ADALIMUMAB
Αδαλιμουμάμπη
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-HYRIMOZ
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: υποδόρια
- Χορήγηση: Κάθε εβδομάδα ή κάθε δεύτερη εβδομάδα, ανάλογα με την ένδειξη και τη φάση της θεραπείας.
- Δόση έναρξης: 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες: σε μειωμένη ανταπόκριση, αύξηση της δόσης από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Για παιδιατρική νόσο του Crohn, μπορεί να γίνει αύξηση δόσης σε 20 mg κάθε εβδομάδα ή 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (για <40 kg) ή 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (για ≥40 kg).
-
Ενήλικες με Ρευματοειδή αρθρίτιδαΔόση40 mgΜέγ. δόση80 mgΥποδόρια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να συνεχίζεται. Σε μονοθεραπεία με μειωμένη ανταπόκριση, αύξηση σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η ανταπόκριση αξιολογείται εντός 12 εβδομάδων. Δεν είναι δυνατή η χορήγηση δόσης μικρότερης των 40 mg.
-
Ενήλικες με Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, αξονική σπονδυλαρθρίτιδα χωρίς ακτινολογικά ευρήματα ΑΣ και ψωριασική αρθρίτιδαΔόση40 mgΥποδόρια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η ανταπόκριση αξιολογείται εντός 12 εβδομάδων.
-
Ενήλικες με ΨωρίασηΔόση40 mgΜέγ. δόση80 mgΑρχική δόση 80 mg, ακολουθούμενη από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (1 εβδομάδα μετά την αρχική). Αξιολόγηση μετά την 16η εβδομάδα. Σε ανεπαρκή ανταπόκριση, αύξηση σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Μετά την επίτευξη επαρκούς ανταπόκρισης, η δοσολογία μπορεί να μειωθεί σε 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Δεν είναι δυνατή η χορήγηση δόσης μικρότερης των 40 mg.
-
Ενήλικες με Διαπυητική ιδρωταδενίτιδαΔόση40 mgΜέγ. δόση160 mg (αρχική)Αρχική δόση 160 mg την Ημέρα 1, ακολουθούμενη από 80 mg την Ημέρα 15. Από την Ημέρα 29, 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Μπορούν να συνεχιστούν τα αντιβιοτικά και το τοπικό αντισηπτικό σαπούνι. Αξιολόγηση μετά την 12η εβδομάδα. Επανέναρξη με 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Δεν είναι δυνατή η χορήγηση δόσης μικρότερης των 40 mg.
-
Ενήλικες με Νόσο του CrohnΔόση40 mgΜέγ. δόση160 mg (αρχική)Αρχική δόση 80 mg την εβδομάδα 0, ακολουθούμενη από 40 mg την εβδομάδα 2. Για ταχύτερη ανταπόκριση: 160 mg την εβδομάδα 0, ακολουθούμενη από 80 mg την εβδομάδα 2 (με μεγαλύτερο κίνδυνο ΑΕ). Συντήρηση: 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Σε μειωμένη ανταπόκριση, αύξηση σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Αξιολόγηση για μη ανταποκρινόμενους έως την εβδομάδα 12. Δεν είναι δυνατή η χορήγηση δόσης μικρότερης των 40 mg.
-
Ενήλικες με Ελκώδη κολίτιδαΔόση40 mgΜέγ. δόση160 mg (αρχική)Αρχική δόση 160 mg την εβδομάδα 0, ακολουθούμενη από 80 mg την εβδομάδα 2. Συντήρηση: 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Σε μειωμένη ανταπόκριση, αύξηση σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Αξιολόγηση εντός 2-8 εβδομάδων. Δεν είναι δυνατή η χορήγηση δόσης μικρότερης των 40 mg.
-
Ενήλικες με ΡαγοειδίτιδαΔόση40 mgΜέγ. δόση80 mg (αρχική)Αρχική δόση 80 mg, ακολουθούμενη από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (1 εβδομάδα μετά την αρχική). Μπορεί να ξεκινήσει με κορτικοστεροειδή ή άλλους ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες. Ετήσια επανεξέταση οφέλους/κινδύνου. Δεν είναι δυνατή η χορήγηση δόσης μικρότερης των 40 mg.
-
ΗλικιωμένοιΔε χρειάζεται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργίαΔεν έχουν μελετηθεί. Δεν μπορούν να γίνουν υποδείξεις για τη δοσολογία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (γενικά)Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα / προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε παιδιατρικούς ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg. Εάν απαιτείται μια διαφορετική δόση, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλα προϊόντα adalimumab που προσφέρουν αυτή την επιλογή.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα (≥2 ετών)Η δόση βασίζεται στο βάρος σώματος, υποδόρια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Για ≥ 30 kg: 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Για 10 kg μέχρι < 30 kg: δεν αναφέρεται συγκεκριμένη δόση Hyrimoz, πιθανώς λόγω της διαθεσιμότητας μόνο 40mg συσκευασιών και της ανάγκης για δόσεις <40mg.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Αρθρίτιδα σχετιζόμενη με ενθεσίτιδα (≥6 ετών)Η δόση βασίζεται στο βάρος σώματος, υποδόρια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Για ≥ 30 kg: 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Για 15 kg μέχρι < 30 kg: δεν αναφέρεται συγκεκριμένη δόση Hyrimoz, πιθανώς λόγω της διαθεσιμότητας μόνο 40mg συσκευασιών και της ανάγκης για δόσεις <40mg.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Ψωρίαση κατά πλάκας (4-17 ετών)Η δόση βασίζεται στο βάρος σώματος, υποδόρια. Για ≥ 30 kg: Αρχική δόση 40 mg, ακολουθούμενη από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (1 εβδομάδα μετά την αρχική). Για 15 kg μέχρι < 30 kg: δεν αναφέρεται συγκεκριμένη δόση Hyrimoz, πιθανώς λόγω της διαθεσιμότητας μόνο 40mg συσκευασιών και της ανάγκης για δόσεις <40mg.
-
Έφηβοι με Διαπυητική ιδρωταδενίτιδα (≥12 ετών, ≥30 kg)Δόση40 mgΜέγ. δόση80 mgΑρχική δόση 80 mg την εβδομάδα 0, ακολουθούμενα από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (από εβδομάδα 1). Σε ανεπαρκή ανταπόκριση, αύξηση σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Νόσο του Crohn (6-17 ετών, <40 kg)Δόση20 mgΜέγ. δόση80 mg (αρχική)Αρχική δόση 40 mg την εβδομάδα 0 και 20 mg την εβδομάδα 2. Για ταχύτερη ανταπόκριση: 80 mg την εβδομάδα 0 και 40 mg την εβδομάδα 2. Συντήρηση: 20 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Σε μειωμένη ανταπόκριση: 20 mg κάθε εβδομάδα ή 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. (Σημείωση: το Hyrimoz διατίθεται μόνο σε 40mg συσκευασίες, δόσεις <40mg δεν είναι εφικτές με το προϊόν αυτό).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Νόσο του Crohn (6-17 ετών, ≥40 kg)Δόση40 mgΜέγ. δόση160 mg (αρχική)Αρχική δόση 80 mg την εβδομάδα 0 και 40 mg την εβδομάδα 2. Για ταχύτερη ανταπόκριση: 160 mg την εβδομάδα 0 και 80 mg την εβδομάδα 2. Συντήρηση: 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Σε μειωμένη ανταπόκριση: 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Ραγοειδίτιδα (≥2 ετών, <30 kg)Μέγ. δόση40 mg (εφόδου)Δεν αναφέρεται συγκεκριμένη δόση συντήρησης Hyrimoz. Μπορεί να χορηγηθεί δόση εφόδου 40 mg μία εβδομάδα πριν την έναρξη της συντήρησης. (Σημείωση: το Hyrimoz διατίθεται μόνο σε 40mg συσκευασίες, δόσεις <40mg δεν είναι εφικτές με το προϊόν αυτό).
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Ραγοειδίτιδα (≥2 ετών, ≥30 kg)Δόση40 mgΜέγ. δόση80 mg (εφόδου)40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη. Μπορεί να χορηγηθεί δόση εφόδου 80 mg μία εβδομάδα πριν την έναρξη της συντήρησης.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Ελκώδη κολίτιδα (4-17 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς με Ψωριασική αρθρίτιδα και αξονική σπονδυλαρθρίτιδαΔεν υπάρχει σχετική χρήση.
block
SPC-HYRIMOZ
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Ενεργός φυματίωση ή άλλες σοβαρές λοιμώξεις, όπως σήψη και ευκαιριακές λοιμώξεις
-
Μέτρια έως σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ class III / IV)
warning
SPC-HYRIMOZ
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΙχνηλασιμότηταΠρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του φαρμακευτικού προϊόντος που χορηγείται
-
ΛοιμώξειςΑσθενείς να παρακολουθούνται προσεκτικά για λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της φυματίωσης), πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με Hyrimoz. Η θεραπεία δε θα πρέπει να ξεκινήσει σε ασθενείς με ενεργές λοιμώξεις. Διακοπή Hyrimoz εάν ο ασθενής εμφανίσει μια νέα σοβαρή λοίμωξη ή σήψη και έναρξη κατάλληλης αντιμικροβιακής ή αντιμυκητιασικής αγωγής. Προσοχή όταν εξετάζεται η χρήση σε ασθενείς με ιστορικό υποτροπιάζουσας λοίμωξης ή προϋπάρχουσες καταστάσεις
-
Σοβαρές λοιμώξειςΈχουν αναφερθεί περιπτώσεις νοσηλείας ή θανατηφόρα έκβαση
-
ΦυματίωσηΌλοι οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογηθούν τόσο για ενεργό όσο και ανενεργό («λανθάνουσα») φυματίωση πριν την έναρξη της θεραπείας. Σε περίπτωση διάγνωσης ενεργού φυματίωσης δε θα πρέπει να αρχίσει η θεραπεία με Hyrimoz. Εάν διαγνωσθεί λανθάνουσα φυματίωση, πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία με αντιφυματική προφυλακτική αγωγή πριν από την έναρξη του Hyrimoz. Οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες να καταφύγουν σε ιατρική συμβουλή εάν προκύψουν σημεία/συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν λοίμωξη από φυματίωση κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία
-
Άλλες ευκαιριακές λοιμώξειςΕάν ασθενής αναπτύσσει σημεία και συμπτώματα όπως πυρετό, κακουχία, απώλεια βάρους, εφιδρώσεις, βήχα, δύσπνοια και / ή πνευμονικά διηθήματα, θα πρέπει να υπάρχει υποψία για διηθητική μυκητιασική λοίμωξη και η χορήγηση του Hyrimoz θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Η διάγνωση και η χορήγηση εμπειρικής αντιμυκητιασικής θεραπείας να γίνεται σε συνεννόηση με ιατρό ειδικό
-
Επανενεργοποίηση Ηπατίτιδας BΟι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για λοίμωξη από ιό ηπατίτιδας Β πριν την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz. Για τους ασθενείς που είναι θετικοί, συνιστάται να συμβουλεύονται ένα γιατρό με εμπειρία στη θεραπεία της ηπατίτιδας Β. Οι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β οι οποίοι απαιτούν θεραπεία με Hyrimoz θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Σε ασθενείς που εμφανίζουν επανενεργοποίηση, θα πρέπει να διακοπεί το Hyrimoz και να γίνει έναρξη με αποτελεσματική αντιιική θεραπεία
-
Νευρολογικά περιστατικάΑπαιτείται προσοχή όταν πρόκειται να χορηγηθεί το Hyrimoz σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ή με πρόσφατη εκδήλωση απομυελινωτικών διαταραχών. Σε περίπτωση που αναπτυχθεί οποιαδήποτε από αυτές τις διαταραχές πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Hyrimoz. Σε ασθενείς με μη-λοιμώδη ενδιάμεση ραγοειδίτιδα πρέπει να γίνεται νευρολογική εκτίμηση πριν από την έναρξη και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
-
Αλλεργικές αντιδράσειςΕάν προκύψει αναφυλακτική αντίδραση ή άλλη σοβαρή αλλεργική αντίδραση, η χορήγηση του Hyrimoz πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία
-
Ανοσοκαταστολή
-
Kακοήθειες και λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχέςΔεν μπορεί να αποκλειστεί πιθανός κίνδυνος ανάπτυξης λεμφώματος, λευχαιμίας και άλλων κακοηθειών. Ο κίνδυνος για ανάπτυξη κακοηθειών σε παιδιά και εφήβους δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο δυνητικός κίνδυνος ηπατοσπληνικού Τ-cell λεμφώματος με τον συνδυασμό αζαθειοπρίνης ή 6-μερκαπτοπουρίνη και Hyrimoz θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση Hyrimoz σε ασθενείς με ιστορικό κακοήθειας. Ιδιαίτερη προσοχή σε ΧΑΠ ασθενείς και σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για κακοήθεια εξαιτίας του συχνού καπνίσματος
-
Αιματολογικές αντιδράσειςΌλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναζητήσουν άμεση ιατρική υποστήριξη εάν εμφανίσουν σημεία και συμπτώματα ύποπτα για δυσκρασία του αίματος. Διακοπή της θεραπείας με Hyrimoz θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με επιβεβαιωμένα σημαντικές αιματολογικές ανωμαλίες
-
ΕμβόλιαΣυνιστάται οι παιδιατρικοί ασθενείς να έχουν πραγματοποιήσει τους απαραίτητους εμβολιασμούς πριν από την έναρξη της θεραπείας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν Hyrimoz είναι δυνατό να κάνουν ταυτόχρονα εμβολιασμούς, εκτός των εμβολίων από ζώντες μικροοργανισμούς. Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες μικροοργανισμούς για τα βρέφη που εκτίθενται σε adalimumab στη μήτρα δεν συνιστάται για 5 μήνες μετά την τελευταία ένεση στη μητέρα
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΤο Hyrimoz θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ class I/II). Το Hyrimoz αντενδείκνυται στη μέτρια έως σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια. Η θεραπεία με το Hyrimoz θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν νέα συμπτώματα ή εμφανίζουν επιδείνωση συμπτωμάτων
-
Αυτοάνοσες διεργασίεςΕάν ένας ασθενής αναπτύσσει συμπτώματα ύποπτα για σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο μετά τη χορήγηση με το Hyrimoz και έχει θετικά αντισώματα κατά διπλής έλικος DNA, δε θα πρέπει να χορηγείται περαιτέρω θεραπεία με Hyrimoz
-
Ταυτόχρονη χορήγηση βιολογικών DMARD ή TNF-ανταγωνιστώνΟ συνδυασμός του adalimumab με anakinra δε συνιστάται. Ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα βιολογικά τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARD) (π.χ. anakinra και abatacept) ή άλλους ΤΝF-ανταγωνιστές δεν συνιστάται
-
Χειρουργικές επεμβάσειςΟ μεγάλος χρόνος ημίσειας ζωής του adalimumab θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ο ασθενής ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε επέμβαση ενώ είναι υπό θεραπεία με Hyrimoz θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για λοιμώξεις
-
Απόφραξη του λεπτού εντέρουΗ μη ανταπόκριση στη θεραπεία για τη νόσο του Crohn είναι πιθανό να υποδηλώνει την παρουσία ινωτικού στενώματος το οποίο είναι πιθανό να απαιτεί χειρουργική αντιμετώπιση
-
ΗλικιωμένοιΙδιαίτερη προσοχή σχετικά με τον κίνδυνο λοιμώξεων εφιστάται κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΒλέπε Εμβόλια
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 0,8 ml δόσης, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου»
swap_horiz
SPC-HYRIMOZ
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΜείωση σχηματισμού αντισωμάτων έναντι του adalimumab, βελτίωση αποτελεσματικότητας του adalimumab.ΣύστασηΗ μεθοτρεξάτη θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz.
