. Braun 5 mg / ml (100 ml = 500 mg) |
|---|---|
| 2,5kg | |
| Amikacin σε mg | 7,5 |
| ml | |
| 15 | 7,50 |
| 20 | 10,00 |
| Βάρος σώματος | Amikacin B. Braun 10 mg / ml (100 ml = 1.000 mg) |
|---|---|
| 2,5kg | |
| Amikacin σε mg | 7,5 |
| ml | |
| 15 | 3,75 |
| 20 | 5,00 |
Η ακρίβεια της δοσολογίας βελτιώνεται όταν το Amikacin B. Braun 2,5 mg/ml, 5 mg/ml, και 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση χορηγείται με μία αντλία έγχυσης. Είναι μία έτοιμη προς χρήση σύνθεση, η οποία δεν πρέπει να αραιωθεί πριν από τη χορήγηση και η οποία προορίζεται για μία μόνο χρήση. Για να αποφευχθεί η υπερδοσολογία, ιδιαίτερα στα παιδιά, θα πρέπει να επιλέγεται η καταλληλότερη διαθέσιμη περιεκτικότητα.
Μέγιστη ημερήσια δόση: Η συνολική ημερήσια δόση μέσω όλων των οδών χορήγησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 15-20 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα.
Λόγω της ανάγκης για προσαρμογές της δόσης, δε συνιστάται η χορήγηση της αμικασίνης μία φορά ημερησίως σε ασθενείς με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, νεφρική ανεπάρκεια, κυστική ίνωση, ασκίτη, ασθενείς με εκτεταμένα εγκαύματα (πάνω από 20% του δέρματος), ηλικιωμένοι ασθενείς, και στην εγκυμοσύνη.
Διάρκεια της θεραπείας Η συνολική διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να περιορίζεται σε 7 με 10 ημέρες, ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Σε βαριές και επιπλεγμένες λοιμώξεις, όπου η θεραπεία με αμικασίνη υπερβαίνει τις 10 ημέρες, θα πρέπει να επανεξετάζεται η καταλληλότητα της θεραπείας με αμικασίνη, καθότι η πιθανή συνέχιση της θεραπείας απαιτεί πέραν της παρακολούθησης των επιπέδων αμικασίνης του ορρού και την παρακολούθηση της νεφρικής, ακουστικής και της αιθουσαίας λειτουργίας. Ασθενείς με λοιμώξεις οι οποίες οφείλονται σε ευαίσθητα μικρόβια θα πρέπει να ανταποκριθούν στη θεραπεία εντός 24 έως 48 ωρών με το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα. Σε περίπτωση που δεν φανεί σαφής κλινική ανταπόκριση εντός τριών έως πέντε ημερών, θα πρέπει η θεραπεία να διακόπτεται και να επανελέγχεται το πρότυπο ευαισθησίας σε αντιβιοτικά του οργανισμού που εισβάλλει. Η αποτυχία ανταπόκρισης της λοίμωξης πιθανώς να οφείλεται σε αντίσταση του οργανισμού ή την παρουσία σηπτικών εστιών που απαιτούν χειρουργική παροχέτευση.
Ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/λεπτό)
Δοσολογία σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία Να σημειωθεί: Η χορήγηση αμικασίνης μία φορά την ημέρα δε συνιστάται σε ασθενείς με νεφρικές διαταραχές (κάθαρση κρεατινίνης < 50 ml/min) καθώς αυτοί οι ασθενείς θα έχουν παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές κατώτατες συγκεντρώσεις. (βλ. παρακάτω ρυθμίσεις δοσολογίας σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία).
Για ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία οι οποίοι λαμβάνουν τη συνήθη δοσολογία δύο ή τρεις φορές ημερησίως, όποτε είναι δυνατόν, οι συγκεντρώσεις αμικασίνης στον ορρό θα πρέπει να παρακολουθούνται μέσω κατάλληλων διαδικασιών δοκιμασιών. Οι δόσεις θα πρέπει να ρυθμίζονται σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία είτε μέσω χορήγησης φυσιολογικών δόσεων σε παρατεταμένα χρονικά διαστήματα ή μέσω χορήγησης μειωμένων δόσεων σε τακτά χρονικά διαστήματα, προκειμένου να αποφευχθεί συσσώρευση αμικασίνης. Και οι δύο μέθοδοι βασίζονται στην κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς ή τις τιμές κρεατινίνης στον ορρό καθώς αυτές έχει βρεθεί ότι συσχετίζονται με τους χρόνους ημιζωής των αμινογλυκοσιδών σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Αυτά τα δοσολογικά σχήματα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με προσεκτικές κλινικές και εργαστηριακές παρατηρήσεις του ασθενούς και θα πρέπει να τροποποιούνται όπως απαιτείται, συμπεριλαμβάνοντας τροποποίηση όταν πραγματοποιείται αιμοκάθαρση.
Παράταση του δοσολογικού μεσοδιαστήματος με φυσιολογικές δόσεις Εάν ο ρυθμός κάθαρσης της κρεατινίνης δεν είναι διαθέσιμος και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, το δοσολογικό μεσοδιάστημα σε ώρες για τη φυσιολογική μεμονωμένη δόση (δηλ. εκείνη που θα δίνεται σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία δύο φορές ημερησίως, 7,5 mg/kg) υπολογίζεται ως 9 φορές το επίπεδο κρεατινίνης του ορρού. Εάν για παράδειγμα η κάθαρση κρεατινίνης είναι 2 mg/100 ml, τότε η συνιστώμενη εξατομικευμένη μεμονωμένη δόση (7,5 mg/kg βάρος σώματος) πρέπει να χορηγείται κάθε 2 x 9 = 18 ώρες.
Μείωση δόσης με φυσιολογικά δοσολογικά μεσοδιαστήματα Εάν δεν υπάρχουν διαθέσιμοι προσδιορισμοί δοκιμασιών ορρού, και η κατάσταση του ασθενούς είναι σταθερή, οι τιμές κρεατινίνης ορρού και κάθαρσης της κρεατινίνης είναι οι πιο άμεσα διαθέσιμοι δείκτες του βαθμού νεφρικής δυσλειτουργίας για να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός για τη δοσολογία. Για ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και γνωστή κάθαρση κρεατινίνης, η δόση εφόδου είναι αμικασίνη 7,5 mg/kg σωματικού βάρους. Η δόση συντήρησης χορηγούμενη σε διαστήματα 12 ωρών θα πρέπει να μειώνεται αναλογικά με τη μείωση στο ρυθμό κάθαρσης της κρεατινίνης του ασθενούς και υπολογίζεται με τον τύπο:
μειωμένη δόση αμικασίνης = (τρέχουσα κάθαρση κρεατινίνης [ml/λεπτό] / φυσιολογική κάθαρση κρεατινίνης [ml/λεπτό]) x υπολογισμένη δόση εφόδου αμικασίνης [mg]
Οι τιμές που παρουσιάζονται στον παρακάτω πίνακα θα πρέπει να θεωρούνται κατευθυντήριες:
| Κάθαρση κρεατινίνης [ml/min] | Ημερήσια δόση αμικασίνης [mg/kg βάρος σώματος ανά ημέρα] | Δόση αμικασίνης ανά 12 ώρες για έναν ασθενή 70 kg βάρος σώματος [mg] |
|---|---|---|
| 70 - 80 | 7,6 - 8 | 266 - 280 |
| 60 - 69 | 6,4 - 7,6 | 224 - 266 |
| 50 - 59 | 5,4 - 6,4 | 186 - 224 |
| 40 - 49 | 4,2 - 5,4 | 147 - 186 |
| 30 - 39 | 3,2 - 4,2 | 112 - 147 |
| 20 - 29 | 2,1 - 3,1 | 77 - 112 |
| 15 - 19 | 1,6 - 2,0 | 56 - 77 |
Τα παραπάνω σχήματα δοσολογίας δεν προορίζονται να αποτελούν αυστηρές συστάσεις, αλλά παρέχονται ως οδηγοί για τη δοσολογία όταν η μέτρηση των επιπέδων αμικασίνης στον ορρό δεν είναι εφικτή. Ένας εναλλακτικός γενικός οδηγός για τον καθορισμό μειωμένης δοσολογίας σε μεσοδιαστήματα δώδεκα ωρών (για ασθενείς των οποίων οι τιμές κρεατινίνης ορρού σε σταθερή κατάσταση είναι γνωστές) είναι να διαιρεθεί η φυσιολογικά συνιστώμενη δόση με την κρεατινίνη ορρού του ασθενούς.
-
Ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση: Η αιμοκάθαρση καθαρίζει εύκολα το αίμα από την αμικασίνη, με 90% της δόσης να αποβάλλεται εντός 4 ωρών. Σε ασθενή με ανουρία, χορηγείται μια κανονική αρχική δόση (7,5 mg/kg). Οι επόμενες δόσεις, χορηγούμενες μετά την αιμοκάθαρση, θα είναι περίπου 2,5 έως 3,75 mg/kg. Η παρακολούθηση των επιπέδων στον ορρό είναι απαραίτητη.
-
Ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε περιτοναϊκή κάθαρση: Είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική, με 30% μιας χορηγηθείσας δόσης να μπορεί να εξαχθεί σε 12 ώρες.
