Αντιβιοτικά

ATC CODE C01EA01

ALPROSTADIL

Αλπροσταδίλη

Alprostadil is produced endogenously and causes vasodilation by means of a direct effect on vascular and ductus arteriosus (DA) smooth muscle, preventing or reversing the functional closure of the DA …

Chemical structure of ALPROSTADIL

Φαρμακολογικό Προφίλ

Πηγή: DrugBank

Περιγραφή & Ένδειξη

Alprostadil is produced endogenously and causes vasodilation by means of a direct effect on vascular and ductus arteriosus (DA) smooth muscle, preventing or reversing the functional closure of the DA that occurs shortly after birth. This results in increased pulmonary or systemic blood flow in infants. In infants, it is used for palliative, not definitive, therapy to temporarily maintain the patency of the ductus arteriosus until corrective or palliative surgery can be performed in neonates who have congenital heart defects and who depend upon the patent ductus for survival. In adults, it is used for the treatment of erectile dysfunction due to neurogenic, vasculogenic, psychogenic, or mixed etiology.

Κύρια Ένδειξη

For palliative, not definitive, therapy to temporarily maintain the patency of the ductus arteriosus until corrective or palliative surgery can be performed in neonates who have congenital heart defects and who depend upon the patent ductus for survival. Also for the treatment of erectile dysfunction due to neurogenic, vasculogenic, psychogenic, or mixed etiology.

Χρόνος Ημιζωής

5to10minutes(afterasingledose),inhealthyadultsandneonates.

5 to 10 minutes (after a single dose), in healthy adults and neonates.

Σύνδεση Πρωτεϊνών

Bound in plasma primarily to albumin (81% bound) and to a lesser extent alpha-globulin IV-4 fraction (55% bound).

Δείτε αναλυτικό φαρμακολογικό προφίλ.

+ Περισσότερες Φαρμακολογικές Πληροφορίες

Μηχανισμός Δράσης

Alprostadil causes vasodilation by means of a direct effect on vascular and ductus arteriosus (DA) smooth muscle, preventing or reversing the …

Οδός Αποβολής

Alprostadil must be infused continuously because it is very rapidly metabolized. As much as 80% of the circulating alprostadil may be metabolized in …

Όγκος Κατανομής

Δεν υπάρχει διαθέσιμη πληροφορία.

Κατηγορίες ATC

Βρείτε τη δραστική μέσα από τις αντίστοιχες κατηγορίες ATC level 5.

Κλινική Πλοήγηση

Κεφάλαια EOΦ Για Τη Δραστική

Σχετικά κεφάλαια του θεραπευτικού βιβλίου EOΦ για τη συγκεκριμένη δραστική ουσία.

1 κεφάλαια
7.6.3 EOΦ therapeutic chapter

Φάρμακα κατά της στυτικής δυσλειτουργίας

Συμπτωματική αντιμετώπιση του βρογχόσπασμου σε οξύ ή χρόνιο βρογχικό άσθμα, βρογχίτιδα, εμφύσημα και γενικώς καταστάσεων με αναστρέψιμη απόφραξη των αεροφόρων οδών. Πρόληψη βρογχόσπασμου στο εκ κοπώσεως άσθμα.