-
ΑποφεύγεταιΔεν συνιστάται ο συνδυασμός.ΣύστασηΔε συνιστάται ο συνδυασμός.
-
ΑποφεύγεταιΔεν συνιστάται ο συνδυασμός.ΣύστασηΔε συνιστάται ο συνδυασμός.
sick
SPC-HYRIMOZ
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοιμώξεις αναπνευστικού συστήματος (λοίμωξη κατώτερου και ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, πνευμονία, παραρρινοκολπίτιδα, φαρυγγίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, πνευμονία από ιό του έρπητα)
- Συστηματικές λοιμώξεις (σήψη, καντιντίαση, γρίπη)
- Εντερικές λοιμώξεις (ιογενής γαστρεντερίτιδα)
- Λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων (παρονυχία, κυτταρίτιδα, μολυσματικό κηρίο, νεκρωτική περιτονίτιδα, έρπητας ζωστήρας)
- Στοματικές λοιμώξεις (έρπητας απλός, στοματικός έρπητας, οδοντικές λοιμώξεις)
- Λοιμώξεις αναπαραγωγικού συστήματος (αιδοιοκολπική μυκητιασική λοίμωξη)
- Λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος (πυελονεφρίτιδα)
- Νευρολογικές λοιμώξεις (ιογενής μηνιγγίτιδα)
- Ευκαιριακές λοιμώξεις και φυματίωση (κοκκιδιοειδομύκωση, ιστοπλάσμωση, λοίμωξη από mycobacterium avium complex)
- Λοιμώξεις ώτων
- Μυκητιασικές λοιμώξεις
- Λοίμωξη των αρθρώσεων
- Βακτηριακές λοιμώξεις
- Λοίμωξη των οφθαλμών
- Εκκολπωματίτιδα
- Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β
- Καρκίνος του δέρματος εκτός μελανώματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα, πλακώδες καρκίνωμα)
- Νεόπλασμα συμπαγών οργάνων (καρκίνος μαστού, νεόπλασμα πνεύμονος, νεόπλασμα θυρεοειδούς)
- Καλοήθες νεόπλασμα
- Λέμφωμα
- Μελάνωμα
- Λευχαιμία
- Ηπατοσπληνικό λέμφωμα εκ Τ-κυττάρων
- Καρκίνωμα εκ κυττάρων Merkel
- Λευκοπενία (ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία)
- Αναιμία
- Λευκοκυττάρωση
- Θρομβοπενία
- Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα
- Πανκυτταροπενία
- Υπερευαισθησία
- Σαρκοείδωση
- Αναφυλαξία
- Συστηματικός ερυθηματώδης λύκος
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
- Αλλεργίες (εποχική αλλεργία)
- Αγγειίτιδα
- Υπέρταση
- Έξαψη
- Αιμάτωμα
- Ανεύρυσμα αορτής
- Απόφραξη αρτηρίας
- Θρομβοφλεβίτιδα
- Αυξημένα λιπίδια
- Υποκαλιαιμία
- Μη φυσιολογικό νάτριο αίματος
- Υπασβεστιαιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Υποφωσφοραιμία
- Αφυδάτωση
- Αυξημένο ουρικό οξύ
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Αυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματος
- Μεταβολή διάθεσης (κατάθλιψη)
- Άγχος
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ημικρανία
- Συμπίεση νευρικής ρίζας
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Τρόμος
- Νευροπάθεια
- Σκλήρυνση κατά πλάκας
- Ίλιγγος
- Παραισθησίες (υπασθησία)
- Απομυελινωτικές διαταραχές (οπτική νευρίτιδα, σύνδρομο Guillain-Barré)
- Οπτική διαταραχή
- Επιπεφυκίτιδα
- Βλεφαρίτιδα
- Οίδημα οφθαλμού
- Διπλωπία
- Κώφωση
- Εμβοές
- Ταχυκαρδία
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αρρυθμία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Καρδιακή ανακοπή
- Άσθμα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Πνευμονική εμβολή
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
- Πνευμονίτιδα
- Υπεζωκοτική συλλογή
- Πνευμονική ίνωση
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Αιμορραγία γαστρεντερικού
- Δυσπεψία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Παγκρεατίτιδα
- Δυσφαγία
- Διάτρηση εντέρου
- Σύνδρομο ξηρότητας
- Οίδημα προσώπου
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Πυρεξία
- Φλεγμονή
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Χολοκυστίτιδα
- Χολολιθίαση
- Ηπατική στεάτωση
- Ηπατίτιδα
- Αυτοάνοση ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Εξάνθημα (αποφολιδωτικό εξάνθημα)
- Επιδείνωση ή πρόσφατη έναρξη της ψωρίασης (φλυκταινώδης ψωρίαση παλαμών και πελμάτων)
- Μώλωπες (πορφύρα)
- Δερματίτιδα (έκζεμα)
- Κνίδωση
- Ρήξη όνυχα
- Υπερίδρωση
- Αλωπεκία
- Κνησμός
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Ουλή
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αγγειοοίδημα
- Δερματική αγγειίτιδα
- Λειχηνοειδής αντίδραση δέρματος
- Επιδείνωση συμπτωμάτων δερματομυοσίτιδας
- Μυοσκελετικός πόνος
- Ραβδομυόλυση
- Μυϊκοί σπασμοί (κρεατινοφωσφωκινάση αίματος αυξημένη)
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Αιματουρία
- Νυκτουρία
- Στυτική δυσλειτουργία
- Αντίδραση της θέσης ένεσης (ερύθημα της θέσης ένεσης)
- Διαταραχές της πηκτικότητας και αιμορραγικές (χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος)
- Θετικός έλεγχος αυτοαντισωμάτων (αντίσωμα έναντι της διπλής έλικας του DNA)
- Ανεπαρκής επούλωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση της θέσης ένεσης (ερύθημα της θέσης ένεσης)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Πολύ συχνέςΑυξημένα λιπίδιαΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημα (αποφολιδωτικό εξάνθημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΛευκοπενία (ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΛοιμώξεις αναπνευστικού συστήματος (λοίμωξη κατώτερου και ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, πνευμονία, παραρρινοκολπίτιδα, φαρυγγίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, πνευμονία από ιό του έρπητα)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλλεργίες (εποχική αλλεργία)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνεπαρκής επούλωσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΑυξημένη γαλακτική αφυδρογονάση αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένο ουρικό οξύΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒλεφαρίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔερματίτιδα (έκζεμα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΔιαταραχές της πηκτικότητας και αιμορραγικές (χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕντερικές λοιμώξεις (ιογενής γαστρεντερίτιδα)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΕπιδείνωση ή πρόσφατη έναρξη της ψωρίασης (φλυκταινώδης ψωρίαση παλαμών και πελμάτων)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΘετικός έλεγχος αυτοαντισωμάτων (αντίσωμα έναντι της διπλής έλικας του DNA)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚαλοήθες νεόπλασμαΝεοπλάσματα
-
ΣυχνέςΚαρκίνος του δέρματος εκτός μελανώματος (βασικοκυτταρικό καρκίνωμα, πλακώδες καρκίνωμα)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξη των αρθρώσεωνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις αναπαραγωγικού συστήματος (αιδοιοκολπική μυκητιασική λοίμωξη)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος (πυελονεφρίτιδα)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων (παρονυχία, κυτταρίτιδα, μολυσματικό κηρίο, νεκρωτική περιτονίτιδα, έρπητας ζωστήρας)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοιμώξεις ώτωνΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜεταβολή διάθεσης (κατάθλιψη)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογικό νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυκητιασικές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοί (κρεατινοφωσφωκινάση αίματος αυξημένη)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜώλωπες (πορφύρα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΟίδημα οφθαλμούΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίες (υπασθησία)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡήξη όνυχαΔέρμα
-
ΣυχνέςΣτοματικές λοιμώξεις (έρπητας απλός, στοματικός έρπητας, οδοντικές λοιμώξεις)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΣυμπίεση νευρικής ρίζαςΝευρικό
-
ΣυχνέςΣυστηματικές λοιμώξεις (σήψη, καντιντίαση, γρίπη)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΣύνδρομο ξηρότηταςΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥποφωσφοραιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑνεύρυσμα αορτήςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑπόφραξη αρτηρίαςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΒακτηριακές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕκκολπωματίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕυκαιριακές λοιμώξεις και φυματίωση (κοκκιδιοειδομύκωση, ιστοπλάσμωση, λοίμωξη από mycobacterium avium complex)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΗπατική στεάτωσηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΙδιοπαθής θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
Όχι συχνέςΚώφωσηΑυτί
-
Όχι συχνέςΛέμφωμαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη των οφθαλμώνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜελάνωμαΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΝευρολογικές λοιμώξεις (ιογενής μηνιγγίτιδα)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΝευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝεόπλασμα συμπαγών οργάνων (καρκίνος μαστού, νεόπλασμα πνεύμονος, νεόπλασμα θυρεοειδούς)Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Όχι συχνέςΝυκτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυλήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣαρκοείδωσηΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣυστηματικός ερυθηματώδης λύκοςΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεζωκοτική συλλογήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΦλεγμονήΓενικές
-
Όχι συχνέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧολολιθίασηΉπαρ
-
Όχι συχνέςΧρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑπομυελινωτικές διαταραχές (οπτική νευρίτιδα, σύνδρομο Guillain-Barré)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑυτοάνοση ηπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΔερματική αγγειίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΔιάτρηση εντέρουΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕπανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΛειχηνοειδής αντίδραση δέρματοςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΛευχαιμίαΝεοπλάσματα
-
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣκλήρυνση κατά πλάκαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση συμπτωμάτων δερματομυοσίτιδαςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΗπατοσπληνικό λέμφωμα εκ Τ-κυττάρωνΝεοπλάσματα
-
Μη γνωστέςΚαρκίνωμα εκ κυττάρων MerkelΝεοπλάσματα
pregnant_woman
SPC-HYRIMOZ
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΠρέπει να χρησιμοποιούν κατάλληλη αντισύλληψηγια την αποφυγή εγκυμοσύνης την οποία και να συνεχίζουν για τουλάχιστον πέντε μήνες μετά την τελευταία θεραπεία με Hyrimoz.
-
ΚύησηΠρέπει να χρησιμοποιείται μόνο εφόσον σαφώς χρειάζεταιΔεν υποδεικνύεται αύξηση στη συχνότητα δυσπλασίας στο νεογνό βάσει προοπτικά συλλεγμένων κυήσεων. Μπορεί να επηρεάσει τις φυσιολογικές άνοσες ανταποκρίσεις του νεογέννητου. Το adalimumab μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα, αυξάνοντας τον κίνδυνο λοίμωξης στα βρέφη. Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες μικροοργανισμούς δεν συνιστάται για 5 μήνες μετά την τελευταία ένεση adalimumab στη μητέρα.
-
ΓαλουχίαΜπορεί να χρησιμοποιηθείΤο adalimumab απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις (0,1% έως 1% σε σχέση με τον ορό της μητέρας). Οι πρωτεΐνες των ανοσοσφαιρινών G υφίστανται εντερική πρωτεόλυση και έχουν πτωχή βιοδιαθεσιμότητα όταν χορηγούνται από του στόματος. Δεν αναμένονται επιδράσεις στα θηλάζοντα νεογνά/βρέφη.
-
ΓονιμότηταΠροκλινικά δεδομένα για τις επιδράσεις του adalimumab στη γονιμότητα δεν είναι διαθέσιμα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-HYRIMOZ
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, Αναστολείς του Παράγοντα Νέκρωσης Όγκων α (TNF-α), Κωδικός ATC: L04AΒ04. Το Hyrimoz είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του…
biotech
SPC-HYRIMOZ
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή Μετά από υποδόρια χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης των 40 mg, η απορρόφηση και η κατανομή του adalimumab ήταν αργή και με επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στον ορό στις 5 ημέρες μετά από τη χορήγηση. Η μέση απόλυτη…
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Δοκιμασία φυματίνης (Mantoux) · πριν την έναρξη της θεραπείας
- Ακτινογραφία θώρακος · πριν την έναρξη της θεραπείας
- Κλινική παρακολούθηση · πριν την έναρξη της θεραπείας
-
Λοίμωξη από ιό ηπατίτιδας Β (HBV)
· πριν την έναρξη της θεραπείας, κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας
Όλοι οι ασθενείς, φορείς ιού ηπατίτιδας Β
-
Νευρολογική εκτίμηση
· πριν την έναρξη της θεραπείας και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Μη-λοιμώδης ενδιάμεση ραγοειδίτιδα
-
Κολονοσκόπηση
· ανά τακτά χρονικά διαστήματα πριν τη θεραπεία και καθ' όλη την πορεία της νόσου
Ελκώδης κολίτιδα με αυξημένο κίνδυνο δυσπλασίας/καρκινώματος παχέος εντέρου ή ιστορικό
-
Βιοψία
· ανά τακτά χρονικά διαστήματα πριν τη θεραπεία και καθ' όλη την πορεία της νόσου
Ελκώδης κολίτιδα με αυξημένο κίνδυνο δυσπλασίας/καρκινώματος παχέος εντέρου ή ιστορικό
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία | — |
| Φυματίωση | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία | — |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Δερματολογική εξέταση για καρκίνο | dermatologyΔερματολογικός έλεγχος | πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Όλοι οι ασθενείς, ιδιαίτερα με ιστορικό ανοσοκατασταλτικής θεραπείας ή ψωρίασης με PUVA |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία με το Hyrimoz θα πρέπει να αρχίσει και να παρακολουθείται από ειδικευμένους γιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και τη θεραπεία νόσων για τις οποίες ενδείκνυται το Hyrimoz. Οι οφθαλμίατροι συνιστάται να συμβουλεύονται έναν ειδικό ιατρό πριν την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Στους ασθενείς που λαμβάνουν Hyrimoz θα πρέπει να δίνεται η Κάρτα Υπενθύμισης Ασθενούς. Μετά από κατάλληλη εκπαίδευση στην τεχνική ένεσης, οι ασθενείς μπορούν να κάνουν μόνοι τους την ένεση Hyrimoz εάν ο γιατρός τους το κρίνει εφικτό και κάτω από ιατρική παρακολούθηση, εάν κρίνεται αναγκαίο. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz, άλλες συγχορηγούμενες θεραπείες (π.χ. κορτικοστεροειδή και / ή ανοσοτροποποιητικοί παράγοντες) θα πρέπει να βελτιστοποιούνται.