Δοσολογία μία φορά ημερησίως Σε κλινικές καταστάσεις με αυξημένο όγκο κατανομής, η πρώτη δόση, η δόση εφόδου, θα είναι μεταξύ 20 και 30 mg/kg και χρειάζεται στη συνέχεια να προσαρμοστεί σύμφωνα με την Cmax.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς: Οι ηλικιωμένοι ασθενείς μπορεί να χρειάζονται χαμηλότερες δόσεις συντήρησης απ’ ότι οι νεότεροι ενήλικες, ώστε να επιτευχθούν θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
Παχύσαρκοι ασθενείς: Η αμικασίνη διαχέεται ελάχιστα στο λιπώδη ιστό. Η κατάλληλη δόση μπορεί να υπολογιστεί χρησιμοποιώντας το εκτιμούμενο ιδανικό βάρος σώματος του ασθενή, συν 40% του επιπλέον βάρους, ως το βάρος με το οποίο υπολογίζονται τα mg/kg. Δεν πρέπει να υπερβαίνεται η μέγιστη δόση των 1,5 g ανά ημέρα. Για παχύσαρκους ασθενείς, συνιστάται ο υπολογισμός της δόσης με βάση το ξηρό βάρος. Τύπος για τον υπολογισμό του βάρους ο οποίος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της δοσολογίας σε παχύσαρκους ασθενείς (P1): P1 = PI + (PA - PI) x 0,4 (PI = ιδανικό βάρος, PA = τρέχον βάρος).
-
Ασθενείς με ασκίτη: Υψηλότερες δόσεις πρέπει να χορηγούνται για να επιτευχθούν επαρκείς συγκεντρώσεις ορού εν όψει της σχετικά μεγαλύτερης κατανομής στο τμήμα του εξωκυττάριου υγρού.
Τρόπος χορήγησης Ενδοφλέβια χρήση. Το προτιμώμενο χρονικό διάστημα για μια έγχυση σε ενήλικες είναι 30 λεπτά αλλά ενδέχεται να διαρκέσει έως 60 λεπτά. Σε παιδιατρικούς ασθενείς, το διάλυμα θα πρέπει φυσιολογικά να εγχέεται επί 30 ή 60 λεπτά. Τα βρέφη θα πρέπει να λαμβάνουν έγχυση διάρκειας 1 έως 2 ωρών.
block
Αντενδείξεις
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην αμικασίνη ή σε άλλες αμινογλυκοσίδες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1).
- Με ιστορικό υπερευαισθησίας ή σοβαρών τοξικών αντιδράσεων σε αμινογλυκοσίδες ενδέχεται να αντενδείκνυται η χρήση οποιασδήποτε αμινογλυκοσίδης εξαιτίας των γνωστών διασταυρούμενων ευαισθησιών των ασθενών σε φάρμακα αυτής της κατηγορίας.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Απαιτείται προσοχή κατά τη χορήγηση σε ασθενείς με:
- νεφρική βλάβη
- ακουστική ή αιθουσαία διαταραχή
- νευρομυϊκές διαταραχές (π.χ. μυασθένεια gravis, παρκινσονισμός ως μυϊκή αδυναμία ενδέχεται να επιδεινωθούν εξαιτίας της ενδεχόμενης επίδρασης τύπου κουραρίου που έχουν οι αμινογλυκοσίδες στη νευρομυϊκή σύναψη)
- σε εκείνους που έχουν λάβει θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδες άμεσα πριν από την αμικασίνη.
Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με παρεντερικές αμινογλυκοσίδες θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή κλινική παρακολούθηση εξαιτίας της ενδεχόμενης ωτοτοξικότητας και νεφροτοξικότητας που σχετίζεται με τη χρήση τους.
Οι τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών, συμπεριλαμβανομένου της αμικασίνης, είναι συχνότερες σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, εάν χορηγούνται υψηλές δόσεις, και εάν η διάρκεια της θεραπείας είναι παρατεταμένη. Δεν έχει επιβεβαιωθεί η ασφάλεια της θεραπείας για περιόδους άνω των 14 ημερών. Άλλοι παράγοντες οι οποίοι αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας από τις αμινογλυκοσίδες είναι η προχωρημένη ηλικία και η αφυδάτωση.
Νευρο/ωτοτοξικότητα
Νευροτοξικότητα, που εκδηλώνεται ως αιθουσαία ή/και αμφοτερόπλευρη ακουστική ωτοτοξικότητα, μπορεί να παρουσιαστεί σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αμινογλυκοσίδες. Ο κίνδυνος ωτοτοξικότητας που προκαλείται από τις αμινογλυκοσίδες είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, ή σε εκείνους των οποίων η αγωγή παρατείνεται επί 5-7 ημέρες θεραπείας, ακόμα και σε υγιείς ασθενείς. Κώφωση υψηλής συχνότητας συνήθως παρουσιάζεται πρώτα και μπορεί να ανιχνευτεί μόνο μέσω ακοομετρικής εξέτασης. Ίλιγγος ενδέχεται να παρουσιαστεί και μπορεί να αποτελεί απόδειξη αιθουσαίας κάκωσης. Άλλες εκδηλώσεις νευροτοξικότητας ενδέχεται να περιλαμβάνουν αιμωδία, μυρμηκίαση στο δέρμα, μυϊκές συσπάσεις και σπασμούς. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν κοχλιακή ή αιθουσαία βλάβη ενδέχεται να μην έχουν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας που να τους προειδοποιούν για την ανάπτυξη τοξικότητας του όγδοου νεύρου, και ολική ή μερική μη αναστρέψιμη αμφοτερόπλευρη κώφωση ή αναπηριογόνος ίλιγγος ενδέχεται να παρουσιαστούν αφότου έχει διακοπεί η χορήγηση του φαρμάκου. (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η ωτοτοξικότητα που προκαλείται από τις αμινογλυκοσίδες είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Νευρομυϊκή τοξικότητα
Νευρομυϊκός αποκλεισμός και αναπνευστική παράλυση έχουν αναφερθεί έπειτα από παρεντερική ένεση, τοπική ενστάλαξη (όπως σε ορθοπεδική και κοιλιακή καταιόνηση ή σε τοπική θεραπεία εμπυήματος), και έπειτα από στόματος χρήση αμινογλυκοσιδών. Η πιθανότητα αναπνευστικής παράλυσης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εάν οι αμινογλυκοσίδες χορηγούνται μέσω οποιασδήποτε οδού, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία ασκούν ταυτόχρονα νευρομυϊκούς αποκλεισμούς. (βλ. Αλληλεπιδράσεις). Εάν παρουσιαστεί νευρομυϊκός αποκλεισμός, τα άλατα ασβεστίου ενδέχεται να αναστρέψουν την αναπνευστική παράλυση, αλλά ενδέχεται να απαιτείται μηχανική αναπνευστική υποστήριξη. Ο νευρομυϊκός αποκλεισμός και η μυϊκή παράλυση έχουν καταδειχθεί σε εργαστηριακά ζώα στα οποία δόθηκαν υψηλές δόσεις αμικασίνης.
Νεφρική τοξικότητα
Οι αμινογλυκοσίδες είναι δυνητικά νεφροτοξικές. Η νεφρική τοξικότητα είναι ανεξάρτητη από τη συγκέντρωση στο πλάσμα που λαμβάνεται στο μέγιστο επίπεδο (Cmax). Ο κίνδυνος νεφροτοξικότητας είναι μεγαλύτερος σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, και σε εκείνους οι οποίοι λαμβάνουν υψηλές δόσεις, ή σε εκείνους των οποίων η θεραπεία είναι παρατεταμένη. Οι ασθενείς θα πρέπει να είναι καλά ενυδατωμένοι κατά τη διάρκεια της θεραπείας και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να αξιολογείται με τις συνήθεις μεθόδους προτού ξεκινήσει η θεραπεία και καθημερινά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. (βλ. Δοσολογία). Οι ημερήσιες δόσεις θα πρέπει να μειώνονται ή/και το διάστημα μεταξύ των δόσεων να επεκτείνεται σε περίπτωση εμφάνισης σημείων νεφρικής δυσλειτουργίας, όπως: κυλινδρουρία, η εμφάνιση λευκών αιμοσφαιρίων ή ερυθρών αιμοσφαιρίων, λευκωματουρία, μείωση της κάθαρσης κρεατινίνης, μειωμένο ειδικό βάρος ούρων, υπεραζωταιμία, αυξημένο BUN, αύξηση της κρεατινίνης ορρού και ολιγουρία. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε περίπτωση αύξησης της αζωταιμίας ή εάν ο όγκος των ούρων μειώνεται βαθμιαία.
