ALEMTUZUMAB
Αλεμτουζουμάμπη
Χρόνια λεμφική λευχαιμία εάν έχει αστοχήσει η θεραπεία με έναν αλκυλιούντα παράγοντα ή έχει υποτροπιάσει σύντομα (σε λιγότερο από 6 μήνες) μετά τη θεραπεία με φλουδαραβίνη.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LEMTRADA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Σε 2 αρχικές συνεδρίες και μέχρι 2 επιπρόσθετες, με τουλάχιστον 12 μήνες μεσοδιάστημα μεταξύ των συνεδριών.
- Δόση έναρξης: 12 mg/ημέρα επί 5 διαδοχικές ημέρες
-
ΕνήλικεςΔόση12 mg/ημέραΠρώτη συνεδρία: 12 mg/ημέρα επί 5 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 60 mg). Δεύτερη συνεδρία: 12 mg/ημέρα επί 3 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 36 mg), χορηγούμενα 12 μήνες μετά την πρώτη συνεδρία. Επιπρόσθετες συνεδρίες (τρίτη ή τέταρτη): 12 mg/ημέρα επί 3 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 36 mg), χορηγούμενα τουλάχιστον 12 μήνες μετά την προηγούμενη συνεδρία σε ασθενείς με ενεργότητα της ΠΣ.
-
ΗλικιωμένοιΟι κλινικές μελέτες δεν περιέλαβαν ασθενείς άνω των 61 ετών. Δεν έχει διαπιστωθεί εάν ο πληθυσμός αυτός ανταποκρίνεται διαφορετικά απ’ ότι οι νεότεροι ασθενείς.
-
Ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΤο LEMTRADA δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του LEMTRADA σε παιδιά με ΠΣ ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχει σχετική χρήση της αλεμτουζουμάμπης σε παιδιά ηλικίας από τη γέννηση έως λιγότερο των 10 ετών για τη θεραπευτική αγωγή της πολλαπλής σκλήρυνσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
SPC-LEMTRADA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Λοίμωξη από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV).
-
Σοβαρή ενεργή λοίμωξη έως την αποδρομήΠληθυσμόςΑσθενείς
warning
SPC-LEMTRADA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΈνδειξηαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με μη ενεργό νόσο ή σταθεροποιημένοι με την τρέχουσα θεραπείαΔεν ενδείκνυται
-
Ενημέρωση και παρακολούθηση ασθενώνπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν LEMTRADAΠαροχή Φύλλου Οδηγιών Χρήσης, Κάρτας Προειδοποίησης Ασθενούς και Οδηγού Ασθενούς. Ενημέρωση για κινδύνους/οφέλη και δέσμευση σε παρακολούθηση από την έναρξη της αγωγής μέχρι και 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση της δεύτερης συνεδρίας (ή 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση σε περίπτωση επιπλέον συνεδρίας).
-
ΑυτοανοσίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑυξημένος κίνδυνος αυτοάνοσων παθήσεων (ITP, θυρεοειδικές διαταραχές, νεφροπάθειες, AIH). Προσοχή σε ασθενείς με προηγούμενες αυτοάνοσες παθήσεις εκτός της ΠΣ.
-
Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα (ITP)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΚίνδυνος σοβαρών συμβαμάτων ITP. Ενημέρωση ασθενών για συμπτώματα (εύκολη δημιουργία μώλωπα, πετέχειες, αυτόματη βλεννογονοδερματική αιμορραγία, εμμηνόρροια εντονότερη/ακανόνιστη) και άμεση αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Εάν επιβεβαιωθεί, άμεση ιατρική παρέμβαση και παραπομπή σε ειδικό ιατρό. Ο δυνητικός κίνδυνος επανάληψης αγωγής μετά ITP είναι άγνωστος.
-
ΝεφροπάθειεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΚίνδυνος νεφροπαθειών (συμπεριλαμβανομένης της νόσου κατά της βασικής μεμβράνης του σπειράματος - anti-GBM). Ενημέρωση ασθενών για συμπτώματα (αύξηση κρεατινίνης, αιματουρία, πρωτεϊνουρία, αιμόπτυση) και άμεση αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Η νόσος anti-GBM ενδέχεται να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια ή να είναι απειλητική για τη ζωή. Εάν κλινικώς σημαντικές αλλαγές, περαιτέρω αξιολόγηση και παραπομπή σε ειδικό ιατρό. Ο δυνητικός κίνδυνος επανάληψης θεραπείας μετά νεφροπάθειες είναι άγνωστος.
-
Θυρεοειδικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς, ιδιαίτερα έγκυες γυναίκεςΑυξημένη επίπτωση θυρεοειδικών διαταραχών (υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός, νόσος Graves, αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, βρογχοκήλη). Σε ασθενείς με εξελισσόμενες διαταραχές, χορήγηση μόνο εάν το όφελος δικαιολογεί τους κινδύνους. Η νόσος του θυρεοειδή συνιστά ιδιαίτερο κίνδυνο για έγκυες γυναίκες (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
ΚυτταροπενίεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠιθανολογούμενες αυτοάνοσες κυτταροπενίες (ουδετεροπενία, αιμολυτική αναιμία, πανκυτταροπενία) δεν αναφέρθηκαν συχνά. Εάν επιβεβαιωθεί κυτταροπενία, άμεση ιατρική παρέμβαση και παραπομπή σε ειδικό ιατρό.
-
Ηπατική βλάβη και Αυτοάνοση ηπατίτιδα (AIH)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένων αυξήσεων τρανσαμινασών και θανατηφόρων AIH. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο και τα συμπτώματα. Σε περίπτωση συμπτωμάτων, επαναχορήγηση μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή. Οι ασθενείς παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια και για 2 ώρες μετά την έγχυση. Εάν εκδηλωθεί ΑΣΕ, παρέχεται συμπτωματική θεραπεία. Εάν σοβαρές αντιδράσεις, άμεση διακοπή έγχυσης. Ιατροί πρέπει να γνωρίζουν καρδιολογικό ιστορικό. Διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης αναφυλαξίας/σοβαρών αντιδράσεων.
-
Άλλες σοβαρές αντιδράσεις σχετιζόμενες χρονικά με την έγχυσηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΈχουν αναφερθεί πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία, έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, διαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριών. Ενημέρωση ασθενών για σημεία/συμπτώματα και άμεση ιατρική φροντίδα. Παρακολούθηση ζωτικών σημείων (πίεση αίματος) πριν και περιοδικά κατά την έγχυση. Εάν κλινικά σημαντικές αλλαγές, διακοπή έγχυσης και πρόσθετη παρακολούθηση (π.χ. ΗΚΓ).
-
Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΈχει αναφερθεί HLH. Οι ασθενείς με πρώιμες εκδηλώσεις παθολογικής ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού πρέπει να αξιολογούνται άμεσα για διάγνωση HLH.
-
ΛοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΑυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων (ρινοφαρυγγίτιδα, ουρολοίμωξη, άνω αναπνευστικού, κολπίτιδα, στοματικός έρπης, γρίπη, βρογχίτιδα, VZV, HPV, CMV, φυματίωση, λιστερίωση, μυκητιασικές, πνευμονίτιδα). Καθυστέρηση έναρξης θεραπείας σε ασθενείς με σοβαρή ενεργό λοίμωξη. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν συμπτώματα στον ιατρό. Προφυλακτική αγωγή κατά του έρπητα (από την 1η ημέρα και για τουλάχιστον 1 μήνα μετά κάθε συνεδρία). Προσοχή σε ταυτόχρονη χρήση με αντινεοπλασματικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες. Προσοχή σε φορείς HBV/HCV λόγω κινδύνου ηπατικής βλάβης.
-
Οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΤο LEMTRADA μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο. Εάν υπάρχει υπόνοια, άμεση αξιολόγηση και θεραπεία. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα συμπτώματα (κοιλιακό άλγος, κοιλιακή ευαισθησία, πυρετό, ναυτία, έμετο).
-
ΚακοήθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ή/και εξελισσόμενη κακοήθειαΑπαιτείται προσοχή για την έναρξη της θεραπείας με LEMTRADA.
-
ΑντισύλληψηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΧρήση αποτελεσματικών μεθόδων αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και μέχρι 4 μήνες μετά την αγωγή με LEMTRADA (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
ΕμβολιασμόςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται ολοκλήρωση υποχρεώσεων ανοσοποίησης τουλάχιστον 6 εβδομάδες πριν την αγωγή. Εμβόλια με ζώντες ιούς δεν πρέπει να χορηγούνται μετά πρόσφατη συνεδρία LEMTRADA. Έλεγχος για αντισώματα VZV και εμβολιασμός αρνητικών ασθενών πριν την αγωγή (αναβολή αγωγής για 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό VZV).
swap_horiz
SPC-LEMTRADA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
β-ιντερφερόνηπροσοχήΑπαιτείται διακοπή της αγωγής 28 ημέρες πριν την έναρξη του LEMTRADA.ΣύστασηΔιακοπή αγωγής 28 ημέρες πριν την έναρξη του LEMTRADA.
-
οξική γλατιραμέρηπροσοχήΑπαιτείται διακοπή της αγωγής 28 ημέρες πριν την έναρξη του LEMTRADA.ΣύστασηΔιακοπή αγωγής 28 ημέρες πριν την έναρξη του LEMTRADA.
sick
SPC-LEMTRADA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Γαστρεντερίτιδα
- Καντιντίαση του στόματος
- Αιδοιοκολπική καντιντίαση
- Ουρολοίμωξη
- Αμυγδαλίτιδα
- Κυτταρίτιδα
- Πνευμονία
- Λοίμωξη κόλπου
- Οδοντική λοίμωξη
- Γρίπη
- Λοίμωξη του ωτός
- Ονυχομυκητίαση
- Φυματίωση
- Λιστερίωση
- Μηνιγγίτιδα από λιστέρια
- λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
- λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα
- λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα ζωστήρα
- δερματική μυκητιασική λοίμωξη
- λοιμώξεις από τον κυτταρομεγαλοϊό
- Πνευμονίτιδα
- Ιγμορίτιδα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Επίσταξη
- Λόξυγκας
- Άλγος στοματοφάρυγγα
- Άσθμα
- Συσφιγκτικό αίσθημα λαιμού
- Ερεθισμός λαιμού
- Πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία
- Θήλωμα δέρματος
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Γενικευμένο εξάνθημα
- Ερύθημα
- Εκχύμωση
- Αλωπεκία
- Υπεριδρωσία
- Ακμή
- Βλάβη δέρματος
- Δερματίτιδα
- Φλύκταινα
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Οίδημα προσώπου
- Έκζεμα
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Λευκοκυττάρωση
- Λεμφαδενοπάθεια
- Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα
- Αιμολυτική αναιμία
- Πανκυτταροπενία
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Θετικά αντιθυρεοειδικά αντισώματα
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αύξηση αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Θετικό αποτέλεσμα σε βακτηριακή δοκιμασία
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Αυξημένος μέσος κυτταρικός όγκος
- Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση
- Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλαξία
- Σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση
- Νόσος του Basedow
- Υπερθυρεοειδισμός
- Υποθυρεοειδισμός
- Βρογχοκήλη
- Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα συμπεριλαμβανομένης υποξείας θυρεοειδίτιδας
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Υποτροπή πολλαπλής σκλήρυνσης
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Δυσγευσία
- Ημικρανία
- Διαταραχή αισθητικότητας
- Υπεραισθησία
- Κεφαλαλγία τάσης
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Ίλιγγος
- Διαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριών
- Έξαψη
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Επιπεφυκίτιδα
- Ενδοκρινική οφθαλμοπάθεια
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Ωταλγία
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Κολπική μαρμαρυγή
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Στοματίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Ουλορραγία
- Ξηροστομία
- Δυσφαγία
- Διαταραχή γαστρεντερικού συστήματος
- Αιματοχεσία
- Χολοκυστίτιδα
- Μη λιθιασική χολοκυστίτιδα
- Οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδα
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Αυχεναλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Δυσφορία άκρου
- Άλγος άκρου
- Πρωτεϊνουρία
- Αιματουρία
- Νεφρολιθίαση
- Κετονουρία
- Νεφροπάθεια
- Νόσος antiGBM
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Μηνορραγία
- Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
- Αμηνόρροια
- Δυσπλασία τραχήλου
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Ρίγη
- Θωρακική δυσφορία
- Άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Εξασθένιση
- Γριππώδης συνδρομή
- Κακουχία
- άλγος στην θέση έγχυσης
- Μώλωπας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑιδοιοκολπική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΓενικευμένο εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενία, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις από τον ιό του έρπηταΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝόσος του BasedowΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος στην θέση έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγος στοματοφάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμών*Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑκανόνιστη έμμηνος ρύσηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑμυγδαλίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηΓενικές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑυτοάνοση θυρεοειδίτιδα συμπεριλαμβανομένης υποξείας θυρεοειδίτιδαςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒλάβη δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒρογχοκήληΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΓρίππηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσία*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψία*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕνδοκρινική οφθαλμοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξέταση για αντιθυρεοειδικά αντισώματα θετικήΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΘήλωμα δέρματοςΔέρμα
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
ΣυχνέςΙγμορίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ωτόςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις από τον ιό του έρπητα ζωστήραΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛόξυγκαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜώλωπαςΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΟδοντική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυσφιγκτικό αίσθημα λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινώνΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρταση*Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας*Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποτροπή πολλαπλής σκλήρυνσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωσηΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΛιστερίωσηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΜηνιγγίτιδα από λιστέριαΛοιμώξεις
-
Όχι ΣυχνέςΆλγος άκρουΜυοσκελετικό
-
Όχι ΣυχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΑιματοχεσίαΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι ΣυχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι ΣυχνέςΑυξημένος μέσος κυτταρικός όγκοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι ΣυχνέςΑυτοάνοση θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Όχι ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΔερματική μυκητιασική λοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή αισθητικότηταςΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΔιαταραχή γαστρεντερικού συστήματοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔιαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριών **+Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΔυσπλασία τραχήλουΑναπαραγωγικό
-
Όχι ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΔυσφορία άκρουΜυοσκελετικό
-
Όχι ΣυχνέςΘετικό αποτέλεσμα σε βακτηριακή δοκιμασίαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Μη γνωστέςΙσχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΚετονουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγία τάσηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι ΣυχνέςΛοιμώξεις από τον κυτταρομεγαλοϊόΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι ΣυχνέςΜειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
Όχι ΣυχνέςΜη λιθιασική χολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι ΣυχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι ΣυχνέςΝεφροπάθειες συμπεριλαμβανομένης της νόσου antiGBMΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι ΣυχνέςΝυκτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΑνοσοποιητικό
-
Όχι ΣυχνέςΟνυχομυκητίασηΛοιμώξεις
-
Όχι ΣυχνέςΟξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι ΣυχνέςΟυλορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι ΣυχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠνευμονική κυψελιδική αιμορραγίαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι ΣυχνέςΦλύκταιναΔέρμα
-
Όχι ΣυχνέςΦυματίωσηΛοιμώξεις
-
Όχι ΣυχνέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΩταλγίαΑυτί
pregnant_woman
SPC-LEMTRADA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΟι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη ενόσω μιας συνεδρίας με LEMTRADA και έως 4 μήνες μετά από κάθε συνεδρία.Οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες μέσα σε 30 περίπου ημέρες μετά από κάθε συνεδρία.