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Η συνιστώμενη δοσολογία του Hyrimoz στους ενήλικες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι 40 mg adalimumab ως μία δόση χορηγούμενη υποδόρια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η μεθοτρεξάτη θα πρέπει να συνεχίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz. Τα γλυκοκορτικοειδή, τα σαλικυλικά, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ή τα αναλγητικά μπορούν να συνεχισθούν κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Hyrimoz. Για το συνδυασμό με τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα εκτός της μεθοτρεξάτης, (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοδυναμικές). Στη μονοθεραπεία, μερικοί ασθενείς που παρουσιάζουν μειωμένη ανταπόκριση στο Hyrimoz 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα μπορεί να ωφεληθούν από μια αύξηση στη δοσολογία της τάξεως των 40 mg adalimumab κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η κλινική ανταπόκριση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε 12 εβδομάδες θεραπείας. Η συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται σε όποιον ασθενή δεν ανταποκρίνεται μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Διακοπή της δόσης Μπορεί να υπάρξει ανάγκη για διακοπή της δόσης, π.χ. πριν από εγχείρηση ή εάν προκύψει μία σοβαρή λοίμωξη. Η επανέναρξη του adalimumab μετά από διακοπή 70 ημερών ή περισσότερο είχε ως αποτέλεσμα το ίδιο μέγεθος κλινικής ανταπόκρισης και παρόμοιο προφίλ ασφάλειας όπως πριν από τη διακοπή της δόσης.
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, αξονική σπονδυλαρθρίτιδα χωρίς ακτινολογικά ευρήματα αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας (ΑΣ) και ψωριασική αρθρίτιδα
Η συνιστώμενη δόση Hyrimoz για ασθενείς με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, αξονική σπονδυλαρθρίτιδα χωρίς ακτινολογικά ευρήματα ΑΣ και για ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα είναι 40 mg adalimumab ως μία δόση, χορηγούμενη υποδόρια κάθε δεύτερη εβδομάδα. Η κλινική ανταπόκριση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε 12 εβδομάδες θεραπείας. Η συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται σε όποιον ασθενή δεν ανταποκρίνεται μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο.
Ψωρίαση
Η συνιστώμενη δόση του Hyrimoz για ενήλικες ασθενείς είναι μία αρχική δόση των 80 mg μέσω υποδόριας έγχυσης, ακολουθούμενη από 40 mg μέσω υποδόριας έγχυσης κάθε δεύτερη εβδομάδα, αρχίζοντας μία εβδομάδα μετά την αρχική δόση. Η συνέχιση της θεραπείας μετά την 16η εβδομάδα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε όποιον ασθενή δεν ανταποκρίνεται μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Μετά τις 16 εβδομάδες, οι ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στο Hyrimoz 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα μπορεί να ωφεληθούν από μια αύξηση στη δοσολογία σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Τα οφέλη και οι κίνδυνοι της συνεχιζόμενης εβδομαδιαίας θεραπείας των 40 mg ή της θεραπείας των 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα πρέπει να επανεξετάζονται προσεκτικά σε έναν ασθενή με ανεπαρκή ανταπόκριση, μετά την αύξηση της δοσολογίας (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Σε περίπτωση που επιτευχθεί επαρκής ανταπόκριση με τα 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα, η δοσολογία μπορεί στη συνέχεια να μειωθεί σε 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Διαπυητική ιδρωταδενίτιδα
Το συνιστώμενο δοσολογικό σχήμα για το Hyrimoz σε ενήλικες ασθενείς με διαπυητική ιδρωταδενίτιδα (HS) είναι αρχικά 160 mg την Ημέρα 1 (χορηγούμενα ως τέσσερις ενέσεις των 40 mg σε μία μέρα ή ως δύο ενέσεις των 40 mg ανά ημέρα για δύο συνεχείς ημέρες), ακολουθούμενα από 80 mg δύο εβδομάδες αργότερα την Ημέρα 15 (χορηγούμενα ως δύο ενέσεις των 40 mg σε μία ημέρα). Δύο εβδομάδες αργότερα (Ημέρα 29) συνεχίστε με μια δόση των 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (χορηγούμενη ως δύο εγχύσεις των 40 mg σε μία ημέρα). Εάν κρίνεται απαραίτητο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz μπορεί να συνεχισθεί η χρήση αντιβιοτικών. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz ο ασθενής συνιστάται να χρησιμοποιεί σε καθημερινή βάση ένα τοπικό αντισηπτικό σαπούνι στις βλάβες της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας. Η συνέχιση της θεραπείας μετά τη 12η εβδομάδα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε όποιον ασθενή δεν έχει παρουσιάσει βελτίωση μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας, μπορεί να γίνει επανέναρξη με Hyrimoz 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Συνιστάται ότι το όφελος και ο κίνδυνος της συνεχιζόμενης μακροχρόνιας θεραπείας θα πρέπει να εξετάζονται σε ετήσια βάση (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Νόσος του Crohn
Το συνιστώμενο αρχικό δοσολογικό σχήμα για το Hyrimoz σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ενεργή νόσο του Crohn είναι 80 mg την εβδομάδα 0, ακολουθούμενο από 40 mg την εβδομάδα 2. Στην περίπτωση που υπάρχει η αναγκαιότητα για μια ταχύτερη ανταπόκριση στη θεραπεία, μπορεί να χορηγηθεί δόση 160 mg την εβδομάδα 0 (χορηγούμενη ως τέσσερις εγχύσεις των 40 mg σε μία μέρα ή ως δύο εγχύσεις των 40 mg ανά ημέρα για δύο συνεχείς ημέρες), 80 mg την εβδομάδα 2 (χορηγούμενη ως δύο εγχύσεις των 40 mg σε μία ημέρα), γνωρίζοντας ότι ο κίνδυνος εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών είναι μεγαλύτερος κατά τη διάρκεια της επαγωγής. Μετά την αρχική θεραπεία, η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα με υποδόρια χορήγηση. Εναλλακτικά, εάν ένας ασθενής έχει διακόψει το Hyrimoz και τα σημεία και συμπτώματα της νόσου επανεμφανιστούν, το Hyrimoz μπορεί να επαναχορηγηθεί. Υπάρχει μικρή εμπειρία για την επαναχορήγηση μετά από 8 εβδομάδες από την προηγούμενη δόση. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, τα κορτικοστεροειδή μπορούν να διακοπούν σταδιακά με βάση τις οδηγίες της κλινικής πρακτικής. Μερικοί ασθενείς που εμφανίζουν μειωμένη κλινική ανταπόκριση στο Hyrimoz 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα ενδέχεται να ωφεληθούν από μια αύξηση της δοσολογίας σε 40 mg Hyrimoz κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Μερικοί ασθενείς που δεν έχουν ανταποκριθεί μέχρι την εβδομάδα 4 είναι πιθανό να επωφεληθούν από τη συνεχιζόμενη θεραπεία συντήρησης μέχρι την εβδομάδα 12. Η συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε όποιον ασθενή δεν ανταποκρίνεται μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Ελκώδης κολίτιδα
Το συνιστώμενο αρχικό δοσολογικό σχήμα για το Hyrimoz σε ενήλικες ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ελκώδη κολίτιδα είναι 160 mg την εβδομάδα 0 (χορηγούμενο ως τέσσερις εγχύσεις των 40 mg σε μία μέρα ή ως δύο εγχύσεις των 40 mg ανά ημέρα για δύο συνεχόμενες ημέρες) και 80 mg την εβδομάδα 2 (χορηγούμενα ως δύο εγχύσεις των 40 mg σε μία ημέρα). Μετά τη θεραπεία εφόδου, η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα με υποδόρια έγχυση. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας συντήρησης, η δόση των κορτικοστεροειδών μπορεί να διακοπεί σταδιακά, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της κλινικής πρακτικής. Μερικοί ασθενείς που εμφανίζουν μείωση της κλινικής ανταπόκρισης στο Hyrimoz 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα ενδέχεται να ωφεληθούν από μια αύξηση της δοσολογίας σε 40 mg Hyrimoz κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Τα διαθέσιμα στοιχεία υποδεικνύουν ότι η κλινική ανταπόκριση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε 2-8 εβδομάδες θεραπείας. Η θεραπεία με Hyrimoz δεν θα πρέπει να συνεχιστεί σε ασθενείς που απέτυχαν να ανταποκριθούν σε αυτό το χρονικό διάστημα. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Ραγοειδίτιδα
Η συνιστώμενη δόση του Hyrimoz για ενήλικες ασθενείς με ραγοειδίτιδα είναι μία αρχική δόση 80 mg, ακολουθούμενη από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα, αρχίζοντας μία εβδομάδα μετά την αρχική δόση. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία στην έναρξη θεραπείας με adalimumab σε μονοθεραπεία. Η θεραπεία με Hyrimoz μπορεί να ξεκινήσει σε συνδυασμό με κορτικοστεροειδή και/ή με άλλους μη-βιολογικούς ανοσοτροποποιητικούς παράγοντες. Η ταυτόχρονη χορήγηση των κορτικοστεροειδών μπορεί να διακοπεί σταδιακά, σύμφωνα με την κλινική πρακτική ξεκινώντας δύο εβδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz. Συνιστάται ότι το όφελος και ο κίνδυνος της συνεχιζόμενης μακροχρόνιας θεραπείας θα πρέπει να εξετάζονται σε ετήσια βάση (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηλικιωμένοι: Δε χρειάζεται προσαρμογή της δόσης.
- Νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία: Το adalimumab δεν έχει μελετηθεί σε αυτόν τον πληθυσμό ασθενών. Δεν μπορούν να γίνουν υποδείξεις για τη δοσολογία.
- Παιδιατρικός πληθυσμός (Γενικά): Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα / προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε παιδιατρικούς ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg. Εάν απαιτείται μια διαφορετική δόση, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν άλλα προϊόντα adalimumab που προσφέρουν αυτή την επιλογή.
Νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα
Πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθής αρθρίτιδα από την ηλικία των 2 ετών Η συνιστώμενη δόση του Hyrimoz για ασθενείς με πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα, από την ηλικία των 2 ετών, βασίζεται στο βάρος σώματος (Πίνακας 1). Το Hyrimoz χορηγείται μέσω υποδόριας έγχυσης κάθε δεύτερη εβδομάδα.
Πίνακας 1. Δόση Hyrimoz σε ασθενείς με πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα
| Βάρος ασθενούς | Δοσολογικό σχήμα |
|---|---|
| 10 kg μέχρι < 30 kg | - |
| ≥ 30 kg | 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα |
Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η κλινική ανταπόκριση επιτυγχάνεται συνήθως μέσα σε 12 εβδομάδες θεραπείας. Η συνέχιση της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε όποιον ασθενή δεν ανταποκρίνεται μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Δεν υπάρχει σχετική χρήση του adalimumab σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 2 ετών για αυτήν την ένδειξη. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Αρθρίτιδα σχετιζόμενη με ενθεσίτιδα Η συνιστώμενη δόση του Hyrimoz για ασθενείς με αρθρίτιδα σχετιζόμενη με ενθεσίτιδα από την ηλικία των 6 ετών, βασίζεται στο βάρος σώματος (Πίνακας 2). Το Hyrimoz χορηγείται μέσω υποδόριας έγχυσης κάθε δεύτερη εβδομάδα.
Πίνακας 2. Δόση Hyrimoz για ασθενείς με αρθρίτιδα σχετιζόμενη με ενθεσίτιδα
| Βάρος ασθενούς | Δοσολογικό σχήμα |
|---|---|
| 15 kg μέχρι < 30 kg | - |
| ≥ 30 kg | 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα |
Το adalimumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς ηλικίας κάτω των 6 ετών με αρθρίτιδα σχετιζόμενη με ενθεσίτιδα. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Παιδιατρική ψωρίαση κατά πλάκας
Η συνιστώμενη δόση Hyrimoz για ασθενείς με ψωρίαση κατά πλάκας, ηλικίας από 4 έως 17 ετών, βασίζεται στο βάρος σώματος (Πίνακας 3). Το Hyrimoz χορηγείται μέσω υποδόριας έγχυσης.
Πίνακας 3. Δόση Hyrimoz για παιδιατρικούς ασθενείς με ψωρίαση κατά πλάκας
| Βάρος ασθενούς | Δοσολογικό σχήμα |
|---|---|
| 15 kg μέχρι < 30 kg | - |
| ≥ 30 kg | Αρχική δόση 40 mg, ακολουθούμενη από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα ξεκινώντας μία βδομάδα μετά την αρχική δόση |
Η συνέχιση της θεραπείας μετά την 16η εβδομάδα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε όποιον ασθενή δεν ανταποκρίνεται μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Σε περίπτωση που ενδείκνυται επανάληψη της θεραπείας με adalimumab, πρέπει να ακολουθούνται οι ανωτέρω συστάσεις σχετικά με τη δοσολογία και τη διάρκεια της θεραπείας. Η ασφάλεια του adalimumab σε παιδιατρικούς ασθενείς με ψωρίαση κατά πλάκας έχει αξιολογηθεί για ένα μέσο διάστημα 13 μηνών. Δεν υπάρχει σχετική χρήση του adalimumab σε παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών, για αυτήν την ένδειξη. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Εφηβική διαπυητική ιδρωταδενίτιδα (από 12 ετών, βάρους τουλάχιστον 30 kg)
Δεν υπάρχουν κλινικές μελέτες με το adalimumab σε έφηβους ασθενείς με διαπυητική ιδρωταδενίτιδα (HS). Η δοσολογία του adalimumab σε αυτούς τους ασθενείς έχει καθοριστεί με βάση φαρμακοκινητικά μοντέλα και προσομοίωση (βλ. Φαρμακοκινητικές). Η συνιστώμενη δόση του Hyrimoz είναι 80 mg την εβδομάδα 0, ακολουθούμενα από 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα ξεκινώντας την εβδομάδα 1 μέσω υποδόριας ένεσης. Σε εφήβους ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση σε Hyrimoz 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα, μπορεί να εξετασθεί μια αύξηση της δοσολογίας σε 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Εάν κρίνεται απαραίτητο, κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz μπορεί να συνεχισθεί η χρήση αντιβιοτικών. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz ο ασθενής συνιστάται να χρησιμοποιεί σε καθημερινή βάση ένα τοπικό αντισηπτικό σαπούνι στις βλάβες της διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας. Η συνέχιση της θεραπείας μετά τη 12η εβδομάδα πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά σε όποιον ασθενή δεν έχει παρουσιάσει βελτίωση μέσα σε αυτήν τη χρονική περίοδο. Σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας, μπορεί να γίνει επανέναρξη με Hyrimoz ανάλογα με την περίπτωση. Το όφελος και ο κίνδυνος της συνεχιζόμενης μακροχρόνιας θεραπείας πρέπει να επανεξετάζεται περιοδικά (βλ. δεδομένα ενηλίκων στην Φαρμακοδυναμικές). Δεν υπάρχει σχετική χρήση του adalimumab σε παιδιά ηλικίας κάτω των 12 ετών για αυτήν την ένδειξη. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Παιδιατρική νόσος του Crohn
Η συνιστώμενη δόση Hyrimoz για ασθενείς με νόσο του Crohn, ηλικίας από 6 έως 17 ετών, βασίζεται στο βάρος σώματος (Πίνακας 4). Το Hyrimoz χορηγείται μέσω υποδόριας έγχυσης.