Παρακολούθηση του ασθενούς
Η νεφρική λειτουργία και η λειτουργία του όγδοου κρανιακού νεύρου θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά ιδιαίτερα σε ασθενείς με γνωστή ή πιθανολογούμενη νεφρική δυσλειτουργία κατά την έναρξη της θεραπείας, καθώς επίσης και σε εκείνους των οποίων η νεφρική λειτουργία είναι αρχικά φυσιολογική αλλά αναπτύσσουν σημεία νεφρικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις αμικασίνης στον ορρό θα πρέπει να παρακολουθούνται όταν είναι εφικτό προκειμένου να διασφαλίζονται επαρκή επίπεδα και να αποφεύγονται δυνητικά τοξικά επίπεδα. Τα ούρα θα πρέπει να εξετάζονται για μειωμένο ειδικό βάρος, αυξημένη απέκκριση πρωτεϊνών, και για την παρουσία κυττάρων ή κυλίνδρων. Το άζωτο ουρίας αίματος, η κρεατινίνη ορρού, ή η κάθαρση κρεατινίνης θα πρέπει να μετρούνται περιοδικά. Διαδοχικά ακουγράμματα θα πρέπει να λαμβάνονται όταν είναι εφικτό σε ασθενείς οι οποίοι είναι σε ηλικία που να επιτρέπει την εξέτασή τους, ιδιαίτερα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου. Αποδείξεις ωτοτοξικότητας (ζάλη, ίλιγγος, εμβοές, βούισμα στα αυτιά, και απώλεια της ακοής) ή νεφροτοξικότητας απαιτούν διακοπή του φαρμάκου ή ρύθμιση της δοσολογίας. (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η θεραπεία με αμικασίνη θα πρέπει να διακόπτεται εάν εξελιχθεί εμβοή ή υποκειμενική απώλεια ακοής ή εάν τα ακουογράμματα παρακολούθησης εμφανίσουν σημαντική απώλεια της απάντησης υψηλών συχνοτήτων. Όπως με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση αμικασίνης ενδέχεται να καταλήξει σε υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων οργανισμών. Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να εφαρμόζεται κατάλληλη θεραπεία. Οι αμινογλυκοσίδες οι οποίες εφαρμόζονται τοπικά ως μέρος της χειρουργικής διαδικασίας, απορροφούνται σύντομα και σχεδόν πλήρως (με εξαίρεση την ουροδόχο κύστη). Σε σχέση με την πλύση του χειρουργικού πεδίου χρησιμοποιώντας παρασκευάσματα αμινογλυκοσίδης (ανεξάρτητα από την έκταση) έχουν αναφερθεί εξέλιξη μη αναστρέψιμης κώφωσης, νεφρική ανεπάρκεια και θάνατος λόγω νευρομυϊκού αποκλεισμού. Έμφρακτο ωχράς κηλίδας που ορισμένες φορές οδηγεί σε μόνιμη απώλεια της όρασης έχει αναφερθεί έπειτα από ενδοϋαλώδη χορήγηση (ένεση μέσα στο μάτι) αμικασίνης.
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς ενδέχεται να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία η οποία ενδέχεται να μην είναι εμφανής στους προσυμπτωματικούς ελέγχους ρουτίνας όπως το BUN ή η κρεατινίνη ορού. Ένας προσδιορισμός κάθαρσης κρεατινίνης πιθανώς να είναι πιο χρήσιμος. Η παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σε ηλικιωμένους ασθενείς κατά τη διάρκεια της θεραπείας με αμινογλυκοσίδες είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι αμινογλυκοσίδες θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή σε πρόωρα νεογνά και σε νεογνά λόγω της νεφρικής ανωριμότητας αυτών των ασθενών και την παράταση του χρόνου ημιζωής στο πλάσμα αυτών των φαρμάκων που προκύπτει από αυτό.
Ειδικές προειδοποιήσεις/προφυλάξεις σχετικά με τα έκδοχα
Το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 15 mmol (ή 354 mg) νάτριο ανά 100 ml. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς οι οποίοι ακολουθούν δίαιτα ελεγχόμενη για νάτριο.
Παρέμβαση στις εργαστηριακές εξετάσεις
Οι δοκιμασίες κρεατινίνης ορρού ενδέχεται να καταλήξουν σε λανθασμένα υψηλές τιμές όταν χορηγούνται κεφαλοσπορίνες ταυτοχρόνως. Η αμοιβαία αδρανοποίηση της αμικασίνης και αντιβιοτικών της β-λακτάμης ενδέχεται να συνεχίζεται σε δείγματα (π.χ. ορρό, εγκεφαλονωτιαίο υγρό κλπ.) που έχουν ληφθεί για τη δοκιμασία αμινογλυκοσιδών οδηγώντας επομένως σε λανθασμένα αποτελέσματα. Επομένως, τα δείγματα θα πρέπει είτε να αναλύονται αμέσως μετά τη λήψη τους ή θα πρέπει να ψύχονται ή το αντιβιοτικό της β-λακτάμης θα πρέπει να αδρανοποιείται μέσω προσθήκης β-λακταμάσης. Η αδρανοποίηση της αμινογλυκοσίδης είναι κλινικά σημαντική μόνο σε ασθενείς με σοβαρά διαταραγμένη νεφρική λειτουργία.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
- Αντιβιοτικά φάρμακα της β-λακτάμης Μείωση στη δραστικότητα του ορού ενδέχεται να παρουσιαστεί όταν η αμινογλυκοσίδη ή κάποιο φάρμακο τύπου πενικιλίνης χορηγούνται ταυτοχρόνως με αμικασίνη in vivo μέσω ξεχωριστών οδών χορήγησης.
- Άλλες νευροτοξικές, ωτοτοξικές ή νεφροτοξικές ουσίες
Η ταυτόχρονη ή διαδοχική χορήγηση, τόσο συστηματική όσο και τοπική, άλλων νευροτοξικών, ωτοτοξικών ή νεφροτοξικών ουσιών θα πρέπει να αποφεύγεται εν όψει της πιθανότητας εμφάνισης αθροιστικών φαινομένων.
Η τοξικότητα της αμικασίνης μπορεί να αυξηθεί από τις παρακάτω νευρο- ή/και ωτο- ή/και νεφροτοξικές ουσίες:
- Άλλες παρεντερικές αμινογλυκοσίδες (π.χ. καναμυκίνη, παρομομυκίνη)
- Άλλα αντιλοιμώδη (χημειοθεραπευτικά) φάρμακα π.χ. βακιτρακίνη, αμφοτερικίνη Β, κεφαλοσπορίνες (π.χ. κεφαλοριδίνη), βανκομυκίνη, πολυμυξίνες (πολυμυξίνη Β, κολιστίνη), βιοµυκίνη
- Κυτταροστατικά που περιέχουν πλατίνη: καρβοπλατίνη (σε υψηλές δόσεις), σισπλατίνη, οξαλιπλατίνη (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις προϋπάρχουσας νεφρικής ανεπάρκειας)
- Ανοσοκατασταλτικά: κυκλοσπορίνη, τακρολίμους
- Διουρητικά με ταχεία δράση π.χ. φουροσεμίδη, αιθακρινικό οξύ (ενδεχόμενη εγγενής ωτοτοξικότητα, συμπληρωματική τοξικότητα αμινογλυκοσιδών που ενδέχεται να είναι αυξημένη λόγω της επίδρασης αφυδάτωσης των διουρητικών και ενισχυμένη συγκέντρωση αμινογλυκοσιδών στον ορρό και σε ιστούς)
- Αμικασίνη / αναισθησία με μεθοξυφλουράνιο Οι αμινογλυκοσίδες ενδέχεται να αυξήσουν τη βλαπτική επίδραση του μεθοξυφλουρανίου στους νεφρούς. Όταν χρησιμοποιείται ταυτοχρόνως, είναι πιθανή η εμφάνιση εξαιρετικά βαριών νευροπαθειών. Σε περίπτωση που η αμικασίνη συνδυάζεται με ένα δυνητικά νεφρο- ή ωτοτοξικό σκεύασμα, η ικανότητα ακοής και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται πολύ στενά. Σε περίπτωση ταυτόχρονης χρήσης με ένα διουρητικό με ταχεία δράση, θα πρέπει να παρακολουθείται η κατάσταση ενυδάτωσης του ασθενή.
- Αμικασίνη/ μυοχαλαρωτικά και άλλες ουσίες με νευρομυϊκές επιδράσεις Κατά την ταυτόχρονη θεραπεία με αμικασίνη και: παράγοντες νευρομυϊκού αποκλεισμού (π.χ. σουκινυλοχολίνη, δεκαμεθόνιο, ατρακούριο, ροκουρόνιο, βεκουρόνιο), μεγάλες ποσότητες αίματος με κιτρικό άλας ή αναισθητικά, πρέπει να αναμένεται ότι θα αυξηθεί ο νευρομυϊκός αποκλεισμός, ο οποίος ασκείται από αυτά τα φάρμακα και ενδέχεται να οδηγήσει σε αναπνευστική παράλυση. Σε περίπτωση χειρουργείου ο αναισθησιολόγος θα πρέπει να πληροφορηθεί ότι έχει χορηγηθεί αυτό το φαρμακευτικό προϊόν. Η ένεση αλάτων ασβεστίου είναι δυνατό να αναστρέψουν το νευρομυϊκό αποκλεισμό που οφείλεται στις αμινογλυκοσίδες (βλ. Υπερδοσολογία).
- Ινδομεθακίνη Η ινδομεθακίνη είναι δυνατό να αυξήσει τη συγκέντρωση της αμικασίνης στο πλάσμα, στα νεογνά.