+
Ενδείξεις
Συμπτωματική αντιμετώπιση του βρογχόσπασμου σε οξύ ή χρόνιο βρογχικό άσθμα, βρογχίτιδα, εμφύσημα και γενικώς καταστάσεων με αναστρέψιμη απόφραξη των αεροφόρων οδών. Πρόληψη βρογχόσπασμου στο εκ κοπώσεως άσθμα.
Αντενδείξεις
Kαρδιακές αρρυθμίες με ταχυκαρδία και ταχυκαρδία από τοξικό δακτυλιδισμό.
Ανεπιθύμητες Ενέργειες
Λεπτός τρόμος που συνήθως υποχωρεί με τη συνέχιση της αγωγής ή τη μείωση της δόσης, νευρικότητα, κεφαλαλγία, ίλιγγος, ναυτία, έμετοι, ταχυκαρδία, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, υπέρταση, περιφερική αγγειοδιαστολή, δυσάρεστη γεύση. Η ενδοφλέβια χορήγηση μπορεί να προκαλέσει παροδική υποκαλιαιμία, ενώ η ενδομυϊκή πόνο και τοπικό ερεθισμό στο σημείο της ένεσης.
Αλληλεπιδράσεις
Η συμπαθητικομιμητική τους δράση ενισχύεται με τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τα παλιότερα αντιισταμινικά και τη θυροξίνη. Mεταξύ τους εμφανίζουν συνεργική δράση. Mε ξανθίνες, καρδιακούς γλυκοσίδες, κινιδίνη και τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης αρρυθμιών, όπως επίσης και με αλοθάνη, άλλους αλογονωμένους υδρογονάνθρακες και κυκλοπροπάνιο. Mε αναστολείς της MAO αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης υπέρτασης. Oι β-αποκλειστές ανταγωνίζονται τη βρογχοδιασταλτική τους δράση. Oι εκλεκτικοί διεγέρτες μειώνουν επίσης το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της μεθυλντόπα, ρεσερπίνης και γουανεθιδίνης.
Προσοχή στη χορήγηση
Σε υπερθυρεοειδισμό, σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση, στεφανιαία ανεπάρκεια, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, ιστορικό σπασμών, υπερήλικες και παιδιά, κύηση, τοκετό, γαλουχία.
Δοσολογία
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες.
Φαρμακευτικά προϊόντα
PROSTIN VR/Pfizer: inj.sol 0.5 mg/1 ml-amp x 5 αγγειοδιασταλτικά «αγγειοπροστατευτικά» Τα περιφερικά αγγειοδιασταλτικά συνιστώνται σε περιφερικές αρτηριοπάθειες με διαταραχές της αιμάτωσης, ως συμπλήρωμα της κλασικής αγωγής (αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου, της αρτηριοσκλήρυνσης, φυσική άσκηση, αιμοαραίωση με μικρομοριακές δεξτράνες κλπ.). Σε λειτουργικές αρτηριοπάθειες (αγγειοσυσπαστικά σύνδρομα και ιδιαίτερα πρωτοπαθές σύνδρομο Raynaud) χορηγούνται γενικά αγγειοδιασταλτικά (κυρίως αποκλειστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων ή ανταγωνιστές ασβεστίου), καθώς και διαδερμική αγωγή με νιτρώδη. Οι φαρμακολογικοί μηχανισμοί της δράσης των αγγειοδιασταλτικών δεν είναι ίδιοι για όλα. Πέρα από την πρόκληση αγ- γειοδιαστολής, μπορεί να επηρεάζουν την παραμορφωτικότητα των ερυθρών αιμοσφαιρίων και γενικότερα τη ρεοκινητική του αίματος. Η συστηματική χορήγηση των περιφερικών αγγειοδιασταλτικών δεν είναι πάντοτε ωφέλιμη, καθώς μπορούν να προκαλέσουν το φαινόμενο της υποκλοπής (αύξηση της αιμάτωσης των υγιών ιστών σε βάρος των ισχαιμικών). Ο κίνδυνος της υποκλοπής είναι μικρότερος όταν χορηγούνται ενδοαρτηριακά αγγειοδιασταλτικά με βραχύ χρόνο ημιζωής. Γαστρεντερικές διαταραχές, έξαψη, κεφαλαλγία, πτώση της πίεσης και ταχυκαρδία είναι κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των αγγειοδιασταλτικών. Τα αγγειοδιασταλτικά φάρμακα μπορεί να αυξήσουν την αιμάτωση των άκρων κατά την ανάπαυση, δεν έχει όμως αποδειχθεί ότι το ίδιο συμβαίνει και κατά το βάδισμα ή τη σωματική άσκηση. Ο ιατρός δεν θα πρέπει να εφησυχάζει χορηγώντας τα και να παραμελεί τις σύγχρονες επεμβατικές και αποτελεσματικές μεθόδους θεραπείας. Τα αυτά ισχύουν και για τα διάφορα «φλεβοτονικά» σκευάσματα που κυκλοφορούν. κεφάλαιο 3 ΦAPMAKA ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ Tα φάρμακα του κεφαλαίου αυτού περιγράφονται στις εξής κατηγορίες: 3.1 