Πίνακας 4. Δόση Hyrimoz για παιδιατρικούς ασθενείς με νόσο του Crohn
| Βάρος ασθενούς | Αρχική δόση | Δόση συντήρησης ξεκινώντας την εβδομάδα 4 |
|---|---|---|
| < 40 kg | 40 mg την εβδομάδα 0 και 20 mg την εβδομάδα 2. Στην περίπτωση που υπάρχει η ανάγκη για μια ταχύτερη ανταπόκριση στη θεραπεία, γνωρίζοντας ότι ο κίνδυνος εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να είναι μεγαλύτερος με τη χρήση μεγαλύτερης αρχικής δόσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η παρακάτω δόση: 80 mg την εβδομάδα 0 και 40 mg την εβδομάδα 2 | 20 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Οι ασθενείς που εμφανίζουν μειωμένη κλινική ανταπόκριση ενδέχεται να ωφεληθούν από μια αύξηση της δόσης σε: 20 mg κάθε εβδομάδα ή 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα |
| ≥ 40 kg | 80 mg την εβδομάδα 0 και 40 mg την εβδομάδα 2. Στην περίπτωση που υπάρχει η ανάγκη για μια ταχύτερη ανταπόκριση στη θεραπεία, γνωρίζοντας ότι ο κίνδυνος εκδήλωσης ανεπιθύμητων ενεργειών μπορεί να είναι μεγαλύτερος με τη χρήση μεγαλύτερης αρχικής δόσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η παρακάτω δόση: 160 mg την εβδομάδα 0 και 80 mg την εβδομάδα 2 | 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα. Οι ασθενείς που εμφανίζουν μειωμένη κλινική ανταπόκριση ενδέχεται να ωφεληθούν από μια αύξηση της δόσης σε: 40 mg κάθε εβδομάδα ή 80 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα |
*Σημείωση: Προς το παρόν, το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg. Η συνέχιση της θεραπείας σε έναν ασθενή που δεν έχει ανταποκριθεί μέχρι την εβδομάδα 12 πρέπει να αξιολογείται προσεκτικά. Δεν υπάρχει σχετική χρήση του adalimumab σε παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών για αυτήν την ένδειξη. Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Παιδιατρική ραγοειδίτιδα
Η συνιστώμενη δόση Hyrimoz για παιδιατρικούς ασθενείς με ραγοειδίτιδα, από την ηλικία 2 ετών, βασίζεται στο βάρος σώματος (Πίνακας 5). Το Hyrimoz χορηγείται μέσω υποδόριας έγχυσης. Στην παιδιατρική ραγοειδίτιδα, δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία στη θεραπεία με adalimumab χωρίς θεραπεία σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη.
Πίνακας 5. Δόση Hyrimoz για παιδιατρικούς ασθενείς με ραγοειδίτιδα
| Βάρος ασθενούς | Δοσολογικό σχήμα |
|---|---|
| < 30 kg | - |
| ≥ 30 kg | 40 mg κάθε δεύτερη εβδομάδα σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη |
Κατά την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz, μπορεί να χορηγηθεί μια δόση εφόδου 40 mg σε ασθενείς < 30 kg ή 80 mg σε ασθενείς ≥ 30 kg μία εβδομάδα πριν από την έναρξη της θεραπείας συντήρησης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της δόσης εφόδου του adalimumab σε παιδιά ηλικίας < 6 ετών (βλ. Φαρμακοκινητικές). Δεν υπάρχει σχετική χρήση του Hyrimoz σε παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών για αυτή την ένδειξη. Συνιστάται ότι το όφελος και ο κίνδυνος της συνεχιζόμενης μακροχρόνιας θεραπείας θα πρέπει να εξετάζονται σε ετήσια βάση (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Το Hyrimoz είναι διαθέσιμο μόνο ως προγεμισμένη σύριγγα των 40 mg και προγεμισμένη συσκευή τύπου πένας των 40 mg. Συνεπώς, δεν είναι δυνατή η χορήγηση του Hyrimoz σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται μικρότερη από την πλήρη δόση των 40 mg.
Παιδιατρική ελκώδης κολίτιδα
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του adalimumab σε παιδιά ηλικίας 4-17 ετών δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Δεν υπάρχει σχετική χρήση του adalimumab σε παιδιά ηλικίας κάτω των 4 ετών για αυτήν την ένδειξη.
Ψωριασική αρθρίτιδα και αξονική σπονδυλαρθρίτιδα συμπεριλαμβανομένης αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας
Δεν υπάρχει σχετική χρήση του adalimumab σε παιδιατρικό πληθυσμό για τις ενδείξεις της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας και της ψωριασικής αρθρίτιδας.
Τρόπος χορήγησης
Το Hyrimoz χορηγείται με υποδόρια έγχυση. Πλήρεις οδηγίες χρήσης παρέχονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης. Το adalimumab είναι διαθέσιμο και σε άλλες περιεκτικότητες και μορφές.
block
Αντενδείξεις
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Ενεργός φυματίωση ή άλλες σοβαρές λοιμώξεις, όπως σήψη και ευκαιριακές λοιμώξεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μέτρια έως σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ class III / IV) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιχνηλασιμότητα
Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του φαρμακευτικού προϊόντος που χορηγείται.
Λοιμώξεις
Ασθενείς που λαμβάνουν TNF-ανταγωνιστές είναι περισσότερο ευαίσθητοι σε σοβαρές λοιμώξεις. Η διαταραχή της πνευμονικής λειτουργίας ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης λοιμώξεων. Οι ασθενείς θα πρέπει ως εκ τούτου, να παρακολουθούνται προσεκτικά για λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της φυματίωσης, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη θεραπεία με Hyrimoz. Επειδή η άποβολή του adalimumab μπορεί να διαρκέσει μέχρι και τέσσερις μήνες, η παρακολούθηση θα πρέπει να συνεχιστεί στη διάρκεια αυτής της περιόδου.
Η θεραπεία με το Hyrimoz δε θα πρέπει να ξεκινήσει σε ασθενείς με ενεργές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένων των χρόνιων ή τοπικών λοιμώξεων, μέχρις ότου οι λοιμώξεις τεθούν υπό έλεγχο. Σε ασθενείς που έχουν εκτεθεί σε φυματίωση και ασθενείς που ταξίδεψαν σε περιοχές υψηλού κινδύνου για φυματίωση ή ενδημικές μυκητιάσεις όπως ιστοπλάσμωση, κοκκιδιοειδομυκητίαση ή βλαστομυκητίαση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος και τα οφέλη της θεραπείας με Hyrimoz πριν από την έναρξη της αγωγής (βλ. Άλλες ευκαιριακές λοιμώξεις).
Οι ασθενείς που αναπτύσσουν μια νέα λοίμωξη ενώ υποβάλλονται σε θεραπεία με Hyrimoz θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και να υποβάλλονται σε πλήρη διαγνωστική αξιολόγηση. Η χορήγηση του Hyrimoz θα πρέπει να διακοπεί εάν ο ασθενής εμφανίσει μια νέα σοβαρή λοίμωξη ή σήψη και θα πρέπει να γίνεται έναρξη της κατάλληλης αντιμικροβιακής ή αντιμυκητιασικής αγωγής μέχρις ότου η λοίμωξη τεθεί υπό έλεγχο. Οι γιατροί θα πρέπει να είναι προσεκτικοί όταν εξετάζουν τη χρήση του Hyrimoz σε ασθενείς με ένα ιστορικό υποτροπιάζουσας λοίμωξης ή με προϋπάρχουσες καταστάσεις που ενδέχεται να προδιαθέτουν τους ασθενείς για λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης συγχορηγούμενων ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων.
Σοβαρές λοιμώξεις
Σοβαρές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένης της σήψης λόγω βακτηριακών, μυκοβακτηριακών, διηθητικών μυκητιασικών, παρασιτικών, ιογενών ή άλλων ευκαιριακών λοιμώξεων, όπως η λιστερίωση, η λεγιονέλλωση και η πνευμονοκύστη έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν adalimumab. Άλλες σοβαρές λοιμώξεις που παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές περιλαμβάνουν πνευμονία, πυελονεφρίτιδα, σηπτική αρθρίτιδα και σηψαιμία. Έχουν αναφερθεί σχετιζόμενες με λοιμώξεις περιπτώσεις νοσηλείας ή περιστατικά με θανατηφόρα έκβαση.
Φυματίωση
Φυματίωση, περιλαμβανομένης επανενεργοποίησης και πρωτοεμφανιζόμενης φυματίωσης, έχει αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν adalimumab. Οι αναφορές περιλαμβάνουν περιστατικά πνευμονικής και εξωπνευμονικής (π.χ. κεχροειδούς) φυματίωσης.
Πριν από την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz, όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να αξιολογηθούν τόσο για ενεργό όσο και ανενεργό («λανθάνουσα») φυματίωση. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή ιατρική εκτίμηση του ιστορικού φυματίωσης των ασθενών ή πιθανή προηγούμενη έκθεση σε άτομα με ενεργό φυματίωση και προηγούμενη και/ή τρέχουσα ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Οι κατάλληλοι έλεγχοι (π.χ. δερματική δοκιμασία φυματίνης και ακτινογραφία θώρακος) θα πρέπει να διενεργηθούν σε όλους τους ασθενείς (οι τοπικές οδηγίες μπορεί να εφαρμοσθούν). Συνιστάται να καταγράφεται η διεξαγωγή και τα αποτελέσματα αυτών των εξετάσεων στην Κάρτα Υπενθύμισης Ασθενούς. Όσοι συνταγογραφούν θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψιν τους τον κίνδυνο ψευδώς αρνητικού αποτελέσματος της δερματικής δοκιμασίας φυματίνης, ειδικά στους σοβαρά νοσούντες ή στους ανοσοκατασταλμένους ασθενείς.
Σε περίπτωση διάγνωσης ενεργού φυματίωσης δε θα πρέπει να αρχίσει η θεραπεία με Hyrimoz (βλ. Αντενδείξεις).
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις οι οποίες περιγράφονται παρακάτω, θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά ο λόγος οφέλους / ασφάλειας της θεραπείας.
Εάν υπάρχει υποψία για λανθάνουσα φυματίωση, θα πρέπει να ζητηθεί συμβουλή από γιατρό με εμπειρία στη φυματίωση.
Εάν διαγνωσθεί λανθάνουσα φυματίωση, πρέπει να ξεκινήσει κατάλληλη θεραπεία με αντιφυματική προφυλακτική αγωγή πριν από την έναρξη του Hyrimoz και σύμφωνα με τις τοπικές οδηγίες. Η χρήση της αντιφυματικής προφυλακτικής θεραπείας θα πρέπει, επίσης, να εξεταστεί πριν την έναρξη του Hyrimoz σε ασθενείς με πολλαπλούς ή σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για φυματίωση, ακόμη και εάν έχουν αρνητική δοκιμασία για φυματίωση και σε ασθενείς με παλιό ιστορικό λανθάνουσας ή ενεργού φυματίωσης, στους οποίους δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η επαρκής θεραπεία.
Παρά την προφυλακτική θεραπεία για φυματίωση, περιπτώσεις επανενεργοποίησης φυματίωσης έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με adalimumab. Μερικοί ασθενείς οι οποίοι έχουν θεραπευτεί με επιτυχία για ενεργό φυματίωση έχουν αναπτύξει ξανά φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με adalimumab.
Οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες να καταφύγουν σε ιατρική συμβουλή εάν προκύψουν σημεία/συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν λοίμωξη από φυματίωση (π.χ. επίμονος βήχας, φυσική αδυναμία/απώλεια βάρους, χαμηλός πυρετός, νωθρότητα) κατά τη διάρκεια ή μετά τη θεραπεία με Hyrimoz.
Άλλες ευκαιριακές λοιμώξεις
Ευκαιριακές λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων διηθητικών μυκητιασικών λοιμώξεων έχουν παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν adalimumab. Αυτές οι λοιμώξεις δεν αναγνωρίζονται συστηματικά σε ασθενείς που λαμβάνουν TNF-ανταγωνιστές και αυτό έχει συντελέσει σε καθυστερήσεις στη κατάλληλη θεραπεία, με αποτέλεσμα κάποιες φορές να έχουν θανατηφόρα έκβαση.
Για ασθενείς που αναπτύσσουν σημεία και συμπτώματα όπως πυρετό, κακουχία, απώλεια βάρους, εφιδρώσεις, βήχα, δύσπνοια και / ή πνευμονικά διηθήματα ή άλλες σοβαρές συστηματικές ασθένειες με ή χωρίς ταυτόχρονη καταπληξία, θα πρέπει να υπάρχει υποψία για διηθητική μυκητιασική λοίμωξη και η χορήγηση του Hyrimoz θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Η διάγνωση και η χορήγηση εμπειρικής αντιμυκητιασικής θεραπείας στους ασθενείς αυτούς θα πρέπει να γίνεται σε συνεννόηση με ιατρό ειδικό στην περίθαλψη ασθενών με διηθητικές μυκητιασικές λοιμώξεις.
Επανενεργοποίηση Ηπατίτιδας B
Επανενεργοποίηση της ηπατίτιδας Β έχει προκύψει σε ασθενείς που λαμβάνουν TNF-ανταγωνιστή συμπεριλαμβανομένου του adalimumab, οι οποίοι είναι χρόνιοι φορείς του ιού (π.χ, αντιγόνο επιφανείας θετικό). Μερικές περιπτώσεις είχαν θανατηφόρα έκβαση. Οι ασθενείς θα πρέπει να ελέγχονται για λοίμωξη από ιό ηπατίτιδας Β πριν την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz. Για τους ασθενείς που είναι θετικοί στον έλεγχο για λοίμωξη από ηπατίτιδα Β, συνιστάται να συμβουλεύονται ένα γιατρό με εμπειρία στην θεραπεία της ηπατίτιδας Β.
Οι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β οι οποίοι απαιτούν θεραπεία με Hyrimoz θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία και συμπτώματα ενεργού λοίμωξης από ιό ηπατίτιδας Β κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της θεραπείας. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή δεδομένα από τη θεραπεία ασθενών οι οποίοι είναι φορείς του ιού της ηπατίτιδας Β και λαμβάνουν αντιιική θεραπεία σε συνδυασμό με TNF-ανταγωνιστή, ώστε να εμποδίσουν την επανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας Β. Σε ασθενείς που εμφανίζουν επανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας Β, θα πρέπει να διακοπεί το Hyrimoz και να γίνει έναρξη με αποτελεσματική αντιιική θεραπεία με κατάλληλη υποστηρικτική θεραπεία.