- Διφωσφωνικά Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπασβεστιαιμίας όταν χορηγούνται αμινογλυκοσίδες με διφωσφωνικά.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Όλες οι αμινογλυκοσίδες έχουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν ωτοτοξικότητα, νεφρική τοξικότητα και νευρομυϊκό αποκλεισμό. Αυτές οι τοξικότητες παρουσιάζονται πιο συχνά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με άλλα ωτοτοξικά ή νεφροτοξικά φάρμακα και σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα ή/και με υψηλότερες δόσεις από τις συνιστώμενες (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που θεωρήθηκαν τουλάχιστον πιθανώς σχετιζόμενες με τη θεραπεία, απαριθμούνται παρακάτω ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και απόλυτη συχνότητα:
- Πολύ συχνές: ≥1/10 από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία
- Συχνές: ≥1/100 έως <1/10 από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία
- Όχι συχνές: ≥1/1.000 έως <1/100 από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία
- Σπάνιες: ≥1/10.000 έως <1/1.000 από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία
- Πολύ σπάνιες: <1/10.000 από ασθενείς που έλαβαν θεραπεία
- Μη γνωστές: Η συχνότητα δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα
Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με ειδικές ανεπιθύμητες ενέργειες με δείκτη «α» ή «β» βλέπε παρακάτω:
Πληροφορίες σχετικά με ιδιαίτερες ανεπιθύμητες ενέργειες a) Βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις. b) Η αμικασίνη δεν είναι μορφοποιημένη για ενδοϋαλώδη ένεση. Τύφλωση και έμφρακτο του αμφιβληστροειδούς έχουν αναφερθεί έπειτα από ενδοϋαλώδη χορήγηση (ένεση μέσα στο μάτι) αμικασίνης.
Οι αλλαγές στη νεφρική λειτουργία είναι συνήθως αναστρέψιμες όταν το φάρμακο διακόπτεται. Οι τοξικές επιδράσεις στο όγδοο κρανιακό νεύρο μπορούν να καταλήξουν σε απώλεια της ακοής, απώλεια της ισορροπίας, ή και στα δύο. Η αμικασίνη επηρεάζει κυρίως την ακουστική λειτουργία. Η κοχλιακή βλάβη περιλαμβάνει κώφωση υψηλής συχνότητας και συνήθως παρουσιάζεται προτού μπορέσει να ανιχνευτεί η κλινική απώλεια της ακοής μέσω ακοομετρικής εξέτασης (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς: Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα. Τηλ: +30 213 2040380/337, Φαξ: +30 210 6549585, Ιστότοπος: http:// www. eof. gr Μέσω της αναφοράς ανεπιθύμητων ενεργειών μπορείτε να βοηθήσετε στη συλλογή περισσότερων πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια του παρόντος φαρμάκου.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Υπάρχει περιορισμένη ποσότητα στοιχείων από τη χρήση αμινογλυκοσίδων σε έγκυες γυναίκες. Οι αμινογλυκοσίδες είναι δυνατό να προκαλέσουν βλάβη στο έμβρυο. Οι αμινογλυκοσίδες διαπερνούν τον πλακούντα και υπάρχουν αναφορές πλήρους, μη αναστρέψιμης, αμφοτερόπλευρης εκ γενετής κώφωσης σε παιδιά των οποίων οι μητέρες έλαβαν στρεπτομυκίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Αν και, δεν αναφέρθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες στο έμβρυο ή σε νεογέννητα εγκύων γυναικών οι οποίες έλαβαν θεραπεία με άλλες αμινογλυκοσίδες, η πιθανότητα βλάβης δυνητικά υπάρχει. Εάν χρησιμοποιηθεί η αμικασίνη κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια λήψης αυτού του φαρμάκου, η ασθενής θα πρέπει να πληροφορείται σχετικά με τον ενδεχόμενο κίνδυνο του εμβρύου.
Το Amikacin B. Braun 2,5 mg/ml, 5 mg/ml, και 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός αν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί τη θεραπεία με αμικασίνη. Εάν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη αυτό θα πρέπει να συμβεί μόνο υπό ιατρική επίβλεψη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Θηλασμός
Είναι άγνωστο εάν η αμικασίνη/μεταβολίτες εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Πρέπει να λαμβάνεται απόφαση για διακοπή του μητρικού θηλασμού ή για διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με Amikacin B. Braun 2,5 mg/ml, 5 mg/ml, και 10 mg/ml διάλυμα για έγχυση, αξιολογώντας το όφελος του μητρικού θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Σε μελέτες αναπαραγωγικής τοξικότητας σε ποντίκια και αρουραίους, δεν αναφέρθηκαν επιδράσεις στη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλες αμινογλυκοσίδες, κωδικός ATC: J01GB06. Η αμικασίνη είναι ένα ημισυνθετικό αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης που προέρχεται από την καναμυκίνη. Προκύπτει από την ακυλίωση με ένα αμινο-υδροξυβουτυρικό οξύ στην αμινομάδα C-1 στο τμήμα της 2-δεοξυστρεπταμίνης.
Μηχανισμός δράσης
Η αμικασίνη δρα μέσω καταστολής της πρωτεϊνοσύνθεσης στα βακτηριακά ριβοσωμάτια δια μέσου αλληλεπίδρασης με το ριβοσωμιακό RNA και διαδοχική καταστολή της μετάφρασης σε ευαίσθητα μικρόβια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία βακτηριοκτόνο δράση.
Σχέση PK / PD Οι σημαντικότερες παράμετροι PK/PD για την πρόβλεψη της βακτηριοκτόνου δράσης της αμικασίνης είναι η αναλογία της μέγιστης συγκέντρωσης στον ορρό (Cmax) και η ελάχιστη συγκέντρωση αναστολής (MIC) του αντίστοιχου παθογόνου. Η αναλογία Cmax/MIC των 8:1 ή 10:1 θεωρείται ότι δίνει αποτελεσματικό βακτηριακό θάνατο και πρόληψη της βακτηριακής επανανάπτυξης. Η αμικασίνη παρουσιάζει μετα-αντιβιοτική δράση in vitro και in vivo. Η μετα-αντιβιοτική δράση επιτρέπει την παράταση του δοσολογικού μεσοδιαστήματος χωρίς την απώλεια της αποτελεσματικότητας έναντι των περισσότερων Gram-αρνητικών βακίλων.
Μηχανισμός αντοχής Η αντοχή στην αμικασίνη μπορεί να οφείλεται στους ακόλουθους μηχανισμούς:
- Ενζυματική απενεργοποίηση: Μία ενζυματική τροποποίηση των μορίων της αμινογλυκοσίδης είναι ο πιο επικρατής μηχανισμός αντοχής. Σε αυτό μεσολαβούν ακετυλοτρανσφεράσες, φωσφοτρανσφεράσες ή νουκλεοτιδυλοτρανσφεράσες, οι οποίες κωδικοποιούνται συνήθως από πλασμίδια. Η αμικασίνη έχει καταδειχτεί ότι είναι αποτελεσματική έναντι σε πολλά ανθεκτικά στις αμινογλυκοσίδες στελέχη λόγω της ικανότητάς της να ανθίσταται στην αποδόμηση από ένζυμα απενεργοποίησης των αμινογλυκοσιδών.
- Μειωμένη διείσδυση και ενεργή εκροή: Αυτός ο μηχανισμός ανθεκτικότητας παρατηρείται στην ψευδομονάδα (Pseudomonas aeruginosa). Πρόσφατα δεδομένα καταδεικνύουν την εμφάνιση όμοιων μηχανισμών ανθεκτικότητας σε στελέχη Acinetobacter.
- Μετατροπή της δομής-στόχου: Τροποποιήσεις εντός των ριβοσωμάτων παρατηρούνται μόνο περιστασιακά ως λόγος της ανθεκτικότητας. Υπάρχει μερική διασταυρούμενη ανθεκτικότητα μεταξύ της αμικασίνης και άλλων αμινογλυκοσιδικών αντιβιοτικών.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Σημεία διακοπής Σύμφωνα με την EUCAST, ισχύουν οι ακόλουθες οριακές τιμές για την αμικασίνη:
| Οργανισμός | Σημεία διακοπής EUCAST (mg/l) |
|---|---|
| S ≤ | |
| Enterobacteriaceae; Pseudomonas, Acinetobacter και Staphylococcus | |
| Σημεία διακοπής που δε σχετίζονται με τα είδη * |
*Αυτό βασίζεται κυρίως στις φαρμακοκινητικές ιδιότητες του ορού. 1) τα σημεία διακοπής σχετίζονται με τη χορήγηση ενδοφλέβιας δόσης αμικασίνης 15 mg/kg την ημέρα.
Φάσμα δραστηριότητας της αμικασίνης: Η εμφάνιση επίκτητης αντοχής μπορεί να διαφοροποιείται γεωγραφικά και χρονικά για επιλεγμένα είδη και είναι επιθυμητή η τοπική πληροφόρηση για την αντοχή, ιδιαίτερα όταν θεραπεύονται σοβαρές λοιμώξεις. Εάν απαιτείται, θα πρέπει να λαμβάνεται καθοδήγηση από ειδικούς όταν η τοπική επίπτωση αντοχής είναι τέτοια ώστε να καθίσταται η χρησιμότητα του παράγοντα αμφισβητήσιμη σε τουλάχιστον κάποιους τύπους λοιμώξεων.
-
Ευαίσθητα συνήθως είδη
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Staphylococcus aureus, Staphylococcus haemolyticus, Staphylococcus hominis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Citrobacter freundii, Enterobacter aerogenes, Enterobacter cloacae, Escherichia coli, Klebsiella oxytoca, Klebsiella pneumoniae, Morganella morganii, Proteus mirabilis, Proteus vulgaris, Pseudomonas aeruginosa, Salmonella enterica, Serratia liquefaciens, Seratia marcescens, Shigella spp.