-
ΚύησηΤο LEMTRADA θα πρέπει να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλεμτουζουμάμπης στις έγκυες γυναίκες. Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG μπορεί να διαπεράσει τον πλακουντιακό φραγμό· η αλεμτουζουμάμπη ενδέχεται να διαπεράσει επίσης τον πλακουντιακό φραγμό και συνεπώς να αποτελέσει δυνητικά κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η αλεμτουζουμάμπη μπορεί να βλάψει το έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυρες γυναίκες ή εάν μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα. Η νόσος του θυρεοειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις Θυρεοειδικές διαταραχές) συνιστά ιδιαίτερο κίνδυνο για τις γυναίκες που είναι έγκυες. Εάν ο υποθυρεοειδισμός δεν αντιμεταπιστεί κατά την κύηση υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αποβολής και επιπτώσεων στο έμβρυο, όπως διανοητική καθυστέρηση και νανισμό. Στις μητέρες με νόσο του Graves, τα μητρικά αντισώματα κατά του υποδοχέα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης μπορούν να μεταβιβαστούν στο αναπτυσσόμενο έμβρυο και μπορούν να προκαλέσουν παροδική νεογνική νόσο του Graves.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια κάθε θεραπευτικής συνεδρίας με LEMTRADA και για 4 μήνες μετά την τελευταία έγχυση κάθε συνεδρίας. Ωστόσο, τα οφέλη από την ανοσία που προσδίδεται μέσω του μητρικού γάλακτος ενδέχεται να υπερισχύουν των κινδύνων από την δυνητική έκθεση του θηλάζοντος νεογέννητου/βρέφους στην αλεμτουζουμάμπη.Η αλεμτουζουμάμπη ανιχνεύθηκε στο γάλα και στα νεογνά θηλυκών ποντικών που γαλουχούσαν. Δεν είναι γνωστό εάν η αλεμτουζουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο θηλάζον νεογέννητο/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα κλινικής ασφάλειας σχετικά με την επίδραση του LEMTRADA στη γονιμότητα. Σε μια υπο-μελέτη με 13 άνδρες ασθενείς που έλαβαν LEMTRADA (είτε 12 mg είτε 24 mg), δεν παρατηρήθηκε ασπερμία, αζωοσπερμία, σταθερά μειούμενος αριθμός σπερματοζωαρίων, διαταραχές κινητικότητας ή αύξηση στις μορφολογικές ανωμαλίες των σπερματοζωαρίων. Είναι γνωστό ότι η CD52 απαντάται στους αναπαραγωγικούς ιστούς του ανθρώπου και των τρωκτικών. Τα στοιχεία από μελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιδράσεις στη γονιμότητα ανθρωποποιημένων ποντικών (βλ. Προκλινικά δεδομένα), ωστόσο μια δυνητική επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα κατά την περίοδο της έκθεσης είναι άγνωστη με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LEMTRADA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LEMTRADA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Γενική αίματος (CBC) με διαφορικό
· πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα
Έως 48 μήνες μετά την τελευταία συνεδρία LEMTRADA ή βάσει κλινικών ευρημάτων για ITP/κυτταροπενίες
-
Κρεατινίνη ορού
· πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα
Έως 48 μήνες μετά την τελευταία συνεδρία με LEMTRADA ή βάσει κλινικών ευρημάτων για νεφροπάθειες
-
Ανάλυση ούρων (μικροσκοπική)
· πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα
Έως 48 μήνες μετά την τελευταία συνεδρία με LEMTRADA ή βάσει κλινικών ευρημάτων για νεφροπάθειες
-
Θυρεοειδική λειτουργία
· πριν την έναρξη της αγωγής και κάθε 3 μήνες στη συνέχεια
Έως 48 μήνες μετά την τελευταία συνεδρία LEMTRADA ή βάσει κλινικών ευρημάτων για θυρεοειδική δυσλειτουργία
-
Θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH)
· πριν την έναρξη της αγωγής και κάθε 3 μήνες στη συνέχεια
Έως 48 μήνες μετά την τελευταία συνεδρία LEMTRADA ή βάσει κλινικών ευρημάτων για θυρεοειδική δυσλειτουργία
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Έλεγχος φυματίωσης | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη της θεραπείας | — |
| Προσυμπτωματικός έλεγχος HPV | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | ετήσια | Θήλεις ασθενείς |
| Ανοσολογική οροκατάσταση για CMV | vaccinesΑνοσολογικός έλεγχος | Πριν από την έναρξη της θεραπείας | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | πριν και περιοδικά κατά τη διάρκεια της έγχυσης | — |
| Ζωτικά σημεία | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | πριν και περιοδικά κατά τη διάρκεια της έγχυσης | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LEMTRADA
expand_more
Δοσολογία
Η αγωγή με LEMTRADA πρέπει να ξεκινά και να επιβλέπεται από νευρολόγο με εμπειρία στην αντιμετώπιση ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση (ΠΣ). Θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμοι οι ειδικευμένοι ιατροί και ο εξοπλισμός που απαιτούνται για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των πιο συχνών ανεπιθύμητων ενεργειών, ιδιαίτερα των αυτοάνοσων παθήσεων και λοιμώξεων. Θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας ή/και αναφυλακτικών αντιδράσεων.
Στους ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με LEMTRADA πρέπει να δίνεται η Κάρτα Προειδοποίησης Ασθενούς και ο Οδηγός Ασθενούς και οι ασθενείς αυτοί πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους του LEMTRADA (βλ. επίσης φύλλο οδηγιών χρήσης).
Δοσολογία
Η συνιστώμενη δόση αλεμτουζουμάμπης είναι 12 mg/ημέρα, χορηγούμενα με ενδοφλέβια έγχυση σε 2 αρχικές συνεδρίες και μέχρι 2 επιπρόσθετες εφόσον χρειάζεται.
Αρχική αγωγή με 2 συνεδρίες:
- Πρώτη συνεδρία: 12 mg/ημέρα επί 5 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 60 mg)
- Δεύτερη συνεδρία: 12 mg/ημέρα επί 3 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 36 mg), χορηγούμενα 12 μήνες μετά την πρώτη συνεδρία.
Έως και δύο επιπρόσθετες συνεδρία(ες) κατ’ επίκληση μπορούν να εξεταστούν (βλ. Φαρμακοδυναμικές):
- Τρίτη ή τέταρτη συνεδρία: 12 mg/ημέρα επί 3 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 36 mg), χορηγούμενα τουλάχιστον 12 μήνες μετά την προηγούμενη συνεδρία σε ασθενείς με ενεργότητα της ΠΣ, που ορίζεται μέσω κλινικών ή απεικονιστικών χαρακτηριστικών (βλ. Φαρμακοδυναμικές).
Δόσεις που έχουν παραλειφθεί δεν θα πρέπει να χορηγούνται την ίδια ημέρα με άλλη προγραμματισμένη δόση.
Παρακολούθηση ασθενών
Η θεραπεία συνιστάται ως μια αρχική αγωγή 2 συνεδριών και μέχρι 2 επιπρόσθετων εφόσον χρειάζεται (βλ. Δοσολογία) με παρακολούθηση της ασφάλειας των ασθενών από την έναρξη της πρώτης συνεδρίας μέχρι και 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση της δεύτερης συνεδρίας. Στην περίπτωση χορήγησης επιπλέον τρίτης ή τέταρτης συνεδρίας, απαιτείται συνέχιση της παρακολούθησης της ασφάλειας μέχρι και 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Προθεραπεία
Οι ασθενείς πρέπει να υποβάλλονται σε προθεραπεία με κορτικοστεροειδή αμέσως πριν από τη χορήγηση του LEMTRADA σε καθεμία από τις 3 πρώτες ημέρες κάθε συνεδρίας. Σε κλινικές δοκιμές, οι ασθενείς έλαβαν προκαταρκτική αγωγή με 1.000 mg μεθυλοπρεδνιζολόνης για τις 3 πρώτες ημέρες κάθε συνεδρίας με LEMTRADA.
Προκαταρκτική λήψη αντιισταμινικών και/ή αντιπυρετικών πριν τη χορήγηση του LEMTRADA, μπορεί να εξεταστεί ως ενδεχόμενο.
Πρέπει να χορηγείται σε όλους τους ασθενείς από του στόματος προφυλακτική αγωγή κατά της λοίμωξης από έρπητα η οποία να ξεκινά από την πρώτη ημέρα κάθε συνεδρίας και να συνεχίζεται για τουλάχιστον 1 μήνα μετά την αγωγή με LEMTRADA (βλ. επίσης την ενότητα «Λοιμώξεις» στην παράγραφο 4.4). Σε κλινικές δοκιμές, χορηγήθηκαν σε ασθενείς 200 mg ακυκλοβίρης δύο φορές την ημέρα ή άλλη ισοδύναμη αγωγή.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Οι κλινικές μελέτες δεν περιέλαβαν ασθενείς άνω των 61 ετών. Δεν έχει διαπιστωθεί εάν ο πληθυσμός αυτός ανταποκρίνεται διαφορετικά απ’ ότι οι νεότεροι ασθενείς.
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία
Το LEMTRADA δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του LEMTRADA σε παιδιά με ΠΣ ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχει σχετική χρήση της αλεμτουζουμάμπης σε παιδιά ηλικίας από τη γέννηση έως λιγότερο των 10 ετών για τη θεραπευτική αγωγή της πολλαπλής σκλήρυνσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
Τρόπος χορήγησης
Το LEMTRADA πρέπει να αραιωθεί πριν την έγχυση. Το αραιωμένο διάλυμα πρέπει να χορηγηθεί με ενδοφλέβια έγχυση διάρκειας περίπου 4 ωρών. Για οδηγίες σχετικά με την αραίωση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλ. παράγραφο 6.6.
block
Αντενδείξεις
SPC-LEMTRADA
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Λοίμωξη από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV).
- Σοβαρή ενεργή λοίμωξη έως την αποδρομή.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LEMTRADA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Το LEMTRADA δεν ενδείκνυται για ασθενείς με μη ενεργό νόσο ή για εκείνους που είναι σταθεροποιημένοι με την τρέχουσα θεραπεία.
Στους ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με LEMTRADA πρέπει να δίνεται το Φύλλο Οδηγιών Χρήσης, η Κάρτα Προειδοποίησης Ασθενούς και ο Οδηγός Ασθενούς. Πριν την αγωγή, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τους κινδύνους και τα οφέλη, καθώς και για την ανάγκη δέσμευσής τους σε παρακολούθηση από την έναρξη της αγωγής μέχρι και 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση της δεύτερης συνεδρίας με LEMTRADA. Στην περίπτωση χορήγησης επιπλέον συνεδρίας, απαιτείται συνέχιση της παρακολούθησης της ασφάλειας μέχρι και 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση.