Νευρολογικά περιστατικά
Οι TNF-ανταγωνιστές, συμπεριλαμβανομένου του adalimumab, έχουν συσχετισθεί σε σπάνιες περιπτώσεις με την εμφάνιση ή την επιδείνωση κλινικών συμπτωμάτων και / ή ακτινολογικών ευρημάτων απομυελινωτικής νόσου του κεντρικού νευρικού συστήματος συμπεριλαμβανομένης της σκλήρυνσης κατά πλάκας και της οπτικής νευρίτιδας, και περιφερικής απομυελινωτικής νόσου συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Guillain-Barré. Απαιτείται προσοχή από όσους συνταγογραφούν όταν πρόκειται να χορηγήσουν το Hyrimoz σε ασθενείς με προϋπάρχουσα ή με πρόσφατη εκδήλωση απομυελινωτικών διαταραχών του κεντρικού ή περιφερικού νευρικού συστήματος. Σε περίπτωση που αναπτυχθεί οποιαδήποτε από αυτές τις διαταραχές πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο διακοπής του Hyrimoz. Υπάρχει μια γνωστή συσχέτιση μεταξύ της ενδιάμεσης ραγοειδίτιδας και των απομυελινωτικών διαταραχών του κεντρικού νευρικού συστήματος. Σε ασθενείς με μη-λοιμώδη ενδιάμεση ραγοειδίτιδα πρέπει να γίνεται νευρολογική εκτίμηση πριν από την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz και τακτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας για την αξιολόγηση προ-υπαρχουσών ή υπό ανάπτυξη απομυελινωτικών διαταραχών του κεντρικού νευρικού συστήματος.
Αλλεργικές αντιδράσεις
Κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών οι σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις που σχετίζονται με το adalimumab ήταν σπάνιες. Μη σοβαρές αλλεργικές αντιδράσεις σχετιζόμενες με το adalimumab ήταν όχι συχνές κατά τη διάρκεια των κλινικών δοκιμών. Αναφορές σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένης και της αναφυλαξίας έχουν προκύψει μετά τη χορήγηση adalimumab. Εάν προκύψει αναφυλακτική αντίδραση ή άλλη σοβαρή αλλεργική αντίδραση, η χορήγηση του Hyrimoz πρέπει να διακοπεί αμέσως και να ξεκινήσει η κατάλληλη θεραπεία.
Ανοσοκαταστολή
Σε μια μελέτη 64 ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα στους οποίους χορηγήθηκε το adalimumab, δεν παρατηρήθηκε καταστολή της υπερευαισθησίας επιβραδυνόμενου τύπου, μείωση των επιπέδων ανοσοσφαιρίνης ή αλλαγή στον αριθμό των ενεργοποιητικών Τ-, Β-,ΝΚ κυττάρων, των μονοκυττάρων/μακροφάγων και των ουδετερόφιλων.
Kακοήθειες και λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές
Στις ελεγχόμενες ομάδες κλινικών δοκιμών με ΤΝF-ανταγωνιστές, περισσότερες περιπτώσεις κακοήθειας συμπεριλαμβανομένου και του λεμφώματος έχουν παρατηρηθεί μεταξύ ασθενών που λαμβάνουν ΤΝF- ανταγωνιστές συγκριτικά με τους μάρτυρες. Παρόλα αυτά, η συχνότητα εμφάνισης ήταν σπάνια. Μετά την κυκλοφορία, έχουν αναφερθεί περιπτώσεις λευχαιμίας σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με TNF- ανταγωνιστή. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης λεμφώματος και λευχαιμίας σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα πάσχοντες από χρόνια, υψηλής ενεργότητας, φλεγμονώδη νόσο, το οποίο περιπλέκει την αξιολόγηση του κινδύνου. Με την παρούσα γνώση, δεν μπορεί να αποκλειστεί πιθανός κίνδυνος ανάπτυξης λεμφώματος, λευχαιμίας και άλλων κακοηθειών σε ασθενείς που τους χορηγείται θεραπεία με TNF-ανταγωνιστή.
Μετά την κυκλοφορία, κακοήθειες, μερικές θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενήλικες (ηλικίας έως 22 ετών) που έλαβαν θεραπεία με TNF-ανταγωνιστές (έναρξη θεραπείας σε ηλικία ≤ 18 ετών), συμπεριλαμβανομένου του adalimumab. Το ήμισυ περίπου των περιπτώσεων ήταν λεμφώματα. Οι άλλες περιπτώσεις αντιπροσώπευαν μια ποικιλία διαφορετικών κακοηθειών και συμπεριελάμβαναν σπάνιες κακοήθειες συνήθως συνδεόμενες με ανοσοκαταστολή. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για ανάπτυξη κακοηθειών σε παιδιά και εφήβους που έλαβαν θεραπεία με TNF- ανταγωνιστές.
Μετά την κυκλοφορία έχουν ταυτοποιηθεί σπάνιες περιπτώσεις ηπατοσπληνικού Τ-cell λεμφώματος σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε adalimumab. Αυτός ο σπάνιος τύπος T-cell λεμφώματος έχει πολύ επιθετική πορεία και είναι συνήθως θανατηφόρος. Κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις ηπατοσπληνικού Τ- cell λεμφώματος έχουν προκύψει σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς στους οποίους χορηγείται adalimumab ταυτόχρονα με αζαθειοπρίνη ή 6-μερκαπτοπουρίνη για φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Ο δυνητικός κίνδυνος με τον συνδυασμό αζαθειοπρίνης ή 6-μερκαπτοπουρίνη και Hyrimoz θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος ανάπτυξης ηπατοσπληνικού Τ-cell λεμφώματος σε ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε Hyrimoz (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες που περιέλαβαν ασθενείς με ιστορικό κακοήθειας ή με ασθενείς στους οποίους η θεραπεία με adalimumab συνεχίζεται παρά την ανάπτυξη κακοήθειας. Για αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση Hyrimoz σε αυτούς τους ασθενείς (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Όλοι οι ασθενείς και ιδιαίτερα οι ασθενείς με ιατρικό ιστορικό εκτεταμένης ανοσοκατασταλτικής θεραπείας ή οι ασθενείς με ψωρίαση και με ιστορικό θεραπείας με PUVA θα πρέπει να εξετάζονται για την ύπαρξη μη μελανωματικού καρκίνου του δέρματος πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Hyrimoz. Μελάνωμα και καρκίνωμα εκ κυττάρων Merkel (Merkel cell carcinoma) έχουν επίσης αναφερθεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με TNF-ανταγωνιστές συμπεριλαμβανομένου του adalimumab (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Σε μία ερευνητική κλινική δοκιμή, η οποία αξιολογεί τη χρήση ενός άλλου TNF-ανταγωνιστή, του infliximab, σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή χρόνια αποφρακτική πνευμονική νόσο (ΧΑΠ), έχουν αναφερθεί περισσότερες κακοήθειες, κυρίως στον πνεύμονα ή στην κεφαλή και στον τράχηλο, στους ασθενείς που λάμβαναν infliximab συγκριτικά με τους μάρτυρες. Όλοι οι ασθενείς είχαν ιστορικό συχνού καπνίσματος. Επομένως, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, όταν χρησιμοποιείται οποιοσδήποτε TNF-ανταγωνιστής σε ΧΑΠ ασθενείς, όπως επίσης και σε ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο για κακοήθεια εξαιτίας του συχνού καπνίσματος.
Με βάση τα τρέχοντα δεδομένα δεν είναι γνωστό εάν η θεραπεία με adalimumab επηρεάζει τον κίνδυνο για ανάπτυξη δυσπλασίας ή καρκίνου του παχέος εντέρου. Όλοι οι ασθενείς με ελκώδη κολίτιδα που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για δυσπλασία ή καρκίνο του παχέος εντέρου (για παράδειγμα, ασθενείς με μακροχρόνια ελκώδη κολίτιδα ή πρωτοπαθή σκληρυντική χολαγγειίτιδα) ή οι οποίοι είχαν προηγούμενο ιστορικό δυσπλασίας ή καρκίνωμα του παχέος εντέρου θα πρέπει να εξετάζονται για δυσπλασία ανά τακτά χρονικά διαστήματα πριν τη θεραπεία και καθ’ όλη την πορεία της νόσου τους. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει κολονοσκόπηση και βιοψίες σύμφωνα με τις τοπικές οδηγίες.
Αιματολογικές αντιδράσεις
Έχουν αναφερθεί σπάνιες περιπτώσεις πανκυτταροπενίας συμπεριλαμβανομένης και της απλαστικής αναιμίας κατά τη χορήγηση ανταγωνιστών του ΤΝF. Ανεπιθύμητες ενέργειες του αιμοποιητικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένης κλινικά σημαντικής κυτταροπενίας (π.χ. θρομβοπενία, λευκοπενία) έχουν αναφερθεί με το adalimumab. Όλοι οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται ώστε να αναζητήσουν άμεση ιατρική υποστήριξη εάν εμφανίσουν σημεία και συμπτώματα ύποπτα για δυσκρασία του αίματος (π.χ. επιμένων πυρετός, μώλωπες, αιμορραγία, ωχρότητα) ενώ τους έχει χορηγηθεί Hyrimoz. Διακοπή της θεραπείας με Hyrimoz θα πρέπει να εξετάζεται σε ασθενείς με επιβεβαιωμένα σημαντικές αιματολογικές ανωμαλίες.
Εμβόλια
Παρόμοιες ανταποκρίσεις αντισωμάτων ως προς το πρότυπο 23-σθενές πνευμονιοκοκκικό εμβόλιο και του τριδύναμου εμβολιασμού κατά του ιού της γρίπης, παρατηρήθηκαν σε μία μελέτη σε 226 ενήλικες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα στους οποίους χορηγήθηκε adalimumab ή εικονικό φάρμακο. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για τη δευτερογενή μετάδοση της λοίμωξης από εμβόλια από ζώντες μικροοργανισμούς σε ασθενείς που λαμβάνουν adalimumab.
Συνιστάται, εφ’ όσον είναι εφικτό, οι παιδιατρικοί ασθενείς να έχουν πραγματοποιήσει τους απαραίτητους εμβολιασμούς σύμφωνα με τις ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες για την ανοσοποίηση πριν από την έναρξη της θεραπείας με Hyrimoz. Οι ασθενείς που λαμβάνουν Hyrimoz είναι δυνατό να κάνουν ταυτόχρονα εμβολιασμούς, εκτός των εμβολίων από ζώντες μικροοργανισμούς. Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες μικροοργανισμούς (π.χ. εμβόλιο BCG) για τα βρέφη που εκτίθενται σε adalimumab στη μήτρα δεν συνιστάται για 5 μήνες μετά την τελευταία ένεση adalimumab στη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
Σε μία κλινική δοκιμή με έναν άλλον ανταγωνιστή του TNF, παρατηρήθηκε επιδείνωση της συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας και αύξηση της θνησιμότητας λόγω συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας. Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις επιδείνωσης συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας σε ασθενείς που έλαβαν adalimumab. Το Hyrimoz θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια καρδιακή ανεπάρκεια (ΝΥΗΑ class I/II). Το Hyrimoz αντενδείκνυται στη μέτρια έως σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις). Η θεραπεία με το Hyrimoz θα πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς που αναπτύσσουν νέα συμπτώματα ή εμφανίζουν επιδείνωση συμπτωμάτων συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας.
Αυτοάνοσες διεργασίες
Η θεραπεία με Hyrimoz ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα το σχηματισμό αυτοάνοσων αντισωμάτων. Η επίδραση της μακροχρόνιας θεραπείας με adalimumab στην ανάπτυξη αυτοάνοσων νοσημάτων είναι άγνωστη. Εάν ένας ασθενής αναπτύσσει συμπτώματα ύποπτα για σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο μετά τη χορήγηση με το Hyrimoz και έχει θετικά αντισώματα κατά διπλής έλικος DNA, δε θα πρέπει να χορηγείται περαιτέρω θεραπεία με Hyrimoz (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
Ταυτόχρονη χορήγηση βιολογικών DMARD ή TNF-ανταγωνιστών
Σοβαρές λοιμώξεις παρατηρήθηκαν σε κλινικές δοκιμές με ταυτόχρονη χορήγηση anakinra και άλλου ΤΝF-ανταγωνιστή, του etanercept, χωρίς κανένα επιπρόσθετο κλινικό όφελος σε σύγκριση με τη χορήγηση του etanercept ως μονοθεραπεία. Εξαιτίας της φύσης των ανεπιθύμητων ενεργειών που παρατηρήθηκαν με το συνδυασμό etanercept και anakinra, είναι πιθανό να προκύψουν όμοιες τοξικές επιδράσεις με το συνδυασμό anakinra και άλλου TNF-ανταγωνιστή. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός του adalimumab με anakinra δε συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Ταυτόχρονη χορήγηση του adalimumab με άλλα βιολογικά τροποποιητικά της νόσου αντιρευματικά φάρμακα (DMARD) (π.χ. anakinra και abatacept) ή άλλους ΤΝF-ανταγωνιστές δεν συνιστάται, λόγω πιθανού αυξημένου κινδύνου για λοιμώξεις, συμπεριλαμβανομένων σοβαρών λοιμώξεων και για άλλες πιθανές φαρμακολογικές αλληλεπιδράσεις (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Χειρουργικές επεμβάσεις
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία για την ασφάλεια στις χειρουργικές επεμβάσεις ασθενών που λαμβάνουν adalimumab. Ο μεγάλος χρόνος ημίσειας ζωής του adalimumab θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν προγραμματίζεται μια χειρουργική επέμβαση. Ο ασθενής ο οποίος πρέπει να υποβληθεί σε επέμβαση ενώ είναι υπό θεραπεία με Hyrimoz θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για λοιμώξεις και να λαμβάνονται τα ανάλογα μέτρα. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία για την ασφάλεια σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αρθροπλαστική επέμβαση ενώ λαμβάνουν adalimumab.
Απόφραξη του λεπτού εντέρου
Η μη ανταπόκριση στη θεραπεία για τη νόσο του Crohn είναι πιθανό να υποδηλώνει τη παρουσία ινωτικού στενώματος το οποίο είναι πιθανό να απαιτεί χειρουργική αντιμετώπιση. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το adalimumab δεν επιδεινώνει ούτε προκαλεί στενώματα.
Ηλικιωμένοι
Η συχνότητα σοβαρών λοιμώξεων μεταξύ ασθενών που λαμβάνουν adalimumab ηλικίας άνω των 65 ετών (3,7%) ήταν υψηλότερη από εκείνη για ασθενείς ηλικίας κάτω των 65 ετών (1,5%). Μερικοί εκ των οποίων είχαν θανατηφόρο έκβαση. Ιδιαίτερη προσοχή σχετικά με τον κίνδυνο λοιμώξεων εφιστάται κατά τη θεραπεία ηλικιωμένων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Βλέπε Εμβόλια παραπάνω.