-
Είδη για τα οποία η επίκτητη αντοχή είναι δυνατό να αποτελέσει πρόβλημα
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Staphylococcus epidermidis
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Acinetobacter baumannii
-
Εγγενώς ανθεκτικοί οργανισμοί
- Αερόβιοι Gram-θετικοί μικροοργανισμοί: Enterococcus spp., Streptococcus spp.
- Αερόβιοι Gram-αρνητικοί μικροοργανισμοί: Burkholderia cepacia, Stenotrophomonas maltophila
- Αναερόβια: Bacteroides spp., Prevotella spp.
- Άλλοι μικροοργανισμοί: Chlamydia spp., Chlamydophila spp., Mycoplasma spp., Ureaplasma urealyticum
Η αναλογία ανθεκτικότητας των απομονωμένων στελεχών από ειδικές ομάδες ασθενών π.χ. ασθενείς με κυστική ίνωση, είναι ≥10%. Κατά τη στιγμή της δημοσίευσης αυτών των πινάκων, δεν υπήρχαν διαθέσιμα επικαιροποιημένα δεδομένα. Στην πρωτογενή βιβλιογραφία, σε πρότυπα βιβλία αναφοράς και συστάσεις θεραπείας η ευαισθησία θεωρείται δεδομένη.
Άλλες πληροφορίες: Οι αμινογλυκοσίδες είναι κατάλληλες για συνδυασμό με άλλα αντιβιοτικά ενάντια σε gram θετικούς κόκκους.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-AMIKACIN/B.BRAUN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση Συγκεντρώσεις πλάσματος: Κατά την από του στόματος χορήγηση, δεν απορροφάται πρακτικά καθόλου η αμικασίνη. Μπορεί να χορηγηθεί μόνο παρεντερικά. Τα μέγιστα επίπεδα στις συγκεντρώσεις ορρού επιτυγχάνονται 1 - 2 ώρες μετά από την έγχυση. Ο χρόνος ημιζωής ορρού είναι 2,2 - 2,4 ώρες. Ένας μεγαλύτερος χρόνος ημιζωής είναι αναμενόμενος για ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια και σε πρόωρα ή σε νεογνά.
Η χορήγηση μίας δόσης 7,5 mg/kg με συνεχή 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού 38 µg/ml στο τέλος της έγχυσης. Σε υγιείς εθελοντές, η χορήγηση μίας δόσης των 15 mg/kg με συνεχή 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού περίπου 77 µg/ml στο τέλος της έγχυσης και 47 µg/ml και 1 µg/ml, 1 και 12 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα.
Στους ηλικιωμένους με μέση κάθαρση κρεατινίνης 64 ml/min, η χορήγηση μίας δόσης των 15 mg/kg με 30λεπτη ενδοφλέβια έγχυση έχει ως αποτέλεσμα μία συγκέντρωση ορρού 55 µg/ml στο τέλος της έγχυσης και 5,4 µg/ml και 1,3 µg/ml, 12 και 24 ώρες μετά το τέλος της έγχυσης, αντίστοιχα.
Σε μελέτες πολλαπλών δόσεων, δεν έχουν καταδειχτεί δράσεις συσσώρευσης σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία οι οποίοι λάμβαναν μεμονωμένες ημερήσιες δόσεις των 15 έως 20 mg/kg.
Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της αμικασίνης είναι περίπου 24 l (28% του βάρους σώματος). Το ποσοστό πρωτεϊνικής σύνδεσης έχει ανιχνευτεί στα 4% - 10%. Μετά από τη χορήγηση της συνιστώμενης δόσης, θεραπευτικά επίπεδα αμικασίνης βρίσκονται στα οστά, την καρδιά, τη χοληδόχο κύστη, τον πνευμονικό ιστό, τα ούρα, τη χολή, τα βρογχικά εκκρίματα, τα πτύελα, το ενδιάμεσο υγρό, το υπεζωκοτικό υγρό και το αρθρικό υγρό. Διαχέεται επαρκώς στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φλεγμένουσες μήνιγγες. Περίπου 10% έως 20% της συγκέντρωσης ορού διαπερνά τις υγιείς μήνιγγες, το οποίο μπορεί να αυξηθεί σε 50% όταν φλεγμαίνουν οι μήνιγγες. Η ουσία συσσωρεύεται στο νεφρικό φλοιό και στο εσωτερικό υγρό του ωτός, και αποβάλλεται μόνο αργά από αυτά τα εν τω βάθει διαμερίσματα. Η αμικασίνη διαπερνά το φραγμό του πλακούντα και εκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Οι συγκεντρώσεις στο εμβρυικό αίμα και το αμνιακό υγρό φτάνουν το 20% αυτών που έχουν βρεθεί στη μητέρα.
Βιομετατροπή: Η αμικασίνη δε μεταβολίζεται στο ανθρώπινο σώμα.
Αποβολή: Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία η μέση κάθαρση ορρού της αμικασίνης είναι 100 ml/min και η νεφρική κάθαρση είναι 94 ml/min. Η αμικασίνη αποβάλλεται μέσω σπειραματικής διήθησης ως επικρατούσα οδός αποβολής. Το μεγαλύτερο μέρος του όγκου (60% - 82%) απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα εντός των 6 πρώτων ωρών. Μόνο πολύ μικρές ποσότητες απεκκρίνονται στη χολή. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία 91% και 95% της δόσης αμικασίνης (ενδομυϊκά) απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα εντός 8 και 24 ωρών, αντίστοιχα. 90% της αμικασίνης μπορεί να αποβληθεί μέσω αιμοκάθαρσης εντός τεσσάρων ωρών.
Παιδιατρικοί ασθενείς: Τα δεδομένα από μελέτες πολλαπλών ημερήσιων δόσεων κατέδειξαν ότι τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό σε φυσιολογικά βρέφη είναι περίπου 10 έως 20% της συγκέντρωσης ορρού και μπορεί να φτάσει στο 50% στη μηνιγγίτιδα.
Ενδοφλέβια χορήγηση Σε νεογνά και ιδιαίτερα σε πρόωρα μωρά, η νεφρική αποβολή της αμικασίνης είναι μειωμένη. Σε μία μεμονωμένη μελέτη σε νεογνά (ηλικίας 1-6 ημέρες μετά από τη γέννηση) ομαδοποιημένα σύμφωνα με το βάρος γέννησης ((<2000, 2000-3000 και >3000 g). Η αμικασίνη χορηγήθηκε ενδομυϊκά ή/και ενδοφλέβια με δόση 7,5 mg/kg. Η κάθαρση σε νεογνά >3000 g ήταν 0,84 ml/min/kg και ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν περίπου 7 ώρες. Σε αυτήν την ομάδα, ο αρχικός όγκος της κατανομής και ο όγκος κατανομής στη σταθερή κατάσταση ήταν 0,3 ml/kg και 0,5 mg/kg, αντίστοιχα. Στις ομάδες με χαμηλότερο βάρος γέννησης η κάθαρση/kg ήταν χαμηλότερη και ο χρόνος ημιζωής μεγαλύτερος. Η επαναλαμβανόμενη δοσολογία κάθε 12 ώρες σε όλες τις παραπάνω ομάδες δεν κατέδειξε συσσώρευση μετά από 5 ημέρες.
ΕΟΦ · 5.1.6
Aμινογλυκοσίδες
expand_more
Aμινογλυκοσίδες
H ομάδα αυτή των αντιμικροβιακών ουσιών αποτελεί την πρώτη σειρά αντιβιοτικών με ευρύ φάσμα και σε αυτήν ανήκουν η στρεπτομυκίνη, νεομυκίνη, καναμυκίνη, γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη, νετιλμικίνη.
Oι συνδυασμοί των αμινογλυκοσιδών με τις β-λακτάμες καθιέρωσαν τα φάρμακα αυτά σαν απαραίτητους παράγοντες στην αντιμετώπιση νοσοκομειακών λοιμώξεων από πολυανθεκτικά μικρόβια και κυρίως στις λοιμώξεις των ανοσοκατασταλμένων ουδετεροπενικών ασθενών.
Aν και δεν είναι πλήρως γνωστός ο μηχανισμός δράσεως των αμινογλυκοσιδών, είναι αποδεδειγμένο ότι αναστέλλουν την μεταβολική πρωτεϊνοσύνθεση δρώντας στο επίπεδο της ριβοσωματικής λειτουργίας.
Tο ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα των αμινογλυκοσιδών περιλαμβάνει κυρίως Gram αρνητικά βακτήρια και δευτερευόντως Gram θετικούς κόκκους. Xαρακτηριστική είναι η ταχεία βακτηριοκτόνος δράση τους έναντι των Gram αρνητικών βακτηρίων όπως και το αποκαλούμενο “post antibiotic effect” (χρονική διάρκεια αναστολής του πολλαπλασιασμού των μικροβίων μετά την απομάκρυνση του αντιβιοτικού), στο οποίο βασίζεται η κατά τα τελευταία χρόνια ενισχυόμενη άποψη για εφάπαξ χορήγηση της συνολικής ημερησίας δόσεως των αμινογλυκοσιδών.
Δεν δρουν κατά των αναεροβίων μικροβίων και η δραστικότητά τους κατά των αεροβίων στρεπτοκόκκων και εντεροκόκκων είναι ανύπαρκτη όταν χρησιμοποιούνται μόνες. Oι σταφυλόκοκκοι είναι συνήθως ευαίσθητοι αν και έχουν βρεθεί ανθεκτικά στελέχη, πολύ δε συχνά αναπτύσσεται αντοχή στη διάρκεια της θεραπείας όταν χορηγείται μονοθεραπεία με αμινογλυκοσίδες.