Αυτοανοσία
Η αγωγή ενδέχεται να οδηγήσει στη δημιουργία αυτοαντισωμάτων και να αυξήσει τον κίνδυνο αυτοάνοσων παθήσεων, όπως η αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα (ITP), οι θυρεοειδικές διαταραχές ή, σπάνια, κάποιες νεφροπάθειες (π.χ., νόσος κατά της βασικής μεμβράνης του σπειράματος) και η αυτοάνοση ηπατίτιδα (AIH). Απαιτείται προσοχή σε ασθενείς με προηγούμενες αυτοάνοσες παθήσεις εκτός της ΠΣ, παρότι τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπάρχει επιδείνωση των προϋπαρχουσών αυτοάνοσων παθήσεων μετά τη θεραπεία με LEMTRADA.
Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα (ITP)
Σοβαρά συμβάματα ITP έχουν παρατηρηθεί σε 12 (1%) ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές με ΠΣ (αντιστοιχεί σε ετησιοποιημένο ποσοστό 4,7 συμβάντα/1.000 έτη-ασθενών). Έχουν παρατηρηθεί 12 επιπλέον σοβαρά συμβάματα ITP σε διάμεση περίοδο παρακολούθησης 6,1 ετών (μέγιστη διάρκεια 12 έτη) (αθροιστικό ετησιοποιημένο ποσοστό 2,8 συμβάντα/1.000 έτη-ασθενών). Ένας ασθενής ανέπτυξε ITP που παρέμεινε αδιάγνωστη πριν την εφαρμογή των απαιτήσεων για μηνιαία αιματολογική παρακολούθηση και απεβίωσε από ενδοεγκεφαλική αιμορραγία. Σε 79,5% των περιπτώσεων η εκδήλωση της ITP παρατηρήθηκε κατά κανόνα στα 4 πρώτα έτη μετά από την πρώτη έκθεση. Πάντως σε κάποιες περιπτώσεις η ITP εκδηλώθηκε έτη αργότερα. Τα συμπτώματα της ITP μπορούν να περιλαμβάνουν (χωρίς να περιορίζονται σε) εύκολη δημιουργία μώλωπα, πετέχειες, αυτόματη βλεννογονοδερματική αιμορραγία (π.χ. επίσταξη, αιμόπτυση) και εμμηνόρροια εντονότερη από το κανονικό ή ακανόνιστη. Η αιμόπτυση ενδέχεται επίσης να αποτελεί ένδειξη νόσου anti-GBM (βλ. παρακάτω) και θα πρέπει να πραγματοποιείται η κατάλληλη διαφορική διάγνωση. Θυμίστε στον ασθενή ότι θα πρέπει να επαγρυπνεί για συμπτώματα που μπορεί να παρουσιάσει και ότι θα πρέπει να αναζητήσει άμεση ιατρική βοήθεια εάν έχει οποιαδήποτε ανησυχία.
Πρέπει να γίνεται γενική εξέταση αίματος με διαφορικό προσδιορισμό λευκοκυτταρικού τύπου πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία βάση, μέχρι και 48 μήνες μετά από την τελευταία έγχυση. Μετά από αυτή τη χρονική περίοδο, εξέταση θα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει των κλινικών ευρημάτων που υποδηλώνουν ITP. Εάν υπάρχουν υποψίες για ITP, πρέπει να γίνεται αμέσως γενική εξέταση αίματος. Εάν επιβεβαιωθεί η εκδήλωση ITP, θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως κατάλληλη ιατρική παρέμβαση που να περιλαμβάνει την άμεση παραπομπή σε ειδικό ιατρό. Στοιχεία από κλινικές δοκιμές στην ΠΣ έχουν δείξει ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αιματολογικής παρακολούθησης και η εκπαίδευση σχετικά με τα σημεία και τα συμπτώματα της ITP έχουν οδηγήσει στην έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση της ITP, με τα περισσότερα περιστατικά να ανταποκρίνονται στη φαρμακευτική θεραπεία πρώτης γραμμής.
Ο δυνητικός κίνδυνος από την επανάληψη της αγωγής με LEMTRADA μετά από την εκδήλωση ITP είναι άγνωστος.
Νεφροπάθειες
Νεφροπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της νόσου κατά της βασικής μεμβράνης του σπειράματος (anti-GBM), παρατηρήθηκαν σε 6 (0,4%) ασθενείς σε κλινικές δοκιμές για την ΠΣ σε διάμεση περίοδο παρακολούθησης 6,1 ετών (μέγιστη διάρκεια 12 έτη) και γενικά εκδηλώθηκαν εντός 39 μηνών μετά από την τελευταία χορήγηση του LEMTRADA. Στις κλινικές δοκιμές υπήρξαν 2 περιπτώσεις νόσου anti-GBM. Και οι δύο περιπτώσεις ήταν σοβαρές, αναγνωρίστηκαν έγκαιρα μέσω κλινικής και εργαστηριακής παρακολούθησης και οδήγησαν σε θετική έκβαση μετά από θεραπευτική αγωγή.
Οι κλινικές εκδηλώσεις της νεφροπάθειας ενδέχεται να περιλαμβάνουν αύξηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό, αιματουρία ή/και πρωτεϊνουρία. Αν και δεν παρατηρήθηκε στις κλινικές δοκιμές, κυψελιδική αιμορραγία που εκδηλώνεται ως αιμόπτυση ενδέχεται να εμφανιστεί με τη νόσο anti-GBM. Η αιμόπτυση ενδέχεται επίσης να αποτελεί ένδειξη ITP (βλ. παραπάνω) και θα πρέπει να πραγματοποιείται η κατάλληλη διαφορική διάγνωση. Θα πρέπει να υπενθυμίζεται στον ασθενή ότι πρέπει να επαγρυπνεί για συμπτώματα που ενδέχεται να παρουσιάσει και ότι θα πρέπει να αναζητήσει άμεση ιατρική βοήθεια εάν έχει οποιαδήποτε ανησυχία. Η νόσος anti-GBM ενδέχεται να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια που χρήζει αιμοκάθαρσης ή/και μεταμόσχευσης αν δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα, ενώ μπορεί να είναι απειλητική για τη ζωή αν δεν αντιμετωπιστεί καθόλου.
Πρέπει να γίνεται μέτρηση των επιπέδων κρεατινίνης στον ορό πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία βάση, μέχρι να παρέλθουν 48 μήνες από την τελευταία έγχυση. Πρέπει να γίνεται ανάλυση ούρων με μικροσκοπική εξέταση πριν την έναρξη και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα, μέχρι να παρέλθουν 48 μήνες από την τελευταία έγχυση. Η παρατήρηση κλινικώς σημαντικών αλλαγών σε σχέση με τις τιμές αναφοράς στα επίπεδα κρεατινίνης ορού, η ανεξήγητη αιματουρία ή/και η πρωτεϊνουρία πρέπει να οδηγούν σε περαιτέρω αξιολόγηση για νεφροπάθειες, συμπεριλαμβανομένης της άμεσης παραπομπής σε ειδικό ιατρό. Η έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση των νεφροπαθειών ενδέχεται να μειώσουν τον κίνδυνο δυσμενούς έκβασης. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, πρέπει να γίνονται εξετάσεις με βάση κλινικά ευρήματα που υποδηλώνουν νεφροπάθειες.
Ο δυνητικός κίνδυνος από την επανάληψη της θεραπείας με LEMTRADA μετά από εκδήλωση νεφροπαθειών είναι άγνωστος.
Θυρεοειδικές διαταραχές
Ενδοκρινικές διαταραχές του θυρεοειδούς, συμπεριλαμβανομένων των αυτοάνοσων θυρεοειδικών διαταραχών, παρατηρήθηκαν στο 36,8% των ασθενών που έλαβαν LEMTRADA 12 mg σε κλινικές δοκιμές για την ΠΣ, με διάμεσο διάστημα παρακολούθησης 6,1 ετών (μέγιστη διάρκεια 12 έτη) από την πρώτη έκθεση στο LEMTRADA. Η επίπτωση συμβαμάτων από τον θυρεοειδή ήταν υψηλότερη σε ασθενείς με ιατρικό ιστορικό θυρεοειδικών διαταραχών τόσο στην ομάδα αγωγής με LEMTRADA όσο και στην ομάδα αγωγής με ιντερφερόνη β-1α (IFNB 1a). Σε ασθενείς με εξελισσόμενες θυρεοειδικές διαταραχές, το LEMTRADA πρέπει να χορηγείται μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τους πιθανούς κινδύνους. Οι αυτοάνοσες θυρεοειδικές διαταραχές που παρατηρήθηκαν περιλαμβάνουν υπερθυρεοειδισμό ή υποθυρεοειδισμό. Τα περισσότερα συμβάματα ήταν ήπιας ή μέτριας σοβαρότητας. Σοβαρά ενδοκρινικά συμβάματα εκδηλώθηκαν στο 4,4% των ασθενών, ενώ η νόσος Basedow (γνωστή και ως νόσος του Graves), ο υπερθυρεοειδισμός, ο υποθυρεοειδισμός, η αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα και η βρογχοκήλη εκδηλώθηκαν σε περισσότερους από έναν ασθενείς. Τα περισσότερα συμβάματα από τον θυρεοειδή αντιμετωπίστηκαν με συμβατική ιατρική θεραπεία, ωστόσο, κάποιοι ασθενείς χρειάστηκαν χειρουργική επέμβαση. Σε κλινικές δοκιμές, στους ασθενείς που ανέπτυξαν συμβάματα από τον θυρεοειδή, επιτράπηκε να λάβουν ξανά θεραπεία με LEMTRADA. Αν και η εμπειρία είναι περιορισμένη, οι ασθενείς που έλαβαν ξανά θεραπεία, γενικά, δεν εκδήλωσαν επιδείνωση της σοβαρότητας των θυρεοειδικών διαταραχών. Η περαιτέρω θεραπεία με LEMTRADA θα πρέπει να εξετάζεται, ανά περίπτωση, αφού ληφθεί υπόψη η κλινική κατάσταση του συγκεκριμένου ασθενούς.
Θα πρέπει να γίνονται εξετάσεις της λειτουργίας του θυρεοειδούς, όπως μέτρηση των επιπέδων θυρεοειδοτρόπου ορμόνης, πριν από την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια κάθε 3 μήνες, μέχρι να παρέλθουν 48 μήνες από την τελευταία έγχυση. Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, θα πρέπει να γίνονται εξετάσεις με βάση κλινικά ευρήματα που υποδηλώνουν θυρεοειδικής δυσλειτουργίας.
Η νόσος του θυρεοειδή συνιστά ιδιαίτερο κίνδυνο για γυναίκες, οι οποίες είναι έγκυες (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Σε κλινικές δοκιμές, το 74% των ασθενών που ήταν θετικοί στα αντισώματα έναντι της θυρεοειδικής υπεροξειδάσης (anti-TPO) πριν την αγωγή εκδήλωσαν ανεπιθύμητη ενέργεια σχετιζόμενη με τον θυρεοειδή σε σύγκριση με το 38% των ασθενών που ήταν αρνητικοί πριν την αγωγή. Η συντριπτική πλειοψηφία (περίπου 80%) των ασθενών που εκδήλωσαν σύμβαμα από τον θυρεοειδή μετά την αγωγή ήταν αρνητικοί πριν τη θεραπεία στα αντισώματα anti-TPO. Συνεπώς, ανεξάρτητα από την κατάσταση των αντισωμάτων anti-TPO πριν από την αγωγή, οι ασθενείς ενδέχεται να παρουσιάσουν ανεπιθύμητη ενέργεια από τον θυρεοειδή και πρέπει να κάνουν περιοδικά όλες τις εξετάσεις, όπως περιγράφεται παραπάνω.
Κυτταροπενίες
Πιθανολογούμενες αυτοάνοσες κυτταροπενίες, όπως ουδετεροπενία, αιμολυτική αναιμία και πανκυτταροπενία, δεν έχουν αναφερθεί συχνά σε κλινικές δοκιμές για την ΠΣ. Τα αποτελέσματα της γενικής εξέτασης αίματος (βλ. παραπάνω στην ενότητα περί ITP) πρέπει να χρησιμοποιούνται για να παρακολουθούνται οι ασθενείς για κυτταροπενία. Εάν επιβεβαιωθεί η παρουσία κυτταροπενίας, θα πρέπει να ξεκινήσει αμέσως κατάλληλη ιατρική παρέμβαση που να περιλαμβάνει την παραπομπή σε ειδικό ιατρό.