Περιεκτικότητα σε νάτριο
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 0,8 ml δόσης, δηλαδή είναι ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Το adalimumab μελετήθηκε σε 9.506 ασθενείς κατά τη διάρκεια πιλοτικών ελεγχόμενων και ανοιχτών δοκιμών για περίοδο μέχρι 60 μήνες ή περισσότερο. Αυτές οι δοκιμές περιελάμβαναν τόσο ασθενείς με πρώιμη ρευματοειδή αρθρίτιδα όσο και με μακροχρόνια νόσο, νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα (πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα και αρθρίτιδα σχετιζόμενη με ενθεσίτιδα), καθώς και ασθενείς με αξονική σπονδυλαρθρίτιδα (αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα και αξονική σπονδυλαρθρίτιδα χωρίς ακτινολογικά ευρήματα αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας), ψωριασική αρθρίτιδα, νόσο του Crohn, ελκώδη κολίτιδα, ψωρίαση, διαπυητική ιδρωταδενίτιδα και ραγοειδίτιδα. Στις πιλοτικές ελεγχόμενες δοκιμές συμμετείχαν 6.089 ασθενείς που έλαβαν adalimumab και 3.801 ασθενείς που έλαβαν εικονικό ή δραστικό, συγκριτικό φάρμακο κατά τη διάρκεια της περιόδου ελέγχου. Το ποσοστό των ασθενών που διέκοψαν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών κατά τη διάρκεια της διπλής-τυφλής, ελεγχόμενης φάσης των πιλοτικών μελετών ήταν 5,9% για τους ασθενείς που έλαβαν το adalimumab και 5,4% για τους μάρτυρες ασθενείς. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι λοιμώξεις (όπως η ρινοφαρυγγίτιδα, λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού και παραρρινοκολπίτιδα), αντιδράσεις στη θέση της ένεσης (ερύθημα, κνησμός, αιμορραγία, πόνος ή οίδημα), κεφαλαλγία και μυοσκελετικός πόνος. Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν αναφερθεί για το adalimumab. Οι TNF-ανταγωνιστές, όπως το adalimumab, επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα και η χρήση τους μπορεί να επηρεάσει την άμυνα του οργανισμού κατά των λοιμώξεων και του καρκίνου. Θανατηφόρες και απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένης της σήψης, ευκαιριακών λοιμώξεων και φυματίωσης), επανενεργοποίηση του ιού ηπατίτιδας Β (HBV) και διάφορες κακοήθειες (συμπεριλαμβανομένης της λευχαιμίας, του λεμφώματος και του ηπατοσπληνικού λεμφώματος εκ Τ-κυττάρων (HSTCL)) έχουν επίσης αναφερθεί με τη χρήση του adalimumab. Σοβαρές αιματολογικές, νευρολογικές και αυτοάνοσες αντιδράσεις έχουν επίσης αναφερθεί. Αυτά περιλαμβάνουν σπάνιες αναφορές πανκυτταροπενίας, απλαστικής αναιμίας, απομυελινωτικών συμβάντων κεντρικού και περιφερικού νευρικού συστήματος και αναφορές για συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, καταστάσεων που προσομοιάζουν με λύκο και σύνδρομο Stevens-Johnson.
Παιδιατρικός πληθυσμός Γενικά, οι ανεπιθύμητες ενέργειες σε παιδιατρικούς ασθενείς ήταν παρόμοιες στη συχνότητα και στον τύπο με εκείνες που εμφανίστηκαν σε ενήλικες ασθενείς.
Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα
Ο παρακάτω κατάλογος των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται στην εμπειρία από κλινικές δοκιμές και στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία και παρουσιάζεται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος (ΚΟΣ) και συχνότητας στον Πίνακα 6 που ακολουθεί: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως < 1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1000) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας. Έχει συμπεριληφθεί η υψηλότερη συχνότητα που παρατηρήθηκε μεταξύ των διαφόρων ενδείξεων. Ένας αστερίσκος (*) εμφανίζεται στη στήλη ΚΟΣ (Κατηγορία Οργανικού Συστήματος) εάν περαιτέρω πληροφορίες βρίσκονται σε κάποια άλλα σημεία των παραγράφων Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες.
Πίνακας 6: Ανεπιθύμητες ενέργειες
| Κατηγορία Οργανικού Συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη Ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις* | Πολύ συχνές | Λοιμώξεις αναπνευστικού συστήματος (συμπεριλαμβάνεται λοίμωξη κατώτερου και ανώτερου αναπνευστικού συστήματος, πνευμονία, παραρρινοκολπίτιδα, φαρυγγίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα και πνευμονία από ιό του έρπητα) |
| Συχνές | Συστηματικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβάνεται σήψη, καντιντίαση και γρίπη), εντερικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβάνεται ιογενής γαστρεντερίτιδα), λοιμώξεις του δέρματος και των μαλακών μορίων (συμπεριλαμβάνεται παρονυχία, κυτταρίτιδα, μολυσματικό κηρίο, νεκρωτική περιτονίτιδα και έρπητας ζωστήρας), λοιμώξεις των ώτων, στοματικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβάνεται έρπητας απλός, στοματικός έρπητας και οδοντικές λοιμώξεις), λοιμώξεις αναπαραγωγικού συστήματος (συμπεριλαμβάνεται αιδοιοκολπική μυκητιασική λοίμωξη), λοιμώξεις ουροποιητικού συστήματος (συμπεριλαμβάνεται πυελονεφρίτιδα), μυκητιασικές λοιμώξεις, λοιμώξεις των αρθρώσεων | |
| Όχι συχνές | Νευρολογικές λοιμώξεις (συμπεριλαμβάνεται ιογενής μηνιγγίτιδα), ευκαιριακές λοιμώξεις και φυματίωση (συμπεριλαμβάνεται κοκκιδιοειδομύκωση, ιστοπλάσμωση και λοίμωξη από mycobacterium avium complex), βακτηριακές λοιμώξεις, λοιμώξεις των οφθαλμών, εκκολπωματίτιδα | |
| Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)* | Συχνές | Καρκίνος του δέρματος εκτός μελανώματος (συμπεριλαμβάνεται βασικοκυτταρικό καρκίνωμα και πλακώδες καρκίνωμα), καλοήθες νεόπλασμα |
| Όχι συχνές | Λέμφωμα, νεόπλασμα συμπαγών οργάνων (συμπεριλαμβάνεται καρκίνος μαστού, νεόπλασμα πνεύμονος και νεόπλασμα θυρεοειδούς), μελάνωμα | |
| Σπάνιες | Λευχαιμία | |
| Μη γνωστές | Ηπατοσπληνικό λέμφωμα εκ Τ-κυττάρων, καρκίνωμα εκ κυττάρων Merkel (νευροενδοκρινικό καρκίνωμα δέρματος) | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος* | Πολύ συχνές | Λευκοπενία (συμπεριλαμβάνεται ουδετεροπενία και ακοκκιοκυτταραιμία), αναιμία |
| Συχνές | Λευκοκυττάρωση, θρομβοπενία | |
| Όχι συχνές | Ιδιοπαθής θρομβοπενική πορφύρα | |
| Σπάνιες | Πανκυτταροπενία | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος* | Συχνές | Υπερευαισθησία, αλλεργίες (συμπεριλαμβάνεται εποχική αλλεργία) |
| Όχι συχνές | Σαρκοείδωση, αγγειίτιδα | |
| Σπάνιες | Αναφυλαξία | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ συχνές | Λιπίδια αυξημένα |
| Συχνές | Υποκαλιαιμία, ουρικό οξύ αυξημένο, νάτριο αίματος μη φυσιολογικό, υπασβεστιαιμία, υπεργλυκαιμία, υποφωσφοραιμία, αφυδάτωση | |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Συχνές | Μεταβολή διάθεσης (συμπεριλαμβάνεται κατάθλιψη), άγχος, αϋπνία |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος* | Πολύ συχνές | Κεφαλαλγία |
| Συχνές | Παραισθησίες (συμπεριλαμβάνεται υπαισθησία), ημικρανία, συμπίεση νευρικής ρίζας | |
| Όχι συχνές | Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, τρόμος, νευροπάθεια | |
| Σπάνιες | Σκλήρυνση κατά πλάκας, απομυελινωτικές διαταραχές (π.χ. οπτική νευρίτιδα, σύνδρομο Guillain-Barré) | |
| Οφθαλμικές διαταραχές | Συχνές | Οπτική διαταραχή, επιπεφυκίτιδα, βλεφαρίτιδα, οίδημα του οφθαλμού |
| Όχι συχνές | Διπλωπία | |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Συχνές | Ίλιγγος |
| Όχι συχνές | Κώφωση, Εμβοές | |
| Καρδιακές διαταραχές* | Συχνές | Ταχυκαρδία |
| Όχι συχνές | Έμφραγμα του μυοκαρδίου, αρρυθμία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια | |
| Σπάνιες | Καρδιακή ανακοπή | |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Υπέρταση, έξαψη, αιμάτωμα |
| Όχι συχνές | Ανεύρυσμα αορτής, απόφραξη αρτηρίας, θρομβοφλεβίτιδα | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου* | Συχνές | Άσθμα, δύσπνοια, βήχας |
| Όχι συχνές | Πνευμονική εμβολή, διάμεση πνευμονοπάθεια, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πνευμονίτιδα, υπεζωκοτική συλλογή | |
| Σπάνιες | Πνευμονική ίνωση | |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | Πολύ συχνές | Κοιλιακό άλγος, ναυτία και έμετος |
| Συχνές | Αιμορραγία γαστρεντερικού, δυσπεψία, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, σύνδρομο ξηρότητας | |
| Όχι συχνές | Παγκρεατίτιδα, δυσφαγία, οίδημα προσώπου | |
| Σπάνιες | Διάτρηση του εντέρου | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων* | Πολύ συχνές | Αυξημένα ηπατικά ένζυμα |
| Όχι συχνές | Χολοκυστίτιδα και χολολιθίαση, ηπατική στεάτωση, χολερυθρίνη αυξημένη | |
| Σπάνιες | Ηπατίτιδα, επανενεργοποίηση ηπατίτιδας Β, αυτοάνοση ηπατίτιδα | |
| Μη γνωστές | Ηπατική ανεπάρκεια | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Πολύ συχνές | Εξάνθημα (συμπεριλαμβάνεται αποφολιδωτικό εξάνθημα) |
| Συχνές | Επιδείνωση ή πρόσφατη έναρξη της ψωρίασης (συμπεριλαμβάνεται φλυκταινώδης ψωρίαση παλαμών και πελμάτων), κνίδωση, μώλωπες (συμπεριλαμβάνεται πορφύρα), δερματίτιδα (συμπεριλαμβάνεται έκζεμα), ρήξη όνυχα, υπερίδρωση, αλωπεκία, κνησμός | |
| Όχι συχνές | Νυκτερινοί ιδρώτες, ουλή | |
| Σπάνιες | Πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, αγγειοοίδημα, δερματική αγγειίτιδα, λειχηνοειδής αντίδραση δέρματος | |
| Μη γνωστές | Επιδείνωση των συμπτωμάτων δερματομυοσίτιδας | |
| Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού | Πολύ συχνές | Μυοσκελετικός πόνος |
| Συχνές | Μυϊκοί σπασμοί (συμπεριλαμβάνεται κρεατινοφωσφωκινάση αίματος αυξημένη) | |
| Όχι συχνές | Ραβδομυόλυση, συστηματικός ερυθηματώδης λύκος | |
| Σπάνιες | Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Συχνές | Νεφρική δυσλειτουργία, αιματουρία |
| Όχι συχνές | Νυκτουρία | |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Όχι συχνές | Στυτική δυσλειτουργία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης* | Πολύ συχνές | Αντίδραση της θέσης ένεσης (συμπεριλαμβάνεται ερύθημα της θέσης ένεσης) |
| Συχνές | Θωρακικό άλγος, οίδημα, πυρεξία | |
| Όχι συχνές | Φλεγμονή | |
| Παρακλινικές εξετάσεις* | Συχνές | Διαταραχές της πηκτικότητας και αιμορραγικές (συμπεριλαμβάνεται χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης παρατεταμένος), θετικός έλεγχος αυτοαντισωμάτων (συμπεριλαμβάνεται αντίσωμα έναντι της διπλής έλικας του DNA), γαλακτική αφυδρογονάση αίματος αυξημένη |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Συχνές | Ανεπαρκής επούλωση |
Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών
- Αντιδράσεις της θέσης ένεσης: 12,9% των ασθενών που έλαβαν adalimumab παρουσίασαν αντιδράσεις (ερύθημα και/ή κνησμός, αιμορραγία, πόνος ή οίδημα) έναντι 7,2% του εικονικού φαρμάκου. Γενικά δεν οδήγησαν σε διακοπή.
- Λοιμώξεις: Ποσοστό λοίμωξης 1,51 ανά έτος ασθενή για adalimumab έναντι 1,46 για εικονικό. Περιλαμβάνουν κυρίως ρινοφαρυγγίτιδα, λοιμώξεις ανώτερου αναπνευστικού, παραρρινοκολπίτιδα. Ποσοστό σοβαρών λοιμώξεων: 0,04 ανά έτος ασθενή για adalimumab έναντι 0,03 για εικονικό. Σοβαρές λοιμώξεις (μερικές θανατηφόρες) έχουν αναφερθεί, συμπεριλαμβανομένης της φυματίωσης και ευκαιριακών λοιμώξεων.
- Κακοήθειες και λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές: Δεν παρατηρήθηκαν κακοήθειες σε παιδιατρικές μελέτες. Στους ενήλικες, η συχνότητα κακοηθειών (εκτός λεμφώματος και μη μελανωματικού καρκίνου δέρματος) ήταν 6,8 ανά 1.000 ασθενείς-έτη για adalimumab έναντι 6,3 για μάρτυρες. Μη μελανωματικοί καρκίνοι δέρματος 8,8 έναντι 3,2. Λεμφώματα 0,7 έναντι 0,6. Με παρατεταμένη θεραπεία, η παρατηρηθείσα συχνότητα κακοηθειών ήταν 8,5 ανά 1.000 ασθενείς-έτη, μη μελανωματικών καρκίνων δέρματος 9,6 και λεμφώματος 1,3. Σπάνιες περιπτώσεις ηπατοσπληνικού Τ-cell λεμφώματος.
- Αυτοαντισώματα: 11,9% των ασθενών με adalimumab ανέπτυξαν θετικούς τίτλους αντιπυρηνικών αντισωμάτων (έναντι 8,1% του εικονικού). Δύο ασθενείς ανέπτυξαν κλινικά σημεία συνδρόμου τύπου συστηματικού ερυθηματώδους λύκου, με βελτίωση μετά τη διακοπή.