H στρεπτομυκίνη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά στη θεραπεία της φυματίωσης (βλ. 5.1.15). Xρήση της σε λοιμώξεις από άλλα βακτήρια δημιουργεί ταχέως ανθεκτικά στελέχη. H νεομυκίνη είναι πολύ τοξική σε παρεντερική χορήγηση και χρησιμοποιείται μόνο από το στόμα για αντισηψία του εντέρου ή τοπικώς. H καναμυκίνη δεν χρησιμοποιείται πλέον. H γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομυκίνη, διβεκακίνη, αμικασίνη και νετιλμικίνη έχουν χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από εντεροβακτηριακά, Pseudomonas aeruginosa και ορισμένα στελέχη σταφυλοκόκκων. Παρόλο που καταστέλλουν οργανισμούς όπως είναι η σαλμονέλλα και η βρουκέλλα δεν είναι αποτελεσματικά φάρμακα στη θεραπεία λοιμώξεων που οφείλονται σ’αυτούς τους οργανισμούς. Πολλά από τα αρχικά ευαίσθητα στελέχη εντεροβακτηριακών (K. pneumonia, S. marcescens, E. cloacae, είδη Acinetobacter), P. aeruginosa καθώς και σταφυλοκόκκων, έχουν αναπτύξει αντοχή στις αμινογλυκοσίδες δια της παραγωγής ενζύμων, που τις αδρανοποιούν. H αντοχή αυτή είναι συνήθως πλασμιδιακή και αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα στις νοσοκομειακές λοιμώξεις της χώρας μας.
Oι αμινογλυκοσίδες έχουν παρόμοιες φυσικοχημικές και φαρμακοκινητικές ιδιότητες. Aπορροφώνται ελάχιστα από το γαστρεντερικό ενώ απορροφώνται ικανοποιητικά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και μπορούν να χορηγηθούν σε ενδοφλέβια στάγδην έγχυση. Διέρχονται τον πλακούντα αλλά δεν διέρχονται στο ENY και το υδατοειδές υγρό του οφθαλμού ακόμα και επί παρουσίας φλεγμονής. Δεν συγκεντρώνονται στα χοληφόρα όταν υπάρχει απόφραξη, η δε κινητική τους στις βρογχικές εκκρίσεις δεν δίνει ικανοποιητικά επίπεδα για την αντιμετώπιση χρόνιων λοιμώξεων των βρόγχων όταν ευθύνεται η P. aeruginosa. Oι αμινογλυκοσίδες διεισδύουν καλά στο αρθρικό, το πλευριτικό, το περικαρδιακό υγρό και στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται σχεδόν αποκλειστικά με σπειραματική διήθηση από τους νεφρούς και έχουν κάθαρση ανάλογη με αυτή της ενδογενούς κρεατινίνης. O χρόνος υποδιπλασιασμού τους στον ορό κυμαίνεται μεταξύ 2 και 4 ωρών επί φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, παρατεινόμενος επί νεφρικής ανεπάρκειας ώστε να είναι αναγκαία η τροποποίηση του δοσολογικού σχήματος ανάλογα με το βαθμό της. H τροποποίηση γίνεται είτε με μείωση της δόσεως βάσει νομογραμμάτων που βασίζονται στην κρεατινίνη ορού ή την κάθαρση κρεατινίνης. Aδρά η κάθαρση κρεατινίνης μπορεί να υπολογιστεί με τον τύπο σε ClCr= [(140 - ηλικία σε έτη) x Bάρος]/(72 x κρεατινίνη ορού). Προκειμένου περί γυναικών πρέπει η τιμή να πολλαπλασιάζεται με το 0.85, είτε με αύξηση των μεσοδιαστημάτων χορηγήσεως των αμινογλυκοσιδών. Tο μεσοδιάστημα μπορεί να υπολογισθεί αδρά πολλαπλασιάζοντας την κρεατινίνη ορού σε mg x 8 για την γενταμικίνη, τομπραμυκίνη, σισομικίνη, νετιλμικίνη και x 12 για την αμικασίνη. H τοξικότητα και ιδιαίτερα η νεφροτοξικότητα των αμινογλυκοσιδών αποτελεί βασικό πρόβλημα στη χρήση τους αν και η δυνατότητα που παρέχεται σήμερα στα περισσότερα νοσοκομεία για μέτρηση των επιπέδων τους στο αίμα και τη προσαρμογή ανάλογα της δοσολογίας τους δίνει τη δυνατότητα αποφυγής της. Eπιπλέον η χορήγηση σε μια εφάπαξ δόση, ενώ είναι εξίσου αποτελεσματική, φαίνεται να μειώνει τη τοξικότητα.
Oι κύριες τοξικές επιδράσεις των αμινογλυκοσιδών είναι η νεφροτοξικότητα, η ωτοτοξικότητα και λιγότερο συχνές ο αποκλεισμός των νευρομυϊκών συνάψεων, αλλεργικές αντιδράσεις, ναυτία, έμετοι και αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
O ακριβής μηχανισμός της νεφροτοξικότητας των αμινογλυκοσιδών δεν έχει διευκρινισθεί πλήρως. Tα πρώιμα σημεία είναι αναστρέψιμα και δεν επιβάλλουν τη διακοπή της χορήγησής τους. Πρέπει όμως κατά τη χρήση τους να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες κινδύνου νεφροτοξικότητας, όπως λ.χ. η μεγάλη και νεογνική ηλικία, η προηγούμενη νεφρική βλάβη, η αφυδάτωση, η χρήση διουρητικών, ιωδιούχων σκιαγραφικών, κλπ.
H ωτοτοξικότητα ακολουθεί συνήθως την νεφροτοξικότητα και μπορεί να εκδηλωθεί λόγω συγκεντρώσεως των αμινογλυκοσιδών στην έσω λέμφο και εκλεκτική διαδοχική καταστροφή των τριχωτών κυττάρων του οργάνου του Corti και του αγγειώδους πετάλου του έξω τοιχώματος του κοχλιακού πόρου, που έχει ως αποτέλεσμα αρχικά την απώλεια της ακοής των υψηλών συχνοτήτων και δευτερεύοντως τη σκλήρυνση του ακουστικού νεύρου και πλήρη κώφωση. Oι διάφορες αμινογλυκοσίδες εμφανίζουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το βαθμό ωτοτοξικότητας και το είδος της, δηλαδή αιθουσαία ή κοχλιακή. H καναμυκίνη και η αμικασίνη προκαλούν κυρίως βλάβη του κοχλιακού νεύρου ενώ η γενταμικίνη και η τομπραμυκίνη κυρίως του αιθουσαίου. H στρεπτομυκίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη και στα δύο. H ωτοτοξικότητα του κοχλιακού νεύρου είναι συνήθως μη αναστρέψιμη.
Nευρομυϊκή παράλυση σπάνια παρατηρείται μετά από ταχεία ενδοφλέβια χορήγηση αμινογλυκοσίδης και συνήθως σε ασθενείς με μυασθένεια ή σε ασθενείς που λαμβάνουν συγχρόνως γενικά αναισθητικά ή άλλα φάρμακα που προκαλούν νευρομυϊκό αποκλεισμό, όπως δεκαμεθόνιο, σουξινυλοχολίνη ή κουράριο, κινιδίνη, ή μαγνήσιο.
ΕΟΦ · 13.3.1
Tοπικά αντιμικροβιακά
expand_more
Tοπικά αντιμικροβιακά
Eκτεταμένες και εν τω βάθει λοιμώξεις του δέρματος (π.χ. ερυσίπελας, κυτταρίτιδα, δοθιήνωση κλπ.) αντιμετωπίζονται με συστηματική χορήγηση αντιβιοτικών. Tοπική χρήση τους δικαιολογείται μόνο σε επιπολής και περιορισμένης έκτασης λοιμώξεις και θα πρέπει να γίνεται με φειδώ εξαιτίας κυρίως των κινδύνων ανάπτυξης ανθεκτικών μικροβιακών στελεχών και ευαισθητοποίησης με αλλεργικές αντιδράσεις. Προτιμώνται τα μη χορηγούμενα συστηματικώς μόνα τους ή ενίοτε σε συνδυασμούς μεταξύ τους.
Kύρια αντένδειξη είναι τυχόν ευαισθησία στο αντιμικροβιακό. Oι συνηθέστερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι ο τοπικός ερεθισμός και οι αλλεργικές αντιδράσεις.