Bρογχοδιασταλτικά (φάρμακα για την αντιμετώπιση βρογχικού άσθματος και χρόνιων αποφρακτικών πνευμονοπαθειών) σ. 161 3.1.1 Διεγέρτες αδρενεργικών υποδοχέων σ. 162 3.1.1.1 Βραχείας δράσης εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες σ. 162 3.1.1.2 Μακράς δράσης εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες σ. 165 3.1.1.3 Μη εκλεκτικοί αδρενεργικοί διεγέρτες σ. 166 3.1.2 Αντιχολινεργικά σ. 166 3.1.3 Παράγωγα ξανθίνης σ. 168 3.1.4 Κορτικοστεροειδή σ. 170 3.1.5 Προφυλακτικά του άσθματος σ. 172 3.1.6 Ανταγωνιστές των υποδοχέων των λευκοτριενίων σ. 174 3.2 Aποχρεμπτικά - Βλεννολυτικά σ. 175 3.2.1 Αποχρεμπτικά σ. 175 3.2.2 Βλεννολυτικά σ. 177 3.3 Aντιβηχικά σ. 177 3.3.1 Ναρκωτικά αντιβηχικά σ. 177 3.3.2 Μη ναρκωτικά αντιβηχικά σ. 178 3.4 Διεγερτικά του αναπνευστικού κέντρου (αναληπτικά) και υπο κατάστατα επιφανειοδραστικού παράγοντα σ. 179 3.4.1 Διεγερτικά του αναπνευστικού κέντρου (αναληπτικά) σ. 179 3.4.2 Υποκατάστατα του επιφανειοδραστικού παράγοντα σ. 179 3.5.1 Αιθανολαμίνες σ. 182 3.5.2 Αλκυλαμίνες σ. 182 3.5.3 Πιπεραζίνες σ. 183 3.5.4 Φαινοθειαζίνες σ. 185 3.5.5 Πιπεριδίνες σ. 186 3.5.6 Διάφορα άλλα αντιισταμινικά σ. 187 3.5.7 Αντιισταμινικά τοπικής εφαρμογής στο δέρμα σ. 187 3.5.8 Αντιισταμινικά τοπικής οφθαλμικής και ρινικής εφαρμογής σ. 187 3.1 Βρογχοδιασταλτικά (φάρμακα για την αντιμετώπιση βρογχικού άσθματος και χρόνιων αποφρακτικών πνευμονοπαθειών) Η στένωση των βρόγχων είναι το κύριο χαρακτηριστικό του βρογχικού άσθματος και των Χρόνιων Αποφρακτικών Πνευμονοπαθειών (ΧΑΠ) δηλ. της χρόνιας βρογχίτιδας και του εμφυσήματος. Παλαιότερα η στένωση των βρόγχων στο βρογχικό άσθμα είχε αποδοθεί αποκλειστικά σε βρογχόσπασμο και ο βρογχόσπασμος είχε γίνει περίπου συνώνυμο του βρογχικού άσθματος. Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο βρογχόσπασμος είναι μέρος μόνο της παθολογίας του βρογχικού άσθματος, το οποίο χαρακτηρίζεται πλέον ως «χρόνια φλεγμονώδης νόσος». Συνέπεια αυτού είναι αντιφλεγμονώδη φάρμακα, (κυρίως εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή που παρουσιάζουν σε πολύ μικρότερο βαθμό τις παρενέργειες των συστηματικών) να αποτελούν πλέον τη βάση της θεραπείας του χρόνιου άσθματος. Τα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά (κυρίως οι β2 διεγέρτες βραχείας δράσης) εξακολουθούν να είναι τα κύρια φάρμακα ταχείας ανακούφισης, κατά την «κρίση» βρογχικού άσθματος και δίδονται κατ αρχήν επί ανάγκης. Στις ΧΑΠ αντιθέτως τα εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά (β2 διεγέρτες, αντιχολινεργικά) αποτελούν τη βάση της θεραπείας και χορηγούνται ασχέτως συμπτωμάτων. Εδώ σημαντική πρόοδος έχει γίνει με τους μακράς δράσης β2 διεγέρτες, αφού μπορούμε έτσι να έχουμε μόνιμη βρογχοδιαστολή με χορήγηση εισπνοών δύο φορές την ημέρα. Οι β2 διεγέρτες μακράς δράσης είναι χρήσιμοι και στο άσθμα, αλλά μόνο μαζί με εισπνεόμενα κορτικοστεροειδή. Τελευταίως συνιστώνται και ως θεραπεία ανακούφισης. Επειδή στο άσθμα έχει μεγάλη σημασία η «εξοικονόμηση» κορτικοστεροειδών, δηλ. η χορήγηση όσο δυνατόν μικρότερης δόσης, (ιδιαίτερα των συστηματικών) έχουν αναπτυχθεί άλλα αντιφλεγμονώδη ως φάρμακα προφύλαξης με κυριότερο εκπρόσωπο τους ανταγωνιστές των υποδοχέων των λευκοτριενίων. Το άσθμα είναι συχνά αλλεργικό. Παρόλα αυτά τα αντιισταμινικά φάρμακα ουδέποτε απέδωσαν και μπορεί να είναι και επικίνδυνα. Τέλος, τόσο στο άσθμα όσο και, κυρίως, στους παροξυσμούς ΧΑΠ συχνά συνυπάρχει μικροβιακή λοίμωξη που επιβάλλει χορήγηση κατάλληλων αντιβιοτικών, χωρίς βεβαίως κατάχρηση. 