- Συμβάματα του ήπατος και των χοληφόρων: Αυξήσεις ALT ≥ 3 x ULN παρατηρήθηκαν (π.χ. 3,7% σε RA/PsA, 6,1% σε pJIA/ERA). Οι αυξήσεις ήταν συνήθως ασυμπτωματικές, παροδικές και υποχώρησαν. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατικής ανεπάρκειας και ηπατίτιδας (συμπ. αυτοάνοσης) μετά την κυκλοφορία.
- Ταυτόχρονη θεραπεία με αζαθειοπρίνη/6-μερκαπτοπουρίνη: Υψηλότερη συχνότητα κακοήθειών ή σοβαρών λοιμώξεων με το συνδυασμό σε σχέση με adalimumab μόνο σε ενήλικες με νόσο του Crohn.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία
Σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να εξετάζεται η χρήση κατάλληλης αντισύλληψης για την αποφυγή εγκυμοσύνης την οποία και να συνεχίζουν για τουλάχιστον πέντε μήνες μετά την τελευταία θεραπεία με Hyrimoz.
Κύηση
Ένας μεγάλος αριθμός (περίπου 2100) προοπτικά συλλεγμένων κυήσεων που εκτέθηκαν σε adalimumab έχοντας ως αποτέλεσμα την γέννηση ζώντων νεογνών με γνωστές εκβάσεις, περιλαμβάνοντας περισσότερες από 1500 κυήσεις με έκθεση στο adalimumab στη διάρκεια του πρώτου τριμήνου, δεν υποδεικνύει μια αύξηση στη συχνότητα δυσπλασίας στο νεογνό.
Σε μία προοπτική καταγραφή εγγράφηκαν 257 γυναίκες με ρευματοειδή αρθρίτιδα (ΡΑ) ή νόσο του Crohn (CD) οι οποίες έλαβαν θεραπεία με adalimumab τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου και 120 γυναίκες με ΡΑ ή CD οι οποίες δεν έλαβαν θεραπεία με adalimumab. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν ο επιπολασμός της γέννησης με σημαντικές συγγενείς διαμαρτίες. Το ποσοστό των κυήσεων οι οποίες έληξαν με μια τουλάχιστον γέννηση ζωντανού νεογέννητου βρέφους με μια μείζονα συγγενή διαμαρτία ήταν 6/69 (8,7%) στις γυναίκες με ΡΑ που έλαβαν θεραπεία με adalimumab και 5/74 (6,8%) στις γυναίκες με ΡΑ που δεν έλαβαν θεραπεία (μη προσαρμοσμένο OR 1,31, 95% CI 0,38-4,52) και 16/152 (10,5%) στις γυναίκες με CD που έλαβαν θεραπεία με adalimumab και 3/32 (9,4%) στις γυναίκες με CD που δεν έλαβαν θεραπεία (μη προσαρμοσμένο OR 1,14, 95% CI 0,31-4,16). Το προσαρμοσμένο OR (λαμβάνεται υπόψη για τις διαφορές από την αρχική τιμή) ήταν 1,10 (95% CI 0,45-2,73) κατά τον συνδυασμό ΡΑ και CD. Δεν υπήρχαν διακριτές διαφορές μεταξύ των γυναικών που έλαβαν θεραπεία με adalimumab και γυναικών που δεν έλαβαν θεραπεία ως προς τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία αυτόματων αποβολών, ελάσσονων συγγενών διαμαρτιών, πρόωρου τοκετού, μεγέθους νεογνού και σοβαρών ή ευκαιριακών λοιμώξεων και δεν αναφέρθηκαν τοκετοί νεκρού εμβρύου ή κακοήθειες. Η ερμηνεία των δεδομένων ενδέχεται να επηρεάστηκε λόγω των μεθοδολογικών περιορισμών της μελέτης, περιλαμβανομένων του μικρού μεγέθους δείγματος και του μη τυχαιοποιημένου σχεδιασμού.
Σε μια μελέτη τοξικότητας στην ανάπτυξη που διεξήχθη σε πιθήκους, δεν υπήρξαν ενδείξεις μητρικής τοξικότητας, εμβρυοτοξικότητας ή τερατογένεσης. Δεν είναι διαθέσιμα προκλινικά δεδομένα για τη νεογνική τοξικότητα του adalimumab (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
Λόγω της αναστολής του TNFα, το adalimumab χορηγούμενο κατά τη διάρκεια της κύησης ενδέχεται να επηρεάσει τις φυσιολογικές άνοσες ανταποκρίσεις του νεογέννητου. Το adalimumab πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο εφόσον σαφώς χρειάζεται.
Το adalimumab μπορεί να διαπεράσει τον πλακούντα και να εισέλθει στον ορό των νεογνών που γεννήθηκαν από γυναίκες που έλαβαν adalimumab κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Κατά συνέπεια, αυτά τα βρέφη μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για λοίμωξη. Η χορήγηση εμβολίων από ζώντες μικροοργανισμούς (π.χ. εμβόλιο BCG) για τα βρέφη που εκτίθενται σε adalimumab στη μήτρα δεν συνιστάται για 5 μήνες μετά την τελευταία ένεση adalimumab στη μητέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
Θηλασμός
Περιορισμένες πληροφορίες από την δημοσιευμένη βιβλιογραφία υποδεικνύουν ότι το adalimumab απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις με την παρουσία του adalimumab στο ανθρώπινο γάλα να είναι σε συγκεντρώσεις 0,1% έως 1% σε σχέση με τη συγκέντρωση στον ορό του αίματος της μητέρας. Όταν χορηγούνται από του στόματος, οι πρωτεΐνες των ανοσοσφαιρινών G υφίστανται εντερική πρωτεόλυση και έχουν πτωχή βιοδιαθεσιμότητα. Δεν αναμένονται επιδράσεις στα θηλάζοντα νεογνά/βρέφη. Συνεπώς, το Hyrimoz μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Προκλινικά δεδομένα για τις επιδράσεις του adalimumab στη γονιμότητα δεν είναι διαθέσιμα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, Αναστολείς του Παράγοντα Νέκρωσης Όγκων α (TNF-α), Κωδικός ATC: L04AΒ04. Το Hyrimoz είναι βιο-ομοειδές φαρμακευτικό προϊόν. Λεπτομερείς πληροφορίες είναι διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων: http://www.ema.europa.eu.
Μηχανισμός δράσης
Το adalimumab προσδένεται ειδικά στον TNF και εξουδετερώνει τη βιολογική λειτουργία του TNF παρεμποδίζοντας την αλληλεπίδρασή του με τους p55 και p75 υποδοχείς ΤΝF στη επιφάνεια των κυττάρων. Το adalimumab τροποποιεί επίσης τις βιολογικές ανταποκρίσεις που επάγονται ή ρυθμίζονται από τον TNF, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στα επίπεδα των μορίων προσκόλλησης που ευθύνονται για τη μετακίνηση των λευκοκυττάρων (ELAM-1, VCAM-1 και ICAM-1 με ένα IC50 των0,1-0,2 nM).
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μετά τη θεραπεία με adalimumab, παρατηρήθηκε μια ταχεία μείωση των επιπέδων των δεικτών της οξείας φάσεως της φλεγμονής (C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) και ταχύτητα καθίζησης των ερυθροκυττάρων (ESR)) και των κυτοκινών του ορού (IL-6), συγκριτικά με τα επίπεδα που παρατηρήθηκαν πριν από την έναρξη της θεραπείας σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Τα επίπεδα ορού των μέταλλο-πρωτεϊνασών της μεσοκυττάριας ουσίας (ΜΜΡ-1 και ΜΜΡ-3) που προκαλούν ανακατασκευή του ιστού που ευθύνεται για την καταστροφή του χόνδρου μειώθηκαν επίσης μετά τη χορήγηση του adalimumab. Οι ασθενείς που έλαβαν το adalimumab παρουσίασαν συνήθως βελτίωση των αιματολογικών σημείων της χρόνιας φλεγμονής. Επίσης, παρατηρήθηκε μία ταχεία μείωση των επιπέδων της CRP σε ασθενείς με πολυαρθρική νεανική ιδιοπαθή αρθρίτιδα, νόσο του Crohn, ελκώδη κολίτιδα και διαπυητική ιδρωταδενίτιδα μετά τη θεραπεία με adalimumab. Σε ασθενείς με νόσο του Crohn παρατηρήθηκε μείωση του αριθμού των κυττάρων που εκφράζουν δείκτες φλεγμονής στο παχύ έντερο συμπεριλαμβανομένης σημαντικής μείωσης της έκφρασης του TNFα. Ενδοσκοπικές μελέτες του εντερικού βλεννογόνου έδειξαν στοιχεία επούλωσης του βλεννογόνου σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με adalimumab.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
(Πολυάριθμες κλινικές μελέτες για διάφορες ενδείξεις, συμπεριλαμβανομένων της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, νεανικής ιδιοπαθούς αρθρίτιδας, αξονικής σπονδυλαρθρίτιδας, ψωριασικής αρθρίτιδας, ψωρίασης, διαπυητικής ιδρωταδενίτιδας, νόσου του Crohn, ελκώδους κολίτιδας και ραγοειδίτιδας.)
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-HYRIMOZ
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά από υποδόρια χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης των 40 mg, η απορρόφηση και η κατανομή του adalimumab ήταν αργή και με επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων στον ορό στις 5 ημέρες μετά από τη χορήγηση. Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα του adalimumab που υπολογίσθηκε σε τρεις μελέτες μετά από μια υποδόρια εφάπαξ δόση των 40 mg ήταν 64%. Μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση δόσεων που κυμαίνονται από 0,25 έως 10 mg / kg, οι συγκεντρώσεις ήταν ανάλογες της δόσης. Mετά από δόσεις 0,5 mg / kg (~40 mg), οι καθάρσεις κυμάνθηκαν από 11 έως 15 ml / ώρα, ο όγκος κατανομής (Vss) κυμαινόταν από 5 έως 6 λίτρα και η μέση τελική φάση ημιζωής ήταν περίπου δύο εβδομάδες. Οι συγκεντρώσεις του adalimumab στο αρθρικό υγρό ασθενών με ρευματοειδή αρθρίτιδα κυμαινόταν από 31-96% εκείνων του ορού. Μετά από υποδόρια χορήγηση 40 mg adalimumab ανά δεύτερη εβδομάδα σε ενήλικες ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα οι μέσες κατώτερες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση ήταν περίπου 5 μg / ml (άνευ συγχορηγούμενης μεθοτρεξάτης) και 8 έως 9 μg / ml (με παράλληλη χορήγηση μεθοτρεξάτης), αντίστοιχα. Τα ελάσσονα επίπεδα του adalimumab στον ορό σε σταθερή κατάσταση αυξήθηκαν περίπου αναλογικά με τη δόση μετά από υποδόρια δόση των 20, 40 και 80 mg ανά δεύτερη εβδομάδα και ανά εβδομάδα. Σε παιδιατρικούς πληθυσμούς και διάφορες ενδείξεις, οι μέσες κατώτερες συγκεντρώσεις σε σταθερή κατάσταση κυμαίνονται ανάλογα με τη δόση και τη συγχορήγηση μεθοτρεξάτης ή άλλων φαρμάκων.
Σχέση έκθεσης-ανταπόκρισης στον παιδιατρικό πληθυσμό
Βάσει των δεδομένων από κλινικές μελέτες σε ασθενείς με JIA (pJIA και ERA), η σχέση έκθεσης-ανταπόκρισης μεταξύ συγκέντρωσης πλάσματος και ανταπόκρισης PedACR 50 τεκμηριώθηκε. Η φαινομενική συγκέντρωση πλάσματος adalimumab που οδηγεί στο ήμισυ της μέγιστης πιθανότητας PedACR 50 ανταπόκρισης ήταν 3 μg/ml (95% CI: 1-6 μg/ml). Η σχέση έκθεσης-ανταπόκρισης μεταξύ συγκέντρωσης adalimumab και αποτελεσματικότητας σε παιδιατρικούς ασθενείς με σοβαρή χρόνια ψωρίαση κατά πλάκας τεκμηριώθηκαν για την PASI 75 και το PGA καθαρό ή ελάχιστο, αντιστοίχως. H PASI 75 και το PGA καθαρό ή ελάχιστο αυξήθηκαν με αυξανόμενες συγκεντρώσεις adalimumab, με παρόμοιο φαινομενικό EC50 4,5 μg/mL περίπου (95% CI 0,4-47,6 και 1,9-10,5, αντιστοίχως).
Αποβολή
Οι φαρμακοκινητικές αναλύσεις του πληθυσμού βάσει δεδομένων από 1.300 και άνω ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έδειξαν μια τάση για αυξημένη φαινομενική κάθαρση του adalimumab όσο αυξάνεται το σωματικό βάρος. Μετά από προσαρμογή στη διαφοροποίηση του σωματικού βάρους, του γένους και της ηλικίας φαίνεται οι παράγοντες αυτοί να έχουν μικρή επίδραση στην κάθαρση του adalimumab. Παρατηρήθηκε ότι τα επίπεδα του ελεύθερου adalimumab στον ορό (μη δεσμευμένα στα αντισώματα έναντι του adalimumab, AAA) ήταν χαμηλότερα στους ασθενείς με μετρήσιμα ΑΑΑ.
Ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια
Το adalimumab δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια.
ΕΟΦ · 10.5
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
expand_more
Φάρμακα επηρεάζοντα την εξέλιξη ορισμένων ρευματικών παθήσεων
Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται το χρυσοθειομηλικό νάτριο, η D-πενικιλλαμίνη, η υδροξυχλωροκίνη, η δαψόνη, τα ανοσοκατασταλτικά, τα κυτταροστατικά (κυκλοφωσφαμίδη, αζαθειοπρίνη, μεθοτρεξάτη, χλωραμβουκίλη) και τα ανοσοδιεγερτικά (λεβαμιζόλη, κυκλοσπορίνη-Α) (βλ. 8.8). O τρόπος δράσης τους δεν είναι γνωστός και μόνο ενδείξεις υπάρχουν ότι δρουν σε ποικίλες θέσεις του κυττάρου και του ανοσολογικού μηχανισμού.
H δράση του χρυσού (αουρανοφίνη) στη ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι αινιγματική, ενώ έχουν διαπιστωθεί αντιφλεγμονώδη αποτελέσματα και επιδράσεις στο ανοσολογικό σύστημα και τη βιολογία του κυττάρου. Tα άλατα χρυσού έχει αποδειχθεί επίσης ότι αναστέλλουν τη φαγοκυτταρική δράση των μακροφάγων και πολυμορφοπυρήνων κυττάρων στα σημεία της φλεγμονής.