Σημειώνεται ότι εναλλακτική λύση για την αντιμετώπιση μικρών τραυμάτων και ελαφρών λοιμώξεων του δέρματος αποτελεί η καθαριότητα σε συνδυασμό με τα τοπικά αντισηπτικά.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Το αμικακίνη είναι ημι-συνθετικό αμινογλυκοσίδιο αντιβιοτικό που προέρχεται από την κανυμυκίνη Α. Όπως και άλλα αμινογλυκοσίδια, το αμικακίνη διαταράσσει τη βακτηριακή σύνθεση πρωτεϊνών δένοντας την 30S ριβοσωμική υπομονάδα ευαίσθητων οργανισμών. Η πρόσδεση επηρεάζει τη δέσμευση του mRNA και τις θέσεις αποδοχής tRNA, οδηγώντας στην παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων. Άλλοι μηχανισμοί που δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί μπορεί να συνεισφέρουν στα βακτηριοκτόνα αποτελέσματα του αμικακινών. Το φάρμακο αυτό είναι επίσης νεφροτοξικό και ωτοτοξικό.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Διά βραχυπρόθεσμη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων που οφείλονται σε ευαίσθητα στελέχη Gram-αρνητικών βακτηρίων, περιλαμβανομένων ειδών Pseudomonas, Escherichia coli, ειδών ινδολο-θετικά και ινδολο-αρνητικά Proteus, Providencia είδη, Klebsiella-Enterobacter-Serratia είδη και Acinetobacter (Mima-Herellea) είδη. Το αμικακίνη μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία λοιμώξεων από Mycobacterium avium και Mycobacterium tuberculosis.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Τα αμινογλυκοσίδια δρουν δένοντας την βακτηριακή 30S ριβοσωμική υπομονάδα, προκαλώντας εσφαλμένη ανάγνωση του tRNA και καταστροφή της σύνθεσης πρωτεϊνών. Τα αμινογλυκοσίδια είναι κυρίως χρήσιμα σε λοιμώξεις από αερόβια Gram-αρνητικά βακτήρια (όπως Pseudomonas, Acinetobacter, Enterobacter). Ορισμένα μυκοβακτήρια, συμπεριλαμβανομένων αυτών που προκαλούν φυματίωση, είναι ευαίσθητα στα αμινογλυκοσίδια. Οι λοιμώξεις από Gram-θετικά βακτήρια μπορούν επίσης να θεραπευθούν με αμινογλυκοσίδες, αλλά άλλα αντιβιοτικά είναι πιο ισχυρά και λιγότερο επιβλαβή για τον ξενιστή. Ιστορικά χρησιμοποιήθηκαν σε συνδυασμό με πενικιλλίνη-παρόμοια αντιβιοτικά σε λοιμώξεις από στρεπτόκοκκο για συνεργιστικά τους εφέ, ιδιαίτερα σε ενδοκαρδίτιδα. Οι αμινογλυκοσίδες είναι κυρίως αναποτελεσματικά έναντι αναερόβιων βακτηρίων, μυκήτων και ιών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Αμινογλυκοσίδες όπως η αμικακίνη δένονται μη-αναστρέψιμα σε συγκεκριμένες πρωτεΐνες της 30S υπομονάδας και στο 16S rRNA. Η αμικακίνη εμποδίζει τη σύνθεση πρωτεϊνών δένοντας στην 30S υπομονάδα για να εμποδίσει τον σχηματισμό ενός αρχικού συμπλέγματος έναρξης με το mRNA. Συγκεκριμένα, η αμικακίνη δεσμεύεται σε τέσσερις νουκλεοτιδία της 16S rRNA και σε ένα αμινοξύ της πρωτεΐνης S12. Αυτό εμποδίζει το σημείο αποκωδικοποίησης κοντά στο νουκλεοτίδιο 1400 της 16S rRNA της 30S. Αυτή η περιοχή αλληλεπιδρά με τη βασική θέση στο anticodon του tRNA. Το αποτέλεσμα είναι παρεμπόδιση του αρχικού συμπλέγματος, εσφαλμένη ανάγνωση mRNA, και εισαγωγή λανθασμένων αμινοξέων στο πολυπεπτίδιο, οδηγώντας σε μη λειτουργικά ή τοξικά πεπτίδια και στη διάσπαση των πολυσωμάτων σε μη λειτουργικά μονοσώματα.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Γρήγορα απορροφάται μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Ταχεία απορρόφηση από το περιτόναιο και από την υπεζωκοτική κοιλότητα. Κακή απορρόφηση από το στόμα και τοπικά. Κακή απορρόφηση από πλύσεις της κύστης και ενδονωτιαία χορήγηση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
2-3 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών
0-11%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός απέκκρισης
Το αμικακίνη εξαρτεύεται κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης.
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 24 L [φυσιολογικοί ενήλικοι]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Clearance (Αποβολή)
- 100 mL/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία
Ήπια και αναστρέψιμη νεφροτοξικότητα μπορεί να παρατηρηθεί σε 5–25% των ασθενών. Το αμικακίνη συσσωρεύεται στα εγγύς σωληνάρια των νεφρών. Η αναγέννηση των κυττάρων γίνεται παρά την συνεχή χορήγηση. Η τοξικότητα συνήθως εμφανίζεται λίγες ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας. Μπορεί να προκαλέσει μόνιμη ωτοτοξικότητα. Η ωτοτοξικότητα φαίνεται να συνδέεται με τη σωρευτική συνολική έκθεση. Η συσσώρευση του φαρμάκου στο ενδοελμικό και περιελμικό υγρό του εσωτερικού αυτιού προκαλεί μόνιμη βλάβη στα τρίχια κύτταρα της κοχίας ή στις κορυφές των κρίσιμων ampullae cristae στο αιθουσοκοχλιαίο σύστημα. Η απώλεια ακοής υψηλών συχνοτήτων εμφανίζεται πρώτα, με προοδευτική απώλεια σε χαμηλότερες συχνότητες. Περισσότερη τοξικότητα μπορεί να οδηγήσει σε ρετρογράφη εκφύλιση του 8ου κρανιακού νεύρου (αιθουσοκοχλιαίο νεύρο). Η αιθουσαία τοξικότητα μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο, ναυτία, έμετο, ζάλη και απώλεια ισορροπίας.
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αμικασίνη είναι ένα αντιβιοτικό αμινογλυκοσίδης. Οι αμινογλυκοσίδες δεσμεύονται στα βακτήρια, προκαλώντας λανθασμένη ανάγνωση του t-RNA, καθιστώντας τα βακτήρια ανίκανα να συνθέσουν πρωτεΐνες ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξή τους. Οι αμινογλυκοσίδες είναι χρήσιμες κυρίως στη θεραπεία λοιμώξεων που αφορούν αερόβια, Gram-αρνητικά βακτήρια, όπως Pseudomonas, Acinetobacter και Enterobacter. Επιπλέον, ορισμένα μυκοβακτήρια, συμπεριλαμβανομένων των βακτηρίων που προκαλούν φυματίωση, είναι ευαίσθητα στις αμινογλυκοσίδες. Λοιμώξεις που προκαλούνται από Gram-θετικά βακτήρια μπορούν επίσης να αντιμετωπιστούν με αμινογλυκοσίδες, ωστόσο, άλλα αντιβιοτικά μπορεί να είναι πιο δραστικά και λιγότερο τοξικά για τον άνθρωπο.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Ο κύριος μηχανισμός δράσης της αμικασίνης είναι ο ίδιος με αυτόν όλων των αμινογλυκοσιδών. Δεσμεύεται στις βακτηριακές υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων και παρεμβαίνει στη δέσμευση του mRNA και στις θέσεις αποδοχής t-RNA, παρεμβαίνοντας στην ανάπτυξη των βακτηρίων. Αυτό οδηγεί σε διαταραχή της φυσιολογικής σύνθεσης πρωτεϊνών και παραγωγή μη λειτουργικών ή τοξικών πεπτιδίων. Έχουν επίσης προταθεί άλλες δράσεις για φάρμακα αυτής της κατηγορίας.
Η αμικασίνη, όπως και οι υπόλοιπες αμινογλυκοσίδες, είναι γενικά βακτηριοκτόνος έναντι Gram-θετικών και Gram-αρνητικών βακτηρίων.
Οι αμινογλυκοσίδες είναι συνήθως βακτηριοκτόνες δράσης. Παρόλο που ο ακριβής μηχανισμός δράσης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί, τα φάρμακα φαίνεται να αναστέλλουν τη σύνθεση πρωτεϊνών σε ευαίσθητα βακτήρια με μη αναστρέψιμη δέσμευση στις υπομονάδες 30S των ριβοσωμάτων. /Αμινογλυκοσίδες/
… Οι αμινογλυκοσίδες είναι αμινοκυκλιτόλες που σκοτώνουν τα βακτήρια αναστέλλοντας τη σύνθεση πρωτεϊνών, καθώς δεσμεύονται στο 16S rRNA και διαταράσσουν την ακεραιότητα της βακτηριακής κυτταρικής μεμβράνης. Οι μηχανισμοί αντοχής στις αμινογλυκοσίδες περιλαμβάνουν: (α) την απενεργοποίηση των αμινογλυκοσιδών μέσω N-ακετυλίωσης, αδε- νυλίωσης ή O-φωσφορυλίωσης, (β) τη μείωση της ενδοκυτταρικής συγκέντρωσης των αμινογλυκοσιδών μέσω αλλαγών στην διαπερατότητα της εξωτερικής μεμβράνης, μειωμένης μεταφοράς στην εσωτερική μεμβράνη, ενεργού εκροής και παγίδευσης του φαρμάκου, (γ) την αλλοίωση του στόχου της υπομονάδας 30S των ριβοσωμάτων μέσω μετάλλαξης, και (δ) τη μεθυλίωση της θέσης δέσμευσης των αμινογλυκοσιδών. … /Αμινογλυκοσίδες/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Ταχεία απορρόφηση μετά από ενδομυϊκή χορήγηση.
- Ταχεία απορρόφηση από την περιτόναιο και την υπεζωκοτική κοιλότητα.
- Χαμηλή από του πεπτικού σωλήνα και τοπική απορρόφηση.
- Χαμηλή απορρόφηση από καθετηριασμούς ουροδόχου κύστης και ενδοραχιαία χορήγηση.