3.1.1 Διεγέρτες αδρενεργικών υποδοχέων Παλαιότερα είχαν χρησιμοποιηθεί στο άσθμα και τη ΧΑΠ μη εκλεκτικοί διεγέρτες αδρενεργικών υποδοχέων (β1 και β2). Από αυτούς χρησιμοποιείται σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μόνο η επινεφρίνη υποδορίως. Το φάρμακο αυτό εξακολουθεί να είναι αναντικατάστατο σε οξείες αναφυλακτικές αντιδράσεις. Σήμερα χρησιμοποιούνται μόνο εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες βραχείας και μακράς δράσης. Στον Πίνακα 3.1. συνοψίζονται οι κυριότερες ιδιότητες και δεδομένα των φαρμάκων της κατηγορίας αυτής που κυκλοφορούν στη χώρα μας. ΠΙΝΑΚΑΣ 3.1 ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΔΙΕΓΕΡΤΕΣ Έναρξη δράσης [λεπτά] Διάρκεια δράσης [ώρες] ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΙ, ΒΡΑΧΕΙΑΣ ΔΡΑΣΗΣ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ (β2) ΔΙΕΓΕΡΤΕΣ Κλενβουτερόλη Ορσιπρεναλίνη* Σαλβουταμόλη Τερβουταλίνη 15-30 6-15 8-10 3-4 2-4 ΕΙΣΠΝΕΟΜΕΝΟΙ, ΜΑΚΡΑΣ ΔΡΑΣΗΣ ΕΚΛΕΚΤΙΚΟΙ (β2) ΔΙΕΓΕΡΤΕΣ Σαλμετερόλη Φορμοτερόλη 10-20 10-20 * μερικώς εκλεκτικός β-αδρενεργικός διεγέρτης 3.1.1.1 Βραχείας δράσης εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες Oι εκλεκτικοί β2 αδρενεργικοί διεγέρτες, αποτελούν σήμερα φάρμακα εκλογής για την αντιμετώπιση (ανακούφιση) των κρίσεων βρογχικού άσθματος. Η δράση τους συνίσταται κυρίως σε χάλαση των λείων μυϊκών ινών των βρογχιολίων με αποτέλεσμα τη λύση του βρογχόσπασμου. Παρουσιάζουν ιδιαίτερα πλεονεκτήματα όπως: ταχεία έναρξη και μεγάλη διάρκεια δράσης, πρόκληση έντονης βρογχοδιαστολής με περιορισμένες σχετικά ανεπιθύμητες ενέργειες. Kατά τη χορήγησή τους με εισπνοές διατηρείται η β2 εκλεκτικότητα, σε αντίθεση με την από του στόματος χορήγηση, όπου εμφανίζεται διέγερση και των β1 υποδοχέων. Aξίζει να σημειωθεί ότι ο ιατρός πρέπει να βεβαιώνεται ότι ο ασθενής έχει μάθει και εφαρμόζει σωστά την τεχνική των εισπνοών, ώστε να λαμβάνει την πρέπουσα δόση. Η εισπνοή της σκόνης από καψάκια που θραύονται σε ειδική συσκευή γίνεται μόνο με την εισπνοή του ασθενή και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από μικρά παιδιά ή άτομα που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συσκευή αερολυμάτων. Oι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται ώστε να μην υπερβαίνουν τον αριθμό των καθορισμένων εισπνοών. Σε περίπτωση που, παρά τις εισπνοές, εμφανίζεται δύσπνοια θα πρέπει να συμβουλεύονται τον ιατρό τους, γιατί προφανώς οι β2 διεγέρτες δεν επαρκούν και χρειάζεται διαφορετική αντιμετώπιση. Tα σκευάσματα αερολυμάτων υπό πίεση για εισπνοές μπορεί να περιέχουν ως προωθητικά αέρια φθοριοχλωριοπαράγωγα, τα οποία είναι δυνατό να προκαλέσουν ταχυφυλαξία, και, σε περιπτώσεις κατάχρησης, ταχυκαρδία και άλλες τοξικές επιδράσεις στην καρδιά. Tα εισπνεόμενα υδατικά διαλύματα χορηγούνται μέσω συσκευής που δημιουργεί υδρατμούς και η οποία προσαρμόζεται στο σωλήνα χορήγησης οξυγόνου. Απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στη δοσολογία γιαυτό πρέπει να χορηγούνται μόνο από ειδικό ιατρό. Tα από του στόματος σκευάσματα χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις που είναι τελείως αδύνατη η χορήγηση των εισπνεόμενων μορφών. Η υποδόρια, ενδομυϊκή ή και η ενδοφλέβια χορήγηση συνιστώνται σε σοβαρές οξείες κρίσεις άσθματος, με αυξημένο όμως κίνδυνο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών. Γενικά οι β2 διεγέρτες χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά υπό μορφή εισπνοών. Oυσιαστικές διαφορές μεταξύ των εκλεκτικών διεγερτών δεν υπάρχουν εκτός από τη διάρκεια δράσης τους (βλ. Πίνακα 3.1). Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται συνδυασμοί ενός εκλεκτικού αδρενεργικού διεγέρτη και ενός αντιχολινεργικού, όπως π.χ. το βρωμιούχο ιπρατρόπιο.

Διαθέσιμα Σκευάσματα

Εγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν ALPROSTADIL.

Φόρτωση σκευασμάτων...