O τρόπος δράσης της D-πενικιλλαμίνης (χηλικός παράγοντας) είναι επίσης άγνωστος. Ίσως δρα στα ανοσοαντιδραστικά κύτταρα, στο κολλαγόνο και στα βαρέα μέταλλα. Δεν είναι κυτταροτοξικό ούτε και αντιφλεγμονώδες. Ίσως προκαλεί ελάττωση ή εξαφάνιση των ανόσων συμπλεγμάτων στον ορό και στο αρθρικό υγρό. Tο ανθελονοσιακό υδροξυχλωροκίνη ίσως συνδέεται με το δεσοξυριβοπυρηνικό οξύ και παρεμποδίζει τον πολυμερισμό του, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ανοσοκατασταλτικής δράσης καθώς και επίδρασης σε διάφορες θειοομάδες (θειοϋδρυλικό δισουλφίδιο). Tο φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι σταθεροποιεί επίσης τη μεμβράνη των λυσοσωματίων και έτσι μειώνεται η απελευθέρωση των κινινών (ισταμίνη, σεροτονίνη).
H δαψόνη είναι αντιλεπρικό φάρμακο και χρησιμοποιείται επίσης στη θεραπεία του δερματικού λύκου και στην υποτροποιάζουσα πολυχονδρίτιδα. Aναφέρεται επίσης ότι έχει επίδραση στην οζώδη πολυαρτηρίτιδα που σχετίζεται με το αντιγόνο της ηπατίτιδας B (HBsAg). Δρα μέσω σταθεροποιήσεως των λυσοσωματίων και έχει ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες. Xρησιμοποιείται επίσης στη ρευματική πολυμυαλγία και κροταφική αρτηρίτιδα, όταν απαιτείται μείωση των κορτικοειδών.
H λεβαμιζόλη ασκεί ανοσοδιεγερτικό αποτέλεσμα. Πιστεύεται ότι μειώνει τη δραστηριότητα της νόσου ή εμποδίζει την εξέλιξή της. Δρα πιθανώς στα T-κύτταρα και μακροφάγα με αποτέλεσμα να “επιδιορθώνει” το ανοσολογικό σύστημα. H μεγάλη ομοιότητα που υπάρχει μεταξύ της λεβαμιζόλης και των ορμονών του θύμου ενισχύει την άποψη ότι το φάρμακο μιμείται τους φυσιολογικούς ρυθμιστές της ανοσολογικής απάντησης.
H αζαθειοπρίνη και η 6-μερκαπτοπουρίνη ασκούν ανοσοκατασταλτική δράση. Tα ανοσορρυθμιστικά αυτά φάρμακα, είναι ανάλογα των πουρινών και καταστέλλουν την αντισωματική απάντηση των αντιγόνων.
H μεθοτρεξάτη είναι αντιμεταβολίτης με ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες.
H κυκλοφωσφαμίδ είναι ένας αλκυλιούντας παράγοντας, δρα στη φάση S του κυτταρικού κύκλου και αδρανοποιεί ταχέως τα κύτταρα που πολλαπλασιάζονται. Tο φάρμακο ελαττώνει την παραγωγή των αντισωμάτων. Kαταστέλλει την κυτταρική και χυμική ανοσία και έχει επίσης μερικές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.
Παρόμοιες κυτταροτοξικές και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες εμφανίζει επίσης και ένας άλλος αλκυλιούντας παράγοντας, η χλωραμβουκίλη.
H δράση των παραπάνω φαρμάκων δεν περιορίζεται μόνο σε μια νόσο (π.χ. τη ρευματοειδή αρθρίτιδα), αλλά σε πολλά άλλα νοσήματα: π.χ. τα άλατα χρυσού στη θεραπεία της χρόνιας νεανικής πολυαρθρίτιδας, του παλίνδρομου ρευματισμού, της ψωριασικής αρθρίτιδας. Η υδροξυχλωροκίνη στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και συστηματικό ερυθηματώδη λύκο, η D-πενικιλλαμίνη, η λεβαμιζόλη και τα ανοσοκατασταλτικά σε σειρά επίσης νοσημάτων.
Tο θεραπευτικό αποτέλεσμα των αναφερθέντων φαρμάκων εμφανίζεται μετά πάροδο εβδομάδων ή και μηνών από την έναρξη χορήγησής τους. Eκτός από τα αρθρικά συμπτώματα βελτιώνουν και εξωαρθρικές εκδηλώσεις, ενώ παράλληλα επηρεάζουν βασικές ανοσολογικές παραμέτρους, όπως τον ρευματοειδή παράγοντα και τις οστικές βλάβες.
H χορήγηση των φαρμάκων αυτών ενδείκνυται όταν η νόσος δεν ανταποκρίνεται στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη ή παρουσιάζει σαφή σημεία επιδείνωσης. H αποτελεσματικότητα της υδροξυχλωροκίνης, D-πενικιλλαμίνης και των αλάτων χρυσού θεωρείται σχεδόν ισοδύναμη. Σε περιπτώσεις που τα τελευταία αυτά φάρμακα αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή προκαλέσουν ανεπιθύμητες ενέργειες που επιβάλλουν τη διακοπή τους, τότε μπορούν να χορηγηθούν ανοσοκατασταλτικά ή ανοσοδιεγερτικά.
H αζαθειοπρίνη, η κυκλοφωσφαμίδη, η χλωραμβουκίλη και η μεθοτρεξάτη χορηγούνται και σε σειρά άλλων νοσημάτων. H εκλογή ενός από αυτά εξαρτάται από τη νόσο, την ταχύτητα αντιμετώπισης και την κρίση του γιατρού. Για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα η εκλογή είναι δύσκολη, ενώ για το συστηματικό ερυθηματώδη λύκο με νεφρική κυρίως συμμετοχή η εκλογή είναι μεταξύ αζαθειοπρίνης και κυκλοφωσφαμίδης. Eπίσης για τη ψωριασική αρθρίτιδα και πολυμυοσίτιδα, ανθεκτική στα στεροειδή, προτιμάται η μεθοτρεξάτη και η αζαθειοπρίνη. Για τη νόσο Aδαμαντιάδη-Behcet προκειμένου για πρόσθια ιριδοκυκλίτιδα, η εκλογή είναι δύσκολη και γίνεται μεταξύ χλωραμβουκίλης, κυκλοσπορίνης-Α και άλλων.
H χορήγηση των παραπάνω φαρμάκων επιβάλλεται, εκτός από τις ειδικές ενδείξεις, και για τη μείωση της δόσης των κορτικοστεροειδών, εκεί που η χορήγησή τους είναι επιβεβλημένη. Eίναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε την προσοχή που απαιτείται μετά τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών εξαιτίας των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από το αίμα, τους οφθαλμούς και άλλα όργανα. Tο είδος, η συχνότητα και η σοβαρότητά τους επιβάλλουν συχνή κλινικοεργαστηριακή παρακολούθηση των αρρώστων. Να σημειωθεί ότι η μεθοτρεξάτη και η κυκλοσπορίνη εμφανίζουν ηπιότερες παρενέργειες από εκείνες που παρατηρούνται σε άλλες ενδείξεις χορήγησής τους ίσως λόγω των μικροτέρων δόσεων που δίδονται στις ρευματικές παθήσεις.
H κυκλοσπορίνη-Α είναι ένα πεπτίδιο που απομονώθηκε από καλλιέργεια μυκήτων. Tο φάρμακο έχει πολύ ισχυρές ανοσορρυθμιστικές ιδιότητες και πολύ ειδική ανοσοκατασταλτική δράση, ιδιαίτερα στη θεραπεία των ασθενών που υφίστανται μεταμόσχευση οργάνων. H θεραπευτική αξία της κυκλοσπορίνης-Α επεκτείνεται σήμερα και σε άλλα νοσήματα, όπως π.χ. είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση, το νεφρωσικό σύνδρομο και τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου. Oι ακριβείς μηχανισμοί δράσης της δεν είναι πλήρως διευκρινισμένοι. O κύριος τρόπος δράσης της κυκλοσπορίνης-Α είναι η αναστολή της παραγωγής των κυτταροκινών που εμπλέκονται στη ρύθμιση της ενεργοποίησης των T-λεμφοκυττάρων.
H λεφλουνομίδη είναι εκλεκτικός ανοσοκατασταλτικός παράγοντας, τροποποιητικός της πορείας της ρευματοειδούς αρθρίτιδας με ιδιότητες ανασταλτικές του κυτταρικού πολλαπλασιασμού και της φλεγμονής. Ο κυριότερος μεταβολίτης της είναι ο A77 1726 που αναστέλλει το ένζυμο διϋδροοροτική αφυδρογονάση και το κυτόχρωμα CYP 2C9. Εξαιτίας των κινδύνων της χορήγησης του φαρμάκου, αυτή θα πρέπει να γίνεται από γιατρούς έμπειρους στη θεραπευτική αγωγή της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και ύστερα από στάθμιση του αναμενόμενου οφέλους με τους κινδύνους.
H ινφλιξιμάμπη είναι μονοκλωνικό αντίσωμα που στρέφεται έναντι του παράγοντα νεκρώσεως του όγκου. Έχει εισαχθεί πρόσφατα στη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και της νόσου Crohn σε άτομα ανθεκτικά στη συμβατική θεραπεία των παθήσεων αυτών. Η χρήση του συνιστάται να γίνεται από εξειδικευμένο προσωπικό.
H σουλφασαλαζίνη και το ένα από τα συστατικά του μορίου του, το 5-αμινοσαλικυλικό οξύ, έχουν μερικές φαρμακολογικές δράσεις που ομοιάζουν με τα MΣAΦ, καθώς και με τα τροποποιητικά της νόσου φάρμακα. Ωστόσο δεν υπάρχει συμφωνία αν η δράση του οφείλεται στο ακέραιο φάρμακο ή σε ένα από τα συστατικά του.
Oι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι συχνές κυρίως από το δέρμα, ήπαρ, πεπτικό και αίμα. Xορηγείται κυρίως στις εντεροπαθητικές, στις οροαρνητικές σπονδυλαρθροπάθειες και στη ρευματοειδή αρθρίτιδα.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Η αδαλιμουμάμπη είναι ένα ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι του TNF-άλφα. Παράγεται με τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA χρησιμοποιώντας σύστημα έκφρασης θηλαστικών κυττάρων. Αποτελείται από 1330 αμινοξέα και έχει μοριακό βάρος περίπου 148 kilodaltons.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, της ψωριασικής αρθρίτιδας, της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας και της νόσου του Crohn.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Χρησιμοποιείται στη θεραπεία ασθενειών που μεσολαβούνται από το ανοσοποιητικό σύστημα. Η αδαλιμουμάμπη συνδέεται ειδικά με τον TNF-άλφα και αναστέλλει τις γενικές φλεγμονώδεις δράσεις των κυτοκινών, μειώνοντας έτσι τη φλεγμονή που προκαλείται από τον TNF και σταματώντας την καταστροφή των ιστών.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Η αδαλιμουμάμπη συνδέεται με τον TNF-άλφα και αναστέλλει την αλληλεπίδρασή του με τους κυτταρικούς υποδοχείς TNF p55 και p75 της κυτταρικής επιφάνειας. Η αδαλιμουμάμπη προκαλεί επίσης λύση κυττάρων που εκφράζουν TNF στην επιφάνεια in vitro παρουσία συμπληρώματος.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
10-20 ημέρες.
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Κάθαρση
- 12 mL/hr [Ασθενείς με RA με δόση 0.25-10 mg/kg]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Ημίσεια ζωή
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2Α L04AB04ΒΗΜΑ 2 — ΑΣ / Αξονική ΣπΑ με ακτινολογικά ευρήματα
- Δυσανεξία/τοξικότητα/αντένδειξη ή αποτυχία στα ΜΣΑΦ
- Υψηλή ενεργότητα νόσου (ASDAS ≥ 2,1 ή BASDAI ≥ 4) + σύμφωνη γνώμη ρευματολόγου
Δοσολογία: Adalimumab 40 mg SC/2 εβδ. · Etanercept 50 mg SC/εβδ. · Golimumab 50 mg SC/μήνα (100 mg αν > 100 kg) · Infliximab 5 mg/kg IV εβδ. 0/2/6 → /6-8 εβδ. · Certolizumab φόρτιση 400 mg εβδ. 0/2/4 → 200 mg/2 εβδ. · Συνεχής -
ΒΗΜΑ 2Β L04AB04ΒΗΜΑ 2 — Αξονική ΣπΑ χωρίς ακτινολογικά ευρήματα (ΑΣχΑΕ)
- Δυσανεξία ή αποτυχία στα ΜΣΑΦ (Βήμα 1)
- Υψηλή ενεργότητα νόσου (ASDAS ≥ 2,1 ή BASDAI ≥ 4) + σύμφωνη γνώμη ρευματολόγου
Δοσολογία: Όπως στην ΑΣ — η ένδειξη Infliximab αφορά την ΑΣ · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Severe-No-Poor-Prognosis L04AB04Τελική ειλεΐτιδα — βαρεία ΧΩΡΙΣ προγνωστικά σημεία δυσμενούς πορείαςL1 βαρειά νόσος, χωρίς δυσμενή προγνωστικάΔοσολογία: 160/80 mg sc εβδ. 0, 2 → 40 mg sc κάθε 2 εβδ. · Συντήρηση
-
ΒΗΜΑ Severe-Poor-Prognosis L04AB04Τελική ειλεΐτιδα — βαρεία ΜΕ προγνωστικά σημεία δυσμενούς πορείαςL1 βαρειά νόσος, με δυσμενή προγνωστικά → πρώιμη εντατικοποιημένη θεραπείαΔοσολογία: 160/80 mg sc εβδ. 0, 2 → 40 mg sc κάθε 2 εβδ. · Συντήρηση
-
ΒΗΜΑ Perianal L04AB04Περιεδρική νόσος CrohnΠεριεδρική προσβολή — απλό συρίγγιο ή σύνθετοΔοσολογία: 160/80 → 40 mg sc κάθε 2 εβδ. · Συντήρηση
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 L04AB04ΒΗΜΑ 2 — Αποτυχία 1ου csDMARD ή αντένδειξη csDMARDs
- Αδυναμία επίτευξης DAPSA < 14 με 1ο csDMARD μετά 3–6 μήνες
- Ή αντένδειξη csDMARDs ή ενθεσίτιδα ανθεκτική σε ΜΣΑΦ
- Επιλογές: 1ο bDMARD ή 1ο tsDMARD ή 2ο csDMARD
Δοσολογία: 40 mg SC κάθε 2 εβδομάδες · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 L04AB04ΒΗΜΑ 2 — Αποτυχία 1ου csDMARD ή αδυναμία χορήγησης csDMARDs
- Αποτυχία μονοθεραπείας με csDMARD (DAS28-ΤΚΕ > 3,2 στους 3-6 μήνες)
- Ή αδυναμία χορήγησης csDMARDs
Δοσολογία: Adalimumab 40 mg SC/2 εβδ. · Etanercept 50 mg SC/εβδ. · Golimumab 50 mg SC/μήνα · Infliximab 3 mg/kg IV εβδ. 0/2/6 → /8 εβδ. · Certolizumab φόρτιση 400 mg εβδ. 0/2/4 → 200 mg/2 εβδ. · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α3 L04AB04Ελκώδης ορθίτιδα — βαριά προσβολή