Αυτοάνοση ηπατίτιδα (AIH) και ηπατική βλάβη
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατικής βλάβης συμπεριλαμβανομένων των αυξήσεων των τρανσαμινασών στον ορό και της αυτοάνοσης ηπατίτιδας (συμπεριλαμβανομένων των θανατηφόρων περιπτώσεων) σε ασθενείς που έλαβαν LEMTRADA. Πρέπει να αξιολογείται η ηπατική λειτουργία πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τον κίνδυνο ηπατικής βλάβης και σχετικών συμπτωμάτων. Σε περίπτωση αυτών των συμπτωμάτων, η θεραπεία θα πρέπει να χορηγείται εκ νέου μόνο μετά από προσεκτική εξέταση.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ)
Στις κλινικές δοκιμές, ως αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση (ΑΣΕ) ορίστηκε κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια ή εντός 24 ωρών μετά την έγχυση του LEMTRADA. Οι περισσότερες από αυτές ενδέχεται να οφείλονταν στην έκλυση κυτταροκινών κατά την έγχυση. Οι περισσότεροι από τους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA σε κλινικές δοκιμές για την ΠΣ, εκδήλωσαν ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας ΑΣΕ κατά τη διάρκεια ή/και μέχρι 24 ώρες μετά τη χορήγηση του LEMTRADA 12 mg. Η επίπτωση των ΑΣΕ ήταν υψηλότερη στη συνεδρία 1 σε σύγκριση με τις επόμενες συνεδρίες. Με βάση όλες τις διαθέσιμες περιόδους παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που έλαβαν επιπλέον συνεδρίες, οι πιο συχνές ΑΣΕ περιλαμβανόταν κεφαλαλγία, εξάνθημα, πυρεξία, ναυτία, κνίδωση, κνησμός, αϋπνία, ρίγη, έξαψη, κόπωση, δύσπνοια, δυσγευσία, θωρακική δυσφορία, γενικευμένο εξάνθημα, ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, δυσπεψία, ζάλη και άλγος. Σοβαρές αντιδράσεις εκδηλώθηκαν στο 3% των ασθενών και περιλάμβαναν περιπτώσεις κεφαλαλγίας, πυρεξίας, κνίδωσης, ταχυκαρδίας, κολπικής μαρμαρυγής, ναυτίας, θωρακικής δυσφορίας και υπότασης. Οι κλινικές εκδηλώσεις αναφυλαξίας ενδέχεται να μοιάζουν με τις κλινικές εκδηλώσεις των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση, αλλά τείνουν να είναι πιο σοβαρές ή ενδεχομένως απειλητικές για τη ζωή. Σπάνια έχουν αναφερθεί αντιδράσεις που αποδίδονται σε αναφυλαξία, σε αντίθεση με τις αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση.
Συνιστάται η προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή των ασθενών, προκειμένου οι επιδράσεις από τις αντιδράσεις στην έγχυση να είναι ηπιότερες (βλ. Δοσολογία).
Οι περισσότεροι ασθενείς στις ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές έλαβαν αντιισταμινικά ή/και αντιπυρετικά πριν από τουλάχιστον μία έγχυση LEMTRADA. ΑΣΕ ενδέχεται να εκδηλωθούν παρά την προκαταρκτική αγωγή. Συνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών για τυχόν αντιδράσεις στην έγχυση, κατά τη διάρκεια και για 2 ώρες μετά την έγχυση του LEMTRADA. Εάν εκδηλωθεί ΑΣΕ, θα πρέπει να παρασχεθεί η κατάλληλη συμπτωματική θεραπεία, όπως απαιτείται. Εάν η έγχυση δεν είναι καλώς ανεκτή, η διάρκειά της μπορεί να παραταθεί. Εάν εκδηλωθούν αντιδράσεις σοβαρής μορφής στην έγχυση, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο άμεσης διακοπής της ενδοφλέβιας έγχυσης. Στις κλινικές δοκιμές, η αναφυλαξία ή οι σοβαρές αντιδράσεις που επέβαλαν τη διακοπή της αγωγής ήταν πολύ σπάνιες.
Οι ιατροί πρέπει να γνωρίζουν το καρδιολογικό ιστορικό του ασθενούς, καθώς οι αντιδράσεις που σχετίζονται με την έγχυση μπορεί να περιλαμβάνουν καρδιολογικά συμπτώματα, όπως η ταχυκαρδία.
Θα πρέπει να υπάρχουν διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης αναφυλαξίας ή σοβαρών αντιδράσεων.
Άλλες σοβαρές αντιδράσεις που σχετίζονται χρονικά με την έγχυση του LEMTRADA
Κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία έχουν αναφερθεί περιπτώσεις πνευμονικής κυψελιδικής αιμορραγίας, εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (συμπεριλαμβανομένου του ισχαιμικού και του αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου) και διαχωρισμού τραχηλικών - εγκεφαλικών (π.χ., σπονδυλική, καρωτιδική) αρτηριών. Αντιδράσεις μπορεί να εμφανιστούν μετά από οποιαδήποτε από τις δόσεις κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χρόνος εμφάνισης ήταν εντός 1-3 ημερών από την έγχυση του LEMTRADA. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να τους δίδεται η συμβουλή να αναζητήσουν αμέσως ιατρική φροντίδα σε περίπτωση εμφάνισης αυτών των συμπτωμάτων.
Τα ζωτικά σημεία συμπεριλαμβανομένων των μέτρων/μετρήσεων πίεσης του αίματος, θα πρέπει να παρακολουθούνται πριν, καθώς και περιοδικά κατά τη διάρκεια της έγχυσης του LEMTRADA. Εάν παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αλλαγές στις ζωτικές λειτουργίες, πρέπει να εξεταστεί η διακοπή της έγχυσης και η πρόσθετη παρακολούθηση, συμπεριλαμβανομένου του ΗΚΓ.
Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH)
Κατά τη χρήση μετά την κυκλοφορία, έχει αναφερθεί HLH σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με LEMTRADA. Η HLH είναι ένα απειλητικό για τη ζωή σύνδρομο παθολογικής ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος που χαρακτηρίζεται από κλινικά σημεία και συμπτώματα ακραίας συστηματικής φλεγμονής. Σχετίζεται με υψηλά ποσοστά θνητότητας εάν δεν αναγνωριστεί έγκαιρα και δεν αντιμετωπιστεί. Έχει αναφερθεί ότι τα συμπτώματα εμφανίζονται σε διάστημα που κυμαίνεται από μερικούς μήνες έως τέσσερα έτη μετά την έναρξη της θεραπείας. Οι ασθενείς που εμφανίζουν πρώιμες εκδηλώσεις παθολογικής ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματος θα πρέπει να αξιολογούνται αμέσως και θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διάγνωσης HLH.
Λοιμώξεις
Λοιμώξεις εκδηλώθηκαν στο 71% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με LEMTRADA 12 mg έναντι του 53% των ασθενών που έλαβαν ιντερφερόνη β-1α [IFNB 1a] υποδορίως (44 μg 3 φορές εβδομαδιαίως) σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για την ΠΣ με διάρκεια έως και 2 έτη και ήταν κυρίως ήπιας έως μέτριας σοβαρότητας. Οι λοιμώξεις που εκδηλώθηκαν πιο συχνά στους ασθενείς υπό αγωγή με LEMTRADA απ’ ότι στους ασθενείς υπό IFNB 1a περιλάμβαναν ρινοφαρυγγίτιδα, ουρολοίμωξη, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, κολπίτιδα, στοματικό έρπητα, γρίππη και βρογχίτιδα. Σοβαρές λοιμώξεις εκδηλώθηκαν στο 2,7% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA συγκρινόμενο με 1% των ασθενών που έλαβαν IFNB-1a σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για την ΠΣ. Οι σοβαρές λοιμώξεις στην ομάδα του LEMTRADA περιλάμβαναν: σκωληκοειδίτιδα, γαστρεντερίτιδα, πνευμονία, έρπητα ζωστήρα και οδοντικές λοιμώξεις. Οι λοιμώξεις είχαν κατά κανόνα τη συνήθη διάρκεια και υποχώρησαν μετά από συμβατική ιατρική αγωγή.
Το αθροιστικό ετησιοποιημένο ποσοστό λοιμώξεων ήταν 0,99 σε διάμεση διάρκεια παρακολούθησης 6,1 ετών (μέγιστη διάρκεια 12 έτη) από την πρώτη έκθεση στο LEMTRADA, σε σύγκριση με 1,27 σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές.
Σοβαρές λοιμώξεις από ιό ανεμοβλογιάς-ζωστήρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοπαθούς ανεμοβλογιάς και της επανενεργοποίησης του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρα, εκδηλώθηκαν πιο συχνά στους ασθενείς που έλαβαν LEMTRADA 12 mg (0,4%) στις κλινικές δοκιμές συγκριτικά με την IFNB-1a (0%). Έχει αναφερθεί τραχηλική λοίμωξη από τον ιό των θηλωμάτων του ανθρώπου (HPV), συμπεριλαμβανομένης της δυσπλασίας του τραχήλου και των πρωκτογεννητικών ακροχορδόνων, σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA 12 mg (2%). Συνιστάται ετήσιος προσυμπτωματικός έλεγχος για τον HPV στις θήλεις ασθενείς.
Περιστατικά λοίμωξης από τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV), περιλαμβανομένων περιστατικών επανενεργοποίησης του ιού, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με LEMTRADA. Τα περισσότερα περιστατικά παρατηρήθηκαν εντός 2 μηνών από τη χορήγηση αλεμτουζουμάμπης. Πριν από την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται η ανοσολογική οροκατάσταση σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες οδηγίες.
Έχει αναφερθεί φυματίωση στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA και IFNB-1a σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές. Ενεργή και λανθάνουσα φυματίωση, συμπεριλαμβανομένων μερικών περιπτώσεων γενικευμένης φυματίωσης, αναφέρθηκε στο 0,3% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA, με μεγαλύτερη συχνότητα σε περιοχές ενδημικές της νόσου. Πριν από την έναρξη της θεραπείας, όλοι οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται τόσο για ενεργό, όσο και για ανενεργό («λανθάνουσα») λοίμωξη φυματίωσης, όπως ορίζουν οι κατά τόπους κατευθυντήριες οδηγίες.
Λιστερίωση/μηνιγγίτιδα από λιστέρια έχει αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν LEMTRADA, γενικά εντός ενός μηνός από την έγχυση LEMTRADA. Για να μειωθεί ο κίνδυνος λοίμωξης, οι ασθενείς που λαμβάνουν LEMTRADA πρέπει να αποφεύγουν την κατανάλωση ωμών ή μη επαρκώς μαγειρεμένων κρεάτων, τα μαλακά τυριά και τα μη παστεριωμένα γαλακτοκομικά προϊόντα δύο εβδομάδες πριν, κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον ένα μήνα μετά την έγχυση του LEMTRADA.
Επιπολής μυκητιασικές λοιμώξεις, ιδίως καντιντίαση του στόματος και κολπική καντιντίαση, εκδηλώθηκαν συχνότερα στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA (12%) απ’ ότι στους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με IFNB-1a (3%) σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για την ΠΣ.
Έχει αναφερθεί πνευμονίτιδα σε ασθενείς που έλαβαν εγχύσεις LEMTRADA. Οι περισσότερες περιπτώσεις εμφανίστηκαν εντός του πρώτου μήνα μετά τη θεραπεία με LEMTRADA. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται να αναφέρουν συμπτώματα πνευμονίτιδας, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν δύσπνοια, βήχα, συριγμό, άλγος ή αίσθημα σύσφιξης στον θώρακα και αιμόπτυση.
Η έναρξη της θεραπείας με LEMTRADA θα πρέπει να καθυστερεί σε ασθενείς με σοβαρή ενεργό λοίμωξη έως την αποδρομή. Στους ασθενείς που λαμβάνουν LEMTRADA πρέπει να δίδεται η οδηγία να αναφέρουν τα συμπτώματα των λοιμώξεων στον ιατρό.
Η προφυλακτική αγωγή με κάποιον από του στόματος παράγοντα κατά του έρπητα θα πρέπει να ξεκινά από την πρώτη ημέρα της αγωγής με LEMTRADA και να συνεχίζεται για τουλάχιστον 1 μήνα μετά από κάθε συνεδρία.
Το LEMTRADA δεν έχει χορηγηθεί για την αντιμετώπιση της ΠΣ ταυτόχρονα με ή μετά από αντινεοπλασματικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείες. Όπως συμβαίνει με άλλες ανοσοτροποποιητικές θεραπείες, όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης του LEMTRADA θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες συνδυαστικές επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα του ασθενούς. Η ταυτόχρονη χρήση του LEMTRADA με οποιαδήποτε από αυτές τις θεραπείες μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανοσοκαταστολής.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη σχέση του LEMTRADA με την επανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV) ή του ιού της ηπατίτιδας C (HCV), καθώς οι ασθενείς με ενδείξεις ενεργής ή χρόνιας λοίμωξης αποκλείστηκαν από τις κλινικές δοκιμές. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το ενδεχόμενο προσυμπτωματικού ελέγχου των ασθενών με υψηλό κίνδυνο λοίμωξης HBV ή/και HCV πριν την έναρξη της χορήγησης του LEMTRADA, ενώ απαιτείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση του LEMTRADA σε ασθενείς που έχουν ταυτοποιηθεί ως φορείς του HBV ή/και του HCV, καθώς αυτοί οι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν κίνδυνο μη-αναστρέψιμης ηπατικής βλάβης σχετιζόμενης με πιθανή επανενεργοποίηση του ιού ως συνέπεια της προϋπάρχουσας κατάστασής τους.
Οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδα
Το LEMTRADA μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο της οξείας μη λιθισιακής χολοκυστίτιδας. Σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες, 0,2% των ασθενών με ΠΣ που έλαβαν θεραπεία με LEMTRADA εμφάνισαν οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδα, σε σύγκριση με το 0% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με INFB-1a. Κατά τη διάρκεια της χρήσης μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, έχουν αναφερθεί επιπρόσθετες περιπτώσεις οξείας μη λιθιασικής χολοκυστίτιδας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με LEMTRADA. Ο χρόνος εμφάνισης των συμπτωμάτων κυμάνθηκε από λιγότερο από 24 ώρες έως 2 μήνες μετά από την έγχυση του LEMTRADA. Οι περισσότεροι ασθενείς αντιμετωπίσθηκαν συντηρητικά με αντιβιοτικά και ανάρρωσαν χωρίς χειρουργική επέμβαση, ενώ άλλοι υποβλήθηκαν σε χολοκυστεκτομή. Τα συμπτώματα της οξείας μη λιθιασικής χολοκυστίτιδας περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, κοιλιακή ευαισθησία, πυρετό, ναυτία και έμετο. Η οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδα είναι μια κατάσταση που μπορεί να σχετίζεται με υψηλά ποσοστά νοσηρότητας και θνησιμότητας, εάν δεν διαγνωστεί έγκαιρα και αντιμετωπιστεί. Εάν υπάρχει υπόνοια ύπαρξης οξείας μη λιθιασικής χολοκυστίτιδας, αξιολογήστε και χορηγείστε θεραπεία αμέσως.
Κακοήθεια
Όπως συμβαίνει με άλλες ανοσοτροποποιητικές θεραπείες, απαιτείται προσοχή για την έναρξη της θεραπείας με LEMTRADA σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ή/και εξελισσόμενη κακοήθεια. Επί του παρόντος, δεν είναι γνωστό κατά πόσο το LEMTRADA φέρει υψηλότερο κίνδυνο για ανάπτυξη θυρεοειδικών κακοηθειών, αφού η θυρεοειδική αυτοανοσία ενδέχεται να αποτελεί η ίδια παράγοντα κινδύνου για κακοήθειες του θυρεοειδούς.
Αντισύλληψη
Μεταφορά διαμέσου του πλακούντα και δυνητική φαρμακολογική δράση του LEMTRADA έχουν παρατηρηθεί σε ποντικούς κατά την κύηση και μετά τον τοκετό. Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και μέχρι 4 μήνες μετά την αγωγή με LEMTRADA (βλ. Κύηση και γαλουχία).
Εμβόλια
Συνιστάται οι ασθενείς να έχουν ολοκληρώσει τις κατά τόπους υποχρεώσεις ανοσοποίησης τουλάχιστον 6 εβδομάδες πριν από την αγωγή με το LEMTRADA. Η δυνατότητα ανάπτυξης ανοσολογικής απάντησης σε οποιοδήποτε εμβόλιο μετά την αγωγή με LEMTRADA δεν έχει μελετηθεί.
Η ασφάλεια της ανοσοποίησης με εμβόλια με ζώντες ιούς μετά από μια συνεδρία με LEMTRADA δεν έχει μελετηθεί επίσημα σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές για την ΠΣ και συνεπώς αυτά δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς με ΠΣ που έχουν λάβει πρόσφατα μια συνεδρία LEMTRADA.
Εξετάσεις αντισωμάτων / εμβολιασμός κατά του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρα
Όπως και με κάθε φαρμακευτικό προϊόν που τροποποιεί την ανοσολογική κατάσταση, προτού ξεκινήσουν μια συνεδρία με LEMTRADA, οι ασθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς ή χωρίς εμβολιασμό έναντι του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV) πρέπει να εξεταστούν για την παρουσία αντισωμάτων κατά του VZV. Πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εμβολιασμού των αρνητικών για αντισώματα ασθενών έναντι του VZV πριν την έναρξη αγωγής με LEMTRADA. Προκειμένου να φθάσει στην πλήρη δραστικότητά του ο εμβολιασμός κατά του VZV, αναβάλετε την αγωγή με LEMTRADA για 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό.
Συνιστώμενες εργαστηριακές εξετάσεις για την παρακολούθηση των ασθενών
Εργαστηριακές εξετάσεις θα πρέπει να διεξάγονται σε περιοδικά διαστήματα έως 48 μήνες μετά από την τελευταία συνεδρία με LEMTRADA προκειμένου να παρακολουθούνται οι ασθενείς για πρώιμα σημεία αυτοάνοσης νόσου:
- Γενική εξέταση αίματος με διαφορικό προσδιορισμό λευκοκυτταρικού τύπου (πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα)
- Επίπεδα κρεατινίνης στον ορό (πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα)
- Ανάλυση ούρων με μικροσκοπική εξέταση (πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα)
- Έλεγχος της θυρεοειδικής λειτουργίας, όπως επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης (πριν την έναρξη της αγωγής και κάθε 3 μήνες στη συνέχεια)
Μετά από αυτό το χρονικό διάστημα, τυχόν κλινικά ευρήματα που υποδηλώνουν νεφροπάθειες ή δυσλειτουργία του θυρεοειδούς θα απαιτούν περαιτέρω εξετάσεις.
Πληροφορίες από τη χρήση της αλεμτουζουμάμπης πριν την άδεια κυκλοφορίας του LEMTRADA στην αγορά πέραν των μελετών υπό τη χορηγία της εταιρείας
Οι παρακάτω ανεπιθύμητες αντιδράσεις αναγνωρίστηκαν πριν από την έγκριση του LEMTRADA, κατά τη χρήση της αλεμτουζουμάμπης για τη θεραπεία της χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας Β κυττάρων (Β-ΧΛΛ), καθώς και για την αγωγή άλλων διαταραχών, συνήθως σε δόσεις υψηλότερες και συχνότερα χορηγούμενες (π.χ. 30 mg) από αυτές που συνιστώνται για την αγωγή της ΠΣ. Επειδή οι αντιδράσεις αυτές αναφέρονται αυθόρμητα από έναν πληθυσμό αβέβαιου μεγέθους, δεν είναι πάντοτε δυνατή η αξιόπιστη εκτίμηση της συχνότητάς τους ή η τεκμηρίωση της αιτιολογικής σχέσης τους με την έκθεση στην αλεμτουζουμάμπη.
Αυτοάνοση νόσος
Τα αυτοάνοσα συμβάματα που έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αλεμτουζουμάμπη περιλαμβάνουν ουδετεροπενία, αιμολυτική αναιμία (συμπεριλαμβανομένου ενός θανατηφόρου περιστατικού), επίκτητη αιμορροφιλία, νόσο anti-GBM και νόσο του θυρεοειδούς. Σοβαρά και ενίοτε θανατηφόρα αυτοάνοσα φαινόμενα, συμπεριλαμβανομένης της αυτοάνοσης αιμολυτικής αναιμίας, της αυτοάνοσης θρομβοπενίας, της απλαστικής αναιμίας, του συνδρόμου Guillain-Barré και της χρόνιας φλεγμονώδους απομυελινωτικής πολυριζονευροπάθειας, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς χωρίς ΠΣ υπό αγωγή με αλεμτουζουμάμπη. Ένα θετικό αποτέλεσμα στη δοκιμασία Coombs αναφέρθηκε σε έναν ογκολογικό ασθενή υπό θεραπεία με αλεμτουζουμάμπη. Ένα θανατηφόρο περιστατικό νόσου-μοσχεύματος-έναντι-ξενιστή, σχετιζόμενης με μετάγγιση αναφέρθηκε σε έναν ογκολογικό ασθενή υπό αγωγή με αλεμτουζουμάμπη.
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση
Σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες ΑΣΕ που συμπεριλαμβάνουν βρογχόσπασμο, υποξία, συγκοπή, πνευμονικές διηθήσεις, σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας, αναπνευστική ανακοπή, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αρρυθμίες, οξεία καρδιακή ανεπάρκεια και καρδιακή ανακοπή έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς χωρίς ΠΣ που αντιμετωπίστηκαν με αλεμτουζουμάμπη σε δόσεις υψηλότερες και συχνότερες από αυτές που χρησιμοποιούνται στην ΠΣ. Έχουν αναφερθεί επίσης σοβαρή αναφυλαξία και άλλες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής καταπληξίας και του αγγειοοιδήματος.
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Σοβαρές και ενίοτε θανατηφόρες ιογενείς, βακτηριακές, πρωτοζωικές και μυκητιασικές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που οφείλονται σε επανενεργοποίηση λανθανουσών λοιμώξεων, έχουν αναφερθεί σε ασθενείς χωρίς ΠΣ που αντιμετωπίστηκαν με αλεμτουζουμάμπη σε δόσεις υψηλότερες και συχνότερες από αυτές που χρησιμοποιούνται στην ΠΣ. Έχει αναφερθεί προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (ΠΠΛ) σε ασθενείς με Β-ΧΛΛ με ή χωρίς αγωγή με αλεμτουζουμάμπη. Η συχνότητα της ΠΠΛ στους ασθενείς με Β-ΧΛΛ που έλαβαν αλεμτουζουμάμπη δεν ήταν μεγαλύτερη από τη συχνότητα στον υπόλοιπο πληθυσμό.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
Σοβαρής μορφής αιμορραγικές αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς χωρίς ΠΣ.
Καρδιακές διαταραχές
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, καρδιομυοπάθεια και μειωμένο κλάσμα εξώθησης έχουν αναφερθεί σε ασθενείς χωρίς ΠΣ υπό αγωγή με αλεμτουζουμάμπη που είχαν αντιμετωπιστεί προηγουμένως με δυνητικώς καρδιοτοξικούς παράγοντες.
Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές σχετιζόμενες με τον ιό Epstein-Barr
Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές σχετιζόμενες με τον ιό Epstein-Barr έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς πέραν των μελετών υπό τη χορηγία της εταιρείας.
Το LEMTRADA περιέχει νάτριο και κάλιο
Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol καλίου (39 mg) ανά έγχυση, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο καλίου». Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά έγχυση, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LEMTRADA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LEMTRADA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας σε κλινικές δοκιμές
Συνολικά 1.486 ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA (12 mg ή 24 mg) αποτέλεσαν τον πληθυσμό ασφάλειας σε μια συγκεντρωτική ανάλυση των κλινικών μελετών της ΠΣ με διάμεσο διάστημα παρακολούθησης 6,1 ετών (μέγιστη διάρκεια 12 έτη), η οποία είχε ως αποτέλεσμα την παρακολούθηση της ασφάλειας επί 8.635 έτη-ασθενών.
Οι πιο σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν η αυτοανομία (ITP, θυρεοειδικές διαταραχές, νεφροπάθειες, κυτταροπενίες), οι ΑΣΕ και οι λοιμώξεις. Αυτές περιγράφονται στην παράγραφο 4.4.
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες με το LEMTRADA (σε ≥20% των ασθενών) ήταν το εξάνθημα, η κεφαλαλγία, η πυρεξία και οι λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο παρακάτω πίνακας βασίζεται στα συγκεντρωτικά δεδομένα ασφάλειας από όλους τους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA 12 mg κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαθέσιμης παρακολούθησης σε κλινικές δοκιμές. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα (ΚΟΣ) και κατά Προτιμώμενο Όρο (ΠΟ) του Ιατρικού Λεξικού για Κανονιστικές Δραστηριότητες (MedDRA). Οι συχνότητες ορίζονται σύμφωνα με την παρακάτω συνθήκη: πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), πολύ σπάνιες (< 1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Σε κάθε ομάδα συχνοτήτων, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά σειρά φθίνουσας σοβαρότητας.
Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες ενέργειες στη μελέτη 1, 2, 3 και 4 που παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA 12 mg και κατά τη μετεγκριτική παρακολούθηση
| Κατηγορία/Οργανικό Σύστημα | Πολύ Συχνές | Συχνές | Όχι Συχνές | Σπάνιες | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος, γαστρεντερίτιδα, καντιντίαση του στόματος, αιδοιοκολπική καντιντίαση, λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα | Ουρολοίμωξη, πνευμονίτιδα, λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα ζωστήρα, αμυγδαλίτιδα, ιγμορίτιδα, κυτταρίτιδα, λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα, πνευμονία, λοίμωξη του κόλπου, οδοντική λοίμωξη, γρίππη, λοίμωξη του ωτός | Ονυχομυκητίαση, δερματική μυκητιασική λοίμωξη, φυματίωση, λοιμώξεις από τον κυτταρομεγαλοϊό | Λιστερίωση/μηνιγγίτιδα από λιστέρια | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες) | Θήλωμα του δέρματος | ||||
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Λεμφοπενία, λευκοπενία, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας | Θρομβοπενία, αναιμία, μειωμένος αιματοκρίτης, λευκοκυττάρωση, λεμφαδενοπάθεια | Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα, αιμολυτική αναιμία, πανκυτταροπενία | Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών*, υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας* | ||||
| Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος | Νόσος του Basedow, υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός | Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα συμπεριλαμβανομένης υποξείας θυρεοειδίτιδας, βρογχοκήλη, εξέταση για αντιθυρεοειδικά αντισώματα θετική | |||
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Μειωμένη όρεξη | ||||
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Αϋπνία*, άγχος, κατάθλιψη | ||||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Κεφαλαλγία* | Υποτροπή της ΠΣ, ζάλη*, υπαισθησία, παραισθησία, τρόμος, δυσγευσία*, ημικρανία | Διαταραχή αισθητικότητας, υπεραισθησία, κεφαλαλγία από τάση, Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, συμπεριλαμβανομένων του αιμορραγικού και του ισχαιμικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου**+, διαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριών **+ | ||
| Οφθαλμικές διαταραχές | Επιπεφυκίτιδα, ενδοκρινική οφθαλμοπάθεια, όραση θαμπή | Διπλωπία | |||
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Ίλιγγος | Ωταλγία | |||
| Καρδιακές διαταραχές | Ταχυκαρδία* | Βραδυκαρδία*, αίσθημα παλμών* | Κολπική μαρμαρυγή*, Έμφραγμα του μυοκαρδίου**+ | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Έξαψη* | Υπόταση*, υπέρταση* | |||
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου | Δύσπνοια*, βήχας, επίσταξη, λόξυγκας, άλγος στοματοφάρυγγα, άσθμα, Συσφιγκτικό αίσθημα λαιμού*, ερεθισμός του λαιμού | Πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία**+ | |||
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Ναυτία* | Κοιλιακό άλγος, έμετος, διάρροια, δυσπεψία*, στοματίτιδα | Δυσκοιλιότητα, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, ουλορραγία, ξηροστομία, δυσφαγία, διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος, αιματοχεσία | ||
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση, αύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης | Χολοκυστίτιδα συμπεριλαμβανομένης της μη λιθιασικής χολοκυστίτιδας και της οξείας μη λιθιασικής χολοκυστίτιδας | |||
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Κνίδωση*, εξάνθημα*, κνησμός*, γενικευμένο εξάνθημα* | Ερύθημα, εκχύμωση, αλωπεκία, υπεριδρωσία, ακμή, βλάβη δέρματος, δερματίτιδα | Φλύκταινα, νυκτερινοί ιδρώτες, οίδημα του προσώπου, έκζεμα | ||
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Μυαλγία, μυϊκή αδυναμία, αρθραλγία, οσφυαλγία, μυϊκοί σπασμοί, αυχεναλγία, μυοσκελετικός πόνος | Μυοσκελετική δυσκαμψία, δυσφορία άκρου, άλγος άκρου | |||
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πρωτεϊνουρία, αιματουρία | Νεφρολιθίαση, κετονουρία, νεφροπάθειες συμπεριλαμβανομένης της νόσου antiGBM | |||
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Μηνορραγία, έμμηνος ρύση ακανόνιστη, αμηνόρροια | Δυσπλασία τραχήλου (μήτρας) | |||
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία*, κόπωση*, ρίγη* | Θωρακική δυσφορία*, άλγος*, περιφερικό οίδημα, εξασθένιση, γριππώδης συνδρομή, κακουχία, άλγος στην θέση έγχυσης | |||
| Παρακλινικές εξετάσεις | Αυξημένη κρεατινίνη αίματος | Σωματικό βάρος μειωμένο, σωματικό βάρος αυξημένο, μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων, θετικό αποτέλεσμα σε βακτηριακή δοκιμασία, αυξημένη γλυκόζη αίματος, αυξημένος μέσος κυτταρικός όγκος | |||
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Μώλωπας, σχετιζόμενη με την έγχυση αντίδραση |
1 Στις λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα συμπεριλαμβάνονται οι: στοματικός έρπης, απλός έρπης, έρπης των γεννητικών οργάνων, λοίμωξη από τον ιό του έρπητα, ιός του απλού έρπητα των γεννητικών οργάνων, δερματίτιδα από έρπητα, απλός οφθαλμικός έρπης, θετικός ορολογικός έλεγχος για τον ιό του απλού έρπητα. 2 Στις λοιμώξεις από τον ιό του έρπητα ζωστήρα συμπεριλαμβάνονται οι:: έρπης ζωστήρας, δερματικός διάχυτος έρπης ζωστήρας, οφθαλμικός έρπης ζωστήρας, οφθαλμικός έρπης, έρπης ζωστήρας με εκδηλώσεις από το νευρικό σύστημα, μηνιγγίτιδα από έρπητα ζωστήρα.
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
Οι όροι που επισημαίνονται με αστερίσκο (*) στον Πίνακα 1 περιλαμβάνουν ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται ως αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση. Οι όροι που επισημαίνονται με δύο αστερίσκους (**) στον Πίνακα 1 περιλαμβάνουν ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν στο πλαίσιο μετά την κυκλοφορία, οι οποίες εμφανίστηκαν στην πλειοψηφία των περιπτώσεων εντός 1-3 ημερών μετά την έγχυση του LEMTRADA, μετά από οποιαδήποτε από τις δόσεις κατά τη διάρκεια του κύκλου θεραπείας.
Ουδετεροπενία
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις σοβαρής (περιλαμβανομένης και της θανατηφόρου) ουδετεροπενίας εντός 2 μηνών μετά την έγχυση του LEMTRADA.
Προφίλ ασφάλειας κατά τη μακροχρόνια παρακολούθηση
Ο τύπος των ανεπιθύμητων αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρότητας και της βαρύτητας, που παρατηρήθηκαν στις ομάδες που έλαβαν θεραπεία με LEMTRADA από όλες τις διαθέσιμες περιόδους παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των ασθενών που έλαβαν επιπλέον συνεδρίες, ήταν παρόμοιος με εκείνων που παρατηρήθηκαν σε ελεγχόμενες με δραστικό παράγοντα μελέτες. Η επίπτωση των ΑΣΕ στη συνεδρία 1 ήταν υψηλότερη σε σύγκριση με τις επόμενες συνεδρίες.
Στους ασθενείς που συνέχισαν από ελεγχόμενες κλινικές μελέτες και δεν έλαβαν επιπλέον LEMTRADA μετά τις αρχικές 2 συνεδρίες, το ποσοστό (συμβάντα ανά άτομο-έτος) των περισσότερων ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν συγκρίσιμο ή μειωμένο στα έτη 3-6 σε σύγκριση με τα έτη 1 και 2. Το ποσοστό των θυρεοειδικών ανεπιθύμητων ενεργειών έφθασε στο μέγιστο το έτος τρία και στη συνέχεια μειώθηκε.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών
Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LEMTRADA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Οι συγκεντρώσεις στον ορό ήταν χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες μέσα σε 30 περίπου ημέρες μετά από κάθε συνεδρία. Κατά συνέπεια, οι γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη ενόσω μιας συνεδρίας με LEMTRADA και έως 4 μήνες μετά από κάθε συνεδρία.
Εγκυμοσύνη
Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλεμτουζουμάμπης στις έγκυες γυναίκες. Το LEMTRADA θα πρέπει να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG μπορεί να διαπεράσει τον πλακουντιακό φραγμό· η αλεμτουζουμάμπη ενδέχεται να διαπεράσει επίσης τον πλακουντιακό φραγμό και συνεπώς να αποτελέσει δυνητικά κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η αλεμτουζουμάμπη μπορεί να βλάψει το έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες ή εάν μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα. Η νόσος του θυρεοειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις Θυρεοειδικές διαταραχές) συνιστά ιδιαίτερο κίνδυνο για τις γυναίκες που είναι έγκυες. Εάν ο υποθυρεοειδισμός δεν αντιμετωπιστεί κατά την κύηση υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αποβολής και επιπτώσεων στο έμβρυο, όπως διανοητική καθυστέρηση και νανισμό. Στις μητέρες με νόσο του Graves, τα μητρικά αντισώματα κατά του υποδοχέα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης μπορούν να μεταβιβαστούν στο αναπτυσσόμενο έμβρυο και μπορούν να προκαλέσουν παροδική νεογνική νόσο του Graves.
Θηλασμός
Η αλεμτουζουμάμπη ανιχνεύθηκε στο γάλα και στα νεογνά θηλυκών ποντικών που γαλουχούσαν. Δεν είναι γνωστό εάν η αλεμτουζουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο θηλάζον νεογέννητο/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Κατά συνέπεια, ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια κάθε θεραπευτικής συνεδρίας με LEMTRADA και για 4 μήνες μετά την τελευταία έγχυση κάθε συνεδρίας. Ωστόσο, τα οφέλη από την ανοσία που προσδίδεται μέσω του μητρικού γάλακτος ενδέχεται να υπερισχύουν των κινδύνων από την δυνητική έκθεση του θηλάζοντος νεογέννητου/βρέφους στην αλεμτουζουμάμπη.
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα κλινικής ασφάλειας σχετικά με την επίδραση του LEMTRADA στη γονιμότητα. Σε μια υπο-μελέτη με 13 άνδρες ασθενείς που έλαβαν LEMTRADA (είτε 12 mg είτε 24 mg), δεν παρατηρήθηκε ασπερμία, αζωοσπερμία, σταθερά μειούμενος αριθμός σπερματοζωαρίων, διαταραχές κινητικότητας ή αύξηση στις μορφολογικές ανωμαλίες των σπερματοζωαρίων. Είναι γνωστό ότι η CD52 απαντάται στους αναπαραγωγικούς ιστούς του ανθρώπου και των τρωκτικών. Τα στοιχεία από μελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιδράσεις στη γονιμότητα ανθρωποποιημένων ποντικών (βλ. Προκλινικά δεδομένα), ωστόσο μια δυνητική επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα κατά την περίοδο της έκθεσης είναι άγνωστη με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LEMTRADA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, Εκλεκτικά ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AA34
Μηχανισμός δράσης
Η αλεμτουζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα που στρέφεται κατά της γλυκοπρωτεΐνης CD52 της κυτταρικής επιφάνειας. Συνδέεται με το CD52, που απαντάται σε υψηλά επίπεδα στα T και B λεμφοκύτταρα, και δρα μέσω αντισωματοεξαρτώμενης δια κυττάρων επιτελούμενης κυτταρόλυσης και μέσω λύσης που επιτελείται από το συμπλήρωμα.
Ο μηχανισμός μέσω του οποίου το LEMTRADA ασκεί τη θεραπευτική του δράση στην ΠΣ δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι ασκεί ανοσοτροποποιητική δράση μέσω εξάλειψης και επαναποικισμού των λεμφοκυττάρων, συμπεριλαμβανομένων και των εξής:
- Μεταβολές στον αριθμό, τις αναλογίες και τις ιδιότητες ορισμένων λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών μετά τη θεραπεία
- Αυξημένη παρουσία ρυθμιστικών υποπληθυσμών T κυττάρων
- Αυξημένη παρουσία T και B λεμφοκυττάρων μνήμης
- Παροδικές επιδράσεις σε συστατικά της εγγενούς ανοσίας (δηλαδή, ουδετερόφιλα, μακροφάγα, φυσικά φονικά κύτταρα)
Η μείωση στα επίπεδα των κυκλοφορούντων Β και Τ κυττάρων από το LEMTRADA και ο επακόλουθος επαναποικισμός τους ενδέχεται να ελαττώνουν την πιθανότητα υποτροπής, το οποίο τελικά επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το LEMTRADA εξαλείφει τα κυκλοφορούντα Τ και Β λεμφοκύτταρα μετά από κάθε συνεδρία, με τις κατώτατες τιμές να παρατηρούνται 1 μήνα μετά από μία συνεδρία (το πρωιμότερο χρονικό σημείο μετά τη θεραπεία στις μελέτες φάσης 3). Τα λεμφοκύτταρα επαναποικίζουν με την πάροδο του χρόνου, με την ανάκαμψη των Β κυττάρων συνήθως να ολοκληρώνεται εντός 6 μηνών. Οι αριθμοί των λεμφοκυττάρων CD3+ και CD4+ αυξάνονται πιο αργά προς το φυσιολογικό, αλλά γενικά δεν επανέρχονται στα αρχικά επίπεδα μέχρι τους 12 μήνες μετά την αγωγή. Το 40% των ασθενών περίπου παρουσίασε συνολικό αριθμό λεμφοκυττάρων που έφθανε το κατώτερο φυσιολογικό όριο (LLN) μέχρι τους 6 μήνες μετά από κάθε συνεδρία, και το 80% των ασθενών περίπου είχε συνολικό αριθμό λεμφοκυττάρων που έφθανε το LLN μέχρι τους 12 μήνες μετά από κάθε συνεδρία.