- Η βιοδιαθεσιμότητα αυτού του φαρμάκου αναμένεται να ποικίλλει κυρίως λόγω ατομικών διαφορών στην αποδοτικότητα του νεφελοποιητή και την παθολογία των αεραγωγών.
- Μετά από IM χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αμικασίνης 7,5 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, μέγιστες συγκεντρώσεις αμικασίνης στο πλάσμα 17-25 μικρογραμμάρια/mL επιτυγχάνονται εντός 45 λεπτών έως 2 ωρών.
- Μετά από IV έγχυση της ίδιας δόσης που χορηγήθηκε για 1 ώρα, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου κατά μέσο όρο είναι 38 μικρογραμμάρια/mL αμέσως μετά την έγχυση, 5,5 μικρογραμμάρια/mL στις 4 ώρες και 1,3 μικρογραμμάρια/mL στις 8 ώρες.
- Η αμικασίνη απορροφάται ελάχιστα από τον γαστρεντερικό σωλήνα.
- Η αμικασίνη απορροφάται ταχέως μετά από IM χορήγηση.
- Μετά από IM χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης αμικασίνης 7,5 mg/kg σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, οι μέγιστες συγκεντρώσεις αμικασίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός περίπου 0,5-2 ωρών και κυμαίνονται από 17-25 ug/mL· οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα 10 ώρες μετά τη δόση κατά μέσο όρο είναι 2,1 ug/mL.
- Όταν μια δόση αμικασίνης 7,5 mg/kg χορηγείται με IV έγχυση για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου κατά μέσο όρο είναι 38 ug/mL αμέσως μετά την έγχυση, 18 ug/mL στις 1 ώρα και 0,75 ug/mL στις 10 ώρες.
- Σε ενήλικες που λαμβάνουν 15 mg/kg μία φορά ημερησίως με IV έγχυση για 30 λεπτά, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (που μετρήθηκαν 30 λεπτά μετά την ολοκλήρωση μιας έγχυσης) ήταν 40,9 ug/mL και οι ελάχιστες συγκεντρώσεις (που μετρήθηκαν αμέσως πριν την έναρξη μιας έγχυσης) ήταν 1,8 ug/mL.
-
Κατανομή:
- 24 L (28% του σωματικού βάρους υγιών ενήλικων εθελοντών).
- Μετά τη χορήγηση συνήθων δόσεων αμικασίνης, η αμικασίνη έχει ανιχνευθεί σε ιστούς οστών, καρδιάς, χοληδόχου κύστης και πνεύμονα.
- Η αμικασίνη κατανέμεται επίσης στη χολή, τα πτύελα, τις βρογχικές εκκρίσεις και στα διάμεσο, υπεζωκοτικό και αρθρικό υγρό.
-
Απέκκριση:
- Αυτό το φάρμακο απεκκρίνεται από τους νεφρούς.
- Σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία, 94-98% μιας εφάπαξ IM ή IV δόσης αμικασίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο μέσω σπειραματικής διήθησης στον νεφρό εντός 24 ωρών.
- Η αμικασίνη μπορεί να ανακτηθεί πλήρως εντός περίπου 10-20 ημερών σε ασθενείς με φυσιολογική, υγιή νεφρική λειτουργία.
- Σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, η κάθαρση της αμικασίνης είναι μειωμένη· όσο σοβαρότερη η διαταραχή, τόσο βραδύτερη η κάθαρση. Το διάστημα μεταξύ των δόσεων αμικασίνης πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με το επίπεδο της νεφρικής ανεπάρκειας.
- Ο ρυθμός κάθαρσης της ενδογενούς κρεατινίνης και η κρεατινίνη ορού, που έχουν υψηλή συσχέτιση με τον χρόνο ημίσειας ζωής της αμικασίνης στον ορό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οδηγός για τη δοσολογία.
- Ο μέσος ρυθμός κάθαρσης του ορού είναι περίπου 100 mL/min και ο ρυθμός νεφρικής κάθαρσης είναι 94 mL/min σε εθελοντές με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
- Η συσσώρευση αμικασίνης δεν φαίνεται να συμβαίνει σε ενήλικες ή παιδιατρικούς ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που λαμβάνουν συνήθεις δόσεις του φαρμάκου δύο φορές ημερησίως για 4-10 ημέρες.
-
Περαιτέρω Πληροφορίες:
- Η εμφάνιση ενός πολυανθεκτικού Enterobacter cloacae κατά τη διάρκεια μιας περιόδου επτά εβδομάδων το 1980 κατέστησε την αμικασίνη το αμινογλυκοσίδιο εκλογής στην αρχική διαχείριση υποψίας σηψαιμίας σε μονάδα εντατικής θεραπείας νεογνών. Συνιστώμενες δόσεις (7,5-10 mg/kg εφόδου· 15 mg/kg σε δύο διαιρεμένες δόσεις IV) χορηγήθηκαν σε 5 βρέφη ≤ 1.000 gm και σε 13 μεγαλύτερα βρέφη. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις 11,5 ώρες μετά από μια δόση ήταν 16,6 +/- 11,9 ug/mL σε βρέφη ≤ 1.000 gm και 6,5 +/- 4,3 ug/mL σε μεγαλύτερα βρέφη (P < 0,02). Οι μέγιστες συγκεντρώσεις μία ώρα μετά την έγχυση ξεπέρασαν τα 40 ug/mL σε 3 από 5 βρέφη ≤ 1.000 gm και 4 από 12 βρέφη > 1.000 gm (P = NS). Συνολικά, 7 από 10 μέγιστες ή/και ελάχιστες συγκεντρώσεις σε βρέφη ≤ 1.000 gm ήταν στο εύρος που θεωρείται τοξικό σε ενήλικες, έναντι 7 από 24 σε μεγαλύτερα βρέφη (P = 0,03). Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι … είναι πιθανές υπερβολικές συγκεντρώσεις αμικασίνης στο αίμα σε βρέφη ≤ 1.000 gm και μπορεί επίσης να συμβούν σε μεγαλύτερα βρέφη χρησιμοποιώντας τα τρέχοντα συνιστώμενα δοσολογικά σχήματα. Αυτά τα … ευρήματα τονίζουν την ανάγκη παρακολούθησης των επιπέδων του φαρμάκου και εξατομίκευσης της θεραπείας σε νεογνά με πολύ χαμηλό σωματικό βάρος.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρες) για την Αμικασίνη (15 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η δέσμευση της αμικασίνης στις πρωτεΐνες του ορού είναι ≤ 10%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δομή της αμικασίνης έχει τροποποιηθεί για να μειωθεί η πιθανή οδός ενζυμικής απενεργοποίησης, μειώνοντας έτσι την αντοχή των βακτηρίων. Πολλά στελέχη Gram-αρνητικών οργανισμών ανθεκτικά στη γενταμικίνη και την τομπραμικίνη έχουν αποδειχθεί ευαίσθητα στην αμικασίνη in vitro.
Οι αμινογλυκοσίδες δεν μεταβολίζονται και απεκκρίνονται αμετάβλητες στα ούρα κυρίως μέσω σπειραματικής διήθησης. /Αμινογλυκοσίδες/
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 30-86 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης είναι συνήθως 2-3 ώρες σε ενήλικες με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αναφέρεται ότι κυμαίνεται από 28-86 ώρες σε ενήλικες με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια. Ο χρόνος ημίσειας ζωής εξάλειψης στο πλάσμα της αμικασίνης αναφέρεται ότι είναι 4-5 ώρες σε τελειόμηνους νεογνούς 7 ημερών ή μεγαλύτερους και 7-8 ώρες σε νεογνούς χαμηλού βάρους γέννησης 1-3 ημερών. Σε πρόωρα νεογνά, ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι αντιστρόφως ανάλογος της χρονολογικής ηλικίας μετά τη σύλληψη και κυμαίνεται από 4,5-15,6 ώρες. Σε μια μελέτη σε βρέφη και παιδιά ηλικίας 20 ημερών έως 6 ετών, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα μετά από μία εφάπαξ IM δόση 7,5 mg/kg ήταν περίπου 2 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
84319SGC3C
AMIKACIN
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης
Χημική Δομή [CS] - Αμινογλυκοσίδες
Η Αμικασίνη είναι ένα Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης.
AMIKACIN
Αμινογλυκοσίδες [CS]· Αντιβακτηριακό Αμινογλυκοσίδης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α1 J01GB06Ανώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη πυελονεφρίτιδα: 1η επιλογή
- Οξεία πυελονεφρίτιδα σε υγιή μη έγκυο γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς επιπλέκοντες παράγοντες
Δοσολογία: ~15 mg/kg → 1000 mg × 1 IM, άμεση 1η δόση, κάθε 24h · Μέχρι έλευση καλλιέργειας ούρων — αποκλιμάκωση σε PO -
ΒΗΜΑ ΑΕ J01GB06Ανώτερο ουροποιητικό — Επιπλεγμένη πυελονεφρίτιδα
- Πυελονεφρίτιδα σε άνδρες, ηλικία > 50, κύηση, ΣΔ, αποφρακτική ουροπάθεια/παλινδρόμηση ή άλλη επιπλέκουσα κατάσταση
Δοσολογία: 1000 mg × 1 IM/24h — άμεση 1η δόση · Μέχρι έλευση καλλιέργειας — αποκλιμάκωση σε PO
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.