Τα ουδετερόφιλα, τα μονοκύτταρα, τα ηωσινόφιλα, τα βασεόφιλα και τα φυσικά φονικά κύτταρα επηρεάζονται μόνο παροδικά από το LEMTRADA.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλεμτουζουμάμπης στην ΠΣ αξιολογήθηκαν σε 3 τυχαιοποιημένες, τυφλές ως προς τον αξιολογητή κλινικές δοκιμές, σε σύγκριση με δραστική ουσία και σε 1 μη ελεγχόμενη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη επέκτασης σε ασθενείς με RRMS. Ο σχεδιασμός/τα δημογραφικά στοιχεία των Μελετών 1, 2, 3 και 4 φαίνονται στον Πίνακα 2. Πίνακας 2: Σχεδιασμός Μελέτης και Χαρακτηριστικά κατά την Εισαγωγή για τις Μελέτες 1, 2, 3 και 4
| Μελέτη 1 CAMMS323 (CARE-MS I) | Μελέτη 2 CAMMS32400507 (CARE-MS II) | Μελέτη 3 CAMMS223 | Μελέτη 4 CAMMS03409 | |
|---|---|---|---|---|
| Όνομα μελέτης | CAMMS323 (CARE-MS I) | CAMMS32400507 (CARE-MS II) | CAMMS223 | CAMMS03409 |
| Σχεδιασμός μελέτης | Ελεγχόμενη, τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή | Ελεγχόμενη, τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή και τη δόση | Ελεγχόμενη, τυχαιοποιημένη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή | Μη ελεγχόμενη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη επέκτασης |
| Ιστορικό νόσου | Ασθενείς με ενεργή ΠΣ, οριζόμενη ως τουλάχιστον 2 υποτροπές εντός των προηγούμενων 2 ετών και 1 ή περισσότερες βλάβες που προσλαμβάνουν σκιαγραφικό | Ασθενείς με ενεργή ΠΣ, οριζόμενη ως τουλάχιστον 2 υποτροπές εντός των προηγούμενων 2 ετών. | Ασθενείς με ενεργή ΠΣ, οριζόμενη ως τουλάχιστον 2 υποτροπές εντός των προηγούμενων 2 ετών. | Ασθενείς που συμμετείχαν στις μελέτες CAMMS223, CAMMS323 ή CAMMS32400507 (βλ. χαρακτηριστικά αναφοράς παραπάνω) |
| Διάρκεια | 2 έτη | 3 χρόνια‡ | 3 χρόνια | 4 χρόνια |
| Πληθυσμός μελέτης | Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς | Ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση σε προηγούμενη θεραπεία* | Πρωτοθεραπευόμενοι ασθενείς | |
| Χαρακτηριστικά κατά την εισαγωγή | ||||
| Μέση ηλικία (χρόνια) | 33 | 35 | 32 | |
| Μέση/Διάμεση διάρκεια νόσου | 2/1,6 χρόνια | 4,5/3,8 χρόνια | 1,5/1,3 χρόνια | |
| Μέση διάρκεια προηγούμενης θεραπείας για την ΠΣ (χρήση ≥1 φαρμάκου) | Καμία | 36 μήνες | Καμία | |
| Ποσοστό που είχε λάβει ≥2 προηγούμενες θεραπείες για την ΠΣ | Δεν εφαρμόζεται | 28% | Δεν εφαρμόζεται | |
| Μέση βαθμολογία EDSS κατά την εισαγωγή | 2,0 | 2,7 | 1,9 |
- Ορίζονται ως οι ασθενείς που εκδήλωσαν τουλάχιστον 1 υποτροπή κατά τη διάρκεια θεραπείας με βιντερφερόνη ή οξική γλατιραμέρη αφού είχαν ακολουθήσει τη θεραπεία με το φαρμακευτικό προϊόν επί 6 μήνες τουλάχιστον. ‡ Το κύριο τελικό σημείο της μελέτης βαθμολογήθηκε στα 3 έτη. Η πρόσθετη παρακολούθηση παρείχε δεδομένα για ένα διάμεσο διάστημα 4,8 ετών (μέγιστο 6,7).
Τα αποτελέσματα για τις Μελέτες 1 και 2 παρουσιάζονται στον Πίνακα 3. Πίνακας 3: Βασικά Κλινικά Τελικά Σημεία και Τελικά Σημεία Μαγνητικής Τομογραφίας (MRI) από τις Μελέτες 1 και 2
| Μελέτη 1 CAMMS323 (CARE-MS I) | Μελέτη 2 CAMMS32400507 (CARE-MS II) | |
|---|---|---|
| Όνομα μελέτης | LEMTRADA 12 mg (N=376) | SC IFNB-1a (N=426) |
| Κλινικά τελικά σημεία | ||
| Ποσοστό Υποτροπών1 | ||
| Ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών (ARR) | 0,18 (0,13, 0,23) | 0,39 (0,41, 0,66) |
| Λόγος ρυθμού επίπτωσης (95% CI) | 0,45 (0,32, 0,63) | |
| Μείωση κινδύνου | 54,9 (p<0,0001) | |
| Αναπηρία1 | ||
| Επιβεβαιωμένη Επιδείνωση της Αναπηρίας [CDW]2 (95% CI) | 8,0% (5,7, 11,2) | 11,1% (7,3, 16,7) |
| Λόγος κινδύνων (95% CI) | 0,70 (0,40, 1,23) (p=0,22) | |
| Ασθενείς χωρίς υποτροπή μέχρι το 2ο Έτος (95% CI) | 77,6% (72,9, 81,6) (p<0,0001) | 58,7% (51,1, 65,5) |
| Μεταβολή από τη βαθμολογία EDSS κατά την εισαγωγή3 στο 2ο Έτος (95% CI) | -0,14 (-0,25, -0,02) (p=0,42) | -0,14 (-0,29, 0,01) |
| Τελικά σημεία MRI (0-2 έτη) | ||
| Διάμέση% μεταβολή στον όγκο των T2 βλαβών σε απεικόνιση MRI | -9,3 (-19,6, 0,2) (p=0,14) | -6,5 (-20,7, 2,5) |
| Ασθενείς με νέες ή αυξανόμενες σε μέγεθος T2 βλάβες μέχρι το 2ο Έτος | 48,5% (p=0,035) | 57,6% |
| Ασθενείς με βλάβες προσλαμβάνουσες Γαδολίνιο μέχρι το 2ο Έτος | 15,4% (p=0,001) | 27,0% |
| Ασθενείς με νέες υπόπυκνες Τ1 βλάβες μέχρι το 2ο Έτος | 24,0% (p=0,055) | 31,4% |
| Διάμεση% Μεταβολή στο Κλάσμα Εγκεφαλικού Παρεγχύματος | -0,867 (p<0,0001) | -1,488 |
1 Συμπρωτεύοντα τελικά σημεία: ARR & CDW. Η μελέτη θεωρείτο επιτυχής αν είχε επιτευχθεί τουλάχιστον ένα από τα τελικά σημεία του σύνθετου πρωτεύοντος τελικού σημείου. 2 Η CDW ορίστηκε ως η αύξηση κατά τουλάχιστον 1 βαθμό στη διευρυμένη κλίμακα κατάστασης αναπηρίας (EDSS) από μια βαθμολογία EDSS ≥1,0 κατά την εισαγωγή (αύξηση κατά 1,5 βαθμό για ασθενείς με κατά την εισαγωγή EDSS ίση με 0) που διατηρήθηκε επί 6 μήνες. 3 Υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας ένα μεικτό μοντέλο για επαναλαμβανόμενες μετρήσεις.
Βαρύτητα υποτροπής
Σε αντιστοιχία με την επίδραση στο ποσοστό υποτροπών, οι υποστηρικτικές αναλύσεις από τη Μελέτη 1 (CAMMS323) έδειξαν ότι το LEMTRADA 12 mg/ημέρα οδήγησε σε σημαντικά λιγότερους ασθενείς με σοβαρή υποτροπή που βρίσκονταν υπό αγωγή με LEMTRADA (μείωση 61%, p=0,0056) και σε σημαντικά λιγότερες υποτροπές που οδήγησαν σε αγωγή με στεροειδή (μείωση 58%, p<0,0001) σε σύγκριση με την IFNB-1a.
Οι υποστηρικτικές αναλύσεις από τη Μελέτη 2 (CAMMS32400507) έδειξαν ότι το LEMTRADA 12 mg/ημέρα οδήγησε σε σημαντικά λιγότερους ασθενείς με σοβαρή υποτροπή ενώ βρίσκονταν υπό αγωγή με LEMTRADA (μείωση 48%, p=0,0121) και σε σημαντικά λιγότερες υποτροπές που οδήγησαν σε αγωγή με στεροειδή (μείωση 56%, p<0,0001) ή σε νοσηλεία (μείωση 55%, p=0,0045) σε σύγκριση με την IFNB-1a.
Επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας(Confirmed disability improvement, CDI)
Ο χρόνος μέχρι την έναρξη της CDI ορίστηκε ως η μείωση κατά τουλάχιστον έναν βαθμό στην κλίμακα EDSS από βαθμολογία EDSS ≥ 2 κατά την εισαγωγή, η οποία διατηρήθηκε για 6 μήνες τουλάχιστον. Η CDI είναι μέτρο της εμμένουσας βελτίωσης της αναπηρίας. Το 29% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA σημείωσαν CDI στη Μελέτη 2, ενώ μόνο το 13% των ασθενών υπό αγωγή με υποδόρια IFNB-1a έφθασαν σε αυτό το τελικό σημείο. Η διαφορά ήταν στατιστικώς σημαντική (p=0,0002).
Η Μελέτη 3 (μελέτη φάσης 2 CAMMS223) αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του LEMTRADA σε ασθενείς με RRMS για ένα διάστημα 3 χρόνων. Οι ασθενείς είχαν EDSS μεταξύ 0-3,0, τουλάχιστον 2 κλινικά επεισόδια ΠΣ κατά τα 2 προηγούμενα χρόνια και ≥1 βλάβη προσλαμβάνουσα γαδολίνιο κατά την είσοδό τους στη μελέτη. Οι ασθενείς δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία για την ΠΣ. Οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν με LEMTRADA 12 mg/ημέρα (N=108) ή 24 mg/ημέρα (N=108), χορηγούμενο μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες το μήνα 0 και για 3 ημέρες το μήνα 12, ή υποδόρια IFNB-1a 44 µg (N=107) χορηγούμενη 3 φορές ανά εβδομάδα για 3 χρόνια. Σαράντα έξι ασθενείς έλαβαν μια τρίτη συνεδρία με LEMTRADA 12 mg/ημέρα ή 24 mg/ημέρα για 3 ημέρες το μήνα 24.
Στα 3 χρόνια, το LEMTRADA ελάττωσε τον κίνδυνο 6μηνης CDW κατά 76% [λόγος κινδύνων 0,24 (95% CI: 0,110, 0,545), p<0,0006] και ελάττωσε το ARR κατά 67% [λόγος ρυθμού επίπτωσης 0,33 (95% CI: 0,196, 0,552), p<0,0001] σε σύγκριση με την υποδόρια IFNB-1a. Το LEMTRADA 12 mg/ημέρα οδήγησε σε σημαντικά χαμηλότερες βαθμολογίες EDSS (βελτιωμένες σε σύγκριση με τις βαθμολογίες κατά την εισαγωγή) επί 2 χρόνια παρακολούθησης, σε σύγκριση με την IFNB-1a (p<0,0001).
Δεδομένα μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας
Η Μελέτη 4 ήταν μία Φάσης 3, πολυκεντρική, ανοικτή, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη επέκτασης της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας για ασθενείς με RRMS οι οποίοι συμμετείχαν στις Μελέτες 1, 2 ή 3 (προηγούμενες μελέτες φάσης 3 και 2) για την αξιολόγηση της μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του LEMTRADA. Η μελέτη παρέχει δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια για μία διάμεση περίοδο 6 ετών από την ένταξη στις Μελέτες 1 και 2. Οι ασθενείς στη μελέτη επέκτασης (Μελέτη 4) πληρούσαν τα κριτήρια για να λάβουν, κατ’ επίκληση, επιπλέον συνεδρίες με LEMTRADA κατόπιν τεκμηριωμένης επανεμφάνισης ενεργότητας της νόσου, που ορίστηκε ως εμφάνιση ≥ 1 υποτροπής της ΠΣ και/ή ≥ 2 νέων ή αυξανόμενων βλαβών στον εγκέφαλο ή στο νωτιαίο μυελό στη μαγνητική τομογραφία (MRI). Οι πρόσθετες συνεδρίες LEMTRADA χορηγήθηκαν ως 12 mg/ημέρα για 3 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 36 mg), τουλάχιστον 12 μήνες μετά από την προηγούμενη συνεδρία.
Στη Μελέτη 4 εντάχθηκαν το 91,8% των ασθενών που έλαβαν LEMTRADA 12 mg στις Μελέτες 1 και 2. Το 82,7% αυτών των ασθενών ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Περίπου το ήμισυ (51,2%) των ασθενών που έλαβαν αρχικά LEMTRADA 12 mg/ημέρα στη Μελέτη 1 ή 2 και εντάχθηκαν στη Μελέτη 4, έλαβαν μόνο τις 2 αρχικές συνεδρίες LEMTRADA και καμία άλλη τροποποιητική της νόσου θεραπεία καθ’ όλη τη διάρκεια των 6 ετών παρακολούθησης.
Το 46,6% των ασθενών που έλαβαν αρχικά LEMTRADA 12 mg/ημέρα στη Μελέτη 1 ή 2 έλαβαν επιπλέον συνεδρίες κατόπιν τεκμηριωμένων ενδείξεων ενεργότητας της ΠΣ (υποτροπή και/ή MRI) και της απόφασης του θεράποντος ιατρού για επανέναρξη της θεραπείας. Κανένα χαρακτηριστικό κατά την είσοδο στη μελέτη δεν οδήγησε στον εντοπισμό των ασθενών οι οποίοι αργότερα θα λάμβαναν μία ή περισσότερες επιπλέον συνεδρίες.
Καθ’ όλη τη διάρκεια των 6 ετών από την αρχική θεραπεία με LEMTRADA, οι ασθενείς που συνέχισαν στη φάση παρακολούθησης επέδειξαν ποσοστά υποτροπής της ΠΣ, σχηματισμού εγκεφαλικών βλαβών στην MRI και απώλειας εγκεφαλικού όγκου που ήταν σε συμφωνία με τις επιδράσεις της θεραπείας με LEMTRADA που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των Μελετών 1 και 2, καθώς επίσης και ως επί το πλείστον, σταθερές ή βελτιωμένες βαθμολογίες αναπηρίας. Συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης στη μελέτη 4 (επέκτασης), οι ασθενείς που αρχικά θεραπεύτηκαν με LEMTRADA στις μελέτες 1 και 2, αντίστοιχα, είχαν ετησιοποιημένο αριθμό υποτροπών 0,17 και 0,23, επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας 22,3% και 29,7%, ενώ επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας επετεύχθη σε 32,7% και 42,5%
Σε κάθε ένα χρόνο από τη μελέτη 4, οι ασθενείς και από τις δύο μελέτες συνέχισαν να δείχνουν ένα μικρότερο κίνδυνο σχηματισμού νέων Τ2 (27,4% έως 33,2%) ή ενισχυμένων με γαδολίνιο βλαβών (9,4% έως 13,5%) και το διάμεσο ετησιοποιημένο ποσοστό αλλαγών στο κλάσμα του εγκεφαλικού παρεγχύματος κυμαινόταν από 0,19% σε - 0,09%.
Ανάμεσα στους ασθενείς που έλαβαν μία ή δύο επιπλέον συνεδρίες με LEMTRADA, παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στο ποσοστό υποτροπών, την MRI ενεργότητα και το μέσο βαθμό αναπηρίας κατά την επανάληψη της θεραπείας (συνεδρίες 3 και 4) όταν συγκρίθηκαν με την έκβαση το προηγούμενο έτος. Γι αυτούς τους ασθενείς, το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών μειώθηκε από 0,79 το προηγούμενο έτος από τη συνεδρία 3 σε 0,18 το επόμενο έτος και η μέση βαθμολογία στην EDSS από 2,89 σε 2,69. Το ποσοστό των ασθενών με νέες ή αυξανόμενες Τ2 βλάβες μειώθηκε από 50,8% το έτος πριν από τη συνεδρία 3 σε 35,9% ένα έτος αργότερα και οι ενισχυμένες με γαδολίνιο βλάβες από 32,2% σε 11,9%. Παρόμοιες βελτιώσεις στο ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών, τη μέση βαθμολογία στην EDSS και τις νέες ή αυξανόμενες Τ2 και ενισχυμένες με γαδολίνιο βλάβες παρατηρήθηκαν μετά από τη συνεδρία 4, όταν συγκρίθηκαν με το αμέσως προηγούμενο έτος. Αυτές οι βελτιώσεις διατηρήθηκαν στη συνέχεια, αλλά δε μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα (πχ 3 και 4 έτη μετά από τις επιπλέον συνεδρίες) γιατί πολλοί ασθενείς συμπλήρωσαν τη μελέτη πριν να φτάσουν σε αυτά τα χρονικά σημεία.
Τα οφέλη και οι κίνδυνοι από τη χορήγηση 5 ή περισσότερων συνεδριών δεν έχουν τεκμηριωθεί πλήρως.
Ανοσογονικότητα
Όπως με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει πιθανότητα για ανοσογονικότητα. Τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν το ποσοστό των ασθενών των οποίων τα αποτελέσματα εξέτασης θεωρήθηκαν θετικά για αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης, με μια ενζυμική δοκιμή ανοσοπροσρόφησης (ELISA) και επιβεβαιώθηκαν με μια δοκιμή ανταγωνιστικής δέσμευσης. Τα θετικά δείγματα αξιολογήθηκαν περαιτέρω για ενδείξεις αναστολής in vitro με χρήση μιας μεθόδου κυτταρομετρίας ροής. Οι ασθενείς σε κλινικές δοκιμές για την ΠΣ έδωσαν δείγματα ορού στον 1, στους 3 και στους 12 μήνες μετά από κάθε συνεδρία, για να προσδιοριστούν τα αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης. Το 85% περίπου των ασθενών που έλαβαν LEMTRADA ήταν θετικοί για αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης κατά τη διάρκεια της μελέτης και το ≥90% αυτών των ασθενών ήταν επίσης θετικοί για αντισώματα που ανέστελλαν τη δέσμευση της αλεμτουζουμάμπης in vitro. Οι ασθενείς που ανέπτυξαν αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης, το έκαναν μέχρι τους 15 μήνες μετά την αρχική έκθεση. Στη διάρκεια 2 συνεδριών δεν υπήρξε συσχέτιση της παρουσίας αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης ή ανασταλτικών αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης με μείωση στην αποτελεσματικότητα, μεταβολή στη φαρμακοδυναμική ή εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων και των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση. Οι υψηλοί τίτλοι αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης που παρατηρήθηκαν σε ορισμένους ασθενείς συσχετίστηκαν με μη πλήρη εξάλειψη των λεμφοκυττάρων μετά την τρίτη ή την τέταρτη συνεδρία, αλλά δεν παρατηρήθηκε σαφής επίδραση των αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης στο προφίλ κλινικής αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας του LEMTRADA.
Η επίπτωση των αντισωμάτων εξαρτάται σημαντικά από την ευαισθησία και την ειδικότητα της μεθόδου ανάλυσης. Επιπλέον, η παρατηρούμενη επίπτωση θετικού αποτελέσματος για τα αντισώματα (συμπεριλαμβανομένων και των ανασταλτικών αντισωμάτων) σε κάποια μέθοδο ανάλυσης ενδέχεται να επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως η μεθοδολογία της ανάλυσης, ο χειρισμός των δειγμάτων, ο χρόνος δειγματοληψίας, τα συγχορηγούμενα φάρμακα και η υποκείμενη νόσος. Για τους λόγους αυτούς, η σύγκριση της επίπτωσης των αντισωμάτων κατά του LEMTRADA με την επίπτωση των αντισωμάτων έναντι άλλων προϊόντων μπορεί να είναι παραπλανητική.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το LEMTRADA σε παιδιά από τη γέννηση έως λιγότερο των 10 ετών για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της πολλαπλής σκλήρυνσης (βλέπε Δοσολογία).
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το LEMTRADA σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην RRMS (βλέπε Δοσολογία).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LEMTRADA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της αλεμτουζουμάμπης αξιολογήθηκε σε 216 συνολικά ασθενείς με RRMS, οι οποίοι έλαβαν ενδοφλέβιες εγχύσεις είτε 12 mg/ημέρα ή 24 mg/ημέρα σε 5 διαδοχικές ημέρες, ακολουθούμενες από 3 διαδοχικές ημέρες στους 12 μήνες μετά την αρχική συνεδρία. Οι συγκεντρώσεις στον ορό αυξάνονταν με κάθε επόμενη χορήγηση μιας συνεδρίας, με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις να παρατηρούνται μετά την τελευταία έγχυση κάθε συνεδρίας. Η χορήγηση 12 mg/ημέρα απέδωσε μέση Cmax 3014 ng/ml την ημέρα 5 της πρώτης συνεδρίας και 2276 ng/ml την ημέρα 3 της δεύτερης συνεδρίας. Ο χρόνος ημίσειας ζωής α ήταν περίπου 4-5 ημέρες και ήταν συγκρίσιμος μεταξύ των συνεδριών, καταλήγοντας σε χαμηλές ή μη ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις στον ορό μέσα σε 30 περίπου ημέρες μετά από κάθε συνεδρία.
Η αλεμτουζουμάμπη είναι πρωτεΐνη για την οποία η αναμενόμενη οδός μεταβολισμού είναι η αποικοδόμηση σε μικρά πεπτίδια και μεμονωμένα αμινοξέα από ευρέως διεσπαρμένα πρωτεολυτικά ένζυμα. Δεν έχουν διεξαχθεί κλασσικές μελέτες βιομετασχηματισμού.
Από τα διαθέσιμα δεδομένα δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την επίδραση της φυλής και του φύλου στη φαρμακοκινητική της αλεμτουζουμάμπης. Η φαρμακοκινητική της αλεμτουζουμάμπης στην RRMS δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας 55 ετών και άνω.
ΕΟΦ · 8.8.1
Ριτουξικάμπη και Αλεμτουζουμάμπη
expand_more
Ριτουξικάμπη και Αλεμτουζουμάμπη
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα ειδικό για αντιγόνα λυμφοκυττάρων. Είναι ένα ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα (Campath-1H) που προέρχεται από ανασυνδυασμένο DNA και κατευθύνεται έναντι της γλυκοπρωτεΐνης CD52 στην επιφάνεια των κυττάρων, 21-28 kD. Το αντίσωμα Campath-1H είναι IgG1 κάππα με ανθρώπινες μεταβλητές περιοχές πλαισίου και σταθερές περιοχές, και περιοχές προσδιορισμού συμπληρωματικότητας από ένα μυϊκό (αρουραίου) μονοκλωνικό αντίσωμα (Campath-1G). Το Campath παράγεται σε εναιώρημα κυτταρικής καλλιέργειας θηλαίων (ωοθηκική κύστη κινέζικου χάμστερ) σε μέσο που περιέχει νεομυκίνη.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Το Alemtuzumab (Campath) είναι μια θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της B-κυτταρικής χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Το Campath χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της λευχαιμίας, εκμεταλλευόμενο τη λύση των κυττάρων που φέρουν CD52, μέσω μεσολάβησης αντισωμάτων. Το αντιγόνο CD52 είναι μια πρωτεΐνη επιφάνειας κυττάρων που βρίσκεται σε ουσιαστικά όλα τα B και T λεμφοκύτταρα, σε μια πλειοψηφία μονοκυττάρων, μακροφάγων και στα περισσότερα κοκκιοκύτταρα. Το αντιγόνο CD52 δεν υπάρχει στα ερυθροκύτταρα ή στα αιμοποιητικά κυτταρικά βλαστοκύτταρα. Στη λευχαιμία υπάρχει περίσσεια B και T κυττάρων, οπότε το Campath επιτρέπει την επιλεκτική μείωση των πληθυσμών των λεμφοκυττάρων.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Το Campath συνδέεται με το αντιγόνο CD52 που υπάρχει στα περισσότερα B και T λεμφοκύτταρα. Αυτή η σύνδεση οδηγεί σε απόπτωση των λευχαιμικών κυττάρων με εξαρτώμενο από τα αντισώματα τρόπο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
~288 ώρες
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 0.18 L/kg
Ημίσεια ζωή
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ RRMS-2 L04AA34RRMS Βήμα 2 — EDSS < 3.0 με δυσμενείς παράγοντες ή ενεργή νόσος
- ≥ 2 υποτροπές/έτος, ή μέτρια/σοβαρή υποτροπή, ή μερική αποκατάσταση, ή ενεργή νόσος απεικονιστικά
Δοσολογία: Κατά ΠΧΠ · Κύκλοι -
ΒΗΜΑ RRMS-3 L04AA34RRMS Βήμα 3 — EDSS ≥ 3.0 και ≤ 7.5
- Υποβέλτιστη αποτελεσματικότητα υπό θεραπεία βάσης — εντατικοποίηση με παράγοντες υψηλής αποτελεσματικότητας
Δοσολογία: Κατά ΠΧΠ · Κύκλοι